← Κύπρος

N. A. Nikolaou (Helios Estates) Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης-Έφεσης :- 108/2017, 12/7/2017

N. A. Nikolaou (Helios Estates) Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης-Έφεσης :- 108/2017, 12/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A119 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης-Έφεσης :- 108/2017 Επί της αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ :-

  1. N. A. Nikolaou (Helios Estates) Ltd
  2. Νικολάου Αντώνη Νίκος Αιτητές - Εφεσείοντες Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τετάρτη 12η Ιουλίου 2017 Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες :- κος. Ανδρέας Γ. Κασιανής για κο. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαριλένα Κάιζερ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κα. Μαρία Ε. Σωκράτους για Chrysses Demetriades & Co LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελένη Χαραλάμπους Τελική Απόφαση 1 Σύμφωνα με το Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «σχετικός Νόμος») προνοείται η δυνατότητα εφαρμογής διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Η δυνατότητα εφαρμογής αυτής της διαδικασίας δεν απαιτεί τη συμμετοχή του Διευθυντή[1] ενώ σε περίπτωση μη αμφισβήτησης από τον ενυπόθηκο οφειλέτη η διαδικασία δεν προϋποθέτει την αναγκαιότητα είτε να προηγηθεί είτε να συμβαδίζει παράλληλα οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. 2 Η δυνατότητα εφαρμογής αυτής της διαδικασίας προσφέρθηκε για πρώτη φορά σε ενυπόθηκους δανειστές ως αποτέλεσμα της ψήφισης του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014)ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 9/9/2014 και τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του[2] (στο εξής θα καλείται ο «τροποποιητικός Νόμος»). 3 Η εφαρμογή του τροποποιητικού Νόμου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας νέας κατηγορίας υποθέσεων για τα πρωτόδικα Επαρχιακά Δικαστήρια καθότι σε ορισμένες περιπτώσεις η δυνατότητα αυτή αμφισβητείται με την καταχώριση εφέσεων βάσει είτε του εδαφίου

(3)του άρθρου 44Γ για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης Τύπου «ΙΑ» είτε του άρθρου 44ΙΓ σε σχέση με άλλες περιπτώσεις. 4 Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή προβλέπεται από το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου, σύμφωνα και με τις διατάξεις του Μέρους VIA, η εξής δυνατότητα καταχώρισης έφεσης. Ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του Μέρους VIA, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο στην επαρχία όπου βρίσκεται το ενυπόθηκο ακίνητο. 5 Έχοντας υπόψη ότι στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η ειδοποίηση για την οποία οι εφεσείοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος ακύρωσης ή παραμερισμού της είναι η ειδοποίηση Τύπου «Ι», η άμεσα σχετική νομική βάση της παρούσης έφεσης είναι το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου. 6 Σε σχέση με αυτή τη νομική βάση, παρά και τα όσα αναφέρονται σχετικά στις σελίδες 2 έως και 5 στη γραπτή αγόρευση η οποία υιοθετήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, εντούτοις η εφεσίβλητη δεν εγείρει σχετικό λόγο ένστασης είτε ως προς το δικαίωμα των εφεσειόντων να εφεσιβάλλουν την ειδοποίηση Τύπου «Ι» (στο εξής θα καλείται η «επίδικη ειδοποίηση») είτε ως προς τη νομική βάση της έφεσης σε σχέση με την επίδικη ειδοποίηση. Έστω και εάν με τον πρώτο λόγο ένστασης η έφεση περιγράφεται ως «πραγματικά και νομικά αβάσιμη». Εξάλλου η απουσία τέτοιου είδους αμφισβήτησης επιβεβαιώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εφεσίβλητης και κατά την ακρόαση της έφεσης. 7 Παρατίθενται 19 λόγοι έφεσης προς υποστήριξη του αιτήματος για την έκδοση είτε διαζευκτικά είτε συζευκτικά πέντε θεραπειών, όπως αυτές παρατίθενται σε αντίστοιχο αριθμό παραγράφων, για ακύρωση ή παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης (παράγραφος Α), ακύρωση ή αναστολή της διαδικασίας (παράγραφοι Β και Γ) η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου (στο εξής θα καλείται η «επίδικη διαδικασία πώλησης»), παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης λόγω της εκκρεμότητας εκδίκασης της Αγωγής 2412/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (παράγραφος Δ) και αναστολή της επίδικης διαδικασίας πώλησης για τον ίδιο λόγο (παράγραφος Ε). 8 Η εφεσίβλητη καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης παραθέτοντας δέκα λόγους ένστασης ενώ προς υποστήριξη της η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου της εφεσίβλητης στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Σταυρινού») επί της οποίας επισυνάπτονται και σχετικά τεκμήρια. 9 Η μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης αποτελείται από ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2 (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση του εφεσείοντα») επί της οποίας επίσης επισυνάπτονται και σχετικά τεκμήρια. 10 Κατά την ακρόαση της έφεσης οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων ενώ ο κος. Κασιανής προσέθεσε σε αυτό και προφορικά ενώ η κα. Σωκράτους στη συνέχεια προσέθεσε και αυτή με τη δική της σειρά προφορικά επιπρόσθετη επιχειρηματολογία. 11 Υπάρχει ένας συγκεκριμένος και αποτελεσματικός αν και απλά διατυπωμένος λόγος ένστασης βάσει του οποίου εξουδετερώνονται ουσιαστικά οι οποιοιδήποτε λόγοι έφεσης σε σχέση με τους οποίους αυτός δύναται να τύχει εφαρμογής. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 4 η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα «...δεν περιέχει την αναγκαία τεκμηρίωση ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, με αποτέλεσμα οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης να παραμένουν μετέωροι»[3]. 12 Ουσιαστικά, αυτό το οποίο εύστοχα εντοπίζεται από την ευπαίδευτη συνήγορο της εφεσίβλητης και επίσης διαπιστώνεται κατά την εξέταση της έφεσης και από το Δικαστήριο είναι η έλλειψη ικανοποιητικής και επαρκούς ή ακόμη και της οποιασδήποτε μαρτυρικής βάσης προς στοιχειοθέτηση ορισμένων από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να αναλωθεί αχρείαστα μεγάλο μέρος της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης απλά και μόνο έτσι ώστε να διασαφηνίζεται το αυτονόητο στην κάθε περίπτωση. Αρκεί αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους έφεσης. Οι οποίοι είναι οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3, 4, 6 και 17. Το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί στην ίδια διαπίστωση και σε σχέση με τους λόγους έφεσης 5, 7 και 9 εξαιτίας και της γενικότητας αλλά και αοριστίας τους. Όμως έχοντας υπόψη την αποδοχή του λόγου έφεσης 8 ο οποίος συγκεκριμενοποιεί τόσο την αναφορά στο περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης όσο και την παράβαση των διατάξεων του σχετικού Νόμου ή το λανθασμένο ως προς το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης θα ήταν αντιφατικό οι προαναφερόμενοι λόγοι έφεσης να απορρίπτονταν παρά και τα στοιχεία της γενικότητας και αοριστίας τα οποία διαπιστώνονται ως προς τη διατύπωση τους. 13 Όφειλαν οι εφεσείοντες εάν όντως είχαν πρόθεση προώθησης των προαναφερόμενων λόγων έφεσης να είχαν παρουσιάσει και την απαιτούμενη μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως των προαναφερόμενων λόγων έφεσης. Εάν και εφόσον βεβαίως, έχοντας υπόψη τον λόγο έφεσης 17 αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό παρανομία, ακυρότητα ή εγγραφή κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του σχετικού Νόμου των επίδικων υποθηκών, αυτό θα μπορούσε να κριθεί ως δικονομικά εφικτό εντός του πλαισίου εκδίκασης της παρούσης έφεσης. 14 Ασφαλώς η απλή επανάληψη των λόγων έφεσης 1, 2, 3, 4, 6 και 17 στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα δεν αποτελεί μαρτυρία ικανή να υποστηρίξει τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης. Συνεπώς, αυτοί οι λόγοι έφεσης δεν γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο έτσι ώστε κατ΄ επέκταση βάσει τέτοιας αποδοχής να παρέχεται και η ευχέρεια επιδίκασης οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. 15 Διευκρινίζεται πως σε όσες περιπτώσεις λόγος έφεσης στηρίζεται σε νομικό επιχείρημα αναφορικά με τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε και η οποία ή το μέρος αυτής είναι εμφανές από τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ασφαλώς δεν χρειάζεται και ούτε και θα αναμενόταν από το Δικαστήριο όπως εκ του περισσού ουσιαστικά παρουσιαστεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία προς υποστήριξη και προώθηση του συγκεκριμένου λόγου έφεσης. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος έφεσης
  1. Αν και ακόμη και σε αυτή την περίπτωση αναμφίβολα η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου ένστασης δεν αποκλείεται να ενισχυόταν και από την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας προς ανάδειξη και της σημασίας της πραγματικής πτυχής της προβαλλόμενης παράβασης του σχετικού Νόμου. 16 Με τον ίδιο τρόπο βεβαίως όταν τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου είναι επαρκή προς εξέταση ενός λόγου έφεσης ούτε και σε αυτές τις περιπτώσεις θεωρείται απαραίτητο οι εφεσείοντες να είχαν παρουσιάσει οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος έφεσης 10 με αναφορά στον καθορισμό των εξόδων. Ή, οι λόγοι έφεσης 11, 12 και 14 καθότι και στις τέσσερεις αυτές περιπτώσεις ο κάθε λόγος έφεσης παραπέμπει σχετικά στο περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης, αν και σε σχέση με τους λόγους έφεσης 11 και 12, σε περίπτωση εξέτασης των, το Δικαστήριο θα έπρεπε επίσης να μελετούσε τις επίδικες συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης τις οποίες όμως οι εφεσείοντες δεν επισύναψαν στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα αν και αυτές στη συνέχεια επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση Ανδρονίκου. 17 Παρομοίως προβάλλονται και λόγοι έφεσης όχι σχετικά με τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε αλλά ως προς την ουσία της παραπέμποντας όμως και πάλι στο ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης σε συνάρτηση όμως και με άλλα έγγραφα τα οποία ούτε καν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ανεξαρτήτως του κατά πόσο η εξέταση της σημασίας τους θα ήταν δικονομικά επιτρεπτή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδίκασης της παρούσης έφεσης. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος έφεσης 13 εντός του οποίου υπάρχει αναφορά και σε συμφωνία δανείου. Στην ίδια κατηγορία λόγων έφεσης εμπίπτει και ο λόγος έφεσης
  2. Με αναφορές και πάλι στις επίδικες συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης. 18 Υπάρχουν βεβαίως λόγοι έφεσης οι οποίοι αν και εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βασίζονται αποκλειστικά σε νομική βάση εντούτοις και αυτοί θα έπρεπε να υποστηρίζονταν από ανάλογη μαρτυρία, οι οποίοι όμως θα μπορούσαν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο, αν αυτό κρινόταν αναγκαίο, καθότι όπως διαπιστώνεται υπάρχουν ελάχιστα μεν αλλά επαρκή προς τον απαιτούμενο σκοπό στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε αυτοί όντως να τύχουν εξέτασης. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος έφεσης 16, με γενική αναφορά στο θέμα της υπερημερίας του ενυπόθηκου οφειλέτη. 19 Οι δύο λόγοι έφεσης οι οποίοι ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους και στους οποίους δόθηκε επίσης ιδιαίτερη έμφαση στην αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης είναι οι λόγοι έφεσης 18 και 19 και οι οποίοι αναφέρονται, αντίστοιχα, στην ύπαρξη σχετικής αγωγής και σε εισήγηση ως προς την ύπαρξη κατάχρησης και η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα της έναρξης της επίδικης διαδικασίας. Εντούτοις, πέραν από την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση ως προς την καταλληλότητα έγερσης του λόγου έφεσης 18 σε περίπτωση της επακόλουθα προβλεπόμενης επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» παρά της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι», η εξέταση αμφότερων αυτών των λόγων έφεσης, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο κάτω, δεν κρίνεται αναγκαία προς αιτιολόγηση του σκεπτικού του Δικαστηρίου το οποίο και το οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα του σε σχέση με την έκβαση της έφεσης υπό εξέταση. 20 Σύμφωνα με τον περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός») Δικαστήριο «...ενώπιον του οποίου καταχωρείται οιαδήποτε αίτηση δι΄αναστολή καθορισμένης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας βάσει των προνοιών του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/65όπως τροποποιήθηκε, ν΄ αποφαίνεται εντός 30 ημερών από της καταχωρήσεως της αίτησης, καθορίζοντας προς τούτο τη σχετική διαδικασία σ΄ ότι αφορά το χρόνο εντός του οποίου ο δανειστής θα καταχωρήσει την ένσταση του». 21 Στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση υπήρξε κάποια καθυστέρηση ως προς τον ορισμό από τον Πρωτοκολλητή της πρώτης ημερομηνίας γι΄ ακρόαση της έφεσης στις 26/6/
  3. Η οποία είχε καταχωρισθεί στις 14/6/
  4. Εντούτοις, κατά την ημερομηνία αυτή, δηλαδή στις 26/6/2017, η έφεση ορίστηκε αμέσως γι΄ ακρόαση στις 3/7/2017 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης μέχρι και τις 29/6/
  5. Λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η έφεση επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 21/6/2017 ως επίσης ότι η εφεσίβλητη καταχώρισε σχετική ειδοποίηση από τους δικηγόρους της ως προς την πρόθεση εμφάνισης τους στις 26/6/
  6. 22 Υπό τις περιστάσεις, δίχως αμφιβολία, οι ενέργειες των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων συνέτειναν ως προς την ταχύτερη δυνατή απονομή της δικαιοσύνης με εκδίκαση της έφεσης εντός του προβλεπόμενου χρονικού περιθωρίου βάσει και του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού. 23 Αναφέρεται το Δικαστήριο στο αυστηρά περιορισμένο χρονικό πλαίσιο εκδίκασης της έφεσης το οποίο τίθεται από τον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό καθότι παρά και το γεγονός ότι προκύπτουν διάφορα θέματα προς εξέταση - ανεξάρτητα και από το δεδομένο πως σε σχέση με τα περισσότερα το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση έχει αποφασίσει σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες στο παρελθόν - διαπιστώνεται πως η εξέταση παρέλκει καθότι εν τέλει το Δικαστήριο, ακόμη και διατηρώντας υπόψη του τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους, καταλήγει σε αποδοχή, ανεξάρτητα και από την παράλληλα συζευκτική και διαζευκτική διατύπωση του, της ουσίας ενός από τους λόγους έφεσης. Η οποία αποδοχή βεβαίως κρίνει και το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της έφεσης. Η σημασία δε του συγκεκριμένου λόγου ένστασης κρίνεται θεμελιακή ως προς την εγκυρότητα και βασιμότητα της επίδικης διαδικασίας πώλησης. 24 Σύμφωνα με τον λόγο έφεσης 8 η «...προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι λανθασμένα ή και παράνομα ή και κατά παράβαση του Νόμου οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιχειρούν στην βάση της επίδικης Ειδοποίησης Τύπου «Ι» να πωλήσουν το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο με βάση 2 ξεχωριστές Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης, ήτοι τις Υποθήκες με αρ. Υ3812/2005 και Υ5717/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, και όπου κάθε Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης καλύπτει διαφορετικό ποσό και τόκο ή και διέπεται από διαφορετικούς όρους...». 25 Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το εξής δεδομένο. Εφόσον η νομική βάση της έφεσης αποτελείται κυρίως από το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου, λογικά, προς επιτυχή έκβαση της έφεσης, θα πρέπει να κριθεί πως όντως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από την επίδικη ειδοποίηση. Παράλληλα όμως δεδομένη νομική πτυχή της έφεσης είναι και ο σχετικός Νόμος στο σύνολο του και πραγματικά δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν οι ρητές πρόνοιες του, εντός του πλαισίου του απαιτούμενου ελέγχου ο οποίος αναμένεται από το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης της εφαρμογής της επίδικης διαδικασίας πώλησης, καθώς εξετάζεται γενικά κατά πόσο αυτές τηρούνται ή τηρούνται ορθά και όχι απλά φαινομενικά. Ενώ όπως διαπιστώνεται πιο κάτω σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση (βλ. σχετικά την παράγραφο 49 αυτής της απόφασης) ο συσχετισμός υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή σε συνάρτηση και με τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη κατά την ενεργοποίηση και εφαρμογή της επίδικης διαδικασίας πώλησης αναπόφευκτα όχι μόνο καθορίζει αν όχι στο σύνολο τους μέρος τουλάχιστον των έννομων συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη αλλά και το βαθμό στον οποίο όντως αυτά παραβλάπτονται από την επίδικη ειδοποίηση. 26 Εν τέλει η πραγματικότητα είναι πως σύμφωνα και με την κατάληξη του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος, όχι μόνο η επίδικη ειδοποίηση αποτελεί σαφή αποχώρηση από τα όσα προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο - συνεπώς, όπως και στην περίπτωση της οποιασδήποτε παράβασης νομοθετικής πρόνοιας εξυπακούεται και το ενδεχόμενο πραγματικής πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα ενός επηρεαζόμενου προσώπου - αλλά παράλληλα δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί και το εξής εύλογο συμπέρασμα. 27 Ότι δηλαδή η συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο αποτελεί πρόκληση ζημιάς στα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων δίχως απαραίτητα να χρειάζεται και οποιαδήποτε ιδιαίτερη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης με μαρτυρία. Αν και βεβαίως η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας αναμφίβολα θα βοηθούσε προς καλύτερη ανάδειξη της ζημιάς αλλά ακόμη και αδικίας η οποία δεν αποκλείεται να προκαλείται στους εφεσείοντες ως ενυπόθηκοι οφειλέτες καθώς καλούνται με μία μόνο ειδοποίηση ταυτόχρονα να ανταποκριθούν σε δύο ξεχωριστά ενυπόθηκα χρέη. Ανεξάρτητα και από το κοινά αποδεκτό γεγονός ότι το ενυπόθηκο ακίνητο είναι το ίδιο και στις δύο συμβάσεις υποθήκης. Ουσιαστικά, η συμπερίληψη δύο ενυπόθηκων χρεών στην ίδια ειδοποίηση παραγνωρίζει τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα του σχετικού Νόμου. 28 Η μαρτυρία προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου έφεσης (παράγραφος 10.5.2 της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντα) δεν είναι ιδιαίτερα σαφής ή και απόλυτα συνδεδεμένη με τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση. Δεν παύει όμως παρά και τη γενικότητα της να προβάλλεται με τον τρόπο τον οποίο αυτή διατυπώνεται. Ως προς το ότι δηλαδή με βάση νομική συμβουλή ο ενόρκως δηλών εφεσείων ισχυρίζεται παράβαση των διατάξεων του σχετικού Νόμου και του ίδιου του τύπου της επίδικης ειδοποίησης καθότι, όπως πολύ απλά το θέτει, αγνοείται με την παράλληλη προώθηση εκποίησης δύο υποθηκών με την επίδικη ειδοποίηση, το εξής δεδομένο. Ότι η κάθε υποθήκη εξασφαλίζει διαφορετικό ποσό. Προσθέτει επίσης και αναφορά σε διαφορετικότητα των όρων της κάθε σύμβασης και δήλωσης υποθήκης δίχως όμως, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αυτό να κρίνεται ως άμεσα ή εμφανώς σημαντικό. Δεν παύει όμως, όπως επίσης προσθέτει έστω και πάλι γενικά, να ισχύει το εξής. Η κάθε υποθήκη αποτελεί ξεχωριστή πράξη και εγγραφή βάσει της οποίας υπολογίζεται ή δύναται να υπολογιστεί το κατ΄ ισχυρισμό ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος. 29 Με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης Ανδρονίκου τα εξής. Βάσει και πάλι βεβαίως νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης σε αυτή την περίπτωση. 30 Ότι δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου ή από το λεκτικό του τύπου της επίδικης ειδοποίησης ή από τους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως, Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 185/2015) (στο εξής θα καλούνται οι «Κανονισμοί του 2015») η προώθηση μέσω της ίδιας ειδοποίησης της εκποίησης περισσοτέρων από μία υποθηκών που αφορούν όμως το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο προσθέτοντας πως αντιθέτως το λεκτικό των κανονισμών αυτών αφήνει ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθώς αναφέρεται σε πλειστηριασμό ή πώληση ενός ή περισσοτέρων ενυπόθηκων ακινήτων χωρίς να κάνει αναφορά εάν αυτά πρέπει να πωλούνται δυνάμει μίας ή περισσοτέρων υποθηκών. 31 Μάλιστα προσθέτει και τα ακόλουθα, ως προς τη λογικότητα ουσιαστικά της συγκεκριμένης πρακτικής. Ότι δηλαδή «...τέτοια προώθηση εκποίησης περισσοτέρων Υποθηκών που βαρύνουν το ίδιο ακίνητο αποβαίνει εν τέλει σε εξοικονόμηση εξόδων και χρόνου, καθώς το ενυπόθηκο ακίνητο πωλείται στα πλαίσια μίας και μόνο διαδικασίας χωρίς να δημιουργούνται έτσι επιπρόσθετα και περιττά έξοδα εις βάρος του ενυπόθηκου οφειλέτη και των ενδιαφερομένων προσώπων, οι οποίοι και μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα τους εγείροντας μία δικαστική διαδικασία». Παραπέμπει δε ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά στον προαναφερόμενο γενικό λόγο ένστασης (βλ. σχετικά την παράγραφο 11 αυτής της απόφασης) αναφορικά με την παράλειψη των εφεσειόντων να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία για το πώς ακριβώς παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα τους από την προώθηση εκ μέρους της εφεσίβλητης μίας διαδικασίας εκποίησης των επίδικων υποθηκών αντί δύο ξεχωριστών προσθέτοντας και την εξής, επίσης λογική, διευκρίνηση. Ότι δηλαδή το ενυπόθηκο χρέος που οφείλεται δυνάμει εκάστης υποθήκης θα υπολογιστεί και πως ευχερώς αυτό υπολογίζεται δυνάμει των όρων της αντίστοιχης υποθήκης χωρίς κάποια δυσκολία. 32 Τα όσα αναφέρονται εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της ένστασης επί του συγκεκριμένου θέματος δεν διαφέρουν από τα όσα αναφέρονται και εντός της ένορκης δήλωσης Σταυρινού. Βεβαίως η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης προσέθεσε προφορικά στην αγόρευση της το εξής επιχείρημα. Πώς είναι δυνατό ένα ενυπόθηκο ακίνητο που επιβαρύνεται από περισσότερες υποθήκες να πωληθεί στα πλαίσια περισσότερων διαδικασιών; Προσθέτοντας πως αυτό ουσιαστικά είναι πρακτικά ανέφικτο και θα εξουδετέρωνε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εγγραφούν περισσότερες διαδοχικές υποθήκες επί του ίδιου ακινήτου. 33 Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων επί του ιδίου θέματος επίσης προσέθεσε προφορικά στη γραπτή αγόρευση του τα ακόλουθα. Πως η θέση τους είναι ότι η προώθηση εκποίησης δύο υποθηκών αντιβαίνει τις διατάξεις του σχετικού Νόμου αλλά και του τύπου όχι μόνο της επίδικης ειδοποίησης αλλά και της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» όπως αυτοί παρατίθενται στο Δεύτερο Παράρτημα του σχετικού Νόμου. Διευκρίνισε πως παρά και το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» εντούτοις βάσει και του περιεχομένου αυτής υπάρχει αναφορά σε μία υποθήκη μόνο και πως είναι βάσει αυτής που υπολογίζεται το υπόλοιπο. 34 Η δε θέση του ως προς το ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δεν μπορεί σε μία ειδοποίηση να περιλάβει πέραν της μίας υποθήκης έστω και εάν αυτή η δεύτερη υποθήκη αφορά το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο βασιζόταν στο ότι κάθε σύμβαση και δήλωση υποθήκης καλύπτει διαφορετικό ποσό και τόκο και διέπεται από ξεχωριστούς όρους και ως εκ τούτου το κάθε ενυπόθηκο υπόλοιπο υπολογίζεται διαφορετικά. Σύμφωνα με την εισήγηση του είναι αυθαίρετο να προστίθενται δύο διαφορετικά ενυπόθηκα υπόλοιπα και να καλείται ο ενυπόθηκος οφειλέτης να τα εξοφλήσει με την επίδικη ειδοποίηση ενώ σε σχέση με την επίκληση από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης των Κανονισμών του 2015 αν και δέχτηκε ότι υπάρχει αναφορά για ενυπόθηκα ακίνητα και ότι μπορεί να γίνει εκποίηση για πέραν του ενός ακινήτου αυτό το οποίο όντως αναφέρεται σε αυτούς είναι ότι μπορεί μία υποθήκη να καλύπτει πέραν του ενός ακινήτου και τότε δύναται να εκποιηθούν όλα τα εξασφαλισμένα με εκείνη την υποθήκη ακίνητα χωρίς όμως να αναφέρεται ότι μπορεί να γίνει εκποίηση πέραν της μίας υποθήκης. 35 Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το πως ερμηνεύει την αναφορά στον πληθυντικό απάντησε ως εξής. Ότι μπορεί μία υποθήκη να καλύπτει πέραν του ενός ακινήτου όμως είναι διαφορετικό να προωθείται η εκποίηση στη βάση πέραν της μίας σύμβασης υποθήκης υπενθυμίζοντας τα όσα ανέφερε προηγουμένως αναφορικά με το ότι η κάθε σύμβαση και δήλωση υποθήκης διέπεται από ξεχωριστούς όρους και το κάθε ενυπόθηκο υπόλοιπο υπολογίζεται στη βάση αυτών των όρων. 36 Ασφαλώς, ανεξάρτητα και από την εκ πρώτης όψεως λογικότητα αλλά και πρακτικότητα της θέσης της εφεσίβλητης επί του συγκεκριμένου θέματος, η απάντηση στο ερώτημα το οποίο τίθεται αναφορικά με το κατά πόσο η επίδικη ειδοποίηση είναι νομικά επιτρεπτό να εμπεριέχει αναφορά σε δύο ξεχωριστές υποθήκες θα πρέπει να απαντηθεί διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στον σχετικό Νόμο και τα οποία είναι δυνατό να κριθούν ως σχετικά με τις αντίθετες θέσεις οι οποίες προβάλλονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων. Αξίζει όμως επίσης να σημειωθεί απλά ως παρατήρηση του Δικαστηρίου και σε συμφωνία με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, το δεδομένο ότι όντως ο ίδιος ο τύπος τόσο της επίδικης ειδοποίησης όσο και της προβλεπόμενης ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» αναφέρεται σε μία μόνο υποθήκη και κατ΄ επέκταση σε ένα μόνο οφειλόμενο ποσό ή εξασφαλιζόμενο ενυπόθηκο χρέος. Δίχως να παραγνωρίζεται και αυτό το δεδομένο ως ένα σχετικό στοιχείο όπως κρίνεται όμως περισσότερη σημασία επί του συγκεκριμένου θέματος έχουν οι ίδιες οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτές είναι δυνατό να κριθούν ως σχετικές. 37 Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού Νόμου (άρθρο 2) «"υποθήκη", μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως». 38 Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 23 του σχετικού Νόμου αφού γίνει δεκτή δήλωση υποθήκης στο ανάλογο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο τότε «...το ακίνητον εφ' ου συνέστη η υποθήκη και εφόσον διαρκεί αύτη βαρύνεται διά της πληρωμής του διά ταύτης εξασφαλιζομένου ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι πάσης ετέρας οφειλής και υποχρεώσεως του ενυποθήκου οφειλέτου ή του εκάστοτε κυρίου αυτού, εξαιρουμένων των οφειλών των εξασφαλιζομένων διά προηγουμένης δηλώσεως υποθήκης επί του αυτού ακινήτου ως και πάσης επιβαρύνσεως ήτις δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ικανοποιείται κατά προτεραιότητα έναντι οιασδήποτε ετέρας επιβαρύνσεως ή εμπραγμάτου βάρους...». Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου το ακίνητο θα παραμείνει βεβαρυμένο ως το εδάφιο
(1)μέχρι, μεταξύ άλλων, την πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6)του άρθρου 41 του ίδιου Νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI του Νόμου. 39 Βεβαίως το άρθρο 41 ανήκει στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου με το οποίο προβλέπεται διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας και η οποία προκύπτει από υποβολή αίτησης προς τον Διευθυντή και αναφέρεται σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο υπόκειται σε προγενέστερη υποθήκη ενώ με το εδάφιο
(6)προνοείται σχετικά πως εάν «...δεν προσαχθή κεκυρωμένον αντίγραφον δηλώσεως ως εν εδαφίω
(4), τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 39 και 51, ο Διευθυντής εκθέτει εις πώλησιν το ως είρηται υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, και διά σημειώσεως επί των ειδοποιήσεων της τοιαύτης πωλήσεως των προνοουμένων εν Κανονισμώ 3 των Κανονισμών Πωλήσεως φέρει εις γνώσιν παντός πλειοδότου το γεγονός ότι το ως είρηται ακίνητον θα πωληθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, ο δε πλειοδότης επί τούτω λογίζεται λαβών γνώσιν του τοιούτου γεγονότος ως και παντός στοιχείου αφορώντος εις την προγενεστέραν υποθήκην( άμα τη πωλήσει του ακινήτου ως εν τοις ανωτέρω αι διατάξεις της παραγράφου (γ) της εν εδαφίω
(1)του άρθρου 31 επιφυλάξεως και του ως είρηται εδαφίου
(4)τυγχάνουσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής ως εάν το τοιούτο ακίνητον είχε μεταβιβασθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην δυνάμει των διατάξεων του εν τοις ανωτέρω μνησθέντος άρθρου...». Η δήλωση σύμφωνα με το εδάφιο
(4)είναι δήλωση του ανάλογου Επαρχιακού Δικαστηρίου η οποία εξασφαλίζεται μετά και από υποβολή σχετικής αίτησης και σύμφωνα με αυτή το ενυπόθηκο ακίνητο δύναται να εκτεθεί εις πώληση ελεύθερο της προγενέστερης υποθήκης. Καθότι η εξόφληση της προγενέστερης υποθήκης εξασφαλίζεται με αίτηση προς το Δικαστήριο αν και η πληρωμή δεν διατάσσεται πριν από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. 40 Υπενθυμίζεται επίσης πως σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 37 του σχετικού Νόμου κάθε φορά που «...ακίνητον αναφορικώς προς ο εγένετο αίτησις πωλήσεως δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου βαρύνεται ωσαύτως διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι' έτερας υποθήκης, προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας της υποθήκης προς εξόφλησιν της οποίας εγένετο η αίτησις, άμα τη λήψει της αιτήσεως ο Διευθυντής γνωστοποιεί το γεγονός τούτο εις τον ενυπόθηκον δανειστήν πάσης μεταγενεστέρας υποθήκης όπως εντός ενός μηνός παράσχη τω Διευθυντή ένορκον δήλωσιν περί το εξασφαλιζόμενον υπό της ως είρηται υποθήκης ποσόν ως και περί το δυνάμει ταύτης εκάστοτε πληρωτέον τοιούτο...». 41 Διευκρινίζεται πως οι αναφορές στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου δεν γίνονται προς επισήμανση λεπτομερειών των προβλεπόμενων διαδικασιών αλλά απλά προς υπενθύμιση σε περίπτωση πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου της σημασίας η οποία αποδίδεται στο ίδιο το ενυπόθηκο χρέος σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση ύπαρξης σύμβασης υποθήκης σε σχέση με το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο. 42 Περισσότερη σημασία όμως έχουν οι ίδιες οι διατάξεις του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Κατ΄ αρχάς στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Α αναφέρεται συγκεκριμένα πως οι διατάξεις του Μέρους VIA «...εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου» ενώ στην επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του ίδιου άρθρου αναφέρεται πως «...σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Η αναφορά στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Β σε περίπτωση ύπαρξης υπερημερίας «...ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο...» παραπέμπει σχετικά στο άρθρο 27 ως προς τις συνέπειες υπερημερίας πληρωμής δόσεως ή τόκου με ολόκληρο το εξασφαλισμένο ποσό βάσει της σύμβασης υποθήκης να καθίσταται απαιτητό. 43 Έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο το δεδομένο των αναφορών στον ενικό στον σχετικό Νόμο σε σύμβαση υποθήκης ή στο ενυπόθηκο χρέος αλλά και το δεδομένο ότι είναι η ίδια η ύπαρξη υπερημερίας με την οποία ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο η οποία παρέχει σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Β τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA. Ως επίσης η αναφορά στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου σε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους και η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Η οποία βεβαίως όπως προνοείται σύμφωνα και με την παράγραφο (β) του ίδιου εδαφίου συνοδεύει την ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, δηλαδή την ειδοποίηση Τύπου «Ι». 44 Ενώ βεβαίως όπως προνοείται, αναφορικά με την επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση, στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, σε σχέση γενικά με τη δυνατότητα έναρξης της διαδικασίας πώλησης βάσει του Μέρους VIA αλλά και συγκεκριμένα αναφορικά με την έφεση υπό εξέταση, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β «...ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού:...». 45 Σαφώς προνοείται από τον σχετικό Νόμο πως η δυνατότητα να προχωρήσει ο ενυπόθηκος δανειστής στην έναρξη της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA προϋποθέτει όχι μόνο την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι» αλλά παράλληλα και την παροχή της δυνατότητας στον ενυπόθηκο οφειλέτη της εξόφλησης του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους ενημερώνοντας τον πως σε διαφορετική περίπτωση θα ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι συνέπειες μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη στις απαιτήσεις της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι», για πληρωμή δηλαδή του ενυπόθηκου χρέους, τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του, προδιαγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ καθώς πλέον παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τη δεύτερη γραπτή ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης στην οποία βεβαίως θα αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. 46 Ανεξάρτητα και από τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης Τύπου «ΙΑ» όπως αυτοί καθορίζονται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ αυτό το οποίο αβίαστα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο σε σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι ότι η εφεσίβλητη δεν είχε το δικαίωμα να συμπεριλάβει στην ίδια ειδοποίηση Τύπου «Ι» πέραν του ενός ενυπόθηκου χρέους ανεξαρτήτως και του δεδομένου ότι το δεύτερο ενυπόθηκο χρέος όχι μόνο αφορούσε το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο αλλά επιπλέον τόσο ο ενυπόθηκος δανειστής όσο και ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι τα ίδια πρόσωπα και στις δύο περιπτώσεις. 47 Ο λόγος είναι απλός. Παρέχεται με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ η δυνατότητα συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Τύπου «Ι» με εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους εντός καθορισμένης προθεσμίας έτσι ώστε να τερματιστεί η συνέχιση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Το γεγονός ότι για το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο υπάρχουν πέραν της μίας υποθήκης δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι οι αναφορές στον σχετικό Νόμο για έναρξη της επίδικης διαδικασίας σύμφωνα με το Μέρος VIA επικεντρώνονται στο οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος και όχι στο ενυπόθηκο ακίνητο. 48 Ουσιαστικά όχι μόνο δεν έχει το δικαίωμα ο ενυπόθηκος οφειλέτης έναρξης της επίδικης διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με το Μέρος VIA με συμπερίληψη πέραν του ενός ενυπόθηκου χρέους στην επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι» αλλά παράλληλα αναμφίβολα παραβλάπτει και τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη στερώντας του ουσιαστικά τη δυνατότητα συμμόρφωσης με την επίδικη ειδοποίηση για την εξόφληση του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους καθότι με την ίδια ειδοποίηση απαιτεί από αυτόν την εξόφληση πέραν του ενός ενυπόθηκου χρέους σε κάθε περίπτωση και το οποίο πηγάζει βεβαίως από ξεχωριστή σύμβαση και δήλωση υποθήκης. 49 Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται και εντός του πλαισίου του άρθρου 44ΙΓ του σχετικού Νόμου αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι ότι ο περιορισμός ως προς το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης σε ένα οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος αποτελεί υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή και παράλληλα δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συνεπώς, αναπόφευκτα η συμπερίληψη πέραν του ενός ενυπόθηκου χρέους αγνοώντας την ύπαρξη αυτού του δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη παραβλάπτει τα έννομα του συμφέροντα υπό την έννοια ότι δεν θα έπρεπε με την ίδια ειδοποίηση να καλείται να εξοφλήσει πέραν του ενός ενυπόθηκου χρέους. 50 Απλά προς ανάδειξη και της πρακτικής σημασίας αυτού του περιορισμού αξίζει να γίνει αναφορά και στο περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης σύμφωνα με το οποίο οι εφεσείοντες καλούνται ταυτόχρονα να εξοφλήσουν δύο αντί ένα από τα δύο ποσά τα οποία αναφέρονται στην επίδικη ειδοποίηση, δηλαδή το συνολικό ποσό των €201.648,24 αντί ξεχωριστά είτε το ποσό των €54.263,68 είτε το ποσό των €147.384,56. 51 Κρίνεται συνεπώς πως δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της εφεσίβλητης ως προς το ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε στον σχετικό Νόμο το οποίο να απαγορεύει την προώθηση εκποίησης περισσότερων υποθηκών με την ίδια ειδοποίηση. Ούτε και γίνεται δεκτό ως βάσιμο το επιχείρημα πως διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατό ένα ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο επιβαρύνεται με περισσότερες της μίας υποθήκης να πωληθεί στα πλαίσια περισσότερων διαδικασιών ή ότι αυτό θα ήταν ουσιαστικά πρακτικά ανέφικτο ή ότι θα εξουδετέρωνε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εγγραφούν περισσότερες διαδοχικές υποθήκες επί του ίδιου ακινήτου. 52 Υπενθυμίζεται αναφορικά με αυτό το επιχείρημα πως σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Θ, το οποίο βεβαίως ανήκει στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, και το οποίο αναφέρεται στη διαδικασία πώλησης ακινήτου, προνοείται αναφορικά με περιπτώσεις ύπαρξης προγενέστερης ή μεταγενέστερης υποθήκης, πως σε περίπτωση «...που το ενυπόθηκο ακίνητο βαρύνεται με προγενέστερη υποθήκη ή με οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος, απαιτείται η έγγραφη δήλωση/συγκατάθεση του προηγούμενου ενυπόθηκου δανειστή ή κατόχου εμπράγματου βάρους ή ανάλογα με την περίπτωση, απόφαση Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί τον πλειστηριασμό ή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του προηγούμενου ενυπόθηκου δανειστή ή του κατόχου εμπράγματου βάρους, υπό προϋποθέσεις που το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει...» ενώ αναφορικά με μεταγενέστερη υποθήκη υπάρχει πρόνοια ειδοποίησης του ανάλογου ενυπόθηκου δανειστή. 53 Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 44Ι, το οποίο αναφέρεται σε ενημέρωση του ενυπόθηκου οφειλέτη από τον ενυπόθηκο δανειστή μετά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου για το προϊόν της πώλησης που εισπράχθηκε είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση, προνοείται η αποστολή από τον ενυπόθηκο δανειστή ειδοποίησης αναφορικά με τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης όχι μόνο στον ενυπόθηκο οφειλέτη αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και σε όλους τους κατόχους απαιτήσεων, επιβαρύνσεων ή δικαιωμάτων πληρωμής αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο, καταγράφοντας την προτεινόμενη διάθεση του. Προνοείται στη συνέχεια διαδικασία προβολής ένστασης ή ακόμη και έφεσης προς αμφισβήτηση της προτεινόμενης διάθεσης του προϊόντος πώλησης ενώ σε περίπτωση μη προβολής ένστασης ή αμφισβήτησης τότε ο ενυπόθηκος δανειστής επικυρώνει την προτεινόμενη διάθεση και αυτή καθίσταται τελική. 54 Στη συνέχεια ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν της πώλησης όπως σχετικά προβλέπεται στο εδάφιο
(4)του ιδίου άρθρου. Μεταξύ των προβλεπόμενων τρόπων διάθεσης υπάρχει αναφορά και σε προγενέστερα αλλά και μεταγενέστερα εμπράγματα βάρη στο ενυπόθηκο ακίνητο ενώ οποιοδήποτε υπόλοιπο καταβάλλεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη. 55 Συνεπώς, πραγματικά δεν διαπιστώνεται να απαιτείται η πώληση ενός ενυπόθηκου ακινήτου στα πλαίσια περισσότερων διαδικασιών, ουσιαστικά προς εξόφληση και άλλων ενυπόθηκων χρεών, ή πως η εφαρμογή ουσιαστικά των όσων προνοούνται από τον σχετικό Νόμο θα εξουδετέρωνε με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα εγγραφής περισσότερων διαδοχικών υποθηκών επί του ίδιου ακινήτου. 56 Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ημερομηνίας 12/5/2017 ενώ βεβαίως εξυπακούεται πως με αυτόν τον παραμερισμό και ακύρωση εκθεμελιώνεται το οποιοδήποτε ενδεχόμενο λήψης μεταγενέστερου βήματος στην προβλεπόμενη επίδικη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/2309, Φύλλο/Σχέδιο/Τμήμα 35/20, τεμάχιο 473 στην τοποθεσία Χόλη στον Άγιο Δεμέτιο της επαρχίας Πάφου δυνάμει των υποθηκών με αριθμούς Υ3812/2005 και Υ5717/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και την οποία έχει αρχίσει η εφεσίβλητη με την έκδοση και επίδοση της επίδικης ειδοποίησης και ως εκ τούτου, σε σχέση αποκλειστικά και μόνο με τη συγκεκριμένη περίπτωση, εκδίδεται επίσης διάταγμα ακύρωσης της όλης διαδικασίας πώλησης του επίδικού ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. 57 Τέλος, διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της έφεσης δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου τα έξοδα αυτής να μην επιδικαστούν υπέρ των εφεσειόντων. Συνεπώς, τα έξοδα της έφεσης επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εις βάρος της εφεσίβλητης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:- Civil/General Application/Final (Αναφορά:- Αίτηση/Έφεση Παραμερισμού Διαδικασίας Πλειστηριασμού Ενυπόθηκου Ακινήτου) [1] Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας (άρθρο 2) του σχετικού Νόμου «"Διευθυντής" σημαίνει τον Διευθυντήν του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι' ειδικόν τινα σκοπόν». [2] Με εξαίρεση της περίπτωσης όπου το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία για την οποία τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2015. [3] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από την έφεση ή ένσταση είτε από τις ένορκες δηλώσεις ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.