← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. NESBIT SHIRLEY κ.α., Αρ. Αγωγής: 1430/12, 10/7/2017

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. NESBIT SHIRLEY κ.α., Αρ. Αγωγής: 1430/12, 10/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1430/12 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγοντες και

  1. NESBIT SHIRLEY
  2. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED Εναγομένοι Αίτηση εκ μέρους του Εναγομένου 1 ημερ. 30.11.2012 Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 1: κ. K. Χ"Λαμπρής για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση/Ενάγοντες: κα Α. Μιχαήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΣΧΕΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ:
  3. Ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε την 23.4.
  4. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει καταχωρημένη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.5.2012 σύμφωνα με την οποία η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για τους Εναγόμενους 2 στη Κύπρο έγινε την 22.5.
  5. Την 18.6.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο μεταξύ άλλων διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος και της σχετικής Ειδοποίησης και της μετάφρασης τους στον Εναγόμενο 1 μέσω του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
  6. Η εν λόγω αίτηση συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση της κας Κάκιας Χριστοδουλίδη.
  7. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης ημερομηνίας 18.6.2012 εκδόθηκε την 31.8.2012 σχετικό διάταγμα για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τον Εναγόμενο
  8. Το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 31.8.2012, όπως συντάχθηκε την 13.9.2012, έχει ως εξής: «(ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ) «ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο αρ. 1 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον Εναγόμενο 1, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
  9. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΕΣ όπως ο εναγόμενος αρ. 1 - Καθ' ου η αίτηση καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός 45 ημερών από την ημέρα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ότι του έχει επιδοθεί εάν αντίγραφο αυτής αναρτηθεί στον πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για περίοδο πέντε

(5)ημερών . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ».
  1. Την 30.11.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Β. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ:
  2. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή/Εναγόμενου 1 την 30.11.
  3. Με αυτήν αρχικά επιδιώκετο, μεταξύ άλλων, η ακύρωση/παραμερισμός του πιο πάνω διατάγματος ημερομηνίας 31.8.2012 για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (αιτητικά Α και Β) καθώς και η ακύρωση/παραμερισμός της επίδοσης διάφορων εγγράφων προς τον Αιτητή/Εναγόμενο 1 (αιτητικό Γ). Κατά τις διευκρινίσεις (σε μεταγενέστερο στάδιο όπως εξηγείται σε άλλο σημείο πιο κάτω) δηλώθηκε ότι οι Αιτητές δεν επιμένουν πλέον στα αιτητικά Α, Β, Γ αλλά επιμένουν στα αιτητικά Δ, Ε, ΣΤ. Με το αιτητικό Δ ζητείται διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι η οποιαδήποτε επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 (περιλαμβανομένης και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του) είναι μεταξύ άλλων άκυρη παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή.
  4. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, θ.1, 2, 3 - 8, 9 10, Δ.6 θ.1, 2 - 4, 5, 6, 7
(1)(α) - (δ),
(2),
(3), 8, 9, Δ.15 θ. 1 - 8, 9, Δ.16 θ.1, 2, 3, 4, 5 - 8 και 9, Δ.39, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, Δ.51, θ.1, 2, 2 Α, 3 - 5, 6 7, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/07, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 3 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου, ως επίσης και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ).
  1. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Χριστιάνας Ζαντή ημερομηνίας 30.11.2012 στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η εν λόγω ένορκη δήλωση της κας Ζαντή αποτελείται από 30 παραγράφους όπου εμπεριέχονται οι θέσεις εκ μέρους του Αιτητή/Εναγόμενου
  2. Γ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ:
  3. Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων την 4.1.
  4. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.5 Θ.1-10, Δ.6 θ.1, 2, 4-9, Δ.16 Θ.1-5, 9-11, Δ.39, Δ.48, 1-13, Δ.51, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρ. 3, 9, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/07, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, σε σχετική Νομολογία καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου.
  5. Φέρει τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Ο εναγόμενος κωλύεται από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση του ημερ. 30.11.2012 και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει αυτή. Και τούτο διότι ο εναγόμενος έλαβε πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπισης της. Επιδόθηκε σε αυτόν επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, πιστοποιητικό ως το Annex I του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07, αντίγραφο του Κλητηρίου όσο και της ειδοποίησης του Κλητηρίου αλλά και μεταφράσεις αυτών, σε πλήρη συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 31.8.
  6. Συνεπώς ο εναγόμενος/αιτητής έλαβε γνώση δεόντως, αφού του επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στην μητρική του γλώσσα. (β) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή το Νόμο και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή το διάταγμα δικαστηρίου ημερ. 31.8.
  7. (γ) Ο εναγόμενος βασίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και/ή θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Ο εναγόμενος δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια του εναγόμενου να αποφύγει και/ή να δικαιολογήσει την παράλειψη του, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (στ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ζ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (η) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν ο εναγόμενος-αιτητής.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελείται από 21 παραγράφους όπου εμπεριέχονται οι θέσεις εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων. Δ. Η ΑΚΡΟΑΣΗ: Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση και τέθηκαν οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Μετά την επιφύλαξη της απόφασης και πριν την έκδοση της, εκδόθηκε η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23 - Ε29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh κ.α., απόλυτα σχετική με την παρούσα υπόθεση. Σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει να παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τρία ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με την αναγκαιότητα ή μη της επίδοσης της τυποποιημένης Βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ1393/
  8. Οπότε θεωρήθηκε από το παρόν Δικαστήριο ότι τούτο ήταν σχετικό με το θέμα που εγείρεται στην παράγραφο 9(κ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση, θέση με την οποία συμφώνησαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών όταν είχαν κληθεί από το Δικαστήριο ακριβώς για να ακούσει τις απόψεις τους στο θέμα αυτό. Γι' αυτό και ζήτησαν όπως ανασταλεί η περαιτέρω διαδικασία μέχρι την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23 - Ε29/2013 που θα ακολουθούσε μετά την απάντηση του ΔΕΕ. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα του πρακτικού του παρόντος Δικαστηρίου μετά την επιφύλαξη της απόφασης στην επίδικη αίτηση και πριν την έκδοση της. «Δικαστήριο: Αυταπάγγελτα το ίδιο το Δικαστήριο έχει καλέσει τις δύο πλευρές να παρουσιαστούν ενώπιον του μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημ. 13.09.13 στην Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13, Ε24/13, Ε25/13, Ε26/13, Ε27/13, Ε28/13, Ε29/13 στην οποία παραπέμφθηκαν ερωτήματα στο ΔΕΕ και η οποία είναι απόλυτα σχετική με την απόφαση που επιφυλάχθηκε στην πιο πάνω αίτηση στην παρούσα αγωγή. Ερωτούνται καταρχήν οι συνήγοροι κατά πόσο συμφωνούν ότι το θέμα που εγείρεται στην παράγραφο 9 κ) της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι πανομοιότυπο με το θέμα που αναλύεται στις σελίδες 30 - 34 της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστήριου αναφορικά με την τυποποιημένη Βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 8 και στο παράρτημα ΙΙ του ΕΚ 1393/
  9. Συνήγοροι: Συμφωνούμε. Δικαστήριο: Ενόψει του πιο πάνω και του περιεχομένου της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα της επιφύλαξης της απόφασης, η διαδικασία της παρούσας αίτησης επανανοίγεται με σκοπό να ακούσω τις απόψεις των συνηγόρων: κατά πόσο θεωρούν αναγκαίο όπως αποφασιστεί η επίδικη αίτηση μετά την απάντηση του ΔΕΕ. Συνήγοροι: Συμφωνούμε. Δικαστήριο: Συμφωνείτε ότι η διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την απάντηση του ΔΕΕ; Συνήγοροι: Αμφότερες οι πλευρές παρακαλούν το Δικαστήριο όπως αναστείλει πάσα και οποιαδήποτε διαδικασία στην παρούσα αγωγή εξαιρουμένης μόνο της αίτησης των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση για παράταση του Κλητηρίου Εντάλματος τους μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΔΕΕ στα τρία προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση του ημ. 13.9.13 και μέχρις ότου εκδοθούν τα σημεία ή η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13-Ε29/
  10. Όσον αφορά τα έξοδα παρακαλούμε όπως επιφυλαχθούν». Ακολούθησε η απάντηση του ΔΕΕ την 16.9.2015 και μετέπειτα η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 12.4.2016 στις εν λόγω Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13 - Ε29/
  11. Μετά και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 12.4.2016 δόθηκε αρκετός χρόνος κατόπιν αιτημάτων και των δύο πλευρών ενόψει προσπαθειών συνολικής διευθέτησης της υπόθεσης, αφού υπήρχε και υπάρχει μια δυναμική επίλυσης εκατοντάδων πανομοιότυπων υποθέσεων στο Ε.Δ. Πάφου. Μετά όμως τις ανεπιτυχείς προσπάθειες διευθέτησης, οι δύο πλευρές αγόρευσαν στα πλαίσια της επίδικης Αίτησης με περαιτέρω συμπληρωματικές αγορεύσεις υπό το φως πλέον των πιο πάνω αποφάσεων του ΔΕΕ και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς είναι χρήσιμο σε αυτό το σημείο να γίνει ειδική αναφορά στις πιο πάνω αποφάσεις του ΔΕΕ και του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Ε. ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Η απόφαση ημερ. 13.9.2013 στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23 - Ε29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd -v- Dau Si Senh κ.α. Με παρόμοια με την παρούσα υπόθεση γεγονότα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εκεί κατόπιν σχετικής αίτησης είχε ακυρώσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, της ειδοποίησης του και του σχετικού διατάγματος για τους εξής λόγους:
(1)Ότι οι Εφεσείοντες, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 και τα νομολογηθέντα στην Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal For A.N. Kyjmin
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1350, είχαν υποχρέωση να επιδώσουν, πλην των εγγράφων που αναφέρονται στο διάταγμα, και τη μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε.
(2)Ο ΕΚ 1393/2007 δεν ακυρώνει ούτε αναστέλλει τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ιδιαίτερα της Δ.48 θ.12 και 13.
(3)Ο ΕΚ 44/2001 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον επίδικο θέμα δεν είναι η αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης, αλλά η επίδοση δικαστικών εγγράφων.
(4)Οι διαπιστούμενες παραλείψεις των Εφεσειόντων να επιδώσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα δεν μπορούν να θεραπευτούν ως απλές παρατυπίες, δυνάμει της Δ.64.
(5)Η παράλειψη, δυνάμει του κυπριακού δικαίου, επίδοσης:- (α) της μονομερούς αίτησης και ένορκης δήλωσης, (β) της μετάφρασης τους στα Αγγλικά, ως επίσης και (γ) της μετάφρασης στα Αγγλικά του διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας θα έπρεπε να εμφανιστούν οι Εφεσίβλητοι, συνιστά παράβαση της Δ.48 θ.12 και 13.
(6)Η μη μετάφραση στα Αγγλικά του Διατάγματος ενέχει σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/07 σοβαρή επίπτωση, εφόσον στερείται ο παραλήπτης του εγγράφου της δυνατότητας να αντιληφθεί το περιεχόμενό του.
(7)Εφόσον μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν περιλαμβανόταν και το διάταγμα του Δικαστηρίου χωρίς να συνοδεύεται με μετάφραση στα Αγγλικά, υπήρξε παράβαση του Καν. 5, 8 και 12 του ΕΚ 1393/07, με αποτέλεσμα οι Εφεσίβλητοι να μην πληροφορηθούν γραπτώς, σύμφωνα με τους τύπους του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ, περί του δικαιώματος τους να αρνηθούν την επίδοση.
(8)Οι Εφεσίβλητοι πιθανώς να παραπλανήθηκαν από το γεγονός ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν προσδιόριζαν διαφορετική προθεσμία για να εμφανιστούν (το κλητήριο αναφέρει 10 μέρες από την επίδοση, ενώ η ειδοποίηση 60 μέρες). Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: (α) Η μη επίδοση σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και (β) η μη επίδοση μετάφρασης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.12, δεν ήταν παραλείψεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακυρότητα της επίδοσης, αλλά ήταν παρατυπίες οι οποίες μπορούσαν να θεραπευθούν. Συγκεκριμένα έκρινε ότι η παράλειψη (α) πιο πάνω αυτοθεραπεύτηκε ενόψει του γεγονός ότι η μονομερής αίτηση στο μεταξύ περιήλθε σε γνώση των Εφεσιβλήτων, ενώ η παράλειψη (β), ανωτέρω (μη επίδοση μετάφρασης του διατάγματος), είναι θεραπεύσιμη. Ως προς το παράπονο ότι δεν επιδόθηκε επεξηγηματική επιστολή μαζί με τα έγγραφα που επιδόθηκαν, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε καμιά παραπλάνηση, εφόσον οι Εφεσίβλητοι εμφανίστηκαν έστω υπό διαμαρτυρία στο Δικαστήριο. Αμέσως πιο κάτω παρατίθενται τα εξής σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13.9.2013 στα διάφορα σημεία της έφεσης:
  1. «Οι Εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν για κακή επίδοση. Κατ' αρχάς ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να επιδώσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα. Θεώρησαν ότι τους επιδόθηκαν μόνο δύο έγγραφα. Το πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου στην ελληνική γλώσσα και η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Ειρήνης Καλλή στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα καθώς και οι μεταφράσεις τους, ήτοι:- Το κλητήριο στην ελληνική και αγγλική, καθώς και η Ειδοποίηση στην ελληνική και αγγλική. Οι Εφεσίβλητοι θεωρούν ότι επειδή το κλητήριο ένταλμα και η Ειδοποίηση ήταν επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας, δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως επιδομένα σύμφωνα με το διάταγμα. Δεν συμφωνούμε. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων».
  2. «Η νομική βάση για επίδοση της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός Κύπρου είναι η Δ.48 θ.13 η οποία προβλέπει ότι:- «
  3. Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Κατά την κρίση μας η πιο πάνω πρόνοια των θεσμών, η οποία έτυχε ανάλυσης στην υπόθεση Earlsfield, ανωτέρω, τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Επομένως η αντίστοιχη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή ... Όμως εκεί που η Earlsfield Steel, ανωτέρω, διαφέρει, είναι ως προς τις επιπτώσεις. Εκεί τα θέματα κρίθηκαν αυστηρά με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙ)/
  4. Στην προκειμένη περίπτωση, τα θέματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, όπως το έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως, εκείνο που διαφέρει εδώ είναι οι επιπτώσεις από τυχόν παραβάσεις. Με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 θ.13 θα πρέπει να αναζητηθούν οι συνέπειες. Ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 θ.12). Όμως η παράβαση της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007..... Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.... Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη».
  5. «Ερχόμαστε τώρα στο διάταγμα. Με βάση το εθνικό δίκαιο (Δ.48 θ.12) και τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Earlsfield Steel Ltd, ανωτέρω, είναι δεδομένη η υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος. Πέραν τούτου, θα λέγαμε ότι είναι ορθή πρακτική το ίδιο το δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο ίδιο το διάταγμα, για επίδοσή του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης. Ανεξάρτητα αν στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα δεν διέταξε την επίδοσή του, θεωρούμε ότι από τη στιγμή που οι Εφεσείοντες θεώρησαν σκόπιμο ούτως ή άλλως να συμπεριλάβουν στα έγγραφα για επίδοση και αντίγραφο του διατάγματος στην ελληνική, όφειλαν κατά την άποψή μας να το συνοδεύσουν με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Όμως ούτε αυτή η παράλειψη είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση όπως εσφαλμένα, κατά την άποψή μας, θεώρησε το πρωτόδικο δικαστήριο.... και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσίβλητους. Το διάταγμα, μόνο με την επίδοση του μαζί με μετάφραση θα είχε ισχύ έναντι των Εφεσιβλήτων, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.12».
  6. «Προσβάλλεται επίσης η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η μη επίδοση επεξηγηματικής επιστολής, πιθανόν να συνέτεινε μαζί με άλλους παράγοντες στην παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων ως προς τη σημασία των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και να τους προκάλεσε σύγχυση ως προς το χρόνο εντός του οποίου είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Πουθενά στους εθνικούς διαδικαστικούς θεσμούς δεν υπάρχει πρόνοια για επίδοση επεξηγηματικής επιστολής. Η επεξηγηματική επιστολή παλαιότερα συνηθίζετο να αποστέλλεται ως θέμα καλής πρακτικής για να ενημερώνει σε απλή και κατανοητή γλώσσα το περιεχόμενο των εγγράφων σε αλλοδαπό εναγόμενο, ο οποίος ενδεχομένως τη στιγμή της παραλαβής των εγγράφων να μην είχε άμεση πρόσβαση σε υπηρεσίες δικηγόρου. Όμως με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την εφαρμογή του ΕΚ 1393/2007 και την τυποποίηση των διαδικασιών, μια τέτοια επιστολή χωρίς να χάνει παντελώς την πρακτική της σημασία, δεν φαίνεται να είναι απόλυτα αναγκαία, εφόσον τα έγγραφα με τις μεταφράσεις τους, μιλούν από μόνα τους. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση ήταν εύλογη η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ενόψει του ότι το διάταγμα προέβλεπε για καταχώρηση εμφάνισης μέσα σε 60 μέρες ενώ το κλητήριο ένταλμα μέσα σε 10 μέρες, η απουσία μιας τέτοιας επεξηγηματικής επιστολής ενδεχομένως να συνέτεινε στην παραπλάνηση του Εφεσίβλητου. Όμως από τη στιγμή που ο Εφεσίβλητος εμφανίστηκε έγκαιρα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, τίποτα δεν προκύπτει που να είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης». Επιπρόσθετα ως προς το παράπονο, ότι δεν επιδόθηκε από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου η σχετική Βεβαίωση, με την οποία θα πληροφορούνταν οι Εφεσίβλητοι σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007 περί του δικαιώματός τους να αρνηθούν να παραλάβουν το Διάταγμα στα Ελληνικά, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από την απαιτούμενη μετάφραση στα Αγγλικά, το Εφετείο εξέφρασε την άποψη ότι η παράλειψη δεν θα έπρεπε σύμφωνα με το πνεύμα του ΕΚ 1393/2007 να οδηγήσει σε ακυρότητα. Όμως επειδή το θέμα αφορούσε ερμηνεία ευρωπαϊκού δικαίου, έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει το θέμα τελεσίδικα και παρέπεμψε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Στο μεταξύ, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία της έφεσης ενόσω αναμένετο η απόφαση του ΔΕΕ. Η Απάντηση του Δ.Ε.Ε. ημερ. 16.9.2015 Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh and Others, C-519/13, ημερ. 16.9.2015, απάντησε ότι ο Κανονισμός 1393/2007 σ' ότι αφορά την προκειμένη περίπτωση έχει την έννοια ότι: «..η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/
  7. . . .. . . . . . . . . . . . . . . ... ..η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.» Η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 12.4.2016 Μετά την απόφαση του Δ.Ε.Ε. ημερ. 16.9.2015 η έφεση τέθηκε και πάλι ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ως εξής: «Έχοντας υπόψη τα όσα έχουν ήδη αποφασιστεί με την απόφαση του παρόντος Εφετείου ημερ. 13.9.2013, καθώς και την απάντηση που έδωσε το ΔΕΕ στα προδικαστικά ερωτήματα που θέσαμε, καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί, εφόσον καμιά από τις δικονομικές παραλείψεις δεν οδηγεί σε ακυρότητα, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο. Διαπιστώνουμε ότι παραμένουν προς θεραπεία οι δύο διαπιστωθείσες παραλείψεις:- (α) Η μη επίδοση της μετάφρασης του επίδικου διατάγματος και (β) η επίδοση της προβλεπόμενης από τον ΕΚ 1393/2007 τυποποιημένης Βεβαίωσης». «Συμφωνούμε με το συνήγορο των Εφεσειόντων ότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα ενώπιον μας ο τρόπος θεραπείας των δύο πιο πάνω δικονομικών παραλείψεων. Εναπόκειται πλέον στους Εφεσείοντες να προωθήσουν τις κατάλληλες διαδικασίες ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ώστε να θεραπεύσουν τις δικονομικές παραλείψεις». Όσον αφορά τα έξοδα, το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες στην ουσία πέτυχαν στη διαδικασία της έφεσης υπό την έννοια ότι κατάφεραν να παραμερίσουν την πρωτόδικη απόφαση με την οποία θεωρείτο ότι οι διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις δεν ήταν θεραπεύσιμες, αλλά οδηγούσαν σε ακυρότητα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Τόσο το παρόν Εφετείο, όσο και το ΔΕΕ, έκριναν ότι όλες οι δικονομικές παραλείψεις (εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου), είναι θεραπεύσιμες. Από την άλλη, οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι υποστήριξαν την πρωτόδικη κρίση, θα πρέπει να θεωρούνται ότι είναι οι αποτυχόντες διάδικοι στην Έφεση. Όμως θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον οι Εφεσίβλητοι δικαιολογούνταν να διαμαρτυρηθούν για τον τρόπο που τους έγινε η επίδοση. Έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνουμε ότι ναι μεν είχαν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, έστω και εάν εμείς θεωρούμε ότι θα μπορούσαν να βρουν άλλους πιο απλούς τρόπους για να θεραπεύσουν τις παρατυπίες, παρά να εμμένουν τυπολατρικά στο γράμμα του Νόμου και των Κανονισμών που έγινε αιτία να καθυστερήσει για μερικά χρόνια η εκδίκαση των επτά υπό εκδίκαση υποθέσεων και εκατοντάδων άλλων αγωγών που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και αλλού. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα νομικά ζητήματα που ηγέρθηκαν σε σχέση με την επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 ήταν καινοφανή, ακόμη και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρούμε ότι συντρέχουν λόγοι για να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα που επιτάσσει την επιδίκαση εξόδων στον επιτυχόντα διάδικο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι Εφεσείοντες. Κρίνουμε ότι είναι πιο δίκαιο να αφήσουμε την κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα». ΣΤ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΟΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΠΙΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ/ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ ΑΡ. 1 ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ: Από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι τα ακόλουθα επισυναπτόμενα έχουν επιδοθεί στον Εναγόμενο 1:
  8. Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της κας Ειρήνης Καλλή από τη Λευκωσία ημερομηνίας 25.9.
  9. Πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην Ελληνική γλώσσα (Σημείωση: προέβλεπε για καταχώριση εμφάνισης σε 10 μέρες).
  10. Πιστό Αντίγραφο του πιο πάνω Κλητηρίου Εντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα.
  11. Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα.
  12. Πιστό αντίγραφο της πιο πάνω ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα.
  13. Επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ημερομηνίας 5.11.2012 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013).
  14. Αντίγραφο εντύπου "REQUEST FOR SERVICE OF DOCUMENTS" ως το παράρτημα 1 του Ε.Κ. 1393/07 που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013 (Σημείωση: στα σημεία 6.1 (Nature of document) και 6.3.1 σημειώθηκε ότι πρόκειται για κλητήριο ένταλμα στην ελληνική γλώσσα και στο σημείο 6.3.2 σημειώθηκε ότι εμπεριέχεται στην επίδοση, μετάφραση στα Αγγλικά). Τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013 σύμφωνα με την οποία επιδόθηκαν στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 και η επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το έντυπο "REQUEST FOR SERVICE OF DOCUMENTS" ως το παράρτημα 1 του Ε.Κ. 1393/07, δεν αμφισβητήθηκαν είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει επίσης καταλήξει ότι έγινε επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 και των εγγράφων που αριθμούνται πιο πάνω με τους αριθμός 6 και
  15. Όπως επίσης προκύπτει από το "CERTIFICATE OF SERVICE OR NON-SERVICE OF DOCUMENTS" (Τεκμήριο 2(α) στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013), η επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 των εγγράφων 1 μέχρι 7 πιο πάνω, επιτεύχθηκε την 16.11.2012 και όχι 14.11.2012 όπως προφανώς εκ παραδρομής ισχυρίστηκε ο Αιτητής/Εναγόμενος
  16. Ζ. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ/ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1 ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 31.8.2012 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Η θέση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων όπως διατυπώθηκε στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4.1.2013 η οποία συνοδεύει την ένσταση, είναι ότι το διάταγμα είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 (βλ. ενδεικτικά παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη και τεκμήριο 3). (Τούτο αναφέρεται και στην αρχική αγόρευση των Καθ' ων η αίτηση στη σελ. 16: «Οι ενάγοντες απέστειλαν το διάταγμα στον εναγόμενο οικειοθελώς και εξ' ιδίας πρωτοβουλίας με σκοπό την πληρέστερη ενημέρωση αυτού και όχι ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε νομικού καθήκοντος .»). Συνεπώς προκύπτει ότι το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 31.8.2012 επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 στα Ελληνικά. Εξάλλου τούτο είναι παραδεκτό και στη συμπληρωματική γραπτή αγόρευση του Αιτητή παράγρ.
  17. (Σημείωση: το Διάταγμα προέβλεπε για εμφάνιση εντός 45 ημερών). Η. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ: Από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν επιδόθηκε η μετάφραση του στην Αγγλική γλώσσα. Εξάλλου δεν συναντούμε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι έγινε τέτοια επίδοση στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη. Θ. ΚΟΙΝΗ ΘΕΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 18.6.2012 ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ: Ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε επιπρόσθετων ισχυρισμών του Αιτητή/ Εναγόμενου 1 περί μη επίδοσης οποιωνδήποτε εγγράφων, αποτελεί κοινή θέση ότι δεν επιδόθηκαν στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 τα εξής: ● Πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 18.6.2012 των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων (με την οποία ζητείτο το διάταγμα εκτός δικαιοδοσίας) περιλαμβανομένης και της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την ως άνω αναφερόμενη μονομερή αίτηση των Εναγόντων, καθώς και των επισυναπτόμενων σε αυτήν τεκμηρίων στην Ελληνική γλώσσα. ● Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα των αμέσως πιο πάνω. (Βλ. παράγρ. 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και παράγρ. 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Ι. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ: Με την παράγραφο 9(ι) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση, οι Αιτητές παραπονούντο ότι δεν είχε επιδοθεί «επεξηγηματική επιστολή στην αγγλική γλώσσα που να αναφέρεται στα επιδοθέντα έγγραφα, στο περιεχόμενο και στις επιπτώσεις των εν λόγω εγγράφων, στα δικαιώματα του Αιτητή να εμφανισθεί και να υπερασπιστεί την παρούσα αγωγή, στους χρονικούς περιορισμούς που υπάρχουν και στα δικαιώματά του να αρνηθεί ή να απορρίψει την επίδοση των επιδοθέντων σε αυτόν εγγράφων». Ότι δεν επιδόθηκε τέτοιο έγγραφο αποτελεί πραγματικό γεγονός. Στην επιστολή ημερ. 5.11.2012 (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) η οποία όντως επιδόθηκε στον Αιτητή, δεν αναφέρονται οι επιπτώσεις από την τυχόν μη εμφάνιση του Αιτητή. Κ. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ: ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΙΙ ΤΟΥ ΕΚ1393/
  18. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη μαρτυρία προκύπτει ότι η Αρμόδια Αρχή Παραλαβής δεν επέδωσε στον Εναγόμενο 1 το έντυπο συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 άρθρο 8, με την οποία να πληροφορείται ο Αιτητής για το δικαίωμα του να αρνείτο τη σχετική παραλαβή εφόσον του επιδόθηκε το διάταγμα ημερ. 31.8.2012 μόνο στην Ελληνική γλώσσα, χωρίς μετάφραση. Το ότι δεν επιδόθηκε τέτοιο έγγραφο προκύπτει και από το τεκμήριο 2(α) που συνοδεύει την ένσταση («certificate of service or non service of Documents») όπου στο σημείο 12.3 δεν σημειώνεται ότι έγινε τέτοια επίδοση. Εξάλλου ούτε έχει τεθεί ισχυρισμός από την Καθ' ης η αίτηση ότι έγινε τέτοια επίδοση. Λ. ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ / ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΩΝ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ Ε23-Ε29/2013 ΗΜΕΡ. 13.9.2013 ΚΑΙ 12.4.2016 ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ ΗΜΕΡ. 16.9.2015: · Είναι χρήσιμο για σκοπούς σύνοψης να επισημανθούν ξανά τα εξής από τα πραγματικά γεγονότα:
  19. Δεν επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ημερ. 18.6.2012 ούτε η μετάφραση της.
  20. Δεν επιδόθηκε μετάφραση στην Αγγλική του διατάγματος επίδοσης ημερ. 31.8.2012 (παρόλο που επιδόθηκε το διάταγμα μόνο στην Ελληνική γλώσσα. Να σημειωθεί ότι με βάση και τις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος).
  21. Δεν επιδόθηκε το τυποποιημένο έντυπο του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  22. Δεν επιδόθηκε επεξηγηματική επιστολή στη μητρική γλώσσα του Αιτητή με την οποία να του επεξηγούνται οι επιπτώσεις από τυχόν μη εμφάνιση του στην παρούσα αγωγή. · Όπως επίσης ήδη επισημάνθηκε, υπό το φως των πιο πάνω αποφάσεων, οι Αιτητές επιμένουν στο παρόν στάδιο μόνο στα αιτητικά Δ, Ε, ΣΤ της επίδικης Αίτησης και σε αυτό το στάδιο είναι χρήσιμο να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό: «Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ή να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, της ειδοποίησης περί αυτού, των ισχυριζόμενων μεταφράσεων αυτών στην Αγγλική γλώσσα, ως επίσης και η οποιαδήποτε επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/8/2012 στην Ελληνική γλώσσα, προς τον εναγόμενο 1, κατά ή περί την 14/11/2012 είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή ή ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/8/2012 ή άλλως πως. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα ...». Με τη συμπληρωματική αγόρευση και τις περαιτέρω προφορικές διευκρινίσεις ο κ. Κουκούνης επεσήμανε ότι ενόψει των πιο πάνω αποφάσεων πρέπει να εκδοθεί διάταγμα ότι η επίδοση ως έχει πάσχει και να δοθούν οδηγίες ή διαταγές για διόρθωση των παραλείψεων των Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα να διαταχθούν οι Καθ' ων η αίτηση όπως επιδώσουν στον Αιτητή α) τη μετάφραση του σχετικού διατάγματος στην αγγλική γλώσσα και β) το τυποποιημένο έντυπο του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  23. Αναγνώρισε ότι και στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη της μη επίδοσης της μονομερούς αίτησης έχει αυτοθεραπευθεί. Με τη συμπληρωματική γραπτή αγόρευση η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση τονίζοντας ότι η επίδοση δεν είναι άκυρη, υπέβαλε τη θέση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την επίδικη Αίτηση και να καλέσει τον εναγόμενο να καταχωρήσει κανονική εμφάνιση και ακολούθως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Κατά τις περαιτέρω προφορικές διευκρινίσεις την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η συμπληρωματική αγόρευση και μετά που ο κ. Κουκούνης διευκρίνισε ότι δεν επιμένει πλέον η πλευρά του Αιτητή στα αιτητικά Α, Β, Γ για ακύρωση, η κα Μαυρικίου ενόψει τούτου, κατέληξε στην εξής θέση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση: Αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι υπάρχουν δικονομικές παραλείψεις, τότε θα μπορούσε όπως διατάξει την επίδοση των εγγράφων που δεν επιδόθηκαν και η εμφάνιση των εναγομένων πλέον να καταστεί άνευ όρων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Όσον αφορά τη μη επίδοση επεξηγηματικής επιστολής που να επεξηγεί τους σχετικούς χρονικούς περιορισμούς (παράγραφος 9(ι) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση): είναι σαφές από τη συμπληρωματική αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή και τις περαιτέρω προφορικές διευκρινίσεις ότι η πλευρά του Αιτητή δεν επιμένει στο σημείο αυτό. Επιπρόσθετα ακολουθώντας το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13 - Ε29/13 κρίνεται ότι τούτο δεν αποτελεί παρατυπία. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνονται οι εξής παρατυπίες: α) Η μη επίδοση της μονομερούς Αίτησης ημερ. 18.6.
  24. Η παρατυπία αυτή όπως και στις περιπτώσεις των Πολιτικές Εφέσεων Ε23 - Ε29/2013 και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτοθεραπεύτηκε, αφού η μονομερής αίτηση έχει περιέλθει πλέον στη γνώση του Αιτητή. β) Η μη επίδοση της μετάφρασης στην Αγγλική του διατάγματος ημερ. 31.8.
  25. γ) Η μη επίδοση του εντύπου συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  26. Διαπιστώνεται επίσης ότι ουδεμία από τις πιο πάνω παραλείψεις οδηγεί σε ακυρότητα. Ενόψει και του περιορισμού των θέσεων εκ μέρους του Αιτητή στα πλαίσια των διευκρινίσεων, δεν χρειάζεται να συζητηθούν οποιαδήποτε άλλα παράπονα που είχε ο Αιτητής με βάση την επίδικη Αίτηση. Όσον αφορά το αποτέλεσμα σε σχέση με τα αιτητικά της επίδικης Αίτησης: χωρίς περαιτέρω σκέψη τα αιτητικά Α, Β, Γ της Αίτησης θα πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου και η ίδια η πλευρά των Αιτητών δεν επιμένει σε αυτά. Όσον αφορά το αιτητικό Δ: Οι πιο πάνω διαπιστώσεις για συγκεκριμένες παρατυπίες εμπίπτουν σε μέρος του αιτητικού Δ και συγκεκριμένα μόνο στο μέρος εκείνο του αιτητικού Δ με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. («. οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις . των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών .»). Η διαπίστωση για τέτοια μη συμμόρφωση είναι συγκεκριμένη και περιορίζεται στην αναγνώριση ότι έγιναν από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση οι πιο πάνω παρατυπίες (α), (β), (γ). Ακριβώς στη βάση του σκεπτικού των πιο πάνω αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13.9.2013 και 12.4.2016 και της απόφασης του ΔΕΕ, που δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. (Αν και η παρατυπία (γ) αφορά την υποχρέωση επίδοσης του σχετικού εντύπου από την υπηρεσία παραλαβής, εντούτοις με βάση και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 12.4.2016, είναι οι Καθ' ων η αίτηση που πρέπει να φροντίσουν για τη θεραπεία των παρατυπιών). Πιο συγκεκριμένα με βάση το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΔΕΕ οι ακόλουθες παρατυπίες οι οποίες είναι θεραπεύσιμες χρειάζονται να θεραπευτούν από τους Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: 1) Η μη επίδοση της μετάφρασης στα Αγγλικά του διατάγματος ημερ. 31.8.
  27. 2) Η μη επίδοση του Eντύπου συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  28. Όσον αφορά τα έξοδα: Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται δικαστικά. (Βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 890). Στην προκειμένη περίπτωση η περιορισμένη επιτυχία του αιτητικού Δ θα ήταν άδικο να οδηγούσε σε επιδίκαση των εξόδων ή έστω μέρος τους υπέρ του Αιτητή για τους εξής λόγους: Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι με την καταχώριση της επίδικης αίτησης η πλευρά του Αιτητή επιδίωκε και ζητούσε την ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 31.8.2012 για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ακύρωση της επίδοσης. Ακόμα και με το αιτητικό Δ ζητείτο, μεταξύ άλλων, δήλωση ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η σχετική επίδοση είναι άκυρη. Το ότι αυτή ήταν η επιδίωξη με την επίδικη αίτηση, προκύπτει πέραν από τη διατύπωση όλων των αιτητικών στο σύνολο τους, και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση παράγραφοι 28 -
  1. «
  2. Ως εκ τούτου, οι ως άνω αναφερόμενες πράξεις των εναγόντων έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης που έγινε κατά ή περί τις 14/11/2012, καθιστώντας την άκυρη, παράνομη, αντικανονική, επισφαλή και κακή. Είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ακυρώσει και παραμερίσει το διάταγμα του ημερομηνίας 31/8/2012, ως επίσης και την επίδοση των εγγράφων που έγινε στον αιτητή κατά ή περί τις 14/11/
  3. Είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα στην αίτηση διατάγματα. Σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο δεν ήθελε εκδώσει τα ρηθέντα διατάγματα, ο αιτητής, του οποίου τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα ως εναγόμενο 1 έχουν ήδη επηρεαστεί κατάφορα και αρνητικά, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, απώλεια, αδικία και βλάβη.
  4. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εξαιτούμαι την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως η αίτηση». (Η έμφασης είναι του Δικαστηρίου). Η πιο πάνω θέση επαναλήφθηκε και υποστηρίχθηκε στην αρχική αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή. (Βλ. παράγρ. 6 «. υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε στην ολότητά τους το περιεχόμενο της δια κλήσεως αίτησης του αιτητή ημερ. 30.11.2012 και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει .»). Όπως ήδη έχει αποφασιστεί η πιο πάνω προσέγγιση με την οποία επιδιώκετο αρχικά ακύρωση/παραμερισμός, αναγνωριστικές δηλώσεις για ακυρότητα, είναι εσφαλμένη, με βάση τις εν λόγω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΔΕΕ. Στην παράγραφο 25 της γραπτής συμπληρωματικής αγόρευσης εκ μέρους του Αιτητή, μετά δηλαδή τις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΔΕΕ, σημειώνονται τα εξής: «
  5. Πάγια θέση του Αιτητή ήταν ότι η επίδικη επίδοση ως έχει δεν είναι καλή και επί τη βάση αυτής οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να βασίσουν την προώθηση της αγωγής τους εκτός εάν προηγουμένως δεν αποκαταστήσουν κατά το δέοντα τρόπο τα τρωθέντα δικαιώματα του Αιτητή ως εναγομένου και παραλήπτη της δικαστικής πράξης». Όπως όμως ήδη επισημαίνεται πιο πάνω, η αρχική θέση του Αιτητή ήταν ότι δεν υπήρχε περιθώριο θεραπείας και ευκαιρία αποκατάστασης των παρατυπιών. Και σε αυτό το πλαίσιο στηρίχθηκε εξ' ολοκλήρου η αρχική αγόρευση του Αιτητή. Ταυτόχρονα ούτε είναι δίκαιο να επιδικαστούν τα έξοδα ή μέρος τους υπέρ των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων αφού δεν μπορούν να αγνοηθούν τα εξής: α) Ότι γενεσιουργός αιτία καταχώρισης της επίδικης αίτησης ήταν, μεταξύ άλλων, οι παρατυπίες οι οποίες πρέπει να θεραπευτούν. Θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η ίδια η Αίτηση ήταν η αιτία στα πλαίσια της οποίας διαπιστώθηκαν συγκεκριμένες παρατυπίες. β) Για τις εν λόγω παρατυπίες ουδεμία ευθύνη φέρει ο Αιτητής. γ) Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αιτήθηκαν δεόντως ή δεν προέβηκαν μέχρι σήμερα σε θεραπεία των πιο πάνω παρατυπιών μετά και τις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΔΕΕ. Σ' αυτό το σημείο επισημαίνεται ότι η αίτηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.3.2013 για άρση παρατυπίας δεν αφορούσε αίτημα για τη θεραπεία της επίδοσης του εντύπου του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ. (Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω αίτηση έχει απορριφθεί για λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση και σε κάθε περίπτωση για λόγους που δεν αφορούσε την ουσία του σχετικού αιτήματος). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνεται δίκαιο όπως η κάθε πλευρά πληρώσει τα δικά της έξοδα. Συνεπώς τα αιτητικά Α, Β, Γ, Ε, ΣΤ της Αίτησης απορρίπτονται. Επιπρόσθετα το αιτητικό Δ απορρίπτεται πλην το μέρος εκείνο του αιτητικού Δ που αφορά μόνο τη διαπίστωση των εξής συγκεκριμένων παρατυπιών των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων: α) τη μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερ. 18.6.
  6. (Παρατυπία η οποία αυτοθεραπεύτηκε). β) τη μη επίδοση της μετάφρασης στην αγγλική του διατάγματος ημερ. 31.8.
  7. γ) τη μη επίδοση του εντύπου συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  8. Οι Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες το αργότερο μέχρι τις 5.10.2017 να λάβουν τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσουν τις δύο παρατυπίες και πιο συγκεκριμένα τη μη επίδοση της μετάφρασης του διατάγματος ημερ. 31.8.2012 και τη μη επίδοση της Έντυπης Βεβαίωσης συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/
  9. Η κάθε πλευρά να πληρώσει τα έξοδα της. (Υπ.) ................ Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil / General / Interim Αναφορικά: Αίτηση για παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος / επίδοσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.