← Κύπρος

Irina Vladimirovna Petrovskaya ν. Ahmet Umat - Gireevich Gaytukiev κ.α., Αρ. Αγωγής: 406/2017, 21/7/2017

Irina Vladimirovna Petrovskaya ν. Ahmet Umat - Gireevich Gaytukiev κ.α., Αρ. Αγωγής: 406/2017, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 406/2017 Μεταξύ: Irina Vladimirovna Petrovskaya , από την Ρωσία Ενάγουσα Και Ahmet Umat - Gireevich Gaytukiev, από τη Ρωσία και τώρα στην Πάφο Zukhra Gaytukieva, από τη Ρωσία και τώρα στην Πάφο Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7.6.2017 και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 8.6.2017 ------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ν. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση : κ. Μ. Τελώνης για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π. Ε ------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων στηρίζεται σε συμφωνία δανείου και παραχωρηθείσας συμφωνίας εγγύησης προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Η ενάγουσα με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 7/6/2017, πέτυχε την έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: «Α. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο με το οποίο εμποδίζονται οι εναγόμενοι - καθ΄ ών αίτηση από το να αποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, πωλήσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν ή άλλως πως διαθέσουν την κατοικία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τoυς εκ ½ μερίδιο με αριθμό εγγραφής 0/48331, ΦΥΛ/Σχ 45/25, Τεμάχιο 565 και η οποία βρίσκεται στην οδό Καραβά 2 Α, 8575, στο Δήμο Πέγειας, της Επαρχίας Πάφου.» Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση και το διάταγμα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η οποία γίνεται από το δικηγόρο κ. Ν. Μάντη, που είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, αναφέρει ότι είναι ο υπεύθυνος χειρισμού της υπόθεσης, ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της, πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης της, η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Ρωσίας και δεν είναι δυνατό η ίδια να προβεί σε ένορκη δήλωση για τους σκοπούς της αίτησης της. Με βάση την ένορκη δήλωση του κ. Ν. Μάντη, τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι διάδικοι είναι όλοι Ρώσοι υπήκοοι και διατηρούσαν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι και διαμένουν στην Κύπρο όπου έχουν τη μόνιμη κατοικία τους, ενώ η ενάγουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ρωσίας. Η ενάγουσα, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας που έγινε στην Πάφο στις 25/5/2016, συμφώνησε με τον εναγόμενο 1, όπως του δανείσει το ποσό των 200,000.00 δολαρίων ΗΠΑ (Τεκμήριο Α) με όρους. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν κατέβαλε το οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15/9/2016, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας. Επειδή, υπήρχε πρόθεση από μέρους των διαδίκων για εξεύρεση φιλικής διευθέτησης, κατά ή περί την 21/12/2016, συμφώνησαν όπως υπογράφουν και υπέγραψαν νέα συμφωνία και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους ποσού 220,000.00 δολαρίων ΗΠΑ (Τεκμήριο Β) με όρους. Η δε εναγόμενη 2, εγγυήθηκε προσωπικά δια εγγυητήριου εγγράφου ενσωματωμένου στη συμφωνία (Τεκμήριο Β) όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 που απέρρεαν από την πιο πάνω συμφωνία δανείου. Μεταξύ άλλων, η πιο πάνω συμφωνία, προνοούσε ότι το οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να πληρωθεί στην ενάγουσα μέχρι 28/2/2017. Οι εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν κατέβαλαν στην ενάγουσα το οφειλόμενο ποσό εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 28/2/2017, όπως προβλεπόταν στην πιο πάνω συμφωνία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου που αφορά το επίδικο διάταγμα κατά ½ μερίδιο και ως προνοείτο στις δύο πιο πάνω συμφωνίες, η ενάγουσα είχε δικαίωμα να στραφεί κατά της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων 1 και 2 με σκοπό την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, από πληροφορίες που έλαβε, οι εναγόμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και προτίθενται να αποξενώσουν την πιο πάνω περιουσία τους που είναι και η μοναδική περιουσία τους στην Πάφο. Η κατοικία βρίσκεται προς πώληση, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε κατόπιν προφορικής συζήτησης που είχε με υπάλληλο του γραφείου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και 2 και συγκεκριμένα τον συνάδελφο του κ. Αρθρούρο Κιουρτσίδη. Υποστηρίζει, πως τυχόν πώληση της κατοικίας των εναγόμενων, θα καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, αφού η δυσμενής οικονομική κατάσταση τους θα εμποδίσει την ικανοποίηση μελλοντικής εκδοθείσας απόφασης υπέρ της. Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8/6/2017, που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει πως, η εναγόμενη 2, ενημέρωσε πρόσφατα την ενάγουσα για την πρόθεση πώλησης της κατοικίας της, δείχνοντας της μάλιστα και τα συμβόλαια με μεσίτες που έχουν υπογραφεί για την πώληση της. Το γεγονός ότι η κατοικία βρίσκεται στην αγορά προς πώληση, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, πως και ο ίδιος το πληροφορήθηκε, την προηγούμενη βδομάδα από τον συνάδελφο του κ. Αρθρούρο Κιουρτσίδη. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση και διατήρηση του πιο πάνω διατάγματος και προβάλουν με την ένσταση τους, τους ακόλουθους λόγους: «

(1). Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν ικανοποιούνται. Η ενάγουσα δεν έχει αιτία αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας (λόγοι α, β, δ και ζ).
(2). Η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη γεγονότων και εγγράφων (λόγος γ).
(3). Η αίτηση πάσχει λόγω του ότι για την υποστήριξη της ορκίζεται δικηγόρος, ο οποίος προσκομίζει εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να αποκαλύπτει τις πήγες πληροφόρησης του και για τους ίδιους λόγους η ένορκη δήλωση θα πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρη (λόγος ε και στ).
(4)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στηρίζεται και/ή περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς και/ή παραπλανητικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (λόγος η και θ).
(5)Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προκαλεί και/ή θα προκαλέσειςτεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζημιές στους καθ΄ων η αίτηση (λόγος ι).
(6)Η αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσης και αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί το έτος 2016 (λόγος κ).
(7)Η αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (λόγος λ).
(8)Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και δεν είναι δίκαιη ή εύλογη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (λόγος μ).
(9)Η αίτηση είναι αντικανονική και αντιβαίνει στους Νόμους και στην Νομολογία (λόγος ν).
(10)Ο σκοπός και ο τρόπος με τον οποίο ζητείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι ασυμβίβαστος και/ή αντίθετος με τις πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου, το αιτούμενο διάταγμα επιζητείται ανορθόδοξα, για διευκόλυνση της Αιτήτριας και όχι για διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή για να μπορέσει η Ενάγουσα να αναζητήσει στοιχεία για να ανακαλύψει και να δημιουργήσει υπόθεση, σε καταστρατήγηση που Περί Αποδείξεως Νόμου (λόγος ξ).» Η ένσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2, καθώς και από ένορκη δήλωση του κ. Αρθρούρου Κιουρτσίδη, ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση του κ. Ν. Μάντη και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έχει συνομιλήσει μαζί του για την υπόθεση αυτή, ούτε του έχει αναφέρει οτιδήποτε από αυτά που ο κ. Μάντης αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση. Η εναγόμενη 2 με την ένορκη της δήλωση, αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και ισχυρίζεται, πως ο εναγόμενος 1 λόγω του ότι είναι τυφλός δεν γνώριζε το περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών και κάνεις δεν του το έχει εξηγήσει, επίσης, ότι η συμφωνία Τεκμήριο Α, περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας των Ρωσικών Δικαστηρίων γεγονός που αποκλείει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υποστηρίζει επίσης, ότι η συμφωνία (Τεκμήριο Α) είναι άκυρη λόγω έλλειψης αντιπαροχής, καθώς επίσης και η δεύτερη συμφωνία, Τεκμήριο Β. Μεταξύ άλλων, αναφέρει πως είναι φερέγγυοι, δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικά, διαμένουν μόνιμα στην Πάφο τα τελευταία 18 χρόνια και καμιά πρόθεση ή σκέψη έχουν να εγκατασταθούν εκτός Κύπρου και δεν υπάρχει περίπτωση εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον τους να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας. Τέλος, υποστηρίζει πως δεν υφίσταται το στοιχειό του κατεπείγοντος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού από τις 21/12/2016 που έχουν να επικοινωνήσουν με την ενάγουσα δεν προέβησαν σε επιβάρυνση ή αποξένωση της ακίνητης τους περιουσίας τους. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήσε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο, και δεν υπάρχει ανάγκη επανάληψης τοθ εκτός στα σημεία που τούτο κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση της ενάγουσας, μεταξύ άλλων, βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ. 6. Το ακίνητο που αναφέρεται στην αίτηση και σχετίζεται με το αιτούμενο διάταγμα, δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, το άρθρο 4 του Κεφ. 6, το οποίο περιλαμβάνεται επίσης στη νομική βάση της αίτησης, δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά τους σκοπούς της ενάγουσας. Το άρθρο που εξυπηρετεί τους σκοπούς της αίτησης και της αιτήτριας είναι το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός αν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να πετύχει την ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν να εκδοθεί προς όφελος του. Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποια «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 785, παρατηρήθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60. Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. (βλ. σχετικές υποθέσεις Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κρίνω ορθό όπως αρχικά εξετάσω τον πέμπτο λόγο της ένστασης των εναγομένων, ο οποίος σχετίζεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας η οποία γίνεται από δικηγόρο. Ο λόγος που εξετάζω αυτό το λόγο ένστασης αρχικά είναι γιατί σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι αυτός ευσταθεί, η αίτηση της ενάγουσας θα παραμείνει επί της ουσίας μετέωρη, χωρίς γεγονότα που να την υποστηρίζουν. Σε ότι αφορά την ενέργεια και τακτική των δικηγόρων να δίδουν μαρτυρία σε υποθέσεις, αυτή έχει χαρακτηρισθεί σε πλείστες αποφάσεις σαν απαράδεκτη και αποφευκτέα, παρά το ότι δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε νομοθετική απαγόρευση (βλ. Andreou v. Andreou
(1969)1 C.L.R 533, In re Efthymiou
(1987)C.L.R. 329). Τονίζεται επίσης μέσα από τη νομολογία, η ανάγκη όπως η πρακτική αυτή αποφεύγεται εκτός αν υφίσταται αδήριτη ανάγκη η οποία θα εξυπηρετούσε την απονομή της δικαιοσύνης. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του (In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena και M. Holdinngs Ltd v. E. Rybolovleva, Πολικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009 ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε που ο ομνυών είναι δικηγόρος, κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί που δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Παρά το ότι πρόκειται, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, για ενέργεια και τακτική απαράδεκτη και αποφευκτέα, στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη ότι πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση, λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τη φύση της αίτησης και τα εγειρόμενα με αυτή ζητήματα, ως επίσης και την εξήγηση που δίδεται, βασισμένη κυρίως στη διαμονή της ενάγουσας στο εξωτερικό σύμφωνα με την υπόθεση D. Rybolovlev (πιο πάνω) και καταλήγω πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου η μαρτυρία αυτή να μην μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο λόγω του ότι ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος. Σε ότι αφορά τη θέση ότι η αίτηση πάσχει λόγω παρατυπίας στη σύνταξη της ένορκης δήλωσης, σχετική είναι η Δ.39. θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί (σε ελεύθερη μετάφραση) ότι, «Οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ' ιδίας γνώσης, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μια ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφορίες και πίστης με τις πηγές και τους λόγους στους οποίους αυτές βασίζονται ...». Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, δηλώνει ότι έχει λάβει εξουσιοδότηση από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, στην ένορκη του δήλωση κάνει αναφορά στην πηγή της γνώσης του, από πού δηλαδή έλαβε και άντλησε πληροφόρηση για τα γεγονότα που παραθέτει με αναφορά σε πρόσωπα και έγγραφα, αναφέροντας επίσης, ότι οι πληροφορίες που αναφέρει προέρχονται και εξ ιδίας γνώσης εκτός όπου αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Τα δε έγγραφα που επισυνάπτει στην αίτηση, ως Τεκμήρια, συνιστούν πηγή πληροφόρησης διαφόρων γεγονότων και μέσα από αυτά αποκαλύπτονται τα όσα αναφέρει και ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση, αναφέρει και δηλώνει από πού προέρχεται και από πού πηγάζει η γνώση του ως προς τα γεγονότα. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκε ότι: «Η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.48. Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.39». Καταλήγω συνεπώς ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σύμφωνα με την υπόθεση Louis Vuitton (πιο πάνω). Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος ένστασης, απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια με την εξέταση του λόγου της ένστασης (τρίτος λόγος) που σχετίζεται με απόκρυψη γεγονότων, και τούτο γιατί θεωρώ τον λόγο αυτό ουσιαστικό. Σύμφωνα με τη νομολογία, παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, θα πρέπει να εξετάσει εάν τα γεγονότα που αποκρύβησαν είναι ουσιώδη για την απόφαση του στη μονομερή αίτηση. Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση ότι η ενάγουσα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ως η υποχρέωση της και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη γεγονότων και εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση τα ζητήματα που η πλευρά των Εναγομένων εισηγείται ότι δεν έτυχαν πλήρους αποκάλυψης από πλευράς της ενάγουσας, και αφορούν στο ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ότι ο εναγόμενος 1 είναι τυφλός και δεν έγινε αναφορά στον όρο της συμφωνίας που σχετίζεται με τη δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων τα εξετάζω σε άλλο μέρος της απόφασης μου. Έχω την άποψη ότι δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης γεγονότων. Στην πρώτη περίπτωση, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 είναι τυφλός, οι εναγόμενοι 1 και 2 το προβάλλουν ως ζήτημα που θίγει την εγκυρότητα των συμφωνιών και πρόκειται για ισχυρισμό υπεράσπισης, σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, έχουν κατατεθεί και οι δύο συμφωνίες ως Τεκμήρια (Τεκμήρια Α και Β) και σχετική αναφορά στο ζήτημα αυτό γίνεται στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση της ενάγουσας. Συνεπώς δεν τίθεται, κατά την άποψή μου, θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και άρα, ο συγκεκριμένος λόγος της ένστασης και οι θέσεις των εναγομένων που καλύπτουν το ζήτημα της απόκρυψης, απορρίπτονται. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το Δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το Δικαστήριο. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό τη διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Τα στοιχεία που σύμφωνα με τη θέση των συνηγόρων των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση καθιστούν μη υπαρκτή και χωρίς ικανοποίηση τόσο της προϋπόθεσης αυτής όσο και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι το ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες, για τους λόγους που η εναγόμενη 2 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση και οι συνήγοροι των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση εισηγούνται στις σελ. 2 - 4 της γραπτής τους αγόρευσης καθώς επίσης και η έλλειψη δικαιοδοσίας λόγω ρήτρας στο Τεκμήριο Α. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε χρέος δυνάμει συμφωνίας δανείου εναντίον του εναγομένου 1 και εναντίον της εναγόμενης 2 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης παραχωρηθείσας προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου. Η απαίτηση των εναγόντων αντικειμενικά κρινόμενη, κρίνεται ως καλή βάση της αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης, στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13 , λέχθηκε εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Είναι φανερό μέσα από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας - αιτήτριας, και από τα δικόγραφα ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση και αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Συνεπώς, με βάση το κλητήριο ένταλμα καταδεικνύεται ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και άρα η πιο πάνω προϋπόθεση ικανοποιείται. Πιθανότητα επιτυχίας Εγείρεται επίσης για εξέταση η ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» εφόσον αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου 5 του Ν.14/60, της οποίας την ύπαρξη αμφισβητεί η πλευρά των εναγομένων. Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Οι θέσεις ως προς την ακυρότητα της συμφωνίας αναφέρονται πιο πάνω, που σύμφωνα με τους συνηγόρους των εναγόμενων καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας. Στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπος Χριστοφή κ.α, Πολιτική Έφεση 12026 ημερομηνίας 8.9.2006, εγέρθηκε ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την εισήγηση ότι η συμφωνία μεταξύ του εφεσείοιντος και των εφεσίβλητων ήταν έκδηλα παράνομη αφού ο εφεσείων δεν ήταν εργολάβος οικοδομών και δεν μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών της ανακαίνισης της κατοικίας. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η εξής: « Από την ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών και από την ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση, φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία αναφύονται μέσα από την προφορική συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την διεκπεραίωση εργασιών με σκοπό την ανακαίνιση της κατοικίας των αιτητών. Η ακριβής φύσης της σχέσης των εναγόντων και εναγόμενου δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και θα προσδιοριστεί στο τελικό στάδιο της δίκης.» Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή και πως η νομική φύση της συμφωνίας για την ανακαίνιση της οικίας είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί μέσα στα περιορισμένα πλαίσια τα οποία παρέχονται κατά την εκδίκαση μιας αίτησης (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοδούλου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Υπό τις περιστάσεις καταλήγω πως, τα όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν για προσβολή του κύρους των συμφωνιών, πρόκειται για ζητήματα τα οποία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασιστεί, θα είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην εξέταση θεμάτων ουσίας που θα ήταν καλύτερα, λαμβανομένων υπόψη και των πιο πάνω, να αναμένουν την ακρόαση της αγωγής Ο ισχυρισμός περί ακυρότητας και παρανομίας στη σύμβαση δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και να προσδιοριστεί αλλά θα πρέπει να αναμένει το τελικό στάδιο της δίκης. Είναι η άποψη μου, ότι η ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει τουλάχιστον σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ώστε να πετύχει στην εξασφάλιση της θεραπείας του ζητά. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση στην ένσταση, η υπογραφή των συμφωνιών δεν αμφισβητείται ούτε και προβάλλεται θέση δια την εξόφληση του ποσού του δανείου και της απαίτησης. Σε ότι αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας, η συμφωνία ημερομηνίας 21/12/2016 αναιρεί ρητά τον όρο της προηγηθείσας συμφωνίας ημερομηνίας 25/5/2016 που αφορά τη δικαιοδοσία και ρητά καθορίζει το δίκαιο και τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά τη δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή. Συνεπακόλουθα ως προς την τήρηση αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο μπορεί η ενάγουσα θα παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Την τρίτη προϋπόθεση, η ενάγουσα, μέσω του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, προσπάθησε να ικανοποιήσει με τις παραγράφους 15 και επόμενες της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της. Το Ανώτατο στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω) παρατήρησε ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η ενάγουσα, αλλά και ο δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την υπόθεση της ενάγουσας και ενόρκως δηλών στην αίτηση, έλαβαν πληροφόρηση ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν την μοναδική περιουσία που έχουν στην Κύπρο και έχουν προς τούτο προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες. Υπάρχει βέβαια αμφισβήτηση του ότι η κ. Α. Κιουρτζίδης πληροφόρησε τον κ. Μάντη για την πρόθεση των εναγομένων να πωλήσουν την κατοικία τους στην Πάφο. Στην υπόθεση Χριστάκης Σάββα v. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) 2081, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, εκτός από μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση πρόβαινε σε ενέργειες για να πωλήσει το ακίνητο, υπήρχε και μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είχε καμία άλλη περιουσία. Ενώπιον μου υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι το ακίνητο του οποίου η δέσμευση ζητήθηκε, είναι η μόνη περιουσία των εναγομένων στην Κύπρο και επίσης υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου (πιο πάνω)), ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν το ακίνητο τους. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλονται επί του προκειμένου, έχοντας κατά νου τη σχετική επί του θέματος νομολογία που αφορά την αξιολόγηση αντικρουόμενων εκδοχών στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, κρίνω ότι ως τέτοιοι πρέπει να παραμένουν. Κυρίως λαμβάνω υπόψη μου ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο, τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους τους δεν προβάλλεται. Συνεπακόλουθα είναι εμφανές πως επιπρόσθετη επιβάρυνση του ακινήτου και αποξένωση του, νοουμένου ότι είναι η μόνη περιουσία των εναγόμενων στην Κύπρο δημιουργεί τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ενάγουσα στην ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Επομένως με βάση πιο πάνω τα στοιχεία κρίνω ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Ισχυρίζεται η εναγόμενη πως ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος και πως υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις την υποβολή της αξίωσης αλλά και της αίτησης. Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου Πολιτική Έφεση 9610 ημερομηνίας 31.3.1998, το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd - (Αίτηση Αρ. 76/94 - 29.12.94) In Re B.P. CYPRUS LTD (Αίτηση 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Το καταπείγον το θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets Πολιτική Έφεση 10244 ημερομηνίας 28.9.99 λέχθηκε πως «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας της αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα να πετύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό του δανείου, σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου Β, θα έπρεπε να πληρωθεί στην ενάγουσα μέχρι της 28/2/2017. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 12/4/2017 και η υπό κρίση αίτηση λίγες ημέρες μετά την πληροφόρηση ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν της κατοικία τους. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενάγουσα ενήργησε με καθυστέρηση αλλά με τρόπο που καταδεικνύετο το κατεπείγον της ανάγκης έκδοσης του διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση κατά τρόπο που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Εν όψει όλων των πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 8.6.2017 οριστικοποιείται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον των εναγόμενων - καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Applications/Interim Judgments (Αναφορά: Πολιτική Δικαιοδοσία/Αίτηση/Αίτηση για έκδοση προσωρινού Διατάγματος/Ενδιάμεση Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.