← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΚΩΣΤΑ ΠΕΤΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Aγωγής: 1067/2014, 3/8/2017

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΚΩΣΤΑ ΠΕΤΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Aγωγής: 1067/2014, 3/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1067/2014 Μεταξύ:

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ εκ Λεμεσού
  2. ΕΛΕΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ εκ Λεμεσού Εναγόντων και
  3. ΚΩΣΤΑ ΠΕΤΡΙΔΗ, εκ Λευκωσίας
  4. ΚΕΝ KYRIAKOY INVESTMENTS LIMITED (ΗΕ 43734), εκ Πάφου Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 25.11.2016 για παραμερισμό Σημειώματος Εμφάνισης ---------------------------- Ημερομηνία: 3.8.2017 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Σ. Κύρου για Χ. Π. ΣΑΒΒΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μυρ. Τιμοθέου για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.5.2014 στη βάση Γενικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Σημείωμα Εμφάνισης για τους Εναγόμενους καταχώρισε στις 28.5.2014 η Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ. Μετά από τη λήψη σχετικών δικονομικών μέτρων καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης και Έκθεση Υπεράσπισης. Μετά από αίτηση ορισμού η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες και με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους των διαδίκων ένορκη δήλωση με την οποίαν αποκάλυψαν τα έγγραφα που κατέχουν και σχετίζονται με την υπόθεση. Στις 15.2.2016 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής των δικηγόρων οι οποίοι μέχρι τότε εκπροσωπούσαν τους Ενάγοντες και η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση για τις 15.11.
  5. Μετά ταύτα καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων η κρινόμενη αίτηση με την οποία επιδιώκεται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση (vacated) το σημειώματος εμφάνισης του Δικηγορικού Γραφείου ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Εναγομένης 2 ως άκυρης και/ή παράτυπης και/ή καταχωρηθείσας άνευ εξουσιοδότησης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση (vacated) της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων ημερομηνίας 30/07/2015 ως άκυρης και/ή παράτυπης και/ή καταχωρηθείσας άνευ εξουσιοδότησης της Εναγομένης
  6. Γ. Διαζευκτικά του (Β), Διάταγμα του Δικαστηρίου Διατάττον:

(1)την διαγραφή του τίτλου της Έκθεσης Υπεράσπισης Εναγομένων ημερομηνίας 30/07/2015 και δια της αντικατάστασης του με τον τίτλο «Έκθεση Υπεράσπισης Εναγομένου 1»
(2)την διαγραφή του τίτλου της ιδιότητας του Δικηγορικού Γραφείου ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. και δια της αντικατάστασης του με τον τίτλο Δικηγόρος Εναγομένου 1.» Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και/ή πρέπουσα και/ή εύλογη. Ε. Διαταγή όπως τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον ΦΠΑ (Αρ. ΦΠΑ 10317384Ζ) καταβληθούν από το δικηγορικό γραφείο ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε..» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, ο οποίος αναφέρει τα εξής: είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο Α). Το διοριστήριο έγγραφο, το οποίο συνοδεύει το Σημείωμα Εμφάνισης που καταχωρήθηκε στις 28.5.2014 υπογράφηκε από τον Κώστα Πετρίδη, Εναγόμενο 1, ένα εκ των διευθυντών της Εναγόμενης
  1. Η σφραγίδα που τοποθετήθηκε στο εν λόγω διοριστήριο δεν είναι γνήσια και δεν ανήκει στην Εναγόμενη 2 της οποίας η σφραγίδα είναι όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο Β. Μοναδικοί μέτοχοι της Εναγόμενης 2 εταιρείας είναι ο Κ. Πετρίδης (Εναγόμενος 1) και η εταιρεία K. I. KYRIAKOY HOLDINGS LTD (Tεκμήριο Γ), της οποίας μοναδικός διευθυντής και μέτοχος του 100% των μετοχών είναι ο Ενάγων
  2. Μοναδικοί διευθυντές της Εναγόμενης 2 εταιρείας KEN KYRIAKOY INVESTMENTS LTD τυγχάνουν οι Κώστας Πετρίδης (Εναγόμενος 1) και ο Κυριάκος Κυριάκου (Ενάγων 1). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου της εταιρείας ΚΕΝ KYRIAKOY INVESTMENTS LTD, για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε σχέση με τις εργασίες της εταιρείας και τη διαχείριση όλων των ζητημάτων της, για να ληφθεί απόφαση μεταξύ άλλων θεμάτων και για την εκπροσώπηση της σε νομικές διαδικασίες, πρέπει να λαμβάνεται είτε με απόφαση και των δύο διευθυντών είτε με απόφαση όλων των μετόχων (Τεκμήριο ΣΤ). Στην κρινόμενη περίπτωση, ο διορισμός των δικηγόρων που εμφανίζονται για την Εναγόμενη 2 δεν έγινε σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο της και σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποίαν λαμβάνει, αυτός είναι άκυρος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης (καταχωρήθηκε στις 31.5.2017) που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων, εγείρονται ευάριθμοι λόγοι, οι οποίοι προτείνουν πως: - Η αίτηση δεν βασίζεται στο σωστό δικονομικό πλαίσιο. - Υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά και ουσιαστικά στρέφεται εναντίον του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγομένων για πρόσβαση στο Δικαστήριο. - Ο διορισμός των δικηγόρων της Εναγόμενης 2 έγινε νομότυπα από το διευθυντή/Εναγόμενο 2 και μέτοχο κατά 50% αυτής. - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και έχουν μεσολαβήσει διάφορα δικονομικά διαβήματα στην αγωγή. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Στέλλας Τιμοθέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο επιδόσεως των δικηγόρων των Εναγομένων (λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο Εναγόμενος 1 ο οποίος θα προέβαινε στην ένορκη δήλωση). Κατ΄ αρχήν υποδεικνύει ότι καμιά απόδειξη της υποτιθέμενης γνησιότητας της σφραγίδας της Εναγόμενης 2 παρουσιάζεται. Από δε το καταστατικό που έχουν επισυνάψει ως Τεκμήριο στην αίτηση, απουσιάζει η τέταρτη σελίδα. Αφού επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και την υποχρέωση που είχε ο Εναγόμενος 1 να φροντίσει να εκπροσωπηθεί η Εναγόμενη 2, δηλώνει πως: «Δεδομένου ότι, ο Κυριάκος Κυριάκου ήγειρε αγωγή κατά της ίδιας της εταιρείας της οποίας επικαλείται αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, είναι προφανές ότι υπό τις περιστάσεις σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου για να αποφασίσει για την εκπροσώπηση της εταιρείας στην παρούσα διαδικασία θα ήταν άσκοπη, μάταιη και με προκαθορισμένη εξέλιξη.» Οι συνήγοροι έχουν εκφράσει τις απόψεις, θέσεις και επιχειρηματολογία τους μέσω γραπτών αγορεύσεων τις οποίες έχω μελετήσει και έχω υπόψη μου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται κατωτέρω. Θεωρώ σκόπιμο να εξεταστεί πρώτιστα το θέμα που τίθεται για το χρόνο καταχώρισης της αίτησης την οποία οι Καθ΄ ων η αίτηση θεωρούν πως αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση. Σημειώνεται τόσο στο λόγο ένστασης όσο και στην αγόρευση, πως το Σημείωμα Εμφάνισης για την Εναγόμενη 2 καταχωρήθηκε στις 28.5.2014 και 2½ περίπου χρόνια αργότερα, στις 25.11.2016 και ενώ μεσολάβησαν διάφορα δικονομικά διαβήματα, οι Ενάγοντες καταχρηστικά και αδικαιολόγητα καθυστερημένα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Συνεπώς θεωρούν πως μόνο για τούτο το λόγο η αίτηση είναι απορριπτέα και εμποδίζονται οι Αιτητές εκ της ολιγωρίας τους να προωθούν το αίτημα τούτο. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.3, Δ.9 θ.1-13, Δ.16 θ.1-11, Δ.17, Δ.19 θ.1-27, Δ.27 Θ.1-4, Δ.39, Δ.48 Θ.1-13, Δ.59 Θ.2, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρα 29, 30, 21, τα άρθρα 2,13 και Πρώτο Παράρτημα (Πίνακας Α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το άρθρο 30 του Συντάγματος, η Δικαστική Πρακτική του 1958, οι αρχές τις επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Σχετική από αυτές είναι η Δ.16 η οποία ρυθμίζει το θέμα της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους Εναγόμενου. Η Δ.3 αναφέρεται στο θέμα της αλλαγής δικηγόρου, η Δ.17 στις επιπτώσεις της παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, ενώ η Δ.39 πραγματεύεται το ζήτημα των ενόρκων δηλώσεων. Για εξέταση του κρινόμενου ζητήματος καθοδήγηση αντλείται από το σύγγραμμα Annual Practice 1958 του οποίου η αντίστοιχη Δ.12 πραγματεύεται το κρινόμενο ζήτημα. Υποδεικνύει με παραπομπή στο ανωτέρω σύγγραμμα στο Solicitor's Responsibility πως το παράτυπο της καταχώρησης εμφάνισης δικηγόρου Εναγόμενου μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, ακόμη και κατά το τελικό στάδιο αυτής. Συνεπώς οι Αιτητές διατηρούν το δικαίωμα να λάβουν το συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα στο στάδιο που το έλαβαν και έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Θεωρώ σημαντικό σ΄ αυτό το στάδιο να καταγραφεί η διαφορά των διαδίκων μερών. Η αξίωση των Εναγομένων απαιτεί έκδοση αναγνωριστικής δήλωσης του Δικαστηρίου η οποία να αναγνωρίζει τους Ενάγοντες ως νόμιμους ιδιοκτήτες όλων των μετοχών της Εναγόμενης 2 ήτοι τον Ενάγοντα 1 ως νόμιμο ιδιοκτήτη 999 μετοχών από τις 1000 και της Ενάγουσας 2 ως νόμιμη ιδιοκτήτρια της 1 από τις 1000 μετοχές του μετοχικού κεφαλαίου. Ζητείται περαιτέρω δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει ως εμπιστευματοδόχος (trustee) των Εναγόντων 500 μετοχές της Εναγομένης 2, οι οποίες αποτελούν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της, δηλαδή 499 μετοχές δια τον Ενάγοντα 1 και 1 μετοχή για την Ενάγουσα
  3. Ζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 να αποδώσει λογαριασμούς στους Ενάγοντες αναφορικά με την κατοχή και διαχείριση των 500 μετοχών και τέλος επιζητείται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων δια του οποίου να υποχρεούνται να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι του Ενάγοντα 1 και της Ενάγουσας 2 τις 499 μετοχές και τη 1 μετοχή, μαζί με τα απορρέοντα δικαιώματα ελεύθερα παντός βάρους και/ή επιβάρυνσης. Η Έκθεση Απαίτησης περιγράφει κυρίως τις σχέσεις και συναλλαγές μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου 1 και τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε και κατέχει τις μετοχές της Εναγόμενης
  4. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 9.3.
  5. Αναφέρεται κυρίως στα γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 και προτάσσει τον ισχυρισμό ότι τόσον ο Ενάγων 1 όσο και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο στη Λευκωσία με το οποίο επιλύουν όλες τους τις διαφορές και το οποίο δεν τιμήθηκε από τον Ενάγοντα 1 με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η αγωγή αρ. 938/2015 η οποία εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η πορεία της υπόθεσης μέχρι τώρα έχει καταγραφεί στην αρχή της απόφασης. Επανερχόμενο το Δικαστήριο στο ζήτημα της εκπροσώπησης Εναγομένου από δικηγόρο, σύμφωνα με την ανωτέρω Διαταγή 12 θ.1 υπό τον τίτλο Irregularity in με υποσημείωση Solicitor's Responsibility, αναφέρεται πως ένας δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί εμφάνιση για Εναγόμενο θεωρείται (συνάγεται) πως έχει εξουσιοδότηση να το πράξει. (A solicitor who enters an appearance for a defendant impliedly warrants or contracts that he has authority to do so). Το Annual Practice 1961, σελ. 3077, απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας δικηγόρος θεωρείται ότι ενεργεί χωρίς εξουσιοδότηση είτε να εγείρει αγωγή είτε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης είτε να υπερασπίζεται μια υπόθεση χωρίς εξουσιοδότηση. Σαν τέτοια εκλαμβάνεται η περίπτωση όπου ο Ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, ή είναι ανήλικος ή άτομο που στερείται λογικής (may be or become of unsound mind). Όταν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εκλαμβάνεται ότι η οδηγία δόθηκε χωρίς εξουσιοδότηση, όταν αυτή δεν έχει νομότυπα διορισμένους διευθυντές ή άλλους αξιωματούχους ικανούς να δώσουν οδηγίες ή όταν οι οδηγίες προέρχονται από τη μειοψηφία των διευθυντών ή από διευθυντές οι οποίοι δεν διορίσθησαν κανονικά ή από διαφωνούντες διευθυντές οι οποίοι ενεργούν με κακή πίστη (mala lide). Για την τελευταία περίπτωση μνημονεύεται η απόφαση Marshall's Valve Grar Co v. Manning Warlde & Co
(1909)1 Ch 267. Στην ανωτέρω απόφαση, διαφωνών διευθυντής κατεχώρησε αγωγή με Ενάγουσα την εταιρεία, το όνομα της οποίας διεγράφη από Ενάγουσα και η αγωγή απορρίφθηκε, μετά από αίτημα των υπολοίπων τριών διευθυντών, οι οποίοι δεν συμφωνούσαν και δεν εξουσιοδότησαν την έγερση της αγωγής. Αποτελεί γνωστή νομολογιακή αρχή ότι μια εταιρεία δεν έχει φυσική υπόσταση αλλά αποτελεί μια ανεξάρτητη νομική οντότητα διαφορετική τόσο από τους μετόχους όσο και από τους διευθύνοντες συμβούλους της (Salomon v. Salomon
(1897)A.C.22). Η ευθύνη διοίκησης μιας εταιρείας βρίσκεται στα χέρια του διοικητικού της συμβουλίου. Ιδιοκτήτες μιας εταιρείας είναι οι μέτοχοι αυτής. Είναι δυνατόν οι μέτοχοι να είναι ταυτόχρονα και μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδ., σελ. 523-525, αναφέρεται ότι το διοικητικό συμβούλιο και η γενική συνέλευση των μετόχων μιας εταιρείας δύνανται μεταξύ τους να ασκήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη άσκησης όλων των εξουσιών της εταιρείας. Υπό την αίρεση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, με βάση τις οποίες ορισμένες εξουσίες πρέπει να ασκούνται από τη γενική συνέλευση, ο διαμοιρασμός των εξουσιών μεταξύ διοικητικού συμβούλιου και μελών καθορίζεται αποκλειστικά από το καταστατικό της εταιρείας ή οποιαδήποτε τροποποίηση αυτού (Palmer's Company Law, 23d Ed. Vol.1. σελ. 797, παρ.61-05). Είναι αποδεκτό πως στην παρούσα υπόθεση, η εξουσιοδότηση δόθηκε από τον ένα εκ των δύο διευθυντών ο οποίος δεν ζήτησε και δεν έλαβε τη συγκατάθεση του δεύτερου ούτε ζήτησε τη σύγκλιση του συμβουλίου των μετόχων. Ο λόγος είναι προφανής όπως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι ο Κυριάκος Κυριάκου ήγειρε αγωγή κατά της εταιρείας του και υπό τις περιστάσεις η σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν ανέφικτη. Τα ανωτέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων είναι πως δεν επιβεβαιώνεται από το καταστατικό της εταιρείας ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 πως η απόφαση για την εκπροσώπηση της εταιρείας πρέπει να λαμβάνεται είτε με απόφαση των δύο διευθυντών είτε με απόφαση των μετόχων. Αντίθετα, εισηγείται ο συνήγορος, στην παράγραφο 22 του καταστατικού, με τον τίτλο «Εξουσίαι και Καθήκοντα των Συμβούλων», δεν αναφέρεται τέτοια πρόνοια, παρά μόνο τίθεται μια εξαίρεση σε σχέση με τον Πίνακα Α του περί Εταιρειών Νόμου. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την ανωτέρω εισήγηση. Οι εξουσίες ενός διοικητικού συμβουλίου και της συνέλευσης των μελών ρυθμίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 13 (δέστε σχετικά και Pennington's Company Law, 7η έκδοση, σελ. 765). Ο Πίνακας Α του πρώτου μέρους του Κεφ. 113 ρυθμίζει τις εξουσίες και τα καθήκοντα των διοικητικών συμβούλων. Αναφέρει σχετικά ο Κανονισμός 80 ότι οι εργασίες της εταιρείας τυγχάνουν διαχείρισης από τους διευθυντές, νοουμένου ότι οι εξουσίες αυτές δεν ασκούνται είτε με βάση το Νόμο, είτε με βάση άλλους κανονισμούς από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Έχει ήδη επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση τόσο της Αιτήτριας όσο και της Καθ΄ ης το ιδρυτικό και το καταστατικό της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Σύμφωνα με αυτό (το καταστατικό άρθρο 1) οι Κανονισμοί του Πίνακα Α του Κεφ. 113 ισχύουν για την εταιρεία, εξαιρουμένων κάποιων άρθρων, ρητά καθοριζομένων, τα οποία δεν εφαρμόζονται. Ο Κανονισμός 80 δεν περιλαμβάνεται σε αυτά και επομένως βρίσκει πλήρη εφαρμογή στο Καταστατικό της εταιρείας με το οποίο εναρμονίζεται. Τόσο στο ιδρυτικό όσο και στο καταστατικό έγγραφο της Εναγόμενης 2 δεν υπάρχει άρθρο ότι υπάρχει δικαίωμα λήψης αποφάσεων για λογαριασμό της εταιρείας μόνον από τον ένα εκ των δύο διευθυντών. Το ιδιάζον στοιχείο στην παρούσα περίπτωση είναι πως ο αριθμός των διευθυντών είναι δύο, οι οποίοι είναι και οι μόνοι μέτοχοι (ο ένας κατέχει άμεσα το 50% και ο άλλος μέσω της εταιρείας που συμμετέχει ως μέτοχος), οι οποίοι κατέχουν εξ΄ ημισείας το μετοχικό κεφάλαιο. Συνακόλουθο τούτου είναι πως η ανυπαρξία συμφωνίας μεταξύ των διευθυντών δεν μπορεί να επιλυθεί ούτε με την συνέλευση των μετόχων. Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων πως: «Ενόψει της ανωτέρω κατάστασης, αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να χειριστεί τις υποθέσεις της Εναγόμενης 2 με κανονικό και λογικό τρόπο, δηλαδή να προστατεύσει τα δικαιώματα της αναφερόμενης εταιρείας εναντίον της οποίας οι Ενάγοντες 1 και 2 αδίκως και αδικαιολόγητα εγείρουν την παρούσα Αγωγή. Όπως εξάλλου αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο διορισμός της δικηγορικής εταιρείας ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΘ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΘ Δ.Ε.Π.Ε. για να εκπροσωπήσει την Εναγόμενη 2, έγινε δεόντως και νομότυπα, με σχετικό διοριστήριο (retainer) υπογραφέν από διευθυντή της Εναγόμενης 2, ως ήταν πάντα η συνήθης πρακτική της εταιρείας. Εξάλλου, ο Εναγόμενος 1 τεκμαίρεται ότι έχει εξουσία να ενεργεί για λογαριασμό της Εναγόμενης 2.» Είναι όμως αυτή η λύση που δίδεται όταν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των διευθυντών; Στο Pennington (ανωτέρω) σελ. 770 υποδεικνύεται πως αν για κάποιο λόγο το συμβούλιο των διευθυντών δεν μπορεί να λάβει απόφαση, τότε οι μέτοχοι σε γενική συνέλευση μπορεί να λάβουν τέτοια απόφαση. Η συνέλευση των μετόχων επεμβαίνει όταν υπάρχει αδιέξοδο (deadlock) μεταξύ των διευθυντών και σε τέτοια περίπτωση η γενική συνέλευση ασκεί τις εξουσίες των διευθυντών. Για τούτο και στην περίπτωση που ένας μέτοχος εγείρει αγωγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας χωρίς εξουσιοδότηση από το συμβούλιο των διευθυντών ή των μετόχων η αγωγή μπορεί να διαγραφεί. Εκτός εάν υπάρξει εκ των υστέρων έγκριση της καταχώρισης της αγωγής και η συνέχιση της αγωγής από τους διευθυντές ή τους μετόχους. Συναφές με το ανωτέρω είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Αίτηση Αρ. 58/2012 για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, ημερ. 20.6.2012, Αναφορικά με το άρθρο 154.4 του Συντάγματος και Αναφορικά με την αίτηση των Montrago Trustees Ltd κ.α. (αφορούσε την δυνατότητα νομικής εκπροσώπησης εταιρείας) όπου ο Δικαστής Ναθαναήλ αναφέρει στις σελίδες 18-19: «Χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκτεταμένη ανάλυση του εταιρικού δικαίου στο ζήτημα της εκπροσώπησης εταιρείας, είναι δεδομένο ότι μια εταιρεία είναι διάφορο πρόσωπο κατά νόμο, τόσο από τους μετόχους της, όσο και από τους διευθυντές της. Το διοικητικό συμβούλιο εταιρείας έχει την ευθύνη της διοίκησης της, ενώ οι μέτοχοι είναι βέβαια οι ιδιοκτήτες της, που δυνατόν να ταυτίζονται, αλλά όχι κατ' ανάγκη, εν όλω ή εν μέρει, με τους διευθυντές. Η γενική συνέλευση των μετόχων και το διοικητικό συμβούλιο μπορούν μεταξύ τους να ασκούν όλες τις εξουσίες της εταιρείας, (δέστε Pennington's Company Law, 4η έκδ., σελ. 523-525). Το καταστατικό της εταιρείας διαμοιράζει αυτές τις εξουσίες, η τροποποίηση των οποίων δυνατόν να διαφοροποιεί την κατάσταση, υπό το φως πάντοτε και των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίνει ορισμένες εξουσίες αποκλειστικά στη γενική συνέλευση. Κατά το εταιρικό δίκαιο, στην ενάσκηση των εξουσιών του το διοικητικό συμβούλιο δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος της πλειοψηφίας ή ακόμη και όλων των μετόχων της εταιρείας, οι οποίοι δεν μπορούν με ψήφισμα ομόφωνο ή πλειοψηφικό να υπερνικήσουν την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή να του δίνουν οδηγίες πώς να ασκεί τις εξουσίες του, (δέστε την υπόθεση John Shaw & Sons (Salford) Ltd v. Shaw [1935] 2 K.B. 133). Είναι όμως δυνατό το καταστατικό της εταιρείας να δίνει την ίδια εξουσία τόσο στα μέλη, όσο και στους διευθυντές ταυτόχρονα, σε περίπτωση δε διαφωνίας υπερισχύει η απόφαση των μετόχων, δεδομένου ότι η γενική συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο στην εταιρεία.» Στην υπόθεση Mitchell & Hobbs (UK) v. Mill
(1996)2 BCLC 102, η αγωγή εγέρθηκε από διευθυντή στο όνομα της εταιρείας και διαγράφηκε από το Δικαστήριο με απόφαση του αφού ο Κανονισμός 70 του Πίνακα Α του Αγγλικού Companies Act, κρίθηκε ότι είχε ως στόχο να παρέχει την εξουσία της διεύθυνσης των υποθέσεων της εταιρείας στο διοικητικό της συμβούλιο συλλογικά και όχι αποσπασματικά και η εξουσία καταχώρησης διαδικασίας στο όνομα της εταιρείας δεν μπορούσε να ασκηθεί από ένα διευθυντή μόνο. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "There be no evidence of any resolution of the board of the plaintiff company to institute proceedings, I asked myself how it comes about that they can be validly instituted .. I do not read reg 70 as empowering a single director, where there is a board of directors, to institute proceedings without reference to his co-directors. I believe that reg 70, in its proper intent, means that the power to manage the company (and in this respect the business of the company (to use the wording of reg 70) must include the institution of proceedings in its name) is a power to be exercised by the board of directors. I do not believe that such business, and in particular the institution of such proceedings, can be carried on by a single director acting, as it were, as the board of directors." Ο υπογράψας το διοριστήριο διευθυντής, κρίνεται πως δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, από μόνος του και χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή την σύγκλιση της συνέλευσης των μετόχων να το πράξει. Υπενθυμίζεται πως αμφότεροι οι διευθυντές είναι ισότιμοι κατά 50% μέτοχοι και σύμφωνα με την Burrett v. Duckett, The Times, July 27, 1994 (C.A.) το 50% μιας εταιρείας περιλαμβάνεται στη μειοψηφία (Chorlsworth & Morse Company Law 15η έκδοση, σελ. 401). «Όπου υπάρχουν δύο μόνο διευθυντές σε μια εταιρεία κατέχοντας εξίσου το μετοχικό κεφάλαιο της, είναι δυνατή η διαγραφή της εταιρείας ως ενάγουσας όπου ο ένας των διευθυντών εγείρει την αγωγή στο όνομα της εταιρείας, καταλογίζοντας στον έτερο των διευθυντών διάφορες λανθασμένες ενέργειες, ζητώντας ταυτόχρονα την απομάκρυνση του καθώς και συναφές απαγορευτικό διάταγμα. Σε τέτοια δεδομένα δεν ήταν δυνατή η λήψη απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για έγερση της αγωγής, ούτε και μπορούσε να υπάρξει με την κατάσταση που επικρατούσε, (West End Hotels Syndicate Ltd v. Bayer [1912] 29 TLR 92 και Fergus Navigation & Embankment Co. v. Kingdon [1861] 4 LT 262).» Αυτά έχουν επίσης λεχθεί στην απόφαση Montrago (ανωτέρω). Κρίθηκε εν τέλει στην εν λόγω υπόθεση πως η εταιρεία Custodian Holdings Ltd, ουδεμία νόμιμη ενέργεια δύναται να λάβει προς υπεράσπιση της, για τούτο εκδόθηκε διάταγμα certiorari με το οποίο ακυρωνόταν προσωρινό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δυνάμει του οποίου απαγορευόταν στους Αιτητές να ενεργούν ή να παρουσιάζονται ως ενεργούντες εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της Custodian Holding Ltd. Εγείρεται ως λόγος ένστασης και αναπτύχθηκε σχετική επιχειρηματολογία πως τυχόν αποδοχή του αιτήματος θα στερήσει από την Εναγόμενη 2 εταιρεία το συνταγματικό της δικαίωμα για πρόσβαση και εκπροσώπηση της στο Δικαστήριο. Θεωρούν ότι η απόφαση Mitchell v. Hobbs (ανωτέρω) δεν ισχύει γιατί κρίθηκε με τα δικά της περιστατικά και αναφορά έκαναν μεταξύ άλλων στην απόφαση Άκης Γρηγορίου v. Ros Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 9709/95, ημερ. 16.4.2002, την οποία εξέδωσε ο κ. Μ. Φωτίου Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην οποία αποφασίσθηκε πως αν γινόταν δεκτή η θέση των Εναγόντων θα απέληγε στο να ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο η Εναγόμενη εταιρεία θα υπερασπιστεί, αν όχι άμεσα, έστω και έμμεσα, κάτι που θα σκόνταφτε στην αρχή ότι ένας δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα Ενάγων και Εναγόμενος. Έχω μελετήσει την ανωτέρω απόφαση. Πλην όμως δεν μπορούν να παραγνωριστούν οι ανωτέρω αρχές όπως έχουν εκτεθεί. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως στην κρινόμενη περίπτωση εκείνου που άμεσα θίγονται τα συμφέροντα είναι ο Εναγόμενος 1, εναντίον του οποίου διεκδικούνται διατάγματα για επιστροφή μετοχών της Εναγόμενης 2 και ανάλογα κέρδη. Η Εναγόμενη 2, ουσιαστικά σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης εναντίον του Εναγόμενου 1 θα πρέπει να προβεί σε ενέργειες για μεταβίβαση των μετοχών επ΄ ονόματι των Εναγόντων. Είναι αντιληπτή η προσπάθεια του ενός εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 2 ο οποίος ως ισχυρίζεται, προσπαθεί να διασώσει και διαφυλάξει τα συμφέροντα της εταιρείας, όπως ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται, από τον άλλο διευθυντή, ο οποίος κατεχώρησε αγωγή εναντίον της. Όμως, είναι επίσης αντιληπτό πως το εταιρικό δίκαιο διαφυλάσσει τη ξεχωριστή νομική οντότητα της εταιρείας και εάν κάθε διευθυντής ενεργούσε από μόνος του, διορίζοντας ο κάθε ένας το δικό του δικηγόρο, για εκπροσώπηση της εταιρείας, τότε θα δημιουργείτο το λιγότερο σύγχυση. Στην αδυναμία της εταιρείας να ασκήσει τα δικαιώματα ή να επιδιώξει τους στόχους της ενδεχομένως κάποια άλλα διαβήματα θα έπρεπε να ληφθούν. Τα οποία, δεν είναι μέρος της παρούσης. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων ανωτέρω έχουν εκτεθεί, η αίτηση επιτυγχάνει. Το σημείωμα εμφάνισης ακυρώνεται καθώς και η Έκθεση Υπεράσπισης ενόσω αυτή αφορά την Εναγόμενη 2 εταιρεία. Η διαδικασία αναστέλλεται για να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης (Annual Practice 1958, σελ. 3077), με νομότυπη εξουσιοδότηση. Οι Αιτητές επιζητούν επιδίκαση εξόδων εναντίον του δικηγορικού γραφείου Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ. Στο Annual Practice 1958 (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Solicitors acting in proceedings without authority. On the above principle solicitors are ordered to pay personally the costs of proceedings taken by them without a client's authority. This principle applies where proceedings are instituted without authority or an appearance is entered (Re Gray
(1891), 65 L.T. 743; The Neptune,
(1919)P.21), . or may be a limited company which has no directors properly appointed or other officers capable of giving instructions to institute proceedings (see West End Hotels Syndicate v Bayer
(1912), 29 T.LR. 92), or the instructions may have come from minority directors (Fergus Navigation Co. v Kingdom
(1861), 4L.T.262). .... The want of authority of the plaintiff's solicitor cannot be raised as a defense; it should be raised promptly to avoid the answer that it was ratified (Reynolds n Howell
(1873), L.R. 8Q.B. at p.400; Danish Mercantile Co. v Beaumont,
(1951)1 All E.R. 925), and should be made by application (Russian, etc., Bank v Comptoir de Mulhouse,
(1925)A.C. 112) to a Judge in the Chancery Division and a Master in the Q.B.D. Nevertheless if in the course of an action the Court becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it will not allow the action to proceed (Daimler Co. Ltd v Continental Tyre & Rubber, etc. Ltd,
(1916)2 A.C. at p.337." Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της δικηγορικής εταιρείας Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Interim Αναφορά: (Αίτηση για παραμερισμό σημειώματος εμφάνισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.