← Κύπρος

Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ν. Lee Stephens Riches, Αρ. Αγωγής: 137/2011, 29/6/2017

Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ν. Lee Stephens Riches, Αρ. Αγωγής: 137/2011, 29/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 137/2011 Μεταξύ: Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και Lee Stephens Riches, από την Πάφο Εναγομένου και R.J.O. Investments Ltd (H.E. 184603), από την Πάφο Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 29.06.17 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο: κα Μ. Φιλίππου για κ.κ. L.G. Zambartas LLC (η κα Εύα Θεμιστοκλέους για ν' ακούσει απόφαση) Για Τριτοδιάδικο: κος Γ. Δημητριάδης για κ.κ. Α. Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Α. Ανθίμου για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου το ποσό των €78.450 πλέον τόκο που αυτή έχει πληρώσει στην οδηγό μοτοποδηλάτου που τραυματίστηκε σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβηκε στις 02.06.09 και ώρα 02:40 περίπου στη λεωφόρο Χλώρακας της επαρχίας Πάφου, κατόπιν σύγκρουσης του οχήματος της με το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 που οδηγούσε ο Εναγόμενος χωρίς αυτό να διαθέτει σε ισχύ ασφαλιστήριο. Βασικός ισχυρισμός του Εναγομένου ήταν ότι το όχημα που οδηγούσε τη στιγμή του δυστυχήματος ανήκε στην εταιρεία R.J.O. Investments Ltd, στην οποία αυτός εργαζόταν με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει και/ή να μην μπορούσε να γνωρίζει ότι το εν λόγω όχημα δεν είχε ασφαλιστήριο σε ισχύ. Η εν λόγω θέση του Εναγομένου οδήγησε στην ενεργοποίηση διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Στην πορεία η απαίτηση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου διευθετήθηκε. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €78.450 πλέον τόκο προς 4% ετησίως επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία έκδοσης (ήτοι από 02.02.16) μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η εκτέλεση της απόφασης αυτής εκ συμφώνου αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης μεταξύ του Εναγομένου και της εταιρείας R.J.O. Investments Ltd ως τριτοδιαδίκου (στο εξής ο 'τριτοδιάδικος'). Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί του Εναγομένου και του Τριτοδιαδίκου: Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Εναγομένου καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης του προς τον Τριτοδιάδικο και αποτελεί τη βασική του θέση. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Τριτοδιάδικος ευθύνεται για την πληρωμή του ποσού που προέκυψε επειδή αμέλησε και κατ' επέκταση παρέλειψε να προβεί σε ανανέωση του ασφαλιστηρίου του εν λόγω οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 που ο Εναγόμενος οδηγούσε τη στιγμή του δυστυχήματος και που το είχαν δώσει στα πλαίσια της εργοδότησης του στην υπηρεσία της τριτοδιάδικης εταιρείας. Επιρρίπτοντας ευθύνη στον Τριτοδιάδικο ότι επέδειξε αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια ο Εναγόμενος αξιώνει από την εν λόγω εταιρεία αποζημίωση και/ή συνεισφορά επί του ποσού των €78.450 πλέον τόκους και έξοδα που καλείται να καταβάλει στην Ενάγουσα. Αντίθετη όμως είναι η θέση του Τριτοδιαδίκου μέσα από την υπεράσπιση της, η οποία ισχυρίζεται ότι το όχημα που ο Εναγόμενος οδηγούσε τη στιγμή του δυστυχήματος δεν της ανήκε και δεν χρησιμοποιείτο για σκοπούς εργασίας της. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της εκδοχής του ο Εναγόμενος παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος. Ο δε Τριτοδιάδικος επέλεξε να μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν έγγραφα ως Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5Α, 5Β, 5Γ, 6 και 7. Επιπλέον τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:

(1)Ο Τριτοδιάδικος είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής Η.Ε. 184603.
(2)Στις 12.04.11 ο διευθυντής της τριτοδιάδικης εταιρείας ήταν ο Anthony William Kay, η γραμματέας ήταν η Denise Caroline Whiston ενώ μέτοχοι στην εν λόγω εταιρεία ήταν ο Robert (Rob) John Over με ποσοστό μετοχών 63,6% και ο Anthony William Kay με ποσοστό μετοχών 36,4%.
(3)Στις 02.06.09 και ώρα 02:40 ο Εναγόμενος ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο της April Robinson στη λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο.
(4)Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο Εναγόμενος ήταν ανασφάλιστος.
(5)Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 που εμπλέκεται στο δυστύχημα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κύριος Matthew Shear. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος. Μέρος της κυρίως εξέταση του έγινε προφορικά και μέρος μέσω γραπτής δήλωσης δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9). Μέσα από το περιεχόμενο της κυρίως εξέτασης του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 ανήκε στον Τριτοδιάδικο, στην υπηρεσία του οποίου ο Εναγόμενος εργαζόταν από τον Οκτώβριο 2008 μέχρι και τον Ιούλιο 2009 περίπου, στη βάση των όρων εργοδότησης που περιγράφονται σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 17.10.08 που αποστάληκε στον Εναγόμενο από τον Robert (Rob) John Over και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Επί του θέματος αυτού ο Εναγόμενος δηλώνει πως στην τριτοδιάδικη εταιρεία εργαζόταν με καθήκοντα που αφορούσαν θαλάσσια σκάφη και ειδικότερα συντήρηση, επιδιόρθωση, μεταφορά ή μετακίνηση τους από το χώρο αποθήκευσης σε σημεία πρόσβασης στη θάλασσα ή σε χώρο που επιλέξει ο πελάτης, διευθέτηση ενοικίασης τους, διαφήμιση εμπορίας τους, πώληση τους ή πώληση μεριδίων ιδιοκτησίας τους. Όπως αναφέρεται, ο Τριτοδιάδικος είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η οποία εγγράφηκε στις 28.09.06 και ασχολείται με την εμπορία, πώληση, μεταπώληση, ενοικίαση σκαφών ή πλωτών ναυπηγημάτων ή άλλων μέσων μεταφοράς δια θαλάσσης χρησιμοποιώντας για την διεκπεραίωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της την εμπορική επωνυμία 'My boat share'. Προς υποστήριξη της αναφοράς του αυτής ο Εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 έρευνα που πραγματοποίησε σχετικά για την τριτοδιάδικη εταιρεία από το αρχείο του εφόρου εταιρειών. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, ένας από τους όρους εργοδότησης που συμφώνησε με τον Τριτοδιάδικο ήταν η παροχή αυτοκινήτου, το οποίο ο Εναγόμενος θα χρησιμοποιούσε ανά πάσα στιγμή για τις εργασίες του Τριτοδιαδίκου καθώς και για τις προσωπικές του ανάγκες. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία Progressive εξέδωσε προς όφελος του Τριτοδιάδικου καλυπτικό σημείωμα ημερομηνίας 02.06.09 καθώς επίσης ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το επίδικο όχημα που αφορούσε την περίοδο από 02.06.09 μέχρι 01.06.10, έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του μετά που του είχαν αποσταλεί από τον Τριτοδιάδικο. Αντίγραφα των εγγράφων αυτών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται, ο Τριτοδιάδικος τον είχε διαβεβαιώσει για τη χρήση του επιδίκου οχήματος ο ίδιος καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο έγγραφο της εταιρείας. Ωστόσο αμέσως μετά το ατύχημα πληροφορήθηκε από τον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης ότι δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε σχέση με το επίδικο όχημα. Επίσης ανάφερε ότι ο ίδιος αστυνομικός εξεταστής τον ενημέρωσε πως ιδιοκτήτης του επιδίκου οχήματος ήταν ο Τριτοδιάδικος μετά που το είχε αγοράσει από κάποιον Brett Julian Ashbury. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε τη θέση του ότι ήταν υπάλληλος του Τριτοδιαδίκου και πίστευε ότι υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης του επιδίκου οχήματος, ως ήταν καθήκον της τριτοδιάδικης εταιρείας. Ο Εναγόμενος εξήγησε ότι ο ίδιος οδηγούσε το επίδικο όχημα για 3-4 μήνες περίπου και ο 'Rob', όπως αποκαλούσε το άτομο που διεύθυνε την τριτοδιάδικη εταιρεία, τον διαβεβαίωνε πως το όχημα αυτό καλυπτόταν από ασφάλεια έναντι τρίτου. Ο Εναγόμενος επίσης ανάφερε ότι αργά το απόγευμα της ημέρας του δυστυχήματος έλαβε οδηγίες να μεταβεί από την Πάφο όπου διέμενε στη Λεμεσό για εργασία και συγκεκριμένα για να προβεί σε εκτίμηση μιας βάρκας με σκοπό να διαπιστωθεί αν θα πωλείτο μέσω της τριτοδιάδικης εταιρείας. Όταν τελείωσε την εργασία του μετέβηκε στα Λεύκαρα όπου επισκέφθηκε τον πατέρα του και στο δρόμο της επιστροφής στην οικία του, μετά την ολοκλήρωση της κοινωνικής του επίσκεψης, εμπλάκηκε σε δυστύχημα στην Πάφο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Χρίστος Δημητρίου (ΜΕΝ2), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών από το
  2. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στο ιστορικό ασφάλισης του επιδίκου οχήματος για την περίοδο από 01.01.07 μέχρι 01.06.10 μετά που είχε ζητηθεί γραπτώς με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 29.02.16 από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για τον Εναγόμενο. Το πιο πάνω τηλεομοιότυπο μαζί με την απόδειξη αποστολής του καθώς και το εν λόγω ιστορικό ασφάλισης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5Α, 5Β και 5Γ αντίστοιχα. Ακολούθως προσήλθε ο Χριστόφορος Λιβέρδος (ΜΕΝ3), ειδικός πληροφορικής που ασκεί καθήκοντα υπευθύνου συντήρησης και υποστήριξης του μηχανογραφικού συστήματος στο Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών. Η μαρτυρία του τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο και τη διαδικασία αποστολής πληροφοριών από τις ασφαλιστικές εταιρείες σχετικές με το ιστορικό ασφάλισης οχημάτων, οι οποίες καταχωρούνται στο ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων της υπηρεσίας στην οποία εργάζεται, από όπου αντλεί πληροφόρηση η αστυνομία. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Ευτύχιος Οδυσσέως (ΜΕΝ4), διευθυντής του τμήματος απαιτήσεων στην ασφαλιστική εταιρεία Progressive Ασφαλιστική Λτδ. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησε διαπίστωσε ότι στις 02.06.09 ο Τριτοδιάδικος αποτάθηκε σε συνεργάτη της εταιρείας του για να εκδοθεί καλυπτικό σημείωμα στο όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος τη στιγμή του δυστυχήματος, πράγμα που έγινε. Προς τούτο αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 που του υποδείχτηκε. Όπως ο μάρτυρας είπε στη συνέχεια, το καλυπτικό σημείωμα, το οποίο διαβιβάστηκε στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων επειδή τους ζητήθηκε, σχετίζεται με επιστολή της εν λόγω ασφαλιστικής ημερομηνίας 11.08.
  3. Με την επιστολή αυτή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, βεβαιώνεται ότι το επίδικο όχημα καλυπτόταν με σημείωμα ασφάλισης από η ώρα 13:00 της 02.06.09 μέχρι η ώρα 00:00 της 01.07.
  4. Ο εν λόγω μάρτυρας προσθεσε ότι ακολούθως εκδόθηκε πιστοποιητικό ασφάλισης για το εν λόγω όχημα που το κάλυπτε μέχρι η ώρα 00:00 της 01.06.10, το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 4 όταν του υποδείχτηκε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στην πορεία και συγκεκριμένα στις 18.12.09 το πιστοποιητικό ασφάλισης ακυρώθηκε με εντολή του ασφαλιζομένου πελάτη. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 σχετικό έγγραφο που αφορούσε ειδοποίηση ακύρωσης/τερματισμού πιστοποιητικού ασφάλισης του επιδίκου οχήματος κατόπιν εντολής που λήφθηκε από τον Τριτοδιάδικο, προς τον οποίον θα γινόταν πίστωση του λογαριασμού του με το ποσό των €121,
  5. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η έρευνα του πηγάζει μέσα από το αρχείο της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποίαν εργάζεται από τις 15.11.13, στο οποίο και ανάτρεξε. Ερωτώμενος γιατί, σε αντίθεση με τα Τεκμήρια 3 και 6, στο Τεκμήριο 5Γ, το οποίο είναι το έγγραφο που αποτυπώνει ηλεκτρονική ενημέρωση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών από την ασφαλιστική εταιρεία Progressive Ασφαλιστική Λτδ σε ότι αφορά το ιστορικό ασφάλισης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951, σημειώνεται ως χρόνος έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης του επιδίκου οχήματος την 00:05 της 02.06.09, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του πελάτη της θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη επειδή ήταν ειλικρινής και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι το Τεκμήριο 2 αποδεικνύει ότι μεταξύ του Εναγομένου και του Τριτοδιαδίκου υπήρχε σχέση εργοδότησης. Επικαλούμενη το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου η κυρία Φιλίππου επισήμανε στο Δικαστήριο ότι ο Τριτοδιάδικος παραχώρησε στον πελάτη της πλήρη χρήση του οχήματος 24 ώρες το εικοσιτετράωρο καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με αναφορά στο άρθρο 13
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.149), στα άρθρα 3
(3)(β) και (γ), 5
(1)(α), (β) και (γ) και 11
(1)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)καθώς και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρεί ότι υποστηρίζει την υπόθεση του Εναγομένου, η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα δεδομένα της εργοδότησης του πελάτη της από την τριτοδιάδικη εταιρεία αλλά και της συγκατάθεσης που αυτή έδωσε στον Εναγόμενο για χρήση του επιδίκου οχήματος ανά πάσα στιγμή τόσο για σκοπούς εργασίας όσο και για ιδιωτικούς σκοπούς δημιουργούν εκ προστήσεως ευθύνη στον Τριτοδιάδικο αναφορικά με το δυστύχημα. Στη βάση του σκεπτικού αυτού η κυρία Φιλίππου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος απέδειξε την υπόθεση του. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Τριτοδιαδίκου, η οποία ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι εργαζόταν στην υπηρεσία του πελάτη του. Σύμφωνα περαιτέρω με τον εν λόγω συνήγορο, ακόμη και στην περίπτωση που γίνει αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος εργαζόταν στην υπηρεσία του Τριτοδιαδίκου, η υπόθεση του θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ο ίδιος μέσα από την μαρτυρία του είχε παραδεχτεί ότι το δυστύχημα δεν συνέβηκε εν ώρα εργασίας αλλά μετά από κοινωνική επίσκεψη οδηγώντας όχημα για το οποίο υπάρχει παραδεκτό γεγονός ότι ιδιοκτήτης του κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Matthew Shears και όχι η τριτοδιάδικη εταιρεία. Με αναφορά στο άρθρο 13
(1)του Κεφ.149 και με παραπομπή σε νομολογία που πιστεύει ότι εξυπηρετεί την υπόθεση του πελάτη του, ο κύριος Δημητριάδης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί εκ προστήσεως ευθύνη από μέρους του Τριτοδιαδίκου και κάλεσε το Δικαστήριο να επιρρίψει εξ' ολοκλήρου την ευθύνη του δυστυχήματος αποκλειστικά στον Εναγόμενο. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο είναι τα εξής:
(1)Κατά πόσο ο Τριτοδιάδικος φέρει εκ προστήσεως ευθύνη απέναντι στον Εναγόμενο για το δυστύχημα στο οποίο εμπλέκεται μαζί με άλλο πρόσωπο.
(2)Κατά πόσο ο Τριτοδιάδικος επέδειξε αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια εις βάρος του Εναγομένου ως αποτέλεσμα της οποίας συνέβηκε το δυστύχημα στο οποίο εμπλέκεται ο Εναγόμενος συνεπεία του οποίου ο τελευταίος καλείται να πληρώσει το ποσό των €78.450 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 02.02.16.
(3)Κατά πόσο ο Εναγόμενος δικαιούται σε αποζημιώσεις και/ή συνεισφορά από τον Τριτοδιάδικο στο ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος των Εναγόντων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με το επίδικο θέμα της αγωγής. Ο Εναγόμενος δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε αμέσως με θετικότητα, ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγή και δίχως τάση υπερβολής, χαρακτηριστικά που φανερώνουν ότι η μαρτυρία του δεν είναι προσχεδιασμένη ή κατασκευασμένη. Το ουσιώδες μέρος της ένορκης μαρτυρίας του είτε δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία είτε υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία. Χωρίς δεύτερη σκέψη η πτυχή αυτής της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για ειλικρινή και φιλαλήθη άτομο που ήλθε και εξιστόρησε τα γεγονότα όπως ο ίδιος προσωπικά τα αντιλήφθηκε. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, διατηρώντας έτσι το επίπεδο αξιοπιστίας του ακλόνητα σε υψηλό επίπεδο μέχρι το τέλος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ένα μικρό κομμάτι της μαρτυρίας του Εναγομένου έρχεται σε αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό κλονίζει την αξιοπιστία του Εναγομένου επειδή δεν αποδίδεται σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα αλλά και επειδή αυτό δεν θα μπορούσε να διαγράψει το υπόλοιπο μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του που είτε δεν αμφισβητήθηκε είτε υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία. Ασφαλώς η πτυχή αυτή της μαρτυρίας του Εναγομένου δεν λαμβάνεται υπόψη και εκείνα που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου είναι τα παραδεκτά γεγονότα. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ένα σημείο της δικογραφημένης εκδοχής του Εναγομένου διαφοροποιήθηκε μέσα από την ένορκη κατάθεση του. Αυτό που αποδέχομαι είναι το διαφοροποιημένο σκέλος επειδή συνοδεύεται από αυθόρμητη και ειλικρινή μαρτυρία του Εναγομένου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι συνολική και σφαιρική προσέγγιση της μαρτυρίας του Εναγομένου δεν επιτρέπει στο πιο πάνω μεμονωμένο γεγονός να μολύνει την αξιοπιστία του Εναγομένου. Στη βάση των προαναφερομένων αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου στο βαθμό και την έκταση που αναλύω ακολούθως, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα αποδέχομαι την αναφορά του Εναγομένου ότι ο Τριτοδιάδικος ασχολείται επαγγελματικά με την μεταπώληση και ενοικίαση σκαφών ή πλωτών ναυπηγημάτων ή άλλων μέσων μεταφοράς δια θαλάσσης, η οποία δεν αντικρούστηκε. Επίσης δέχομαι την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι ο ίδιος εργάστηκε στην τριτοδιάδικη εταιρεία από τον Οκτώβριο 2008 μέχρι τον Ιούλιο 2009, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Περαιτέρω χωρίς αντίκρουση παρέμειναν οι αναφορές του Εναγομένου ότι ο Robert (Rob) John Over ήταν ο μεγαλομέτοχος της τριτοδιάδικης εταιρείας, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου είναι κοινά παραδεκτό από αμφότερους διαδίκους και συνεπώς αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο, ήταν αυτός που είχε ουσιαστικό τον έλεγχο της επιχείρησης και αυτός που ασχολείτο με τη διοίκηση της εταιρείας καθώς και με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της καθώς επίσης το πρόσωπο με το οποίο ο Εναγόμενος διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε τους όρους συνεργασίας με τον Τριτοδιάδικο. Τα δε πιο κάτω αποτελούν τους όρους συνεργασίας, οι οποίοι αποτυπώθηκαν σε σχετικό συμφωνητικό έγγραφο που ο Εναγόμενος υπέγραψε, αναφορά που παρέμεινε αναντίλεκτη αλλά και υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου, πέραν του ότι δεν αντικρούστηκε με άλλη περί του αντιθέτου θετική μαρτυρία, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως ορθό και αληθές: (α) Ο Εναγόμενος ασκούσε καθήκοντα συντήρησης και επιδιόρθωσης σκαφών, μεταφορά και μετακίνηση σκαφών από το χώρο αποθήκευσης τους στα σημεία πρόσβασης στη θάλασσα ή σε χώρο που κάποιος πελάτης υποδείξει, ενοικίασης σκαφών, διαφήμισης εμπορίας σκαφών ή πώληση μεριδίων ιδιοκτησίας επί σκαφών. (β) Ο Εναγόμενος λάμβανε μηνιαίως βασικό μισθό ύψους €1.
  1. (γ) Ο Εναγόμενος επίσης λάμβανε ποσοστό 10% επί του κέρδους για κάθε κομμάτι παραγγελίας. (δ) Περαιτέρω ο Εναγόμενος λάμβανε ποσοστό 5% επί του καθαρού κέρδους της τριτοδιάδικης εταιρείας. (ε) Παροχή οχήματος στον Εναγόμενο για τις ανάγκες της εργασίας αλλά και για προσωπική του χρήση. (στ) Σε περίπτωση που ο Εναγόμενος πετύχαινε το στόχο πώλησης 40 μεριδίων ιδιοκτησίας επί τεσσάρων σκαφών θα του διδόταν νέο όχημα εταιρείας που θα επέλεγε ο Εναγόμενος μέσα από ένα κατάλογο προ-επιλεγμένων οχημάτων. Μία άλλη τοποθέτηση του Εναγομένου που αποδέχομαι αφού δεν αμφισβητήθηκε από τον Τριτοδιάδικο είναι η μη καταβολή εισφορών στις κοινωνικές ασφαλίσεις από την εν λόγω εταιρεία σχετικά με την εργασία του Εναγομένου. Μελέτη του περιεχομένου των πιο πάνω όρων με οδηγεί στη διαπίστωση ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων. Στο στάδιο αυτό διευκρινίζω ότι ακόμη δεν έχω αποφασίσει αν ο Εναγόμενος εργαζόταν ως υπάλληλος (εργοδοτούμενος) στην τριτοδιάδικη εταιρεία ή σαν ανεξάρτητος ιδιώτης που συνεργαζόταν επαγγελματικά μαζί της. Πρόκειται για ένα ζήτημα που, εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο να εξεταστεί, θα αποφασιστεί στη συνέχεια και εάν και εφόσον χρειαστεί το Δικαστήριο θα καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα όταν προηγουμένως στην κρίση του προσμετρήσουν όλα τα αναγκαία δεδομένα και στοιχεία που προκύπτουν μέσα από την παρουσίαση του μαρτυρικού υλικού που γίνει αποδεκτό. Εν πάση περιπτώσει δεν έχω καμία επιφύλαξη ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 που ο Εναγόμενος οδηγούσε τη στιγμή του δυστυχήματος ήταν αυτό που του δόθηκε από τον Τριτοδιάδικο, ως μέρος των πιο πάνω συμφωνημένων όρων, το οποίο κατείχε για χρονικό διάστημα 3-4 μηνών περίπου. Πρόκειται για αναφορές του Εναγομένου που δεν έτυχαν αντίκρουσης με θετική μαρτυρία από τον Τριτοδιάδικο και δεν έχω λόγο να μην τις αποδεχτώ. Επιπλέον αποδέχομαι την αναφορά του Εναγομένου ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος δεν εκτελούσε εργασία αλλά επέστρεφε στην οικία του στην Πάφο μετά που ολοκλήρωσε κοινωνική επίσκεψη του στον πατέρα του στα Λεύκαρα όταν μετέβηκε εκεί από τη Λεμεσό που είχε ενωρίτερα (αργά το απόγευμα) βρεθεί εκεί για εργασία, η οποία διαφοροποιεί το μέρος της δικογραφημένης εκδοχής του Εναγομένου που σημείωνε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούσε εργασία, όπως αυτή καταγράφεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης του Εναγομένου προς τον Τριτοδιάδικο. Αντίθετα από την μαρτυρία του Εναγομένου δεν αποδέχομαι τις αναφορές του Εναγομένου ότι το επίδικο όχημα ανήκε στην τριτοδιάδικη εταιρεία και ότι ήταν ασφαλισμένο προς όφελος του Τριτοδιαδίκου επειδή, όπως ήδη λέχθηκε, η ορθότητα τους καταρρίπτεται από τα παραδεκτά γεγονότα που σημειώνουν ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 ήταν κάποιος Matthew Shear και ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο Εναγόμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να υπάρχει σε ισχύ είτε καλυπτικό σημείωμα είτε πιστοποιητικό ασφάλισης. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 3 και 4 (καλυπτική σημείωση και πιστοποιητικό ασφάλισης του επιδίκου οχήματος προς όφελος του Τριτοδιαδίκου για την περίοδο από η ώρα 13:00 της 02.06.09 μέχρι 01.06.10), κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, καμία βαρύτητα τους αποδίδεται επειδή αμφότερα έγγραφα αφορούν περίοδο μεταγενέστερης του ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο χωρίς σ' αυτά να περιλαμβάνονται στοιχεία που να τα συνδέουν με το χρόνο αυτό. Ερχόμενος στον ΜΕΝ2 παρατηρώ ότι η μαρτυρία του σε κανένα σημείο της διαφωτίζει το Δικαστήριο σχετικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Κατά συνέπεια καμία βαρύτητα της αποδίδεται. Μηδενική βαρύτητα αποδίδεται και στα Τεκμήρια 5Α, 5Β και 5Γ αφού το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5Γ που αποτελεί απάντηση του ερωτήματος το οποίο αποστάληκε μέσω του Τεκμηρίου 5Α με απόδειξη διαβίβασης το Τεκμήριο 5Β, συγκρούεται κάθετα με το παραδεκτό γεγονός ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο Εναγόμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να υπάρχει σε ισχύ είτε καλυπτικό σημείωμα είτε πιστοποιητικό ασφάλισης. Κάθε άλλο παρά βοηθητική σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής είναι και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕΝ3, το οποίο αναπόφευκτα δεν λαμβάνεται υπόψη. Καθόλου σχετική με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης είναι και η μαρτυρία του ΜΕΝ4, οποία δεν λαμβάνεται υπόψη στην ολότητα της. Παράλληλα δεν λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 για τον ίδιο ακριβώς προαναφερόμενο λόγο που αποδόθηκε μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο
  2. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του υπό το φως των επιδίκων θεμάτων. 1) Εκ προστήσεως ευθύνη του Τριτοδιάδικου Είναι η θέση του Εναγομένου ότι η τριτοδιάδικη εταιρεία φέρει εκ προστήσεως ευθύνη απέναντι του για το δυστύχημα στο οποίο αυτός εμπλέκεται μαζί με άλλο πρόσωπο για τους πιο κάτω επικαλούμενους λόγους: (α) επειδή τη στιγμή της σύγκρουσης ο Εναγόμενος οδηγούσε όχημα που ανήκε στον Τριτοδιάδικο, (β) επειδή τη στιγμή της σύγκρουσης ο Εναγόμενος οδηγούσε όχημα που εξουσιοδοτήθηκε από τον Τριτοδιάδικο, ως εργοδότης του που ήταν, να το χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή περιλαμβανομένου και για προσωπικές του ανάγκες, (γ) επειδή τη στιγμή του δυστυχήματος ο Εναγόμενος επέστρεφε στον τόπο διαμονής του μετά που ο Τριτοδιάδικος, ως εργοδότης του, του είχε ζητήσει να μεταβεί στη Λεμεσό για εκτέλεση εργασίας. Εκ προστήσεως ευθύνη (vicarious liability) είναι η περίπτωση κατά την οποίαν κάποιος ευθύνεται για αστικά αδικήματα που διαπράττει κάποιος άλλος χωρίς ο ίδιος να λαμβάνει ενεργό μέρος στη διάπραξη τους. Επί του θέματος αυτού παραπέμπω στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Αστικά Αδικήματα' των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελίδες 41-50. Πρόκειται για αστική ευθύνη του συγκεκριμένου ατόμου προς το θύμα και μόνο και όχι προς το πρόσωπο που διέπραξε το αστικό αδίκημα. Εφαρμόζοντας το πιο πάνω σκεπτικό στην παρούσα υπόθεση, καθίσταται αντιληπτό ότι το ενδεχόμενο ύπαρξης εκ προστήσεως ευθύνης από τον Τριτοδιάδικο για την εμπλοκή του Εναγομένου σε δυστύχημα ως οδηγού του επιδίκου οχήματος στρέφεται αποκλειστικά και μόνο στο θύμα της υπόθεσης που φαίνεται να είναι το άλλο εμπλεκόμενο άτομο στο δυστύχημα. Επομένως αν κάποιος δικαιούται να προβάλει ως βάση αγωγής ισχυρισμό για εκ προστήσεως ευθύνη από τον Τριτοδιάδικο αυτό είναι μόνο το άλλο άτομο που εμπλέκεται στο δυστύχημα. Σε μια τέτοια περίπτωση το άτομο αυτό προφανώς θα προωθούσε αγωγή με ισχυρισμό αμελούς οδήγηση από τον Εναγόμενο και ενδεχομένως θέση για εκ προστήσεως ευθύνη από τον Τριτοδιάδικο που βεβαίως θα είχε ιδιότητα συνεναγομένου στην αγωγή για τους λόγους που θα επικαλείτο, από αμφότερους τους οποίους θα αξίωνε θεραπείες. Εν ολίγοις αγώγιμο δικαίωμα στο ζήτημα εκ προστήσεως ευθύνης θα είχε το άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στο δυστύχημα εάν καταχωρούσε αγωγή και έπειθε το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων ή διαζευκτικά δικαιολογούνταν οι προϋποθέσεις που περιέχονται στις πρόνοιες των άρθρων 12 και 14 της ίδιας νομοθεσίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Η ορθότητα της πιο πάνω προσέγγισης επιβεβαιώνεται από τη νομολογία που αμφότεροι οι συνήγοροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καθητζιώτης v. Manocas Transport Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 954, Ποταμίτης κ.α. v. Ιωάννου δια του πατρός και πλησιέστερου φίλου αυτής Ανδρέα Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479 και Φιλίππου v. Παναγή και άλλος
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Εν πάση περιπτώσει η παρούσα περίπτωση δεν είναι από αυτές που θα μπορούσε να υποστηριχτεί με επιτυχία ισχυρισμός για εκ προστήσεως ευθύνη για το λόγο που έχει ήδη εξηγηθεί. Κατά συνέπεια καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ζήτημα εκ προστήσεως ευθύνη από τον Τριτοδιάδικο προς τον Εναγόμενο. 2) Αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Τριτοδιάδικου Το Δικαστήριο καλείται περαιτέρω να εξετάσει αν ο Τριτοδιάδικος επέδειξε αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια εις βάρος του Εναγομένου ως αποτέλεσμα της οποίας συνέβηκε το δυστύχημα στο οποίο εμπλέκεται ο Εναγόμενος συνεπεία του οποίου ο τελευταίος καλείται να πληρώσει το ποσό των €78.450 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 02.02.
  2. Ένας από τους λόγους που προβάλλεται προκειμένου να αναδειχθεί αμέλεια από τον Τριτοδιάδικο είναι ότι τη στιγμή της σύγκρουσης ο Εναγόμενος οδηγούσε όχημα που ανήκε στην τριτοδιάδικη εταιρεία εκτελώντας εργασία γι' αυτήν. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και χωρίς να εξετάζω αν υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ του Εναγομένου και του Τριτοδιάδικου, διαπιστώνω ότι τη στιγμή του δυστυχήματος ο Εναγόμενος επέστρεφε στην οικία του ερχόμενος από τα Λεύκαρα της επαρχίας Λάρνακας όπου μετέβηκε και επισκέφθηκε τον πατέρα του. Μπορεί ενωρίτερα να μετέβηκε στην Λεμεσό για εργασία αλλά όταν τελείωσε την εργασία του δεν επέστρεψε στην Πάφο αλλά συνέχισε διαδρομή αντίθετης κατεύθυνσης από αυτή της Πάφου όπου διέμενε. Επέστρεψε στην Πάφο μόνο όταν ολοκλήρωσε την κοινωνική του υποχρέωση. Η ώρα που συνέβηκε το δυστύχημα, ήτοι 02:40, απέχει χρονικά κατά πολύ από το αργά το απόγευμα που εργάστηκε ο Εναγόμενος στη Λεμεσό. Το γεγονός αυτό μαζί με το ξεχωριστό ταξίδι στα Λεύκαρα που έγινε μετά την εργασία στη Λεμεσό είναι στοιχεία που δεν επιτρέπουν ισχυρισμό περί εκτέλεσης εργασίας από τον Εναγόμενο προς όφελος του Τριτοδιαδίκου κατά τη στιγμή του δυστυχήματος. Παράλληλα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΖ 951 που εμπλέκεται στο δυστύχημα ήταν ο κύριος Matthew Shear και όχι η τριτοδιάδικη εταιρεία. Όλα αυτά είναι στοιχεία που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο λόγος αυτός που προβλήθηκε δεν ευσταθεί. Ο δε ισχυρισμός του Εναγομένου ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον Τριτοδιάδικο να χρησιμοποιεί το επίδικο όχημα ανά πάσα στιγμή περιλαμβανομένου και για τις προσωπικές του ανάγκες δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα της υπόθεσης. Είναι όντως αλήθεια ότι με βάση τους όρους συνεργασίας του (Τεκμήριο 2) ο Εναγόμενος δικαιούταν να οδηγεί όχημα της εταιρείας που θα του διδόταν τόσο για σκοπούς εργασίας όσο και για προσωπική του χρήση. Πρόκειται για συμβατικό δικαίωμα που πηγάζει μέσα από τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 2 αν θεωρηθεί ότι τελικά ήταν το έγγραφο που ο Εναγόμενος υπέγραψε. Αυτό όμως δεν σημαίνει και κατ' επέκταση δεν αποτελεί εξουσιοδότηση από τον Τριτοδιάδικο προς τον Εναγόμενο για παράνομη χρήση του οχήματος που θα του διδόταν ή για παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από νομοθεσίες που άπτονται του κώδικα οδικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια οδήγησης του οχήματος για ιδιωτικούς σκοπούς. Άλλος λόγος που προβάλλεται προκειμένου να αναδειχθεί αμέλεια από τον Τριτοδιάδικο είναι ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε και/ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι το επίδικο όχημα δεν είχε ασφαλιστήριο σε ισχύ. Πρόκειται για μια δικαιολογία κενού περιεχομένου. Ανά πάσα στιγμή ο Εναγόμενος μπορούσε να ερευνήσει και να διαπιστώσει προσωπικά αν το επίδικο όχημα ήταν ή όχι ασφαλισμένο. Επέλεξε όμως να μην το πράξει με δική του ευθύνη. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος αναγνώρισε το λάθος του αυτό. Προτίμησε να παραλάβει ένα όχημα και να το οδηγεί για 3-4 μήνες περίπου χωρίς να ελέγξει αν αυτό διέθετε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου. Συνεπώς οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επίσης ένας άλλος λόγος που ο Εναγόμενος επικαλέστηκε για να υποστηρίξει θέμα αμέλειας από τον Τριτοδιάδικο είναι ισχυρισμό για παράλειψη από μέρους της εν λόγω εταιρείας να ανανεώσει πιστοποιητικό ασφάλισης του επιδίκου οχήματος. Δεν μπορώ όμως να αντιληφθώ πως αυτό μπορούσε να γίνει δεδομένου ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο Τριτοδιάδικος δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος. Είναι γι' αυτό που εκ των υστέρων εκδόθηκε καλυπτικό σημείωμα (cover note-Τεκμήριο 3) προτού εκδοθεί ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 4) για το επίδικο όχημα προς όφελος του Τριτοδιάδικου και δεν είχε ανανεωθεί υφιστάμενο πιστοποιητικό ασφάλειας που να είχε απλά λήξει η διάρκεια ισχύος του. Η απουσία μαρτυρίας ότι ήταν εκ του νόμου υποχρέωση του Τριτοδιάδικου να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στο συγκεκριμένο όχημα καθώς και ότι υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης ασφαλιστικής κάλυψης του επιδίκου οχήματος έναντι τρίτου από τον Τριτοδιάδικο κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και ότι ήταν παράλειψη του τελευταίου που δεν ήταν ασφαλισμένο το εν λόγω όχημα δεν αφήνει περιθώρια επίρριψης ευθύνης αμέλειας στην τριτοδιάδικη εταιρεία. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Στη βάση των πιο πάνω δεν βρίσκω πως, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη και κατ' επέκταση αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον Τριτοδιάδικο σε σχέση με το δυστύχημα στο οποίο εμπλέκεται ο Εναγόμενος. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή του Εναγομένου απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. 3) Αξιούμενες θεραπείες από τον Εναγόμενο Μοιραία η αδυναμία θεμελίωσης των πιο πάνω καθιστά αδύνατη την επιδίκαση αποζημιώσεων και/ή συνεισφοράς από τον Τριτοδιάδικο αναφορικά με το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος των Εναγόντων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη να επισημάνει ότι αντιλαμβάνεται απόλυτα τη θέση στην οποία περιήλθε ο Εναγόμενος, ο οποίος χρησιμοποιούσε ένα όχημα που του δόθηκε από τον Τριτοδιάδικο, το οποίο όταν εμπλάκηκε σε δυστύχημα φάνηκε ότι δεν διέθετε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου χωρίς να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Στο πρόσωπο του Εναγομένου εκφράζεται κατανόηση. Παράλληλα εάν ο Εναγόμενος διατηρεί τη θέση ότι εξαπατήθηκε από τον Τριτοδιάδικο επειδή ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι το όχημα που του δόθηκε διέθετε ασφαλιστική κάλυψε ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε, δηλαδή ο πρώτος εισέπραττε από το δεύτερο ψευδείς διαβεβαιώσεις στο θέμα της ασφάλισης του οχήματος, τότε η βάση της απαίτησης του καθώς και οι αξιούμενες θεραπείες ενδεχομένως να έπρεπε να ήταν διαφορετικά δικογραφημένες. Ομοίως η βάση της απαίτησης του καθώς και οι αξιούμενες θεραπείες ενδεχομένως να έπρεπε να ήταν διαφορετικά δικογραφημένες, αν ο Εναγόμενος είναι της άποψης ότι ο Τριτοδιάδικος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το έγγραφο με τους συμφωνημένους όρους συνεργασίας που μέσα από τους οποίους θα έπρεπε να του είχε διαθέσει όχημα της ιδιοκτησίας του που να διέθετε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου, πράγμα που δεν έπραξε. Ωστόσο τέτοιοι ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης του Εναγομένου προς τον Τριτοδιάδικο. Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι αυτά που εκδικάζονται σε μια αγωγή στη βάση μαρτυρικού υλικού είναι μόνο τα επίδικα θέματα, τα οποία προσδιορίζονται μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμούς των διαδίκων, όπως αυτές καταγράφονται μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 252, Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213), πράγμα που εφαρμόστηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Τριτοδιάδικου στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου η αγωγή του Εναγομένου απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Τριτοδιάδικου και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tort of Negligence/Contributory Negligence/Vicarious Liability/Road Accident Damages& Contribution /Final Judgment (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αμέλεια/Συντρέχουσα Αμέλεια/Εκ προστήσεως ευθύνη/Οδικό ατύχημα/Αποζημιώσεις και Συνεισφορά/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.