ΝΙΚΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΦΙΤΗ ν. Υπουργός Εσωτερικών, ως κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κ.α., Αρ. Αγωγής: 896/16, 8/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 896/16 Μεταξύ: ΝΙΚΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΦΙΤΗ, από την Πάφο Ενάγοντα Και
- Υπουργός Εσωτερικών, ως κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, από Λευκωσία
- ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, από την Πάφο
- Φαίδωνας Φαίδωνος, από την Πάφο Εναγομένων ------------------------ Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 23/6/2016 Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση 1: Καμία εμφάνιση Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση 2 και 3: κ. Ν. Φακοντής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων στις 22.06.16 καταχώρησε την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξίωνε την έκδοση των πιο κάτω αναφερόμενων προσωρινών διαταγμάτων: «Α. Την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγομένους και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να παρεμποδίζουν τον ενάγοντα-Αιτητή στην παρούσα αίτηση, στην εκτέλεση οποιονδήποτε νόμιμων εργασιών, σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια υπ' αρ.5731, στο υποστατικό και/ή στον χώρο που νόμιμα κατέχει, εντός του τεμαχίου με αρ.1171, Φ/Σχ.51.3.4.
- Β. Την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγομένους και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, να επεμβαίνουν με οιονδήποτε τρόπο στο υποστατικό και/ή στον χώρο που κατέχει ο Ενάγοντας-Αιτητής στην παρούσα αίτηση, και στεγάζεται η επιχείρηση του, που ευρίσκεται στην Λεωφ. Ευαγόρα Παλληκαρίδη 5, στην Πάφο, και εντός του τεμαχίου με αρ.1171, Φ/Σχ.51.3.4.
- Γ. Την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγομένους και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να παρενοχλούν και/ή να παρεμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την ομαλή χρήση και/ή λειτουργία της επιχείρησης του Ενάγοντα-Αιτητή στην παρούσα αίτηση, που στεγάζεται η επιχείρηση του, που ευρίσκεται στην Λεωφ. Ευαγόρα Παλληκαρίδη 5, στην Πάφο, και εντός του τεμαχίου με αρ.1171, Φ/Σχ.51.3.4.5.» Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης στις 23.06.2016 και εξέδωσε μονομερώς το ακόλουθο διάταγμα: «Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να να επεμβαίνουν με οιονδήποτε τρόπο στο υποστατικό και/ή στον χώρο που κατέχει ο Ενάγοντας-Αιτητής στην παρούσα αίτηση, και στεγάζεται η επιχείρηση του, που ευρίσκεται στην Λεωφ. Ευαγόρα Παλληκαρίδη 5, στην Πάφο, και εντός του τεμαχίου με αρ.1171, Φ/Σχ.51.3.4.5 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 30.06.16, ενώ τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Α και Γ ανωτέρω, δόθηκαν οδηγίες όπως καταστούν δια κλήσεως και επιδοθούν στους Εναγόμενους 1-3 (στο εξής «Καθ' ων η Αίτηση»). Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να αναφερθώ στον χρόνο εκδίκασης της αίτησης. Είναι προφανές ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση η οποία, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, οφείλεται στις προσπάθειες που για μεγάλο χρονικό διάστημα καταβλήθηκαν από τους διαδίκους προς τον σκοπό εξώδικης διευθέτησης όχι μόνο της υπό κρίση αίτησης αλλά και της αγωγής στο σύνολο της. Επανέρχομαι στην υπό κρίση αίτηση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (στο εξής ο «Αιτητής») και σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από τον Σεπτέμβριο του 1974 ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης του υποστατικού που βρίσκεται στη Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη 5 στην Πάφο (στο εξής «το υποστατικό»), του παραχώρησε την κατοχή του μαζί με τον χώρο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του υποστατικού και αποτελεί την αυλή του. Έκτοτε χρησιμοποιεί το υποστατικό και την αυλή ως σουβλιτζίδικο-καφενείο. Από την εφαρμογή του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, Ν.139/91, υπέγραψε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 σύμβαση μίσθωσης δυνάμει της οποίας κατέχει μέχρι σήμερα το ακίνητο. Περαιτέρω, με τη σύμβαση μίσθωσης που υπέγραψε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 στις 09.09.05 (Τεκμήριο Α της αίτησης) συμπεριλήφθηκε στο μίσθιο πέραν του υποστατικού και η αυλή του. Μετά την υπογραφή της προαναφερόμενης σύμβασης, ο Αιτητής εξασφάλισε την πολεοδομική άδεια με αρ.5731 (Τεκμήριο Β της αίτησης) και προχώρησε σε κατασκευές με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης του. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ξεκίνησαν εδώ και μερικούς μήνες εργασίες ανάπλασης του κέντρου της πόλης της Πάφου και έκτοτε προκαλούν προβλήματα στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης. Συγκεκριμένα στις 24.03.16 στάληκε επιστολή του Καθ' ου η Αίτηση 2 (Τεκμήριο Γ της αίτησης), υπογεγραμμένη από τον Καθ' ου η Αίτηση 3, με την οποία καλείτο ο Αιτητής να συμμορφωθεί με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομικής άδειας με αρ.
- Ο Αιτητής με επιστολές των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.03.16 και 16.05.16 (Τεκμήρια Ε και Στ της αίτησης), ζήτησε από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 να του υποδείξουν τα ευτελή υλικά που θα έπρεπε να αντικατασταθούν. Αντί αυτού, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα, εισήλθαν με υπαλλήλους και αντιπροσώπους τους εντός του ακινήτου και κατεδάφισαν την πετρόκτιστη περίφραξη καθώς και την αποθήκη, προκαλώντας ζημιά που ξεπερνά τις €5.
- Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση στις επιστολές του Αιτητή και στις προσωπικές παρακλήσεις του προς τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 03.06.16 (Τεκμήριο Ζ της αίτησης) γνωστοποίησε σε αυτούς ότι στις 06.06.16 θα ξεκινούσε εργασίες στο υποστατικό για άρση τυχόν παρανομιών και για συμμόρφωση του προς την πολεοδομική άδεια. Προς το σκοπό αυτό ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών σε συγκεκριμένη εργοληπτική εταιρεία. Ωστόσο υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, με υποδείξεις του Καθ' ου η Αίτηση 3, ζήτησαν από τον εργολάβο να σταματήσει τις εργασίες απειλώντας τον ταυτόχρονα ότι θα λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 με επιστολή του ημερομηνίας 07.06.16 (Τεκμήριο Θ της αίτησης), ενημέρωσε τον Αιτητή για τον τερματισμό της σύμβασης μίσθωσης επικαλούμενος την παράλειψη του να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση επιβολής που του δόθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 24.03.
- Ο Αιτητής με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 08.06.16 απέρριψε τον τερματισμό της σύμβασης ως πράξη άκυρη και παράνομη (Τεκμήριο Ι της αίτησης). Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 με επιστολή του ημερομηνίας 08.06.16 (Τεκμήριο Κ της αίτησης), και επικαλούμενος τη μη συμμόρφωση του Αιτητή με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 24.03.16, πληροφόρησε τον τελευταίο ότι εντός οκτώ ημερών θα εισέλθει εντός του υποστατικού για να απομακρύνει όλες τις παράνομες κατασκευές. Στη συνέχεια οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν υγειονομικό λειτουργό στο υποστατικό ο οποίος, αφού έλεγξε την κατάσταση του και τις ημιτελείς εργασίες που είχαν ξεκινήσει, έκρινε ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει με αποτέλεσμα από τις 07.06.16 να παραμένει κλειστό και ο Αιτητής να υφίσταται ζημιές. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο θα παρεμποδιστούν οι Καθ' ων η Αίτηση να επεμβαίνουν στο υποστατικό και στην απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης του. Σε αντίθετη περίπτωση είναι προφανές ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ετσιθελικά θα προκαλέσουν το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης του. Ένσταση καταχωρήθηκε μόνο από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, αφού ο Καθ' ου η Αίτηση 1, παρά το γεγονός ότι είχε ζητήσει χρόνο σε αρκετές δικασίμους για να καταχωρήσει ένσταση, εντούτοις στις 28.02.17 με σχετική δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ανέφερε ότι τελικά δεν θα φέρει ένσταση στο να καταστεί απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα. Σημειώνεται επίσης ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία ο Αιτητής ζήτησε και έλαβε άδεια δυνάμει της οποίας αποσύρθηκαν άνευ βλάβης τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Α και Γ, ανωτέρω. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 07.07.16 επικαλούμενοι 21 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες κατηγορίες:
- H αίτηση είναι πραγματικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος.
- Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Το εκδοθέν διάταγμα ταυτίζεται με τελική θεραπεία που διεκδικείται στην αγωγή και δεν μπορεί να αποδοθεί με την υπό κρίση αίτηση.
- Η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή συνιστά κατάχρηση.
- Η αίτηση παράτυπα και/ή καταχρηστικά στρέφεται προσωπικά εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
- Τυχόν μονιμοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα επεκτείνει παράτυπα την παραμονή του Αιτητή στο υποστατικό, η σύμβαση μίσθωσης του οποίου έχει τερματιστεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Φίλιππου Φιλίππου, Λειτουργού των Τεχνικών Υπηρεσιών του Καθ' ου η Αίτηση
- Η ένορκη δήλωση περιλαμβάνει σε αρκετά σημεία επιχειρηματολογία που θα μπορούσε κάλλιστα να προβληθεί στην αγόρευση του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, καθώς και αναφορές σε ισχυριζόμενες ζημιές και παραβάσεις των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος όπως αναφέρθηκε επέλεξε να μην ενστεί στο επίδικο διάταγμα. Συνοψίζοντας τα βασικά σημεία της ένορκης δήλωσης, σε αυτήν αναφέρεται ότι η παρούσα αγωγή και η επίδικη αίτηση παράτυπα και καταχρηστικά στρέφεται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 3, καθώς ο τελευταίος ενεργεί ως αντιπρόσωπος και υπό την ιδιότητα του ως Δήμαρχος του Καθ' ου η Αίτηση
- Αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι περί τον Μάρτιο του 2016 διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είχε προχωρήσει στην κατασκευή και/ή προσθήκη και/ή επέκταση του υποστατικού με ευτελή υλικά κατά παράβαση των εγκεκριμένων σχεδίων της πολεοδομικής άδειας με αριθμό
- Προς τον σκοπό αυτό και μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, στάληκε ειδοποίηση επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου,Ν.90/72, η οποία λήφθηκε από τον Αιτητή στις 24.03.16 και από τον Έπαρχο Πάφου στις 28.03.
- Με την εν λόγω ειδοποίηση καλείτο όπως συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτει σωρεία επιστολών τις οποίες όμως παρουσιάζει με αλλότριο τρόπο προβάλλοντας μία διαφορετική εικόνα απ' ότι στην πραγματικότητα ισχύει με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι κατόπιν συνεννόησης με τον Αιτητή διευθετήθηκε στις 04.04.16 συνάντηση στο υποστατικό στο οποίο μετέβηκε ο ίδιος και υπέδειξε τόσο στον Αιτητή, όσο και στον αρχιτέκτονα του τις ακριβείς μετατροπές που έπρεπε να γίνουν έτσι ώστε ο Αιτητής να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της πολεοδομικής άδειας. Περαιτέρω, στις 24.05.16 ο Καθ' ου η Αίτηση 2 απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Αιτητή με την οποία καλείτο να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση επιβολής που του επιδόθηκε στις 24.03.16 εντός δεκαπέντε ημερών. Επομένως ο Αιτητής γνώριζε εξαρχής για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στις οποίες έπρεπε να προβεί και τον χρόνο εντός του οποίου όφειλε να προχωρήσει σε αυτές. Σε σχέση με την επιστολή του Καθ' ου η Αίτηση 2 ημερομηνίας 08.06.16, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτή στάληκε λόγω του ότι ο Αιτητής δύο και πλέον μήνες μετά την επίδοση της ειδοποίησης επιβολής δεν συμμορφώθηκε με αυτήν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση από τις 08.06.16 μέχρι και τις 22.06.16, ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος, δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια που να εμποδίζει τον Αιτητή στην ομαλή εκμετάλλευση του υποστατικού. Το μόνο το οποίο έπραξαν οι Καθ' ων οι Αίτηση 2 και 3 και οι αντιπρόσωποι τους ήταν η διακοπή των εργασιών του εργολάβου, χωρίς όμως να εισέλθουν εντός του επίδικου υποστατικού. Η προαναφερόμενη ενέργεια έγινε στις 07.06.16 όταν τερματίστηκε η συμφωνία μίσθωσης από τον Καθ' ου η αίτηση
- Αναφορικά με την κατεδάφιση της πετρόκτιστης περίφραξης και της αποθήκης, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι έγινε μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του Καθ' ου η Αίτηση 2 καθώς τα εν λόγω κτίσματα ήταν παράνομα και σε αντίθεση με τους όρους της πολεοδομικής άδειας με αρ.
- Σε κάθε περίπτωση η πιο πάνω ενέργεια έλαβε χώρα περί τα μέσα Απριλίου χωρίς ο Αιτητής να διαμαρτυρηθεί και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα για να την εμποδίσει. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι αυτό το οποίο ουσιαστικά επιδιώκει ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση είναι την παράταση της διάρκειας ισχύος της συμφωνίας μίσθωσης που υπέγραψε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 και η οποία τερματίστηκε στις 07.06.
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι, εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου,Ν.14/60, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Εν κατακλείδι ισχυρίζεται ότι εάν γίνουν αποδεκτές οι αξιώσεις του Αιτητή, η αρμόζουσα θεραπεία θα είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων και οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυα πρόσωπα. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(στο εξής ο «Νόμος») και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα Διάταγμα εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με ένα ζήτημα το οποίο, κατά την κρίση μου, άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και το οποίο τέθηκε στους συνηγόρους κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως είναι καλά γνωστό ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, τονίστηκε ότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του. Περαιτέρω, στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, αναφέρθηκε ότι: «Σε θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Το ζήτημα που τέθηκε στους συνηγόρους αφορά την ειδοποίηση επιβολής, Τεκμήριο Γ της αίτησης, η οποία στάληκε δυνάμει του άρθρου 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου Ν.90/72. Για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης των όσων θα ακολουθήσουν παραθέτω αυτούσια τα άρθρα 46
(1)και
(2), 47
(1)και 49 του Ν.90/72: «46.-
(1)Τηρουμένων των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου και, εν τη περιπτώσει αρχής τινος εις την οποίαν έχουσι μεταβιβασθή αρμοδιότητες, οιασδήποτε Εντολής δοθείσης υπό του Υπουργού, οσάκις η Πολεοδομική Αρχή θεωρή ότι- (α) οιαδήποτε ανάπτυξις ακινήτου ιδιοκτησίας εξετελέσθη άνευ της χορηγήσεως πολεοδομικής αδείας απαιτουμένης προς τούτο συμφώνως προς το Πέμπτον Μέρος ή (β) οιοιδήποτε όροι ή περιορισμοί υπό τους οποίους είχε χορηγηθή πολεοδομική άδεια δεν ετηρήθησαν, τότε η Πολεοδομική Αρχή δύναται, εάν θεωρή τούτο σκόπιμον προς το συμφέρον της πρεπούσης πολεοδομικής ρυθμίσεως, να επιδώση ειδοποίησιν δυνάμει του παρόντος άρθρου (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένην ως "ειδοποίησις επιβολής").
(2)Οσάκις η Πολεοδομική Αρχή επιδίδη ειδοποίησιν επιβολής, η ειδοποίησις- (α) επιδίδεται εις τον ιδιοκτήτην και εις τον κάτοχον της ακινήτου ιδιοκτησίας εις την οποίαν αύτη αναφέρεται0 και (β) δύναται, εάν η Πολεοδομική Αρχή νομίζη τούτο πρέπον, να επιδοθή ωσαύτως εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον έχον συμφέρον εν τη ακινήτω ιδιοκτησία, το οποίον είναι συμφέρον ουσιωδώς επηρεαζόμενον, κατά την κρίσιν αυτής, υπό της ειδοποιήσεως. ............................... 47.-
(1)Πρόσωπον εις το οποίον επεδόθη ειδοποίησις επιβολής ή οιονδήποτε έτερον πρόσωπον έχον συμφέρον εν τη ακινήτω ιδιοκτησία δύναται, καθ' οιονδήποτε χρόνον εντός της προθεσμίας η οποία ορίζεται εν τη ειδοποιήσει ως η προθεσμία κατά την λήξιν της οποίας η ειδοποίησις θα λάβη ισχύν, να υποβάλη ιεραρχικήν προσφυγήν εις τον Υπουργόν κατά της ειδοποιήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων, ήτοι- (α) ότι εχορηγήθη πολεοδομική άδεια διά την ανάπτυξιν ταύτην (β) ότι δεν απητείτο πολεοδομική άδεια διά την ανάπτυξιν ταύτην ή, αναλόγως της περιπτώσεως, ότι ετηρήθησαν οι όροι υπό τους οποίους εχορηγήθη πολεοδομική άδεια διά την ανάπτυξιν ταύτην (γ) ότι το εν τη ειδοποιήσει επιβολής υπολαμβανόμενον ως ανάπτυξις δεν απετέλει ή συνεπήγετο ανάπτυξιν (δ) ότι αι απαιτήσεις της ειδοποιήσεως επιβολής υπερβαίνουσι το αναγκαιούν διά την επαναφοράν της ακινήτου ιδιοκτησίας εις ην κατάστασιν αύτη ευρίσκετο προτού η περί ης ο λόγος ανάπτυξις λάβη χώραν ή, αναλόγως της περιπτώσεως, διά την εξασφάλισιν συμμορφώσεως προς τους όρους ή περιορισμούς εις τους οποίους αναφέρεται η ειδοποίησις επιβολής (ε) ότι η ειδοποίησις δεν επεδόθη εις τε τον ιδιοκτήτην και τον κάτοχον της ακινήτου ιδιοκτησίας. ................................ 49. Εάν, εντός της εν τη ειδοποιήσει επιβολής οριζομένης προθεσμίας ή τοιαύτης παραταθείσης προθεσμίας οίαν η Πολεοδομική Αρχή ήθελε παράσχει, οιαδήποτε μέτρα απαιτούμενα υπό της ειδοποιήσεως όπως ληφθώσιν (άλλα ή ο τερματισμός της χρήσεως ακινήτου ιδιοκτησίας) δεν έχωσι ληφθή, η Πολεοδομική Αρχή δύναται να εισέλθη εντός της ακινήτου ιδιοκτησίας και να λάβη τα μέτρα ταύτα, δύναται δε να ανακτήση παρά του προσώπου το οποίον ήτο τότε ο ιδιοκτήτης της ακινήτου ιδιοκτησίας οιασδήποτε δαπάνας εις τας οποίας αύτη ευλόγως υπεβλήθη προς τον σκοπόν τούτον: Νοείται ότι η Πολεοδομική Αρχή δεν επιτρέπεται να εισέλθη- (α) εις οιανδήποτε κατοικίαν άνευ δεόντως ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος (β) εις οιανδήποτε οικοδομήν, άλλην ή κατοικίαν, εάν δεν δώση εις τον κάτοχον αυτής οκτώ ημερών έγγραφον προειδοποίησιν περί της σκοπουμένης εισόδου (γ) εις οιανδήποτε ετέραν ακίνητον ιδιοκτησίαν εάν δεν δώση εις τον κάτοχον αυτής μιας ημέρας έγγραφον προειδοποίησις περί της σκοπουμένης εισόδου, εκτός εάν ο κάτοχος συναινή εγγράφως εις την τοιαύτην είσοδον.» Προτού ασχοληθώ με την ουσία του ζητήματος θα πρέπει να σημειώσω ότι ο Αιτητής ενώ καταθέτει την ειδοποίηση επιβολής ως Τεκμήριο Γ, εντούτοις στις παραγράφους 14 και 21 της ένορκης δήλωσης την περιγράφει ως επιστολή με την οποία του ζητήθηκε να συμμορφωθεί με τους όρους της πολεοδομικής άδειας. Απέφυγε δηλαδή να αναφέρει ότι η εν λόγω επιστολή συνιστά ειδοποίηση επιβολής δημιουργώντας έτσι τη λανθασμένη εντύπωση ότι πρόκειται περί απλής επιστολής. Για το ζήτημα αυτό όμως θα γίνει εκτενέστερη αναφορά πιο κάτω. Ερχόμενος τώρα στην ουσία ο Αιτητής παραδέχεται ότι του επιδόθηκε στις 24.03.2016 η επιστολή (ειδοποίηση επιβολής). Όπως προκύπτει από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου εναντίον της ειδοποίησης επιβολής δεν ασκήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 47
(1)του Ν.90/72 ιεραρχική προσφυγή. Είναι επίσης φανερό τόσο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, όσο και της υπό κρίση αίτησης ότι αυτό το οποίο επιδιώκει ο Αιτητής είναι την παρεμπόδιση του Καθ' ου η αίτηση 2 από την εφαρμογή της ειδοποίησης επιβολής. Τίθεται επομένως το ζήτημα κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να επέμβει στα ζητήματα που προκύπτουν από την ενεργοποίηση της ειδοποίησης επιβολής. Κατά την κρίση μου το ζήτημα αυτό εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 49 του Ν.90/72 και εφόσον δώσει στον κάτοχο του υποστατικού έγγραφη προειδοποίηση 8 ημερών, να εισέλθει εντός του υποστατικού και να λάβει εκείνα τα μέτρα που θα έπρεπε να λάβει ο κάτοχος του προκειμένου να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της ειδοποίησης επιβολής. Ο Ν.90/72προνοεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, για τους μηχανισμούς αντίδρασης του προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε ειδοποίηση επιβολής. Οι εν λόγω μηχανισμοί ανάγονται στο διοικητικό δίκαιο, αφού προνοείται σε πρώτο βαθμό η υποβολή ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό και στη συνέχεια υπάρχει φυσικά η δυνατότητα καταχώρησης προσφυγής εναντίον της απόφασης του Υπουργού (Τζιωνής ν. Δημοκρατίας
(2009)3 Α.Α.Δ 689). Σημειώνεται επίσης ότι το άρθρο 47
(3)του Ν.90/72 προβλέπει ότι με την υποβολή ιεραρχικής προσφυγής η ειδοποίηση επιβολής παραμένει ανενεργή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης ή την απόσυρση της. Εν προκειμένω η προαναφερόμενη ιεραρχική προσφυγή δεν υποβλήθηκε από τον Αιτητή, με αποτέλεσμα η ειδοποίηση επιβολής να καταστεί ενεργή και ο Καθ' ου η αίτηση 2 να δικαιούται να προχωρήσει δυνάμει του άρθρου 49 του Ν.90/72 στην επιβολή των μέτρων που αναφέρονται σ' αυτήν. Συνεπώς, από τη στιγμή που η ειδοποίηση επιβολής παρέμεινε απρόσβλητη το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επέμβει στις εκ του νόμου αρμοδιότητες και δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση
- Σε κάθε περίπτωση, από τα πιο πάνω αναφερόμενα, καθίσταται σαφές ότι δεν πληρούται το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου, ήτοι η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Αυτό διότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι ενήργησαν δυνάμει των σχετικών προνοιών του Ν.90/
- Όπως ήδη αναφέρθηκε αφ' ης στιγμής η ειδοποίηση επιβολής παρέμεινε απρόσβλητη οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 νομιμοποιούνται δυνάμει του άρθρου 49 του Ν.90/72 να επέμβουν στο υποστατικό για να εκτελέσουν τις απαραίτητες εργασίες προκειμένου να συνάδει με τους όρους της πολεοδομικής άδειας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί βάσιμα να προβάλλεται ισχυρισμός περί παράνομης επέμβασης ή επαπειλούμενης παράνομης επέμβασης. Τα πιο πάνω αφορούν φυσικά την αξίωση του Αιτητή για έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους Καθ' ων η αίτηση να επεμβαίνουν στο υποστατικό, στην ομαλή χρήση και/ή λειτουργία της επιχείρησης του που στεγάζεται στο υποστατικό και στην εκτέλεση εργασιών σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια. Πέραν των πιο πάνω αξιώσεων όμως, ο Αιτητής διεκδικεί αποζημιώσεις για τη ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστη από την ισχυριζόμενη επέμβαση που έγινε στο ακίνητο του περί τον Απρίλιο του 2017, πριν τεθεί δηλαδή σε ισχύ η ειδοποίηση επιβολής. Επίσης, αξιώνει αποζημιώσεις για το ισχυριζόμενο κλείσιμο της επιχείρησης του, μετά την επίσκεψη υγειονομικού λειτουργού κατόπιν οδηγιών των Καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση με τις προαναφερόμενες αξιώσεις θεωρώ ότι μέσα στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αυτό το οποίο συνεπώς πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούται το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου, δηλαδή το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα. Έχοντας υπόψη μου ότι, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή περιορίζεται μόνο στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για ισχυριζόμενες ζημιές που ήδη υπέστη θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν πληρούται το τρίτο κριτήριο. Είναι καλά γνωστό ότι εκεί όπου η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ως επαρκής θεραπεία, τότε δεν είναι αναγκαία η έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ προσωρινού διατάγματος (βλ. σύγγραμμα Διατάγματα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη σελ.64 - 65). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ουδέν αναφέρεται περί οικονομικής αδυναμίας των Καθ' ων η αίτηση (Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1Α Α.Α.Δ 626). Αντιθέτως, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 προβάλλεται ο ισχυρισμός, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυα πρόσωπα. Όσον αφορά τώρα τον Καθ' ου η αίτηση 1 θεωρώ και πάλι ότι προκύπτει ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή έναντι του Καθ' ου η αίτηση 1 εδράζεται επί του ισχυρισμού του ότι παράνομα τερματίστηκε η σύμβαση μίσθωσης με την επιστολή ημερομηνίας 07.06.16 (παράγραφοι 19 και 20 της Έκθεσης Απαίτησης). Στο παρακλητικό δε της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνεται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η επιστολή με ημερομηνία 07.06.16, ήτοι η επιστολή τερματισμού, δεν παράγει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Στο στάδιο της ακρόασης ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ήγειρε το εν λόγω ζήτημα επικαλούμενος το γεγονός ότι το υποστατικό είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας και κατά συνέπεια διέπεται από τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν.139/91. Συγκεκριμένα ο κ. Φακοντής παρέπεμψε στην απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 16/17 Ε.Δ. Πάφου ημερ. 06.04.2017 όπου το Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας πανομοιότυπο ζήτημα αποφάσισε ότι οι πράξεις και αποφάσεις του Κηδεμόνα δυνάμει του Ν. 139/91 ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και επομένως αρμόδιο να τις ελέγξει είναι το Διοικητικό και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση τέτοια πράξη συνιστά η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση 1 να τερματίσει τη σύμβαση μίσθωσης (Τεκμήριο Α της αίτησης) βάσει της οποίας ο Αιτητής δικαιούτο να κατέχει το υποστατικό. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του αδελφού Δικαστή Χριστοδούλου και σπεύδω ευθύς εξ αρχής να αναφέρω ότι συμφωνώ με το σκεπτικό της, ότι δηλαδή οι εξουσίες του αρμόδιου Υπουργού υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα δυνάμει του Ν.139/91 ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του Νόμου είναι σαφές ότι οι πράξεις και αποφάσεις του Κηδεμόνα σε σχέση με περιουσίες τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας που διαχειρίζεται δυνάμει των προνοιών του Ν.319/91 υπάγονται στο διοικητικό δίκαιο. Στην υπόθεση Πλάτων κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)4Γ Α.Α.Δ 242 επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω και συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι εξουσίες που έχει ο αρμόδιος Υπουργός, που διορίστηκε ως Κηδεμόνας των Τ/Κ περιουσιών σύμφωνα με το Ν.139/91, ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και μάλιστα άπτονται μιας πολύ σοβαρής και μεγάλης πτυχής ζητήματος που ενδιαφέρει ολόκληρη την πολιτεία. Η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα δεν αφορά μόνον ένα έκαστο των ιδιοκτητών αλλά γενικά όλους τους Τ/Κ πολίτες της Δημοκρατίας, καθώς και τους υπόλοιπους. Αυτοί που αποκτούν προσωρινά τις τουρκοκυπριακές περιουσίες το πράττουν προς όφελος των ιδιοκτητών των ιδίων αλλά και της πολιτείας στο σύνολο της. Η κατάσταση αυτή, που δημιουργήθηκε μετά την τούρκικη εισβολή, αντιμετωπίζεται με νομοθετικούς κανόνες που επηρεάζουν όλους τους πολίτες.» Στο άρθρο 6 του Ν.139/91 ορίζονται οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα και στο άρθρο 6(α)(v) αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Κηδεμόνας έχει την αρμοδιότητα να τερματίζει ή να ακυρώνει συμβάσεις σε σχέση με τις περιουσίες τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας η διαχείριση των οποίων του έχει ανατεθεί. Περαιτέρω, το άρθρο 10
(1)του Ν.139/91 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «10.-
(1)Κάθε ενοικιαστής/ αδειούχος που δεν ικανοποιείται από απόφαση του Κηδεμόνα η οποία λαμβάνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των με βάση αυτόν εκδιδόμενων Κανονισμών έχει το δικαίωμα, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα που κοινοποιείται σ' αυτόν η εν λόγω απόφαση, με έγγραφη προσφυγή του στην οποία να εκτίθενται οι λόγοι που την επέβαλαν να προσβάλει την απόφαση αυτή.» Εν προκειμένω είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το υποστατικό είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας και η διαχείριση του ανατέθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 1, ήτοι τον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Σημειώνεται άλλωστε ότι και η σύμβαση μίσθωσης, Τεκμήριο Α της αίτησης, συνομολογήθηκε μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση 1 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του. Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από το προοίμιο της σύμβασης μίσθωσης, ο Καθ' ου η αίτηση 1 ενήργησε υπό την εν λόγω ιδιότητα του δυνάμει των προνοιών του Ν.139/91. Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 μέσω του Έπαρχου Πάφου με επιστολή του ημερ. 07.06.16 (Τεκμήριο Θ της αίτησης) τερμάτισε τη σύμβαση μίσθωσης επικαλούμενος όρους αυτής. Ο Αιτητής από την άλλη δεν άσκησε το δικαίωμα προσβολής της απόφασης τερματισμού της επίδικης σύμβασης μίσθωσης με την καταχώρηση έγγραφης προσφυγής. Από τη στιγμή επομένως που παρέμεινε απρόσβλητη η απόφαση τερματισμού, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο Θ της αίτησης) δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, ούτε και μπορεί να διεκδικεί την έκδοση διαταγμάτων σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση 1 με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι κατέχει νόμιμα το υποστατικό και λειτουργεί νόμιμα σε αυτό την επιχείρηση του. Τα εν λόγω ζητήματα επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση τερματισμού της σύμβασης μίσθωσης, η οποία απόφαση, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να τους επιληφθεί. Ο κ. Αλεξάνδρου κατά την αγόρευση του προέβαλε το επιχείρημα ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου καθώς η εν λόγω συμφωνία αφορά μόνο τον Καθ' ου η αίτηση 1 και τον Αιτητή. Προς επίρρωση του επιχειρήματος του παράπεμψε στο άρθρο 6Α του Νόμου το οποίο προνοεί για τη δυνατότητα προσφυγής με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Καταρχάς το επιχείρημα ότι η συμφωνία αφορά αποκλειστικά μόνο τον Καθ' ου η αίτηση 1 και τον Αιτητή απαντάται από την υπόθεση Πλάτων ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην οποία είχε εγερθεί το ίδιο επιχείρημα από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας, με το Δικαστήριο να τονίζει ότι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών αφορά γενικά όλους τους Τουρκοκύπριους πολίτες της Δημοκρατίας αλλά και την πολιτεία στο σύνολο της. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος του κ. Αλεξάνδρου, θεωρώ ότι μέσα από το άρθρο 6Α προκύπτει ακριβώς ότι αρμόδιο για τις όποιες πράξεις ή αποφάσεις του Κηδεμόνα δυνάμει των προνοιών του Ν.139/91 είναι το Διοικητικό Δικαστήριο και μόνο κατ' εξαίρεση κάποιος πολίτης μπορεί να προσφύγει με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Μάλιστα, το συγκεκριμένο άρθρο ρυθμίζει εξαντλητικά τις περιπτώσεις που μπορεί να καταχωρηθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι το εν λόγω άρθρο, με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο Αιτητής υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα στον Υπουργό το οποίο να έχει απορριφθεί. Περαιτέρω, η αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν.139/91, θα έπρεπε να στρέφεται και εναντίον της Δημοκρατίας, πράγμα το οποίο εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επηρεάζουν άμεσα και την πλήρωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου. Από τη στιγμή που η απόφαση περί τερματισμού της σύμβασης μίσθωσης ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, ο Αιτητής δεν μπορεί μέσω αγωγής στο Ε.Δ. να αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι ο τερματισμός δεν παράγει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει έναντι του Καθ' ου η αίτηση 1 συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ως εκ των ανωτέρω το εκδοθέν διάταγμα δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί. Ανεξαρτήτως όμως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω το διάταγμα δεν θα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ και για τον επιπρόσθετο λόγο που αφορά την παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί στη νομολογία η σημασία που ενέχει η πλήρης αποκάλυψη στις περιπτώσεις που επιζητείται θεραπεία στην απουσία της άλλης πλευράς. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τότε, το Δικαστήριο ακυρώνει τα διατάγματα που εξέδωσε μονομερώς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ. ά ν. Χριστοφόρου κ. ά
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος: "Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No.2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Νational Line v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406 - 412, Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446, Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 Α.Α.Δ. 351, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M. S. και Άλλου,
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 360 και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης, v. Ανδρέα Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583.]" Η νομολογία είναι σταθερή ως προς τις συνέπειες που επιφέρει η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Στην Πολ. Έφεση Αρ.Ε6/14 ημερομηνίας 27.02.15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ:-
- COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G., ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,
- COMMERZBANK AKTIENGESELLSCHAFT, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΚΑΙ ADEONA HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. ................................. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους [βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ. ά. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014]. Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος." Τα ζητήματα για τα οποία παραπονείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι υπήρξε απόκρυψη εντοπίζονται στη μη αποκάλυψη της επίσκεψης στις 04.04.16 στο υποστατικού του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση και της επιστολής ημερομηνίας 24.05.16. Επίσης αναφέρεται ότι δεν έγινε αποκάλυψη της ειδοποίησης επιβολής. Τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι (
- i)κατά πόσο τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν έχουν όντως αποκαλυφθεί από τον Αιτητή και (
- ii)σε τέτοια περίπτωση ποιες επιπτώσεις μπορεί να επιφέρει η μη αποκάλυψη τους. Τα πρώτα δύο ζητήματα όντως δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Πρόκειται για ζητήματα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, καθώς τόσο η επίσκεψη της 04.04.16, όσο και η επιστολή ημερομηνίας 24.05.16 (Τεκμήριο 7 της ένστασης) αφορούν την πολεοδομική άδεια με αρ.5731 και την υποχρέωση του Αιτητή για να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της. Ο Αιτητής με την απόκρυψη των πιο πάνω γεγονότων παρουσίασε μία λανθασμένη εικόνα στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στις παραγράφους 14 - 21 της ένορκης δήλωσης της αίτησης παρουσιάζεται η εικόνα ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 περιοριζόταν απλά να αξιώνει τη συμμόρφωση του Αιτητή με τους όρους της πολεοδομικής άδειας χωρίς όμως να διευκρινίζει στον τελευταίο τι ακριβώς έπρεπε να πράξει. Μάλιστα, ο Αιτητής στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση του Καθ' ου η αίτηση 2, με αποτέλεσμα να σταλεί η επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 03.06.16 (Τεκμήριο Ζ της αίτησης). Η προαναφερόμενη εικόνα καταρρίπτεται όμως από τα γεγονότα που ο Αιτητής επέλεξε να μην αποκαλύψει. Από αυτά προκύπτει ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν περιορίστηκε στο να αξιώνει τη συμμόρφωση του Αιτητή αγνοώντας τα αιτήματα του για να του υποδειχθεί τι όφειλε να πράξει, αλλά ανταποκρίθηκε σε αυτά. Αρχικά στις 04.04.16 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη στο υποστατικό κατά την οποία υποδείχθηκαν στον Αιτητή και τον αρχιτέκτονα του οι εργασίες που όφειλε να εκτελέσει για να συμμορφωθεί προς την πολεοδομική άδεια. Ακολούθως ο Καθ' ου η αίτηση 2 έδωσε χρόνο στον Αιτητή για να συμμορφωθεί και πριν προχωρήσει στην αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 08.06.16 (Τεκμήριο Κ της αίτησης) με επιστολή ημερομηνίας 24.05.16 προειδοποίησε εκ νέου τον Αιτητή για την παράλειψη του να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση επιβολής. Όσον αφορά τώρα την ειδοποίηση επιβολής, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτή περιλαμβάνεται μεν στα Τεκμήρια που επισύναψε ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του (Τεκμήριο Γ της αίτησης) πλήν όμως δεν την περιγράφει ως ειδοποίηση επιβολής αλλά ως μία απλή επιστολή. Η εν λόγω περιγραφή δημιούργησε επίσης μία πεπλανημένη εικόνα στο Δικαστήριο, αφού δεν υποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 επέδωσε ειδοποίηση επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 του Ν.90/72, έτσι ώστε να εξετάσει το Δικαστήριο τις προεκτάσεις από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η υποχρέωση του Αιτητή συνίσταται στο να προβεί σε πλήρη και όχι σε μερική ή ελλιπή αποκάλυψη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια υποχρεούται όχι μόνο να παραθέσει ένα τεκμήριο αλλά ορθά να το εξηγήσει και να το αναφέρει με ακριβοδίκαιο τρόπο και ρητά στην ένορκη δήλωση του (Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ. 557). Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής παρέβη το συγκεκριμένο καθήκον του. Σύμφωνα με τη νομολογία ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο εξ αντικειμένου μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ. ά. v. The Timberland and Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, αναφέρθηκαν τ' ακόλουθα (oι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): ". Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος την έκδοση προσωρινού διατάγματος να αποκαλύψει γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση γνώση. Ούτε είναι υποχρέωση του να προβάλλει αντεκδικήσεις, εκ μέρους τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον Αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας." Περαιτέρω στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 All E. R. 188, η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια μας, διατυπώθηκαν 7 προτάσεις σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η 2η και η 6η πρόταση αναφέρουν τ΄ ακόλουθα σχετικά (oι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "(ii).The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made;. (vi) Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented." Είναι προφανές ότι τα πιο πάνω ζητήματα συναρτώνται άμεσα με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Πρόκειται δε για ουσιώδη γεγονότα τα οποία εξ αντικειμένου θα διαδραμάτιζαν αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εάν ήταν γνωστά, κατά τη χορήγηση του επίδικου διατάγματος. Επιπρόσθετα τα γεγονότα που δεν αποκάλυψε ο Αιτητής επηρέασαν την απόφαση του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α v. Adeona Holdingw Ltd Πολ. Έφεση αρ.Ε6/14 ημερ.27.02.15). Επομένως το εκδοθέν διάταγμα θα ακυρωνόταν και για αυτόν τον λόγο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23.06.2016 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο