ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΑΣ ΑΡΑΠΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1653/16, 20/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1653/16 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LTD Ενάγουσα ΚΑΙ
- ΑΝΘΟΥΛΛΑΣ ΑΡΑΠΗ
- ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΑΡΑΠΗ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΡΑΠΗ Εναγόμενοι ------------------------ Μονομερής Αίτηση ημερoμηνίας 10/01/2017 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία 20/06/2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Μαθηκολώνης Για τους Εναγομένους/Καθ΄ ων η αίτηση 1 - 3: κα. Ν. Κωνσταντίνου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε, Γ. Χ'' Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε & Κ. Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 22.11.16 και σύμφωνα με αυτό η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια του κτήματος με αρ. εγγραφής 33720, Τεμ.477, Φ/Σχ. 44/24 στο Δήμο Πέγειας (στο εξής «το τεμάχιο 477»). Οι Εναγόμενοι 1-3 (στο εξής οι «Καθ' ων η αίτηση») είναι οι ιδιοκτήτες του κτήματος με αρ. τεμαχίου 279 (στο εξής το «τεμάχιο 279») το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο
- Το τεμάχιο 477 προέκυψε από διαχωρισμό που έλαβε χώρα κατά ή περί το 1942 και τα σύνορα του καθορίστηκαν ως οι εξωτερικές γραμμές της αποθήκης που υπήρχε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υφίσταται στο τεμάχιο
- Ωστόσο εκ λάθους του Κτηματολογίου ο προαναφερόμενος διαχωρισμός δεν αποτυπώθηκε ορθά με αποτέλεσμα να δεικνύεται ότι το τεμάχιο 279 επεκτείνεται προς τα δυτικά, ανατολικά και βόρεια καταλαμβάνοντας έκταση που ανήκει στο τεμάχιο
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά ή περί της 10.11.16 οι Καθ' ων η αίτηση επέμβηκαν στον πιο πάνω χώρο που ανήκει στο τεμάχιο 477 και ξεκίνησαν προετοιμασίες για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. Η Αιτήτρια αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα σύνορα του τεμαχίου 477 είναι οι εξωτερικές γραμμές της αποθήκης που βρίσκεται στο τεμάχιο 279, καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση του εν χρήσει κτηματικού σχεδίου έτσι ώστε να αποδίδεται ορθά ο διαχωρισμός που έγινε κατά ή περί το
- Επίσης αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο οι Καθ΄ων η αίτηση να διατάσσονται όπως παύσουν να επεμβαίνουν στον περιβάλλοντα χώρο της αποθήκης του τεμαχίου 279 ο οποίος ανήκει στο τεμάχιο
- Στις 10.01.17 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Αιτήτρια αιτήθηκε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης αυθημερόν και εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα: "Α. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δια του παρόντος απαγορεύεται ή/και εμποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 ή/και οι αξιωματούχοι ή/και αντιπροσώποι τους ή/και υπαλλήλοι ή/και υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους ή/και που διορίστηκαν από αυτούς, από το να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να εκμεταλλεύονται καθ' οποιοδήποτε τρόπο και/ή να σκάβουν ή/και να προβαίνουν σε ή/και να εκτελούν οποιεσδήποτε οικοδομικές ή/και κατασκευαστικές εργασίες εντός του τεμαχίου γης που φαίνεται σημειωμένο με μπλέ χρώμα στο συνημμένο τοπογραφικό σχέδιο και που σημειώνεται με αριθμό εγγραφής 0/38840, Φ/Σχ. 44/24, Τεμάχιο 279, Τμήμα 0, (εξαιρουμένης της αποθήκης-κτίσματος που βρίσκεται σε αυτό) και που φέρει τα σύνορα του εξωτερικά του βόρειου, ανατολικού και δυτικού τοίχου της αποθήκης - κτίσματος που βρίσκεται στο εν λόγω τεμάχιο γης, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δια του παρόντος εμποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση ή/και απαγορεύεται σε αυτούς ή/και αξιωματούχους ή/και υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες τους ή/και σε οποιαδήποτε πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους, ή/και που διορίστηκαν από αυτούς από το να συνεχίσουν τις κατασκευές ή/και οικοδομικές ή/και άλλες εργασίες ή/και εκσκαφές που ξεκίνησαν στο τεμάχιο γης που φαίνεται σημειωμένο με μπλέ χρώμα στο συνημμένο τοπογραφικό σχέδιο και που σημειώνεται με αριθμό εγγραφής 0/38840, Φ/Σχ. 44/24, Τεμάχιο 279, Τμήμα 0, (εξαιρουμένης της αποθήκης-κτίσματος που βρίσκεται σε αυτό) και που φέρει τα σύνορα του εξωτερικά του βόρειου, ανατολικού και δυτικού τοίχου της αποθήκης - κτίσματος που βρίσκεται στο εν λόγω τεμάχιο γης, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής." Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των Νεόφυτου Ιωάννου και Γιώργου Λεωνίδου. Ξεκινώντας από την ένορκη δήλωση του κ. Νεόφυτου Ιωάννου, διευθυντή της Αιτήτριας, σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα αγωγή αφορά περίπτωση παράνομης επέμβασης και χρήσης τεμαχίου γης το οποίο ανήκει στην Αιτήτρια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα το προαναφερόμενο τεμάχιο γης, το οποίο βρίσκεται στο βόρειο, ανατολικό και δυτικό μέρος της αποθήκης του τεμαχίου 279, εκ λάθους του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου συμπεριλήφθηκε στο τεμάχιο 279 το οποίο ανήκει στους Καθ' ων η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό του τεμαχίου 477 το οποίο προέκυψε από τα τεμάχια 278 και 280/2 και 5 και έφερε προηγουμένως αρ. εγγραφής 14298 (Τεκμήριο 1 της αίτησης). Σύμφωνα με σχεδιάγραμμα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου το οποίο φέρει αρ. φακέλου 1195/1916, στην περιοχή υπήρχαν τρεις αποθήκες χαρουπιών εκ των οποίων η μία είναι αυτή που ανήκει στο τεμάχιο 279 και περιγράφεται ως "Store of Kykkos". Βάση του εν λόγω σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 2 της αίτησης) στο νότιο μέρος της αποθήκης αποδίδεται σε αυτήν αυλή με τη λέξη "Yard". Περί το 1923 το Κτηματολόγιο Πάφου, σύμφωνα με τον φάκελο με αρ. ΑΔΛ10/03 οποίος παραπέμπει και στον φάκελο με αρ. Α1451/42, μετέτρεψε τις αυλές των τριών αποθηκών σε δημόσιο αδιέξοδο δρόμο. Κατά την μετατροπή των αυλών σε δημόσιο αδιέξοδο δρόμο, λειτουργός του Κτηματολογίου τοποθέτησε λανθασμένα επί του χωρομετρικού σχεδίου τις αυλές των αποθηκών στο βόρειο, ανατολικό και δυτικό μέρος αυτών. Κατά συνέπεια η αυλή που προηγουμένως βρισκόταν στην νότια πλευρά της αποθήκης του τεμαχίου 279 (η οποία μετατράπηκε σε δημόσιο αδιέξοδο δρόμο) τοποθετήθηκε βόρεια, ανατολικά και δυτικά αυτής και εισέρχεται πλέον εντός του τεμαχίου
- Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου περί το 1942 εκσυγχρόνισε τους τίτλους ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα να προκύψει το σημερινό τεμάχιο 477 το οποίο φέρει πλέον τον αρ. εγγραφής
- Κατά τον εκσυγχρονισμό της εγγραφής, Κτηματολογικός Λειτουργός, εντόπισε το λάθος απόδοσης της αυλής στο τεμάχιο 279 και έγινε προσπάθεια για διόρθωσή του, όπως προκύπτει από σχετικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 4 της αίτησης) το οποίο βρίσκεται στο φάκελο με αρ. ΑΔΛ10/
- Παρά τα πιο πάνω δεν έγινε ενημέρωση των σχεδίων για το λάθος που περιείχαν, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα το εν λόγω λάθος να απεικονίζεται στα επίσημα κτηματικά σχέδια (Τεκμήριο 7 της αίτησης). Επίσης οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων από την ενοποίηση των οποίων προέκυψε το τεμάχιο 477 δεν είχαν ειδοποιηθεί για το λάθος και τελούσαν σε άγνοια. Η Αιτήτρια αγόρασε το τεμάχιο 477 στις 29.03.02 και κατά την αγορά του η προηγούμενη ιδιοκτήτρια υπέδειξε στον ενόρκως δηλούντα τα σύνορα του επί τόπου. Σύμφωνα με την επιτόπια υπόδειξη, το τεμάχιο 477 συνόρευε με τους εξωτερικούς τοίχους της αποθήκης του τεμαχίου
- Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι κατά την αγορά και μεταβίβαση του τεμαχίου 477 δεν υπήρχε σχετικό σχέδιο τον τίτλο. Συνεπώς μετά την αγορά του η Αιτήτρια ζήτησε την οριοθέτηση των συνόρων του τεμαχίου 477 και προς τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ986/
- Έκτοτε σε ολόκληρη την έκταση του τεμαχίου 477 μέχρι και τα σύνορα του εξωτερικού τοίχου της αποθήκης του τεμαχίου 279 η Αιτήτρια καλλιεργεί σπαρτά. Το 2011 η Αιτήτρια κλήθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για να τοποθετηθεί επί του λάθους στα αρχεία του. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε ότι υπήρχε λανθασμένη εγγραφή στα αρχεία του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και ότι είχε ανοιχθεί φάκελος με αρ. ΑΔΛ10/
- Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, μέσω του τότε βοηθού Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ. Λεωνίδου, εισηγήθηκε την διόρθωση του λάθους. Σχετική έκθεση του κ. Λεωνίδου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13 της αίτησης. Το Κτηματολόγιο ωστόσο και πάλι δεν προχώρησε στη διόρθωση του λάθους. Περί τις 18.11.16 και ενώ η Αιτήτρια ανέμενε την εξέταση της αίτησης οριοθέτησης συνόρων, διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση άρχισαν να επεμβαίνουν στον χώρο του τεμαχίου 477 και συγκεκριμένα στο βόρειο, ανατολικό και δυτικό μέρος των εξωτερικών τοίχων της αποθήκης του τεμαχίου
- Η Αιτήτρια απευθύνθηκε στους Καθ' ων η αίτηση ζητώντας τους να σταματήσουν την επέμβαση, οι τελευταίοι όμως επέμεναν ότι το επίδικο κομμάτι γης ανήκει στο τεμάχιο
- Τότε η Αιτήτρια προκειμένου να επιβεβαιώσει τη θέση της ως προς την έκταση των επίδικων τεμαχίων, αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των φακέλων με αρ. ΑΔΛ10/2003 και Α1451/
- Μετά από επιστολή του δικηγόρου της έγινε κατορθωτό να λάβει αντίγραφα των εν λόγω φακέλων οι οποίοι ωστόσο ήταν ογκώδης και περιείχαν εξειδικευμένα ζητήματα με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να αποταθεί σε ειδικό για να της επεξηγήσει το περιεχόμενο των φακέλων. Μετά από μελέτη του περιεχομένου τους από τον κ. Λεωνίδου διαπιστώθηκε ότι, σύμφωνα με απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου, δεν τίθεται θέμα διόρθωσης του εν χρήσει κτηματικού σχεδίου. Η εν λόγω απόφαση ωστόσο ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια. Κατόπιν εντολής της Αιτήτριας ο κ. Λεωνίδου προχώρησε σε επιτόπια εξέταση και στις 30.12.16 ετοίμασε έκθεση για το ιστορικό των υποθέσεων και το λάθος που παρατηρείται στα κτηματολογικά αρχεία (Τεκμήριο 18 της αίτησης). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το γεγονός πως στα επίσημα κτηματικά σχέδια το επίδικο κομμάτι γης φαίνεται να αποτελεί μέρος του τεμαχίου 279 δεν έχει σημασία εφόσον από τα στοιχεία που υπάρχουν προκύπτει ότι τα κτηματικά σχέδια είναι λανθασμένα. Είναι δε επείγον να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αλλοίωση ή διαμόρφωση του επίδικου χώρου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα προκληθούν ανυπέρβλητα προβλήματα με ανυπολόγιστα κόστη για την επαναφορά του χώρου στην προηγούμενη κατάστασή του. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε το συντομότερο δυνατό λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των επίδικων ζητημάτων. Ο κ. Γιώργος Λεωνίδου στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας εργαζόταν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου από το οποίο αφυπηρέτησε στη θέση του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού. Περί τις 16.12.16 έλαβε εντολή από την Αιτήτρια όπως προχωρήσει σε έρευνα στα κτηματολογικά αρχεία που του προσκόμισε, δηλαδή στα αντίγραφα των φακέλων με αρ. ΑΔΛ10/2003 και Α1451/42, προκειμένου να εκφράσει την άποψή του για κατ' ισχυρισμό λάθος που υπήρχε στα εν λόγω αρχεία σε σχέση με το τεμάχιο
- Στην ένορκη του δήλωση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Ιωάννου για να εκφράσει το συμπέρασμά του ότι πέραν πάσης αμφιβολίας το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο Λειτουργός του Κτηματολογίου που εξέτασε το φάκελο με αρ. Α1451/42 είναι ορθό και συμφωνεί με το σχεδιάγραμμα του
- Συνεπώς το κομμάτι γης που στο επίσημο κτηματικό σχέδιο φαίνεται ότι ανήκει στο τεμάχιο 279 και αποδίδεται ως αυλή, επί της ουσίας ανήκει στην Αιτήτρια αφού αποτελεί μέρος του τεμαχίου
- Οι Καθ' ων η Αίτηση στις 06.02.17 καταχώρισαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, επικαλούμενοι 30 συνολικά λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες κατηγορίες: Υπήρξε παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Δεν αποδείχθηκε το κατεπείγον. Η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή πρόωρη και/ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Τα εκδοθέντα διατάγματα είναι ταυτόσημα με τις θεραπείες που διεκδικούνται στην αγωγή. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 3, αλλά και από τις ένορκες δηλώσεις των Έφη Ψαλτά, Χαράλαμπου Άπλα και Ανδρέα Ιωάννου. Για τις ένορκες δηλώσεις των τριών τελευταίων δεν γίνεται μνεία στο σώμα της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στην οποία αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση
- Η συγκεκριμένη παρατυπία έγινε αντιληπτή από τους Καθ' ων η αίτηση και κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου τους, με το οποίο συμφώνησε η συνήγορος που εμφανιζόταν για την Αιτήτρια, θεραπεύτηκε από το Δικαστήριο στις 09.03.
- Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 3, αφού επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της ιδιοκτησίας του τεμαχίου
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση 3 το εν λόγω τεμάχιο ανήκει στην οικογένειά του από το 1967 και ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικά με τα σύνορα του. Επίσης ουδέποτε δημιουργήθηκε οποιαδήποτε προστριβή ή υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 477, αλλά ούτε και από τους Αιτητές. Η πρώτη φορά που περιήλθε στην αντίληψή τους το εν λόγω ζήτημα ήταν το 2011 όταν κλήθηκαν για να παραστούν στα επίδικα τεμάχια στα πλαίσια της διαδικασίας οριοθέτησης. Στην επιτόπια εξέταση παρών ήταν ο ίδιος, ο αδελφός του - Καθ' ου η αίτηση 2 και ο πατέρας τους Γεώργιος Αράπης, ενώ εκ μέρους της Αιτήτριας παρών ήταν ο υιός του κ. Νεόφυτος Ιωάννου. Ο Κτηματολογικός Λειτουργός υπέδειξε επί τόπου τα ορθά σύνορα τα οποία και συμφωνούν με το επίσημο κτηματικό σχέδιο. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι από το 2002, έτος κατά το οποίο η Αιτήτρια αγόρασε το τεμάχιο 477, η τελευταία προσέγγισε τους Καθ' ων η αίτηση προκειμένου να αγοράσει το τεμάχιο
- Προς το σκοπό αυτό έγιναν διαβουλεύσεις και συζητήσεις που περιλάμβαναν πρόταση για ανταλλαγή του τεμαχίου 279 με μέρους του τεμαχίου 477 βορειοανατολικά, καθώς αυτό συνορεύει με το τεμάχιο 534 το οποίο ανήκει στους Καθ' ων η αίτηση. Κατά τις εν λόγω συζητήσεις, οι οποίες τελικά ναυάγησαν, ουδέποτε αναφέρθηκε ότι η αυλή της αποθήκης του τεμαχίου 279 είναι μέρος του τεμαχίου
- Οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν όπως προχωρήσουν σε ανάπτυξη του τεμαχίου 279 και μετατρέψουν την αποθήκη που βρίσκεται εντός αυτού σε ταβέρνα. Προς το σκοπό αυτό εξασφάλισαν Πολεοδομική Άδεια και Άδεια Οικοδομής (Τεκμήρια 7 και 8 της ένστασης). Μετά την έκδοση της Πολεοδομικής Άδειας, ο Δήμος Πέγειας ζήτησε όπως γίνει οριοθέτηση για σκοπούς έκδοσης της Άδειας Οικοδομής. Οι Καθ' ων η αίτηση αποτάθηκαν στην ιδιώτη τοπογράφο μηχανικό κ. Έφη Ψαλτά, η οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει την διαδικασία οριοθέτησης. Μετά από έρευνα που διεξήγαγε η τελευταία στο Κτηματολόγιο, πληροφόρησε τους Καθ΄ων η αίτηση ότι εκκρεμούσε διαδικασία οριοθέτησης. Ακολούθως ανοίχτηκε ο φάκελος με αρ. ΑΧ1554/15 και περί τις 25.11.16 εκδόθηκε πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης του τεμαχίου 279 (Τεκμήριο 9 της ένστασης). Έτσι, περί το τέλος Νοεμβρίου 2016, ολοκληρώθηκε η χωρομετρική εργασία για την οριοθέτηση και αφού εξασφαλίστηκαν όλες οι απαιτούμενες άδειες ξεκίνησαν οι εργασίες στο τεμάχιο
- Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το σχεδιάγραμμα του 1916 (Τεκμήριο 2 της αίτησης) δεν αποτελεί μέρος χωρομετρικής εργασίας η οποία, εξ΄όσων πληροφορείται από τον εμπειρογνώμονα κ. Ιωάννου, έλαβε χώρα για πρώτη φορά το
- Επίσης, εξ' όσων πληροφορείται από το προαναφερόμενο πρόσωπο, ο φάκελος με αρ. Α1451/42 είναι φάκελος κληρονομιάς και διαχωρισμού του αρχικού τεμαχίου 280 σε δύο νέα τεμάχια με αρ. 280/1 και 280/2 και ενοποίηση του τεμαχίου 280/2 με το τεμάχιο 278 και το τεμάχιο
- Συνεπώς το τεμάχιο 279 δεν έπρεπε να είχε οποιαδήποτε ανάμειξη και αν Λειτουργός του Κτηματολογίου είχε εντοπίσει λάθος όφειλε να ανοίξει ξεχωριστό φάκελο για να προβεί στην διόρθωσή του, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κ. Νεόφυτου Ιωάννου ότι η πρώτη φορά που περιήλθε σε γνώση του η ύπαρξη λανθασμένης εγγραφής ήταν το 2011, ο Καθ' ου η αίτηση 3 παραπέμπει στο Τεκμήριο 17 της αίτησης και συγκεκριμένα στην αναφορά που υπάρχει σε αυτό ημερομηνίας 19.07.02 ότι η οριοθέτηση του τεμαχίου 477 έγινε και τοποθετήθηκαν από χωρομετρικό λειτουργό 36 ορόσημα τα οποία υποδείχθηκαν στον αντιπρόσωπο της Αιτήτριας που ήταν ο κ. Νεόφυτος Ιωάννου. Επομένως, παρά το ότι τα σύνορα του τεμαχίου 477 υποδείχθηκαν από το 2002, η Αιτήτρια δεν έπραξε οτιδήποτε για να διορθωθεί το ισχυριζόμενο λάθος. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι για την επίδικη υπόθεση αποτάθηκαν στην ιδιώτη τοπογράφο κ. Έφη Ψαλτά και στον εμπειρογνώμονα πρώην Κτηματολογικό Λειτουργό κ. Ανδρέα Ιωάννου. Επιπρόσθετα, αποτελεί ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση 3 ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το επίσημο κτηματικό σχέδιο απλά και μόνο διότι ανευρέθηκε ένα σχεδιάγραμμα το οποίο απεικονίζει διαφορετικά τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα του ισχυριζόμενου λάθους διερευνήθηκε από το Κτηματολόγιο το οποίο αποφάσισε ότι δεν τίθεται θέμα διόρθωσης οποιουδήποτε λάθους. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτεται ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην τελευταία η οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης της παρούσας αγωγής. Επίσης δηλώνει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι Καθ΄ων η αίτηση είναι φερέγγυα πρόσωπα και μπορούν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε αξίωση της Αιτήτριας. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και αντικανονική και το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 3 ημερομηνίας 17.02.17 επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια οι τίτλοι ιδιοκτησίας των τεμαχίων με αρ. 534 και 27, οι οποίοι εκ παραδρομής δεν επισυνάφθηκαν στην αρχική ένορκη του δήλωση. Τα εν λόγω τεμάχια, τα οποία συνορεύον με το τεμάχιο 477, ανήκουν το μεν πρώτο στον Καθ' ου η αίτηση 3 και τα αδέλφια του - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και το δεύτερο σε εταιρεία που διατηρεί με τα αδέλφια του. Η κα. Έφη Ψαλτά αναφέρει ότι είναι απόφοιτος του Τμήματος Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και την περίοδο 2000 - 2007 εργάστηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Είναι μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ και από το 2007 μέχρι και σήμερα διατηρεί τοπογραφικό γραφείο στην Πάφο. Στην ένορκη της δήλωση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που κατέγραψε στην ένορκη του δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση 3 ως πληροφορίες που έλαβε από την ίδια. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι το εμβαδό του τεμαχίου 279, ως καταγράφεται στον τίτλο, είναι δύο προστάθια και 1600 τετραγωνικά πόδια που αντιστοιχούν σε 818 τετραγωνικά μέτρα. Σύμφωνα με τη χωρομετρική εργασία το εμβαδό της αποθήκης είναι 302 τετραγωνικά μέτρα, πράγμα το οποίο υποδηλοί ότι η έκταση του τεμαχίου 279 δεν περιορίζεται μόνο στην αποθήκη αλλά περιλαμβάνει και αυλή. Ο κ. Χαράλαμπος Άπλας αναφέρει ότι από το 1983 μέχρι το 2011 διετέλεσε Κοινοτάρχης της Πέγειας, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε Δήμο. Από τα παιδικά του χρόνια θυμάται ότι επισκεπτόταν την αποθήκη για να ξεφορτώσουν χαρούπια τα οποία μετέφεραν με γαϊδούρια. Θυμάται επίσης ότι στις περιπτώσεις που η αποθήκη γέμιζε από την μπροστινή (νότια) πλευρά, τότε οδηγούνταν στην αυλή για να ξεφορτώσουν από την πίσω πλευρά της (βόρεια) στην οποία άνοιγαν δύο θύρες. Περί το 2000 στα πλαίσια των επαγγελματικών καθηκόντων του στην εταιρεία E.K. Lanitis Estates επισκέφθηκε την τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 477 για να διαπραγματευτεί την πώληση του εν λόγω τεμαχίου για λογαριασμό της εταιρείας που εργαζόταν. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων δεν του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η προηγούμενη ιδιοκτήτρια θεωρούσε ότι η αυλή της αποθήκης περιλαμβάνεται στο τεμάχιο
- Ο κ. Αντρέας Ιωάννου τώρα στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι εμπειρογνώμονας - πρώην Λειτουργός Κτηματολόγος. Στην ένορκη του δήλωση επαναλαμβάνει και αυτός τους ισχυρισμούς που κατέγραψε στην ένορκη του δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση 3 ως πληροφορίες που έλαβε από τον ίδιο. Ολοκληρώνοντας την παράθεση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την ένσταση, ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι πέραν της παρατυπίας με τις ένορκες δηλώσεις, η οποία θεραπεύθηκε, τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την ένσταση παρουσιάστηκαν κατά ανορθόδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα τα Τεκμήρια δεν ακολουθούν την ένορκη δήλωση στην οποία το καθένα από αυτά αναφέρεται, αλλά τέθηκαν συνολικά μετά την παράθεση των τριών ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν τοποθετήθηκε κάποια ετικέτα ή διαχωριστικό στο κάθε Τεκμήριο, έτσι ώστε να μπορούν εύκολα να εντοπιστούν, δυσχέρανε το έργο του Δικαστηρίου το οποίο έπρεπε να διέλθει έναν ογκώδη φάκελο με μεγάλο αριθμό Τεκμηρίων τα οποία έπρεπε να συσχετίσει με την κάθε ένορκη δήλωση. Με την ευκαιρία αυτή μεταφέρεται η παρότρυνση του Δικαστηρίου όπως μεταξύ των Τεκμηρίων τοποθετείται διαχωριστικό ή ετικέτα έτσι ώστε να είναι εύκολος ο εντοπισμός και η παραπομπή σε αυτά. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση αναφέρω ότι η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(στο εξής ο «Νόμος») και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα διάταγμα εφόσον ο Αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Συμπεράσματα Κατά την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση εγέρθηκε ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα υποστήριξαν ότι η παρούσα διαφορά έγκειται στην ύπαρξη λάθους στα σχέδια του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και επομένως εφαρμογή έχει το άρθρο 61 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποστηρίζει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου καθώς αφορά νομικά δικαιώματα σε ακίνητη ιδιοκτησία. Επιπρόσθετα ο κ. Μαθηκολώνης ανέφερε ότι η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου της Αιτήτριας. Το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει την εξέταση του. Όπως είχα την ευκαιρία να αναφέρω και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 08.05.17 στην αίτηση για τροποποίηση της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο ακόμα και αυτεπάγγελτα να εξετάσει ζητήματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του. Στην υπόθεση Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, τονίστηκε ότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του. Θεωρώ επομένως ορθό όπως το ζήτημα της δικαιοδοσίας εξεταστεί κατά προτεραιότητα, καθώς θα έχει καταλυτική σημασία ως προς την έκβαση της υπό κρίση αίτησης (Κούρου ν. Κόνου ECLI:CY:AD:2014:A764, Π.Ε. αρ. 325/09 ημερ. 10.10.2014). Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω το περιεχόμενο του άρθρου 61 του Κεφ. 224: «61.-
(1)Ο Διευθυντής δύναται να διορθώσει οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στο Κτηματικό Μητρώο ή σε οποιοδήποτε βιβλίο ή σχέδιο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ή σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής, και κάθε τέτοιο Μητρώο, βιβλίο, σχέδιο ή πιστοποιητικό εγγραφής που διορθώθηκε με τον τρόπο αυτό έχει την ίδια εγκυρότητα και ισχύ όπως αν το λάθος αυτό ή η παράλειψη αυτή να μην είχε γίνει.
(2)Όταν λόγω λάθους, παράλειψης, ψευδούς βεβαίωσης ή ψευδούς παράστασης που έγινε καλή τη πίστει ή δόλια, διενεργηθεί οποιαδήποτε εγγραφή σε οποιοδήποτε βιβλίο Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ο Διευθυντής δύναται, μετά την διαπίστωση των αληθινών γεγονότων, να προβεί σε ακύρωση της εγγραφής αυτής καθώς και κάθε πιστοποιητικού που σχετίζεται με την εγγραφή αυτή.
(3)Καμιά τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)εκτός αν δοθεί από το Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεάζεται από αυτή, και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίνει ειδοποίηση για την απόφαση του επί αυτής στον ενιστάμενο.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση με παραπομπές σε σχετική επί του θέματος νομολογία, υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα για να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς εφόσον η μοναδική αιτία αγωγής είναι το κατ' ισχυρισμό λάθος στα κτηματολογικά μητρώα και/ή συνοριακή διαφορά. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση το ενδεδειγμένο διάβημα είναι η υποβολή αίτησης στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, είτε δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ.224, είτε δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.224. Το Επαρχιακό Δικαστήριο θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία μόνο κατόπιν υποβολής έφεσης δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224. Συνεπώς, καταλήγουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και επομένως το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Στην αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας έχοντας ως ασπίδα την απόφαση στην υπόθεση Hassidoff v. Santi a.o
(1970)1 C.L.R 220 υποστηρίζει ότι όταν η διαφορά άπτεται νομικών δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας αρμόδιο για την επίλυση τους είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ο κ. Μαθηκολώνης υποστηρίζει μάλιστα ότι τα γεγονότα της Hassidoff v. Santi a.o είναι πανομοιότυπα με αυτά της παρούσας. Θα ξεκινήσω από το τελευταίο σημείο λέγοντας ότι διαφωνώ με την άποψη που εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, δηλαδή ότι τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς είναι πανομοιότυπα με αυτά της Hassidoff v. Santi a.o. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε περίπτωση διπλής έγγραφης, αλλά και κατοχής κτήματος για μεγάλη χρονική περίοδο που υπό προϋποθέσεις μπορούσε να θεμελιώσει δικαίωμα ιδιοκτησίας του Εφεσείοντα. Περαιτέρω, η έρευνα του Κτηματολογίου στην προαναφερόμενη υπόθεση επεκτάθηκε στη διερεύνηση και αξιολόγηση μαρτυρίας η οποία μάλιστα ήταν απαράδεκτη με βάση το τότε ισχύον δίκαιο της απόδειξης. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα της υπό αναφορά απόφασης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «The present case appears to be a case of double registration and the onus is on the person seeking to disturb the registration of the owner in possession. In support of this proposition we shall refer to certain authorities later in this judgment. Prima facie, Mr. Hassidoff and his predecessors-in-title appear to have been in uninterrupted possession for a period beginning since before the year
- The Santi family, do not appear to have been in possession for the past 50-60 years. ................................... In these circumstances issues of, inter alia, ownership by long possession or otherwise may arise. It may well be that the heirs of Santi may be able to prove the mistake in their registration and/or "a valid excuse" under Article 20 of the Ottoman Land Code ; but we are of the view that those issues are issues which should properly be decided in the first instance by a Court of law, and not the Director under section
- ..................................... We would also observe that in a case of double registration, as in the present case, before any rectification is decided upon by the Director; he must satisfy himself as to who is in possession ; and, where a long time has elapsed since the alleged error and the one party has not been in possession of registered land for more than ten years prior to the 1st September, 1946, then he should decline to act under the provisions of section 61 and he should let the interested parties vindicate their legal rights in the Courts.» Στην προκείμενη περίπτωση όμως, με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, προκύπτει ότι αφενός δεν τίθεται ζήτημα διπλής εγγραφής και αφετέρου για τη διερεύνηση του ισχυριζόμενου λάθους δεν χρειάζεται να γίνει έρευνα σε στοιχεία πέραν εκείνων που βρίσκονται στα κτηματολογικά μητρώα. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια επικαλείται το σχεδιάγραμμα του 1916 (Τεκμήριο 2 της αίτησης) το οποίο αποτελεί μέρος του φακέλου με αρ. ΑΔΛ10/
- Από τον τελευταίο αυτόν φάκελο, ο οποίος παραπέμπει και στον φάκελο με αρ. Α1451/42, αντλείται, κατά την Αιτήτρια, η πληροφορία ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου περί το 1923 κατήργησε την αυλή που βρισκόταν στο νότιο μέρος της αποθήκης μετατρέποντας την σε δημόσιο αδιέξοδο δρόμο και τοποθέτησε επί του χωρομετρικού σχεδίου την εν λόγω αυλή στο βόρειο, ανατολικό και δυτικό μέρος της αποθήκης καταλαμβάνοντας την επίδικη έκταση του τεμαχίου
- Η Αιτήτρια επικαλείται επίσης το σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε περί το 1942 από Λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (Τεκμήριο 4 της αίτησης) και το οποίο επίσης αποτελεί μέρος του φακέλου με αρ. ΑΔΛ10/2003, στο οποίο γίνεται κατά την Αιτήτρια, εισήγηση για διόρθωση του λάθους. Επιπλέον, η Αιτήτρια αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας των τεμαχίων 278, 280/2 και 5 νυν 477 ημερομηνίας 31.01.45 (Τεκμήριο 3 της αίτησης) επί του οποίου καταγράφονται τα όρια/σύνορα του τεμαχίου
- Επικαλείται επίσης η Αιτήτρια την αίτηση οριοθέτησης που υπέβαλε μετά την αγορά του τεμαχίου 477 και η οποία έλαβε αριθμό φακέλου ΑΧ986/
- Τέλος, γίνεται αναφορά στο επίσημο κτηματικό σχέδιο (Τεκμήριο 7 της αίτησης) και στους τίτλους ιδιοκτησίας των τεμαχίων 477, 3 και 4 (Τεκμήριο 8 της αίτησης). Τα προαναφερόμενα καταγράφονται κατά συνοπτικό τρόπο και στην Έκθεση Απαίτησης στην οποία γίνεται λόγος για λάθος του Κτηματολογίου το οποίο δεν αποτύπωσε σωστά τον διαχωρισμό δυνάμει του οποίου προέκυψε το τεμάχιο 477, με αποτέλεσμα το τεμάχιο 279 να καταλαμβάνει προς τα δυτικά, ανατολικά και βόρεια έκταση γης που ανήκει στο τεμάχιο
- Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους επίσης επικαλούνται στοιχεία που βρίσκονται κατατεθειμένα στα κτηματολογικά μητρώα και κυρίως το επίσημο κτηματικό σχέδιο. Σε σχέση με τον φάκελο με αρ. Α1451/42, οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι δεν σχετίζεται με την αποθήκη αλλά τον διαχωρισμό του τεμαχίου με αριθμό 280 σε δύο νέα τεμάχια, ήτοι τα τεμάχια με αριθμούς 280/1 και 280/2, και ενοποίηση του τελευταίου με το τεμάχιο με αριθμό
- Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν σε σημειώσεις Λειτουργών του Κτηματολογίου που περιλαμβάνονται στον φάκελο με αρ. ΑΧ986/02 (Τεκμήριο 14 της ένστασης) όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν τίθεται θέμα διόρθωσης του σχεδίου. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων θα εξεταστεί κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση πολιτικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας διαφοράς. Στην υπόθεση Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι: «Σε θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Καθίσταται επομένως φανερό από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση της Αιτήτριας, τα οποία μάλιστα εξειδικεύθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση, ότι η παρούσα διαφορά δεν σχετίζεται με την επίλυση ζητημάτων που ανάγονται στην ιδιοκτησία ακινήτου. Πρόκειται, κατά την κρίση μου, για χαρακτηριστική περίπτωση ισχυριζόμενου λάθους στα κτηματολογικά μητρώα και σχέδια το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, από τη σύγκριση του σχεδιαγράμματος του 1916 και του 1942 αφενός με το επίσημο κτηματικό σχέδιο αφετέρου. Η διαφορά αυτή εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Διευθυντή του Κτηματολογίου, αφού περιορίζεται σε κτηματολογικά θέματα της αρμοδιότητας του για την επίλυση των οποίων δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε μαρτυρία εκτός του Τμήματος του αλλά μόνο σε έγγραφα που βρίσκονται κατατεθειμένα στα κτηματολογικά μητρώα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο ήδη διενήργησε έρευνα και δεν χρειάστηκε προς τον σκοπό αυτό η αναζήτηση μαρτυρίας εκτός των κτηματολογικών μητρώων ή η αξιολόγηση μαρτυρίας (βλ. Τεκμήρια 17 και 14 της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα). Δεν απαιτείται επομένως στην παρούσα περίπτωση η διατύπωση κρίσης επί μαρτυρίας, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Hassidoff v. Santi a.o. Πρόκειται, κατά την κρίση μου, για κατ' εξοχήν τεχνικό ζήτημα το οποίο εκ των πραγμάτων αρμόδιο να επιλύσει είναι το Κτηματολόγιο ενόψει της πραγματογνωμοσύνης που διαθέτει. Κατά συνέπεια το πολιτικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αγωγής η οποία είναι νομικά ανεδαφική. Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ 448 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αγωγή του εφεσείοντα για εγγραφή του κτήματος επ' ονόματί του μέσο της διαδικασίας διόρθωσης λάθους στα κτηματολογικά μητρώα είναι νομικά ανεδαφική. Ο συνδυασμός των άρθρων 61 και 80 του Κεφ. 224 καθιστά, όπως αποφασίστηκε στη Lambris Haralambous Papa Loizou v. Kornelia Themistokleous, 22 C.L.R. 177, τη διόρθωση λαθών στα κτηματολογικά βιβλία και σχέδια, ευθύνη των κτηματολογικών Αρχών με την επιφύλαξη ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής ελέγχεται δικαστικά βάσει και σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει το άρθρο
- Κρίνουμε ότι η θέση αυτή είναι ορθή τόσο νομολογιακά όσο και ως θέμα αρχής. Η διόρθωση λάθους συνιστά κατ' εξοχή διοικητική λειτουργία η οποία ανάγεται στην αρμοδιότητα του τμήματος το οποίο είναι υπεύθυνο για το λάθος. Άλλωστε, το Κτηματολόγιο είναι εξόχως σε θέση να διαπιστώσει λάθη σε κτηματολογικές εγγραφές και μητρώα. Πρόκειται για διοικητική λειτουργία στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Ο δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται από το άρθρο 80 διασφαλίζει στο ακέραιο το δικαίωμα του πολίτη για προσφυγή στο δικαστήριο για την προστασία των δικαιωμάτων του που θίγονται από σφάλματα των διοικητικών Αρχών.» Η Αιτήτρια επομένως, αφ' ης στιγμής δεν της έχει γνωστοποιηθεί επίσημα η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου σε σχέση με το ισχυριζόμενο λάθος, δεν μπορεί για το εν λόγω ζήτημα να καταχωρίσει αγωγή. Ο δικαστικός έλεγχος μπορεί να λάβει χώρα μόνο μέσω της διαδικασίας του άρθρου 80 του Κεφ.224 με την καταχώριση δηλαδή έφεσης εναντίον της απόφασης του Διευθυντή. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η απόφαση Hassidoff v. Santi a.o δεν θέτει ως αρχή ότι όλες οι περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται εκτεταμένη και πολύπλοκη διερεύνηση των κτηματολογικών μητρώων για τον εντοπισμό ενδεχόμενων λαθών, πρέπει να επιλύονται στα πλαίσια αγωγής και όχι με τη διαδικασία του άρθρου 61 του Κεφ.
- Η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε στα πλαίσια των δικών της ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, διπλή εγγραφή και ενδεχόμενη απόκτηση νομικών δικαιωμάτων επί της επίδικης γης λόγω μακροχρόνιας κατοχής της. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από την απόφαση Φιλίππου ν. Στυλιανού (ανωτέρω) στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η απόφαση Hassidof Abraham ν. Paul Antoine - Aristide Santi and Others
(1970)1 C.L.R. 220, ρίπτεικάποια σκιά στην αρχή που διατυπώνεται στην απόφαση PapaLoizou (ανωτέρω). Η αμφισβήτηση προκύπτει από τις παρατηρήσεις του δικαστηρίου ότι το άρθρο 61 δεν καλύπτει περίπλοκες υποθέσεις κτηματολογικών λαθών, ιδίως εκείνες που πηγάζουν από αναφορά σε γεγονότα που ανάγονται στο απώτερο παρελθόν. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν περιέχονται στο λόγο (ratio) της απόφασης ο οποίος περιορίζεται στην αρχή ότι υποθέσεις διπλής εγγραφής κτήματος εκφεύγουν των προνοιών του άρθρου 61 του Κεφ.
- Ο λόγος της Hassidof(ανωτέρω) δεν τίθεται υπό κρίση σ' αυτή την υπόθεση. Επισημαίνεται ότι στη Hassidof η έρευνα του κτηματολογίου δεν περιορίστηκε στον έλεγχο των κτηματολογικών στοιχείων αλλά επεκτάθηκε στη διερεύνηση και αξιολόγηση μαρτυρίας, και μάλιστα απαράδεκτης (inadmissible) κατά το δίκαιο της αποδείξεως, πέραν και έξω από τα όρια των αρμοδιοτήτων που παρέχει το άρθρο
- Όπως και στην περίπτωση επίλυσης συνοριακών διαφορών [Ibrahim (ανωτέρω)], που καλύπτεται από το άρθρο 58, έτσι και στην περίπτωση του άρθρου 61 η φύση της διαφοράς που υπόκειται σε αρμοδιότητα του διευθυντή του Κτηματολογίου, και μπορεί να επιλυθεί από το διευθυντή, περιορίζεται σε κτηματολογικά θέματα της αρμοδιότητας του που η πραγματοσύνη του τμήματος και τα μέσα και στοιχεία στη διάθεση τους καθιστούν τις κτηματολογικές αρχές το φυσιολογικό φορέα επίλυσής τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην υπόθεση Hassidof δεν έγινε αναφορά από τους δικηγόρους στην υπόθεση Papa Loizou, ούτε το δικαστήριο πραγματεύεται το λόγο ή τις επιπτώσεις της. Είμαστε της γνώμης ότι η απόφαση του Εφετείου στην Papa Loizou ερμηνεύει σωστά τις διατάξεις των άρθρων 61 και 80 του Κεφ. 224, διαπίστωση που καθιστά τη διόρθωση λαθών στα κτηματολογικά μητρώα πρωτογενή ευθύνη του διευθυντή του Κτηματολογίου.» Τέλος, δεν μου διαφεύγει ότι η Αιτήτρια με την αγωγή της προβάλλει τη θέση ότι συντελείται παράνομη επέμβαση επί του τεμαχίου
- Η εν λόγω θέση ωστόσο και η αξίωση για άρση της παράνομης επέμβασης δεν συνάδει με το επίσημο κτηματικό σχέδιο και πιστοποιητικά ακίνητης ιδιοκτησίας σύμφωνα με τα οποία η επίδικη έκταση γης ανήκει στους Καθ' ων η αίτηση. Είναι άλλωστε, κατά την άποψη μου, αντιφατικό από την μία να ζητείται διάταγμα για άρση της επέμβασης και από την άλλη δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του επίσημου κτηματικού σχεδίου. Εν προκειμένω ο ισχυρισμός περί παράνομης επέμβασης προϋποθέτει τη διόρθωση των στοιχείων που καταγράφονται στα κτηματολογικά μητρώα και αποτελεί επομένως παρεπόμενη θεραπεία η οποία εξαρτάται από τη διαπίστωση ύπαρξης λάθους. Η διαδικασία ωστόσο διόρθωσης λάθους, όπως ήδη αναφέρθηκε, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω του άρθρου 61 του Κεφ.
- Ενόψει της κατάληξης περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής περιττεύει η εξέταση των λόγων ένστασης που εγείρουν οι Καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο οφείλει στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης να προχωρήσει στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Thermofast Limited
(2005)1A A.A.Δ 567 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έκδοση διατάγματος τροποποίησης χωρίς το Δικαστήριο να κέκτηται καθ' ύλην αρμοδιότητας: «Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, μπορεί να εγερθεί και με πρωτοβουλία του ιδίου του Δικαστηρίου και θεωρώ πως η ακύρωση ενός διατάγματος δικαστηρίου που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία είναι ζήτημα υποχρεώσεως που επιβάλλει η δικαιοσύνη και επομένως το ζήτημα αυτό δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων ούτε στην καθυστέρηση ή τη συμπεριφορά οποιουδήποτε διάδικου.» Είναι φανερό ότι όσα λέχθηκαν πιο πάνω δεν περιορίζονται μόνο στην έκδοση διατάγματος τροποποίησης, αλλά αφορούν όλες τις περιπτώσεις έκδοσης διατάγματος χωρίς δικαιοδοσία. Υπό το φως των πιο πάνω το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10.01.17 ακυρώνεται και η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Aναφορά: Προσωρινό διάταγμα-έλλειψη δικαιοδοσίας-διόρθωση λάθους α.61 Κεφ.224) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο