← Κύπρος

C. S. G. Neocleous Brothers Constructions Limited ν. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερε

C. S. G. Neocleous Brothers Constructions Limited ν. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2098/2008, 14/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A82 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2098/2008 Μεταξύ :- C. S. G. Neocleous Brothers Constructions Limited Ενάγουσα Και

  1. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου αποβιώσασας
  2. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου Εναγόμενες Και δια Ανταπαιτήσεως Μεταξύ :-
  3. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου αποβιώσασας
  4. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου Ενάγουσες εξ ανταπαιτήσεως Και
  5. C. S. G. Neocleous Brothers Constructions Limited Εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως
  6. Ι. & Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες - Μηχανικοί Εναγόμενοι εξ ανταπαιτήσεως Αίτηση Ημερομηνίας :- 13/1/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τετάρτη 14η Ιουνίου 2017 Για την Ενάγουσα - Εναγόμενη εξ Ανταπαιτήσεως 1 :- Καμία Εμφάνιση Για τις Εναγόμενες 1 και 2 - Ενάγουσες εξ Ανταπαιτήσεως 1 και 2 - Αιτήτριες :- κα. Αλέκα Παπακόκκινου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μαρίνος Μυτίδης Για τους Εναγόμενους εξ Ανταπαιτήσεως 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Μαρία Πιερή Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρία Πιερή Ενδιάμεση Απόφαση 1 Εξετάζεται με αυτή την απόφαση αίτημα των εναγόμενων 1 και 2 και εξ ανταπαιτήσεως εναγουσών 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «αιτήτριες»[1]) για την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων αλλά και θεραπειών,:- 1.1 Πρώτο, διάταγμα για κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 1.2 Δεύτερο, διάταγμα αντεξέτασης του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη, δηλαδή του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25/11/2016, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης ημερομηνίας 28/11/2016 των εναγόμενων εξ ανταπαιτήσεως
  7. 1.3 Τρίτο, διάταγμα «...διά δόλον απάτην και ψευδείς παραστάσεις παράβαση καθήκοντος, αμέλεια, παράνομες ενέργειες και/ή άλλως πως του συνεταιρισμού Ι. και Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες-Μηχανικοί και του συνεταιρισμού Ι και Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες που είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα ως κατωτέρω εις βάρος των Εναγόντων εξ Ανταπαιτήσεως 1 και 2 ως κατωτέρω παραγρ. 5 και περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως των Εναγουσών εξ Ανταπαιτήσεως 1 και 2 της παρούσας Αιτήσεως». 1.4 Τέταρτο, αποζημιώσεις «...διά δόλον, απάτην, παράβαση καθήκοντος, αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις, και/ή άλλως πως ως κατωτέρω περιγράφεται παραγρ. 5 και την συνοδεύουσαν Ένορκο Δήλωση των Εναγουσών εξ Ανταπαιτήσεως 1 και 2». 1.5 Πέμπτο, διάταγμα «...ακυρώσεως οιουδήποτε διορισμού και/ή οιασδήποτε μεταβιβάσεως οιουδήποτε μεριδίου σε οιονδήποτε και/ή συμμετοχής οιουδήποτε άλλου από τους αρχικούς συνεταίρους και/ή απόσυρση οιουδήποτε των συνεταίρων είτε από την Ι. και Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες-Μηχανικοί είτε από την Ι. και Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες από τις 3/10/2005 και εντεύθεν». 1.6 Έκτο, διάταγμα «...διά του οποίου να απαγορεύεται η μεταβίβαση οιουδήποτε μεριδίου ή συμμετοχής οιουδήποτε άλλου από τους αρχικούς συνεταίρους και ούτε να επιβαρύνουν ή αποξενώσουν ή ενεχυριάσουν περιουσιακά στοιχεία με οιονδήποτε τρόπο άμεσο ή έμμεσο των συνεταίρων Ι. και Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες Μηχανικοί ως και των συνεταίρων Ι. και Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες». 1.7 Τέλος, διάταγμα «...αναβολής κάθε διαδικασίας της παρούσης Αγωγής μέχρι τελικής αποφάσεως των παρόντων Αιτημάτων». 2 Υπενθυμίζεται πως η ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 δεν συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία καθώς αυτή έχει προκύψει από καταχώριση ένστασης σε άλλη αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των αιτητριών αναφορικά με την οποία ήδη έχει δηλωθεί από την ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 πως δεν υπάρχει ένσταση στην έκδοση σχετικών διαταγμάτων τροποποίησης. 3 Διευκρινίζεται επίσης πως αναπόφευκτα το αίτημα έκδοσης των προαναφερόμενων διαταγμάτων και θεραπειών εξετάζεται εντός και όχι απομονωμένα ή εκτός του όλου δικονομικού πλαισίου το οποίο προέκυψε από την καταχώριση σχετικής αίτησης τροποποίησης και στο οποίο αυτό εντάσσεται. Έστω και εάν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον διαδικαστικά μόνο τα πρώτα δύο αιτήματα έχουν άμεση σχέση με την αίτηση τροποποίησης η οποία καταχωρίσθηκε στις 16/11/2016 ενώ έμμεσα και μόνο σε συνδυασμό με αυτά διαδικαστική σχέση αναδεικνύεται να έχει και το τελευταίο αίτημα. 4 Εντούτοις, όπως αναφέρεται και σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/3/2017, η όλη αιτιολόγηση και αυτής της απόφασης αλλά και η δυνατότητα ορθής αντίληψης του περιεχομένου της δεν μπορεί λογικά και δικονομικά παρά να συνδέεται άρρηκτα με το προαναφερόμενο πλαίσιο όπως αυτό καθορίζεται από το γεγονός της καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης. 5 Προς αποφυγή επανάληψης και περιγραφής σε λεπτομέρεια είτε αυτού του πλαισίου είτε των όσων δεδομένων οδήγησαν στη δημιουργία του, σε σχέση δηλαδή και με τις μέχρι σήμερα ατελέσφορες δυστυχώς προσπάθειες του Δικαστηρίου για την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, υιοθετούνται εντός αυτής της απόφασης τα όσα αναφέρονται σχετικά στις υποπαραγράφους της παραγράφου 6 της προαναφερόμενης προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με ορισμένα σημεία, κυρίως χρονικά, ως προς το όλο ιστορικό το οποίο οδήγησε στην καταχώριση και της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 6 Σχετικές επίσης και με αυτή την απόφαση είναι και οι διευκρινίσεις, παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην παράγραφο 7 της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου. 7 Βεβαίως η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση εξετάζεται διατηρώντας υπόψη τα οποιαδήποτε δικά της ιδιαίτερα δεδομένα και λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη την επιχειρηματολογία η οποία προτάθηκε τόσο υπέρ όσο και εναντίον της αποδοχής της. 8 Υπενθυμίζεται όμως και πάλι το δεδομένο πως η βασική αίτηση, δηλαδή η αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 16/11/2016, αποτελεί το θεμέλιο της οποιασδήποτε διαδικασίας η οποία ακολούθησε στη συνέχεια όσο και το πόση καθοριστική σημασία έχει αυτό το δεδομένο σε σχέση και με την έκβαση και αυτής της αίτησης. Αναδεικνύεται αυτό το δεδομένο και από το γεγονός της ύπαρξης των προαναφερόμενων πρώτων δύο αιτημάτων τα οποία διαδικαστικά έχουν άμεση σχέση με την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 16/11/
  8. 9 Επιπλέον, αναφορικά με το έβδομο αίτημα αξίζει να σημειωθεί πως, μετά και από την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 22/3/2017, αυτό ουσιαστικά εξασφαλίστηκε όχι λόγω έγκρισης αυτού του μέρους της αίτησης αλλά έμμεσα, δηλαδή όχι εξαιτίας έγκρισης του ίδιου του αιτήματος αλλά ως αποτέλεσμα του προγραμματισμού τόσο του χρόνου του Δικαστηρίου όσο και της πορείας της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης τροποποίησης μέχρι και σήμερα. 10 Σημειώνεται όμως και το εξής ως προς τη συμπερίληψη των υπόλοιπων θεραπειών. Πραγματικά αυτές δεν είναι δυνατό, είτε δικονομικά είτε ουσιαστικά, να συνδυαστούν εντός της ίδιας αίτησης με αιτήματα τα οποία βεβαίως έχουν άμεση σχέση με την εκδίκαση της αίτησης τροποποίησης. Καθηκόντως εξετάζονται μεν από το Δικαστήριο αλλά παράλληλα διατηρείται υπόψη πως η επιλογή υποβολής αιτήματος τροποποίησης έγινε από τις ίδιες τις αιτήτριες και πως λογικά θα ήταν ορθότερο τα οποιαδήποτε αιτήματα εντός μίας ενδιάμεσης αίτησης η οποία κυρίως αναμένεται να έχει σχέση με μία άλλη ενδιάμεση αίτηση (δηλαδή, την αίτηση τροποποίησης) να περιορίζονταν εντός του όλου πλαισίου εξέτασης της αίτησης τροποποίησης και όχι είτε να επεκτείνονταν εκτός αυτού είτε να μην συνδυάζονται τουλάχιστον με τα αιτήματα τα οποία όντως είναι δυνατό να θεωρηθούν ως σχετικά με αυτό το πλαίσιο. 11 Προτού προχωρήσει όμως το Δικαστήριο με εξέταση της ουσίας της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση θεωρείται ορθό και δίκαιο όπως εξεταστεί και ένα θέμα το οποίο προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης και σε σχέση με το οποίο το Δικαστήριο εξήγησε πως αυτό θα εξεταζόταν ως μέρος του συνόλου της όλης διαδικασίας. 12 Προτάθηκε μάλιστα και η θέση πως εξαιτίας απλά και μόνο αυτού του θέματος θα έπρεπε η αίτηση υπό εξέταση να είχε εγκριθεί. Θέση με την οποία το Δικαστήριο δεν συμφώνησε καθότι βεβαίως το συγκεκριμένο θέμα, έστω και σε περίπτωση αποδοχής ως προς την ορθότητα του, από μόνο του δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μη αναγκαιότητα εξέτασης των υπολοίπων θεμάτων τα οποία εγείρονταν προς εξέταση εντός της αίτησης. Θέτοντας το πιο απλά, ακόμη και να μην λαμβανόταν υπόψη το περιεχόμενο της ένστασης η οποία καταχωρίσθηκε από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 και πάλι θα όφειλε το Δικαστήριο να εξετάσει τη βασιμότητα της αίτησης στο σύνολο της. 13 Το θέμα το οποίο τέθηκε προφορικά κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ήταν - σύμφωνα με τη θέση της κας. Παπακόκκινου - η λανθασμένη διατύπωση του τίτλου της αγωγής με αναφορά σε προηγούμενες τροποποιήσεις αυτού δίχως όμως αυτό το ιστορικό να λαμβάνεται υπόψη στη διατύπωση του τίτλου της αγωγής στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία καταχωρίσθηκε από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους
  9. 14 Η νομική πτυχή του θέματος εστιάζεται στην εφαρμογή της Δ.63 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα καλούνται οι «Θεσμοί») και συγκεκριμένα στον κανονισμό 2[2] σύμφωνα με τον οποίο, στο βαθμό στον οποίο αυτός είναι σχετικός με αγωγή, προνοούνται τα ακόλουθα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες στην πορεία μίας αγωγής είτε προστίθενται νέοι διάδικοι είτε διαγράφονται διάδικοι, ο τίτλος θα τροποποιείται αναλόγως έτσι ώστε να αναφέρει τα ονόματα των διαδίκων μεταξύ των οποίων η αγωγή όντως θα συνεχίζεται και όλα τα σχετικά έγγραφα ημερομηνίας μεταγενέστερης της τροποποίησης του τίτλου θα φέρουν ως τίτλο τον αρχικό τίτλο και τον τροποποιημένο τίτλο και την ημερομηνία του διατάγματος της συγκεκριμένης τροποποίησης, σύμφωνα με τον Τύπο 52 των Θεσμών. 15 Συνεπώς, εφόσον όντως η ένσταση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 δεν διατυπώθηκε σύμφωνα με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον κανονισμό 2 της Διαταγής 63 των Θεσμών, αναμφίβολα δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη συγκεκριμένη πρόνοια των Θεσμών. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι ποιες είναι οι δικονομικές συνέπειες αυτής της παράλειψης συμμόρφωσης ή ουσιαστικά κατά πόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση µε τους Κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. 16 Σύμφωνα με την παράγραφο

(1)του κανονισμού 1 της Διαταγής 64 των Θεσμών η «...μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, µε τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά µε χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση µε αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή». Επιπλέον, σύμφωνα με τον κανονισμό 2 της ίδιας Διαταγής, αίτηση «...για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση». 17 Όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 2541 της απόφασης Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1Γ Α. Α. Δ. 2534 η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας και δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση µη συμμόρφωσης µε τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας ενώ η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου µε προεξάρχον κριτήριο ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. 18 Το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη του αυτή τη νομολογία, πραγματικά δεν διαπιστώνει να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να πρέπει να παραμεριστεί η ένσταση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 και να μην εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται σχετικά στις σελίδες 377 έως και 381 της απόφασης Karl Heinz Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1Α Α. Α. Δ.
  1. Κρίνεται πως η περίπτωση υπό εξέταση πρόκειται απλώς για µη συμμόρφωση µε τον κανονισμό 2 της Διαταγής 63 δίχως αυτό να αποτελεί ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ή παραβίαση βασικών νομικών αρχών και συνεπώς ακολουθεί πως η συγκεκριμένη παράλειψη ισοδυναμεί µε θεραπεύσιμη παρατυπία. 19 Υπενθυμίζεται σχετικά πως το θέμα δεν εγέρθηκε παρά μόνο κατά την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης της αίτησης, δηλαδή με την έναρξη της προφορικής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης, δίχως να είχε ληφθεί προηγουμένως οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο, όπως η καταχώριση σχετικής αίτησης παραμερισμού λόγω παρατυπίας η οποία μάλιστα να είχε υποβληθεί σε εύλογο χρόνο και προτού οι αιτήτριες να είχαν προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα αφού προηγουμένως είχε περιέλθει σε γνώση τους η συγκεκριμένη παρατυπία. 20 Μάλιστα, υπενθυμίζεται, πως μετά και από την καταχώριση της ένστασης του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2, οι αιτήτριες καταχώρισαν και άλλη αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης ημερομηνίας 3/2/2017 εναντίον της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Επιπλέον, πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί πως οι αιτήτριες έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τη συγκεκριμένη παρατυπία κυρίως δε ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής τους στη διαδικασία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. 21 Τονίζεται και πάλι (βλ. σχετικά την παράγραφο 12 αυτής της απόφασης) πως ακόμη και σε περίπτωση παραμερισμού της ένστασης αυτό ασφαλώς δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε έγκριση της αίτησης υπό εξέταση καθότι βεβαίως θα εξεταζόταν κατά πόσο αυτή είναι όντως βάσιμη ή όχι. 22 Έχοντας εξετάσει το θέμα το οποίο εγέρθηκε αναφορικά με τον τίτλο της ένστασης το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει τα αιτήματα εντός της αίτησης. 23 Το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κρίνεται δικαιολογημένο. Η ύπαρξη καλού λόγου προς παραχώρηση της συγκεκριμένης άδειας διαπιστώνεται έχοντας υπόψη την απόρριψη του περιεχομένου της αίτησης και ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης και ιδιαίτερα δε σε σχέση με στοιχεία τα οποία οι αιτήτριες δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν από το Τμήμα του Έφορου Εταιρειών λόγω της προβαλλόμενης έλλειψης επαρκούς χρόνου από την ημερομηνία έγκρισης του αιτήματος αναβολής της ακρόασης της αγωγής στις 8/11/2016 μέχρι και τον ορισμό της αίτησης τροποποίησης στις 18/11/
  2. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει πως υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην γίνει δεκτός ως αξιόπιστος ο γενικότερος ισχυρισμός ως προς την ύπαρξη της συγκεκριμένης δυσκολίας εντός του διαθέσιμου χρονικού πλαισίου μέχρι και την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης. 24 Ούτε και θεωρείται από το Δικαστήριο πως είτε η ίδια η παράγραφος
(2)του κανονισμού 4 της Διαταγής 48 των θεσμών είτε ακόμη και η νομολογία μας θέτει ως ρητή προϋπόθεση προς εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης την επισύναψη σε σχετική αίτηση αντιγράφου της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εξάλλου, όπως εύστοχα επεσήμανε και η κα. Παπακόκκινου, η σχετική διάταξη των Θεσμών παρέχει τη δυνατότητα ακόμη και υποβολής προφορικού αιτήματος για εξασφάλιση άδειας προς καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 25 Συνεπώς, δίδεται άδεια προς καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να στοχεύει στην προσκόμιση ενώπιον του Δικαστηρίου των οποιωνδήποτε σχετικών στοιχείων με την αίτηση τροποποίησης από το Τμήμα του Έφορου Εταιρειών ενδεχομένως και με την επισύναψη σε αυτή σχετικών τεκμηρίων από το συγκεκριμένο Τμήμα και η οποία θα πρέπει να καταχωρισθεί τουλάχιστον δέκα καθαρές ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα οριστεί γι΄ ακρόαση η αίτηση τροποποίησης. 26 Αναφορικά όμως με το αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρει εντός της ένορκης δήλωσης, ιδιαίτερα δε στις υποπαραγράφους (β) και (γ) της παραγράφου 3, αυτό το οποίο αβίαστα εξάγεται και διαπιστώνεται ως συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πως ουσιαστικά προβάλλεται από τον ενόρκως δηλούντα μία νομική θέση παρά μία πραγματική τοποθέτηση, υπό μορφή δηλαδή ισχυρισμών σε σχέση με τους οποίους θα μπορούσε να τύχει αντεξέτασης ο ενόρκως δηλών. Νομική θέση αναφορικά με την προσθήκη για δεύτερη φορά του ίδιου διαδίκου και πως αυτό, σύμφωνα με την ίδια θέση, θα ήταν νομικά ανεπίτρεπτο. Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται πως η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί ενός νομικού θέματος θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό κατά την εξέταση από το Δικαστήριο της βασιμότητας της αίτησης τροποποίησης. Επομένως, το αίτημα αυτό απορρίπτεται. 27 Αναφορικά με τα αιτήματα 3 έως και 5, όπως αυτά αριθμούνται επί της αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ως βάσιμο τον λόγο ένστασης (στ) ως προς το ότι εντός αυτών παρατίθενται θεραπείες οι οποίες θα έπρεπε να εγερθούν εντός του πλαισίου αγωγής με το απαραίτητο υπόβαθρο εντός σχετικού δικογράφου και όχι υπό μορφή ενδιάμεσης αίτησης στην απουσία αυτού του υπόβαθρου. Ιδιαίτερα δε σε αίτηση η οποία είναι ενδιάμεση με αναφορά σε άλλη ενδιάμεση αίτηση. Ως εκ τούτου τα αιτήματα αυτά απορρίπτονται. 28 Αναφορικά με το αίτημα με αριθμό 6 κρίνεται πως αυτό είναι εντελώς εκτός του πλαισίου μίας ενδιάμεσης αίτησης η οποία έχει σχέση με τον τρόπο εκδίκασης μίας προγενέστερης ενδιάμεσης και πάλι αλλά κυρίως αίτησης αναφορικά με την οποία έχει καταχωρισθεί η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, ενώ η ίδια η διατύπωση του αιτήματος ταυτοποιεί αυτό ως μία τελική και όχι ενδιάμεση θεραπεία μη καθιστώντας το προσωρινό μέτρο (δηλαδή, ως αίτημα για προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής) έτσι ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθεί ως αίτημα για προσωρινό διάταγμα ή ουσιαστικά προσωρινό μέτρο προστασίας. 29 Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση κρίνεται πως θα ήταν ορθότερο να είχε καταχωρισθεί ξεχωριστή αίτηση εκτός του όλου πλαισίου εκδίκασης της αίτησης τροποποίησης ενώ τονίζεται και πάλι πως, ως έχει διατυπωθεί το συγκεκριμένο αίτημα, αυτό το οποίο επιδιώκεται δεν είναι η εξασφάλιση ενός προσωρινού μέτρου προστασίας και συνεπώς και αυτό το αίτημα δεν μπορεί παρά λογικά να ενταχθεί και να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία με τα αιτήματα 3 έως και 5. Όμως, όπως και να ιδωθεί από το Δικαστήριο το συγκεκριμένο μέτρο, αυτό κρίνεται αβάσιμο και η έγκριση του δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί επί της βάσης οποιουδήποτε σχετικού επιχειρήματος με το οποίο αυτό είχε προωθηθεί. Ως εκ τούτου και αυτό το αίτημα απορρίπτεται. 30 Ως προς το θέμα των εξόδων της αίτησης έχοντας υπόψη ότι ουσιαστικά το Δικαστήριο εξέτασε έξι από τα εφτά αιτήματα και πως επιτυχή έκβαση είχε μόνο ένα από αυτά, το 1/6 των εξόδων των αιτητριών, υπό την έννοια βεβαίως των εξόδων της κας. Παπακόκκινου, δηλαδή του επιδόματος της ως διάδικος και όχι ως δικηγόρος (βλ. σχετικά το Παράρτημα Β, Μέρος ΙΙ των Θεσμών), επιδικάζεται υπέρ τους, όπως αυτό θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Στη συνέχεια θα τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό ορισμού ημερομηνίας ακρόασης της αίτησης τροποποίησης. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Αντεξέτασης - Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης - Άλλες Θεραπείες [1] Διευκρινίζεται πως η χρήση του πληθυντικού σε σχέση με τις αιτήτριες κρίνεται πιο σκόπιμη δίχως να παραγνωρίζεται βεβαίως το δεδομένο ότι στην περίπτωση της εναγόμενης 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας 1 το ίδιο άτομο εμφανίζεται υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου ενώ ως εναγόμενη 2 και εξ ανταπαιτήσεως 2 εμφανίζεται προσωπικά. [2] 2. Where new parties are added or any parties struck out in the course of an action or proceeding by originating summons, application, or petition, the title shall be amended so as to state the names of the parties between whom the same is actually continued; and all documents therein, bearing date subsequent to the amendment of title, shall be intituled with the original and amended title and the date of the order directing such amendment, according to Form 52. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.