L.LOUCAIDES - THEOPHANOUS LAWYERS LIMITED COMPANY ν. Ελένης Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 1804/16, 14/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1804/16 Μεταξύ: L.LOUCAIDES - THEOPHANOUS LAWYERS LIMITED COMPANY Ενάγουσα Και Ελένης Παναγιώτου Εναγόμενη - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 27.01.17 14.06.17 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χ. Φιλίππου Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Ζαννούπας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στο εξής η «Αιτήτρια») εξαιτείται με την παρούσα αίτηση την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση»). Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Καθ' ης η αίτηση ήταν πελάτιδα της Αιτήτριας, η οποία είναι αδειούχος δικηγορική εταιρεία, και εκπροσωπούσε την πρώτη στις αγωγές με αρ. 1805/10 και 4035/10 του Ε.Δ. Πάφου καθώς και στην ποινική υπόθεση με αρ. 5927/14 Ε.Δ. Πάφου. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων που υπηρετούν σ' αυτήν, προσέφερε και άλλες νομικές υπηρεσίες στην Καθ' ης η Αίτηση, μεταξύ των οποίων, νομικές συμβουλές, μελέτη και/ή ετοιμασία εγγράφων, συναντήσεις με την Καθ' ης αίτηση και/ή αντιπροσώπους της. Κατά ή περί της 25.10.16 η Καθ' ης η αίτηση συμφώνησε όπως, πέραν των ποσών που ήδη είχε καταβάλει στην Αιτήτρια ως δικηγορική αμοιβή, πληρώσει επιπρόσθετα ως αμοιβή το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α. το οποίο θα πληρωνόταν σε καθορισμένες χρονικές περιόδους στη βάση των ποσών που η Καθ' ης η αίτηση θα λάμβανε από την εταιρεία Pafilia Property Developers Ltd στα πλαίσια της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 4035/10 Ε.Δ. Πάφου. Παρά ταύτα η Καθ' ης η αίτηση αρνείται να καταβάλει στην Αιτήτρια την συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή και αποτάθηκε στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου ζητώντας όπως ψηφιστούν τα έξοδα της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενόψει της ύπαρξης συμφωνίας ως προς την δικηγορική της αμοιβή ο Πρωτοκολλητής δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της αίτησης της Καθ' ης η αίτηση για ψήφιση των εξόδων. Η Αιτήτρια κατά ή περί της 02.12.16 απέστειλε προς την Καθ' ης η αίτηση προτιμολόγιο και/ή χρεωστική σημείωση για το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α, το οποίο η τελευταία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει. Διαζευκτικά η Αιτήτρια αξιώνει το προαναφερόμενο ποσό ως εύλογη αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες της. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της διευθύντριας της Αιτήτριας και σε αυτήν επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Οι εν λόγω ισχυρισμοί έχουν εκτεθεί συνοπτικά πιο πάνω και δεν θεωρώ σκόπιμη την επανάληψη τους. Περιορίζομαι να αναφερθώ στους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας σε σχέση με τους καταλόγους εξόδων που καταχώρησε προς ψήφιση η Καθ' ης η αίτηση, σύμφωνα με τους οποίους στις 13.01.17 ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου εξέδωσε σχετικές αποφάσεις με τις οποίες απέρριψε τις αιτήσεις για ψήφιση των εξόδων. Επιπρόσθετα στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται σχετικά Τεκμήρια προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Πιο συγκεκριμένα επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, το έγγραφο - συμφωνία ημερομηνίας 25.10.16, με το οποίο η Καθ' ης η αίτηση ανέλαβε να καταβάλει ως δικηγορική αμοιβή το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 3 της αίτησης), η απόφαση στην αγωγή με αρ. 4035/10 Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 31.10.16 (Τεκμήριο 6 της αίτησης), η επιστολή της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 01.12.16 (Τεκμήριο 11 της αίτησης) και οι αποφάσεις του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου επί των υποβληθέντων από την Καθ' ης η αίτηση καταλόγων εξόδων (Τεκμήρια 12 - 14 της αίτησης). Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα εκφράζει την πίστη ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση, εφόσον η ίδια συμφώνησε όπως πληρώσει το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α. ως δικηγορική αμοιβή για προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκασή της. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στις 14.02.16 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει 7 λόγους ένστασης. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης, αυτοί επικεντρώνονται στο ότι δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει υπεράσπιση αφού η υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 25.10.16 εξασφαλίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, προβάλλεται ως λόγος ένστασης η θέση ότι οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στην υπό κρίση αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς και ότι μοναδικός σκοπός της Αιτήτριας είναι η αποστέρηση της Καθ' ης η αίτηση από το δικαίωμά της να υπερασπιστεί την παρούσα υπόθεση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση και σε αυτήν αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο λόγος για τον οποίο καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης είναι διότι πιστεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Η Καθ' ης η αίτηση αναφέρεται στις αγωγές με αρ.1805/10 και 4035/10 Ε.Δ. Πάφου, λέγοντας ότι αρχικά εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο και περί τον Νοέμβριο του 2014, αφού τερματίστηκε η συνεργασία της με τον προηγούμενο δικηγόρο της, ανέθεσε τις προαναφερόμενες υποθέσεις στην Αιτήτρια. Μάλιστα στη συνάντηση που έγινε πριν την ανάθεση των εν λόγω αγωγών στην Αιτήτρια ρώτησε τη διευθύντρια της τελευταίας για το ύψος της αμοιβής της και έλαβε την απάντηση ότι αυτή καθορίζεται με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό που αφορά τα δικηγορικά τέλη. Κατά συνέπεια και για τις δύο αγωγές υπέγραψε «απλά» διοριστήρια στα οποία αναφερόταν ότι η πληρωμή θα γίνει σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών (Τεκμήρια 2 και 3 της ένστασης). Τα εν λόγω διοριστήρια ουδέποτε της παραδόθηκαν από την Αιτήτρια, η οποία και παραλείπει να τα αναφέρει στην υπό κρίση αίτηση. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση με αρ.5927/14 Ε.Δ. Πάφου, η Αιτήτρια ουδέποτε την ενημέρωσε για το ύψος της αμοιβής της, ούτε και την πληροφόρησε ότι όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται σύμφωνα με τον περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Κανονισμό. Σε σχέση με το έγγραφο ημερομηνίας 25.10.16 στο οποίο αναγράφεται ότι ανέλαβε να καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α, η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι το υπέγραψε ισχυρίζεται όμως ότι η υπογραφή του ήταν το αποτέλεσμα εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης που της άσκησε η διευθύντρια της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι περί τις αρχές Ιουνίου 2016 ήλθε σε συμφωνία με τους αντιδίκους της στις αγωγές αρ.1805/10 και 4035/10 Ε.Δ. Πάφου, Pafilia Property Developers Ltd (στο εξής η «Pafilia»), δυνάμει της οποίας θα διευθετούνταν οι εν λόγω αγωγές στις 31.10.16 με την καταβολή προς την ίδια του ποσού των €1.381.500,00 πλέον δύο διαμερίσματα. Στις 21.06.16 η Καθ' ης η αίτηση επικοινώνησε μέσω του συζύγου της με τη διευθύντρια της Αιτήτριας για να την προμηθεύσει με κατάσταση λογαριασμού για την αμοιβή της, με την τελευταία να απαντά ότι το ποσό θα υπολογισθεί στο τέλος των υποθέσεων. Ακολούθως στις 25.10.16, έξι δηλαδή μέρες πριν την 31.10.16 ημερομηνία κατά την οποία ήταν προγραμματισμένες για ακρόαση οι αγωγές, υπάλληλος της Αιτήτριας επικοινώνησε με την Καθ' ης η αίτηση ζητώντας της επιτακτικά να μεταβεί στο γραφείο της στην Πάφο για να υπογράψει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε από τον Ιούνιο του 2016 με την Pafilia. Παράλληλα η εν λόγω υπάλληλος της Αιτήτριας ενημέρωσε την Καθ' ης η αίτηση ότι η αμοιβή της Αιτήτριας ήταν €50.000 πλέον Φ.Π.Α. Αμέσως μετά ο σύζυγος της Καθ' ης η αίτηση επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη διευθύντρια της Αιτήτριας ζητώντας εξηγήσεις για το ύψος της αμοιβής, με την τελευταία να του απαντά ότι θα πρέπει άμεσα να μεταβούν στην Πάφο διότι τις επόμενες τέσσερις ημέρες θα απουσίαζε και δεν θα μπορούσε να υπογραφεί η συμφωνία με την Pafilia. Υπό τις περιστάσεις αποφάσισε με τον σύζυγο της να μεταβούν στην Πάφο και μόλις προσήλθαν στα γραφεία της Αιτήτριας η διευθύντρια της τελευταίας ζήτησε εξηγήσεις για τις διαμαρτυρίες τους για το ύψος της αμοιβής. Περαιτέρω, τους παρουσίασε το έγγραφο ημερομηνίας 25.10.16, το οποίο ήδη είχε ετοιμάσει, και απαίτησε την υπογραφή του προειδοποιώντας τους ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προέβαινε σε ενέργειες για να «χαλάσει» τη συμφωνία με την Pafilia. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι αν ζητούσαν τους φακέλους των αγωγών για να τις αναθέσουν σε άλλο δικηγόρο δεν θα τους παρέδιδε, εκτός αν προηγουμένως καταβαλλόταν στην Αιτήτρια η αμοιβή της εκ ποσού €50.000 πλέον Φ.Π.Α. Μάλιστα η Αιτήτρια έθεσε ως όρο όπως πρώτα υπογραφεί το έγγραφο ημερομηνίας 25.10.16 και στη συνέχεια η συμφωνία με την Pafilia, πράγμα το οποίο αναγκάστηκε η Καθ' ης η αίτηση να πράξει χωρίς την ελεύθερη βούληση της. Ακολούθως, την 01.12.16 η Καθ' ης αίτηση με το σύζυγο της προσέγγισαν τον νυν δικηγόρο τους, ο οποίος τους συμβούλευσε να πραγματοποιήσουν έρευνα στους φακέλους των αγωγών για να διαπιστώσουν ποιο ήταν το περιεχόμενο των διοριστηρίων που υπέγραψε η Καθ' ης η αίτηση διορίζοντας ως δικηγόρο της την Αιτήτρια. Αμέσως μετά την έρευνα καταχώρησε τους καταλόγους εξόδων αναφορικά με τις αγωγές (Τεκμήρια 4 και 5 της ένστασης) και ενημέρωσε με επιστολή της (Τεκμήριο 6 της ένστασης) την Pafilia ζητώντας από την τελευταία να μην προχωρήσει στην καταβολή οποιωνδήποτε χρημάτων στην Αιτήτρια. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν προσέφερε υπηρεσίες που να δικαιολογούν το ύψος της αμοιβής που διεκδικεί. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η συμφωνία με την Pafilia επιτεύχθηκε κατόπιν προσπαθειών της Pafilia και των δικηγόρων της αφενός και της ίδιας και του συζύγου της αφετέρου. Εν πάση περιπτώσει, το χρηματικό ποσό που δικαιούται η Αιτήτρια ως αμοιβή είναι €1496,01 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α και χρησιμοποιώντας τη σχέση κυριαρχίας που είχε επί της θέλησης της εξασφάλισε την υπογραφή της στο έγγραφο δυνάμει του οποίου θα της κατέβαλλε ως αμοιβή το ποσό των €59.500 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Εν κατακλείδι η Καθ' ης η αίτηση ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης ως νομικά και πραγματικά αβάσιμης. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους να επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει η Αιτήτρια θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν. Συγκεκριμένα είναι αδιαμφισβήτητο ότι το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ότι η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Όσον αφορά την προϋπόθεση για την επάρκεια της ένορκης δήλωσης, επίσης θεωρώ ότι πληρούται. Η ένορκη δήλωση γίνεται από τη διευθύντρια της Αιτήτριας η οποία είχε άμεση εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα (πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της ένστασης) και σε αυτήν εκφράζεται η πίστη ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση, αλλά ότι η τελευταία καταχώρησε το σημείωμα εμφάνισης μόνο προς τον σκοπό πρόκλησης καθυστέρησης. Το βάρος επομένως μετατίθεται στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης που καταχώρησε η Καθ' ης η αίτηση στις 14.02.17 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (SIGMA RADIO T.V LTD ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2005)1Α Α.Α.Δ 408). Ό,τι μπορεί να ληφθεί επομένως υπόψη είναι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση, η τελευταία δεν αρνείται την υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 25.10.16 με το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Αιτήτρια ως δικηγορική αμοιβή το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α. Προβάλλει ωστόσο τον ισχυρισμό ότι η υπογραφή της επί του προαναφερόμενου εγγράφου δεν τέθηκε με την ελεύθερη συναίνεση της, αλλά κατόπιν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης. Πιο συγκεκριμένα η Καθ' ης η αίτηση αναφέρεται στα γεγονότα που, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβαν χώρα στις 25.10.16 και τα οποία την οδήγησαν στο να υπογράψει το επίδικο έγγραφο ενόψει της απειλής της διευθύντριας της Αιτήτριας ότι αφενός, αν δεν αποδεχόταν την αμοιβή της, θα προέβαινε σε ενέργειες για να ναυαγήσει η συμφωνία μe την Pafilia και αφετέρου ότι, ακόμα και αν έπαυε την Αιτήτρια, το ποσό των €50.000 πλέον Φ.Π.Α θα έπρεπε να το καταβάλει. Επιπλέον, κατά τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια έθεσε ως όρο για την υπογραφή της συμφωνίας με την Pafilia την προηγούμενη υπογραφή του επίδικου εγγράφου ημερομηνίας 25.10.
- Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια, ως δικηγορική εταιρεία στην οποία είχε αναθέσει την εκπροσώπηση της, τελούσε σε σχέση κυριαρχίας επί της θέλησης της και χρησιμοποίησε την εν λόγω σχέση για να αποκομίσει άδικο πλεονέκτημα έναντι της. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το επίδικο έγγραφο είναι ετεροβαρές και άδικο, αφού οι υπηρεσίες που προσέφερε η Αιτήτρια δεν αντιστοιχούν στο ποσό που διεκδικεί ως αμοιβή. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τους δικούς της υπολογισμούς, ισχυρίζεται ότι το ποσό που οφείλει να πληρώσει ως δικηγορική αμοιβή στην Αιτήτρια και για τις τρείς υποθέσεις στις οποίες την εκπροσώπησε ανέρχεται στα €1496,01 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, μία συμφωνία για να είναι έγκυρη θα πρέπει, ανάμεσα σε άλλα, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Το άρθρο 14 του Κεφ.149 δίδοντας τον ορισμό της ελεύθερης συναίνεσης αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.» Επομένως, η συναίνεση για κατάρτιση συμφωνίας δεν είναι ελεύθερη όταν αυτή επιτυγχάνεται δυνάμει εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συμφωνία είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτόν τον τρόπο (άρθρα 19
(1)και 20
(1)του Κεφ.149. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στη Δ.59 θ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναγνωρίζεται η δυνατότητα αμφισβήτησης συμφωνίας για δικηγορική αμοιβή επί του ότι είναι άδικη και αδικαιολόγητη (Αναφορικά με την Αίτηση του Ν. Ε. Νεοκλέους
(2007)1Α Α.Α.Δ 477 και Πολ. Αίτηση 71/17 ημερομηνίας 07.06.17 Αναφορικά με την Απόφαση της Πρωτοκολλητού του Ε.Δ. Λευκωσίας κας Μαρίας Χριστοδούλου). Οι ισχυρισμοί επομένως που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση αποτελούν υπερασπίσεις αναγνωρισμένες από τον Νόμο. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της δεν περιορίστηκαν σε γενική και αόριστη επίκληση «εξαναγκασμού», «ψυχικής πίεσης» και «άδικης» συμφωνίας, αλλά αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία ισχυρίζεται ότι στοιχειοθετούν τις πιο πάνω υπερασπίσεις. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι προβάλλονται από τους διαδίκους εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί ως προς τις συνθήκες κατάρτισης του εγγράφου ημερομηνίας 25.10.16, καθώς και ως προς το κατά πόσο η δικηγορική αμοιβή που διεκδικεί η Αιτήτρια δυνάμει του εν λόγω εγγράφου είναι υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη, συνηγορούν στο ότι θα πρέπει να δοθεί στην Καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της. Στην υπόθεση J&M LOIZIDES AGENCIES LTD Κ.Α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1280 (απόφαση πλειοψηφίας), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος). ............................... Είναι φανερό ότι τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βασίστηκαν στην αξιολόγηση του περιεχομένου των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων. Είναι επίσης φανερό ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κανόνας O΄Brien δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση έχει ως υπόβαθρο τα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ως αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης, την ορθότητα των οποίων όμως αμφισβητεί έντονα η υπεράσπιση, η οποία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν το αποτέλεσμα εσφαλμένης καθοδήγησης ως προς τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ενώπιον του υλικό βρίσκεται εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ των πιο πάνω, η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί και συνακόλουθα να δοθεί στους εφεσείοντες η ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, η ορθότητα των οποίων θα κριθεί στο πλαίσιο διακρίβωσης της ουσίας των επίδικων διαφορών. Η φύση των νομικών θεμάτων που εγείρονται και των ισχυρισμών που προβάλλονται από πλευράς εφεσειόντων είναι τέτοια, που θα πρέπει να δοθεί η άδεια στους εφεσείοντες να υπερασπιστούν.» Στην προκείμενη περίπτωση για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται απόφασης, ως η απαίτηση της, θα πρέπει να αξιολογήσει την αντικρουόμενη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πράγμα το οποίο δεν μπορεί να συμβεί σε αυτό το στάδιο. Μόνο στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μπορούν να διαπιστωθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφηκε το επίδικο έγγραφο και κατά πόσο η δικηγορική αμοιβή που αξιώνει η Αιτήτρια είναι αιτιολογημένη. Εν πάση περιπτώσει όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, «..όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.)...................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση/συμφωνία/δικηγορική αμοιβή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο