Χ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 31/2017, 31/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 31/2017 Μεταξύ: Χ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Αρ. Εγγραφής ΗΕ46325 οδός Ζαννέτου 26, Άγιος Ανδρέας Λευκωσία Εφεσείοντες/Αιτητές και
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Νομική Υπηρεσία Λευκωσία
- Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσία
- Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου, Πάφος
- P.A.P. HOTELS LIMITED HE 52904 οδός Οδυσσέα Ανδρούτσου 8, Διαμ. 102 6013 Λάρνακα
- KIMRAR PROPERTIES LIMITED HE 334266 Οδός Στασίνου 51, Αγία Παρασκευή Στρόβολος Λευκωσία Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτησις Αίτηση ημερομηνίας 20.02.17 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 22.02.17 Ημερομηνία: 31.07.17 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες-Αιτητές: κος Γ. Πασιαρδής (ο κος Χ. Ζόππος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εφεσίβλητη 2- κα Ε. Κυριάκου για Γενικό Εισαγγελέα Καθ' ης η αίτηση 2: (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Εφεσίβλητη 4- καμία εμφάνιση Καθ' ης η αίτηση 4: Για Εφεσίβλητη 5- κος Κ. Ν. Θεοδωρίδης για κ.κ. Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Καθ' ης η αίτηση 5: (η κα Α. Μάγου για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση οι Εφεσείοντες-Αιτητές ζητούν ακύρωση της απόφασης του Εφεσίβλητου 2-Καθ' ου η αίτηση 2 που τους γνωστοποιήθηκε με γραπτή ειδοποίηση και/ή επιστολή ημερομηνίας 17.01.17 με την οποίαν απορρίφθηκε ένσταση τους ημερομηνίας 05.01.17 και ότι θα προχωρούσε στην απαλλαγή του εμπράγματου βάρους (memo) ΕΒ1048/15 επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 2/397, τεμάχιο 408, φύλλο/σχέδιο 45/41Ε1, μερίδιο το όλο στην Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας των Εφεσιβλήτων 4-Καθ' ων η αίτηση 4 (στο εξής το 'ακίνητο'). Επιπλέον και/ή ανεξάρτητα του πιο πάνω ζητείται απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η ειδοποίηση υποβολής ένστασης σε μεταβίβαση ακινήτου ή η αίτηση μεταφοράς υποθήκης εμπράγματου βάρους ημερομηνίας 11.11.16 του Εφεσίβλητου 2-Καθ' ου η αίτηση 2 με την οποίαν πληροφόρησε τους Εφεσείοντες-Αιτητές ότι προτίθετο να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου των Εφεσιβλήτων 4-Καθ' ων η αίτηση 4 στους Εφεσίβλητους 5-Καθ' ων η αίτηση 5 εκτός εάν υποβαλλόταν ένσταση εντός 45 ημερών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω υπόθεσης προωθήθηκε η παρούσα μονομερής αίτηση με την οποίαν οι Εφεσείοντες-Αιτητές (στο εξής οι 'Αιτητές') ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που εμποδίζει τους Εφεσίβλητους 2, 4 και 5-Καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 5 (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 5') να αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το επίμαχο ακίνητο. Σε ότι αφορά τους Εφεσίβλητους 1 και 3-Καθ' ων η αίτηση 1 και 3, η αίτηση αποσύρθηκε. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος περιέχονται σε ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, Θεοτόκη Χριστοδούλου, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως εννέα τεκμήρια. Συνοπτικά αυτό που καταγράφεται είναι ότι στις 07.04.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 4, αντίγραφο της οποίας μαζί με τα έξοδα που υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν προς όφελος των πρώτων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και
- Ακολούθως στις 15.05.15 οι Αιτητές ενέγραψαν την πιο πάνω δικαστική απόφαση (memo) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με το ΕΒ1048/15 επί δύο τεμαχίων ιδιοκτησίας των Αιτητών, ένα εκ των οποίων είναι το επίμαχο. Αντίγραφο απόδειξης εγγραφής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Πιστοποιητικό έρευνας σχετικά με το επίμαχο ακίνητο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 υποδεικνύει ότι το εν λόγω ακίνητο επιβαρύνεται με την υποθήκη Υ2003/2011 για το ποσό των €50.000 από τις 30.06.11, με το εμπράγματο βάρος ΕΒ1247/2013 λόγω προσωρινού διατάγματος από 05.07.13 και δύο εμπράγματα βάρη ΕΒ1328/2013 και ΕΒ1701/2013 του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων από 22.07.13 και 06.09.13 αντίστοιχα. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, την 01.12.16 έλαβε ταχυδρομικώς άνευ υπογραφής γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 11.11.16 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, με την οποίαν τον πληροφορούσαν ότι θα μεταβιβαζόταν το επίδικο ακίνητο από τους Καθ' ων η αίτηση 4 στους Καθ' ων η αίτηση 5 δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΠΩΕ 789/
- Ακολούθως στις 05.01.17 οι Αιτητές υπέβαλαν ένσταση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7, η οποία αφού εξετάστηκε από τον Κτηματολόγιο απορρίφθηκε. Το απορριπτικό αποτέλεσμα της ένστασης γνωστοποιήθηκε στους Αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 17.01.17 του Κτηματολογίου που παραλήφθηκε στις 25.01.17, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο ενόρκως δηλών θεωρεί την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εσφαλμένη, νομικά αβάσιμη, άδικη και αντισυνταγματική στη βάση ουσιαστικά 11 λόγων που επικαλείται και καταγράφονται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του υπό τα σημεία (α)-(ιβ). Δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω αλλά εκεί που κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλών πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 22.02.17 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης-έφεσης. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο αρχικά την 03.03.17 και μετά την 13.03.17, ημερομηνίες κατά τις οποίες μόνο οι Καθ' ων η αίτηση 5, δια δικηγόρου, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση, πράγμα που έπραξαν στις 16.03.
- Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση 2 δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να καταχωρήσουν ένσταση ενώ οι Καθ' ων η αίτηση 4 επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη διαδικασία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 5 παραπέμπει σε 7 λόγους που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:
(1)Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Αιητές.
(2)Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
(3)Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του 'κατεπείγοντος'.
(4)Το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα είναι αντίθετο με τις πρόνοιες του Ν.81(Ι)/2011 που καθορίζει τις συνέπειες κατάθεσης σύμβασης πώλησης ακίνητης περιουσίας καθώς επίσης τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει σε σχέση με άλλα εμπράγματα βάρη που βαρύνουν το επίμαχο ακίνητο. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμους του 1965-2015 (Ν.9/1965)και ειδικότερα το Ν.139(Ι)/2015, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 και 7 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση 5, Ανδρέα Ρωσσίδη, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται τρία τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στο οποίο επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, μπορεί να λεχθεί πως αποτελεί ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση 5 ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η συμφωνία πώλησης με την οποίαν οι Καθ' ων η αίτηση 5 αγόρασαν το επίμαχο ακίνητο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 789/2014 την 01.09.14 και συγκεκριμένα προγενέστερα της επιβάρυνσης του εν λόγω ακινήτου με το memo ΕΒ1048/2015 που έγινε την 15.05.
- Αντίγραφο της συμφωνίας πώλησης του επίμαχου ακινήτου και σχετικής απόδειξης κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών η προγενέστερη κατάθεση της σύμβασης πώλησης ουσιαστικά συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου παρέχοντας προτεραιότητα εγγραφής του στο όνομα των Καθ' ων η αίτηση 5 χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το memo ΕΒ1048/2015 που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα προς όφελος των Αιτητών. Ο ενόρκως δηλών θεωρεί την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ορθή, νόμιμη και ότι λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/
- Όπως ο ενόρκως δηλών επισημαίνει, προηγήθηκε αίτηση των Καθ' ων η αίτηση 5 στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση εις το όνομα τους του αγορασθέντος επίδικου ακινήτου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση 5 ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα όταν το Δικαστήριο ασκούσε την κρίση του για μονομερή έκδοση του διατάγματος, η συνέχιση της ισχύος του οποίου μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτησης-έφεσης τελεί υπό εξέταση με την παρούσα διαδικασία. Τούτο επειδή αν διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί καθίσταται αχρείαστη η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης ενώ παράλληλα το προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπό κρίση αίτηση οι Καθ' ων η αίτηση 5 ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι το memo ΕΒ1048/2015 που επιβαρύνει το επίμαχο ακίνητο και επηρεάζεται με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στο όνομα των Καθ' ων η αίτηση 5, είχε καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο μεταγενέστερα της σύμβασης πώλησης με αρ. ΠΩΕ 789/2014, δυνάμει της οποίας το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί από τους Καθ' ων η αίτηση 4 στους Καθ' ων η αίτηση
- Αντίθετα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι έχουν παρουσιάσει κάθε στοιχείο που είχαν στην κατοχή τους ή που γνώριζαν. Όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, κατά την μονομερή εξέταση της υπό κρίση αίτησης και έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 22.02.17 οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να αναφέρουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου, τα οποία γνώριζαν ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζαν. Τέτοια αναφορά ουσιωδών γεγονότων γίνεται μόνο με την ρητή και σαφή καταγραφή τους μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση. Η τυχόν επισύναψη εγγράφων ως τεκμηρίων είναι απλά για υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και όχι για να υποψιάζεται και να πιθανολογεί το Δικαστήριο αν μέσα από τέτοια έγγραφα ενδεχομένως να περιλαμβάνονται στοιχεία που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ουσιώδη γεγονότα ή από αυτά να αντληθούν ουσιώδη στοιχεία, συμπληρωματικά αυτών που ήδη περιέχονται στην ένορκη δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές μπορούσαν να προβούν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο σε χρόνο πλησίον της υπό κρίση αίτησης που επιθυμούσαν να προωθήσουν μονομερώς. Αν το έπρατταν θα γνώριζαν ότι το επίμαχο ακίνητο είχε πωληθεί από τους Καθ' ων η αίτηση 4 στους Καθ' ων η αίτηση 5 και η σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 29.08.14 που αφορούσε το εν λόγω ακίνητο είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο την 01.09.14 με αρ. ΠΩΕ 789/2014, γεγονός που αναφέρεται από τους Καθ' ων η αίτηση 5 και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές. Μέσα από μια τέτοια έρευνα που μπορούσαν να κάνουν ανά πάσα στιγμή πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης οι Αιτητές θα αντιλαμβάνονταν ακόμη ότι η κατάθεση της σύμβασης με αρ. ΠΩΕ 789/2014 στο Κτηματολόγιο προηγείτο της κατάθεσης του memo που αυτοί καταχώρησαν ΕΒ1048/2015 σε σχέση με το ακίνητο. Επομένως μέσω μιας τέτοιας έρευνας οι Αιτητές θα γνώριζαν ότι το ακίνητο βαρυνόταν με προγενέστερη επιβάρυνση που ήταν η κατάθεση της σύμβασης πώλησης του επίμαχου ακινήτου ΠΩΕ 789/
- Όλα τα πιο πάνω γεγονότα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια νε περιέλθουν εις γνώση των Αιτητών και αυτοί να τα κατέγραφαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση για να έχει καλύτερη εικόνα του σκηνικού το Δικαστήριο. Δεν το έπραξαν όμως. Θα μπορούσαν ακόμη, επιπλέον της καταγραφής, να επισύναπταν το πρόσφατο πιστοποιητικό έρευνας σχετικά με το επίμαχο ακίνητο, όπως έπραξαν με αυτό του έτους 2013 (Τεκμήριο 3) και με αυτό του έτους 2015 για το ιστορικό της μίσθωσης ακινήτου που σχετιζόταν με ξενοδοχείο (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω παρατηρείται μη αναφορά από μέρους των Αιτητών ιστορικού επιβαρύνσεων σχετικά με το επίμαχο ακίνητο που λογικά φαίνεται να προηγούνται του memo που αυτοί καταχώρησαν με το ΕΒ1048/2015 στις 15.05.15, με βάση πάντοτε τα στοιχεία που οι Αιτητές είχαν στην κατοχή τους τη δεδομένη χρονική στιγμή της μονομερούς προώθησης της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα οι Αιτητές παρέλειψαν να καταγράψουν κατά τρόπο ρητό και σαφή ότι το επίμαχο ακίνητο βαρυνόταν με προγενέστερες επιβαρύνσεις υποθήκη Υ2003/2011 για το ποσό των €50.000 από τις 30.06.11, με το εμπράγματο βάρος ΕΒ1247/2013 λόγω προσωρινού διατάγματος από 05.07.13 και δύο εμπράγματα βάρη ΕΒ1328/2013 και ΕΒ1701/2013 του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων από 22.07.13 και 06.09.13 αντίστοιχα. Παρόλο ότι γίνεται αναφορά σε υποθήκη εντούτοις δεν δηλώνεται ότι αυτή προηγείται, όπως ότι προηγούνται και όλες οι πιο πάνω άλλες επιβαρύνσεις, του memo που αυτοί καταχώρησαν με το ΕΒ1048/
- Η επισύναψη του Τεκμηρίου 3 δεν αντικαθιστά αλλά ούτε και διαγράφει το καθήκον των Αιτητών για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων μέσω ρητής και σαφής καταγραφής τους στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση τους προκειμένου όλα αυτά να ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου όταν την μελετούσε για την άσκηση της κρίσης του κατά πόσο θα έκδιδε ή όχι μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Κατά συνέπεια η μη αναφορά όλων των πιο πάνω από τους Αιτητές αποτελεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που αν αποκαλύπτονταν στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης θα ασκούσαν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Αυτή η εξέλιξη μοιραία κρίνει την τύχη της παρούσας αίτησης. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω τον δεύτερο λόγο ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης η προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με τον πρώτο λόγο ένστασης. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτηση 5 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Αιτητές θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Από το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δικαιολογείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)καθώς και των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Όταν δε επιζητείται η έκδοση διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση σε περιπτώσεις που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις για χάριν εκτέλεσης δύναται να συμπεριληφθεί στη νομική βάση και το άρθρο 5 του Κεφ.6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 εφαρμόζονται στις ειδικές περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται η συνέχιση της ισχύος διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κυρίως υπόθεσης. Κατά συνέπεια οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 δεν τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Παράλληλα επειδή το αιτούμενο διάταγμα δεν αφορά περίπτωση εκκρεμούσας αγωγής όπου αξιώνονται θεραπείες χρηματικής φύσεως για χάριν εκτέλεσης αλλά εμπράγματο βάρος σε ακίνητο στα πλαίσια λήψης μέτρου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ούτε το άρθρο 5 του Κεφ.6 έχει έρεισμα εφαρμογής. Επομένως έπεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι το μόνο από το οποίο πηγάζει η εξουσία που παρέχεται για εξέταση της υπό κρίση αίτησης που αφορά τη δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Ένα ενδιάμεσο απαγορευτικής φύσεως διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο πιο πάνω άρθρο. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι οι Αιτητές προωθούν την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση για τους λόγους που εξειδικεύουν στο σώμα της κυρίως υπόθεσης και επαναλαμβάνουν στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ένας από τους λόγους που οι Αιτητές προβάλλουν είναι ότι η ειδοποίηση ημερομηνίας 11.11.16 που σηματοδότησε την έναρξη της διαδικασίας που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δεν έχει νομική ισχύ και εγκυρότητα επειδή δεν φέρει υπογραφή. Τούτο κατά τη γνώμη τους κατέστησε ολόκληρη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε παράνομη και άκυρη. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρώ ότι οι Καθ' ων η αίτηση 5 προώθησαν στο Κτηματολόγιο σχετική αίτηση μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου εις το όνομα τους ως αγοραστές (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης), γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές. Το δικαίωμα καταχώρησης τέτοιας αίτησης παρέχεται νομοθετικά από τις πρόνοιες του άρθρου του 44ΙΘ
(1)του Ν.9/
- Η επίμαχη ειδοποίηση φαίνεται να πραγματεύεται την πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί σε μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτους εις το όνομα των Καθ' ων η αίτηση 5 που φαίνεται να είναι οι αγοραστές του κατόπιν εξέτασης της αίτησης που υπεβλήθηκε (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης). Τέτοια αίτηση εξετάζεται στη βάση των παραμέτρων του άρθρου 44Κ του Ν.9/
- Η ειδοποίηση, όπως είναι το υπό συζήτηση επίμαχο έγγραφο, γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου για μεταβίβαση του ακινήτου και κοινοποιείται σε κάθε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση ως υπαγορεύουν οι πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/
- Υπό αυτή την έννοια η εν λόγω ειδοποίηση αποστάληκε στους Αιτητές, η οποία όντως δεν φέρει υπογραφή παρόλο ότι δείχνει να ετοιμάστηκε εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου. Οι Αιτητές αναγνωρίζοντας τη νομική σημασία ενός τέτοιου εγγράφου υπέβαλαν ένσταση στην ειδοποίηση (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης), η οποία εξετάστηκε. Το αποτέλεσμα της εξέτασης της ένστασης κοινοποιήθηκε γραπτώς και ενυπόγραφα στους Αιτητές με σχετική γνωστοποίηση ημερομηνίας 17.01.17 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης), οι οποίοι προσβάλλουν την εν λόγω απόφαση με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση. Για σκοπούς του παρόντος σταδίου τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορούν να καταδείξουν ή έστω να τείνουν να καταδείξουν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 για το οποίο υπεβλήθηκε ένσταση, η οποία εξετάστηκε και το αποτέλεσμα της εξέτασης κοινοποιήθηκε, είναι παράνομη, άκυρη και δίχως νομική ισχύ. Ένα άλλος λόγος που προβάλλεται είναι η θέση των Αιτητών ότι το περιεχόμενο της ένστασης τους έχει αγνοηθεί. Εκ πρώτης όψεως και για σκοπούς του σταδίου αυτού δεν φαίνεται αυτό να ευσταθεί. Προς τούτο παραπέμπω στην τελευταία παράγραφο όπου από μια πρόχειρη ανάγνωση γίνεται αντιληπτό ότι υπήρξε ενασχόληση με την ένσταση των Αιτητών. Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίον η αίτηση-έφεση προωθείται είναι η θέση των Αιτητών ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι επαρκώς και/ή καθόλου αιτιολογημένη. Όπως και πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως και για σκοπούς του σταδίου αυτού δεν φαίνεται ούτε αυτό να ευσταθεί. Πρόχειρη ανάγνωση του κειμένου της εν λόγω απόφασης στην όψη του και μόνο δεν προκρίνει τη θέση αυτή των Αιτητών. Ένας από τους βασικότερους λόγους επί του οποίου προωθείται η κυρίως υπόθεση είναι η θέση των Αιτητών με την οποίαν αμφισβητείται η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένα ακίνητο ή μέρος αυτού έχει πωληθεί δυνάμει σύμβασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι τις 31.12.14 ή έχει κατατεθεί σ' αυτό δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα του αγοραστή που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, τίθενται σε εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ του Ν.9/1965 που ενσωματώθηκαν με τον τροποποιητικό νόμο 139(Ι)/
- Αυτά υπαγορεύουν οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΗ της κείμενης νομοθεσίας. Η θέσπιση του εν λόγω τροποποιητικού νόμου στοχεύει στο να βοηθήσει αγοραστές που εξόφλησαν το τίμημα πώλησης και έχουν καταθέσει τη σύμβαση αγοράς του ακινήτου στο μητρώο του Κτηματολογίου να αποκτήσουν εγγράφοντας εις το όνομα τους τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που έχουν αγοράσει αλλά εμποδίζονται από την προγενέστερη κατάθεση υποθηκών, επιβαρύνσεων και άλλων εμπραγμάτων βαρών. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το επίμαχο ακίνητο πωλήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση 4 στους Καθ' ων η αίτηση 5 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 29.08.14, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 01.09.14 (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Επομένως με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΗ του Ν.9/1965 προκύπτει ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου δύναται να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ της εν λόγω νομοθεσίας. Έχοντας αυτό υπόψη ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέτασε αίτηση που δικαιωματικά εκ του άρθρου 44ΙΘ υπεβλήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση 5 ως αγοραστές του επίμαχου ακινήτου για μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα τους επί της οποίας αγοράς υπάρχει σύμβαση κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο. Οι πρόνοιες του άρθρου 44Κ του Ν.9/1965 θέτουν ως προϋποθέσεις για την επιτυχία τέτοιας αίτησης την εξόφληση του τιμήματος πώλησης στον πωλητή και να υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση καταδεικνύει ότι το τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου έχει εξοφληθεί και σχετική απόδειξη μαζί με αποδείξεις πληρωμής των σχετικών φόρων και τελών που σχετίζονται με το ακίνητο φαίνεται να έχουν αποσταλεί στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Επίσης από το λεκτικό του εν λόγω εγγράφου δεν φαίνεται να προκύπτει ζήτημα ανυπαρξίας εγγεγραμμένου τίτλου ιδιοκτησίας. Να σημειωθεί ότι όλα αυτά τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τους Αιτητές. Την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του επίμαχου ακινήτου κοινοποίησε γραπτώς με σχετική ειδοποίηση στους Αιτητές ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ως είχε καθήκον δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44ΚΒ
(1)του Ν.9/1965. Η εν λόγω ειδοποίηση αποστάληκε στους Αιτητές ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θεωρούνται ότι είναι με την καταχώρηση του memo με το ΕΒ1048/2015, το οποίο επιβαρύνει το ακίνητο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Μέρους VI του Ν.9/1965 που είναι οι πρόνοιες του άρθρου 44ΣΤ 'ενδιαφερόμενο πρόσωπο' θεωρείται "οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος." Οι Αιτητές υπέβαλαν ένσταση ως είχαν δικαίωμα. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ
(3)της εν λόγω νομοθεσίας η ένσταση για να έχει προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται σ' ένα από τους ακόλουθους λόγους συνοδευόμενοι από σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που να τους τεκμηριώνουν: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Συνδυασμένη ανάγνωση τόσο της ένστασης όσο και της γνωστοποιηθείσας απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που φαίνεται να εξέτασε την ένσταση καταδεικνύει ότι η ένσταση δεν πρέπει να υποστηρίχτηκε από αποδεικτικά στοιχεία που να την τεκμηριώνουν σε σχέση με τους λόγους που προβάλλει και καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ
(3)του Ν.9/1965. Η ένσταση επί της ειδοποίησης που οι Αιτητές υπέβαλαν, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, δεν φαίνεται να συνοδεύεται από οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει το περιεχόμενο της, πάντοτε σε σχέση με τα κριτήρια που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ
(3)του Ν.9/1965, σε αντίθεση με τους Καθ' ων η αίτηση 5 που από ότι φαίνεται από το λεκτικό των Τεκμηρίων 1 και 2 και δεν έχει αντικρουστεί από τους Αιτητές έχουν εξοφλήσει το τίμημα αγορά του επίμαχου ακινήτου καθώς και όλους τους σχετικούς φόρους και τέλη που του αναλογούν υποστηρίζοντας τη θέση τους αυτή με την επισύναψη σχετικών αποδείξεων, πάντοτε σε σχέση με τα κριτήρια που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 44Κ
(1)του Ν.9/
- Σύμφωνα με το Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος του Ν.9/1965 η κατάθεση σύμβασης πωλήσεως ακινήτου στο μητρώο του Κτηματολογίου επενεργεί ως εμπράγματο βάρος στο ακίνητο. Ως υποδεικνύουν οι διατάξεις του άρθρου 44ΣΤ, ο όρος 'σύμβαση' που χρησιμοποιείται μέσα από το λεκτικό των προνοιών της κείμενης νομοθεσίας έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.81(Ι)/2011 που είναι το άρθρο 2 σύμβαση σημαίνει σύμβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συμφωνία διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Η δε 'κατάθεση της σύμβασης', με βάση το άρθρο 2 του Ν.81(Ι)/2011, σημαίνει την κατάθεση πιστού αντιγράφου της σύμβασης στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία για τη δημιουργία εμπραγμάτου βάρους στην ακίνητη ιδιοκτησία που αφορά η σύμβαση. Χωρίς δεύτερη σκέψη η γραπτή συμφωνία πώλησης του επιδίκου ακινήτου που έχει κατατεθεί στο μητρώο του Κτηματολογίου εμπίπτει στην έννοια και σημασία της σύμβασης αλλά και στον ορισμό της κατάθεσης σύμβασης που αποδίδει τόσο ο Ν.9/1965όσο και ο Ν.81(Ι)/2011μετά των συναφών τροποποιήσεων. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του Ν.9/1965 εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις του Ν.81(Ι)/2011 χωρίς να υπερισχύει η μία νομοθεσία έναντι της άλλης. Το ότι η κατάθεση σύμβασης πωλήσεως ακινήτου στο μητρώο του Κτηματολογίου επενεργεί ως εμπράγματο βάρος στο ακίνητο επιβεβαιώνεται και από το Ν.81(Ι)/
- Συγκεκριμένα το άρθρο 5
(1)της εν λόγω νομοθεσίας ρητά αναφέρει ότι η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της. Το εν λόγω εμπράγματο βάρος ισχύει μέχρι την ακύρωση ή απόσυρση της κατάθεσης της σύμβασης (εδάφιο 4 του άρθρου 5 του Ν.81(Ι)/2011). Χωρίς αμφιβολία η κατάθεση της σύμβασης πώλησης του επίμαχου ακινήτου στο μητρώο του Κτηματολογίου δημιούργησε εμπράγματο βάρος στο εν λόγω ακίνητο από την ημερομηνία κατάθεσης της σύμβασης, ήτοι από την 01.09.
- Εμπράγματο βάρος στο ακίνητο δημιουργήθηκε και με την καταχώρηση του memo με το ΕΒ1048/2015 από τους Αιτητές από την ημερομηνία εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ήτοι από τις 15.05.
- Δικαίωμα εγγραφής της δικαστικής απόφασης σε ακίνητο που επενεργεί ως επιβάρυνση σ' αυτό παρέχεται από τις πρόνοιες των άρθρων 53 και 54 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Το ότι η εγγραφή δικαστικής απόφασης αποτελεί εμπράγματο βάρος για το ακίνητο επιβεβαιώνεται από το Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος του Ν.9/
- Σύμφωνα όμως με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.6 η εγγραφή δικαστικής απόφασης δεν επηρεάζει το συμφέρον που δημιουργείται από προγενέστερη υποθήκευση του ακινήτου. Κατά ανάλογο τρόπο ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 57 του Κεφ.6 αφήνεται να εννοηθεί ότι ισχύει το ίδιο για όλα τα εμπράγματα βάρη που τυχόν προηγούνται της εγγραφής της δικαστικής απόφασης. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Κ
(1)του Ν.9/1965 και παράλληλα δεν ικανοποιούνται τα κριτήρια του άρθρου 44ΚΒ
(3)της ιδίας νομοθεσίας που θα δικαιολογούσαν επιτυχία ένστασης που υποβάλλεται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προχωρεί στην άρση και μεταφορά των εμπραγμάτων βαρών και ταυτόχρονα στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του ακινήτου εις το όνομα του αγοραστή, χωρίς όμως να διευκρινίζεται κατά πόσο τέτοια εμπράγματα βάρη πρέπει να προηγούνται ή να έπονται ή γενικά η αναφορά είναι για όλα. Αυτό που επομένως φαίνεται από τα προαναφερόμενα είναι ότι οι πρόνοιες του τροποιητικού νόμου 139(Ι)/2015 εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση και ως εκ τούτου η περί του αντιθέτου θέση των Αιτητών δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι οι πρόνοιες του τροποιητικού νόμου 139(Ι)/2015 δεν εφαρμόζονται επειδή αυτός θεσπίστηκε μεταγενέστερα της καταχώρησης του memo με ΕΒ1048/2015 ουδεμία σχέση έχει. Το ένδικο μέσο προσβολής απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, όπως αυτή στην προκειμένη περίπτωση, είναι η καταχώρηση αίτησης-έφεσης, όπως η παρούσα κυρίως υπόθεση. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.9/
- Ειδικότερα οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου προνοούν ότι οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποίου τα δικαιώματα παραβλάπτονται από την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μπορεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που του κοινοποιήθηκε η απόφαση να την προσβάλει με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Αιτητές είναι πρόσωπο, του οποίου τα δικαιώματα παραβλάπτονται από την εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Τέτοια βλάβη σε δικαιώματα δεν πρέπει να είναι θεωρητική αλλά πραγματική. Από τη μία η ανάγκη τήρησης της σειράς προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών και από την άλλη το γεγονός ότι το memo με το ΕΒ1048/2015 των Αιτητών φαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία να είναι το τελευταίο στη σειρά εμπράγματο βάρος με πρώτο να είναι αυτό της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης του επίμαχου ακινήτου, θέτει ζήτημα βλάβης δικαιώματος των Αιτητών υπό το καθεστώς αμφιβολίας. Ακόμη όμως και να εκληφθεί ότι οι Αιτητές νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης-έφεσης στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος τους να προσβάλουν την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που τους παρέχεται από το άρθρο 51 του Ν.9/11965, από τη σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών φαίνεται να προηγείται αυτό της κατάθεσης της σύμβασης του επιδίκου ακινήτου, το οποίο μεταβιβάζεται και δεν πλειστηριάζεται χωρίς να παρέχονται περιθώρια για κάτι εναλλακτικό με αποτέλεσμα το memo με το ΕΒ1048/2015 να διαγράφεται ή να παραγκωνίζεται. Η θέση των Αιτητών ότι το memo με το ΕΒ1048/2015 όσο βρίσκεται σε ισχύ λόγω της μη εξόφλησης της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να διαγραφεί και/ή παραγκωνιστεί δεν φαίνεται να υποστηρίζεται μέσα από την εφαρμογή των προαναφερόμενων προνοιών του Ν.9/1965, Ν.81(Ι)/2011και Κεφ.
- Οι Αιτητές επίσης εγείρουν θέμα ότι τόσο ο τροποποιητικός νόμος 139(Ι)/2015 όσο και η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28, 30 και 34 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που στην Κύπρο κυρώθηκε με το Ν.39/62, τα άρθρα 14, 53, 55 και 57 του Κεφ.6 καθώς και το άρθρο 14 του Ν.9/
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο εξετάζει θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.4, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R.167, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R.71 και Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1966)2 A.A.Δ.126). Η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου δεν εξετάζεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές εξέφρασαν μία γενική και αόριστη θέση. Οι Αιτητές δεν εξηγούν κατά τρόπο σαφή και εξειδικευμένο πως μέσα από την παρούσα περίπτωση παραβιάζονται οι διατάξεις κάθε ενός από τα εισηγούμενα άρθρα και κατ' επέκταση πως συγκεκριμένα επηρεάζονται τα δικαιώματα των Αιτητών. Από την εισήγηση των Αιτητών απουσιάζουν εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες που θα προσδιόριζαν με σαφήνεια και εξειδικευμένα που ακριβώς αναδύεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Κατά συνέπεια η θέση αυτή των Αιτητών είναι, υπό τις περιστάσεις, έκθετη σε απόρριψη. Καταληκτικά θα ασχοληθώ με ένα ακόμη εγειρόμενο σημείο. Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών παραθέτει διάφορα ισχυριζόμενα γεγονότα που αναφέρονται για πρώτη φορά. Ειδικότερα γίνεται αναφορά ότι η σύμβαση πώλησης του επίμαχου ακινήτου είναι εικονική, ότι η εν λόγω συμφωνία περιέχει σκοπιμότητες, ότι τίθεται θέμα εγκυρότητας της και ότι εντοπίζεται ζήτημα συμπαιγνίας των Καθ' ων η αίτηση 5 με συγκεκριμένο τραπεζικό οργανισμό εις βάρος των Αιτητών. Πρόκειται για επικαλούμενα γεγονότα που δεν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση τους. Με γνώμονα τη γνωστή νομική αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A
(2000)1A Α.Α.Δ. 447) οι εν λόγω αναφορές του συνηγόρου των Αιτητών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν ικανοποιείται τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Συγκεκριμένα από τα προαναφερόμενα φαίνεται ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς επίσης η πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αίτησης-έφεσης πάνω στους λόγους που προωθείται κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ένεκα του πιο πάνω αποτελέσματος η εξέταση των υπολοίπων κριτηρίων και παραμέτρων είναι άνευ σημασίας. Επομένως προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και κριτήρια που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης και κατ' επέκταση για τη διατηρήση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση του τρίτου και τέταρτου λόγου ένστασης, πράγμα που αν γινόταν θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.02.17 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 5 και εναντίον των Αιτητών και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω υπόθεση. Σε σχέση με τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 4 ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο