← Κύπρος

Γεώργιου Πέτρου ν. Ανδρέα Χριστοφή κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2672/2008, 28/6/2017

Γεώργιου Πέτρου ν. Ανδρέα Χριστοφή κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2672/2008, 28/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A99 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2672/2008 Μεταξύ:- Γεώργιου Πέτρου Ενάγοντα Και

  1. Ανδρέα Χριστοφή
  2. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας του Αργύρη Παναγόπουλου
  3. Στέλλας Θ. Δολιανίτη Εναγόμενοι Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τετάρτη 28η Ιουνίου 2017 Για τον Ενάγοντα :- κος. Τηλέμαχος Γεωργιάδης για Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Λουκία Λάμπρου Για τους εναγόμενους 2 και 3 :- κος. Θανάσης Αθανασίου για Σάββας Μάτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Στέλιος Σιβιτανίδης Τελική Απόφαση 1 Στις περισσότερες περιπτώσεις μίας επίδικης διαφοράς υπάρχουν τουλάχιστον δύο διαφορετικές εκδοχές οι οποίες προωθούνται αντίστοιχα από τους αντιδίκους, είτε προς απόδειξη της αξίωσης είτε προς υποστήριξη της υπεράσπισης. Έτσι και στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η αξίωση του ενάγοντα αμφισβητείται από την υπεράσπιση των εναγόμενων 2[1] και 3 οι οποίοι προβάλλουν μία αντίθετη εκδοχή από αυτή την οποία ο ενάγων επικαλείται προς στοιχειοθέτηση της βασιμότητας της αξίωσης του. 2 Σημειώνεται απλά πως αναφορικά με τον εναγόμενο 1 ήδη έχει εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον του μετά και από παράλειψη του να καταχωρίσει εμφάνιση. Ενδιαφέρον βεβαίως θα είχε εάν και η δική του εκδοχή των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως ούτε ο ενάγων αλλά ούτε και ο εναγόμενος 2, οι οποίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες, κάλεσαν το συγκεκριμένο άτομο ως μάρτυρα. Ούτε και αμφότεροι πρότειναν οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου δεν το έπραξαν αυτό. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και το δεδομένο πως η εκδοχή του καθενός είχε ως βάση ή ουσιαστικά βασικό άξονα περιστροφής και τη συμμετοχή του ίδιου του εναγόμενου 1 σε σχέση με δικές του ενέργειες. 3 Εντούτοις το Δικαστήριο καλείται όπως κρίνει την αξιοπιστία των διάδικων οι οποίοι όντως κατέθεσαν και κυρίως επί της βάσης της δικής τους κατάθεσης ως δύο από τα τέσσερα άτομα τα οποία συμμετείχαν στα γεγονότα από τα οποία συνίσταται η επίδικη διαφορά. Τέσσερα άτομα καθότι βεβαίως παρόμοιου αν όχι και ισότιμου βαθμού αξίας ή σημασίας θα μπορούσε να είχε και η μαρτυρία της εναγόμενης 3 αν και η μη παρουσίαση της ως μάρτυρας ενδεχομένως να είχε σχέση με τη διάσταση ή χωρισμό της από τον εναγόμενο 2 σε συνδυασμό ακόμη και με την απουσία της στο εξωτερικό. 4 Αναφέρονται από το Δικαστήριο αυτά τα δεδομένα απουσίας ενδεχόμενης μαρτυρίας έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η ανάδειξη αλλά και έμφαση ως προς την πραγματική ή ακόμη και περιορισμένη ουσιαστικά έκταση της μαρτυρίας η οποία όντως παρουσιάστηκε και όχι προς αναζήτηση ή υποθετική δημιουργία μαρτυρίας η οποία ουδέποτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. 5 Βεβαίως η έκβαση αυτής της απόφασης εξαρτάται κυρίως από την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας η οποία όντως έχει παρουσιαστεί στο σύνολο της και ιδιαίτερα δε αυτή η οποία παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος κατά πόσο ο ίδιος έχει προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία και να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων και με την οποία να ικανοποιείται το βάρος της απόδειξης της αξίωσης του εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 υπό την έννοια η εκδοχή του να είναι πιο πιθανή παρά όχι. 6 Παράλληλα, παρά και την προβολή με την έκθεση υπεράσπισης των εναγόμενων 2 και 3 προδικαστικής ένστασης ως προς την έλλειψη νομιμότητας της γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως δεν προκύπτει οποιοδήποτε ιδιαίτερο νομικό σημείο σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων και από το οποίο να εξαρτάται όντως το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης. Είτε σε σχέση με τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση είτε γενικότερα. Αξίζει απλά να σημειωθεί πως ο ενάγων δεν αξιώνει με την αγωγή του την εφαρμογή αυτής της γραπτής συμφωνίας. Αντιθέτως ισχυρίζεται πως αυτή ακυρώθηκε. Ως επίσης σημειώνεται ότι κυρίως η σημασία της συγκεκριμένης συμφωνίας εντός του πλαισίου των επίδικων γεγονότων είναι η κατ΄ ισχυρισμό ακύρωση της. Η κατ΄ ισχυρισμό αυτή ακύρωση της γραπτής συμφωνίας αποτελούσε όχι απλώς βασικό μέρος αλλά το ίδιο το υπόβαθρο μίας νέας προφορικής συμφωνίας μεταξύ πλέον όχι μόνο του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, ως οι συμβαλλόμενοι στην αρχική γραπτή συμφωνία, αλλά μεταξύ του ενάγοντα και όλων των εναγόμενων. 7 Σχετική επί του θέματος είναι η παράγραφος 8 της έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο ενάγων ένεκα «...των συνεχών αρνήσεων του εναγομένου αρ. 1 να προβεί στην μεταβίβαση των αναφερομένων αδειών [ΟΠΑΠ και GLORY] ... αναγκάστηκε στις ή γύρω στις αρχές Ιουνίου 2008 και συμφώνησε με τους Ανδρέα Χριστοφή, Αργύρη Παναγόπουλο και Στέλλα Θ. Δολιανίτη όπως ακυρωθεί η συμφωνία του με τον εναγόμενο αρ. 1 για την πώληση της ρηθείσας επιχείρησης και όπως πωληθεί στους Αργύρη Παναγόπουλο και εναγόμενη αρ. 3 και μεταβιβασθεί στο όνομα της εναγόμενης Αρ. 3 έναντι του ποσού των €185.000,00» . Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως το αντικείμενο της προφορικής συμφωνίας, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, είναι η πώληση της επιχείρησης η οποία περιγράφεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. 8 Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το εξής δεδομένο σε σχέση με το αντικείμενο της γραπτής συμφωνίας, σύμφωνα βεβαίως με το ίδιο το περιεχόμενο της. Προς επίρρωση μάλιστα και της αναφοράς στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης ως προς το ότι ο ενάγων και ο εναγόμενος 1 «...συμφώνησαν όπως ο δεύτερος πωλήσει και παραχωρήσει στον πρώτο τη διαχείριση και εκμετάλλευση[2] της επιχείρησης πρακτορείου στοιχημάτων ΟΠΑΠ, GLORY και άλλων στοιχημάτων που στεγάζεται στο κατάστημα της οδού Ανεξαρτησίας αρ. 23 στη Πάφο έναντι του ποσού των €162.317,13 (Λ.Κ. 95.000,00)...» προσθέτοντας επίσης ότι στην «...πώληση της επιχείρησης περιλαμβάνετο η επίπλωση και ο εξοπλισμός των πιο πάνω καταστημάτων της επιχείρησης». Ουσιαστικά η γραπτή συμφωνία δεν είχε ως αντικείμενο την πώληση της συγκεκριμένης επιχείρησης αλλά τη διαχείριση της. Δηλαδή ο εναγόμενος 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας παραχωρούσε τη διαχείριση της επιχείρησης στον ενάγοντα. 9 Αναφέρεται συγκεκριμένα στο προοίμιο της συμφωνίας πως ο εναγόμενος 1 συμφωνούσε όπως παραχωρήσει τη διαχείριση της επιχείρησης προς τον ενάγοντα έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και πως ο ενάγων αποδεχόταν όπως αποδεχθεί αυτή τη διαχείριση έναντι νόμιμου ανταλλάγματος. Επιπλέον, όπως αναφέρεται και στον όρο 2 της συμφωνίας, με την υπογραφή της, ο ενάγων αναλάμβανε πλήρως τη διαχείριση της επιχείρησης ενώ σύμφωνα με τον όρο 3 ο εναγόμενος 1, επίσης, με την υπογραφή της συμφωνίας, παραχωρούσε στον ενάγοντα τη χρήση και διαχείριση των αδειών των συμφωνημένων τυχερών παιχνιδιών. Αναμφίβολα αναλάμβανε επίσης ο εναγόμενος 1, σύμφωνα με τον όρο 5 της συμφωνίας, την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και να υπέγραφε κάθε συγκατάθεση και έγγραφο ώστε οι άδειες των συμφωνημένων τυχερών παιχνιδιών να μεταβιβάζονταν είτε στον ενάγοντα είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτός θα υποδείκνυε στον εναγόμενο
  4. Η άμεση όμως εφαρμογή της συμφωνίας περισσότερο σχέση είχε με τη διαχείριση παρά την πώληση της επιχείρησης ενώ όπως και ο ίδιος ο ενάγων εξήγησε είχε κρατήσει τον εναγόμενο 1 ως υπάλληλο του. 10 Βεβαίως η πραγματικότητα είναι πως το συγκεκριμένο δεδομένο, αυτό της πραγματικής φύσης της γραπτής συμφωνίας, δεν διερευνήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, πέραν δηλαδή από μία ερώτηση στην αρχή της αντεξέτασης του ενάγοντα και η οποία δεν προωθήθηκε στη συνέχεια, ως προς το κατά πόσο στην όλη συναλλαγή (σε αυτή την «κουβέντα») εμπλέκονταν κάποιοι άλλοι. Ακόμη όμως σε σχέση και με αυτή την ερώτηση ο ενάγων απάντησε με τρόπο επιφυλακτικό προκαλώντας προβληματισμό - όπως και σε σχέση με άλλες απαντήσεις του στη συνέχιση της αντεξέτασης του - ως προς το κατά πόσο γνώριζε περισσότερα από όσα ήταν διατεθειμένος με ειλικρίνεια να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Απάντησε μεν ότι οι εμπλεκόμενοι ήταν ο ίδιος και ο εναγόμενος 1 προσθέτοντας όμως και την εξής επιφύλαξη. Ότι αν εμπλέκονταν κάποιοι άλλοι ο ίδιος δεν γνώριζε. Ουσιαστικά αφήνοντας ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο, όσο και αν ο ίδιος πρόβαλε ως δική του θέση πως μόνο ο ίδιος και ο εναγόμενος 1 ήταν οι συμβαλλόμενοι στη συγκεκριμένη συναλλαγή. 11 Αυτά εισαγωγικά σε σχέση με αυτές τις δύο συμφωνίες και ορισμένων διαφορών οι οποίες παρατηρούνται μεταξύ τους. 12 Βεβαίως η βασικότερη διαφορά μεταξύ των δύο συμφωνιών είναι και το δεδομένο ότι η αρχική είναι γραπτή ενώ η μεταγενέστερη, η οποία κατ΄ ισχυρισμό του ενάγοντα συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των διαδίκων και ακύρωσε την αρχική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1, είναι προφορική. Επομένως, ο ενάγων αν και ήταν σε θέση να παρουσιάσει τη γραπτή συμφωνία, ως ένα υπαρκτό έγγραφο και του οποίου η ύπαρξη ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους 2 και 3 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρά και τους ισχυρισμούς τους εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους, εντούτοις αντιμετώπιζε, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, την αμφισβήτηση της ύπαρξης καν της προφορικής - και κατ΄ ισχυρισμό ακυρωτικής της πρώτης συμφωνίας - συμφωνία. 13 Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από τους διάδικους περιορίστηκε σε δύο μάρτυρες στην περίπτωση του ενάγοντα, δηλαδή του ίδιου του ενάγοντα ως Μ. Ε. 1 και του δικηγόρου Επαμεινώνδα Κορακίδη ως Μ. Ε. 2 ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 περιορίστηκαν στη μαρτυρία του εναγόμενου
  5. 14 Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή αυτή τη μαρτυρία, αξιολογώντας τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα όχι μόνο εντός του πλαισίου της ατομικής του κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά σε συνάρτηση βεβαίως και με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται σχετικά και στις σελίδες 1061 εώς 1062 της απόφασης Στυλιανίδης ν. Χατζηπίερα

(1992)1Β Α. Α. Δ. 1056, η αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά αλλά είναι επιθυμητό όπως η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, ως προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία. Ενώ, όπως προστίθεται πιο κάτω εντός της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της. 15 Παρά και τη διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς τα όσα είχαν πράγματι συμβεί μεταξύ τους ή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, συμφωνηθεί, έτσι ώστε εν τέλει να οδηγηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε γενικές γραμμές τα σχετικά γεγονότα είναι αρκετά απλά. 16 Σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα ο ίδιος την 1/11/2007 είχε συμφωνήσει γραπτώς όπως με την πληρωμή του ποσού των €162.317,13 (£95.000,00) ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας (τεκμήριο 1) αποκτήσει από τον εναγόμενο 1 τη διαχείριση μίας επιχείρησης γραφείου στοιχημάτων, όταν όμως αυτός παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του ενάγοντα, συγκεκριμένα αναφορικά με τη διασφάλιση των σχετικών αδειών τυχερών παιγνιδιών, τότε στη συνέχεια η γραπτή αυτή συμφωνία ακυρώθηκε βάσει μίας νέας προφορικής συμφωνίας μεταξύ όλων των διαδίκων. Δηλαδή, πλέον, αυτή η νέα προφορική συμφωνία δεν είχε ως συμβαλλόμενους μόνο τον ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 αλλά επιπλέον και τους εναγόμενους 2 και
  1. 17 Σύμφωνα με αυτή τη νέα προφορική συμφωνία η επίδικη επιχείρηση θα πωλείτο προς τους εναγόμενους 2 και 3 ενώ όλοι οι εναγόμενοι μαζί θα πλήρωναν στον ενάγοντα το ποσό των €185.000,
  2. Οι εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται καν ότι όντως υπήρξε τέτοια νέα συμφωνία μεταξύ τους και του ενάγοντα ή και του εναγόμενου
  3. Εντούτοις ο ενάγων επιμένει στην ύπαρξη αυτής τη συμφωνίας και αξιώνει από τους εναγόμενους 2 και 3 - όπως αξίωνε και από τον εναγόμενο 1 σε σχέση με τον οποίο εκδόθηκε απόφαση ερήμην του ιδίου - το υπόλοιπο του ποσού η πληρωμή του οποίου όπως είχε συμφωνηθεί θα πληρωνόταν προς όφελος του. Σημειωτέον ότι μέρος αυτού του αρχικού ποσού, όπως είναι κοινά αποδεκτό, πληρώθηκε προς τον ενάγοντα αν και οι διάδικοι διαφωνούν τόσο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε αυτή η πληρωμή όσο και ως προς τη σημασία αυτής της πληρωμής. 18 Συνεπώς, η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι έλαβαν μέρος στην ανταλλαγή δικογράφων και στην ακροαματική διαδικασία, η μεν εναγόμενη 3 αναντίλεκτα εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο 2, δεν είναι ως προς το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας αλλά ως προς την ίδια την ύπαρξη της. Μόνο κατ΄ επέκταση αυτής της αμφισβήτησης θα μπορούσε να εξεταστεί και διαφωνία ως προς το ίδιο το περιεχόμενο της. Εάν δηλαδή πρώτα γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη η εκδοχή του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη αυτής της νέας προφορικής συμφωνίας. 19 Αυτή είναι και η ουσία της επίδικης διαφοράς ενώ τα όσα αναφέρονται πιο κάτω καταγράφονται με στόχο την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η οποία αξιολόγηση διατηρώντας υπόψη και τα επίδικα θέματα αποτελεί το κύριο και βασικότερο μέρος της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης. 20 Ως προς το ποσό το οποίο όπως αναφέρεται πιο πάνω πληρώθηκε προς τον ενάγοντα αν και είναι κοινά αποδεκτό από τους διάδικους πως ο ενάγων έχει εισπράξει το ποσό των €93.439,93 μετά και την 12/7/2008, ημερομηνία κατά την οποία μεταβιβάστηκε στο όνομα της εναγόμενης 3 η άδεια του ΟΠΑΠ (Κύπρου) Λτδ, ο ενάγων ισχυρίζεται πως το ποσό αυτό αποτελεί μέρος του ποσού των €185.000,
  4. Ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται πως το ποσό αυτό είχε πληρωθεί υπό μορφή επιταγής προς τον εναγόμενο 1 στο όνομα του οποίου αυτή είχε εκδοθεί και με τον οποίο, όπως επίσης ισχυρίζονται, είχαν συμφωνήσει για την αγορά της επίδικης επιχείρησης και της εμπορικής εύνοιας αυτής (παράγραφος 13 (α) της έκθεσης υπεράσπισης). 21 Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ο ενάγων εισέπραξε αυτό το ποσό καθότι ο εναγόμενος 1 οπισθογράφησε τη συγκεκριμένη επιταγή. 22 Ως προς το θέμα αυτό υπάρχει διαφωνία μεταξύ και των διαδίκων αναφορικά και με αυτό το ίδιο το γεγονός της οπισθογράφησης, με τους εναγόμενους 2 και 3 εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους να δηλώνουν άγνοια αναφορικά με τον λόγο οπισθογράφησης της επιταγής αυτής, αν και με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 προτάθηκε - εκτός δικογράφων - μία συγκεκριμένη εκδοχή επί του θέματος όπως βεβαίως το ίδιο έγινε και από τον ενάγοντα, δίχως όμως αυτή, στη δική του περίπτωση, να κρίνεται εκτός δικογράφων. Βεβαίως και ο ενάγων κατέθεσε εκτός δικογράφων όπως παρατηρείται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης) σε σχέση όμως με μία δεύτερη κατ΄ ισχυρισμό επιταγή και την άρνηση του εναγόμενου 1 να προσέλθει επί τόπου στην παρουσία και του εναγόμενου 2 έτσι ώστε επίσης να οπισθογραφήσει και αυτή την επιταγή. 23 Η εκδοχή του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου γεγονότος, εντός των δικογράφων του (παράγραφος 10 της έκθεσης απαίτησης) είναι πως πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο 2 πως η άδεια του Ο.Π.Α.Π. (Κύπρου) Λτδ μεταβιβάσθηκε στο όνομα της εναγόμενης 3 και πως κρατούσε επιταγή για το ποσό των €93.439,93 στο όνομα του εναγόμενου 1 και πως θα την οπισθογραφούσε για να την παραδώσει στον ενάγοντα, όπως και τελικά έγινε καθώς ο εναγόμενος 1 οπισθογράφησε την επιταγή στην παρουσία του εναγόμενου 2 και την παρέδωσε στον ενάγοντα (παράγραφος 12 της έκθεσης απαίτησης). Ενώ στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγων ισχυρίζεται πως «...η οπισθογράφηση της επιταγής από τον εναγόμενο αρ. 1 και η παράδοση της στον ενάγοντα έγινε σε γνώση και στη παρουσία του εναγόμενου αρ. 2 και μέσα στα πλαίσια των προνοιών της μεταξύ όλων των μερών συμφωνίας ... μάλιστα ο εναγόμενος αρ. 2 ... ειδοποίησε τον ενάγοντα για την ύπαρξη της επιταγής και ότι έπρεπε να την παραλάβει αφού προηγουμένως οπισθογραφηθεί.» 24 Οι εναγόμενοι 2 και 3 στην παράγραφο 13 (α) της έκθεσης υπεράσπισης τους αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης και - μετά και από προβολή ισχυρισμού ως προς το τι αφορούσε το συγκεκριμένο ποσό της επιταγής - προβάλουν τον εξής ισχυρισμό αναφορικά με την οπισθογράφηση της επιταγής. Συγκεκριμένα ότι «...εάν η επιταγή οπισθογραφήθη από τον Εναγόμενο 1 προς τον Ενάγοντα αυτό αφορά μεταξύ τους διευθετήσεις που δεν γνώριζαν και/ή ο Εναγόμενος 1 ως ο κομιστής της επιταγής μπορούσε να την οπισθογραφήσει και παραδώσει σε οιονδήποτε πρόσωπο με ή χωρίς την έγκριση των Εναγομένων 2 και 3». Βεβαίως επί αυτού του θέματος ο εναγόμενος παρουσίασε μία πιο λεπτομερή αλλά εκτός δικογράφων εκδοχή και η οποία για ακριβώς αυτό το λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη. Ούτε όμως παράλληλα είναι δυνατό για το Δικαστήριο επί αυτής και μόνο της αναντιστοιχίας μεταξύ του δικογράφου των εναγόμενων 2 και 3 και της προφορικής κατάθεσης του εναγόμενου 2 να οδηγηθεί σε συμπέρασμα είτε αναξιοπιστίας του εναγόμενου 2 σε σχέση με τα όσα ανέφερε ως μάρτυρας είτε αναξιοπιστίας της γενικότερης εκδοχής των εναγόμενων 2 και 3 έτσι ώστε με αυτό τον τρόπο να επηρεάζεται θετικά η αξιολόγηση της αξιοπιστίας είτε του ενάγοντα είτε της εκδοχής του. Η αξιοπιστία της εκδοχής των εναγόμενων 2 και 3 κρίνεται στο σύνολο της και όχι με απομόνωση του προαναφερόμενου στοιχείου το οποίο λαμβάνεται μεν υπόψη από το Δικαστήριο αλλά δίχως να διαπιστώνεται πως αυτό υπονομεύει καταλυτικά την αξιοπιστία αυτής της εκδοχής. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τον επαρκώς υπαρκτό βαθμό αντιστοιχίας μεταξύ της προφορικής κατάθεσης του εναγόμενου 2 ως μάρτυρας και του περιεχομένου του δικογράφου των εναγόμενων 2 και
  5. 25 Οι λεπτομέρειες γενικότερα των όσων γεγονότων αναφέρονται συνοπτικά πιο πάνω παρατίθενται εντός αυτής της απόφασης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο προς αιτιολόγηση της απόφασης. 26 Παρά και την αναφορά πιο πάνω ως προς την ύπαρξη δύο εκδοχών διευκρινίζεται από το Δικαστήριο πως ασφαλώς το έργο του κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν αποτελείται από επιλογή μίας εξ αυτών ως πιο αξιόπιστης από την άλλη (βλ. σχετικά τις σελίδες 261 και 263 της Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 C. L. R. 257). Καθότι βεβαίως ως πολιτική αγωγή το βάρος της απόδειξης το οποίο έχει να ικανοποιήσει ο ενάγων βασίζεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων υπό την εξής έννοια. Όπως αυτό έχει καθοριστεί νομολογιακά. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. σχετικά την απόφαση 1. Κουκούλη κ. ά. ν. Δημήτρη Παπαδημήτρη, ECLI:CY:AD:2016:A50, Πολιτική Έφεση Αρ. 378/2010, ημερομηνίας 29/1/2016 ως επίσης και τις σελίδες 1867 έως και 1868 της Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.∆. 1858, στις σελίδες 631 έως και 642 της Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1Β Α.Α.∆. 614 και γενικά στην Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.∆. 1295). 27 Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ το κριτήριο ως προς το τι συνιστά «απόδειξη (proof) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων» δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του, αλλά το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) ενώ εάν αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. 28 Ιδιαίτερη σημασία βεβαίως ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πέραν και της ζωντανής εντύπωσης την οποία οι διάδικοι προκάλεσαν κατά τη διάρκεια της προφορικής τους κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα δε εξαιτίας τόσο του τρόπου με τον οποίο απαντούσαν όσο και του ίδιου του περιεχομένου των απαντήσεων τους, έχουν και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τους στη βάση των οποίων αναμένεται να ανταποκρινόταν και η μαρτυρία τους. Το Δικαστήριο ήδη έχει παραθέσει πιο πάνω σε γενικές γραμμές τα επίδικα γεγονότα. Ουσιαστικά, σε αυτό το μέρος της απόφασης θα δοθεί περισσότερη σημασία στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε και βεβαίως στον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάστηκε διατηρώντας σταθερά υπόψη και τα όσα οι ίδιοι οι διάδικοι αναφέρουν εντός των δικογράφων τους. Αν και δεν παρατίθεται πιο κάτω η μαρτυρία, υπό μορφή επανάληψης ή περίληψης, επαρκής αντίληψη αυτής είναι δυνατό να αποκτηθεί από προσεχτική ανάγνωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας. 29 Τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος 2 υιοθέτησαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κύριας εξέτασης τους και βεβαίως της προφορικής κατάθεσης τους ως μάρτυρες. Η επανάληψη του περιεχομένου αυτών εντός της απόφασης δεν κρίνεται αναγκαία. Τα όσα δε αναφέρει ο ενάγων στη γραπτή δήλωση του συνάδουν επαρκώς με τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης του με μία μοναδική εξαίρεση η οποία αναφέρεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης). Κατά τη διάρκεια της προφορικής του εξέτασης, αφού προηγουμένως κατέθεσε και σχετικά τεκμήρια, αντεξετάστηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς του. 30 Προκύπτουν διάφορα σημεία από την αντεξέταση του ενάγοντα τα οποία σταδιακά και σωρευτικά προκαλούν μία γενικά αρνητική εικόνα ως προς την ετοιμότητα του να είναι πλήρως ειλικρινής με τις απαντήσεις του έστω ακόμη και σε περιπτώσεις όπου αυτές δεν άπτονταν άμεσα των επίδικων θεμάτων. Σημασία δεν έχει σε κάθε περίπτωση τόσο η απάντηση την οποία έδιδε ο ενάγων αλλά ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε και με τον οποίο δημιουργούσε μία εντύπωση έλλειψης πληρότητας στις απαντήσεις του και κατ΄ επέκταση έλλειψη ειλικρίνειας. Ενώ βεβαίως πέραν και από την ανάδειξη αυτού του τρόπου ορισμένες απαντήσεις κρίνονται σημαντικές και από μόνες τους εξαιτίας και του περιεχομένου τους. 31 Χαρακτηριστικές του τρόπου με τον οποίο απαντούσε ο ενάγων είναι οι ακόλουθες απαντήσεις. 31.1 Όταν ερωτήθηκε ποιος ετοίμασε τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 1/11/2007, απάντησε μεν ότι αυτή ετοιμάστηκε από δικηγόρο αλλά δεν θυμόταν το όνομα του δικηγόρου. Σε επακόλουθη ερώτηση απάντησε ότι ήταν δικηγόρος, κοπέλα από την Πάφο. Πραγματικά προκαλεί απορία η προβαλλόμενη από τον ίδιο αδυναμία να θυμηθεί ένα τόσο απλό αλλά ουσιαστικά σημαντικό δεδομένο ή ενδεχομένως ακόμη και η επιλογή του ουσιαστικά να μην αναφέρει το όνομα της δικηγόρου. Διευκρινίζεται πως πραγματικά δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο να έχει οποιαδήποτε σημασία το όνομα της δικηγόρου η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ετοίμασε τη γραπτή συμφωνία αλλά η κατ΄ ισχυρισμό αδυναμία του να θυμηθεί αυτό το όνομα. 31.2 Ουσιαστικά η εντύπωση η οποία σταδιακά δημιουργείται από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα είναι αυτή της ανεξήγητης μεν αλλά συνειδητής αποφυγής να απαντήσει με πλήρη ειλικρίνεια αποκαλύπτοντας με αμεσότητα τα όσα όντως γνώριζε αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου κατάθεσης ήταν η μείωση της αξιοπιστίας τόσο του ιδίου ως μάρτυρα όσο και η υπονόμευση της γνησιότητας της γενικότερης εκδοχής του, στοιχεία αναγκαία προς απόδειξη της αξίωσης του. Δηλαδή, η εντύπωση η οποία προκλήθηκε δεν ήταν μόνο αυτή της έλλειψης πληρότητας στις απαντήσεις του ενάγοντα αλλά η συνειδητή και προσεχτική προσπάθεια αποφυγής να απαντάει με ολοκληρωμένη ειλικρίνεια. 31.3 Άλλο παράδειγμα του χαρακτηριστικού αυτού τρόπου κατάθεσης του ενάγοντα είναι και οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν σε σχέση με την αυθημερόν πληρωμή ολόκληρου του ποσού το οποίο είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο 1 στη γραπτή συμφωνία. Κατά την ημερομηνία δηλαδή της υπογραφής της. 31.4 Ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα είναι πως ταυτόχρονα με την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας ο ίδιος πλήρωσε το ποσό των £95.000,00 (€162.317,13) προς τον εναγόμενο
  1. Βεβαίως οι εναγόμενοι 2 και 3 προβάλουν με το δικόγραφο τους άγνοια και συνεπώς άρνηση αυτού του ισχυρισμού δίχως άμεσα αυτό το θέμα να έχει σχέση με τους ίδιους αλλά κυρίως με τον εναγόμενο
  2. 31.5 Όμως αν και η πληρωμή αυτή έχει περισσότερη σημασία σε σχέση με τον εναγόμενο 1 και πάλι το όλο θέμα, το ιστορικό πλαίσιο δηλαδή όλων των γεγονότων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό οδήγησαν στην προφορική συμφωνία μεταξύ όλων των διαδίκων, εξετάζεται από το Δικαστήριο κυρίως σε σχέση με τον τρόπο τον οποίο ο ενάγων απαντούσε. Απάντησε ότι πλήρωσε αυτό το ποσό σε μετρητά. Ήταν κάπως αόριστος ως προς το πως έτυχε να έχει στην κατοχή του αυτό το ποσό. Απάντησε ότι εργαζόταν μια ζωή και πως τα είχε στην κατοχή του προσθέτοντας πως είχε και τη βοήθεια της οικογένειας του. Πρόσθεσε στη συνέχεια ότι ένα μέρος ήταν κατατεθειμένο στην τράπεζα και άλλο του το έδωσε η οικογένεια του τα οποία επίσης ήταν στην τράπεζα. Βεβαίως εάν όντως τα χρήματα αυτά ήταν κατατεθειμένα στην τράπεζα θα μπορούσε να είχε εκδοθεί και σχετική επιταγή αντί αυτό το ποσό ή μέρος αυτού να είχε αποσυρθεί από την τράπεζα έτσι ώστε να πληρωθεί τοις μετρητοίς. Δηλαδή δεν διευκρινίζεται εάν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος η πληρωμή να είχε γίνει σε μετρητά, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το μακροπρόθεσμο αντικείμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας. Επιπλέον βεβαίως μία πληρωμή σε μετρητά δεν διαγράφει μία πορεία υπό μορφή εγγράφων η οποία να είναι δυνατό στη συνέχεια να παρουσιαστεί ως γραπτή μαρτυρία. Όπως, παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 4 (φωτοαντίγραφο επιταγής για το ποσό των €93.439,93 και σχετικής πιστωτικής σημείωσης). 31.6 Υπενθυμίζεται και πάλι πως αυτό το οποίο εξετάζεται, σε αυτό το μέρος της απόφασης, είναι ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε ο ενάγων όμως παράλληλα, ανεξάρτητα και από σχετική αναφορά στον όρο 1 της συμφωνίας, προκαλεί απορία τόσο η παράλειψη παρουσίασης οποιασδήποτε απόδειξης είσπραξης αναφορικά με αυτή την πληρωμή όσο και ο τρόπος πληρωμής καθότι βεβαίως εάν η πληρωμή είχε γίνει με επιταγή τότε θα υπήρχε κάποιος τρόπος επιβεβαίωσης των ισχυρισμών του ενάγοντα. Ακόμη και το ίδιο το έγγραφο (Τεκμήριο 1) μόνο έμμεσα αποτελεί απόδειξη αυτής της πληρωμής καθότι παρά και την αναφορά της ύπαρξης αυτής εντός του εγγράφου εντούτοις δεν εμπεριέχεται οποιαδήποτε αναφορά με την οποία να δηλώνεται ότι η υπογραφή του εγγράφου αποτελεί και αναγνώριση από τον εναγόμενο 1 ότι όντως έχει λάβει αυτό το ποσό. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι το συμφωνημένο αντάλλαγμα «...έχει ήδη καταβληθεί και έχει ξοφληθεί με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας». 31.7 Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε εάν σε αυτή την πράξη («κουβέντα») εμπλέκονταν κάποιοι άλλοι απάντησε και πάλι με ένα τρόπο ο οποίος επίσης προκαλεί απορία. Απάντησε μεν ότι η πράξη ήταν μεταξύ του και του εναγόμενου 1 πρόσθεσε όμως πως ο ίδιος δεν γνώριζε αν εμπλέκονταν κάποιοι άλλοι. Διευκρινίζεται και πάλι πως δεν έχουν τόση σημασία οι συγκεκριμένες απαντήσεις του ενάγοντα, υπό την έννοια δηλαδή του περιεχομένου των, αλλά ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε, καθώς σωρευτικά δημιουργούσε ουσιαστικά την εικόνα ενός μάρτυρα ο οποίος μόνο μερικώς απαντούσε τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν σε αυτόν αφήνοντας όμως παράλληλα να γίνει κατανοητό ότι ενδεχομένως να γνώριζε και κάτι περισσότερο το οποίο όμως δεν ήταν διατεθειμένος να αποκαλύψει. 32 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω πέραν από την ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο απαντούσε ο ενάγων ορισμένες από τις απαντήσεις του είχαν και ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας και του περιεχομένου τους. Όπως, παραδείγματος χάριν, οι ακόλουθες απαντήσεις. 32.1 Οι απαντήσεις του ενάγοντα σε σχέση με την πληρωμή ολόκληρου του ποσού το οποίο είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο 1 στη γραπτή συμφωνία αυθημερόν κατά την υπογραφή της. 32.2 Αναφέρεται πιο πάνω πως προκαλεί απορία τόσο η παράλειψη παρουσίασης οποιασδήποτε απόδειξης είσπραξης αναφορικά με την πληρωμή από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο 1 όσο και ο τρόπος πληρωμής σε μετρητά. Περισσότερη απορία όμως σε σχέση και με αυτές τις απαντήσεις προκαλεί το εξής γεγονός. Το γεγονός ότι ενώ ο εναγόμενος 1 θα εξακολουθούσε να έχει συμβατική υποχρέωση να εκπληρώσει, να προβεί δηλαδή σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και να υπογράψει κάθε συγκατάθεση και έγγραφο ώστε οι άδειες των τυχερών παιχνιδιών ΟΠΑΠ και GLORY και όλες οι άδειες της επιχείρησης να μεταβιβασθούν στο όνομα του ενάγοντα ή οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδείξει εντός έξι μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας (όρος 5 της συμφωνίας), εντούτοις ο ενάγων είχε ήδη πληρώσει ολόκληρο το αντάλλαγμα προς τον εναγόμενο 1 με την υπογραφή της συμφωνίας. 32.3 Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο ενάγων ως μάρτυρας δεν προκάλεσε την εντύπωση ενός αφελούς ανθρώπου. Αντιθέτως απαντούσε με προσοχή δημιουργώντας και την εντύπωση πως σκεπτόταν σταθερά και ζύγιζε τις λέξεις του καθώς και τις ευρύτερες πιθανές συνέπειες από το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Πραγματικά θα αναμενόταν από το Δικαστήριο πως σε σχέση με το θέμα της πληρωμής ο ενάγων θα ήταν πιο προσεχτικός. Έτσι ώστε δηλαδή να είχε διατηρήσει ένα οικονομικό κίνητρο για τον εναγόμενο 1 προς συμμόρφωση με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δηλαδή, έτσι ώστε όντως να ενδιαφερόταν ή ουσιαστικά να είχε κάποιο συμφέρον ως προς το να συμμορφωθεί μελλοντικά με όλες τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει με την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας. Τουλάχιστον, το Δικαστήριο θα ανέμενε πως ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της προφορικής του κατάθεσης, θα παρείχε κάποια λογική και πειστική εξήγηση αναφορικά με την πληρωμή ολόκληρου του συμφωνημένου ανταλλάγματος προς τον εναγόμενο 1 με την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας. 32.4 Διαπιστώνεται δηλαδή η ύπαρξη μίας έλλειψης λογικότητας στον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων άπρακτα ανέμενε, δίχως να είχε διατηρήσει στην κατοχή του το οποιοδήποτε μέρος του συμφωνημένου ανταλλάγματος των £95.000,00, πως ο εναγόμενος 1 θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τον ίδιο. Εντούτοις δεν προσέφερε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση ως προς το γεγονός ότι πλήρωσε ολόκληρο το ποσό των £95.000,00 κατά την ημερομηνία υπογραφής της γραπτής συμφωνίας. Περιορίστηκε στη γενική και αόριστη αναφορά του ως προς την αγορά μίας κερδοφόρας επιχείρησης στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να προταθεί από οποιονδήποτε και σε οποιαδήποτε περίπτωση επένδυσης υπό μορφή μίας τρέχουσας επιχείρησης. 32.5 Ισχυρίστηκε ο ενάγων ότι στη «...πώληση της επιχείρησης περιλαμβάνετο οι άδειες του πρακτορείου ΟΠΑΠ και GLORY καθώς η επίπλωση και ο εξοπλισμός των πιο πάνω καταστημάτων της επιχείρησης» (παράγραφος 3 της γραπτής δήλωσης). Όταν όμως του επισημάνθηκε πως έδωσε τα λεφτά χωρίς ο εναγόμενος 1 να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια για την μεταβίβαση των αδειών απάντησε πως το έγγραφο αναφερόταν σε χρονική περίοδο έξι μηνών επομένως δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Βεβαίως ο ίδιος είχε αποδεχτεί αυτό τον όρο ενώ επιπλέον θα μπορούσε η χρονική αυτή περίοδος να είχε συνδεθεί με τον τρόπο πληρωμής. Εντούτοις, δικαιολόγησε την πληρωμή ολόκληρου του ποσού ισχυριζόμενος ότι αγόραζε μία κερδοφόρα επιχείρηση δίχως και πάλι όμως να προκύπτει καν ότι είχε τεθεί ως όρος εξασφάλισης της υπογραφής του εναγόμενου 1 η πληρωμή αυθημερόν ολόκληρου του συμφωνημένου ποσού. Όταν τότε ερωτήθηκε εάν τελικά αγόρασε την επιχείρηση η απάντηση του ήταν πως ήταν ο απόλυτος διαχειριστής για χρονική περίοδο έξι μηνών μέχρι και τον Μάϊο του
  3. Παραδέχτηκε όμως ότι ουδέποτε μεταβιβαστήκαν οι άδειες στο όνομα του. 32.6 Ουσιαστικά ο ενάγων δεν προσέφερε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση ως προς το ότι παρά και το γεγονός ότι είχε μεριμνήσει να ετοιμαστεί και υπογραφεί μία γραπτή συμφωνία με τον εναγόμενο 1 στην παρουσία δύο μαρτύρων εντούτοις δεν διατήρησε οποιοδήποτε ή ακόμη αν όχι και το μεγαλύτερο ποσό προς πληρωμή, κάποιο σημαντικό ποσοστό του τιμήματος αγοράς, υπό την αίρεση να είχε προηγηθεί η μεταβίβαση των σχετικών αδειών της πληρωμής. 32.7 Ερωτήθηκε συγκεκριμένα ως προς το γιατί δεν έδωσε πρώτα μία προκαταβολή και μετά να εξοφλήσει ή να έδιδε στον εναγόμενο 1 μία μεταχρονολογημένη επιταγή. Τοποθετήσεις του ιδίου ως προς την άγνοια του για τη νομιμότητα μεταχρονολογημένων επιταγών ή ότι μπορεί και να μην είναι τόσο έξυπνος ή ότι δεν επιθυμούσε να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή κάθε άλλο παρά μπορούν να κριθούν ως ικανοποιητικές. Προσομοιάζουν περισσότερο με δικαιολογίες χωρίς καν να είναι δυνατό για το Δικαστήριο όμως να οδηγηθεί σε οποιοδήποτε λογικό συμπέρασμα αναφορικά με το τι ακριβώς προσπαθούσε να δικαιολογήσει ο ενάγων. Περισσότερο βεβαίως τέτοια απάντηση δημιουργεί την εντύπωση υπεκφυγής της ερώτησης η οποία τέθηκε προς αυτόν καθώς κατά την αντεξέταση του σε κάποιο βαθμό αν και όχι ευθέως αμφισβητήθηκε ακόμη και το γεγονός της πληρωμής του εναγόμενου 1 καθώς ερωτήθηκε αν σίγουρα έδωσε τα χρήματα προς τον εναγόμενο
  4. 32.8 Απαντήσεις όμως όπως ότι δηλαδή είχε την εντύπωση ότι μεταχρονολογημένη επιταγή απαγορευόταν και ότι έτσι νόμιζε και δεύτερο ότι δεν μπορούσε να είναι τόσο έξυπνος κάθε άλλο παρά προκαλούν την εντύπωση ενός μάρτυρα ο οποίος κατέθετε με ειλικρίνεια επί ενός τόσο στοιχειώδες θέματος ως προς την προστασία αλλά και εξασφάλιση των συμφερόντων του κατά την πληρωμή ενός σημαντικού ποσού. Βεβαίως στη συνέχεια αλλοίωσε μερικώς τη θέση του ισχυριζόμενος ότι δεν επιθυμούσε να βγάλει μεταχρονολογημένη επιταγή απαντώντας επίσης ότι δεν έβγαλε ποτέ στη ζωή του μεταχρονολογημένη επιταγή, όμως σημασία έχει και πάλι η ενίσχυση της εντύπωσης ότι ο μάρτυρας αυτός δεν απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα έτσι ώστε να ήταν δυνατό να κριθεί ως ειλικρινής. 32.9 Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η γραπτή συμφωνία χαρτοσημάνθηκε εντός του ίδιου μήνα υπογραφής της ενώ επιπλέον φέρει και τις υπογραφές δύο μαρτύρων. Αποτελούν και αυτά τα δεδομένα επιπρόσθετες ενδείξεις ως προς την απουσία οποιασδήποτε έστω τυπικής προχειρότητας σε σχέση με τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων επέλεξε να προστατεύσει τα συμφέροντα του αφού είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον εναγόμενο
  5. 32.10 Πραγματικά έχει σημασία το γεγονός ότι ενώ με τον εναγόμενο 1 ο ενάγων είχε υπογράψει μία γραπτή συμφωνία εντούτοις στη συνέχεια καλεί το Δικαστήριο να δεχτεί ότι αυτή η συμφωνία ακυρώθηκε και ουσιαστικά αντικαταστάθηκε με την προφορική συμφωνία η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης. Δίχως να λαμβάνονται ταυτόχρονα οποιαδήποτε μέτρα καταγραφής αλλά και διαφύλαξης των δικαιωμάτων του ενάγοντα με την ετοιμασία γραπτής συμφωνίας. 32.11 Γενικά η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων συναλλασσόταν ήταν αυτή ενός προσεχτικού ατόμου το οποίο μεριμνούσε για την καταγραφή και ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων αναφορικά με τις ενέργειες του ιδίου αλλά κατ΄ επέκταση και του ατόμου με το οποίο συναλλασσόταν. 32.12 Παραδείγματος χάριν, υπενθυμίζεται η επιστολή (Τεκμήριο 6) η οποία στάλθηκε αναφορικά με την πρόθεση του να μην ανανεώσει την ενοικίαση των επίδικων καταστημάτων. Η οποία μάλιστα στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο όπως καταγράφεται στην απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου η οποία επισυνάπτεται σε αυτή την επιστολή και η οποία αποτελεί επίσης μέρος του Τεκμηρίου
  6. Ακόμη και το ενοικιαστήριο έγγραφο των επίδικων καταστημάτων (Τεκμήριο 2) χαρτοσημάνθηκε αν και όχι τόσο σύντομα μετά την υπογραφή του την 1/11/2007 (όπως το Τεκμήριο 1) αλλά περίπου 7 μήνες μετά από την υπογραφή του, στις 11/6/2008, περίπου ένα μήνα πριν από την πληρωμή της επιταγής (Τεκμήριο 4). 32.13 Αξίζει επίσης να σημειωθεί αναφορικά με τη γενικότερα προσεχτική προσέγγιση του ενάγοντα σε σχέση με τις συναλλαγές του πως εύλογα πραγματικά προκύπτει το εξής ερώτημα. Γιατί ακύρωσε τη συμφωνία ενοικίασης ο ενάγων τόσο σύντομα μετά και από τη λήψη μόνο μέρους του κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένου ποσού βάσει της προφορικής συμφωνίας; Δηλαδή, με επιστολή η οποία στάλθηκε δέκα μέρες μετά που είχε λάβει μόνο μέρος του κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένου ποσού; Γιατί δεν ανέμενε για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έτσι ώστε να διατηρούσε κατοχή των καταστημάτων εντός των οποίων στεγαζόταν η επίδικη επιχείρηση; Μία λογική υπόθεση επί του συγκεκριμένου θέματος είναι ότι ο ίδιος ήθελε να συμμορφωθεί με τον όρο 9 του ενοικιαστηρίου εγγράφου έτσι ώστε να είχε δώσει ειδοποίηση προς την ιδιοκτήτρια τρεις μήνες πριν από τη λήξη της ενοικίασης στις 31/10/
  7. Όμως ακόμη και αυτή η ενέργεια του αποκαλύπτει πόσο προσεχτικός και τυπικός ήταν ο ενάγων στις συναλλαγές του. Βεβαίως μία άλλη επιπρόσθετη εξήγηση να είναι ότι με την πράξη αυτή ο ίδιος αναγνώριζε και αποδεχόταν ότι πλέον δεν υπήρχε λόγος να διατηρεί την ενοικίαση μίας επιχείρησης της οποίας οι σχετικές άδειες λειτουργίας ως πρακτορείο στοιχημάτων είχαν ήδη μεταβιβαστεί σε άλλο άτομο (δηλαδή, την εναγόμενη 3) και πως ο ίδιος δεν ανέμενε να λάβει οποιαδήποτε επιπρόσθετα χρήματα έτσι ώστε να διατηρούσε την ενοικίαση και κατοχή των καταστημάτων ως ένας είδος μοχλού πίεσης εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 για πληρωμή και του υπόλοιπου κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενου υπόλοιπου. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε γιατί δεν διατήρησε κατοχή των καταστημάτων έτσι ώστε να δημιουργεί πρόβλημα απάντησε ως εξής. Διότι τότε θα έπρεπε να καταβάλει το ενοίκιο. 33 Ο ενάγων απορρίπτοντας την συμπερασματική εισήγηση ότι το μόνο το οποίο είχε, εφόσον οι άδειες δεν είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα του, ήταν η ενοικίαση των καταστημάτων τόνισε πως είχε την απόλυτη διαχείριση της επιχείρησης διότι ακολούθως ο εναγόμενος 1 ήταν υπάλληλος του. Βεβαίως αυτή η θέση του ενάγοντα υποβαθμίζει και τη σημασία της μη μεταβίβασης των σχετικών αδειών προς τον ίδιο. Υπό την έννοια βεβαίως ότι εφόσον είχε πλέον στην κατοχή του μία κερδοφόρα επιχείρηση της οποίας ήταν ο απόλυτος διαχειριστής ακόμη και χωρίς τις σχετικές άδειες, εύλογα προκαλείται απορία ως προς την επιλογή να πωληθεί αυτή η επιχείρηση αντί να συνεχίσει να την διαχειρίζεται και ταυτόχρονα να κατέβαλε και προσπάθειες έτσι ώστε ο εναγόμενος 1 να συμμορφωθεί με τη συμβατική υποχρέωση του για μεταβίβαση των σχετικών αδειών. 34 Επίσης απορία προκαλεί και ο λόγος της άρνησης του εναγόμενου
  8. Καθότι η άρνηση αυτή δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε αδυναμία εκ μέρους του εναγόμενου 1, παραδείγματος χάριν, αδυναμία πληρωμής του οποιουδήποτε ποσού ή της διενέργειας οποιασδήποτε πράξης εξαιτίας της οποιασδήποτε άλλης συμβατικής ή άλλης δέσμευσης του, ιδιαίτερα δε προγενέστερης δέσμευσης του. Σχετική αλλά και κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία επί του προκειμένου είναι αυτή του Μ. Ε. 2, Επαμεινώνδα Κορακίδη, ο οποίος με τη μοναδική συνάντηση την οποία είχε μαζί με τον εναγόμενο 1, σε μία προσπάθεια αν μπορούσε να τον λογικέψει μετά και από έκκληση του ενάγοντα, συμπέρανε πως ο εναγόμενος 1 ήταν εντελώς παράλογος δίχως όμως αυτή η εντύπωση ουσιαστικά μετά από μία μόνο συνάντηση με τον εναγόμενο 1 να κρίνεται ως επαρκής προς παροχή οποιασδήποτε ικανοποιητικής εξήγησης αναφορικά με την άρνηση του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντα. Ούτε βεβαίως ως άποψη απαντά και το ερώτημα ως προς το λόγο της άρνησης του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τη συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση του ή τουλάχιστον δεν αποκλείει και την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου λόγου. Παραδείγματος χάριν, παρά και το ότι δεν τέθηκε σχετική υποβολή κατά την αντεξέταση είτε του ενάγοντα είτε του Μ. Ε. 2, ως δικογραφημένη θέση είχε καταγραφεί η θέση των εναγόμενων 2 και 3 ως προς το ότι πλήρωσαν το ποσό των €27.590,33 προς εξόφληση προηγούμενων οφειλών του εναγόμενου 1 προς την ΟΠΑΠ (Κύπρου) Λτδ έτσι ώστε να γίνει κατορθωτή η μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας στην εναγόμενη 3 (παράγραφος 13 (β) της έκθεσης υπεράσπισης). Επομένως, δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο ο εναγόμενος 1 να ήθελε και άλλα χρήματα για τη μεταβίβαση των αδειών. 35 Υπάρχει αναφορά πιο πάνω στη διάσταση η οποία παρατηρείται ως προς τον αντιφατικά πρόχειρο τρόπο με τον οποίο ο ενάγων ενήργησε έτσι ώστε να καταλήξει στην κατ΄ ισχυρισμό προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και όλων των εναγόμενων σε αντίθεση με την τυπικότητα την οποία επέδειξε σε σχέση με τη γραπτή συμφωνία με τον εναγόμενο
  9. Ακυρώνοντας κατ΄ ισχυρισμό μία γραπτή συμφωνία με μία προφορική (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 32.10 αυτής της απόφασης). 36 Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι στην περίπτωση του εναγόμενου 1 αυτός ήταν γνωστός του για αρκετά χρόνια εφόσον και οι δύο ήταν κάτοικοι στο ίδιο χωριό (παράγραφος 2 της γραπτής δήλωσης του) ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 απλά έτυχε να ήταν γείτονες του με την έννοια ότι διατηρούσαν πρακτορείο ποδοσφαιρικών στοιχημάτων δίπλα από το δικό του πρακτορείο (παράγραφος 11 της γραπτής δήλωσης του). Το οποίο, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, κατείχε μόνο για μερικούς μήνες. Βεβαίως όταν του τέθηκε αυτό το ερώτημα ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήταν μία λύση ανάγκης όμως πραγματικά η απάντηση αυτή δεν κρίνεται πειστική, διατηρώντας υπόψη τόσο το σύνολο της μαρτυρίας επί του προκειμένου όσο και το ύφος του ενάγοντα και η εντύπωση την οποία αυτό προκάλεσε στο Δικαστήριο, όταν του υποβλήθηκε ότι προσπαθούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρά και την ταυτόχρονη απόρριψη της υποβολής και την προβολή του ισχυρισμού πως έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο. 37 Αξιοσημείωτο αναφορικά με την αξιοπιστία της εκδοχής του ενάγοντα είναι και το αμοιβαία αποδεκτό δεδομένο ότι η επιταγή (Τεκμήριο 4) εκδόθηκε στο όνομα του εναγόμενου
  10. Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Εάν όντως υπήρχε η προφορική συμφωνία μεταξύ όλων των διαδίκων την οποία ισχυρίστηκε ο ενάγων τότε γιατί δεν εκδόθηκε αυτή η επιταγή στο όνομα του; Εφόσον σύμφωνα με την κατ΄ ισχυρισμό προφορική συμφωνία ο ίδιος ήταν το άτομο το οποίο θα εισέπραττε το τίμημα της πώλησης της επίδικης επιχείρησης. 38 Ερωτήθηκε βεβαίως κατά την αντεξέταση του γιατί δεν εκδόθηκε στο όνομα του η επιταγή. Αρχικά δήλωσε άγνοια προσθέτοντας πως δεν ήταν ο ίδιος ο οποίος την έκδωσε. Δημιουργώντας και πάλι την εντύπωση υπεκφυγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων τον υπενθύμισε τότε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ο ίδιος συμφώνησε με τους εναγόμενους 2 και 3 και ερωτήθηκε και πάλι γιατί δεν εκδόθηκε η επιταγή στο όνομα του. Η απάντηση του ήταν πως δεν γνώριζε γιατί. 39 Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι αφού ακολούθησαν και άλλες αρκετές ερωτήσεις το Δικαστήριο διάκοψε για ένα εικοσάλεπτο διάλειμμα και αμέσως μετά που άρχισε και πάλι η ακροαματική διαδικασία όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων τον κάλεσε να συμφωνήσει μαζί του πως ήταν πολύ εύκολο οι εναγόμενοι 2 και 3 να δώσουν οδηγίες η επιταγή να εκδοθεί στο όνομα του, τότε πλέον όχι μόνο δεν απάντησε ότι δεν γνώριζε το λόγο αλλά ήταν και σε θέση όχι απλά να υποθέσει αλλά να απαντήσει και συγκεκριμένα επί του θέματος. Απάντησε ως εξής. Εφόσον οι άδειες ήταν πάνω στο όνομα του εναγόμενου 1 τότε λογικά έπρεπε να εκδοθούν πάνω στο όνομα του. Εμφανώς κατά τη διάρκεια του διαλείμματος δόθηκε η ευκαιρία στον ενάγοντα να κάνει δεύτερες σκέψεις επί του θέματος δίχως να αποκλείεται και το ενδεχόμενο συζήτησης με κάποιο άλλο άτομο. Δεν εξηγείται διαφορετικά η αδυναμία του να απαντήσει πριν από το διάλειμμα ενώ στη συνέχεια αμέσως μετά από αυτό να απαντάει με τόση ετοιμότητα. 40 Επιπρόσθετα αυτό το οποίο παρατηρείται αναφορικά με τη συγκεκριμένη επιταγή και τον ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς το ότι το ποσό αυτής δεν ανταποκρινόταν στο συμφωνημένο τίμημα πώλησης της προφορικής συμφωνίας είναι πως ο ενάγων πρόβαλε - εκτός δικογράφων - συνδεδεμένο ουσιαστικά ισχυρισμό προς ενίσχυση της θέσης του τόσο ως προς την ύπαρξη της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας όσο και ως προς το ότι η επιταγή η οποία δόθηκε σε αυτόν αφορούσε μόνο μέρος του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης. Όντως εντός της έκθεσης απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός ότι η επιταγή αφορούσε μόνο μέρος του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης και ότι επανειλημμένα κάλεσε τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο αλλά αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν. Όχι όμως και ο συγκεκριμένος συνδεδεμένος ισχυρισμός. 41 Προτού το Δικαστήριο αναφερθεί στο συγκεκριμένο ισχυρισμό υπενθυμίζεται απλά ότι η αγωγή καταχωρίσθηκε στις 10/11/2008 ενώ το δεύτερο δικόγραφο του ενάγοντα, η απάντηση στην υπεράσπιση καταχωρίσθηκε στις 30/4/
  11. Όπως ο ενάγων ισχυρίστηκε, εντός της γραπτής δήλωσης του στην παράγραφο 18, αφού πρώτα αναφέρθηκε στις συχνές επικοινωνίες του με τον εναγόμενο 2 ζητώντας το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας, συγκεκριμένα στις 18/10/2008 ο εναγόμενος 2 του τηλεφώνησε να περάσει από το πρακτορείο για να του δώσει μια επιταγή. Όταν πήγε εκεί ισχυρίζεται ότι του έδειξε μία επιταγή εκδομένη και πάλι στο όνομα του εναγόμενου 1 για το ποσό των €30.000,
  12. 42 Κατ΄ αρχάς έχοντας υπόψη ότι οι σχετικές άδειες είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα της εναγόμενης 3 από τις 12/7/2008, πλέον πως είναι δυνατό, περίπου τρεις μήνες αργότερα, να εξακολουθεί να δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε επιταγής στο όνομα του εναγόμενου 1; Σύμφωνα δηλαδή με την εξήγηση την οποία ο ενάγων «θυμήθηκε» να δώσει μετά και από τη διακοπή στην ακροαματική διαδικασία. 43 Παραμένοντας όμως απλά και μόνο στον ισχυρισμό ως προς την έκδοση αυτής της επιταγής. Γιατί δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά αυτού του τόσο πρόσφατου κατ΄ ισχυρισμό γεγονότος στην έκθεση απαίτησης ή έστω στην απάντηση στην υπεράσπιση; Η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι αυτή της κατασκευής ενός ισχυρισμού προς ενίσχυση της κατ΄ ισχυρισμό ύπαρξης όχι μόνο οφειλόμενου υπολοίπου με μία πράξη η οποία όχι μόνο να αποκαλύπτει παραδοχή αυτού από τον εναγόμενο 2 αλλά επιπλέον και της ανάδειξης της κατ΄ ισχυρισμό καταδικαστέας συμπεριφοράς του εναγόμενου 2 ο οποίος αρνήθηκε να δώσει στον ενάγοντα την επιταγή, έτσι ώστε να την έχει στην κατοχή του, μετά και από την άρνηση του εναγόμενου 1 να έλθει και να υπογράψει, δηλαδή οπισθογραφήσει, την επιταγή κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όχι μόνο αρνήθηκε ο εναγόμενος 2 αλλά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα του είπε ότι δεν θα του έδιδε άλλα χρήματα και ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον του και όπου θέλει να πάει να παραπονεθεί. Μάλιστα στην επόμενη παράγραφο 19 της γραπτής δήλωσης ισχυρίζεται ο ενάγων ότι κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία στις 22/10/2008 και ότι του πήραν και κατάθεση. 44 Καμία αναφορά όμως αυτών των ισχυρισμών δεν υπάρχει εντός της έκθεσης απαίτησης ή του δεύτερου δικογράφου του ενάγοντα. Εύλογα δημιουργείται η εντύπωση της εκ των υστέρων δημιουργίας από τον ενάγοντα ισχυρισμών εκτός δικογράφων προς ενίσχυση των ισχυρισμών οι οποίοι όντως προβάλλονται εντός των δικογράφων του και γενικότερα της εκδοχής του και η οποία βεβαίως υπονομεύει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία τόσο του ενάγοντα όσο και της ίδιας της εκδοχής του. 45 Προφανώς προς ενίσχυση της αξιοπιστίας τόσο του ενάγοντα όσο και της εκδοχής του κατέθεσε και ο Μ. Ε. 2, δηλαδή ο δικηγόρος, Επαμεινώνδας Κορακίδης. Κατ΄ αρχάς δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε ο μάρτυρας αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος. Επιβεβαιώνει βεβαίως αυτός ο μάρτυρας τα προβλήματα τα οποία ο ενάγων αντιμετώπιζε ως αποτέλεσμα της άρνησης του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα και με τη γραπτή συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντα. Ως επίσης ότι όπως τον ενημέρωσε ο ενάγων οι εναγόμενοι 2 και 3 ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τις σχετικές άδειες της επίδικης επιχείρησης και ότι ο ενάγων συζητούσε με τον εναγόμενο 2 έτσι ώστε να πληρωθεί και να αποχωρήσει από την επίδικη επιχείρηση έτσι ώστε να είναι σε θέση να πάρουν τις σχετικές άδειες οι εναγόμενοι 2 και
  13. Όταν ερωτήθηκε αν ο ίδιος είχε οποιαδήποτε επαφή με τους εναγόμενους 2 και 3 απάντησε ότι ήλθαν στο γραφείο μαζί με τον πατέρα της εναγόμενης 3 ο οποίος εξέφρασε τους προβληματισμούς του ως προς το πως θα μπορούσαν να προστατευτούν από τον εναγόμενο 1 και πως ο ίδιος του είπε να είναι προσεχτικοί έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος 1 ξεγέλασε τον ενάγοντα. Όταν ερωτήθηκε εάν ο ενάγων τον συμβουλεύτηκε σε σχέση με το θέμα της πώλησης της επιχείρησης προς τους εναγόμενους 2 και 3 ο Μ. Ε. 2 απάντησε ότι ο ενάγων του είχε πει ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον πατέρα της εναγόμενης 3 ή με τον γαμπρό και την κόρη του και πως νόμιζε ότι τα λεφτά θα τα έβαλε ο πατέρας της εναγόμενης 3, δηλαδή, αν όχι ολόκληρο, το μεγαλύτερο ποσό, προσθέτοντας όμως ότι τον άφησε με την εντύπωση ότι είχε συμφωνήσει με τον πατέρα της εναγόμενης 3 και την ίδια. Επί αυτού του θέματος στην αντεξέταση του διευκρίνισε πως ο ενάγων του είχε πει ότι κάτι συμφώνησε με τον πατέρα της εναγόμενης και τους εναγόμενους 2 και
  14. Όταν όμως ερωτήθηκε, στην κυρίως εξέταση του, τελικά τι έγινε ήταν εμφανές πως πλέον η οποιαδήποτε γνώση του ήταν μεταγενέστερη της κατ΄ ισχυρισμό σύναψης της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και όλων των εναγόμενων. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετά από καιρό ήλθε ο ενάγων στο γραφείο του και του είπε ότι δεν τον είχε πληρώσει ο εναγόμενος 2 και ότι ήθελε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του. Όμως όπως του εξήγησε η θέση του ήταν δύσκολη καθότι ο πατέρας της εναγόμενης 3 ήταν ο καφετζής δίπλα από το γραφείο του τον οποίο έβλεπε καθημερινά και εξυπηρετούσε το γραφείο του. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως αποταθεί σε άλλο γραφείο. 46 Ουσιαστικά ακόμη και δίχως να είχε ακολουθήσει η οποιαδήποτε αντεξέταση του Μ. Ε. 2 ελάχιστη πραγματικά και γενικά ανεπαρκής θα ήταν δυνατό να κριθεί η ύπαρξη της οποιασδήποτε ενίσχυσης από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2 είτε της αξιοπιστίας του ενάγοντα είτε και της εκδοχής του ως προς το σημαντικότερο σημείο αυτής προς απόδειξη της αξίωσης, δηλαδή τη σύναψη της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και των εναγόμενων. 47 Παράλληλα το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχουν οποιεσδήποτε αντιφάσεις μεταξύ των όσων ο ενάγων ισχυρίστηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Μ. Ε.
  15. Πέραν και από διαπίστωση πως με την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 δεν μειώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του, προέκυψε μάλιστα από απάντηση του ως προς τη δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον του εναγόμενου 1 από τον ενάγοντα, η ανάδειξη της σημασίας για τον ίδιο του γεγονότος ότι ο ενάγων ήταν ο ενοικιαστής και νόμιμος κάτοχος των καταστημάτων της επίδικης επιχείρησης. Όμως και πάλι ο Μ. Ε. 2 δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για το τι είχε συμβεί στη συνέχεια παρά και το ότι είχε ενημερωθεί ως προς το ότι είχε συμφωνηθεί να πάρουν κάποιοι άλλοι την επιχείρηση και ότι θα πλήρωναν τον ενάγοντα. Δεν ήταν βέβαιος εάν η συμφωνία η οποία έγινε ήταν γραπτή ή προφορική αν και ανέφερε ότι ήταν μάλλον προφορική προσθέτοντας όμως και πάλι ότι δεν γνώριζε. 48 Ουσιαστικά οι ερωτήσεις ή υποβολές κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2, διατηρώντας υπόψη τα όσα ήδη είχε αναφέρει ως προς την έκταση της δικής του γνώσης των επίδικων θεμάτων, αναπόφευκτα οδηγούσαν περισσότερο σε διάλογο με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων 2 και 3 και σε διατύπωση υποθέσεων παρά σε τοποθέτηση επί συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία να ήταν γνωστά στον μάρτυρα αυτό. Ο ίδιος ο μάρτυρας λογικά και έντιμα δήλωσε πως περιοριζόταν στα όσα γνώριζε αναφορικά με τα γεγονότα. 49 Πραγματικά το Δικαστήριο διαπιστώνει πως παρά και την επίμονη αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός περιορίστηκε εντός του πλαισίου των δικών του γνώσεων δίχως να αποκαλύπτει οποιαδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ είτε του ενάγοντα είτε ακόμη και των εναγόμενων 2 και
  16. Διατηρώντας υπόψη τη σχέση του, την οποία ο ίδιος αποκάλυψε, αναφορικά με τον πατέρα της εναγόμενης 3 και της αναγνώρισης από τον ίδιο του γεγονότος ότι η θυγατέρα του ενάγοντα εργαζόταν ως δικηγόρος στο γραφείο του. Όπως τόνισε με την τελευταία του απάντηση, κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος ανέφερε τα όσα γνώριζε, εξηγώντας πως αν και είναι βέβαιος ότι κάτι συμφωνήθηκε δεν ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τις λεπτομέρειες αυτής της συμφωνίας ή τους όρους τους και προσθέτοντας πως, όπως πιστεύει, περιορίστηκε σε αυτά που ήξερε. 50 Δεν θα αποκλειόταν βεβαίως, παρά και την αποτυχία του ενάγοντα να πείσει το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αξίωσης του, με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του, να προέκυπταν τέτοια στοιχεία από την προφορική κατάθεση του εναγόμενου 2 είτε υπό την έννοια παραδοχών ή ανεξήγητων αντιφάσεων με τις οποίες να μπορούσε να είχε αξιολογηθεί διαφορετικά η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα και κατ΄ επέκταση να αποδεικνυόταν με αυτό τον τρόπο η αξίωση του. Εντούτοις προσεχτική εξέταση της προφορικής κατάθεσης του εναγόμενου 2 και ιδιαίτερα δε αναφορικά με τις οποιεσδήποτε θέσεις ή ισχυρισμούς του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του δεν διαπιστώνεται να αναδεικνύει τέτοια στοιχεία. Σε μία προσπάθεια όμως αντιπαραβολής της εκδοχής του εναγόμενου 2, στο βαθμό βεβαίως στον οποίο και αυτή είναι δυνατόν να κριθεί ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω σε ορισμένα σημεία από αυτή την κατάθεση. 51 Βασική θέση βεβαίως του εναγόμενου 2 είναι ότι ουδέποτε έκανε οποιαδήποτε συμφωνία ο ενάγων μαζί του και με την εναγόμενη
  17. 52 Έχοντας υπόψη την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του Μ. Ε. 2 το Δικαστήριο απορρίπτει ως αβάσιμο το δικογραφημένο ισχυρισμό (παράγραφος 9 της έκθεσης υπεράσπισης) ως προς το ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε έλαβαν γνώση αναφορικά με τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  18. Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 παραδέχτηκε στην κυρίως εξέταση του την επίσκεψη στο γραφείο του Μ. Ε. 2 με τον πατέρα της εναγόμενης 3 έτσι ώστε να ζητήσουν συμβουλή αναφορικά με την αγορά της άδειας του ΟΠΑΠ από τον εναγόμενο
  19. Δίχως όμως η απόρριψη αυτή από το Δικαστήριο να οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη και του δικογραφημένου ισχυρισμού ως προς το ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε συμφώνησαν ή ανέλαβαν οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του ενάγοντα ή της άρνησης τους αναφορικά με την ύπαρξη της οποιασδήποτε ακυρωτικής συμφωνίας της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  20. 53 Η επικέντρωση αρχικά της αντεξέτασης του εναγόμενου 2 σε σχέση με το περιεχόμενο προγενέστερης ένορκης δήλωσης σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, προφανώς στόχευε σε αμφισβήτηση γενικότερα της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας, αλλά ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι αναλώθηκε δίχως οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα αυτό το μέρος της αντεξέτασης χωρίς αυτό να έχει άμεση σχέση με την ουσία των επίδικων γεγονότων μεταξύ των διαδίκων και το βασικότερο αμφισβητούμενο ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και όλων των εναγόμενων. 54 Ως προς το βαθμό στον οποίο ο εναγόμενος 2 γνώριζε τη σχέση του ενάγοντα στο διπλανό πρακτορείο, δηλαδή την επίδικη επιχείρηση, πραγματικά δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη το γεγονός, όπως μάλιστα ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε, εφόσον όπως ανέφερε κράτησε τον εναγόμενο 1 ως υπάλληλο, πως ο εναγόμενος 1 εξακολουθούσε να είναι παρών επί καθημερινής βάσης στην επίδικη επιχείρηση. Επομένως, η ερώτηση η οποία τέθηκε στον εναγόμενο 2 εάν δεν είχε αντιληφθεί ότι έφυγε ο εναγόμενος 1 και ότι κατείχε κάποιος άλλος την επίδικη επιχείρηση, δεν είχε καν βάση επί της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα. Εύλογα απάντησε ο εναγόμενος 2 πως πίσω από την «μηχανή» όποτε πήγαινε στο πρακτορείο ήταν ο εναγόμενος
  21. 55 Οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από τον εναγόμενο 2 αναφορικά με τις έρευνες τις οποίες έκανε σε σχέση με την αγορά της επίδικης επιχείρησης και ο τρόπος με τον οποίο αυτές επικεντρώθηκαν στο θέμα των σχετικών αδειών δεν είναι δυνατό να κριθούν ως προσπάθειες του να αποφύγει να τοποθετηθεί επί του θέματος είτε του εξοπλισμού ή επίπλωσης των επίδικων καταστημάτων είτε της νόμιμης κατοχής αυτής βάσει ενοικίου. Ούτε και αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο από την αντεξέταση του γνώση, προγενέστερη της μεταβίβασης των σχετικών αδειών, της ενοικίασης από τον ενάγοντα των καταστημάτων εντός των οποίων στεγαζόταν το πρακτορείο της επίδικης επιχείρησης. Ο ίδιος εύλογα συνέδεσε την κατοχή των σχετικών αδειών από τον εναγόμενο 1 και της ύπαρξης ενοικιαστηρίου στο όνομα του εναγόμενου 1 των καταστημάτων εντός των οποίων στεγαζόταν η επιχείρηση για την οποία ο εναγόμενος 1 κατείχε αυτές τις άδειες. 56 Ουσιαστικά τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος 2 αποκαλύπτουν μία εύλογη αντίληψη του ιδίου πως η άδεια λειτουργίας στο όνομα ενός αδειούχου συνδεόταν με συγκεκριμένη διεύθυνση. Εξάλλου και το αντίγραφο της άδειας λειτουργίας πρακτορείου εκδομένης στο όνομα του εναγόμενου 1 και το οποίο επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1 εμπεριέχει αναφορά σε συγκεκριμένη διεύθυνση. 57 Με όλο το σεβασμό προς το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα στην τελική αγόρευση του το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση του πως η προβολή άγνοιας του εναγόμενου 2 αναφορικά με την ενοικίαση των καταστημάτων εντός των οποίων στεγαζόταν το πρακτορείο στοιχημάτων αποκαλύπτουν προσπάθεια του εναγόμενου 2 να δικαιολογήσει την πράξη του για παράκαμψη του ενάγοντα. Ούτε και το γεγονός της πληρωμής από τους εναγόμενους 2 και 3 των τριών ενοικίων (Τεκμήριο 5) μέχρι και τη λήξη της ενοικίασης μεταξύ του ενάγοντα και της ιδιοκτήτριας καθιστά αξιόπιστη την εκδοχή του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και όλων των εναγόμενων. Ο εναγόμενος 2 έδωσε μία λογική εξήγηση ως προς το ότι ο ίδιος το θεώρησε δίκαιο και ορθό αυτά να πληρωθούν. 58 Εύλογη κρίνεται και η προσέγγιση του εναγόμενου 2 ως προς την απόκτηση πρώτα των σχετικών αδειών και μόνο τότε της ανάληψης ακολούθως της κατοχής των καταστημάτων και κατ΄ επέκταση και η εξήγηση ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης πληρωμής των ενοικίων ανεξαρτήτως και του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν ήταν οι ενοικιαστές βάσει συμφωνίας ενοικίασης με την ιδιοκτήτρια και ότι αντί αυτών ενοικιαστής ήταν ο ενάγων. 59 Τα όσα δε ανέφερε ο εναγόμενος 2, σε συμφωνία με τις παραγράφους 13 (α) και (β) της έκθεσης υπεράσπισης, αναφορικά με τη συμφωνία στην οποία ο ίδιος και η εναγόμενη 3 είχαν καταλήξει με τον εναγόμενο 1 και την πληρωμή προηγούμενων οφειλών του προς την ΟΠΑΠ (Κύπρου) Λτδ (για το ποσό των €27.590,53) έτσι ώστε να γίνει κατορθωτή η μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας στην εναγόμενη 3 με ένα υπόλοιπο συμφωνημένο ποσό €93.439,93 (σχετικό είναι το Τεκμήριο 4, δηλαδή το φωτοαντίγραφο της επιταγής και πιστωτικής σημείωσης) παρέχουν και κάποια εξήγηση ως προς το γεγονός ότι το ποσό επί της επιταγής δεν είναι ένα στρογγυλό ποσό. 60 Βεβαίως αναφέρθηκε ο εναγόμενος και σε ένα άλλο μικρό ποσό έτσι ώστε να συμπληρωνόταν ένα μέγιστο συμφωνημένο ποσό €125.000,00 όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι εκτός δικογράφων και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος. Τα όσα ο εναγόμενος 2 ανέφερε - επίσης εκτός δικογράφων - ως προς τη δική του προσπάθεια να δοθεί χρόνος στον ενάγοντα να προσεγγίσει τον εναγόμενο 1 και να διεκδικήσει τα χρήματα, δηλαδή την επιταγή για το ποσό των €93.439,93 και την παράδοση αυτής στον εναγόμενο 1 ημέρα Σάββατο, δηλαδή μη εργάσιμη ημέρα για τραπεζικά ιδρύματα, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσουν παραδοχή από τους εναγόμενους 2 και 3 της οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ τους και του ενάγοντα. 61 Ούτε και διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραδοχή ή αντίφαση στη μαρτυρία του εναγόμενου 2 σε σχέση με τον εκτός δικογράφων ισχυρισμό του ενάγοντα για ύπαρξη και δεύτερης επιταγής για το ποσό των €30.000,
  22. 62 Αξίζει να σημειωθεί και η αναφορά του εναγόμενου 2 σε σχετική υποβολή πως δεν ήταν αναγκαία η συγκατάθεση του ενάγοντα για την μεταβίβαση των αδειών του ΟΠΑΠ. Όντως εφόσον ο ενάγων δεν είχε καταφέρει να μεταβιβαστούν οι σχετικές άδειες στο όνομα του ποια λογικά θα ήταν η διαπραγματευτική του δυνατότητα επί του θέματος; Παράλληλα ποιος θα ήταν και ο λόγος οι εναγόμενοι 2 και 3 να αναλάμβαναν ουσιαστικά στο σύνολο τους τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 ως αποτέλεσμα της παράβασης της συμφωνίας του με τον ενάγοντα; 63 Έστω και να ληφθεί υπόψη η αξιολόγηση του Δικαστηρίου ως αναξιόπιστων των όσων ισχυρισμών πρόβαλε ο εναγόμενος 2 αναφορικά με την άγνοια της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του Μ. Ε. 2, αυτή η αρνητική αξιολόγηση δεν οδηγεί λογικά σε συμπέρασμα πως όντως υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και όλων των εναγόμενων. Δεν αποκλείεται ο ενάγων να είχε ουσιαστικά παρακαμφθεί από τους εναγόμενους 2 και 3, δίχως όμως το ενδεχόμενο αυτό να καθιστά αξιόπιστη τη θέση του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και όλων των εναγόμενων η οποία να ήταν ακυρωτική της γραπτής του συμφωνίας με τον εναγόμενο
  23. 64 Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του εναγόμενου 2 δεν είναι δυνατό βάσει είτε αυτής είτε σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας την οποία ο ενάγων παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως όντως ο ενάγων συμφώνησε προφορικά τα όσα ισχυρίστηκε με όλους τους εναγόμενους. Αντιθέτως όσο πιο επιμελώς εξεταστεί η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στο σύνολο της τόσο πιο εύλογο καθίσταται για το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα αποτελούν μία απέλπιδα προσπάθεια να περισώσει μία κατάσταση στην οποία οδηγήθηκε ως αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τα όσα είχαν συμφωνηθεί μαζί του βάσει της γραπτής συμφωνίας του με τον ενάγοντα εμπλέκοντας σε αυτή τη συμβατική σχέση και τους εναγόμενους 2 και 3 εξαιτίας της ξεχωριστής συμφωνίας στην οποία είχαν καταλήξει με τον εναγόμενο 1, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι η επιταγή η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του εναγόμενου 1 είχε οπισθογραφηθεί προς όφελος του. 65 Ουσιαστικά ο ενάγων καλούσε το Δικαστήριο να δεχτεί ως αξιόπιστη μία εκδοχή βάσει της οποίας ενώ υπάρχει μία γραπτή συμφωνία την οποία δεν προσπαθεί καν να εφαρμόσει στη συνέχεια επιλέγει την απαλλαγή ουσιαστικά του εναγόμενου 1 ως αντισυμβαλλόμενου του ή, στην χειρότερη περίπτωση για τον εναγόμενο 1, αφού τον απαλλάσσει είτε από την επιστροφή χρημάτων είτε μεταβίβαση των σχετικών άδειων (δικαίωμα το οποίο είχε και σε σχέση με τρίτο άτομο το οποίο ο ίδιος θα υποδείκνυε) βάσει της υφιστάμενης συμφωνίας, τον δεσμεύει και πάλι μαζί με άλλα άτομα για την πληρωμή από κοινού ενός διαφορετικού ποσού εντός του πλαισίου μίας νέας προφορικής συμφωνίας στην οποία πάλι συμβαλλόμενος είναι ο πρώην αντισυμβαλλόμενος του και δύο νέα άτομα τα οποία ουσιαστικά μερικώς αναλαμβάνουν και βασική συμβατική υποχρέωση του πρώτου αντισυμβαλλόμενου ή τουλάχιστον μέρος αυτής ή αλληλέγγυα με αυτόν ως προς την επιστροφή χρημάτων τα οποία ήδη όφειλε στον ενάγοντα. 66 Επιπλέον, τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 2, αποκαλύπτουν ότι ο ίδιος ανάλωσε κυρίως τις προσπάθειες του προς αποφυγή της πιθανότητας ο εναγόμενος 1 να μην συμμορφωθεί με τη συμφωνία μεταξύ του και του ιδίου και της εναγόμενης 3 με απευθείας πληροφόρηση από και επικοινωνία με τα κεντρικά γραφεία της ΟΠΑΠ στην Κύπρο, πληρώνοντας μάλιστα και το ποσό των €27.590,53 (παράγραφος 13 (β) της έκθεσης υπεράσπισης) προς εξόφληση προηγούμενων οφειλών του εναγόμενου 1 ως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της σχετικής άδειας στο όνομα της εναγόμενης 3 και αφού πρώτα είχε βεβαιωθεί βάσει της προαναφερόμενης επικοινωνίας ότι όντως αυτό θα συνέβαινε μετά και από αυτή την πληρωμή. 67 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 26 αυτής της απόφασης) το βάρος της απόδειξης το οποίο ο ενάγων θα έπρεπε να ικανοποιήσει βασιζόταν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να είχε ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Διατηρώντας υπόψη και την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο ενάγων έχει αποτύχει πραγματικά να αποσείσει αυτό το βάρος απόδειξης. 68 Ως αποτέλεσμα αυτής της αποτυχίας παρουσίασης αξιόπιστης μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης του εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 τα ευρήματα στα οποία δύναται να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο βαθμό στον οποίο διαπιστώνεται να υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ των ισχυρισμών του ενάγοντα και των όσων ισχυρισμών του εναγόμενου 2 και οι οποίοι έχουν κριθεί ως αξιόπιστοι δεν θα αποτελούν την οποιαδήποτε πραγματική βάση η οποία να κρίνεται ως καθοριστική των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των διαδίκων αναφορικά βεβαίως με μία κατ΄ ισχυρισμό προφορική συμφωνία η ύπαρξη της οποίας σύμφωνα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο (βλ. σχετικά την παράγραφο 18 αυτής της απόφασης). 69 Επομένως, η παράθεση ευρημάτων του Δικαστηρίου όχι μόνο αναγκαία δεν κρίνεται αλλά ούτε και εφικτή τουλάχιστον σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα. Ακόμη όμως και εάν το Δικαστήριο παρέθετε ορισμένα ευρήματα αυτά δεν θα παρείχαν οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή θα είχαν οποιαδήποτε σημασία εφόσον το βασικότερο εύρημα από όλα βεβαίως θα ήταν ότι ουδέποτε υπήρξε η οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγόμενων 2 και
  24. Ουσιαστικά αυτό αποτελεί και το βασικότερο εύρημα του Δικαστηρίου το οποίο ασφαλώς εκθεμελιώνει πλήρως ως αναξιόπιστη την όλη εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τη σύναψη αυτής της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και όλων των εναγόμενων. Επομένως, ποια θα μπορούσαν να ήταν τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με μία κρινόμενη ως ανύπαρκτη συμφωνία; 70 Ως εκ τούτου η αγωγή του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου τα έξοδα αυτής να μην επιδικαστούν υπέρ των εναγόμενων 2 και 3 και εις βάρος του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο όπως και επιδικάζονται βεβαίως ως μέρος αυτής της απόφασης με έκδοση της ανάλογης διαταγής του Δικαστηρίου. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Final/Breach of Contract (Αναφορά :- Δίκαιο Συμβάσεων-Προφορική Συμφωνία-Παράβαση Σύμβασης) [1] Παρά και το γεγονός ότι στον τίτλο της αγωγής ως εναγόμενος 2 αναφέρεται ο Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας του αρχικά αναφερόμενου εναγόμενου 2, Αργύρη Παναγόπουλου, οι αναφορές του Δικαστηρίου εντός αυτής της απόφασης στον εναγόμενο 2 γίνονται όχι σε σχέση με τον Επίσημο Παραλήπτη αλλά με το άτομο του οποίου η περιουσία έχει παραληφθεί από τον Επίσημο Παραλήπτη. [2] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.