ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED ν. Μαρίας Γ. Γρηγορίου, εμπορευόμενης υπό την επωνυμία G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM κ.α., Αρ. Αγωγής: 1400/2003, 2/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1400/2003 Μεταξύ: ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Μαρίας Γ. Γρηγορίου, εμπορευόμενης υπό την επωνυμία G.M.G. TRAVEL SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό
- G.M.G. TRAVEL SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό Εναγομένων και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.3.2004 Μεταξύ: ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Μαρίας Γ. Γρηγορίου, εμπορευόμενης υπό την επωνυμία G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό
- G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό Εναγομένων και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.10.2006 Μεταξύ: ASTARTI DEVELOPMENT PLC, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Μαρίας Γ. Γρηγορίου, εμπορευόμενης υπό την επωνυμία G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό
- G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 15.04.2016 Ημερομηνία: 02.03.2017 Για την Εναγόμενη 1 - Aιτήτρια: κα. Καρακώστα για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Νικολάου για Λεωνίδα Γ. Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 05.03.07 εκδόθηκε εκ συμφώνου η πιο κάτω αναφερόμενη απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής η «απόφαση»): «Η αγωγή αυτή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ακρόαση στην παρουσία του κ. Γ. Χριστοδούλου για κ.κ. Χρ. Δημητριάδη & Σία, Δικηγόροι για την ενάγουσα και του κ. Α. Πολυδώρου, Δικηγόρου για τους εναγόμενους και αφού ακούσθησαν όλα όσα ελέχθησαν από ή από μέρους των διαδίκων αντίστοιχα: ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Αθλητικού Κέντρου με την επωνυμία RIU CYPRIA MARIS SPORTS CENTRE, που βρίσκεται στην Κ. Πάφο. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου ΔΙΑΤΑΣΣΟΝΤΑΙ οι εναγόμενοι όπως εκκενώσουν και παραδώσουν το πιο πάνω αναφερόμενο Αθλητικό Κέντρο στους ενάγοντες. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ οι εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους να επεμβαίνουν και/ή εισέρχονται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο κατέχουν το πιο πάνω αναφερόμενο Αθλητικό Κέντρο. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης των πιο πάνω διαταγμάτων μέχρι 31.10.07, ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή στους ενάγοντες του Αθλητικού Κέντρου. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία οι εναγόμενοι δεν έχουν υποχρέωση να πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες. Σε περίπτωση κατά την οποία οι εναγόμενοι παραλείψουν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή μέχρι 31.10.07, τότε θα πληρώνουν από της 1.11.07 και μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής στους ενάγοντες ποσό £1.000,00 μηνιαίως. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι δύνανται να μετακινήσουν από το Αθλητικό Κέντρο τα ακόλουθα: α) την εσωτερική περίφραξη που τοποθέτησαν οι ίδιοι, β) τις ξύλινες κερκίδες, γ) τους πυλώνες μετά των προβολέων που τοποθέτησαν οι ίδιοι, δ) όλα τα κινητά πράγματα τα οποία μπορούν να μετακινηθούν από τα οποία ανήκουν στους εναγόμενους, ε) ένα τρακτέρ μάρκας KUBOTA. Τα πιο πάνω υπό στοιχεία (α) μέχρι (ε) αποτελούν κανόνα Δικαστηρίου. Η κάθε πλευρά τα έξοδα της. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ: Εάν εσείς η εναγόμενη αρ. 1 Μαρία Γ. Γρηγορίου εμπορευομένη υπό την επωνυμία G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από την Λεμεσό και εναγόμενος αρ. 2 G.M.G. SPECIAL INTEREST TOURISM, από την Λεμεσό, αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Ακολούθως στις 24.11.14 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτήθηκε την έκδοση συμπληρωματικού διατάγματος για να καθοριστεί ο χρόνος εντός του οποίου η Εναγόμενη 1 θα πρέπει να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της απόφασης. Το Δικαστήριο μετά από ακρόαση της αίτησης ημερομηνίας 24.11.14 εξέδωσε στις 14.10.15 ενδιάμεση απόφαση (στο εξής η «ενδιάμεση απόφαση») με την οποία έγκρινε την αίτηση και εξέδωσε συμπληρωματικό διάταγμα δια του οποίου ο χρόνος συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 προς την απόφαση καθορίσθηκε σε 60 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης και του διατάγματος ημερομηνίας 14.10.
- Η ενδιάμεση απόφαση, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η Έφεση με αρ. Ε212/15, αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία η Εναγόμενη 1 (στο εξής η «Αιτήτρια») αξιώνει την πιο κάτω θεραπεία: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 5/3/2007 του Δικαστηρίου και το συμπληρωματικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 14/10/2015, που εκδόθηκαν εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 στην Αγωγή υπ' αρ. 1400/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην Έφεση με αρ. Ε212/2015 και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του συζύγου της Αιτήτριας, Γιώργου Γρηγορίου. Ο ενόρκως δηλών, αφού αναφέρεται στο ιστορικό που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι εξ υπαρχής άκυρη διότι, μεταξύ άλλων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στερείτο δικαιοδοσίας. Επίσης ισχυρίζεται ότι η απόφαση είναι άκυρη διότι είναι το προϊόν και αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Σε σχέση με την απόφαση έχει καταχωρηθεί από τον ίδιο και την Αιτήτρια εναντίον της Ενάγουσας η αγωγή με αρ.2022/10 Ε.Δ Πάφου με την οποία ζητείται η ακύρωση της απόφασης, καθώς και η επιδίκαση αποζημιώσεων. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο ίδιος είχε την κατοχή και διαχείριση του επίδικου αθλητικού κέντρου στο οποίο, με την ανοχή και συγκατάθεση της Ενάγουσας, επένδυσε ποσό πέραν των €760.327 για την ανάπτυξη και βελτίωση του, καθώς και €162.317 ως έξοδα προβολής, διαφήμισης και παραστάσεων. Ως αποτέλεσμα της απόφασης ο ίδιος υφίσταται ζημιές, απώλειες και έξοδα η αποτίμηση των οποίων είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Η απόφαση και το διάταγμα ημερομηνίας 14.10.15 επιδόθηκαν στην Αιτήτρια στις 24.03.16 και εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση τους η Αιτήτρια θα είναι αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της επιβολής ποινής φυλάκισης για παρακοή, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί με την απόφαση, αφού δεν κατέχει και δεν ελέγχει το επίδικο αθλητικό κέντρο. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους του, η Έφεση με αρ. Ε212/15 (Τεκμήριο 7 της αίτησης) περιλαμβάνει τεκμηριωμένους λόγους έφεσης και έχει πιθανότητες επιτυχίας. Σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος η Ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ αντίθετα η μη έκδοση του θα εξουδετερώσει και θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την έφεση και την αγωγή με αρ.2022/10 Ε.Δ Πάφου. Περαιτέρω, η εκτέλεση της απόφασης θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις και θα οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή της Αιτήτριας. Η Ενάγουσα στο εξής («Καθ' ης η Αίτηση») αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας στις 22.11.16 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Στην εν λόγω ειδοποίηση καταγράφονται 70 συνολικά λόγοι ένστασης. Η καταγραφή ενός τόσο μεγάλου αριθμού λόγων ένστασης, οι οποίοι καταλαμβάνουν 13 σελίδες, θεωρώ ότι παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(1)και αδιαμφισβήτητα δυσχεραίνει το έργο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α
(2002)1 Α Α.Α.Δ 92, το καθήκον του συντάκτη της ένστασης είναι να εξειδικεύσει τους λόγους ένστασης με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τους 70 λόγους ένστασης, οι πλείστοι εκ των οποίων αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν και κατά την έκδοση της απόφασης και ως τέτοια εκφεύγουν, κατά την κρίση μου, των επίδικων ζητημάτων της παρούσας αίτησης. Παραθέτω στη συνέχεια με συνοπτικό τρόπο εκείνους τους λόγους ένστασης που θεωρώ ότι σχετίζονται με την υπό εξέταση αίτηση: Η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Η Αιτήτρια δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε κίνδυνο, περιλαμβανομένης της φυλάκισης για παρακοή διατάγματος, εφόσον, ως ισχυρίζεται, δεν κατέχει το επίδικο αθλητικό κέντρο. Στην υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτονται οποιοιδήποτε εξαιρετικοί λόγοι που θα δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς παρόμοια αίτηση με το ίδιο αντικείμενο καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 2022/10 Ε.Δ. Πάφου η οποία απορρίφθηκε στις 7.05.
- Το διάταγμα ημερ. 14.10.15 δεν επιβάλλει οποιαδήποτε θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία αναστολής εκτέλεσης του εν λόγω διατάγματος. Η Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν αποτελεί μέσο για αναστολή της διαδικασίας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την επίσης πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Κούλας Μένοικου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση. Συνοπτικά στην εν λόγω ένορκη δήλωση απορρίπτονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Επίσης η ενόρκως δηλούσα, αφού επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν έχει κανένα δικαίωμα επί του επίδικου αθλητικού κέντρου καθώς οι συμφωνίες ημερ. 2.08.99 και 22.07.00 για άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου αθλητικού κέντρου έγιναν μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε συγκατάθεση στον ενόρκως δηλούντα για να προβεί στην εκτέλεση οποιωνδήποτε έργων στο επίδικο αθλητικό κέντρο. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν είναι φερέγγυο πρόσωπο και δεν διαθέτει τη δυνατότητα να αποζημιώσει την Καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι η Αιτήτρια κατά παράβαση της απόφασης δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην Καθ' ης η Αίτηση από την 01.11.07, με αποτέλεσμα να οφείλεται στην Αιτήτρια το ποσό των €186.237,
- Η υπό εξέταση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.03.11 στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 2022/10 Ε.Δ. Πάφου. Η προαναφερόμενη αίτηση (Τεκμήριο Η της ένστασης) απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 07.05.12 μετά από ακροαματική διαδικασία (Τεκμήριο Θ της ένστασης). Τέλος, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να εγκριθεί η αιτούμενη αναστολή αφού αντικείμενο της αναστολής μπορεί να είναι μόνο ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση δεν επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση και δεν τίθεται οτιδήποτε προς εκτέλεση από την εν λόγω απόφαση. Ουσιαστικά αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι ο παραμερισμός της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης πράγμα το οποίο βρίσκεται εκτός των πλαισίων της Δ.35 θ.
- Νομική πτυχή Η αίτηση, όπως αναφέρεται στη νομική της βάση, στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 θθ.18-19, Δ.39, Δ.48 θθ. 1-4 και 9, Δ.57 θθ.1-2, Δ.59 θ.35 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 29
(1)(γ), 30, 31, 32, και 47 του Νόμου 14/60 και στα άρθρα 2, 8 και 9 του Κεφ. 6, στις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 30.1 και 30.2 του Συντάγματος καθώς και των αντίστοιχων προνοιών της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με τον Νόμο 39/62, άρθρο 6
(1), στη γενική πρακτική, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας ωστόσο, στην αγόρευση της και συγκεκριμένα κατά την ανάπτυξη της νομικής βάσης της αίτησης, περιορίστηκε μόνο στη Δ.35 θ.18 χωρίς να κάνει οποιαδήποτε άλλη αναφορά στις λοιπές διατάξεις που καταγράφονται στην αίτηση. Η Δ.35 θ.18 απασχόλησε τη νομολογία μας σε σειρά αποφάσεων. Αναφέρομαι ενδεικτικά στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ -v- Ντίνου Μ. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) Η Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ. 18.» Αν και όπως έχω αναφέρει πιο πάνω η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευση της αναφέρθηκε αποκλειστικά στη Δ.35 θ.18, εντούτοις επειδή στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης μνημονεύεται και το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, επισημαίνω ότι και με το εν λόγω άρθρο η αναστολή χωρεί μόνο σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης και όχι με τη συνέχιση της διαδικασίας. Συγκεκριμένα στην Παπακοκκίνου κ.α. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 692 λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ. 35: βλ. Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.» Σημειώνεται ότι οι υπόλοιπες διατάξεις που περιλαμβάνονται στη νομική βάση δεν σχετίζονται με το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης. Συμπεράσματα Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση ζητά ουσιαστικά την αναστολή δύο αποφάσεων και συγκεκριμένα της απόφασης ημερομηνίας 05.03.07 και της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 14.10.15. Αντικείμενο ωστόσο της έφεσης με αρ. Ε212/15 είναι μόνο η ενδιάμεση απόφαση (βλ. Τεκμήριο 7 της αίτησης). Συνεπώς δεν μπορεί να ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης από τη στιγμή που η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί. Βασική προϋπόθεση για χορήγηση αναστολής δυνάμει της Δ.35 θθ. 18 και 19 είναι η καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της αναστολής. Περαιτέρω, σε όση έκταση η υπό κρίση αίτηση αφορά την απόφαση, συνιστά, κατά την κρίση μου, κατάχρηση της διαδικασίας. Αυτό διότι ήδη επιχειρήθηκε η αναστολή εκτέλεσης της προαναφερόμενης απόφασης στα πλαίσια της αγωγής 2022/10 Ε.Δ. Πάφου με την αίτηση ημερομηνίας 21.03.11, η οποία απορρίφθηκε μετά από ακρόαση με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.05.12 (Τεκμήρια Η και Θ της ένστασης αντίστοιχα). Στην Αίτηση της BEOGRADSKA D.D
(1996)1Β A.A.Δ 911, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων για την επιδίωξη του ίδιου σκοπού (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων δήλωσε ότι θα εγκαταλείψει την έφεση 9423 στο βαθμό που αυτή αναφέρεται σε ζητήματα που καλύπτονται από την παρούσα έφεση. Δεν το είχε πράξει μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης. Θεωρούμε ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας - εδώ της παρούσας έφεσης (Βλ. Slough Estates, πιο πάνω). Εφόσο μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο προς την κατεύθυνση που έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος ή προς την κατεύθυνση της επιλογής δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που θα είχε το διάβημά του πάνω στο ζήτημα που εξετάζουμε. Θα προχωρήσουμε, επομένως, στην εξέταση του ζητήματος που έχουμε εγείρει αυτεπάγγελτα με βάση την κατάσταση πραγμάτων όπως είχε ενώπιόν μας στο στάδιο της ακρόασης της έφεσης. ............................... Έχουμε εξετάσει τους σκοπούς των δυο εφέσεων, όπως αυτοί αποκαλύπτονται μέσα από τους λόγους εφέσεως στην κάθε μια από τις δυο εφέσεις. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι δυο εφέσεις έχουν τον ίδιο σκοπό. Τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.4.94 στη μονομερή αίτηση καθώς και τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10.3.95. Οι λόγοι έφεσης και στις δυο εφέσεις, παρόλο ότι δεν έχουν διατυπωθεί με το ίδιο λεκτικό, δεν διαφέρουν καθόλου στην ουσία τους. Αντιμετωπίζουν, επομένως, οι εφεσίβλητοι δυο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους. Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των πιο πάνω αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου και υπό το φως των σκοπών των δυο εφέσεων, όπως τους έχουμε διαπιστώσει πιο πάνω. Η παρούσα έφεση δεν καλύπτει οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο δεν καλύπτεται από την προηγούμενη έφεση. Είναι η κατάληξή μας ότι η συνύπαρξη των δυο εφέσεων συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου η οποία πρέπει ν' αποτραπεί και να παρεμποδισθεί. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη της έφεσης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω), η οποία είναι μεταγενέστερη.» Από το Τεκμήριο Η της ένστασης προκύπτει ξεκάθαρα ότι αντικείμενο της αίτησης ημερομηνίας 21.03.11 ήταν η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Στην υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται και πάλι η αναστολή εκτέλεσης της προαναφερόμενης απόφασης, αυτή τη φορά όμως υπό τον μανδύα της καταχώρησης έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης. Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον περίπτωσης χρήσης διαφορετικών μεν ένδικων μέσων σε διαφορετικές διαδικασίες (η αίτηση ημερομηνίας 21.03.11 της αγωγής 2022/10 Ε.Δ. Πάφου στηριζόταν στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η επίδικη στη Δ.35 θ.18) οι οποίες όμως έχουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονταν στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ημερ. 21.03.11 είναι πανομοιότυποι με αυτούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Εξαίρεση αποτελεί το ζήτημα της καταχώρησης έφεσης, το οποίο όμως, ως έχει ήδη αναφερθεί, δεν αφορά την απόφαση. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών εκπορεύεται από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Η παρούσα αποτελεί, κατά την κρίση μου, χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάχρησης της διαδικασίας. Συνεπώς αποτελεί επιπρόσθετο και αυτοτελή λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης σε ό,τι αφορά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Αυτό το οποίο απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο χωρεί αναστολή εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης. Σύμφωνα με τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ -v- Ντίνου Μ. Λύρα κ.α. (ανωτέρω) αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18 είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Εν προκειμένω στην ενδιάμεση απόφαση δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση, ούτε και επιβλήθηκε οποιαδήποτε υποχρέωση ή καθήκον στην Αιτήτρια. Με την προαναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο ορίστηκε ο χρόνος συμμόρφωσης της Αιτήτριας προς την απόφαση. Οι όποιες επομένως υποχρεώσεις της Αιτήτριας καθορίστηκαν στην απόφαση και όχι στην ενδιάμεση απόφαση. Επιπροσθέτως των πιο πάνω η Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει και το βασικό κριτήριο της θεμελίωσης εξαιρετικών περιστάσεων προκειμένου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί προς όφελος της (Demetriades Group of Companies Ltd v. APM Italian Type Ice - Cream Ltd Πολ. Έφεση 372/15 ημερ. 15.02.17 και Θεοφάνους ν. Γεωργίου κ.α Πολ. Έφεση 251/14 ημερ. 19.02.16). Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην αίτηση αφορούν κυρίως τον ενόρκως δηλούντα - σύζυγο της Αιτήτριας, ο οποίος ισχυρίζεται ότι υφίσταται ζημιές, απώλειες και έξοδα λόγω της απόφασης, καθώς και ότι επένδυσε μεγάλα ποσά στο επίδικο αθλητικό κέντρο. Καταρχάς οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να συνιστούν εξαιρετικές περιστάσεις, αφού αυτοί αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του ενόρκως δηλούντα ο οποίος όμως δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και αν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη δεν συνιστούν, κατά την άποψη μου, εξαιρετικές περιστάσεις. Ούτε από την άλλη ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα είναι αντιμέτωπη με τον κίνδυνο επιβολής ποινής φυλάκισης λόγω παρακοής του διατάγματος συνιστά εξαιρετική περίσταση. Αυτό διότι οι ισχυρισμοί περί μη κατοχής και ελέγχου του επίδικου αθλητικού κέντρου από την Αιτήτρια και επομένως η αδυναμία συμμόρφωσης με την απόφαση θα μπορούν να προβληθούν σε ενδεχόμενη αίτηση παρακοής. Όσον αφορά τώρα τη θέση που εκφράζει η Αιτήτρια περί προοπτικών επιτυχίας της έφεσης, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία το εν λόγω στοιχείο είναι οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση εκτός κι αν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης. (Σχετική είναι η υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Υπό το φως όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ