← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. MOUAID AL SULAEMAN, Αρ. Αγωγής: 1794/15, 2/6/2017

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. MOUAID AL SULAEMAN, Αρ. Αγωγής: 1794/15, 2/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1794/15 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από την Πάφο Ενάγοντα Και MOUAID AL SULAEMAN, από την Συρία Εναγομένου ------------------------ Ημερομηνία: 2 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Η. Ευθυμίου Για τον Εναγόμενο: κα Α. Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε ο κατ' ισχυρισμό δανεισμός χρημάτων του Εναγόμενου από μέρους του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εργοδοτούμενος στην εταιρεία ΦΥΤΩΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ (στο εξής η «εταιρεία») στην οποία διευθυντής είναι ο Ενάγων. Κατά ή περί τις 10.10.2014 ο Ενάγων δάνεισε τον Εναγόμενο το ποσό των €2.500 το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να το εξοφλήσει εντός λίγων ημερών. Ακολούθως κατά ή περί τις 15.01.2015 ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου δανείου το ποσό των €500,00 και ακολούθως στις 30.01.2015 ζήτησε και έλαβε από τον Ενάγοντα επιπλέον δάνειο ύψους €300,00 το οποίο ανέλαβε να το εξοφλήσει μαζί με το υπόλοιπο εκ ποσού €2.000 εντός λίγων ημερών. Ο Εναγόμενος με το δικόγραφο της Υπεράσπισης αρνείται ότι δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε προκειμένου να πιέσει και να ταλαιπωρήσει τον ίδιο λόγω της καταχώρισης αίτησης στο Εργατικό Δικαστήριο Πάφου εναντίον της εταιρείας. Διαζευκτικά ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει πλήρως εξοφλήσει το ισχυριζόμενο δάνειο και/ή το ποσό που οφείλεται είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το υπόλοιπο του δανείου ουδέποτε έγινε απαιτητό και/ή δόθηκε με χαριστική πρόθεση και ως εκ τούτου ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να το διεκδικεί. Ο Ενάγων στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση προβάλλει, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του και σε τρίτα πρόσωπα. Η παρούσα αγωγή εκδικάσθηκε με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Ακολουθήθηκε επομένως η διαδικασία ταχείας εκδίκασης εφόσον η χρηματική διαφορά των διαδίκων δεν υπερβαίνει τις €3.000. Η ακρόαση της αγωγής διεξάχθηκε στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού ουδείς εκ των διαδίκων άσκησε το δικαίωμα αντεξέτασης και/ή προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Δ.30 θ.7 Προς απόδειξη της απαίτησης καταχωρήθηκε έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα και τον Abdulrahim Alhaprat (Μ.Ε.2). Στην αντίπερα όχθη για την υπεράσπιση καταχωρήθηκε επίσης έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Εναγόμενο και τον Hani Al Sliman (M.Y.1). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. O Ενάγων στην έγγραφη μαρτυρία του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι περί τις 10.10.2014 ο Εναγόμενος ζήτησε δάνειο €2.500 σε μετρητά προκειμένου να καλύψει τα έξοδα μεταφοράς στην Κύπρο της συζύγου του καθώς επίσης και τα έξοδα συντήρησης αλλά και δώρα προς αυτήν. Δεν υπογράφηκε οποιοδήποτε έγγραφο για τον δανεισμό των χρημάτων διότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, καθώς ο Εναγόμενος εργαζόταν στην εταιρεία στην οποία ο Ενάγων είναι διευθυντής. Περί τις 15.01.2015 ο Εναγόμενος επέστρεψε το ποσό των €500,00 και υποσχέθηκε ότι σε λίγες μέρες θα εξοφλούσε πλήρως το δάνειο. Αντί τούτου όμως στις 30.01.2015 ζήτησε περαιτέρω δάνειο ύψους €300,00 υποσχόμενος ότι θα εξοφλούσε το σύνολο των €2.300 σταδιακά κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Την προαναφερόμενη οφειλή την παραδέχθηκε ο Εναγόμενος στον Μ.Ε.2 ο οποίος είχε μεσολαβήσει προκειμένου να τον πείσει να επανέλθει τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι εργάτες πίσω στην εργασία τους στην εταιρεία. Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν απολύθηκε από την εταιρεία αλλά από μόνος του εγκατέλειψε την εργασία του. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι όχλησε αρκετές φορές τον Εναγόμενο για την είσπραξη του ποσού των €2.300, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ο Μ.Ε.2 στη δική του μαρτυρία αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2015 μεσολάβησε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου για να πείσει τον τελευταίο να επιστρέψει στην εργασία του. Κατά τις τηλεφωνικές διαβουλεύσεις τους ρώτησε τον Εναγόμενο κατά πόσο έλαβε το ποσό των €2.500 ως δάνειο από τον Ενάγοντα και αν προτίθεται να επιστρέψει το εν λόγω ποσό. Ο Εναγόμενος απάντησε ότι έλαβε το ποσό των €2.500 το οποίο ωστόσο θα κρατούσε για υπερωρίες. Ο Εναγόμενος στην έγγραφη μαρτυρία του ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν στην εταιρεία από το 2006 μέχρι και τις 22.07.2015 οπότε τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι εργοδοτούμενοι απολύθηκαν παράνομα. Ο μισθός που λάμβανε στην εταιρεία ανερχόταν στο ποσό των €650,00 μηνιαίως και καταβαλλόταν με επιταγή που του παρέδιδε ο Ενάγων. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος οπισθογραφούσε την επιταγή και στη συνέχεια ο Ενάγων του έδιδε το προαναφερόμενο ποσό σε μετρητά αφού εξαργύρωνε την επιταγή. Αμέσως μετά την απόλυση του τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι που απολύθηκαν απευθύνθηκαν στη δικηγόρο τους η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 28.07.2015 προς την εταιρεία απαίτησε τα νόμιμα δικαιώματα τους. Την ίδια ημέρα στάληκε επίσης επιστολή και στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων Πάφου προκειμένου να διερευνηθεί ο παράνομος τερματισμός της απασχόλησης τους. Σε συνάντηση που έγινε στην παρουσία αρμόδιου υπαλλήλου του εν λόγω Τμήματος και της δικηγόρου του, ο Ενάγων δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το αξιούμενο ποσό. Αντιθέτως παρέδωσε στη δικηγόρο του στις 31.08.2015 το ποσό των €461,29 το οποίο αφορούσε τον δεδουλευμένο μισθό για την περίοδο 01.07.2015 με 22.07.
  1. Ακολούθως καταχωρήθηκε η Αίτηση Εργατικών Διαφορών με αριθμό 387/15 στις 02.09.2015 διά της οποίας ο Εναγόμενος αξιώνει αποζημιώσεις για την παράνομη απόλυση του, αλλά και για αναδρομική πληρωμή των 13ων μισθών και της αναλογίας αργιών και αδειών. Ο Εναγόμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την ταλαιπωρία του και προκειμένου να ασκηθεί πίεση στο πρόσωπο του για να αποσύρει την Αίτηση Εργατικών Διαφορών που καταχωρήθηκε εναντίον της εταιρείας. Όσον αφορά το ποσό των €300,00 ο Ενάγων προσπάθησε περί τον Ιούλιο του 2015 να προσφέρει στον Εναγόμενο το εν λόγω ποσό μετά από επίσκεψη του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στο χώρο που εργαζόταν προκειμένου να υπογράψει εν λευκώ μία δήλωση που ο Ενάγων όφειλε να παραδώσει στο γραφείο εργασίας για λογαριασμό της εταιρείας. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε και από εκείνη την ημέρα ξεκίνησαν οι προστριβές με αποκορύφωμα την εκδίωξη του από την εργασία του στις 22.07.
  2. Αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον Μ.Ε.2 ισχυριζόμενος ότι από την ημέρα της απόλυσης του ουδέποτε μίλησε είτε με τον Ενάγοντα είτε με τον Μ.Ε.2 παρά μόνο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην παρουσία της δικηγόρου του. Περαιτέρω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Μ.Ε.2 μίλησε με τον Μ.Υ.2 προκειμένου να πείσει τόσο τον ίδιο όσο και τον Μ.Ε.2 να μην αποταθούν σε δικηγόρο. Επιπρόσθετα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Μ.Ε.2 προέβη στην προαναφερόμενη δήλωση κατόπιν πιέσεων του Ενάγοντα καθώς, εξ' όσων έχει πληροφορηθεί, διαμένει σε διαμέρισμα του τελευταίου και του οφείλει μεγάλα ποσά σε ενοίκια. Στη γραπτή μαρτυρία του τώρα ο Μ.Υ.2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι φίλος και συγγενής του Εναγόμενου και εργαζόταν και ο ίδιος στην εταιρεία μαζί με τον Εναγόμενο από το 2011 μέχρι και την ημερομηνία απόλυσης του στις 22.07.
  3. Μετά την απόλυση τους από την εταιρεία απευθύνθηκε μαζί με τον Ενάγοντα σε δικηγόρο και αναφέρεται και ο ίδιος στις συναντήσεις που έγιναν στο Γραφείο Εργασίας αλλά και στις συνομιλίες με τη δικηγόρο τους στις οποίες ο Ενάγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δάνεισε στον Εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Ε.2, ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος τηλεφώνησε στον ίδιο και όχι στον Εναγόμενο. Κατά την τηλεφωνική συνομιλία τους δεν του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος όφειλε χρήματα στον Ενάγοντα, αλλά η συνομιλία τους περιορίστηκε στην προσπάθεια του Μ.Ε.2 να μεταπείσει τόσο τον ίδιο όσο και μέσω αυτού τον Εναγόμενο από το να απευθυνθούν σε δικηγόρο. Τέλος, προβάλλει και αυτός τον ισχυρισμό ότι εκ των υστέρων ενημερώθηκε ότι ο Μ.Ε.2 ενοικιάζει διαμέρισμα από τον Ενάγοντα και του οφείλει μεγάλα ποσά. Η εκδοχή που παρουσίασε ο Ενάγων παρουσιάζει κενά και ασάφειες. Καταρχάς δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε τεκμήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Μία σύμβαση μπορεί ασφαλώς να καταρτιστεί και προφορικά, οπότε το γεγονός αυτό από μόνο του δεν μπορεί να αποβεί μοιραίο για την υπόθεση του Ενάγοντα. Ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί η παραμικρή απόδειξη η οποία να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι δόθηκε στον Εναγόμενο ως δάνειο αρχικά το ποσό των €2.500 και στη συνέχεια το ποσό των €300,
  4. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το ποσό των €2.800 το δάνεισε στον Εναγόμενο σε μετρητά, δεν παρουσίασε όμως οποιαδήποτε απόδειξη ότι π.χ. έγινε ανάληψη του εν λόγω ποσού από τραπεζικό λογαριασμό. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω ποσό ήταν άμεσα διαθέσιμο στον Ενάγοντα και δεν χρειάστηκε η ανάληψη του, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, ενόψει και του ύψους του ποσού, να τηρούσε ο Ενάγων κάποια σημείωση για τον ισχυριζόμενο δανεισμό. Πολύ δε περισσότερο θα ανέμενα να προχωρήσει στην προαναφερόμενη ενέργεια όταν ο Εναγόμενος, όχι μόνο δεν εξόφλησε το ισχυριζόμενο δάνειο μετά από λίγες μέρες ως η σχετική υπόσχεση του, αλλά ζήτησε περαιτέρω δάνειο το οποίο μάλιστα θα αποπληρωνόταν σταδιακά. Από την τελευταία αναφορά του Ενάγοντα περί σταδιακής αποπληρωμής προκύπτει ένα επιπρόσθετο ζήτημα ως προς την εκδοχή του. Συγκεκριμένα ο προαναφερόμενος ισχυρισμός βρίσκεται σε διάσταση προς τις δικογραφημένες θέσεις του. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος παραπέμπω στις παραγράφους 3 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης όπου αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος ανέλαβε να εξοφλήσει τόσο το αρχικό όσο και το επιπρόσθετο δάνειο εντός λίγων ημερών. Αντιθέτως στη μαρτυρία του ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι μετά την παραχώρηση του επιπρόσθετου δανείου των €300,00 ο Εναγόμενος υποσχέθηκε ότι θα αποπλήρωνε το συνολικό ποσό σταδιακά κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ισχυρισμός που δεν προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης. Αποτελεί πάγια αρχή ότι μαρτυρία που κινείται εκτός των δικογραφημένων θέσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ επαναβεβαιώθηκε η εν λόγω αρχή. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στις εφεσείουσες κατά τη δίκη να προβάλουν για πρώτη φορά ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφήσει. Ούτε το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας διαφοροποιεί ή δικαιολογεί παράβαση των Θεσμών. Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Πέραν της διάστασης ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις και τη μαρτυρία του Ενάγοντα, οι ισχυρισμοί που έχουν προβληθεί χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της γραπτής μαρτυρίας του ο Ενάγων δεν εξειδικεύει τον χρόνο εντός του οποίου θα αποπληρωνόταν το επίδικο αρχικό δάνειο των €2.
  1. Το κάνει για πρώτη φορά στην επόμενη παράγραφο όπου προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε το ποσό των €500,00 μερικούς μήνες μετά την παραχώρηση του δανείου και υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε και τις υπόλοιπες €2.000 σε λίγες ημέρες. Κατά τον χρόνο συνομολόγησης όμως του δανείου δεν αναφέρεται οτιδήποτε ως προς την ημερομηνία και τον τρόπο εξόφλησης του. Επίσης αόριστος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του περί σταδιακής αποπληρωμής τόσο του αρχικού όσο και του επιπρόσθετου δανείου μετά την παραχώρηση του τελευταίου. Δεν εξειδικεύεται η σταδιακή αποπληρωμή, αφού δεν αναφέρονται τα χρονικά διαστήματα που θα γινόταν σταδιακά η εξόφληση, ούτε και δίδονται λεπτομέρειες ως προς τα ποσά που θα πληρώνονταν κάθε φορά. Ερωτηματικά επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι, παρά την προαναφερόμενη κατ' ισχυρισμό δήλωση του Εναγόμενου περί σταδιακής αποπληρωμής, ο Ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι προέβη σε οποιαδήποτε παράσταση ή απαίτηση προς τον Εναγόμενο για εξόφληση του ποσού κατά τον χρόνο που ο τελευταίος εργαζόταν στην εταιρεία και εξακολουθούσε επομένως να έχει επαφή μαζί του. Το λογικά αναμενόμενο ήταν από τη στιγμή που η ισχυριζόμενη υπόσχεση δόθηκε στις 30.01.15 και έκτοτε ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, ο Ενάγων να προβεί σε οχλήσεις προς τον Εναγόμενο. Αντιθέτως ο Ενάγων, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του, ουδέν έπραξε. Επίσης δεν είναι πειστική η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του στον Μ.Ε.
  2. Ο Ενάγων υποστηρίζει ότι ο Μ.Ε.2 μεσολάβησε για την επιστροφή του Εναγόμενου στην εργασία του στην εταιρεία. Ταυτόχρονα όμως δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί πληροφόρησης του Μ.Ε.2 για τα ισχυριζόμενα δάνεια ζητώντας του μάλιστα να θέσει το εν λόγω ζήτημα στον Εναγόμενο. Από την άλλη, ο Μ.Ε.2 στη δική του μαρτυρία περιορίζεται απλώς να αναφέρει ότι επικοινώνησε με τον Εναγόμενο για να τον πείσει να επιστρέψει στην εργασία του. Δεν επεξηγεί ούτε και αυτός πως περιήλθαν σε γνώση του τα ισχυριζόμενα δάνεια και πως προέκυψε η κατ' ισχυρισμό συζήτηση με τον Εναγόμενο σε σχέση με αυτά. Δεν αναφέρει επίσης τον αριθμό τηλεφώνου στον οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του επικοινώνησε με τον Εναγόμενο. Επίσης η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 στερείται πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις γραπτές μαρτυρίες του Ενάγοντα και του Μ.Ε.2, οι οποίες και απορρίπτονται. Όσον αφορά τώρα τη μαρτυρία που δόθηκε από την υπεράσπιση, στα κύρια της σημεία παρουσιάζει λογική συνοχή και πειστικότητα. Βασική θέση της υπεράσπισης είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι εκ των υστέρων εφεύρημα του Ενάγοντα και εντάσσεται στην προσπάθεια του να ασκήσει πίεση στον Εναγόμενο σε σχέση με την Αίτηση Εργατικών Διαφορών που εκκρεμεί εναντίον της εταιρείας. Η προαναφερόμενη θέση προβάλλεται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και μέσω της μαρτυρίας του Εναγόμενου δίδονται στοιχεία και λεπτομέρειες προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος αναφέρεται στο παράπονο που υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, στην πληρωμή του ποσού των €461,29 και στην καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Δεν παραβλέπω ότι δεν παρατίθεται ως Τεκμήριο η εν λόγω αίτηση, επισημαίνω ωστόσο ότι ο Εναγόμενος αναφέρει τον αριθμό της και την ημερομηνία καταχώρησης. Σημειώνω επίσης ότι τα πιο πάνω δεν έχουν τύχει ρητής αμφισβήτησης. Αφενός στο δικόγραφο της Απάντησης δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδική αναφορά, παρά μόνο ο Εναγόμενος γενικά αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης. Αφετέρου στη γραπτή μαρτυρία του ο Ενάγων δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με την αίτηση που εκκρεμεί εναντίον της εταιρείας στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Δεν παραβλέπω ότι η προαναφερόμενη αίτηση στρέφεται εναντίον της εταιρείας και όχι εναντίον του Ενάγοντα. Το γεγονός αυτό το επικαλείται στη γραπτή αγόρευση του και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα για να αναφέρει ότι δεν υπήρχε σκοπιμότητα στο να θέσει ο Ενάγων το ζήτημα του ισχυριζόμενου δανείου στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Το εν λόγω ζήτημα όμως, κατά την κρίση μου, δεν εξαντλείται στο ότι ο Ενάγων και η εταιρεία είναι διαφορετικά πρόσωπα. Τα περιστατικά της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι τα συμφέροντα του Ενάγοντα συνδέονται με αυτά της εταιρείας, στην οποία είναι κοινά αποδεκτό ότι ο πρώτος είναι διευθυντής. Όπως ο ίδιος αναφέρει υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης με τον Εναγόμενο, λόγω ακριβώς της εργοδότησης του τελευταίου στην εταιρεία. Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο όπως ο τελευταίος αποπληρώσει το δάνειο σταδιακά κατά την εργασία του στην εταιρεία. Επιπρόσθετα η κατ' ισχυρισμό παραδοχή του Εναγόμενου για την οφειλή προς τον Μ.Ε.2 έγινε στα πλαίσια συζήτησης που αφορούσε την επιστροφή του στην εταιρεία. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τη σύνδεση και την ταύτιση του Ενάγοντα με την εταιρεία και ότι επομένως ο τελευταίος έχει συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης που εκκρεμεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και λόγο για να ασκήσει πίεση στον Εναγόμενο. Υπάρχουν ωστόσο σημεία της μαρτυρίας του Εναγόμενου που δεν είναι αποδεκτά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε εκείνα τα μέρη των παραγράφων 6, 10, 13 και 14 στα οποία παραθέτει τη γνώμη και τα συμπεράσματα του. Είναι καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες προσφέρουν μαρτυρία επί γεγονότων και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν τη γνώμη ή τα συμπεράσματα τους, πλήν καθορισμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, Κεφ.15 σελ.605 - 608). Επίσης δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 13, καθώς δεν δίδονται οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με τα πρόσωπα από τα οποία έλαβε την πληροφορία ότι ο Μ.Ε.2 ενοικιάζει διαμέρισμα ιδιοκτησίας του Ενάγοντα και οφείλει μεγάλο ποσό ενοικίων. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ασφαλώς δεν απορρίπτεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9). Η βαρύτητα ωστόσο που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν προκειμένω δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στο ή στα πρόσωπα που μετέφεραν στον Εναγόμενο την εν λόγω πληροφορία. Με εξαίρεση επομένως τα σημεία που αναφέρονται πιο πάνω, η λοιπή μαρτυρία του Εναγόμενου κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία τώρα του Μ.Υ.2 επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι ο Μ.Ε.2 είναι μαζί του που είχε τηλεφωνική επικοινωνία και όχι με τον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του και συνεπώς αποδέχομαι τη θέση του ότι ο Μ.Ε.2 ήταν μαζί του που επικοινώνησε τηλεφωνικά. Υπάρχουν ωστόσο και στη μαρτυρία του Μ.Υ.2 σημεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά διότι εκφράζει τη γνώμη και τα συμπεράσματα του (βλ. τελευταία παράγραφος της σελ.1 της γραπτής μαρτυρίας του). Επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του σε σχέση με τα κίνητρα που ώθησαν τον Μ.Ε.2 να προσφέρει μαρτυρία αφού και αυτός, όπως και ο Εναγόμενος δεν αναφέρουν από ποια πρόσωπα έλαβαν την πληροφορία περί οφειλών του Μ.Ε.2 προς τον Ενάγοντα. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη με εξαίρεση τα σημεία που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας ανωτέρω). Νομική πτυχή Ο Ενάγων εδράζει την αξίωση του στη σύναψη δύο προφορικών συμφωνιών δανείου. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149: «10.-
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Επομένως μία σύμβαση μπορεί να καταρτισθεί και προφορικά. Σύμφωνα δε με τη νομολογία απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι αφενός η πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης και αφετέρου η ύπαρξη αντιπαροχής (C. MALATHOURAS & SONS LTD v. ΛΑΪΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
(2004)1Β Α.Α.Δ 1233). Συμπεράσματα Όπως ήδη αναφέρθηκε η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται σε δύο προφορικές συμφωνίες δανείου. Ενώπιον μου ωστόσο δεν τέθηκε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Η μαρτυρία του Ενάγοντα, καθώς επίσης και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω έχουν απορριφθεί. Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σημειώνω ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι παραχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο ως δάνειο το συνολικό ποσό των €2.800. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται σε δύο προφορικές συμφωνίες δανείου, εντούτοις στην Έκθεση Απαίτησης δεν καταγράφονται οι βασικοί όροι των ισχυριζόμενων συμφωνιών. Όσα καταγράφονται στις παραγράφους 3 και 5 είναι αφ' εαυτών αόριστα, αφού δεν διευκρινίζεται ο χρόνος αποπληρωμής των ισχυριζόμενων δανείων αλλά απλώς αναφέρεται γενικά ότι θα εξοφλούνταν σε λίγες μέρες. Ούτε και με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε δόθηκαν λεπτομέρειες του τρόπου αποπληρωμής, αλλά αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η μαρτυρία του υπήρξε ασαφής και κινήθηκε εκτός δικογραφημένων θέσεων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 02.09.15 της αίτησης με αρ.387/15 εναντίον της εταιρείας με την οποία αξιώνονται, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για την παράνομη απόλυση του Εναγόμενου εγείρει ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της αξίωσης του Ενάγοντα. Ο Ενάγων ουδέν αναφέρει περί τούτου στη μαρτυρία του, ούτε και επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν κινήθηκε νωρίτερα εναντίον του Εναγόμενου και ειδικότερα μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία, οπότε και ήταν πλέον φανερό ότι ο Εναγόμενος δεν θα συμμορφωνόταν με την κατ' ισχυρισμό υπόσχεση του. Το ζήτημα της καταχώρησης αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εγείρεται στην Υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 7), ο Ενάγων δεν το αρνείται είτε μέσω της Απάντησης, είτε μέσω της μαρτυρίας του, και θα ανέμενα να δοθεί κάποια εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο η παρούσα καταχωρήθηκε μετά τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της εταιρείας στην οποία είναι διευθυντής και με την οποία έχει κοινά συμφέροντα. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω ο Ενάγων δεν απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση του. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Ένα τελευταίο σχόλιο όσον αφορά το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και τη διαζευκτική αξίωση για απόδοση θεραπείας στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αν και το εν λόγω ζήτημα δεν αναπτύσσεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, σημειώνω ότι δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση θεραπείας στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην προκείμενη περίπτωση αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του Ενάγοντα περιστράφηκε γύρω από την ύπαρξη προφορικών συμφωνιών δανείου. Θεραπεία στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού θα μπορούσε να διεκδικηθεί στην απουσία σύμβασης ή διάρρηξης αυτής. Στην υπόθεση AΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α - και - ΚΑΚΑΒΟΥ Πολ. Έφεση αρ. 278/10 ημερ. 15.10.15 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο.» Επομένως από τη στιγμή που ο Ενάγων προώθησε την απαίτηση στην πιο πάνω βάση, την οποία απέτυχε να αποδείξει, και εφόσον δεν αποδείχθηκε η παραχώρηση του συνολικού ποσού των €2.800 στον Εναγόμενο δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δάνειο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.