GOLDEN LAND DEVELOPERS LIMITED ν. ΠΕΤΡΟ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Αρ. Aγωγής: 2890/09, 28/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 2890/09 Μεταξύ: GOLDEN LAND DEVELOPERS LIMITED Ενάγουσας και ΠΕΤΡΟ ΙΩΑΝΝΙΔΗ Εναγομένου και ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Τριτοδιαδίκου -------------------------- Ημερομηνία: 28.6.2017 Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Καλλής για Καλλής και Καλλής ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC Για τον Τριτοδιάδικο: κ. Κ. Καλλής για Καλλής Και Καλλής ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο μέτοχος κατά 50% και διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος. Κάτοχος του υπόλοιπου 50% των μετοχών ήταν ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος επίσης κατείχε τη θέση του διευθυντή. Αμφότεροι ήσαν μέτοχοι και διευθυντές για εφτά συνεχή χρόνια, πριν την 8.2.2008. Η αξίωση της Ενάγουσας, όπως το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα διαλαμβάνει, προσδιορίζεται σε: (α) Ποσό €256.240,22, πλέον τόκο προς 9% ετησίως αρχόμενος από την 12.3.2008 ως ποσό αχρεωστήτως καταβληθέν και/ή ως ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε ο Εναγόμενος και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (β) Ποσό €458.538,15 οφειλόμενο δυνάμει δανείου. Το πρώτο ποσό όπως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, προέκυψε ως εξής: Η Ενάγουσα στις 12.2.2008 κατέβαλε ως μέρισμα στον Εναγόμενο ποσό €1.708601,44. Εκ παραδρομής και/ή λάθους δεν κατακράτησε το 15% του ανωτέρω ποσού ως έκτακτη εισφορά για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως προνοείται από το άρθρο 4 του Νόμου 117
(1)/2002, το οποίο όφειλε να καταβάλει στο κράτος η Ενάγουσα, ενώ υπόχρεος σε καταβολή του είναι ο δικαιούχος του μερίσματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώ κατέθετε ο κ. Δ. Ευσταθίου (Μ.Ε.2), λειτουργός του Φόρου Εισοδήματος, μετά την αναφορά του ότι «Για το έτος 2008 κατά το οποίο είχε δοθεί το ποσό του πραγματικού μερίσματος περί το 1 εκατομμύριο 700 χιλιάδες ευρώ, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε επιβολή φορολογία άμυνας για το ποσό τούτο. Όμως έχουμε εκδώσει φορολογία άμυνας για τη λογιζόμενη διανομή μερίσματος του ιδίου έτους και γι΄ αυτό δεν υπάρχει οφειλή στο σύστημα να φαίνεται ως εκκρεμούσα για το ποσό τούτο», o συνήγορος της Ενάγουσας δήλωσε πως ενόψει της απάντησης του μάρτυρα, αποσύρει και απέσυρε την σχετική αξίωση. Η σχετική με τη δεύτερη και εναπομείνασα αξίωση της Ενάγουσας παράγραφος 10, περιγράφει ως εξής τα γεγονότα:
- Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος της οφείλει το ποσό των €458.538,15 δυνάμει δανείου το οποίο έλαβε κατά τη διάρκεια της παραμονής του ως διευθυντής της. η ενάγουσα περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι το πιο πάνω χρέος έχει αναγνωρισθεί από τον Εναγόμενο αφού ο τελευταίος υπέγραφε τις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Η ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε λεπτομέρειες σε σχέση με τους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας.» Ο Εναγόμενος αρνείται την οποιαδήποτε οφειλή και απαντά με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης του: «
- Ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της παρ. 10 της έκθεσης απαίτησης. Σε καμία περίπτωση χρωστά στην ενάγουσα εταιρεία τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. Ο εναγόμενος και Αναξαγόρας Γεωργίου που ήταν οι μοναδικοί μέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας, εισέπραξαν τα ίδια ακριβώς ποσά τα οποία φαίνονται στα βιβλία (της εταιρείας) υπό μορφή δανείων και/ή οφειλών και/ή άλλως από την εταιρεία. Όταν η εταιρεία εκτιμήθηκε τα δάνεια και/ή οφειλές δεν λήφθηκαν υπόψη ως περιουσιακό στοιχείο. Θα διαγράφοντο σε περίπτωση πώλησης, είτε σε τρίτο πρόσωπο, είτε σε ένα εκ των μετόχων. Ο εναγόμενος επαναλαμβάνω συμφώνησε να λάβει το καθαρό ποσό των Λ.Κ.£3.100.000 (€5.296.664,40). Όλα αυτά τα ποσά και οι φόροι λήφθηκαν υπ΄ όψιν και αποφασίστηκε το καθαρό κατ΄ αποκοπή ποσό των £3.100.000 (€5.296.664,40).» Ήταν η θέση του Εναγόμενου πως συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και του Αναξαγόρα Γεωργίου να λάβει «καθαρό» το ποσό πώλησης των μετοχών ύψους €5.296.664,40 (Λ.Κ.3.100.000) και σε ουδεμία περίπτωση τέθηκε θέμα φόρων, δανείων ή αποκοπών. Με διαδικασία προσεπίκλησης, φέρει ως Τριτοδιάδικο τον Αναξαγόρα Γεωργίου, εναντίον του οποίου αξιώνει κάλυψη και/ή αποζημίωση σε περίπτωση που καταδικασθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα. Προτού καταγραφεί η δοθείσα μαρτυρία πρέπει να σημειωθεί πως οι συνήγοροι στις 13 Μαίου 2013 έχουν προβεί στις πιο κάτω δηλώσεις και/ή παραδεκτά γεγονότα: «
- Γίνεται παραδεκτή η συμφωνία ημερ. 12.2.2008 η οποία υπεγράφη μεταξύ του κ. Πέτρου Ιωαννίδη και του κ. Αναξαγόρα Γεωργίου και η οποία γίνεται pleaded στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και είναι παραδεκτή και από την Έκθεση Υπεράσπισης.
- Επίσης γίνεται παραδεκτό ότι ο εναγόμενος, Πέτρος Ιωαννίδης, έλαβε από την ενάγουσα εταιρεία το ποσό των €458.538,15 ως δάνειο, την ύπαρξη του οποίου παραδέχεται ως αυτό διαλαμβάνεται στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας. Αμφισβήτηση υπάρχει για την υποχρέωση αποπληρωμής ή την υποχρέωση απόδοσης εκείνου του ποσού από τον εναγόμενο, δεδομένων των συμφωνιών οι οποίες έχουν γίνει μεταξύ εναγομένου και τριτοδιαδίκου ημερ. 12.2.2008 το οποίο παραμένει θέμα προς εξέταση.
- Δηλώνεται επίσης και γίνεται παραδεκτό ότι ο τριτοδιάδικος έχει λάβει ως δάνειο από την ενάγουσα εταιρεία το ποσό των €462.147,00.» Η συμφωνία της οποίας έγινε μνεία στις από κοινού δηλώσεις και την οποία αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται στις έγγραφες προτάσεις τους, κατατέθηκε εκ συμφώνου πριν την κατάθεση του Μ.Κ.1, ως Τεκμήριο
- Δεδομένου πως ο μόνος μάρτυρας της Ενάγουσας επί των γεγονότων της υπόθεσης ήταν ο μέτοχος και διευθυντής αυτής Αναξαγόρας Γεωργίου, ο οποίος είναι ο Τριτοδιάδικος, καθορίσθηκε όπως η μαρτυρία του δοθεί σε μια κατάθεση, ώστε να μην επανέρχεται στο εδώλιο του μάρτυρα ως Τριτοδιάδικος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ανωτέρω Μ.Ε.1, η κυρίως εξέταση του οποίου δόθηκε με γραπτή δήλωση, τα γεγονότα σκιαγραφούνται ως κάτωθι: Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2008 ο ίδιος και ο Εναγόμενος Πέτρος Ιωαννίδης ήσαν μέτοχοι κατά 50% έκαστος στην Ενάγουσα. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 12.2.2008 (Τεκμήριο 1) συμφωνήθηκαν μεταξύ τους τα ακόλουθα: (α) Όπως ο Πέτρος Ιωαννίδης πωλήσει στον Μ.Ε.1 το 50% των μετοχών του ήτοι 2500 μετοχές. (β) Συμφώνησαν όπως η Εταιρεία καταβάλει μέρισμα ύψους €3.417.202,90 (Λ.Κ.2εκ.) στους μετόχους της και προς τον σκοπό αυτό όπως συνάψει δάνειο για την πληρωμή του μερίσματος αυτού, που προέκυπτε για το έτος
- (γ) Το τίμημα πώλησης των μετοχών του Πέτρου Ιωαννίδη συμφωνήθηκε στο ποσό των €3.588.063 (Λ.Κ.2.100.000). Ήταν η θέση του μάρτυρα πως η γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 1) αποτελούσε ολόκληρη και τη μόνη συμφωνία του με τον Εναγόμενο. Ουδέποτε συμφωνήθηκε η απαλλαγή του Πέτρου Ιωαννίδη από οποιαδήποτε ευθύνη του προς την Εταιρεία ή την απαλλαγή του από την καταβολή φόρων. Ούτε έγινε οποιοδήποτε πρακτικό των διευθυντών της Εταιρείας που να τον απαλλάσσει από το χρέος του. Ο λόγος ήταν γιατί η Εταιρεία δεν ήταν μέρος της συμφωνίας σαν συμβαλλόμενη. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως ουδέποτε συμφώνησε είτε γραπτά είτε προφορικά ότι θα αναλάμβανε να καλύψει τον Πέτρο Ιωαννίδη με σκοπό να λάβει καθαρό το ποσό των €5.296.664 (Λ.Κ.3.100.000). Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε λήφθηκε υπόψη η υποχρέωση καταβολής του φόρου έκτακτης εισφοράς για την άμυνα ούτε εγνώριζε ότι θα έπρεπε να πληρωθεί φόρος από την εταιρεία αφού θα τον παρακρατούσε πρώτα από τους μετόχους. Η εντύπωση που είχαν ήταν πως υπόλογος για τους φόρους ήταν ο μέτοχος που λάμβανε το μέρισμα. Κατά την ετοιμασία των λογαριασμών της εταιρείας για το έτος 2008, όταν έθεσαν υπόψη τη συμφωνία στον τότε ελεγκτή τους Γιαννάκη Λαζάρου, τους ανέφερε ότι η εταιρεία βάσει του Νόμου θα έπρεπε να παρακρατήσει από το ποσό του μερίσματος που είχε διανείμει, ποσοστό 15% ήτοι συνολικό ποσό €256.290,22 ως έκτακτη εισφορά για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρουσίασε δε στο Δικαστήριο Τεκμήρια 2 και 3 απόδειξη είσπραξης φόρων για ποσό Λ.Κ.170.598 αναφορικά με την πληρωμή έκτακτης εισφοράς για την άμυνα επί λογιζόμενων μερισμάτων για το έτος 2007 και αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού της εταιρείας από το σύστημα πληροφοριών του Τμήματος Φορολογίας που παρουσιάζεται να οφείλει φόρους ύψους €140.979,23 και €4.595,90 επί λογιζόμενων μερισμάτων. Ουσιαστικά ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τα ανωτέρω τεκμήρια για να αποδείξει ότι η εταιρεία έχει καταβάλει το φόρο που αναλογούσε στο μέρισμα που έλαβε ο Εναγόμενος. Για το θέμα τούτο, ο Μ.Ε.2 Δ. Ευσταθίου δήλωσε πως για το έτος 2008 κατά το οποίο δόθηκε το ποσό του πραγματικού μερίσματος τα €17.000.000, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε επιβολή φορολογίας άμυνας δια το ποσό τούτο. Όμως, συνέχισε ο μάρτυρας, έχουν εκδώσει φορολογία άμυνας για τη λογιζόμενη διανομή μερίσματος του ιδίου έτους και γι΄ αυτό δεν υπάρχει οφειλή στο σύστημα η οποία να φαίνεται ως εκκρεμούσα για το ποσό τούτο. Τα ανωτέρω καταγράφονται, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί πλέον επίδικο θέμα, ο φόρος έκτακτης εισφοράς για την άμυνα, για να διαφανεί ή όχι η προτεινόμενη από το συνήγορο του Εναγόμενου αναξιοπιστία του Μ.Ε.
- Όντως ο Μ.Ε.1 πρόσφερε στο Δικαστήριο μαρτυρία και τεκμήρια επί λογιζόμενων μερισμάτων για το έτος 2007, ενώ επιζητείται φόρος για το έτος
- Με προφανή σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για την οφειλή της εταιρείας αλλά και την καταβολή από εκείνη, συγκεκριμένου ποσού. Κρίνεται πως η συγκεκριμένη μαρτυρία και ενέργεια του Μ.Ε.1, δεν τον καθιστά από μόνη της αναξιόπιστο. Ο Μ.Ε.2 δεν είπε ότι δεν οφείλεται οποιοσδήποτε φόρος επί του ποσού του μερίσματος. Εκείνο που εδήλωσε είναι πως δεν έγινε ακόμη "assessment". Εξ΄ ου και η απόσυρση, σ΄ εκείνο το στάδιο, του συγκεκριμένου ποσού. Κύρια υπεράσπιση και θέση του Εναγόμενου όπως τέθηκε με την Έκθεση Υπεράσπισης και τη μαρτυρία του είναι πως οποιοδήποτε ποσό έλαβε, αποτελούσε καθαρόν προϊόν πώλησης των μετοχών. Στο οποίο δεν περιλαμβάνονται ούτε φόρος αλλά ούτε και δάνειο. Λέχθηκε από το μάρτυρα πως αρχικά εκφράσθηκε ενδιαφέρον αγοράς της εταιρείας από την Aristo Developers Ltd η οποία πρόσφερε ποσό £6.500.000, εκ του οποίου ποσό Λ.Κ.300.000 θα διδόταν για προμήθειες. Όταν ο άλλος μέτοχος ο Αναξαγόρας Γεωργίου, θέλησε να αγοράσει τις μετοχές του προτίμησε να τις πωλήσει σ΄ εκείνον. Το ποσό συμφωνήθηκε στις £6.200.000 αφού πλέον δεν θα υπήρχε μεσάζων. Προς ενίσχυση της θέσης αυτής, κλήθηκε στο εδώλιο η δικηγόρος κα Π. Αθηνοδώρου-Μάντη, στο γραφείο της οποίας ετοιμάσθηκε και υπογράφηκε το Τεκμήριο
- Ως εκ της θέσης της γνώριζε Εναγόμενο και Τριτοδιάδικο και δήλωσε πως υπήρχε φιλική σχέση μεταξύ της και αμφοτέρων των διαδίκων. Ήταν η θέση της πως το ρηθέν ποσό θα καταβαλλόταν καθαρό προς τον Εναγόμενο και τα οποιαδήποτε δάνεια και οφειλές θα καλύπτονταν από τον Α. Γεωργίου. Δέχθηκε βέβαια αντεξεταζόμενη πως αναφορές περί χρεών των μετόχων προς την εταιρεία δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία Τεκμήριο
- Ο συνήγορος της Ενάγουσας (και του Τριτοδιαδίκου) επισημαίνοντας την ύπαρξη των παραδεκτών γεγονότων και την παραδοχή του δανείου, υποδεικνύει πως ουσιαστικά αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας. Δεν επιτρέπεται, αναφέρει, να δοθεί οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ή να δοθεί μαρτυρία περί συμφωνίας διαγραφής του χρέους αφού κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Ασχολήθηκε δε με έκταση και παραπομπή σε νομολογία στο θέμα της ερμηνείας συμφωνιών. Η αντίθετη άποψη του συνηγόρου του Εναγόμενου, είναι πως πρέπει να προσδοθεί εξυπακουόμενος όρος σε αυτή, ότι τα μέρη συμφώνησαν στη διαγραφή των δανείων. Αυτός ο όρος αναδεικνύεται μέσα από την όλη συμπεριφορά των μερών αλλά και την κοινή λογική. Δεν είναι λογικό, εισηγείται, να πωλεί κάποιος τις μετοχές του, π.χ. σε κάποιον τρίτο και να εξακολουθεί να οφείλει δάνεια προς την εταιρεία. Η ερμηνεία μιας σύμβασης, ως μέσο εξακρίβωσης της πρόθεσης των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση του κειμένου της (Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου v. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630). Η συνήθης προσέγγιση εκτίθεται με σαφήνεια στην υπόθεση Ανόρθωσις v. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης ερμηνεία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών.» Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Η ρηθείσα συμφωνία Τεκμήριο 1 ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου. Όχι τις σχέσεις μεταξύ Εναγόμενου και Ενάγουσας αφού η τελευταία δεν αποτελεί μέρος αυτής. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι από κοινού δηλώσεις των συνηγόρων. Έχει νομολογηθεί πως μπορεί να επιτευχθεί περιορισμός των επιδίκων θεμάτων με κοινή δήλωση των διαδίκων. Αυτές είναι δεσμευτικές και δεν παρέχεται στο Δικαστήριο δυνατότητα να εκφύγει από τα όσα σαφώς συνομολόγησαν οι διάδικοι (Chr. Petrides Tradelinks Ltd v. Παντελής Κυριάκου και Υιοί Λτδ
(1006)1 Α.Α.Δ. 441). Εκτενής ανάλυση του θέματος τούτου παρέχεται με την απόφαση στην υπόθεση Χ. Χρίστου v. Ευγενίας Khoreva
(2001)1 A.A.Δ. 1874, όπου μεταξύ άλλων λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών. Όπως υποδεικνύεται στον Phipson on Evidence, 10 εκ., παραγ. 16, στις πολιτικές υποθέσεις οι κανόνες απόδειξης μπορούν να χαλαρωθούν με τη συμφωνία των μερών. Έτσι τα μέρη μπορούν να προβούν σε παραδοχές με σκοπό την απαλλαγή από την τυπική απόδειξη κατά τη δίκη: ("In civil cases . the rules of evidence may be relaxed by consent . of parties. Thus the parties may agree to make admissions for the purpose of dispensing with formal proof at the trial"). Οι παραδοχές με σκοπό την απαλλαγή από την τυπική απόδειξη μπορούν να γίνουν κυρίως μέσω των δικογράφων ή μέσω συμφωνίας πριν ή κατά τη δίκη, των διαδίκων ή των αντιπροσώπων τους (Phipson, πιο πάνω, παραγ. 42-43: "Admissions for the purpose of dispensing with proof at the trial may be made by the pleadings or default thereof or . by agreement, or otherwise, before or at the trial by the parties or their agents").» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 3
(1)το θέμα τίθεται ως εξής: "
- Statements of counsel. Admissions made by counsel in court in the presence of the lay client or his solicitor or other representative must be taken to have been made with the authority of the client, and are binding on the client unless and until withdrawn. Such an admission may subsequently be withdrawn by the client, however, unless the other party has acted to his detriment on the faith of it, so that the circumstances give rise to an estoppel." Σε μετάφραση: «Δηλώσεις από δικηγόρους. Παραδοχές που γίνονται από δικηγόρους στο δικαστήριο στην παρουσία του πελάτη ή του solicitor του ή άλλου αντιπροσώπου πρέπει να εκλαμβάνονται ότι έγιναν με την εξουσιοδότηση του πελάτη και δεσμεύουν τον πελάτη μέχρις ότου αποσυρθούν. Ωστόσο τέτοια παραδοχή μπορεί μεταγενέστερα να αποσυρθεί από τον πελάτη εκτός αν ο άλλος διάδικος έχει ενεργήσει προς βλάβη του με βάση την παραδοχή έτσι ώστε οι περιστάσεις να εγείρουν κώλυμα.» Κατά την ακροαματική διαδικασία και στο στάδιο κατά το οποίο έκλεισε η υπόθεση για την Ενάγουσα, ο συνήγορος του εναγόμενου εξέφρασε επιθυμία να αποσύρει τη δήλωση αρ.
- Όταν ρωτήθηκε από το Δικαστήριο για το λόγο της θέσης του αυτής, απάντησε «Είναι επειδή θεωρούμε ότι δεν υπάρχει ας πούμε αυτό το στοιχείο.» Προβλήθηκε ένσταση από την αντίδικη πλευρά με έρεισμα κυρίως το γεγονός πως ο μάρτυρας της Ενάγουσας και ο Τριτοδιάδικος έχει συμπληρώσει τη μαρτυρία του και ότι στήριξαν την υπόθεση τους σε εκείνη την παραδοχή. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την απόσυρση της δήλωσης για τους λόγους που ανέπτυξε και φαίνονται στο σχετικό πρακτικό. Είναι γνωστή η αρχή ότι «παραδοχή από δικηγόρο στη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να αποσυρθεί εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που εγείρουν κώλυμα. Αν ο άλλος διάδικος έχει ενεργήσει προς βλάβη του με βάση την παραδοχή δεν θα επιτραπεί η απόσυρση της (Clifton the Ship) 1835 3 Knapp. 375) ." (Χρίστου v. Choreva (ανωτέρω)). Υπενθυμίζεται πως η επιθυμία για απόσυρση έγινε όταν ήδη ολοκληρώθηκε η υπόθεση για την Ενάγουσα, της οποίας μάρτυρας των επίδικων γεγονότων ήταν ο Τριτοδιάδικος. Περαιτέρω, η παράγραφος 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης η συναφής με το θέμα του δανείου αναφέρει: «.Ο Εναγόμενος και Αναξαγόρας Γεωργίου που ήσαν οι μοναδικοί μέτοχοι της Ενάγουσας εταιρείας εισέπραξαν τα ίδια ακριβώς ποσά τα οποία φαίνονται στα βιβλία της εταιρείας υπό μορφή δανείων και/ή οφειλών και/ή άλλως από την εταιρεία.» Παρά το γεγονός της έκφρασης επιθυμίας απόσυρσης της δήλωσης αυτής, εντούτοις, ο συνήγορος του Εναγόμενου την επικαλέστηκε στην αγόρευση του για να υποδείξει πως η Ενάγουσα η οποία έχει το βάρος απόδειξης, έπρεπε να παρουσιάσει τους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας για να διαφανεί αν το ληφθέν ποσό ήταν ή όχι δάνειο. Ανέφερε συγκεκριμένα: «
- Έγινε παραδεκτή η συμφωνία 12/2/2008,
- Έγινε παραδεκτό ότι ο εναγόμενος έλαβε από την εταιρεία το ποσό των €458.538,15 την ύπαρξη του οποίου παραδέχεται ότι υπάρχει ως καταγράφεται στα λογιστικά της εταιρείας.» Όμως: Παραλείπει ο συνήγορος τη φράση «ως δάνειο». Στο ανωτέρω παραδεκτό γεγονός αλλά και στην Έκθεση Υπεράσπισης το ληφθέν ποσόν προσδιορίζεται και χαρακτηρίζεται δάνειο. Το δάνειο, η σύμβαση δανείου εμπεριέχει ως εκ της φύσεως της συμφωνίας υποχρέωση επιστροφής του ποσού. Όμως! Η εκ συμφώνου δήλωση δεν ήταν οριστική της υποχρέωσης αυτής. Η δήλωση όπως έγινε, δεν εξυπάκουε την υποχρέωση αυτή. Αντίθετα. Αμφότερα τα μέρη, οι συνήγοροι, αποδέχθηκαν πως υπάρχει αμφισβήτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ή της υποχρέωσης απόδοσης εκείνου του ποσού από τον Εναγόμενο, δεδομένων των συμφωνιών που έγιναν μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου, ημερ. 12.2.
- Θέμα που παραμένει προς εξέταση και που εξαρτάται από την αξιοπιστία των δύο εμπλεκομένων. Του Μ.Ε.1 και του Εναγόμενου. Ανεξάρτητα με τη συμφωνία ημερ. 12.2.2008 η οποία διαλαμβάνει τα συμφωνηθέντα για την πώληση των μετοχών από τον Εναγόμενο προς τον Τριτοδιάδικο, (Αναξαγόρα Γεωργίου), το κείμενο της οποίας είναι σαφές, υπάρχει η σχέση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου με την πρώτη να εκπροσωπείται από το Μ.Ε.1 Αναξαγόρα Γεωργίου. Υπενθυμίζεται η αρχή πως η εταιρεία ως νομική οντότητα, δρα και εκπροσωπείται από τους διευθυντές αυτής, οι οποίοι αποτελούν τον ιθύνοντα νου και τα μέλη της, μέσω των οποίων ενεργεί και σκέφτεται. Από τη δοθείσα για το θέμα του δανείου μαρτυρία, προτιμώ εκείνη του Εναγόμενου. Ο Μ.Ε.1 βασίσθηκε περισσότερο στα διαλαμβανόμενα στο Τεκμήριο 1, για να επιμένει πως το ποσό των €458.538,15 το δάνειο, εξακολουθεί να οφείλεται από τον καθένα από αυτούς και ότι ως τέτοιο παρουσιάζεται στα βιβλία της εταιρείας. Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί πως ο μάρτυρας που κάλεσε η Ενάγουσα, (στη μαρτυρία του οποίου βασίσθηκε για να αποσύρει την αξίωση παρ. 12.1), M.E.2, λειτουργός του Φόρου Εισοδήματος, δήλωσε πως για τα επίδικα έτη, για το 2008, με βάση πάντοτε τη δήλωση της εταιρείας, εκεί που πρέπει να δηλώσουν για τα υπόλοιπα των διευθυντών είτε χρεωστικό είτε πιστωτικό, παρουσιάζεται κενό. Δηλαδή εξυπακούεται πως είναι μηδέν. Η συμφωνία Τεκμήριο 1 αφορά τις σχέσεις μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου. Οι τυχόν ευθύνες και υποχρεώσεις δυνάμει αυτής θα εξετασθούν στην περίπτωση κατά την οποία ο Εναγόμενος κριθεί υπόλογος έναντι της Ενάγουσας. Η αντεξέταση του κ. Καλλή προς τον Εναγόμενο και η εισήγηση του ότι αυτός αποδέχτηκε ότι η εκτίμηση και αξία της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.6.200.000, δεν ευσταθεί. Ο Εναγόμενος επέμενε πως η εκτίμηση καθόριζε την αξία της εταιρείας στο ποσό των Λ.Κ.7.200.000 (δέστε σχετικά Τεκμήριο 6). Εκείνο που τόνιζε είναι πως η προσφορά της Aristo ήταν για Λ.Κ.6.500.000 και θα πλήρωνε Λ.Κ.6.200.000 αφού αφαιρούσε ποσό Λ.Κ.300.000 για προμήθειες. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Μ.Ε.1 πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για το ενδιαφέρον που επέδειξε η Aristo ούτε γνώριζε για την εκτίμηση που έγινε. Η Μ.Υ.2, ανέφερε και δεν αντεξετάσθηκε επί τούτου, πως «ο Αρίστο ενδιαφέρθηκε να αγοράσει την εταιρεία για 6,5 εκατομμύρια αλλά ο κ. Αναξαγόρας δεν δέχετουν να πουληθεί σε τρίτο άτομο.» Δεν συνάδει με την όλη μαρτυρία του τη θέση του ως διευθυντή και του μετόχου κατά το ήμισυ, πως δεν είχε γνώση των προσπαθειών πώλησης των μετοχών. Διαφάνηκε από τη μαρτυρία του πως επρόκειτο για άτομο που είχε ενεργό συμμετοχή και ενδιαφέρον στα της εταιρείας. Η θέση του Εναγόμενου περί μη υποχρέωσης πληρωμής του ποσού που έλαβε, ισχυροποιείται τόσον από την αναφορά του Μ.Ε.2 και την κατάσταση της έκθεσης που η ίδια η Ενάγουσα παρουσίασε στα γραφεία του Φόρου αλλά κυρίως και από την αοριστία και ασάφεια που επικρατεί γύρω από το δάνειο. Δηλαδή. Η μοναδική παράγραφος της Έκθεσης Απαίτησης (παράγραφος 10) αναφέρει μόνον τη λήψη του ποσού χωρίς να προσδιορίζει τον χρόνο αυτόν. Κυρίως όμως χωρίς καμία αναφορά για το χρόνο ή τον τρόπο αποπληρωμής του. Εάν υπήρχε υποχρέωση εξόφλησης του θα προσδιοριζόταν ο χρόνος και θα γινόταν όχληση προς τούτο. Τούτη η κατάσταση της αοριστίας συνάδει με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Ότι κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του ως μετόχου και διευθυντή της Ενάγουσας, που περιλαμβάνει χρονική περίοδο επτά ετών, αμφότεροι οι μέτοχοι ελάμβαναν ισόποσα ποσά. (Τούτο αναδεικνύεται και από τα παραδεκτά γεγονότα. ο Εναγόμενος έλαβε ποσό €458.538,
- Ο Τριτοδιάδικος έλαβε ποσό €462.147,
- Η παρουσιαζόμενη διαφορά στο ύψος των δύο ποσών είναι μικρή σε βαθμό που να θεωρούνται ίσα.) Ενημέρωναν το λογιστή περί τούτου ο οποίος προφανώς τα καταχωρούσε στα βιβλία της εταιρείας, ως δάνεια. Τέτοιες όμως αναφορές δεν εγίνοντο προς το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος. Είναι δε αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου πως όταν εκτιμήθηκε η εταιρεία και έδωσαν τα περιουσιακά στοιχεία στο λογιστή, σε αυτά δεν περιλαμβάνονταν τα δικά τους δάνεια, δηλαδή τα χρήματα που ελάμβαναν από την εταιρεία. Συνεπώς κρίνεται πως ο Εναγόμενος δεν υπέχει υποχρέωση αποπληρωμής ή επιστροφής του ποσού εκείνου και συνακόλουθα η σχετική αξίωση 12.2 της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, δεν μπορεί να υπάρξει απαίτηση εναντίον του Τριτοδιαδίκου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί λανθασμένο το ανωτέρω εύρημα κρίνεται πως δεν μπορεί να αποδειχθεί με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 1 που διέπει τις σχέσεις Εναγομένου-Τριτοδιαδίκου, οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του. Έχοντας εκθέσει ανωτέρω τις αρχές ερμηνείας της σύμβασης, καθίσταται σαφές ότι δεν χρήζει καμίας ερμηνείας. Το νόημα και το γράμμα της είναι ξεκάθαρο. Ο Τριτοδιάδικος ανέλαβε τις εγγυήσεις και υποχρεώσεις του Εναγόμενου που είχε δώσει προς όφελος της εταιρείας προς τρίτους, όχι χρέη δικά τους προς την εταιρεία. Συνακόλουθα. Η Απαίτηση όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12.2 απορρίπτεται. Η απαίτηση παράγραφος 12.1 απορρίπτεται με δικαίωμα καταχώρισης νέας αγωγής αναφορικά με το συγκεκριμένο ποσό και θέμα. Προϋπόθεση για τέτοια καταχώριση θα είναι η πληρωμή των εξόδων του Εναγόμενου από την Ενάγουσα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Απαίτηση του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιαδίκου απορρίπτεται. Δεν επιδικάζονται έξοδα ενόψει της κοινής εκδίκασης της με την υπόθεση της Ενάγουσας, με εξαίρεση τα έξοδα για ανταλλαγή και καταχώρηση δικογράφων αναφορικά με τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (πώληση μετοχών, μέρισμα, δάνειο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο