BERNARD JOSEPH FRANCIS CARTER ν. PASCHALIS HOLDINGS CONSTRUCTION LTD προηγούμενα γνωστοί και εμπορευόμενοι ως PASCHALIS HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 3069/2011, 31/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3069/2011 Μεταξύ: BERNARD JOSEPH FRANCIS CARTER από την Αγγλία Ενάγοντος και PASCHALIS HOLDINGS CONSTRUCTION LTD προηγούμενα γνωστοί και εμπορευόμενοι ως PASCHALIS HOLDINGS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 31.07.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Π. Ευθυμίου για κ.κ. Π. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. (ο κος Δ. Δανιήλ για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους: κος Α. Λάντος για κ.κ. Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ( η κα Λ. Λεμονάρη για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων επιστροφή του ποσού Λ.Κ.£36.000 (ισότιμο σε €61.509,65) που τους κατέβαλε για την αγορά ενός διαμερίσματος δυνάμει σχετικής σύμβασης, την οποίαν ακολούθως τερμάτισε μονομερώς. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας διεκδικεί την πληρωμή του πιο πάνω ποσού ως αποζημιώσεις και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων εις βάρος του. Από την άλλη οι Εναγόμενοι απορρίπτουν την εκδοχή του Ενάγοντα στην ολότητα της και κατ' επέκταση αρνιούνται την απαίτηση του. Παράλληλα οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν τα εξής: (α) Δήλωση/Διάταγμα Δικαστηρίου ότι η σύμβαση πώλησης τερματίστηκε αδικαιολόγητα, παράνομα και ένεκα πράξεων και/ή παραλείψεων του Ενάγοντα, (β) ποσό €26.456,66 ως ειδικές αποζημιώσεις για τα έξοδα που επωμίστηκε συνεπεία του τερματισμού της σύμβασης όταν πλήρωσε τα εν λόγω χρήματα στην εταιρεία MRI Ltd, (γ) ποσό €100 ως ειδικές αποζημιώσεις για έξοδα ένωσης νερού από υδατοπρομήθεια, (δ) ποσό €400 ως ειδικές αποζημιώσεις για έξοδα συντήρησης του ακινήτου κατά την περίοδο αγοράς του από τον Ενάγοντα, (ε) ποσό €27.264,47 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη από τη μείωση της αξίας αγοράς του διαμερίσματος. Εναλλακτικά οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων, πάντοτε επικαλούμενοι τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα. Στην πορεία οι Εναγόμενοι απέσυραν τις διεκδικήσεις τους σε σχέση με τα ποσά υπό τα σημεία (γ) και (δ) πιο πάνω, περιοριζόμενοι έτσι στα υπόλοιπα. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Βασική θέση του Ενάγοντα είναι ότι η σύμβαση ημερομηνίας 24.11.06 που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε την πώληση από τους Εναγομένους και την αγορά από τον Εναγόμενο του διαμερίσματος στούντιο αρ.3, Block 'B', Level 5 στο συγκρότημα Marina Hilltop Apartments, το οποίο ανεγέρθηκε σε μέρος του τεμαχίου 1727, φύλλο/σχέδιο 45/9, αρ. εγγραφής 0/48122 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου (στο εξής το 'διαμέρισμα' ή το 'ακίνητο'), δεν μπορούσε να υλοποιηθεί λόγω αδυναμίας του ιδίου. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επειδή οι Εναγόμενοι επέμεναν να κατακρατήσουν ολόκληρο το ποσό που τους είχε πληρωθεί σε σχέση με το διαμέρισμα που αγόρασε αλλά ουδέποτε κατείχε, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.£36.000 (ισότιμο σε €61.509,65), ο δικηγόρος του τους απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 03.03.09 με το οποίο τερμάτιζε μονομερώς την προαναφερόμενη σύμβαση. Από την άλλη κεντρικός ισχυρισμός των Εναγομένων, οι οποίοι αναγνωρίζουν τη συνομολόγηση σύμβασης πώλησης του διαμερίσματος ημερομηνίας 24.11.06 αλλά ότι το ποσό που πληρώθηκε ανέρχεται στις Λ.Κ.£31.868 (ισότιμο σε €54.449,71), είναι ότι η εν λόγω σύμβαση ακυρώθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τους Εναγομένους για τη συνομολόγηση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων μεσολάβησε η εταιρεία MRI Ltd από την Αγγλία, η οποία για την συναλλαγή αυτή πληρώθηκε προμήθεια ύψους €26.456,66, ποσό που, μεταξύ άλλων, ανταπαιτούν. Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγομένων ότι η απόφαση του Ενάγοντα να τερματίσει τη μεταξύ τους σύμβαση τους προκάλεσε επιπλέον ζημιές ύψους €27.264,47, ποσό που επίσης ανταπαιτούν. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τη χρονική στιγμή που η συμφωνία με συμφωνημένο τίμημα πώλησης Λ.Κ.£54.000 (ισότιμο σε €92.264.47) τερματίστηκε, η αξία πώλησης του διαμερίσματος μειώθηκε κατά 30% με αποτέλεσμα να μην υπερβαίνει τα €65.000. Κατά τους Εναγομένους πριν από τον γεγονός του τερματισμού της σύμβασης οι ίδιοι αποδέχτηκαν την πρόταση του Ενάγοντα για την ακύρωση της υπό τις προϋποθέσεις ότι ο τελευταίος θα πλήρωνε ποσό €4.000 ως ακυρωτικά έξοδα και ποσό €26.456,66 που κατ' ισχυρισμό ήταν η προμήθεια που πληρώθηκε στην εταιρεία MRI Ltd, πράγμα όμως που απορρίφθηκε από τον Ενάγοντα. Εις αντίκρουση των πιο πάνω θέσεων των Εναγομένων, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εταιρεία MRI Overseas Property είναι παράνομη και/ή ανύπαρκτη νομική οντότητα και ως εκ τούτου ουδεμία πληρωμή προς όφελος της δικαιολογείται. Ο Ενάγοντας ακόμη αρνείται ότι οι Εναγόμενοι υπέστηκαν οποιεσδήποτε ζημιές συνεπεία του τερματισμού της σύμβασης και επ' αυτού τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών τους. Σε σχέση με το ζήτημα της ακύρωσης της σύμβασης πώλησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι συμφώνησαν και ότι οι Εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να του επιστρέψουν μέρος του ποσού που πλήρωσε αφού αφαιρούσαν τα έξοδα που είχαν υποστεί. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάστηκε. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι κάλεσαν τρεις μάρτυρες. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 16 τεκμήρια. Επιπλέον τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
(1)Το συνολικό ποσό που ο Ενάγοντας πλήρωσε στους Εναγομένους στο πλαίσιο της επίδικης συναλλαγής ανέρχεται σε €54.449,71.
(2)Ο Ενάγοντας τερμάτισε την επίδικη σύμβαση στις 03.03.
- Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Ο Ενάγοντας (ΜΕ) ήταν το μοναδικό άτομο που κατέθεσε προς υποστήριξη της εκδοχής της απαίτησης. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε αδυνατούσε να αποπληρώσει το τίμημα αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος που προνοούσε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ημερομηνίας 24.11.06, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΕ, οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν την ακύρωση της συμφωνίας αλλά επέμεναν να κατακρατήσουν όλο το ποσό που είχαν πληρωθεί έναντι του τιμήματος πώλησης. Η αντίδραση αυτή των Εναγομένων οδήγησε τον Ενάγοντα να τερματίσει μονομερώς το Τεκμήριο 1 με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 03.03.09 που ο δικηγόρος του απέστειλε στους Εναγομένους. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως ο Ενάγοντας είπε, δεν θα είχε ένσταση αν οι Εναγόμενοι κατακρατούσαν ποσό €4.000 ως ακυρωτικά έξοδα και του επέστρεφαν το υπόλοιπο ποσό που τους κατέβαλε. Ο ΜΕ αρνείται ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν προμήθεια στην εταιρεία MRI Ltd και θεωρεί ότι δεν πρόκειται για υπαρκτή νομική οντότητα που αν υπήρχε ασκούσε παράνομα υπηρεσίες κτηματομεσίτη στην Κύπρο χωρίς να είναι αδειούχα για το σκοπό αυτό. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να βοηθήσει τη θυγατέρα του που είχε ανάγκη από χρήματα και ταυτόχρονα να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης. Επέλεξε να βοηθήσει οικονομικά τη θυγατέρα του ενώ παράλληλα πρότεινε στους Εναγομένους να ακυρωθεί η μεταξύ τους συμφωνία και να τους καταβάλει όλες τις ζημιές που υπέστηκαν. Ωστόσο οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να του επιστρέψουν οποιαδήποτε χρήματα από το ποσό που τους είχε πληρώσει. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας τα χρήματα του για 10 χρόνια αποκόμισαν όφελος από την είσπραξη τόκου 4,5%-5% που διοχετεύτηκε στην επιχείρηση τους. Ακολούθως ο Ενάγοντας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι κατέβαλαν στην εταιρεία MRI Ltd το ποσό των €26.456,66 ως προμήθεια για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης διαφώνησε με τη θέση των Εναγομένων ότι τη χρονική στιγμή που η σύμβαση πώλησης ακυρώθηκε η αξία του επίμαχου διαμερίσματος είχε μειωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης που κτύπησε το νησί. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Κωνσταντία Πασχάλη (ΜΥ1) που εργάζεται στην υπηρεσία των Εναγομένων με καθήκοντα παρακολούθησης και διεκπεραίωσης πωλητηρίων εγγράφων. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας ήταν πελάτης των Εναγομένων που τους έστειλε η MRI Ltd στις 02.11.105, η οποία λειτουργούσε ως κτηματομεσιτική εταιρεία και συνεργαζόταν με τους Εναγομένους. Η εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορα ακίνητα που ο Ενάγοντας αρχικά επιθυμούσε να αγοράσει αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη. Επ' αυτού κατέθεσε τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 3 - έγγραφο ημερομηνίας 02.11.05 υπό τον τίτλο 'Offer and Reservation Receipt' σχετικά με το διαμέρισμα αρ.1, Block C στο συγκρότημα Sunset Phase I Τεκμήριο 4 - έγγραφο ημερομηνίας 07.11.05 υπό τον τίτλο 'Reservation Agreement' σχετικά με την πληρωμή ποσού Λ.Κ.£1.000 ως προκαταβολή για κράτηση του σκοπούμενου προς αγορά διαμερίσματος αρ.1, Block C στο συγκρότημα Sunset Phase I Τεκμήριο 5 - Ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 30.07.06 σχετικά με το διαμέρισμα αρ.1, Block C στο συγκρότημα Sunset Phase I που είχε πωληθεί στον Ενάγοντα Τεκμήριο 6 - έγγραφο ημερομηνίας 02.11.05 υπό τον τίτλο 'Reservation Agreement' σχετικά με την πληρωμή ποσού Λ.Κ.£1.000 ως προκαταβολή για κράτηση του σκοπούμενου προς αγορά διαμερίσματος αρ.3, Block E, Level 3 στο συγκρότημα Sunset Phase II Τεκμήριο 7 - Ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 30.07.06 σχετικά με το διαμέρισμα αρ.3, Block E, Level 3 στο συγκρότημα Sunset Phase II που είχε πωληθεί στον Ενάγοντα Τεκμήριο 8 - έγγραφο ημερομηνίας 10.04.06 υπό τον τίτλο 'Offer and Reservation Receipt' σχετικά με το διαμέρισμα αρ.2, Block B, Level 5 στο συγκρότημα Marina Hilltop Τεκμήριο 9 - έγγραφο ημερομηνίας 10.04.06 υπό τον τίτλο 'Offer and Reservation Receipt' σχετικά με το διαμέρισμα αρ.3, Block Β, Level 5 στο συγκρότημα Marina Hilltop (θεωρώ ότι η αναφορά σε Block D αντί Block B έγινε εκ παραδρομής οφειλόμενη σε τυπογραφικό λάθος λαμβάνοντας υπόψη το Τεκμήριο 12
(2)που γίνεται αναφορά πιο κάτω και με γνώμονα την τοποθέτηση της ΜΥ1 στο σημείο 4 της σελίδας 3 της γραπτής δήλωσης της) Τεκμήριο 10 - έγγραφο ημερομηνίας 10.04.06 υπό τον τίτλο 'Offer and Reservation Receipt' σχετικά με το διαμέρισμα αρ.1, Block B, Level 3 στο συγκρότημα Marina Hilltop Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 1 η μάρτυρας είπε ότι επρόκειτο για τη σύμβαση πώλησης στη βάση της οποίας ο Ενάγοντας τελικά αγόρασε το επίμαχο διαμέρισμα. Σύμφωνα με την ΜΥ1 ενώ το συγκρότημα στο οποίο στεγαζόταν το επίμαχο διαμέρισμα αποπερατώθηκε, ο Ενάγοντας δεν παρουσιάστηκε για να παραλάβει την κατοχή του διαμερίσματος που είχε αγοράσει και σε κάποια μεταγενέστερη στιγμή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 03.03.09 με το οποίο ζητούσε ακύρωση της σύμβασης πώλησης που αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 2. Όπως η μάρτυρας ανάφερε, οι Εναγόμενοι δεν είχαν ένσταση σε ακύρωση του Τεκμηρίου 1 νοουμένου και εφόσον ο Ενάγοντας πλήρωνε το ποσό των €4.000 ως ακυρωτικά έξοδα και το ποσό των €26.456,66 ως μέρος συνολικού ποσού Λ.Κ.£19.718 (ισότιμο σε €33.690,20) που καταβλήθηκε σαν προμήθεια στην εταιρεία MRI Ltd. Προς ενίσχυση της θέσης της η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 12
(1)- τιμολόγιο υπ' αρ. MRE-CYP-0188 της MRI Ltd ημερομηνίας 07.07.06 εις το όνομα των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.£3.704,40 (ισότιμο σε €6.329,34) που αποτελεί προμήθεια 7% σε σχέση με το διαμέρισμα αρ.2, Block B, Level 5 στο συγκρότημα Marina Hilltop Τεκμήριο 12
(2)- τιμολόγιο υπ' αρ. MRE-CYP-0189 της MRI Ltd ημερομηνίας 07.07.06 εις το όνομα των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.£4.233,60 (ισότιμο σε €7.233,54) που αποτελεί προμήθεια 8% σε σχέση με το διαμέρισμα αρ.3, Block Β, Level 5 στο συγκρότημα Marina Hilltop Τεκμήριο 12
(3)- τιμολόγιο υπ' αρ. MRE-CYP-0187 της MRI Ltd ημερομηνίας 07.07.06 εις το όνομα των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.£5.880,00 (ισότιμο σε €10.046,58) που αποτελεί προμήθεια 8% σε σχέση με το διαμέρισμα αρ.1, Block B, Level 3 στο συγκρότημα Marina Hilltop Τεκμήριο 12
(4)- τιμολόγιο υπ' αρ. MRE-CYP-0005 της MRI Ltd ημερομηνίας 21.01.06 εις το όνομα των Paschali Developers Ltd για το ποσό των Λ.Κ.£5.900,00 (ισότιμο σε €10.080,75) που αποτελεί προμήθεια 8% σε σχέση με το διαμέρισμα αρ.1, Block C στο συγκρότημα Sunset Phase I Σύμφωνα με την ΜΥ1 τα πιο πάνω τιμολόγια πληρώθηκαν στις ημερομηνίες που αυτά εκδόθηκαν. Επιπλέον η ΜΥ1 ανάφερε ότι η αξία του επιδίκου διαμερίσματος μειώθηκε περί τις 03.03.09 που ακυρώθηκε η σύμβαση σε €68.000 και σε €63.000 στις 24.11.11 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή από €92.000 όταν πωλήθηκε, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν περαιτέρω ζημιές ύψους €29.
- Ακόμη σύμφωνα με την ΜΥ1 στις 17.11.05 αποστάληκε στους Εναγομένους ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικηγόρο του Ενάγοντα στο οποίο επισυνάπτεται προσχέδιο ακυρωτικής συμφωνίας σχετικά με το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό. Αντίγραφο του εν λόγω μηνύματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν υπάρχουν αποδείξεις πληρωμών των ποσών που αναγράφονται στα τιμολόγια που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)αλλά το ποσό που πληρώθηκε στην εταιρεία MRI Ltd ως προμήθεια συμπεριλαμβάνεται σε αποδείξεις με άλλους πελάτες. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Βασίλης Αρτεμίου (ΜΥ2), εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 έκθεση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του επιδίκου διαμερίσματος κατά τις χρονικές περιόδους Μάρτιο 2009 που έγινε η ακύρωση της σύμβασης πώλησης και Νοέμβριο 2011 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης διεξήχθη επιτόπια εξέταση στις 23.10.16 όπου λήφθηκαν φωτογραφίες ενώ το περιεχόμενο της ετοιμάστηκε στις 25.10.
- Όπως σημειώνεται στο Τεκμήριο 13, το όλο μερίδιο του επίμαχου διαμερίσματος είναι ιδιοκτησίας των Εναγομένων και αποτελεί μέρος συγκροτήματος, το οποίο αποτελείται από 4 κατοικίες και 40 διαμερίσματα καθώς και κοινόχρηστη κολυμβητική δεξαμενή. Σύμφωνα με την έκθεση, το εν λόγω διαμέρισμα βρίσκεται στο δεύτερο όροφο, έχει εμβαδό 33 τ.μ. και εμβαδό ακάλυπτων βεραντών 48 τ.μ. Κατά το χρόνο της επιθεώρησης υπολογίστηκε να είναι ηλικίας 10 περίπου ετών με αρκετά καλή κατάσταση συντήρησης και με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης διαθέτοντας δικό του χώρο για το σκοπό αυτό. Εφαρμόζοντας τη συγκριτική μέθοδο και έχοντας υπόψη του ότι το επίμαχο διαμέρισμα διαθέτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας καθώς και τα στοιχεία, χαρακτηριστικά και δεδομένα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 13, ο εν λόγω εμπειρογνώμονας εκτιμά ότι η αγοραία αξία του ακινήτου αυτού κατά τον Μάρτιο 2009 ανερχόταν στα €68.000 (€1.515 ανά τ.μ. σε μεικτό εμβαδό 45 τ.μ.) και κατά τον Νοέμβριο 2011 στα €63.000 (€1.411 ανά τ.μ. σε μεικτό εμβαδό 45 τ.μ.). Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως έχει επισκεφθεί το κτίριο αλλά δεν έχει υπεισέλθει εντός του διαμερίσματος. Όπως ο μάρτυρας είπε, για τις ανάγκες της έκθεσης εκτίμησης χρησιμοποίησε φωτογραφίες του εσωτερικού τμήματος του διαμερίσματος που του δόθηκαν. Επειδή δεν εισήλθε εντός του επίμαχου διαμερίσματος, ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει διαπιστώσει ακριβώς ποια είναι η θέα του, παρόλο ότι το συγκρότημα έχει θέα προς την κατεύθυνση της θάλασσας. Την ίδια στιγμή ο ΜΥ2 συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι στα πλαίσια απόκτησης μιας ολοκληρωμένης εκτίμησης της κατάστασης απαιτείται επιθεώρηση και του εσωτερικού μέρους του διαμερίσματος. Συμφώνησε ακόμη ότι η αξία πώλησης ενός ακινήτου που επηρεάζεται από την κατάσταση του ακινήτου καθορίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, από το εσωτερικό τμήμα του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ΜΥ2 είπε ότι υπέθεσε τη φυσική κατάσταση του επίμαχου διαμερίσματος από τις φωτογραφίες που του δόθηκαν. Επανέλαβε ότι για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης εφάρμοσε τη συγκριτική μέθοδο χρησιμοποιώντας συγκριτικά στοιχεία που έλαβε από το Τμήμα Κτηματολογίου. Ωστόσο παραδέχτηκε ότι από τα προς σύγκριση διαμερίσματα που περιλαμβάνονται στο συγκριτικό πίνακα δεν υπάρχει κανένα από αυτά που να διαθέτει ίδια ή παρόμοια έκταση ακάλυπτων βεραντών ως το επίμαχο. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Γιώργος Χατζηπαναγής (ΜΥ3), ο οποίος εργαζόταν ως υπεύθυνος λογιστηρίου στην υπηρεσία των Εναγομένων από 01.01.06 μέχρι 11.03.
- Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)εξοφλήθηκαν με τραπεζικά εμβάσματα της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Alpha Bank Ltd. Προς επίρρωση της πιο πάνω αναφοράς του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 14 - έμβασμα Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερομηνίας 30.01.06 για το ποσό των Λ.Κ.£5.900,00 από το λογαριασμό υπ' αρ. 419-01-345303-01 Τεκμήριο 15 - κατάσταση λογαριασμού υπ' αρ. 651-101-001476-9 των Εναγομένων στην Alpha Bank Ltd για την περίοδο από 01.07.06 μέχρι 31.07.06 όπου στις 12.07.06 δείχνει χρέωση μέσω swift προς όφελος της MRI Ltd ποσού Λ.Κ.£49.123,67 Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, το Τεκμήριο 14 αφορά πληρωμή του τιμολογίου που αποτελεί το Τεκμήριο 12
(4)ενώ το Τεκμήριο 15 καλύπτει τις πληρωμές των τριών τιμολογίων που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(3)πλέον πληρωμή μιας άλλης συναλλαγής που όμως δεν σχετίζεται με την παρούσα αγωγή. Τιμολόγιο αυτής της άλλης συναλλαγής ημερομηνίας 07.07.06 με αρ. MRE-CYP-0186 της MRI Ltd εις το όνομα των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.£35.100 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει αν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της MRI Ltd και των Εναγομένων στη βάση της οποίας να απορρέει υποχρέωση πληρωμής προμήθειας. Ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει πόσες συναλλαγές υπήρξαν μεταξύ των διαδίκων. Παράλληλα παραδέχεται ότι στο Τεκμήριο 15 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να το συνδέει με τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4). Ομοίως σημειώνει ότι ούτε τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)περιέχουν οποιοδήποτε στοιχείο που να τα συνδέουν με το Τεκμήριο 15. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχεται ότι στο Τεκμήριο 14 δεν σημειώνεται που να δείχνει ότι αφορά τον Εναγόμενο καθώς και ποια τυχόν συναλλαγή του, παρόλο ότι ο ίδιος είχε αναφέρει στο συγκεκριμένο τραπεζικό οργανισμό το σκοπό της αποστολής των χρημάτων με έμβασμα. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του πελάτη του πρέπει να κριθεί αξιόπιστη επειδή παρουσιάστηκε με τρόπο φυσικό ενώ οι μαρτυρίες υπεράσπισης να απορριφθούν επειδή οι μάρτυρες γεγονότων προσήλθαν απλά για να βοηθήσουν την εκδοχή των Εναγομένων χωρίς να προσκομίσουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω συνήγορο, η έκθεση εκτίμησης ήταν ατελής και εκτός των πλαισίων που επιβάλλει η πάγια νομολογία για εμπειρογνώμονες. Στη βάση αυτού του σκεπτικού ο κύριος Ευθυμίου κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και ταυτόχρονα να απορρίψει την ανταπαίτηση των Εναγομένων με έξοδα εις βάρος τους. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα χαρακτηρίζεται από διαφοροποιήσεις και γι' αυτό δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Οι μάρτυρες όμως υπεράσπισης, όπως δήλωσε, είπαν την αλήθεια απαντώντας ευθέως και αναφέροντας τα γεγονότα με τον τρόπο που συνέβησαν. Σε σχέση με τον εμπειρογνώμονα (ΜΥ2) είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Σύμφωνα με τον κύριο Λάντο, ο Ενάγοντας έχει παραδεχτεί ότι αυτός ήταν που ακύρωσε τη σύμβαση πώλησης και γι' αυτό η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι απέδειξαν τις ζημιές τους και όχι αν ευθύνονται για την ακύρωση της εν λόγω σύμβασης. Είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης οι πελάτες του απέδειξαν ότι η ζημιά που πραγματικά υπέστηκαν ανέρχεται συνολικά στα €57.954,65 και εφόσον στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης δικογραφείται μικρότερο ποσό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες πριν από τη σύνταξη της απόφασης που θεωρεί ότι θα πρέπει να εκδοθεί προς όφελος των πελατών του να τροποποιηθεί το αξιούμενο ποσό της ανταπαίτησης έτσι ώστε να περιλαμβάνει το προαναφερόμενο ποσό. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
(1)Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας ήταν συνταξιούχος άγγλος υπήκοος που διατηρούσε κατοικία στην Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου, περιοχή στην οποία διέμενε μόνιμα.
(2)Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη και πώληση ακινήτων στην πόλη και επαρχία Πάφου.
(3)Δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 24.11.06 που συνομολογήθηκε στην Πάφο μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 1), οι Εναγόμενοι πώλησαν και ο Ενάγοντας αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.£54.000 (ισότιμο σε €92.264.47).
(4)Στο στάδιο συνομολόγησης της σύμβασης η επωνυμία των Εναγομένων λεγόταν Paschalis Holdings Ltd αλλά από τον Σεπτέμβριο του έτους 2006 μετονομάστηκε σε Paschalis Holdings Construction Ltd.
(5)Η αδυναμία του Ενάγοντα να εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος ήταν ο λόγος που τον οδήγησε να τερματίσει μονομερώς τη σύμβαση πώλησης.
(6)Οι διάδικοι διαπραγματεύτηκαν προφορικά τη συνομολόγηση ακυρωτικής συμφωνίας αλλά διαφώνησαν ως προς το εάν θα επιστρεφόταν στον Ενάγοντα κάποιο ποσό και ποιο τυχόν το ύψος αυτού.
(7)Ο Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, όπως και τα παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο τόσο σε σχέση με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση είναι τα εξής: 1) Κατά πόσο υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος. 2) Εάν κριθεί ότι η σύμβαση πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος ημερομηνίας 24.11.06 δεν ακυρώθηκε εκ συμφώνου, κατά πόσο αυτή τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα που συνιστά παράβαση της. 3) Εάν κριθεί ότι η εν λόγω σύμβαση πώλησης τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα συνιστώντας διάρρηξη της, κατά πόσο οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιές κατόπιν πληρωμής προμήθειας στην εταιρεία MRI Ltd και επιπλέον €27.264,47 ως αποτέλεσμα μείωσης της αγοραστικής αξίας του επιδίκου διαμερίσματος, συνεπεία τέτοιας τυχόν παραβίαση της. 4) Ποιο το ύψος των αποζημιώσεων που τυχόν δικαιούνται να τους επιδικαστούν σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιές λόγω παράβασης της εν λόγω σύμβασης πώλησης εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα. 5) Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται ή όχι σε επιστροφή χρημάτων από αυτά που ήδη πλήρωσε στους Εναγομένους στα πλαίσια της αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος και ποιο το ύψος τυχόν τέτοιου ποσού. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ο Ενάγοντας (ΜΕ) ήταν ευθύς και σαφής στις αναφορές του. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και εξιστόρησε τα ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν και περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Η μαρτυρία του ήταν απλή, σύντομη και κατατοπιστική. Το μεγαλύτερο μέρος της επαληθεύεται από τα παραδεκτά γεγονότα, στοιχείο που δείχνει ότι η μαρτυρία του δεν περιέχει κατασκευασμένες απαντήσεις αλλά παραπέμπει σε γεγονότα που όντως συνέβησαν. Το δε υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν στο ζήτημα των ενεργειών που προέβηκε σχετικά με τα ακίνητα που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να αγοράσει μέχρι να καταλήξει στο επίδικο διαμέρισμα που αγόρασε απαντούσε με αβεβαιότητα και αναποφασιστικότητα. Σε καμία περίπτωση ωστόσο αυτό δεν μπορεί να διαγράψει την μαρτυρία του Ενάγοντα τόσο εκείνη που υποστηρίζεται από τα παραδεκτά γεγονότα όσο και εκείνη που παρέμεινε αναντίλεκτη και ενισχύεται από πραγματική μαρτυρία. Συνολική και σφαιρική προσέγγιση της μαρτυρίας του Ενάγοντα σε σχέση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία διατηρεί την αξιοπιστία του εν λόγω προσώπου σε υψηλό επίπεδο. Ασφαλώς το μικρό κομμάτι της μαρτυρίας του Ενάγοντα που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, αναποφασιστικότητα και δισταγμό δεν λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την μαρτυρία που καλύπτεται από το σημείο
(2)των παραδεκτών γεγονότων αλλά και από τα προαναφερόμενα μη αμφισβητούμενα γεγονότα υπό τα σημεία
(1),
(3),
(4),
(5)και
(7), δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την αλήθεια της αναφοράς του Ενάγοντα ότι επέλεξε να βοηθήσει οικονομικά τη θυγατέρα του που είχε ανάγκη παρά να αποπληρώσει το τίμημα αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος αφού και τα δύο μαζί δεν μπορούσε, την οποία και αποδέχομαι, πέραν του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης πρότεινε στους Εναγομένους να ακυρωθεί η μεταξύ τους συμφωνία και να τους καταβάλει όλες τις ζημιές που υπέστηκαν, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να του επιστρέψουν οποιαδήποτε χρήματα από το ποσό που τους είχε πληρώσει, τοποθέτηση που επίσης δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ. Ακόμη δέχομαι την αναφορά του Ενάγοντα η πιο πάνω στάση των Εναγομένων τον οδήγησε στο τερματίσει τη μεταξύ τους σύμβαση (Τεκμήριο 1) μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος που ο δικηγόρος του κοινοποίησε στους Εναγομένους στις 03.03.09 (Τεκμήριο 2), η οποία και αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1 που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, διαπιστώνω ότι το περιεχόμενο όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγομένων αλλά έχει αναγνωριστεί και υποστηριχτεί. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι το περιεχόμενο του ως αληθές και αξιόπιστο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 που και αυτό αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε ως γεγονός. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ότι πράγματι πρόκειται για συμβάν που όντως διαδραματίστηκε. Σύμφωνα με το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί προηγουμένως. Η μαρτυρία της ΜΥ1 μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Η πρώτη της πτυχή αφορά ένορκη μαρτυρία που είναι θετική και σαφής, η οποία επαληθεύεται τόσο από γεγονότα που είναι κοινό έδαφος για τους διαδίκους όσο και από πραγματική μαρτυρία. Χωρίς δεύτερη σκέψη το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας γίνεται αποδεκτό. Συγκεκριμένα αποδέχομαι την αναφορά της ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας ήταν πελάτης των Εναγομένων που ήλθε στην Κύπρο με σκοπό την αγορά ακινήτου. Αρχικά ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το διαμέρισμα αρ.1, Block C στο συγκρότημα Sunset Phase I και για την κράτηση του κατέβαλε ποσό Λ.Κ.£1.000 υπογράφοντας σχετικά έγγραφα ημερομηνίας 02.11.05 και 07.11.05, γεγονός που ο Ενάγοντας αναγνώρισε. Αυτή η αναφορά επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 3 και 4, τα οποία κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα μη έχοντας οποιαδήποτε στοιχεία περί του αντιθέτου. Από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι ακολούθησε σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για αγοραπωλησία του εν λόγω ακινήτου ημερομηνίας 15.11.05, η οποία ακυρώθηκε κοινή συναινέσει με το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 5) που είναι σχετική συμφωνία ημερομηνίας 30.07.06, το οποίο κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστο μη έχοντας οποιαδήποτε στοιχεία περί του αντιθέτου. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε από τον Ενάγοντα σχετικά με το διαμέρισμα αρ.3, Block E, Level 3 στο συγκρότημα Sunset Phase II, το οποίο αρχικά είχε κρατήσει πληρώνοντας το ποσό των Λ.Κ.£1.000 στους Εναγομένους, ακολούθως είχε αγοράσει με σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 15.11.05, η οποία τελικά ακυρώθηκε κοινή συναινέσει με σχετική συμφωνία ημερομηνίας 30.07.
- Η αναφορά αυτή της ΜΥ1 επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 6 και 7, τα οποία κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα μη έχοντας οποιαδήποτε στοιχεία περί του αντιθέτου. Πέραν αυτού ο Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του στα εν λόγω τεκμήρια. Περαιτέρω αποδέχομαι την αναφορά της ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας κράτησε τα διαμερίσματα αρ.2, Block B, Level 5, αρ.3, Block D, Level 5 και αρ.1, Block B, Level 3, όλα στο συγκρότημα Marina Hilltop, με την προοπτική να εξετάσει το ενδεχόμενο είτε να τα αγοράσει όλα είτε κάποια από αυτά ή και κανένα, δεσμευόμενος την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.£1.000 στους Εναγομένους για κάθε ένα από αυτά. Η τοποθέτηση αυτή επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 8, 9 και 10, τα οποία κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα μη έχοντας οποιαδήποτε στοιχεία περί του αντιθέτου. Για τα εν λόγω ακίνητα δεν έχω ενώπιον μου στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκαν συμβάσεις αγοράς τους και συνεπώς το ενδιαφέρον του Ενάγοντα γι' αυτά περιορίστηκε σε προκαταρκτικό επίπεδο χωρίς νομική δέσμευση. Ο δε Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του στα εν λόγω τεκμήρια. Επιπλέον δέχομαι την αναφορά της ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας τελικά αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα δυνάμει σχετικής σύμβασης, η οποία εκτός του ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, επαληθεύεται από το Τεκμήριο
- Ακόμη δέχομαι την αναφορά της ΜΥ1 ότι όταν αποπερατώθηκε το επίδικο διαμέρισμα και κατ' επέκταση το συγκρότημα στο οποίο ανήκει ο Ενάγοντας δεν εμφανίστηκε για να παραλάβει την κατοχή του αλλά με το Τεκμήριο 2 γνωστοποίησε τον τερματισμό της σύμβασης. Επιπροσθέτως δέχομαι την αναφορά της ΜΥ1 ότι στις 17.02.15 ο δικηγόρος του Ενάγοντα απέστειλε στους Εναγομένους ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επισυνάπτεται προσχέδιο ακυρωτικής συμφωνίας σχετικά με το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό. Η εν λόγω τοποθέτηση επαληθεύεται από το Τεκμήριο 11, το οποίο κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ότι πράγματι πρόκειται για συμβάν που όντως διαδραματίστηκε αφού το περιεχόμενο του ουδέποτε αμφισβητήθηκε ως γεγονός από την πλευρά των Εναγομένων. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ1 παραπέμπει σε γεγονότα που εξ' όσον γίνεται αντιληπτό η ίδια δεν είχε προσωπική συμμετοχή. Η εν λόγω μαρτυρία της δεν συνοδεύεται από λεπτομέρειες που θα την καθιστούσαν πειστική καθώς επίσης στερείται στοιχείων που θα την θεμελίωναν. Ειδικότερα η ΜΥ1 δήλωσε πως στα πλαίσια της αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στην εταιρεία MRI Ltd το ποσό των Λ.Κ.£19.718 (ισότιμο σε €33.690,20) ως προμήθεια. Ωστόσο δεν ήταν σε θέση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο κατ' ισχυρισμό οργανισμός είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο και ότι δικαιούται να εισπράττει προμήθεια αναφορικά με την παροχή κτηματομεσιτικών υπηρεσιών για ακίνητα στην Κύπρο, παρόλο ότι αυτά αμφισβητήθηκαν από τον Ενάγοντα. Παράλληλα η αναφορά της εν λόγω μάρτυρος στην ύπαρξη γραπτής συμφωνίας είναι γενική και αόριστη. Η ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει το συμφωνητικό έγγραφο που επικαλέστηκε, δεν γνώριζε τίποτα για το περιεχόμενο του καθώς και για συναφείς λεπτομέρειες όπως για το ύψος προμήθειας. Εν πάση περιπτώσει καμία τέτοια συμφωνία κατατέθηκε στο Δικαστήριο, παρόλο ότι η ύπαρξη τέτοιου εγγράφου αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα. Η κατάθεση των τεσσάρων τιμολογίων ως Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)είναι κενού περιεχομένου ενόψει όχι μόνο του ότι η παρουσίαση των εν λόγω τιμολογίων δεν συνοδεύτηκε με κατάθεση απόδειξης πληρωμής για οποιοδήποτε από τα τιμολόγια αυτά, αλλά και εξαιτίας της δήλωσης της ΜΥ1 ότι τα ποσά που πληρώθηκαν και αφορούν τα πιο πάνω τιμολόγια συμπεριλαμβάνονται σε αποδείξεις πληρωμών με άλλους πελάτες χωρίς να είναι σε θέση να δώσει διαφωτιστικές λεπτομέρειες και διευκρινίσεις. Η ΜΥ1 δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί το ύψος της χρέωσης προμήθειας στο Τεκμήριο 12
(1)είναι 7%, για πιο λόγο στα Τεκμήρια 12
(2)και 12
(3)αυξήθηκε σε 8% και γιατί στο Τεκμήριο 12
(4)αυξήθηκε σε 10%. Ανεξάρτητα όμως η τοποθέτηση αυτή της ΜΥ2 όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά έρχεται σε αντίθεση με την δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων που στην παράγραφο 14 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους επικαλούνται την πληρωμή προμήθειας σχετικά με την συναλλαγή του επιδίκου διαμερίσματος και όχι για πράξη σχετικά με οποιονδήποτε άλλο ακίνητο. Ωστόσο τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1), 12
(3)και 12
(4)για τα οποία προβλήθηκε ισχυρισμός για πληρωμή προμήθειας παραπέμπουν σε ακίνητα διαφορετικά από το επίδικο διαμέρισμα. Η δε αναφορά της ότι τα εν λόγω τιμολόγια πληρώθηκαν την ημέρα που αυτά εκδόθηκαν (ήτοι Τεκμήρια 12
(1)-(12
(3)07.07.06 και Τεκμήριο 12
(4)21.01.06), έρχεται σε αντίθεση με αντίστοιχη τοποθέτηση του ΜΥ3 που ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 12
(4)πληρώθηκε στις 30.01.06 και τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(3)στις 12.07.
- Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν αποδέχομαι το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΥ
- Η μαρτυρία του ΜΥ3 είναι καθ' όλα γενική, αόριστη και ασαφής. Έκδηλα ο συγκεκριμένος μάρτυρας στερείτο γνώσεων επί γεγονότων που σχετίζονταν με την παρούσα υπόθεση. Προφανώς ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε για να πείσει το Δικαστήριο ότι τα Τεκμήρια 14 και 15 που θα κατέθετε είναι οι αποδείξεις πληρωμής των τιμολογίων που συνθέτουν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)σχετικά με την εκδοχή των Εναγομένων για πληρωμή προμήθειας στην MRI Ltd. Ο ΜΥ3 προχώρησε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 14 και 15 χωρίς να είναι σε θέση να δώσει αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία που θα τις καθιστούσαν πειστικές στο Δικαστήριο για το λόγο που προβλήθηκε. Με την απουσία παροχής επαρκών εξηγήσεων και διευκρινίσεων τα εν λόγω τεκμήρια παρέμειναν μετέωρα και δίχως σύνδεση με τα προαναφερόμενα τιμολόγια. Κατ' αρχήν ο συγκεκριμένος μάρτυρας, παρόλο ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν υπεύθυνος του λογιστικού τμήματος των Εναγομένων με καθήκοντα, ανάμεσα σ' άλλα, την πραγματοποίηση πληρωμών σε συνεργάτες των Εναγομένων και δικαιολόγηση τέτοιων πληρωμών, δεν γνώριζε αν υπήρχε μεταξύ των Εναγομένων και της MRI Ltd συμφωνία δυνάμει της οποίας να απορρέει υποχρέωση πληρωμής προμήθειας που να δικαιολογεί έτσι την αναγκαιότητα αποστολής χρημάτων. Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κανένα στοιχείο που να συνδέει το Τεκμήριο 15 με τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(3). Να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας αμφισβήτησε έντονα τέτοια σύνδεση. Η αναφορά του ότι το Τεκμήριο 15 περιλαμβάνει τις πληρωμές των Τεκμηρίων 12
(1)-12
(3)μαζί με την πληρωμή του Τεκμηρίου 16 που δεν σχετίζεται με την παρούσα αγωγή χωλαίνει. Αν από το ποσό του Τεκμηρίου 15 που πληρώθηκε στις 12.07.06 (Λ.Κ.£49.123,67) αφαιρεθεί το ποσό του Τεκμηρίου 16 (Λ.Κ.£35.100) προκύπτει ποσό Λ.Κ.£14.023,67, το οποίο όμως είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσών των Τεκμηρίων 12
(1)-12
(3)που είναι Λ.Κ.£13.818. Για τη διαφορά αυτή των Λ.Κ.£205,67 (ισότιμο σε €351,41) ουδεμία εξήγηση δόθηκε και κανένα στοιχείο παρουσιάστηκε. Ούτε καν αναφορά έγινε ότι υπάρχει τέτοια διαφορά και αν αυτή οφείλεται σε έξοδα αποστολής που χρεώθηκαν από τον τραπεζικό οργανισμό (Alpha Bank Ltd) ή σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Οτιδήποτε το Δικαστήριο θεωρήσει σε σχέση με την πιο πάνω διαφορά θα είναι απλά εικασία, κάτι που θα είναι ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Ομοίως ο ΜΥ3 δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να φανερώνει ότι το Τεκμήριο 14 αφορά τον Ενάγοντα και τη συγκεκριμένη επίδικη συναλλαγή του προκειμένου έτσι να συνδεθεί με το Τεκμήριο 12
(4)με αποτέλεσμα η αμφισβήτηση του Ενάγοντα στο ζήτημα αυτό να παραμένει. Η δε επιμονή του ΜΥ3 ότι τα Τεκμήρια 14 και 15 αφορούν πληρωμές των τιμολογίων που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4)όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά έρχεται σε αντίθεση με την δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων που στην παράγραφο 14 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους επικαλούνται την πληρωμή προμήθειας σχετικά με την συναλλαγή του επιδίκου διαμερίσματος και όχι για πράξη σχετικά με οποιονδήποτε άλλο ακίνητο. Όπως λέχθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ1, τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1), 12
(3)και 12
(4)για τα οποία προβλήθηκε ισχυρισμός για πληρωμή προμήθειας παραπέμπουν σε ακίνητα διαφορετικά από το επίδικο διαμέρισμα, γεγονός που με βάση τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων δεν δικαιολογεί πληρωμή προμήθειας. Παράλληλα μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι, εκτός εάν προσκομιστεί σχετική συμφωνία που ρητά να αναφέρει το αντίθετο πράγμα που στην παρούσα υπόθεση δεν έγινε, η υποχρέωση καταβολής προμήθειας προκύπτει σε περίπτωση που η συναλλαγή ολοκληρωθεί με επιτυχία και σφραγιστεί με τη συνομολόγηση και υπογραφή σχετικής σύμβασης πώλησης ακινήτου. Τα τιμολόγια που αποτελούν τα Τεκμήρια 12
(1)και 12
(3)αφορούν δύο ακίνητα, των οποίων τελικά η πώληση τους τελικά δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Το δε Τεκμήριο 12
(4)που αφορά ακίνητο για το οποίο οι διάδικοι συνομολόγησαν σχετική σύμβαση, η συναλλαγή με μεταγενέστερη συμφωνία ακύρωσης της δεόντως υπογεγραμμένη από τους διαδίκους, χωρίς να τίθεται θέμα καταβολής προμήθειας από τους Εναγομένους στην εταιρεία MRI Ltd. Πως είναι δυνατό να ευσταθεί ισχυρισμός περί πληρωμής προμήθειας στις 30.01.06 σε σχέση με το τιμολόγιο που αποτελεί το Τεκμήριο 12
(4)και στις 30.07.06 που συνομολογήθηκε και υπογράφτηκε ακυρωτική συμφωνία του εν λόγω ακινήτου να μην προκύπτει ζήτημα καταβολής τέτοιας προμήθειας. Παράλληλα η απουσία στοιχείων που να αποδεικνύει ότι πληρώθηκε προμήθεια σε σχέση με το Τεκμήριο 12
(2)που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά το επίδικο διαμέρισμα, καθιστά τέτοιο ισχυρισμό του ΜΥ3 έκθετο σε απόρριψη. Στη βάση των πιο πάνω αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΥ3. Μηδενική βαρύτητα αποδίδω στα Τεκμήρια 12
(1)-12
(4), 14, 15 και 16, τα οποία παρέμειναν μεταξύ τους ασύνδετα και δίχως να σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Προχωρώ ευθύς με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα. Η εντύπωση που έχω σχηματίσει για τον ΜΥ2 είναι φτωχή. Οι αναφορές του δεν ήταν θετικές και ούτε κατατοπιστικές. Η δε έκθεση εκτίμησης που ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε (Τεκμήριο 13) στερείται σαφήνειας και επαρκούς τεκμηρίωσης. Μελέτη του Τεκμηρίου 13 οδηγεί με ευκολία στη διαπίστωση ότι αιωρούνται σοβαρά ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα καθώς και ουσιώδη ζητήματα που δεν διευκρινίζονται. Ο συγκεκριμένος εμπειρογνώμονας καταλήγει σε επιστημονικά ευρήματα και σε συμπεράσματα χωρίς να αναλύει ή να εξηγεί το σκεπτικό του στηριζόμενος σε δεδομένα που ορισμένα είναι ανεπαρκή και άλλα του δόθηκαν από άλλα άτομα, τα οποία εκλαμβάνει ως ορθά χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την ορθότητα τους και ακολούθως στη βάση αυτών να εφαρμόσει την εμπειρογνωμοσύνη του. Όλα αυτά είναι παράμετροι που θέτουν υπό το καθεστώς αμφιβολίας την αλήθεια, αξιοπιστία και κατ' επέκταση ορθότητα της μαρτυρίας του ΜΥ2 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 13 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής Προς καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Με βάση τα λεγόμενα του ΜΥ2 ο καθορισμός της αξίας πώλησης ενός ακινήτου, εδώ του επιδίκου διαμερίσματος, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την κατάσταση του ακινήτου. Όπως ο εν λόγω εμπειρογνώμονας είπε, για να θεωρείται ολοκληρωμένη η έκθεση εκτίμησης του ακινήτου απαιτείται να πραγματοποιηθεί επιθεώρηση της κατάστασης του εσωτερικού τμήματος του. Ένας άλλος δε παράγοντας που σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα διαδραματίζει ρόλο στον καθορισμό της αξίας πώλησης του ακινήτου είναι η θέα που διαθέτει, η οποία προφανώς είναι στοιχείο των φυσικών χαρακτηριστικών του. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας μετέβηκε επιτόπου αλλά η επιθεώρηση του ακινήτου περιορίστηκε στην εξωτερική όψη του. Δεν υπήρξε έλεγχος του εσωτερικού τμήματος του επιδίκου διαμερίσματος προκειμένου ο εν λόγω εμπειρογνώμονας διαπιστώσει προσωπικά την ακριβή και πραγματική κατάσταση του καθώς και της θέας που αυτό έχει. Με γνώμονα ότι το επίμαχο διαμέρισμα ήταν κατά το χρόνο της μετάβασης του ΜΥ2 διαθέσιμο και προσβάσιμο (η ΜΥ1 επικαλέστηκε ότι το ακίνητο δεν έχει ακόμη πωληθεί) και λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα, η απόφαση του να μην εισέλθει εντός του διαμερίσματος δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και μόνο ερωτηματικά δημιουργεί. Ενώ ο ΜΥ2 είχε την ευκαιρία να διαμορφώσει προσωπική γνώμη της πραγματικής και ακριβούς εικόνας της κατάστασης του εσωτερικού μέρους του επιδίκου διαμερίσματος και της θέας που αυτό έχει μέσω επιτόπιου ελέγχου, επέλεξε να υποθέσει το επίπεδο αυτών μέσω φωτογραφιών που του δόθηκαν από άλλα άτομα, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει πότε αυτές λήφθηκαν και αν αυτές αποτυπώνουν όντως με ακρίβεια την πραγματικότητα στο συγκεκριμένο ακίνητο. Δίχως προηγουμένως να προβεί στη λήψη μέτρων που να διευκρινίζουν τα πιο πάνω, ο ΜΥ2 απλά υιοθέτησε ως ορθά τα δεδομένα που αντικατοπτρίζονταν στις φωτογραφίες που επικαλείται που ας σημειωθεί δεν επισυνάπτονται στην έκθεση εκτίμησης του. Εκτός βέβαια εάν το επίμαχο διαμέρισμα είχε πωληθεί και δεν ήταν διαθέσιμο για εκτίμηση της εσωτερικής του κατάστασης και της ακριβούς θέας που έχει οπότε σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί η τυχόν τιμή πώλησης του. Βέβαια διευκρινίζεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος και συνεπώς τέτοιο ζήτημα δεν απασχολεί το Δικαστήριο. Εν πάση όμως περιπτώσει ο ΜΥ2 δεν αναλύει και ούτε εξηγεί ποια δεδομένα είναι αυτά που τελικά αντλεί μέσα από τις φωτογραφίες που του δόθηκαν και θεωρεί αντικατοπτρίζουν την εσωτερική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, τα οποία έλαβε υπόψη του ώστε να καταλήξει στις αγοραίες τιμές για τις περιόδους 2009 και 2011 αντίστοιχα. Επίσης μέσα από το Τεκμήριο 13 ο ΜΥ2 αναφέρει ότι το επίμαχο διαμέρισμα είναι κατασκευασμένο με ενιαίο πέδιλο από οπλισμένο σκυρόδεμα και κεραμικό στα δάπεδα. Διερωτώμαι πως είναι δυνατό ο εν λόγω μάρτυρας να είναι σε θέση να γνωρίζει τέτοιες εξειδικευμένες λεπτομέρειες μέσα από αφανείς εργοληπτικές εργασίες και με δεδομένο ότι δεν εισήλθε στο εσωτερικό του ακινήτου, εκτός αν τέτοιες πληροφορίες του δόθηκαν από άλλους και αυτός απλά τις υιοθέτησε ως ορθές. Περαιτέρω στο συγκριτικό πίνακα περιλαμβάνονται ακίνητα, των οποίων τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τους δεν καταγράφονται προκειμένου να συγκριθούν με αυτά του επιδίκου ακινήτου, παρά μόνο ο ΜΥ2 περιορίζεται μέσα από την κυρίως εξέταση του σε μια γενική, αόριστη και ασαφή αναφορά ότι τα εν λόγω ακίνητα που εντοπίστηκαν φέρουν παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά με το επίδικο διαμέρισμα. Ούτε όμως όταν κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα και ορθότητα του περιεχομένου του συγκριτικού πίνακα υπήρξε οποιαδήποτε επεξήγηση ή έστω διευκρίνιση από μέρους του μάρτυρα αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Καμία τέτοια σχετική λεπτομέρεια τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα αν τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στην ίδια περιοχή της Πέγειας, από τι υλικά είναι κατασκευασμένα, αν είναι ρετιρέ, οροφοδιαμέρισμα ή ένα εκ των διαμερισμάτων του ορόφου, διαμέρισμα στο ισόγειο, τι είδους θέα διαθέτει το κάθε ένα, ποια από αυτά διαθέτουν κοινόχρηστη κολυμβητική δεξαμενή και ποια από αυτά έχουν δικό τους ιδιόκτητο χώρο στάθμευσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η λεκτική αναφορά αυτή του ΜΥ2 να παραμείνει μετέωρη και δίχως υποστηριχτικό υπόβαθρο. Αντίθετα, αυτό όμως που αβίαστα προκύπτει μέσα από μελέτη του συγκριτικού πίνακα αλλά εξ' άλλου πρόκειται για γεγονός που παραδέχτηκε ο ΜΥ2, είναι ότι κανένα από τα προς σύγκριση διαμερίσματα έχει ακάλυπτες βεράντες ίσο ή πλησίον του εμβαδού αυτών του επιδίκου ακινήτου. Ενδεικτικά αυτού αναφέρω ότι το εμβαδό ακάλυπτων βεραντών του επίμαχου διαμερίσματος είναι 48 τ.μ. ενώ το προς σύγκριση διαμέρισμα με το μεγαλύτερο εμβαδό τέτοιων χώρων έχει μόνο 16 τ.μ. Το δε συνολικό εμβαδό καλυμμένων και ακάλυπτων χώρων του επίμαχου διαμερίσματος ανέρχεται σε 81 τ.μ. ενώ το προς σύγκριση διαμέρισμα με το μεγαλύτερο εμβαδό τέτοιων χώρων έχει μόνο 68 τ.μ. Αυτό καταδεικνύει ότι στο ζήτημα των εμβαδών ακάλυπτων χώρων αλλά και στο σύνολο καλυμμένων και ακάλυπτων χώρων το επίδικο διαμέρισμα διαφέρει από όλα τα διαμερίσματα που περιλαμβάνονται στο συγκριτικό πίνακα. Ο ΜΥ2 δήλωσε πως η διαφορετικότητα του επιδίκου διαμερίσματος στο θέμα του εμβαδού ακάλυπτων βεραντών λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό της αξίας πώλησης του. Δεν συμμερίζομαι την αναφορά αυτή του εν λόγω μάρτυρα. Ο ΜΥ2 δεν εξήγησε τόσο μέσα από το Τεκμήριο 13 όσο και μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία του το σκεπτικό για το πώς κατέληξε στο συλλογισμό του να υιοθετήσει 30% της αξίας ανά τ.μ. για τις καλυμμένες βεράντες και 25% για τις ακάλυπτες βεράντες. Αυτή η παράλειψη του άφησε εκτεθειμένη την κατάληξη του σε μεικτό εμβαδό 45 τ.μ. που λήφθηκε υπόψη για να υπολογιστεί η αξία πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος, στερούμενης έτσι λογικής εξήγησης. Παράλληλα ο ΜΥ2 δεν εξήγησε τόσο μέσα από το Τεκμήριο 13 όσο και μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία του το σκεπτικό για το πως κατέληξε στο συλλογισμό του για αξία αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος σε €1.515 ανά τ.μ. τον Μάρτιο 2009 και σε €1.411 ανά τ.μ. τον Νοέμβριο 2011. Αυτή η παράλειψη του ΜΥ2 σε συνδυασμό με την πιο πάνω άλλη παράλειψη του αφήνει ακάλυπτους τους υπολογισμούς της αγοραίας αξίας του επιδίκου διαμερίσματος σε €68.000 τον Μάρτιο 2009 και σε €63.000 τον Νοέμβριο 2011, οι οποίοι σημειώνονται χωρίς τεκμηρίωση. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΥ2 και να καταλήξει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε ευρήματα. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΥ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 13 που αποτελεί μέρος της. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του υπό το φως των επιδίκων θεμάτων. 1) Κατά πόσο υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος Μέσα από την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας αφήνει να εννοηθεί ότι οι Εναγόμενοι συμφώνησαν μαζί του για την ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επίμαχου διαμερίσματος (Τεκμήριο 1) και ότι απλά επέμειναν να κατακρατήσουν ολόκληρο το ποσό που είχε πληρωθεί. Αυτό προκύπτει μέσα από μελέτη της παραγράφου 7 του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση καθώς και παραγράφου 7 της γραπτής δήλωσης του. Η εκδοχή των Εναγομένων στο θέμα αυτό διαφέρει ουσιωδώς ισχυριζόμενοι ότι δεν αποδέχτηκαν την πρόταση του Ενάγοντα για ακύρωση του Τεκμηρίου 1. Η ουσία του εν λόγω ζητήματος και τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι επειδή ο Ενάγοντας αδυνατούσε οικονομικά να εξοφλήσει το τίμημα του επιδίκου διαμερίσματος που είχε αγοράσει πρότεινε στους Εναγομένους να ακυρώσουν κοινή συναινέσει το Τεκμήριο 1 και αφού από το ποσό που ήδη τους κατέβαλε αφαιρεθούν τα έξοδα τους που δικαιολογούνται να του επιστρέψουν το υπόλοιπο. Στα πλαίσια της πρότασης του Ενάγοντα ο δικηγόρος του απέστειλε στους Εναγομένους προσχέδιο συμφωνητικού εγγράφου ακύρωσης της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος (Τεκμήριο 11). Η απάντηση των Εναγομένων ότι επιθυμούν μη επιστροφή του ποσού που ήδη τους καταβλήθηκε δεν αποτελεί απόλυτη και ανεπιφύλακτη αποδοχή της πρότασης του Ενάγοντα, απαραίτητο συστατικό στοιχείο για να θεωρηθεί αποδοχή με βάση το άρθρο 7(α) του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Εξ' ου και δεν επήλθε συμφωνία επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 11, το οποίο δεν υπογράφτηκε από τους διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη. Η απάντηση των Εναγομένων αποτελεί αντιπρόταση, δηλαδή μια νέα πρόταση που ουσιαστικά ακύρωσε την πρόταση του Ενάγοντα, την οποίαν νέα πρόταση ο Ενάγοντας απέρριψε με την αποστολή, δια του δικηγόρου του, του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 03.03.09 (Τεκμήριο 2) και στη συνέχεια στις 24.11.11 με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (Hyde v Wrench [1840] 49 ER 132, Παπαλλή v. SFS Group Public Company Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1010). Η απόρριψη της αντιπρότασης εξυπακούει ότι μεταξύ των διαδίκων δεν επήλθε συμφωνία για ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα. 2) Εάν το Τεκμήριο 1 έχει τερματιστεί και ποιος τυχόν ευθύνεται Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 03.03.09 ο Ενάγοντας μέσω του δικηγόρου του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 2), το οποίο παρελήφθη από τους Εναγομένους. Το περιεχόμενο τους είναι σαφές και δεν επιδέχεται παρερμηνείας. Το Τεκμήριο 2 αυτούσια αναφέρει τα εξής: "Dear Sirs, On the instructions of the above clients we hereby terminate the contract dated 24/11/
- Yours Sincerely, Paul(Pavlos)G.Efthymiou Lawyer" [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Προκύπτει ότι η πιο πάνω ενέργεια έγινε μονομερώς από τον Ενάγοντα. Είναι προφανές ότι η αναφορά σε συμβόλαιο ημερομηνίας 24.11.08 έγινε εκ παραδρομής και οφείλεται καθαρά σε τυπογραφικό λάθος αφού δεν υπάρχει σύμβαση τέτοιας ημερομηνίας μεταξύ των διαδίκων και αυτό που υπήρχε μόνο ήταν το Τεκμήριο 1 ημερομηνίας 24.11.
- Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί και ο λόγος για τον οποίον ο Ενάγοντας προχώρησε στην πιο πάνω ενέργεια. Η αδυναμία του Ενάγοντα να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης λόγω οικονομικής βοήθειας που έδωσε στην θυγατέρα ουσιαστικά τον οδήγησε στην αποστολή του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του Κεφ.149 οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή να προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας ή οποιουδήποτε άλλου νόμου. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση στο σύνολο τους ουσιαστικά απαρνείται τη σύμβαση που νομικά τον δεσμεύει. Ο ορισμός της απάρνησης/αποκήρυξης της σύμβασης (repudiation) δίδεται στην αγγλική υπόθεση Spettabile Consorzio v. Northumberland Ship-building Co
(1919)121 LT 628. Είναι ουσιαστικά η άρνηση ή η αποτυχία εκτέλεσης συμβατικών υποχρεώσεων χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Η άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση μπορεί να εκδηλωθεί τόσο με ρητές δηλώσεις όσο με λέξεις ή δια συμπεριφοράς που να δείχνουν πρόθεση για μη εκπλήρωση. Άρνηση εκτέλεσης/αποκήρυξη της σύμβασης δύναται να οδηγήσει σε διάρρηξη της με υπαιτιότητα του συμβαλλομένου που εκδήλωσε τέτοια αντίδραση. Για να υπάρχει απάρνηση της σύμβασης θα πρέπει αυτή η συμπεριφορά να οδηγεί σε στέρηση οφέλους από τη σύμβαση. Άρνηση για εκπλήρωση υποχρέωσης που οδηγεί σε παράβαση ουσιώδους όρου (condition) ή όταν επιδεικνύεται πρόθεση για μη εκπλήρωση όλης της σύμβασης αποτελεί αποκήρυξη της σύμβασης. Τέτοια άρνηση πρέπει να είναι ανεπιφύλακτη. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση Withers v. Reynolds
(1831)2 B & Ad
- Στρεφόμενος στην παρούσα αγωγή διαπιστώνω ότι ο Ενάγοντας δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την ουσιώδη συμβατική του υποχρέωση που ήταν να αποπληρώσει το τίμημα αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος. Είναι παραδεκτό γεγονός και κατ' επέκταση εύρημα του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της επίδικης συναλλαγής ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγομένους το ποσό των €54.449,
- Με γνώμονα ότι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του ακινήτου δυνάμει του Τεκμηρίου 1 ανέρχεται στις Λ.Κ.£54.000 (ισότιμο σε €92.264,48), προκύπτει ότι το ποσό που υπολείπεται προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης είναι €37.814,
- Με την συμπεριφορά του και κατ' επέκταση με την κοινοποίηση του Τεκμηρίου 2 ο Ενάγοντας κατέστησε σαφές στους Εναγομένους ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει την εν λόγω ουσιώδη συμβατική του υποχρέωση. Παρόλο ως είναι εύρημα του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι από πλευράς τους αποπεράτωσαν το έργο και ειδοποίησαν τον Ενάγοντα για να του παραδώσουν κατοχή του ακινήτου σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Ενάγοντας δεν προσήλθε για να την παραλάβει αποπληρώνοντας το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος και με την πιο πάνω συμπεριφορά του επέδειξε ότι δεν ενδιαφερόταν για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του που πηγάζουν μέσα από το Τεκμήριο
- Ανεξάρτητα για ποιο λόγο ο Ενάγοντας δεν εξοφλεί το τίμημα πώλησης τον οποίον αντιλαμβάνομαι και κατανοώ, η ουσία παραμένει ότι η δικαιολογία που προέβαλε δεν τον απαλλάσσει και ούτε τον εξαιρεί από την εν λόγω ουσιώδη συμβατική υποχρέωση του. Νομικά η στάση του Ενάγοντα συνιστά αθέτηση συμφωνίας. Η επίμαχη σύμβαση δεν εκπληρώνεται από μέρους του Ενάγοντα από νομικής πλευράς αδικαιολόγητα, ο οποίος ευθύνεται για διάρρηξη της. Η αποστολή του Τεκμηρίου 2 αποτελεί αδικαιολόγητη πράξη του Ενάγοντα, ο οποίος ευθύνεται για παράβαση του Τεκμηρίου
- Η αποστολή του Τεκμηρίου 2 δεν οδηγεί αυτόματα σε τερματισμό του Τεκμηρίου
- Ένα συμβόλαιο δεν τερματίζεται όποτε είναι βολικό για κάποιο συμβαλλόμενο μέρος και ειδικότερα όταν αυτό ευθύνεται για τη διάρρηξη του. Αποδέσμευση από την εκπλήρωση υποχρεώσεων δύναται να γίνει κατ' επιλογή του αναίτιου συμβαλλομένου μέρους όταν ουσιαστικά το υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος απαρνήθηκε/αποκήρυξε (repudiation) τη σύμβαση. Αυτό δεν σημαίνει αυτόματη απαλλαγή του αναίτιου μέρους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Το αναίτιο μέρος έχει το δικαίωμα να επιλέξει: (α) είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις, (β) είτε να συνεχίσει να δεσμεύεται από τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Το άρθρο 39 του Κεφ.149 ρητά αναφέρει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την υπόσχεσή του στο σύνολό της, το αναίτιο μέρος δύναται να τερματίσει τη σύμβαση εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεσή του για συνέχιση της σύμβασης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις C. & K. Κυριάκου και Αδ/φοί Λτδ ω. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοχαρίδης v. Ιωάννου κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 23/2009 και 41/2009 ημερομηνίας 20.06.
- Στην προκειμένη περίπτωση η μη εκδήλωση αντίδρασης από τους Εναγόμενους στην αποστολή του Τεκμηρίου 2 σε συνδυασμό με τις προσπάθειες που κατέβαλαν για υπογραφή συμφωνητικού εγγράφου ακύρωσης της επίδικης σύμβασης καταδεικνύει ότι επιλέγουν όπως το Τεκμήριο 2 να εκληφθεί ως τερματισμός της σύμβασης. Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι αποδέχονται τερματισμό της επίδικης σύμβασης μέσω του Τεκμηρίου
- Αυτό εξυπακούει ότι ο Ενάγοντας εγκαταλείπει το συμβατικό δικαίωμα του να αποκτήσει κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος ενώ οι Εναγόμενοι απαλλάσσονται της συμβατικής υποχρέωσης τους να παραδώσουν την κατοχή του στον Ενάγοντα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις και ότι ο Ενάγοντας συγχωρείται για την αθέτηση συμφωνίας παρόλο ότι πλέον δεν υφίσταται υποχρέωση εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος. Η αξίωση των Εναγομένων για δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίμαχη σύμβαση τερματίστηκε με υπαιτιότητα του Ενάγοντα και παράλληλα η διεκδίκηση επιδίκασης γενικών ή διαζευκτικά γενικών αποζημιώσεων προωθώντας ισχυρισμό για μείωση αξίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, θεραπείες που ζητούνται ανταπαιτητικά, καθώς και γενικότερα η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων μέσα από το κοινό δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους αποδεικνύουν την ορθότητα των πιο πάνω συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. 3) Κατά πόσο η διάρρηξη της συμφωνίας από τον Ενάγοντα προκάλεσε ζημιές στους Εναγομένους Τα νομικά δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί είναι ότι ο Ενάγοντας προκάλεσε διάρρηξη της σύμβασης πώλησης του επιδίκου ακινήτου, η οποία εξ' υπαιτιότητας του έχει τερματιστεί. Μέσα από τον τερματισμό της σύμβασης ο Ενάγοντας αξιώνει επιστροφή του ποσού που έχει ήδη πληρώσει ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνεπεία της διάρρηξης της εν λόγω σύμβασης που οδήγησε στον τερματισμό της υπέστηκαν ζημιές κατόπιν πληρωμής προμήθειας στην εταιρεία MRI Ltd και επιπλέον €27.264,47 ως αποτέλεσμα μείωσης της αγοραστικής αξίας του επιδίκου διαμερίσματος, για τις οποίες ζητούν ανταπαιτητικά την επιδίκαση αντίστοιχων ειδικών αποζημιώσεων. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο των Συμβάσεων' του Π.Γ. Πολυβίου, Τόμος Β', σελίδες 655-656, σημειώνεται ότι σε περίπτωση παράβασης σύμβασης το μη υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης του υπαίτιου συμβαλλομένου μέρους. Περαιτέρω το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων καλύπτεται και νομοθετικά. Συγκεκριμένα το άρθρο 73
(1)του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). To ορθό μέτρο αποζημίωσης είναι αυτό της αποκατάστασης των ζημιών. Η παροχή αποζημιώσεων δεν πρέπει να τοποθετούν το αθώο συμβαλλόμενο μέρος σε ευνοϊκότερη θέση από ότι θα ήταν αν η σύμβαση υλοποιείτο χωρίς παράβαση. Το αθώο συμβαλλόμενο μέρος θα πρέπει να αποζημιωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να βρεθεί στη θέση στην οποία θα ήταν αν η συμφωνία εφαρμοζόταν κανονικά (Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Οι αποζημιώσεις υπολογίζονται με βάση την πραγματική ζημιά που υπέστηκε το αναίτιο συμβαλλόμενο μέρος (actual damage) - Άλκης Χατζήκυριακου (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ v. Χ' Ευσταθίου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 305. Μπορεί ακόμη να υπολογιστούν στη βάση της απολεσθείσας δαπάνης, δηλαδή των σπαταλημένων χρημάτων (wasted costs). Στην παρούσα υπόθεση δεν έχουν προσκομιστεί αποδεικτικά στοιχεία τέτοια που να θεμελιώνουν την εκδοχή των Εναγομένων ότι υπέστηκαν οποιεσδήποτε ζημιές συνεπεία της διάρρηξης της επίμαχης σύμβασης. Ειδικότερα οι ΜΥ1 και ΜΥ3 απέτυχαν να παρουσιάσουν αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η επικαλούμενη MRI Ltd είναι υπαρκτή νομική οντότητα, ότι ο εν λόγω οργανισμός δικαιούται να παρέχει κτηματομεσιτικές υπηρεσίες στην Κύπρο, ότι όντως ασκεί τέτοιες εργασίες στο νησί, ότι συνεργάζεται με τους Εναγομένους στον τομέα πώλησης ακινήτων στην Κύπρο, ότι ο Ενάγοντας ήλθε στην Κύπρο ως πελάτης του εν λόγω οργανισμού, από που προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση υποχρέωση των Εναγομένων να καταβάλουν προμήθεια στον εν λόγω οργανισμό, πως προκύπτει το ύψος της προμήθειας που έπρεπε να είχε πληρωθεί και ότι όντως ότι έχει πληρωθεί τέτοια προμήθεια. Περαιτέρω ο ΜΥ2 απέτυχε να εξηγήσει τεκμηριωμένα και με πειστικότητα ότι η αξία πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος έχει μειωθεί στα οικονομικά επίπεδα που επικαλέστηκε. Να σημειωθεί ότι όλα τα πιο πάνω είχαν αμφισβητηθεί έντονα από τον Ενάγοντα μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Οι πιο πάνω παραλείψεις των μαρτύρων υπεράσπισης είναι μοιραίες για την τύχη της ανταπαίτησης και παράλληλα για την κατάληξη της απαίτησης. 4) Αιτούμενες θεραπείες Ανταπαίτησης Από τα ενώπιον στοιχεία και δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν τις αξιούμενες θεραπείες υπό τα σημεία 18(Γ) και (ΣΤ) της ανταπαίτησης τους. Σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες υπό τα σημεία 18(Α) και (Β) της ανταπαίτησης, έχω ήδη ασχοληθεί με το κοινό ζήτημα που περιέχεται. Σε ότι αφορά τις αξιούμενες θεραπείες υπό τα σημεία 18(Δ) και (Ε) της ανταπαίτησης, επαναλαμβάνω τη δήλωση του συνηγόρου των Εναγομένων σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας ότι εγκαταλείπονται. Η αποτυχία των Εναγομένων να αποδείξουν ότι υπέστηκαν ζημιές συνεπεία της διάρρηξης της επίδικης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα εκμηδενίζει τη δυνατότητα διαζευκτικής χορήγησης θεραπείας υπό τη μορφή επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων. Η αδυναμία προσκόμισης αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει τη ζημιά των Εναγομένων, παρά τη δικαίωση τους ως προς το βάσιμο του παραπόνου τους, δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από του να επιδικάσει στους Εναγομένους ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100 (Χριστοφόρου v. Ρούμπα
(2010)1 Α.Α.Δ. 754, Θρασυβούλου v. Βιολάρη Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2009 ημερ. 15.10.13). Παράλληλα ενόψει του ότι η επίδικη σύμβαση έχει τερματιστεί, σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο έχει κατατεθεί στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, καλείται ο Ενάγοντας να προβεί σε όλα τα δέοντα διαβήματα προκειμένου αυτό να αποσυρθεί. 5) Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται ή όχι σε επιστροφή χρημάτων Το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης είναι εκ των πραγμάτων άρρηκτα συνδεδεμένο με το ενδεχόμενο επιστροφής χρημάτων στον Ενάγοντα. Η μορφή κατάληξης που η ανταπαίτηση έλαβε σε συνδυασμό με τον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης και της συνεπαγόμενης εγκατάλειψης δικαιώματος κατοχής του επιδίκου διαμερίσματος, επιτρέπει την επιστροφή του ποσού των €54.449,71 που ο Ενάγοντας είχε πληρώσει στους Εναγομένους στα πλαίσια της επίδικης συναλλαγής, οι οποίοι καλούνται να του το επιστρέψουν. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι καλούνται να επιστρέψουν στον Ενάγοντα το ποσό των €54.449,71. Δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα. Το πιο πάνω ποσό να επιστραφεί ταυτόχρονα με την πληρωμή των ονομαστικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν υπέρ των Εναγομένων καθώς επίσης ταυτόχρονα με την απόσυρση της επίδικης σύμβασης από το μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο έχει κατατεθεί. Το πιο πάνω ποσό επιστρέφεται με βάση το δίκαιο των συμβάσεων. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας ζητεί επιστροφή του ποσού των €54.449,71 στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων εις βάρος του. Η επιστροφή χρημάτων εκτός της σφαίρας του δικαίου των συμβάσεων αποτελεί θεραπεία που ανήκει στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Συνδέεται με τις έννοιες του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της αποκατάστασης, οι οποίες είναι δημιουργήματα του δικαίου της επιείκειας σε μια προσπάθεια να συμπληρωθούν τα κενά του κοινοδικαίου. Σχετικά είναι τα άρθρα 70-72 του Κεφ.149, τα οποία θέτουν το νομικό πλαίσιο εφαρμογής μιας τέτοιας θεραπείας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η σύμβαση αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος που τελικά τερματίστηκε συνομολογήθηκε συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού του Ενάγοντα από τους Εναγομένους. Αντίθετα από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνω ότι ο Ενάγοντας ενέργησε συνειδητά και εκουσίως για δικό του όφελος συνομολογώντας την επίδικη σύμβαση προκειμένου να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα που τελικά επέλεξε και διαπραγματεύτηκε την τιμή πώλησης του με τους Εναγομένους. Η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων καθιστά δυνατή την εξέταση πιθανότητας για απόδοση θεραπείας στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων, όπως και έγινε πιο πάνω. Η ανάγκη απόδειξης της ζημιάς που ένας διάδικος ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία παράβασης σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καλύπτει την αποστέρηση κέρδους/οφέλους και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης που διαφορετικά θα πραγματοποιούσε ο άλλος διάδικος εις βάρος άλλου προσώπου και αποτελεί τον σκοπό του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς έτσι να δικαιολογείται η παράλληλη εξέταση τέτοιων θεμάτων. Στην υπόθεση Κίτσης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1077 τονίστηκε ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικό πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας. Σαν έννοια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει, παρόλο όπως ήδη λέχθηκε δεν εμπίπτει σε κάποιο αυτόνομο κλάδο δικαίου (Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Σύμφωνα με το πιο πάνω σκεπτικό το ζήτημα της επιστροφής των χρημάτων στον Ενάγοντα καλύπτεται από το δίκαιο των συμβάσεων. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας δικαιούται σε επιστροφή του ποσού των €54.449,71 ένεκα της αποτυχίας απόδειξης δικαιώματος επιδίκασης αποζημιώσεων στην ανταπαίτηση. Στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου και σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε οι Εναγόμενοι απλά απέδειξαν αγώγιμο δικαίωμα, δηλαδή το βάσιμο του παραπόνου τους ότι ο Ενάγοντας ευθύνεται για τη διάρρηξη της επίδικης σύμβασης αλλά απέτυχαν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά που υπέστηκαν. Συνακόλουθα: (α) Δηλώνεται ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης του επιδίκου ακινήτου ημερομηνίας 24.11.06 έχει τερματιστεί εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα. (β) Σε περίπτωση που η σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου ημερομηνίας 24.11.06 έχει κατατεθεί στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ο Ενάγοντας καλείται να προβεί σε όλα τα δέοντα διαβήματα για την απόσυρση του. (γ) Υπέρ των Εναγομένων επιδικάζονται ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 03.10.12 (ημερομηνία καταχώρησης ανταπαίτησης) μέχρι εξόφλησης. (δ) Εκδίδεται διάταγμα επιστροφής ποσού €54.449,71 στον Ενάγοντα. Η εκτέλεση των σημείων (β), (γ) και (δ) να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα. Σε ότι αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων επειδή η ανταπαίτηση πέτυχε μερικώς ενώ το ποσό που επιστρέφεται στον Ενάγοντα γίνεται απλά και μόνο στα πλαίσια εφαρμογής της νομικής αρχής αποκατάστασης των ζημιών με βάση το δίκαιο των συμβάσεων, ανεξάρτητα αν τελικά τέτοιες ζημιές δεν έχουν αποδειχτεί. Ως εκ τούτου τα έξοδα της απαίτησης και ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα. Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............................................ Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Contract of sale immovable property/Breach of Contract/Damages/Final Judgment (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Σύμβαση πώλησης ακινήτου/Παράβαση Σύμβασης/Αποζημιώσεις/ Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο