ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2734/11, 7/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2734/11 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ
- ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΙΟΛΑΝΤΑ
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΙΚΟΣ
- ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
- ΛΕΜΟΝΙΑΤΗΣ ΛΑΚΗ
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 07 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Λουκά Για Εναγόμενους 3- 5: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Εναγόμενος 6: Αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή εκδικάστηκε σε σχέση με τους Εναγόμενου 3 - 6, καθώς όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 εκδόθηκαν εναντίον τους αποφάσεις στις 20.09.12 και στις 20.09.13 αντίστοιχα λόγω παράλειψης τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση των Εναγόντων εδράζεται επί της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 3 - 6 προς εξασφάλιση του δανείου που παραχωρήθηκε στις 24.11.08 από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1 και 2 εκ ποσού €12.
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει της σύμβασης εγγύησης οι Εναγόμενοι 3 - 6 ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να αποζημιώσουν και/ή καλύψουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Το πιο πάνω αναφερόμενο δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως και θα αποπληρωνόταν με 96 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €170,22 έκαστη δόση. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα στις 24.12.08 και οι επόμενες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά παράβαση της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 24.11.08 παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να προβαίνουν σε κανονική πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι των Εναγόντων με επιστολή τους ημερομηνίας 02.02.11 προς όλους τους Εναγόμενους να τερματίσουν τη σύμβαση και/ή τον λογαριασμό δανείου. Περαιτέρω, με την εν λόγω επιστολή κλήθηκαν οι Εναγόμενοι όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην προαναφερόμενη επιστολή και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €12246,64 πλέον τόκο προς 8% από 01.07.11 μέχρι εξόφλησης. Ο Εναγόμενος 3 στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 5 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, καθώς και ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη, διότι η σύμβαση δανείου την οποία εξασφαλίζει, δεν μπορούσε να καταρτιστεί και αποτελεί πράξη απαγορευμένη από τον Νόμου αφού ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 απέκρυψαν το γεγονός της πτώχευσης του Εναγόμενου
- Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι Ενάγοντες απέκρυψαν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν λάβει και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες οι οποίες είχαν καταστεί απαιτητές λόγω της μη πληρωμής τους από τους Εναγόμενους 1 και
- Οι Εναγόμενοι 4 και 6 με το κοινό δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εγείρουν και αυτοί τους ίδιους ισχυρισμούς που εγείρονται από τον Εναγόμενο
- Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό δανείου καθ' υπέρβαση των προνοιών της σύμβασης δανείου και/ή κατά παράβαση της περί Τόκου νομοθεσίας και/ή χρέωναν παράνομα κεφαλαιοποιημένους τόκους και/ή επέβαλλαν χρεώσεις μη εισπράξιμες. Επίσης αρνούνται ότι παρέλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 02.02.
- Με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι εξ υπαρχής παράνομη και/ή άκυρη η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 24.11.08 και ότι, κατ' επέκταση, η σύμβαση εγγύησης είναι ανυπόστατη και/ή ανεφάρμοστη. Ο Εναγόμενος 5 τώρα με την τροποποιημένη Υπεράσπιση του εγείρει και αυτός τους ίδιους ισχυρισμούς με τους συνεναγόμενους του, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης εναντίον του Εναγόμενου
- Οι Ενάγοντες με τα δικόγραφα της Απάντησης και της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων 4 και 6, αρνούνται ότι γνώριζαν ότι εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης και ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση το εν λόγω γεγονός δεν στερεί από τον Εναγόμενο 1 τη δικαιοπρακτική του ικανότητα. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα την υπογραφή της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 24.11.08 από τους Εναγόμενους 1 και 2 και την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από τους ιδίους. Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και στη συνέχεια διάταγμα πτώχευσης στις 07.03.
- Επίσης για λογαριασμό των Εναγομένων 3 - 5 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση των Εναγομένων 4 και 6, λόγω και της συνάφειας τους, συνεκδικάστηκαν με το κάθε διάδικο μέρος να δίδει μαρτυρία τόσο προς υποστήριξη της απαίτησης του όσο και προς υπεράσπιση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν ως μάρτυρες η κα. Χ. Μιχαήλ (Μ.Ε.1) και η κα. Μ. Μούζουρα (Μ.Ε.2). Για λογαριασμό των Εναγομένων 3 - 5, οι οποίοι κατά την ακροαματική διαδικασία εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, κατέθεσαν οι ίδιοι. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 6, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως, κατέθεσε επίσης ο ίδιος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων και ο Εναγόμενος 6 με τις τελικές αγορεύσεις τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους [Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820]. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Η Μ.Ε.1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Στην εν λόγω γραπτή δήλωση αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες προέκυψαν από τη συγχώνευση διαφόρων Συνεργατικών Πιστωτικών εταιρειών της Επαρχίας Πάφου, μεταξύ των οποίων και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών, και ανέλαβαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεταφερουσών εταιρειών περιλαμβανομένου του παρόντος αγώγιμου δικαιώματος. Σχετική ειδοποίηση για την αλλαγή του ονόματος μαζί με τη διαταγή του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών για τη συγχώνευση, καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 16.01.14 από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να αναφέρω ότι όπου στη συνέχεια χρησιμοποιείται η λέξη «Ενάγοντες» σε αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών. Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και επανέρχομαι στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο η εκτελούσε χρέη γραμματέα - διευθύντριας στους Ενάγοντες και στα καθήκοντά της περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, η επικοινωνία με πελάτες που ενδιαφέρονταν να συνάψουν δάνειο. Στα πλαίσια των καθηκόντων της ήρθε σε επαφή με τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι κατά τον Νοέμβριο του 2008 αποτάθηκαν στους Ενάγοντες προκειμένου να τους παραχωρηθεί δάνειο ύψους €12.
- Τόσο η ίδια όσο και υπεύθυνη του Τμήματος Χορηγήσεων Δανείων ζήτησαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 να δηλώσουν τα εισοδήματά τους και οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές υποχρεώσεις είχαν σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για χορήγηση του επίδικου δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ήδη λάβει άλλο δάνειο από τους Ενάγοντες ημερ. 27.07.07 για το ποσό των Λ.Κ. 35.000 (Τεκμήριο 1). Το εν λόγω δάνειο κατά τον ουσιώδη χρόνο αποπληρωνόταν κανονικά μέχρι και τον Μάρτιο του 2010 όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2). Η Μ.Ε.1 ζήτησε από τους Εναγόμενους 1 και 2 να δηλώσουν κατά πόσο είτε οι ίδιοι, είτε οποιοσδήποτε από τους προτεινόμενους εγγυητές, τελούσαν υπό καθεστώς πτώχευσης ή κατά πόσο εκδόθηκε εναντίον τους διάταγμα παραλαβής της περιουσίας τους ή αν οποιοσδήποτε εξ αυτών ήταν καταχωρημένος στο Κ.Α.Π. Η απάντηση των Εναγομένων 1 και 2 στα προαναφερόμενα ερωτήματα ήταν αρνητική, καθώς δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα. Ως εκ των ανωτέρω η Επιτροπή ενέκρινε την παραχώρηση του επίδικου δανείου και υπογράφηκε η σχετική σύμβαση στις 24.11.08 (Τεκμήριο 3). Ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του επίδικου δανείου, οι Εναγόμενοι 3 - 6 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης και κάλυψης (Τεκμήριο 4). Πριν την υπογραφή των συμβάσεων δανείου και εγγύησης οι Εναγόμενοι 3 - 6 ενημερώθηκαν τόσο από την ίδια όσο και από την υπεύθυνη του Τμήματος Χορηγήσεων Δανείου για τις συνέπειες και υποχρεώσεις που προέκυπταν από τη σύμβαση εγγύησης. Επίσης ενημερώθηκαν για τη δυνατότητα να συμβουλευτούν δικηγόρο, όμως οι τελευταίοι ανέφεραν ότι είχαν αντιληφθεί πλήρως τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέβαλλαν κανονικά τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €170,22 και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τόσο προς αυτούς όσο και προς τους Εναγόμενους 3 - 6 δεν συμμορφώθηκαν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να δώσουν εντολή στους δικηγόρους τους για να τερματίσουν τον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
- Οι δικηγόροι των Εναγόντων με επιστολή τους ημερ. 02.02.11 (Τεκμήριο 5) προς τους Εναγόμενους 1 και 2, η οποία κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 3 - 6, τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 3) και κάλεσαν όλους τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό εντός 21 ημερών. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα της πτώχευσης του Εναγόμενου 1, η Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία που να δημιουργούν υποψίες ότι η δήλωση του τελευταίου πως δεν τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης ήταν αναληθής. Αντιθέτως, ενόψει και της ύπαρξης του προγενέστερου δανείου (Τεκμήριο 1) το οποίο αποπληρωνόταν κανονικά, δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη που να υποδηλοί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, κατά τον χρόνο σύναψης του επίδικου δανείου οι Ενάγοντες δεν είχαν πρόσβαση σε οποιοδήποτε αρχείο πτωχευσάντων. Οι Ενάγοντες έμαθαν για πρώτη φορά ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής από τον ίδιο τον Εναγόμενο
- Τέλος, η Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό του επίδικου δανείου το οποίο σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) ανέρχεται στο ποσό των €20.363,58 πλέον τόκο προς 8% από 01.07.
- Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 3 - 5, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι πέραν του επίδικου δανείου και του δανείου του 2007 (Τεκμήριο 1), οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατηρούσαν ακόμη ένα δάνειο το οποίο, εξ' όσων θυμόταν, παραχωρήθηκε το
- Κατά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης το προαναφερόμενο δάνειο του 1998 υφίστατο και αποπληρωνόταν. Μετά από σχετικές υποδείξεις του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι δεν είναι δυνατό ένα δάνειο που αποπληρώνεται κανονικά και δεν είναι για μεγάλο ποσό να υφίσταται μετά από δέκα χρόνια από την παραχώρηση του, η Μ.Ε.1 απάντησε ότι για κάποια χρονική περίοδο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους, στη συνέχεια όμως επανήλθαν και πλήρωναν κανονικά τις οφειλές τους. Επανέλαβε δε ότι κατά τον χρόνο που εξεταζόταν η αίτηση για την παραχώρηση του επίδικου δανείου αποπληρώνονταν κανονικά τόσο οι δόσεις του δανείου του 2007, όσο και του δανείου του
- Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου, η Μ.Ε.1 είπε ότι οι Εναγόμενοι 3 - 6 ήταν ενήμεροι για το εν λόγω δάνειο. Ειδικότερα για τον Εναγόμενο 3 ανέφερε αρχικά ότι ήταν πρωτοφειλέτης στο υπό αναφορά δάνειο μαζί με τον Εναγόμενο 1, στη συνέχεια όμως διόρθωσε λέγοντας ότι τελικά ήταν εγγυητής. Αναφερόμενη στη συνήθη πρακτική που εφαρμοζόταν κατά τη χορήγηση ενός δανείου, η Μ.Ε.1 είπε ότι υποβαλλόταν η αίτηση δανείου με τα στοιχεία που απαιτούνταν και ακολούθως παρουσίαζε την αίτηση στην Επιτροπή για να αποφασισθεί αν θα εγκριθεί ή όχι η παραχώρηση του αιτούμενου δανείου. Σε σχέση με τα στοιχεία που έπρεπε να παρουσιαστούν με την αίτηση δανείου, αυτά αλλάζουν κατά καιρούς, το βασικό όμως που σίγουρα ζητήθηκε και στην παρούσα περίπτωση ήταν τα αποδεικτικά μισθού και οι ταυτότητες των προτιθέμενων δανειοληπτών. Η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας και επανέλαβε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε συγκεκριμένο αρχείο ή μητρώο στο οποίο είχαν πρόσβαση οι Ενάγοντες και από το οποίο θα μπορούσε να επιβεβαιώσει κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 και οποιοσδήποτε υποψήφιος δανειολήπτης τελούσε σε πτώχευση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 1 ξεγέλασε τόσο τους Ενάγοντες, όσο και τους Εναγόμενους 3 - 6, αποκρύπτοντας ότι ήταν πτωχεύσας. Επίσης δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη για να κινητοποιηθούν οι Ενάγοντες και να ελέγξουν περαιτέρω τη δήλωση του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν, ο μισθός του ήταν δεδομένος και γινόταν έμβασμα στους Ενάγοντες και από αυτόν αποπληρώνονταν τα δάνεια. Επιπρόσθετα, δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση από τον Επίσημο Παραλήπτη αναφορικά με το μισθό του Εναγόμενου 1, ο οποίος, επανέλαβε ότι γινόταν κατάθεση στους Ενάγοντες. Η Μ.Ε.1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι ο Επίσημος Παραλήπτης κοινοποιούσε τον κατάλογο των πτωχευσάντων στον Σύνδεσμο Τραπεζών, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί το χρονικό σημείο από το οποίο ξεκίνησε η πιο πάνω ενέργεια. Τόνισε ωστόσο με έμφαση ότι αποκλείεται να είχε στην κατοχή της έγγραφο που να αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας και να παρουσίαζε την αίτηση του για δάνειο στην Επιτροπή. Σε μία τέτοια περίπτωση η απόρριψη της αίτησης του θα ήταν άμεση. Σε σχέση με την επιστολή του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 23.01.17 (Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση) στην οποία αναφέρεται ότι το Αρχείο Πτωχευσάντων παραχωρείτο στις τράπεζες μέσω του Συνδέσμου Τραπεζών πριν το 2008, η Μ.Ε.1 είπε ότι οι Ενάγοντες και γενικά τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ήταν τράπεζες και δεν ήταν μέλη του Συνδέσμου Τραπεζών. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου έθεσε στη Μ.Ε.1 το ζήτημα της ενημέρωσης των πελατών του για τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του επίδικου δανείου με την τελευταία να απαντά ότι στέλλονταν σχετικές τυποποιημένες επιστολές μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της Συνεργατικής και για κάθε επιστολή που αποστελλόταν γινόταν αυτόματα χρέωση στον επίδικο λογαριασμό (Τεκμήριο 6) ύψους €3,
- Αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι ουδέποτε στάλθηκαν τέτοιες επιστολές στους πελάτες του. Η ΜΕ1 δεν είχε στην κατοχή της αντίγραφα των εν λόγω επιστολών διότι, όπως ισχυρίστηκε, δεν τηρούν αντίγραφα. Τέλος, η Μ.Ε.1 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι ψευδώς ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εξετάστηκε η πιστοληπτική ικανότητα του Εναγόμενου 1 και ότι μόνο ένα δάνειο, πλήν του επίδικου, διατηρούσε στους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν, ο μισθός γινόταν έμβασμα στους Ενάγοντες και τα δάνεια που διατηρούσε αποπληρώνονταν κανονικά. Η Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και από τον Εναγόμενο
- Θα αναφερθώ στη συνέχεια μόνο σε εκείνα τα σημεία της αντεξέτασης του Εναγόμενου 6 που δεν έχουν καλυφθεί από όσα τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 3-
- Η Μ.Ε.1 σε σχετική ερώτηση του Εναγόμενου 6 διευκρίνισε ότι όλοι οι εγγυητές γνώριζαν για την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και
- Συγκεκριμένα γνώριζαν για τα εισοδήματα των Εναγομένων 1 και 2 και τις άλλες υποχρεώσεις σε σχέση με λογαριασμούς που διατηρούσαν στους Ενάγοντες. Στη θέση του Εναγόμενου 6 ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες, η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στις προειδοποιητικές επιστολές που στέλνονται από το μηχανογραφημένο σύστημα που διατηρεί ο Συνεργατισμός, λέγοντας ότι επειδή οι εν λόγω επιστολές στέλνονται αυτόματα για αυτόν τον λόγο και δεν λάμβαναν αντίγραφα τους οι Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 6 παραδεχόμενος ότι γνώριζε για την ύπαρξη των δύο δανείων του 1998 και του 2007, υπέβαλε στη Μ.Ε.1 ότι δεν τον πληροφόρησε ότι τα εν λόγω δάνεια δεν αποπληρώνονταν. Η Μ.Ε.1 απάντησε ότι κατά τον χρόνο χορήγησης του επίδικου δανείου τα άλλα δύο δάνεια αποπληρώνονταν. Περαιτέρω, επισήμανε ότι η ίδια δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία έγκρισης του επίδικου δανείου, αφού η εν λόγω απόφαση λήφθηκε αποκλειστικά από την Επιτροπή η οποία απαρτιζόταν από επτά μέλη. Η Μ.Ε.1 υποβλήθηκε σε μακρά και έντονη αντεξέταση ως προς τις συνθήκες χορήγησης του επίδικου δανείου και ως προς το κατά πόσο γνώριζε κατά τον εν λόγω χρόνο ότι ο Εναγόμενος 1 τελούσε σε πτώχευση. Η μάρτυρας υπήρξε σταθερή και σαφής στη θέση της ότι ούτε η ίδια, ούτε και οι Ενάγοντες γνώριζαν κατά τον χρόνο χορήγησης του επίδικου δανείου ότι εναντίον του Εναγόμενου 1 είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης. Οι δηλώσεις της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που εξεταζόταν η χορήγηση του επίδικου δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες με τους οποίους διατηρούσαν και άλλους λογαριασμούς δανείου, παρά την έντονη αμφισβήτηση που υπήρξε από μέρους των Εναγομένων 3 - 6, δεν κλονίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο δάνειο των Λ.Κ.35.000 που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 27.07.07 (Τεκμήριο 1) υποστηρίζοντας ότι οι δόσεις του εν λόγω δανείου πληρώνονταν κανονικά. Η εν λόγω δήλωση της Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού του προαναφερόμενου δανείου (Τεκμήριο 2), η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους 3 -
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν κανονικά τις συμφωνηθείσες με το Τεκμήριο 1 δόσεις εκ ποσού Λ.Κ.261.39 και στη συνέχεια από το 2008 με τη μετατροπή του επίσημου νομίσματος σε ευρώ, €446,61, τουλάχιστον μέχρι τις 04.09.
- Επομένως κατά τον χρόνο χορήγησης του επίδικου δανείου στις 24.11.08 δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στην αποπληρωμή του δανείου του 2007 (Τεκμήριο 1). Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι πέραν του δανείου του 2007 (Τεκμήριο 1) κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 προέκυψε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατηρούσαν και άλλο δάνειο με τους Ενάγοντες το οποίο είχε παραχωρηθεί παλαιότερα και συγκεκριμένα το
- Το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 δεν αποκάλυψε κατά την κυρίως εξέταση της την ύπαρξη του εν λόγω δανείου, δεν θεωρώ ότι κλονίζει την αξιοπιστία της. Η Μ.Ε.1, κατά την αντεξέταση της, άμεσα και χωρίς περιστροφές αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο δάνειο, λέγοντας μάλιστα ευθαρσώς ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ήταν διότι αυτή ήταν η συμβουλή των δικηγόρων των Εναγόντων. Αποκάλυψε μάλιστα ότι υπήρξε κάποια περίοδος που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αντιμετώπισαν πρόβλημα και δεν ήταν συνεπείς με την αποπληρωμή των δόσεων τους. Κατά τον χρόνο όμως χορήγησης του επίδικου δανείου, οι δόσεις του δανείου του 1998 πληρώνονταν κανονικά. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός της Μ.Ε.1 δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης και ενισχύεται από το ότι κατά τον επίδικο χρόνο αποπληρώνονταν κανονικά οι δόσεις του δανείου του 2007, αλλά και στη συνέχεια αποπληρώνονταν κανονικά τόσο οι δόσεις του επίδικου δανείου, όσο και οι δόσεις του δανείου του 2007 (βλ. Τεκμήρια 6 και 2 αντίστοιχα). Θεωρώ επομένως ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία της Μ.Ε.
- Οι ισχυρισμοί τώρα των Εναγομένων 3 - 6 περί γνώσης των Εναγόντων για την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης του Εναγόμενου 1 παρέμειναν σε επίπεδο απλών ισχυρισμών. Δεν τέθηκε στη Μ.Ε.1 οτιδήποτε συγκεκριμένο από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί ύπαρξης γνώσης είτε της ίδιας, είτε των Εναγόντων για το προαναφερόμενο γεγονός. Η μάρτυρας υπήρξε κατηγορηματική και αμετακίνητη στη θέση της ότι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης. Επικαλέστηκε μάλιστα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν, ο μισθός του γινόταν έμβασμα στους Ενάγοντες και από αυτόν αποπληρώνονταν οι δόσεις των δανείων που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Πειστική επίσης ήταν η θέση της Μ.Ε.1 ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε αρχείο πτωχευσάντων στο οποίο να έχουν πρόσβαση τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Η συγκεκριμένη θέση παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού η επιστολή ημερομηνίας 23.01.17 που παρουσίασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 - 5 (Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση) δεν μετουσιώθηκε σε κανονικό τεκμήριο με αποτέλεσμα το εν λόγω έγγραφο να μην αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού (Δήμος Λευκωσίας ν. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ 120). Εν πάση περιπτώσει, η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα δεν ήταν μέλη του Συνδέσμου Τραπεζών. Ομοίως πειστική ήταν η Μ.Ε.1 και στη θέση της ότι οι Εναγόμενοι 3 - 6 έτυχαν πληροφόρησης για την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2 και συγκεκριμένα για τις άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που διατηρούσαν στους Ενάγοντες και ότι αυτές αποπληρώνονταν κανονικά από τον μισθό του Εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι 3 - 6 αμφισβήτησαν έντονα ότι έτυχαν ενημέρωσης για την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2, ωστόσο, όπως θα διαφανεί κατά τη μαρτυρία τους, το παράπονο τους δεν ήταν ότι δεν ενημερώθηκαν για τις εν λόγω υποχρεώσεις, αλλά ότι υπήρξε λανθασμένη ενημέρωση ή παραπλάνηση από μέρους της Μ.Ε.1 στη βάση του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Τέλος, η θέση της Μ.Ε.1 περί μη γνώσης των Εναγόντων για την πτώχευση του Εναγόμενου 1 θεωρώ ότι συνάδει και με τη λογική. Δεν βλέπω ποια θα ήταν η σκοπιμότητα ή το συμφέρον των Εναγόντων στο να χορηγήσουν το επίδικο δάνειο σε πρόσωπο που γνώριζαν ότι τελούσε σε πτώχευση. Μία τέτοια ενέργεια μόνο βλάβη θα προκαλούσε, όπως και προκάλεσε, στα συμφέροντα τους. Από την άλλη δεν έχω διαπιστώσει ότι η Μ.Ε.1 κινήθηκε με αλλότρια κίνητρα ή ότι είχε οποιοδήποτε όφελος από την παραχώρηση του επίδικου δανείου στους Εναγόμενους 1 και
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αφέθηκαν τέτοια υπονοούμενα από όλους τους Εναγόμενους, χωρίς όμως να τεθεί κάτι συγκεκριμένο. Μόνο ο Εναγόμενος 6 στη δια ζώσης μαρτυρία του προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί πρόθεσης της Μ.Ε.1 για να εξυπηρετήσει τον Εναγόμενο
- Θα γίνει αναφορά στους εν λόγω ισχυρισμούς πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του Εναγόμενου
- Σε αυτό το στάδιο περιορίζομαι να πω ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν τέθηκαν στην Μ.Ε.1 και επομένως δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ
- Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της Μ.Ε.1, την οποία κρίνω ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η Μ.Ε.2, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 (Έγγραφο Β). Σ' αυτή αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι δικηγόρος και από τον Ιούνιο του 2010 εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Κατά τον επίδικο χρόνο το εν λόγω δικηγορικό γραφείο παρείχε υπηρεσίες νομικού συμβούλου στους Ενάγοντες και μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρονταν ήταν και η ετοιμασία επιστολών τερματισμού. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες είτε μέσω της Μ.Ε.1, είτε μέσω της υπεύθυνης δανείων κας. Κόλιαρου, ενημέρωναν το δικηγορικό γραφείο σε σχέση με τα δάνεια που παρουσίαζαν καθυστερήσεις αποστέλλοντας τις καταστάσεις λογαριασμού μαζί με τις συμφωνίες δανείου και εγγύησης ή υποθήκης, καθώς επίσης και την τελευταία γνωστή διεύθυνση των οφειλετών προς τους οποίους θα αποστέλλονταν οι επιστολές τερματισμού. Η προαναφερόμενη διαδικασία ακολουθήθηκε και στην επίδικη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, η Μ.Ε.2 ενημερώθηκε από την Μ.Ε.1 για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στα δάνεια των Εναγομένων 1 και 2, καθώς επίσης και ότι η τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2 είχε αλλάξει. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 3 - 6 οι διευθύνσεις τους ήταν αυτές που αναγράφονταν στη σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 4). Η Μ.Ε.2 ετοίμασε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5), καθώς επίσης και τους φακέλους με τις διευθύνσεις των Εναγομένων στους οποίους τοποθέτησε από μια επιστολή για τον κάθε Εναγόμενο. Στη συνέχεια απέστειλε τις εν λόγω επιστολές με απλό ταχυδρομείο. Η μοναδική επιστολή που επιστράφηκε πίσω ήταν αυτή που απευθυνόταν στον Εναγόμενο 5 διότι εκ λάθους αναγράφηκε ότι η διεύθυνσή του ήταν στα Κούκλια αντί στην Αναρίτα. Ως εκ τούτου ετοίμασε νέα επιστολή η οποία στάλθηκε στην ορθή διεύθυνση του Εναγόμενου 5 στην Αναρίτα στις 14.02.11 Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 επιστολή ημερ. 21.07.11, η οποία συνοδεύεται από το αποδεικτικό αποστολής της μέσω τηλεομοιότυπου, με την οποία ζητούσε οδηγίες από τους Ενάγοντες σε σχέση με τις υποθέσεις για τις οποίες στάλθηκαν επιστολές τερματισμού. Μεταξύ των επιστολών τερματισμού για τις οποίες ζητούσε οδηγίες περιλαμβανόταν και το επίδικο δάνειο. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 3- 5 η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στις διευθύνσεις στις οποίες ταχυδρομήθηκαν οι επιστολές τερματισμού διαμένουν εκτός από τους Εναγόμενους και άλλα πρόσωπα. Σε σχέση με το κατά πόσο υπάρχει διαφορά μεταξύ συνηθισμένου και απλού ταχυδρομείου, η Μ.Ε.2 απάντησε ότι η διαφορά είναι μόνο στις λέξεις και διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι όταν χρησιμοποιείται η έννοια «συνηθισμένο ταχυδρομείο» σημαίνει ότι το ταχυδρομείο επιδίδει δια χειρός την επιστολή στον παραλήπτη. Η Μ.Ε.2 διευκρίνισε επίσης ότι στις περιπτώσεις που μια επιστολή αποστέλλεται με απλό ταχυδρομείο, τότε δεν παραδίδεται στον αποστολέα οποιαδήποτε απόδειξη. Η Μ.Ε.2 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι ουδέποτε στάλθηκε η επιστολή τερματισμού στους Εναγόμενους 3 - 5, καθώς επίσης και ότι δεν συμμορφώθηκαν οι Ενάγοντες με τον όρο 13 της σύμβασης εγγύησης (Τεκμήριο 4) διότι οι επιστολές δεν στάλθηκαν δια χειρός. Η Μ.Ε.2 παρέπεμψε στον όρο 13 του Τεκμηρίου 4 υποστηρίζοντας ότι οι επιστολές μπορούσαν να σταλούν είτε με συνηθισμένο ταχυδρομείο, είτε να δοθούν δια χειρός. Τέλος, συμφώνησε με τη θέση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι οι επιστολές τοποθετήθηκαν στα γραμματοκιβώτια, διαφώνησε όμως με την υποβολή του ότι οι Εναγόμενοι 3 - 5 δεν έλαβαν γνώση των εν λόγω επιστολών. Η αντεξέταση της Μ.Ε.2 από μέρους του Εναγόμενου 6 υπήρξε σύντομη και ουσιαστικά ο τελευταίος περιορίστηκε στο να ζητήσει από τη Μ.Ε.2 να του διευκρινίσει κατά πόσο ο επίδικος λογαριασμός δανείου τερματίστηκε με την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Η Μ.Ε.2 απάντησε ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε μετά την πάροδο της περιόδου των 21 ημερών. Η εντύπωση που αποκόμισα από την Μ.Ε.2 ήταν θετική και χωρίς δισταγμό αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Η μάρτυρας ήταν απόλυτα σαφής και επεξηγηματική στις αναφορές της και δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της ότι η ίδια ετοίμασε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5) και τους φακέλους με τις διευθύνσεις των Εναγομένων. Επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης ο ισχυρισμός της ότι η ίδια παρέδωσε τους φακέλους προς ταχυδρόμηση στο ταχυδρομείο. Επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός ότι η επιστολή τερματισμού στάλθηκε στους Εναγόμενους επιβεβαιώνεται και από την επιστολή ημερομηνίας 21.07.11 (Τεκμήριο 8) η οποία, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό αποστολής μέσω του τηλεομοιότυπου, αποστάληκε σε ανύποπτο χρόνο και σε αυτήν γίνεται αναφορά σε διάφορες επιστολές τερματισμού στις οποίες περιλαμβάνεται και ο επίδικος λογαριασμός. Αυτό το οποίο αμφισβήτησαν οι Εναγόμενοι ήταν την παραλαβή της επιστολής τερματισμού. Δεν εναπόκειτο ωστόσο στην Μ.Ε.2 να μαρτυρήσει για την παραλαβή των επιστολών και επί του συγκεκριμένου σημείου περιορίστηκε απλά να εκφράσει την πίστη της ότι το σύστημα του ταχυδρομείου λειτούργησε ορθά. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 αφορούσε την ετοιμασία και την αποστολή της επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 5) στους Εναγόμενους και επί των εν λόγω σημείων η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε για λογαριασμό της υπεράσπισης ήταν ο Εναγόμενος 4 ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Σε αυτή αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δήλωσαν το όνομά του ως προτιθέμενου εγγυητή τους για την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Όταν επικοινώνησε η Μ.Ε.1 μαζί του για να τον ρωτήσει κατά πόσο συγκατατίθεται στο να καταστεί εγγυητής των Εναγομένων 1 και 2 η αρχική απάντησή του ήταν αρνητική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Μ.Ε.1 για ορισμένες ημέρες να επικοινωνεί μαζί του και να προσπαθεί να τον πείσει να υπογράψει ως εγγυητής διότι, όπως του έλεγε, ήθελε να βοηθήσει τους Εναγόμενους 1 και
- Κατόπιν πολλών πιέσεων, αλλά και μετά από τις διαβεβαιώσεις των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν αξιόπιστοι και πλήρωναν όλες τις προηγούμενες οφειλές τους συναίνεσε στο να υπογράψει ως εγγυητής τους. Ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο που υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, καθώς και ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε εισοδήματα, γεγονότα όμως τα οποία του τα απέκρυψαν. Επίσης οι Ενάγοντες δεν αξιολόγησαν σωστά τη πιστοληπτική ικανότητα των Εναγομένων 1 και 2 και δεν τον ενημέρωσαν για τα εισοδήματά τους έτσι ώστε να έχει πλήρη εικόνα της οικονομικής τους κατάστασης προτού υπογράψει την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Ο Εναγόμενος 1 είναι μακρινός εξάδελφός του και για αρκετά χρόνια πριν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις μαζί του και δεν γνώριζε για την οικονομική του κατάσταση. Ο λόγος για τον οποίο πείστηκε τελικά να υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης ήταν η πλάνη που του δημιούργησαν τόσο οι Ενάγοντες, όσο και οι Εναγόμενοι 1 και
- Όσον αφορά την επιστολή τερματισμού, ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή ή ενημέρωση από τους Ενάγοντες είτε για καθυστερημένες οφειλές, είτε ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίζεται. Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 4 είπε ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν ήθελε να εγγυηθεί τους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν προσωπικοί και κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε ότι δεν ήθελε να είναι εγγυητής οποιωνδήποτε προσώπων. Αναφορικά με τις πιέσεις που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε, αυτές συνίσταντο στις διαβεβαιώσεις των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 ότι οι τελευταίοι συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους και αποπλήρωναν τα δάνεια τους. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε στους Εναγόμενους 1 και 2 ότι δεν επιθυμούσε να τους εγγυηθεί, ο Εναγόμενος 4 απάντησε ότι τους το ανέφερε, αλλά τον έπεισαν διότι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και επιπρόσθετα ήταν μακρινοί συγγενείς. Στην υπόδειξη του κ. Λουκά ότι στη γραπτή δήλωσή του ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τους Εναγόμενους 1 και 2, ο Εναγόμενος 4 απάντησε ότι μπορεί να έκανε λάθος. Διευκρινίζοντας τι ακριβώς του ανέφερε η Μ.Ε.1 η οποία, ως ισχυρίζεται, ήθελε να βοηθήσει τους Εναγόμενους 1 και 2 ο μάρτυρας απάντησε ότι του έλεγε πως τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Ο Εναγόμενος 4 ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2, ούτε και τους ρώτησε για να πληροφορηθεί σχετικά. Συμφώνησε με τον κ. Λουκά ότι η διεύθυνσή του είναι η οδός Αντρέα Νεοφύτου 7 στα Κούκλια και ότι την αλληλογραφία του την λαμβάνει στην πιο πάνω αναφερόμενη διεύθυνση. Αρνήθηκε ωστόσο ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5) και αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας. Ο Εναγόμενος 3 επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Η γραπτή δήλωση του Εναγόμενου 3 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στη γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ) του Εναγόμενου 4 και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3 όταν ο τελευταίος μετέβη για την υπογραφή της επίδικης εγγύησης η Μ.Ε.1 τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας και ότι οι υπόλοιποι εγγυητές είχαν ήδη υπογράψει πράγμα το οποίο όμως δεν ίσχυε αφού μετά έμαθε ότι ήταν ο πρώτος που υπέγραψε επί του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι αδελφός του με τον οποίο όμως αρκετά χρόνια πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις. Ο λόγος για τον οποίο υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης ήταν γιατί δέχθηκε πιέσεις από τους Ενάγοντες, αλλά και διότι ένιωσε τύψεις που δεν θα βοηθούσε τον ίδιο του τον αδελφό παρά το ότι δεν είχαν επαφές. Εν κατακλείδι ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε για το επίδικο δάνειο μετά την υπογραφή της εγγύησης ήταν όταν παρέλαβε την παρούσα αγωγή. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο επιστολής ημερ. 02.11.11 με την οποία ζητούσε όπως απαλλαχθεί από εγγυητής, το εν λόγω αίτημα του ωστόσο απορρίφθηκε (Τεκμήριο 10). Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το Τεκμήριο 9 ο Εναγόμενος 3 είπε ότι πληροφορήθηκε για το γεγονός της πτώχευσης του Εναγόμενου 1, το οποίο καταγράφεται στην εν λόγω επιστολή, από τη σύζυγό του η οποία εργαζόταν σε Τράπεζα και από την οποία ζήτησε να πληροφορηθεί πότε πτώχευσε ο Εναγόμενος
- Στη συνέχεια ωστόσο δήλωσε ότι την ενημέρωση για την πτώχευση του Εναγόμενου 1, την έλαβε από τους άλλους εγγυητές. Αναφορικά με τις συνθήκες παραχώρησης της επίδικης εγγύησης ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον πρότειναν ως εγγυητή, γεγονός που το πληροφορήθηκε από τη Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον αδελφό του - Εναγόμενο 1, καθώς είχαν οικογενειακές διαφορές. Παρά ταύτα η Μ.Ε.1 με την επιμονή της τον έπεισε να υπογράψει ως εγγυητής αναφέροντας του ότι οι υπόλοιποι προτεινόμενοι εγγυητές είχαν ήδη υπογράψει και αν δεν συναινούσε και ο ίδιος ο οποίος ήταν κυβερνητικός υπάλληλος δεν θα παραχωρείτο το επίδικο δάνειο. Στις ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πείστηκε από τη Μ.Ε.1 για να υπογράψει ως εγγυητής, ο Εναγόμενος 3 ανέφερε περαιτέρω ότι η Μ.Ε.1 του είπε ότι επιθυμούσε να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα και ήταν σημαντικό να του παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο. Ταυτόχρονα τον καθησύχασε λέγοντας του ότι οι υπόλοιπες υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 αποπληρώνονταν κανονικά. Στη βάση των πιο πάνω αναφερομένων αναλογίστηκε ότι δεν θα ήταν ορθό από τη στιγμή που οι υπόλοιποι εγγυητές υπέγραψαν να ήταν ο ίδιος η αιτία για τη μη έγκριση του επίδικου δανείου. Επίσης ο Εναγόμενος 3 ανέφερε ότι δεν επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 1 και 2 ούτε όταν έμαθε ότι τον πρότειναν ως εγγυητή, ούτε και όταν αποφάσισε να υπογράψει τελικά ως εγγυητής τους. Στην απορία του κ. Λουκά για το πώς γνωρίζει ότι ήταν ο πρώτος που υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, ο Εναγόμενος 3 απάντησε ότι τον πληροφόρησαν σχετικά οι άλλοι εγγυητές από τους οποίους πληροφορήθηκε ότι η Μ.Ε.1 είπε και σε αυτούς αυτά τα οποία δήλωσε στον ίδιο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης ήταν παρόντες όλοι οι Εναγόμενοι, λέγοντας ότι μόνος του μετέβηκε και δεν είχε δει στο χώρο οποιονδήποτε άλλο εκ των Εναγομένων. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν πως ο Εναγόμενος 1 τελεί σε πτώχευση, λέγοντας ότι η πίεση που δέχθηκαν από τους Ενάγοντες για την υπογραφή της εγγύησης ήταν τέτοια που υποδηλώνει ότι γνώριζαν για την πτώχευση του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 3 συμφώνησε ότι η διεύθυνση στην οποία διαμένει είναι η οδός Μιχαλάκη Χριστοδούλου 32 στα Κούκλια καθώς και ότι στην εν λόγω διεύθυνση λαμβάνει και την αλληλογραφία του. Αρνήθηκε ωστόσο τη θέση του κ. Λουκά ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5), αναφέροντας ότι δεν θυμάται να έχει λάβει τέτοια επιστολή. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 5, ο οποίος και αυτός με τη σειρά του υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Ε) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Ο Εναγόμενος 5 επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν και οι Εναγόμενοι 3 και
- Συνοπτικά ισχυρίζεται ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης λόγω των ψευδών παραστάσεων και της πεπλανημένης εικόνας που του δημιούργησαν οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι απέκρυψαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας και η Εναγόμενη 2 δεν διέθετε εισοδήματα. Ο ίδιος, παρά το ότι ήταν συγγενής με τον Εναγόμενο 1, δεν γνώριζε την οικονομική του κατάσταση και μετά από πιέσεις των Εναγόντων δέχθηκε τελικά να υπογράψει την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται επίσης, ότι δεν έλαβε την επιστολή τερματισμού, ούτε και οποιαδήποτε άλλη επιστολή ή ενημέρωση των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι η Μ.Ε.1, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του για να τον ρωτήσει αν συμφωνούσε να υπογράψει ως εγγυητής στο επίδικο δάνειο. Αρχικά η απάντηση του ήταν αρνητική, στη συνέχεια όμως επικοινώνησε μαζί του και ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είναι αδελφότεκνος του. Ακολούθως επικοινώνησε ξανά μαζί του η Μ.Ε.1, η οποία του ανέφερε ότι τα άλλα δάνεια του Εναγόμενου 1 αποπληρώνονται κανονικά και ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Μετά από αυτές τις πιέσεις, συμφώνησε να υπογράψει ως εγγυητής αφού γνώριζε κιόλας ότι ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν ως επιστάτης στην εταιρεία Pafilia και λάμβανε καλό μισθό. Ο Εναγόμενος 5 συμφώνησε με τον κ. Λουκά ότι η διεύθυνση του είναι η οδός Ροδοσθένη Αλεξάνδρου 41 και ότι στην εν λόγω διεύθυνση λαμβάνει την αλληλογραφία του. Αρνήθηκε ωστόσο την υποβολή ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 5, λέγοντας ότι αν λάμβανε τέτοια επιστολή θα τηλεφωνούσε του Εναγόμενου 1 και δεν θα άφηνε τα πράγματα να φθάσουν σε αυτό το σημείο. Τέλος, στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, ο μάρτυρας είπε ότι αν δεν το γνώριζαν οι Ενάγοντες που του δάνεισαν χρήματα, τότε πως θα μπορούσε να το γνωρίζει ο ίδιος. Η μαρτυρία των Εναγομένων 3 - 5 παρουσιάζει ανακολουθίες και υπερβολές. Καταρχάς αποτελεί κοινή θέση όλων των προαναφερόμενων Εναγόμενων ότι μετά από πιέσεις, δόλο και ψευδείς παραστάσεις κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις τους και αποδέχθηκαν να υπογράψουν ως εγγυητές των Εναγομένων 1 και
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ενώ οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, εντούτοις δεν τους το αποκάλυψαν, όπως επίσης δεν τους αποκάλυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία, για τους λόγους που επεξηγούνται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της, κρίθηκε ως αξιόπιστη. Πέραν τούτου δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς περί γνώσης των Εναγόντων για την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης, με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί πιέσεων, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν περιλαμβάνονται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων 3 -
- Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Από την άλλη το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία παρείσφρησε χωρίς ένσταση στη διαδικασία, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα ούτε και καθιστά την εν λόγω μαρτυρία αποδεκτή. Στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στις εφεσείουσες κατά τη δίκη να προβάλουν για πρώτη φορά ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφήσει. Ούτε το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας διαφοροποιεί ή δικαιολογεί παράβαση των Θεσμών. Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Επιπρόσθετα, θεωρώ ως υπερβολική και αβάσιμη τη θέση των Εναγομένων ότι ασκήθηκαν πιέσεις στο πρόσωπο τους προκειμένου να υπογράψουν ως εγγυητές. Όταν κλήθηκαν να διευκρινίσουν σε τι συνίσταντο οι ισχυριζόμενες πιέσεις, οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν ότι η Μ.Ε.1 τους τηλεφωνούσε και τους ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν συνεπείς στις άλλες υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Επίσης ισχυρίστηκαν ότι η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ήταν σημαντικό να χορηγηθεί το επίδικο δάνειο για να βοηθηθεί ο Εναγόμενος 1. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως οι εν λόγω δηλώσεις της Μ.Ε.1 μπορούσαν να ασκήσουν πίεση οποιασδήποτε μορφής στους Εναγόμενους 3 - 5 και να επηρεάσουν την ελεύθερη βούληση τους. Οι Εναγόμενοι 3 - 5 θα μπορούσαν πολύ απλά να αρνηθούν και να ζητήσουν από την Μ.Ε.1 να μην τους ενοχλήσει ξανά για το εν λόγω ζήτημα. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι ουδείς από τους Εναγόμενους 3 - 5 ζήτησε κάτι τέτοιο. Αυτό το οποίο ισχυρίστηκαν ήταν ότι η θέση τους αρχικά ήταν αρνητική στη συνέχεια όμως όλοι συναίνεσαν. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι ισχυρισμοί περί πιέσεων δεν τέθηκαν στη Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της, η οποία επικεντρώθηκε στο ότι ενώ γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης, εντούτοις δεν τους ενημέρωσε. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης ενός διαδίκου θα πρέπει να τεθούν στον αντίδικο του, έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας ανωτέρω και σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.720-723). Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, στην οποία λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." «Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Δεν θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική. Όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, υπήρχε μαρτυρία που το Δικαστήριο θεώρησε επαρκή και έδειχνε πως τα πανεπιστήμια ήταν accredited. Δεν είναι επομένως ανατρέψιμο το συμπέρασμα του. Η παράγραφος 11 της γραπτής υπεράσπισης τους αναφέρει απλώς ότι οι συμφωνίες με τα τρία πανεπιστήμια που αυτή μνημονεύει δεν τηρήθηκαν. Το δικόγραφο αναφέρει επί λέξει "........did not comply with and were not within the terms and conditions of the agreement....." Ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στην υπεράσπιση, όπως τώρα εγείρεται. Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Επίσης στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου v. Λεοντίου Κ. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785 ειπώθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App.R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παράγρ. 33-69). Έτσι είναι φανερό ότι και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί.» Σημειώνω επίσης ότι στερείται λογικής συνοχής το επιχείρημα ότι ασκήθηκε πίεση επειδή η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι θα πρέπει να βοηθηθεί ο Εναγόμενος 1 με την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Το εν λόγω επιχείρημα παρουσιάζει την εξής ανακολουθία. Όλοι οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι, παρότι συγγενείς με τον Εναγόμενο 1, δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις μαζί του. Η λογική αντίδραση επομένως θα ήταν η σταθερή άρνηση τους να εγγυηθούν τους Εναγόμενους 1 και
- Παρά ταύτα όλοι μετά από τις επικοινωνίες που είχε μαζί τους η Μ.Ε.1, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δυνάμενες να ασκήσουν πίεση, συναίνεσαν εν τέλει να υπογράψουν ως εγγυητές για να βοηθήσουν τον Εναγόμενο
- Θεωρώ ανακόλουθο από τη μία να ισχυρίζονται ότι δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τον Εναγόμενο 1, και από την άλλη να συναινούν να υπογράψουν ως εγγυητές του, για να τον βοηθήσουν. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 4 ενώ στη γραπτή δήλωση του ( Έγγραφο Γ) ανέφερε ότι δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 για αρκετά χρόνια πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πείστηκε να υπογράψει ως εγγυητής αφού διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους Εναγόμενους 1 και 2 και όταν του υποδείχθηκε η εν λόγω αντίφαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων περιορίστηκε να πει ότι ίσως έκανε λάθος. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 3 - 5 συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις τους σε μία προσπάθεια να δικαιολογήσουν την υπογραφή της επίδικης σύμβασης εγγύησης και να προσπαθήσουν να αποφύγουν τις έννομες συνέπειες της εν λόγω ενέργειας τους. O Εναγόμενος 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 (Έγγραφο Στ'). Σε αυτή αναφέρει ότι περί τα μέσα Νοεμβρίου 2008 ειδοποιήθηκε από τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα από τη Μ.Ε.1 για να μεταβεί στα γραφεία τους και να υπογράψει ως εγγυητής των Εναγομένων 1 και
- Δεν επιθυμούσε να υπογράψει ως εγγυητής και η Μ.Ε.1 τον πίεσε απειλώντας τον ότι αν δεν αποδεχόταν, τότε δεν θα πληρώνονταν οι δόσεις του προηγούμενου δανείου των Εναγομένων 1 και 2 στο οποίο είχε υπογράψει ως εγγυητής. Όταν παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες δεν τον ρώτησε κανείς για τις οικονομικές του δυνατότητες, ενώ γνώριζαν ότι λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας και δεν θα ήταν σε θέση να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό. Επίσης ουδείς τον πληροφόρησε ότι ο Εναγόμενος 1 τελούσε σε πτώχευση. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι όταν ρώτησε τη Μ.Ε.1 αν υπήρχαν άλλα δάνεια των Εναγομένων 1 και 2, η τελευταία ψευδώς του ανέφερε ότι αυτά αποπληρώνονταν κανονικά και ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελέγξει αν ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας. Η Μ.Ε.1 ωστόσο και οι Ενάγοντες μπορούσαν να ελέγξουν κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, αφού ο Επίσημος Παραλήπτης διατηρούσε αρχείο και ενημέρωνε με επιστολές όλες τις Τράπεζες και Σ.Π.Ε για τα άτομα εναντίον των οποίων εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης. Εν πάση περιπτώσει, η Μ.Ε.1 με ένα τηλεφώνημα σε οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα θα μπορούσε να πληροφορηθεί ότι είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης του Εναγόμενου
- Το επίδικο δάνειο είναι το αποτέλεσμα συνωμοσίας και σχεδίου της Μ.Ε.1, του συζύγου της, ο οποίος ήταν πολύ καλός φίλος με τον Εναγόμενο 1 και του ιδίου του Εναγόμενου 1, προκειμένου να βοηθηθεί ο τελευταίος. Ο σύζυγος της Μ.Ε.1 ήθελε να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1, πέραν της φιλίας που τους συνέδεε, και διότι ήταν τότε υποψήφιος βουλευτής και είχε ανάγκη τις ψήφους του. Ο Εναγόμενος 6 ισχυρίστηκε επίσης ότι παράνομα δόθηκε το δάνειο των €59.000 διότι αυτό αφορούσε την αγορά ενός οικοπέδου και η Μ.Ε.1 ζήτησε από τους εκτιμητές να ανεβάσουν την τιμή του στις €80.000 για να μπορέσει να παραχωρήσει το εν λόγω δάνειο. Επίσης το προαναφερόμενο οικόπεδο εγγράφηκε επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, πράγμα που αντίκειται στο «νόμο» των Τραπεζών. Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 6 είπε ότι πριν την παραχώρηση του επίδικου δανείου υπήρχαν ακόμα 3 - 4 δάνεια που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο
- Συγκεκριμένα ήταν το δάνειο των €59.000, το δάνειο των €5.125, το δάνειο των €3.000 στο οποίο ενώ του είπαν να υπογράψει ως εγγυητής τελικά αποδείχθηκε ότι υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης, και ακόμα ένα δάνειο ύψους €9.
- Το μεγάλο του λάθος ήταν όταν δέχθηκε να υπογράψει ως εγγυητής στο δάνειο των €59.000 (προφανώς εννοεί το δάνειο ημερομηνίας 27.07.07 για το ποσό των Λ.Κ.35.000 - Τεκμήριο 1), στο οποίο υπέγραψε θέλοντας να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 ο οποίος είναι αδελφός του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κάθε φορά που προτεινόταν ως εγγυητής ήλπιζε ότι δεν θα εγκρινόταν από την Επιτροπή. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι τελικά γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ο Εναγόμενος 6 απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι είχε υπόψη του ορισμένα μικροπροβλήματα. Στη θέση του κ. Λουκά ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, ο Εναγόμενος 6 επέμεινε ότι ήταν εις γνώση των Εναγόντων αναφέροντας επιπρόσθετα ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών εκκρεμούσαν εντάλματα εναντίον του Εναγόμενου 1 για μεγάλα ποσά και όλο το χωριό βούιζε για αυτά τα εντάλματα. Ο Εναγόμενος 6 ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για αυτά τα εντάλματα κατά τον ουσιώδη χρόνο, διότι κατοικούσε στην Πάφο και πληροφορήθηκε για αυτά μετά την παρούσα αγωγή. Στην πορεία ωστόσο της αντεξέτασης του και προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του Εναγόμενου 1 ανέφερε ότι του έδωσε δύο επιταγές πριν την παραχώρηση του επίδικου δανείου για να τον βοηθήσει σε σχέση με τα εντάλματα που εκκρεμούσαν εναντίον του. Αναφορικά με τη διεύθυνση αλληλογραφίας του συμφώνησε ότι είναι αυτή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4, πλήν όμως ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5). Στην υποβολή του κ. Λουκά ότι υπέγραψε ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση την επίδικη εγγύηση, ο Εναγόμενος 6 απάντησε ότι υπέγραψε κατόπιν μεγάλης πίεσης, απειλών και ψευδών παραστάσεων λέγοντας ότι η Μ.Ε.1 κατέθεσε ενόρκως διαφορετικά πράγματα ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί η παραμικρή βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου 6 για τους λόγους θα εκτεθούν αμέσως πιο κάτω. Καταρχάς βασικός πυλώνας της μαρτυρίας του Εναγόμενου 6 ήταν ότι η υπογραφή του στην επίδικη εγγύηση (Τεκμήριο 4) εξασφαλίστηκε κατόπιν πιέσεων και απειλών που δέχθηκε από τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα από τη Μ.Ε.
- Συγκεκριμενοποίησε μάλιστα ότι οι εν λόγω απειλές συνίσταντο στο ότι σε περίπτωση που δεν υπέγραφε ως εγγυητής δεν θα αποπληρώνονταν οι δόσεις άλλου δανείου των Εναγομένων 1 και 2 το οποίο επίσης είχε εγγυηθεί. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 6 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων του. Στο κοινό δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε με τον Εναγόμενο 4 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην άσκηση πιέσεων και απειλών, ούτε και δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες τέτοιων ισχυριζόμενων πιέσεων και απειλών. Για τις συνέπειες από την παράλειψη της δικογράφησης ισχυρισμών παραπέμπω σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Εναγομένων 3 - 5 (Μελάς ν. Κυριάκου ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτοί δεν τέθηκαν στη Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της. Πρόκειται για ισχυρισμούς που αφορούν ουσιώδη πτυχή της υπεράσπισης του Εναγόμενου 6 και για να μπορούσαν να αξιολογηθούν θα έπρεπε να τεθούν στην άμεσα εμπλεκόμενη Μ.Ε.1, έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας ανωτέρω). Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Εναγόμενος 6 για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του περί συνωμοσίας της Μ.Ε.1, του συζύγου της και του Εναγόμενου 1 με σκοπό να βοηθηθεί ο τελευταίος αφενός λόγω της φιλίας τους και αφετέρου για να εξασφαλίσει ψήφους ο σύζυγος της Μ.Ε.1, ο οποίος ήταν υποψήφιος βουλευτής. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του Εναγόμενου 6 παρουσιάζει και εγγενείς αδυναμίες. Ισχυρίστηκε κατ' επανάληψη ότι παραπλανήθηκε από τη Μ.Ε.1 σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1, καθώς ο ίδιος δεν γνώριζε για αυτήν. Η θέση του αυτή ωστόσο ελέγχεται ως αντιφατική, αφού σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε ως εγγυητής στο δάνειο των €59.000 (το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως το μεγάλο του λάθος) διότι ο Εναγόμενος 1 είχε οικονομικά προβλήματα. Ο Εναγόμενος 6 ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος και υπόγραψα για να τον βοηθήσω λόγω του ότι είχε οικονομικά προβλήματα.......... Όταν είναι αδελφός σου και μια διευθύντρια λέει έλα να βοηθήσεις τον αδελφό σου τι θα κάνεις;» Επίσης στην προσπάθεια του να πείσει ότι δεν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 τελούσε σε πτώχευση είπε ότι έδωσε στον τελευταίο δύο επιταγές για να τον βοηθήσει σε σχέση με εντάλματα που εκκρεμούσαν εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι αν γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας δεν θα του έδινε χρήματα. Διευκρίνισε μάλιστα ότι οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν πριν το επίδικο δάνειο. Προηγουμένως όμως ο μάρτυρας είχε δηλώσει ότι μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής, και επομένως μετά την παραχώρηση του επίδικου δανείου, έμαθε ότι εκκρεμούσαν εναντίον του Εναγόμενου 1 εντάλματα για τα οποία είπε μάλιστα ότι είχε βουίξει το χωριό επιρρίπτοντας ευθύνες στους Ενάγοντες και τη Μ.Ε.1 για το ότι επέδειξαν αμέλεια και δεν έλεγξαν ως όφειλαν την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου
- Πρόκειται για θέσεις που βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση μεταξύ τους και καταδεικνύουν τις παλινδρομήσεις στους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Εναγόμενος
- Επίσης η θέση του ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας παρέμεινε γράμμα κενό. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του Εναγόμενου
- Ο μάρτυρας επικαλέστηκε κάποιο αρχείο και επιστολές, χωρίς όμως να τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Επικαλέστηκε επίσης μαρτυρία του Επίσημου Παραλήπτη σύμφωνα με την οποία όταν εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης ενημερώνονται όλες οι Τράπεζες και οι Σ.Π.Ε. Δεν αναφέρθηκε όμως σε ποια υπόθεση δόθηκε αυτή η μαρτυρία, ούτε και παρουσιάστηκαν τα πρακτικά της εν λόγω υπόθεσης από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι τέθηκε τέτοια μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο στέλνονταν τέτοιες ενημερώσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Ευρήματα Στις 24.11.08 συνομολογήθηκε μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουκλιών και των Εναγομένων 1 και 2 συμφωνία δανείου, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε από τους πρώτους στους δεύτερους το ποσό των €12.
- Η συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το προαναφερόμενο δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως και θα αποπληρωνόταν με 96 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €170,22 έκαστη δόση. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα στις 24.12.08 και οι επόμενες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Προς εξασφάλιση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουκλιών για την παραχώρηση του δανείου στους Εναγόμενους 1 και 2, οι Εναγόμενοι 3 - 6 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης δυνάμει της οποίας εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 προς τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών μέχρι του ποσού των €12.000 πλέον τόκους. Για τους σκοπούς του δανείου ανοίχθηκε επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 ο λογαριασμός με αρ.7210264, στον οποίο στις 25.11.08 χρεώθηκε το ποσό του δανείου, ήτοι το ποσό των €12.
- Κατά τον χρόνο παραχώρησης του επίδικου δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατηρούσαν ακόμα δύο δάνεια στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών τα οποία κατά τον εν λόγω χρόνο αποπληρώνονταν κανονικά. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24.11.08 καθυστέρησαν την πληρωμή των συμφωνηθέντων μηνιαίων δόσεων των €170,
- Ως εκ τούτου η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 02.02.11 τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και κάλεσε τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε με αποστολή της μέσω συνηθισμένου ταχυδρομείου και στους Εναγόμενους 3 - 6 στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις τους. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24.11.108 ήταν πτωχεύσας, καθώς εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα πτώχευσης στις 07.03.
- Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών συγχωνεύτηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, το οποίο με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του και με την έγκριση του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ αποδέχθηκε εξ ολοκλήρου όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουκλιών περιλαμβανομένου του παρόντος αγώγιμου δικαιώματος. Σχετική ειδοποίηση καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Πάφου στις 16.01.
- Μετά την πιο πάνω αναφερόμενη συγχώνευση ο λογαριασμός δανείου άλλαξε από 7210264 σε 7336224-
- Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει οφειλόμενο και ανέρχεται στο ποσό των €20.363,58 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 01.07.16 μέχρι εξοφλήσεως. Συμπεράσματα Ενόψει και των παραδεκτών γεγονότων που έχουν καταγραφεί πιο πάνω, τα επίδικα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει είναι τα πιο κάτω αναφερόμενα:
- Εγκυρότητα και/ή νομιμότητα της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 3)
- Τερματισμός της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 3)
- Ύψος χρεωστικού υπολοίπου (το εν λόγω ζήτημα αφορά μόνο τον Εναγόμενο 6). Ξεκινώντας από το ζήτημα της εγκυρότητας και/ή νομιμότητας της επίδικης σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 3), η όλη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από τους Εναγόμενους 3 - 6 αφορά το γεγονός της πτώχευσης του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 3 - 6 υποστηρίζουν ότι από τη στιγμή που κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης ο Εναγόμενος 1 τελούσε σε πτώχευση, τότε η σύμβαση είναι άκυρη και/ή παράνομη και κατ' επέκταση άκυρη είναι και η σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 4). Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, αναφέρει ότι συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό και οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον εν λόγω νόμο ως άκυρες. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Κεφ.149 δυνάμει της οποίας να χαρακτηρίζεται ως άκυρη μία σύμβαση διότι ο ένας εκ των συμβαλλομένων τελεί σε πτώχευση. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι. Το άρθρο 11
(1)του Κεφ.149 ορίζει τα ακόλουθα: «11. Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ικανός προς το συμβάλλεσθαι είναι όποιος- (α) έχει σώες τις φρένες~ και (β) δεν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου.» Στο Κεφ.149 δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια περί στέρησης της προαναφερόμενης ικανότητας σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο τελεί σε πτώχευση. Τέτοια πρόνοια απουσιάζει και από τον περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ.5. Μάλιστα στο άρθρο 32 του Κεφ.5 καταγράφονται κατά τρόπο περιοριστικό οι ανικανότητες πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε και σε αυτές δεν περιλαμβάνεται η στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας του. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 32 του Κεφ.5, ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης σύμβασης δανείου: «32.-
(1)Αν ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, στερείται του δικαιώματος να εκλέγεται, να κατέχει ή να ασκεί το αξίωμα- (α) μέλους του Νομοθετικού Συμβουλίου (β) δημάρχου ή μέλους Δημοτικού Συμβουλίου (γ) μέλους Επαρχιακού Συμβουλίου (Medjilis Idare) (δ) κοινοτάρχη.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επικαλούνται στις τελικές τους αγορεύσεις τα άρθρα 117(α) και 118(α) του Κεφ.5, ως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης δανείου, δίδοντας ο καθένας τη δική του ερμηνεία προς υποστήριξη των εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 - 5 εισηγείται ότι με βάση τα προαναφερόμενα άρθρα, πτωχεύσας δεν νομιμοποιείται να συναλλάσσεται για ποσό πέραν των Λ.Κ.10,
- Συνεπώς εισηγείται ο κ. Χατζηπαναγιώτου εφόσον η πιο πάνω πράξη συνιστά αδίκημα, τότε και η σύμβαση δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως παράνομη. Αντίθετη είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα εν λόγω άρθρα δεν ακυρώνουν τη δικαιοπρακτική ικανότητα του πτωχεύσαντα, ούτε και καθιστούν άκυρη τυχόν σύμβαση δανείου που υπέγραψε. Θα διαφωνήσω με την εισήγηση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι με βάση το άρθρο 117(α) του Κεφ.5, πτωχεύσας δεν μπορεί γενικά να συναλλάσσεται για ποσό πέραν των Λ.Κ.10,
- Το εν λόγω άρθρο δεν είναι διατυπωμένο με τόσο γενικό τρόπο, ως η ερμηνεία που δίδει σε αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 -
- Απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος που καθιερώνει το άρθρο 117(α) του Κεφ.5 είναι ο πτωχεύσας να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Εξ αντιδιαστολής επομένως συνάγεται ότι εάν ο πτωχεύσας αποκαλύψει το γεγονός της πτώχευσης του, τότε δεν διαπράττει οποιοδήποτε αδίκημα έστω κι αν εξασφαλίζει πίστωση πέραν των Λ.Κ.10,
- Το εν λόγω άρθρο επομένως ενισχύει, κατά την άποψη μου, τη θέση ότι ο πτωχεύσας δεν στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, αφού από αυτό συνάγεται ότι μπορεί να εξασφαλίζει πίστωση και επομένως να συνάπτει συμβάσεις. Τα ίδια ισχύουν και για το άρθρο 118(α) του Κεφ.5, αφού και εκεί για να διαπραχθεί το αδίκημα δεν αρκεί απλά και μόνο το γεγονός της πτώχευσης, αλλά θα πρέπει η πίστωση να εξασφαλίστηκε με ψευδείς παραστάσεις ή άλλη απάτη. Σχετικό επίσης είναι και το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27th Edition, Volume 1, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων. Στο εν λόγω σύγγραμμα στη σελ. 1017, υπότιτλος "Contracts made after adjudication" αναφέρεται ότι: «A bankrupt is clearly responsible upon any contract which he makes after he has adjudicated bankrupt». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο πτωχεύσας είναι ξεκάθαρα υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτει μετά την κήρυξή του σε πτώχευση». Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε κατά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης δανείου τη δικαιοπρακτική του ικανότητα και δεν τίθεται επομένως ζήτημα ακυρότητας και/ή παρανομίας της επίδικης σύμβασης. Κατά συνέπεια δεν τίθεται και ζήτημα ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 3 -
- Ερχόμενος τώρα στο επόμενο ζήτημα της αποστολής των επιστολών τερματισμού, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την αποστολή τους. Όπως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία οι Εναγόμενοι 3 - 6 αμφισβήτησαν την παραλαβή των επιστολών. Οι Ενάγοντες ωστόσο δεν όφειλαν να αποδείξουν ότι οι επιστολές τερματισμού παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους 3 - 6, αλλά ότι αυτές ταχυδρομήθηκαν στις διευθύνσεις που δήλωσαν ή στη τελευταία γνωστή διεύθυνση τους. Ο όρος 13 του Τεκμηρίου 4 προνοεί διαζευκτικά είτε για την παράδοση των επιστολών δια χειρός, είτε για την αποστολή τους με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Παραθέτω τον όρο 13 του Τεκμηρίου 4: «Aνεξάρτητα από το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων ρητρών, η υποχρέωση του Εγγυητή για πληρωμή δυνάμει της σύμβασης αυτής θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή αξίωση από τη Συνεργατική με επιστολή που θα παραδοθεί δια χειρός στον Εγγυητή ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του.» Σημειώνω ότι ανάλογη ρήτρα περιλαμβάνεται και στη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα ο όρος 22 προνοεί για την αποστολή ειδοποιήσεων στους πρωτοφειλέτες με το συνηθισμένο ή με συστημένο ταχυδρομείο ή με την παράδοση της ιδιοχείρως. Επανέρχομαι στους Εναγόμενους 3 - 6 και αναφέρω ότι το γεγονός ότι στην επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5) αναγράφονται οι διευθύνσεις που δήλωσαν στο Τεκμήριο 4 και στις οποίες λαμβάνουν την αλληλογραφία τους είναι παραδεκτό. Από εκεί και πέρα υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 για την ταχυδρόμηση της επιστολής τερματισμού σε όλους τους Εναγόμενους κρίθηκε ως αξιόπιστη. Στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 84/2009, ημερομηνίας 2/10/2015 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω ως προς την απόδειξη ταχυδρόμησης επιστολής: «Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7
(1)σελ. 393, παραγρ. 882 αναφέρονται τ' ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης. «
- Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted.» Ο Εναγόμενος 6 δεν δήλωσε ως παραδεκτό γεγονός το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και ως εκ τούτου το εν λόγω ζήτημα παρέμεινε ως επίδικο σε σχέση με αυτόν. Παρά ταύτα δεν τέθηκε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση στη Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της, ούτε και αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Κατά συνέπεια η μαρτυρία που προσέφεραν οι Ενάγοντες παρέμεινε αναντίλεκτη και θεωρώ ότι αποδείχθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου. Ένα τελευταίο ζήτημα το οποίο θεωρώ ότι πρέπει να τύχει σχολιασμού πριν τη διατύπωση της κατάληξης του Δικαστηρίου, είναι αυτό το οποίο εγείρεται στην αγορεύσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων 3 - 5 και του Εναγόμενου 6 περί παράλειψης των Εναγόντων να ενημερώσουν για την πτώχευση του Εναγόμενου
- Ο μεν κ. Χατζηπαναγιώτου επικαλείται τα άρθρα 97 και 101 του Κεφ.149, ο δε Εναγόμενος 6 τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο, Ν.197
(1)/2003. Αν και δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο άρθρο του Ν.197
(1)/2003 ο Εναγόμενος 6, είναι προφανές ότι αναφέρεται στο άρθρο 5 αυτού. Η ουσία της εισήγησης του κ. Χατζηπαναγιώτου και του Εναγόμενου 6 εντοπίζεται στην παράλειψη των Εναγόντων να ενημερώσουν τους εγγυητές, Εναγόμενους 3 - 6, για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον του Εναγόμενου 1, η οποία παράλειψη συνιστά, κατά την άποψη τους, πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα των εγγυητών και πλήττει την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης (Τεκμήριο 4). Η πιο πάνω εισήγηση θέτει ως δεδομένο ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης. Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 που κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 - 5 επικαλείται στην αγόρευση την επιστολή ημερομηνίας 23.01.17 (Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση) για να υποστηρίξει ότι ήταν διαθέσιμο στους Ενάγοντες κατά τον επίδικο χρόνο το Αρχείο Πτωχευσάντων. Υπενθυμίζω ότι το προαναφερόμενο Τεκμήριο δεν μετατράπηκε σε κανονικό και κατά συνέπεια το εν λόγω έγγραφο και η όποια μαρτυρία δόθηκε σε σχέση με αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υλικού (Δήμος Λευκωσίας ν. E.L.K. Trading Ltd ανωτέρω). Όσον αφορά τώρα το γενικότερο ζήτημα που εγείρει ο Εναγόμενος 6, δηλαδή της μη ενημέρωσης κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν.197(Ι)/2003, παραπέμπω στον όρο 25 του Τεκμηρίου 4 τον οποίο επιβεβαίωσε τόσο ο Εναγόμενος 6, όσο και οι Εναγόμενοι 3 - 5 με την υπογραφή τους επί του Τεκμηρίου
- Τα πιο πάνω αναφερόμενα απαντούν και στο ζήτημα που ήγειρε με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 3 σε σχέση με το άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/
- Ο όρος 25 του Τεκμηρίου 4 έχει ως εξής: «Ο Εγγυητής δηλώνει και διαβεβαιώνει ρητά και ανέκκλητα ότι, προ της υπογραφής της παρούσης Σύμβασης Εγγύησης και αποζημίωσης, ενημερώθηκε δεόντως από τη Συνεργατική με επιστολή που του επιδόθηκε προσωπικά και στην οποία επισυνάφθηκε γραπτή δήλωση του Πρωτοφειλέτη ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία και τις τυχόν επιβαρύνσεις και ότι, πριν την υπογραφή της σύμβασης αυτής, είχε την ευκαιρία της ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στους περί Καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμους, όπως κατά καιρούς τροποποιούνται και ισχύουν.» Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 3 -
- Όπως ήδη αναφέρθηκε η υπογραφή της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 3), η παραχώρηση του ποσού των €12.000 και η υπογραφή της σύμβασης εγγύησης (Τεκμήριο 4) είναι γεγονότα παραδεκτά. Επίσης, ουσιαστικά παραδεκτό, αφού δεν έτυχε αμφισβήτησης, είναι και το γεγονός της παράβασης της επίδικης σύμβασης δανείου από τους Εναγόμενους 1 και 2, πρωτοφειλέτες, οι οποίοι δεν κατέβαλαν τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις. Το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου δηλώθηκε ως παραδεκτό από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 3 - 5, ενώ δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο
- Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι αποδεικνύεται από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Η παράλειψη των Εναγομένων 1 και 2 να καταβάλουν τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις του επίδικου δανείου συνιστούσε παράβαση της συμφωνίας η οποία έδιδε το δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν τη σύμβαση και να καταστήσουν το δάνειο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό (βλ. όρους 10 και 12 του Τεκμηρίου 3). Οι Ενάγοντες εξασκώντας το εν λόγω δικαίωμα τους τερμάτισαν με την επιστολή των δικηγόρων τους (Τεκμήριο 5) τη σύμβαση δανείου και αξίωσαν την πληρωμή του. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους εγγυητές - Εναγόμενους 3 - 6 και με αυτήν ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση των εγγυητών για πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου (βλ. όρους 1 ,13 και 14 του Τεκμηρίου 4). Όπως ήδη αναφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται στο ποσό των €20.363,58 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 01.07.16 μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Τεκμήριο 6). Είναι δε φανερό από το Τεκμήριο 6 ότι το πιο πάνω ποσό προέκυψε από τη χρέωση των τόκων για την περίοδο που μεσολάβησε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την 01.01.
- Παρά ταύτα θεωρώ ορθό όπως η απόφαση εκδοθεί για το ποσό που διεκδικείται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Σημειώνω ότι για το εν λόγω ποσό εκδοθήκαν και οι αποφάσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στις 20.09.12 και 20.09.13 αντίστοιχα. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 3 - 6 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά μεταξύ τους και με τους Εναγόμενους 1 και 2 για το ποσό των €12.246,64 πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 01.07.11 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 4 και 6 απορρίπτεται. Ενόψει της συνεκδίκασης της με την απαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/FinalΑναφορά: Δάνειο-εγγύηση-πτωχεύσας πρωτοφειλέτης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο