KPMG Limited ν. D. KOUPPIS CONSTRUCTION CO LTD, Αγ. Αρ. 505/12, 30/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 505/12 Μεταξύ: KPMG Limited από τη Λευκωσία Ενάγοντας και D. KOUPPIS CONSTRUCTION CO LTD από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερ.: 30/08/
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Λαζιτς για κ.κ. P. KOURIDES & CO LLC Για τους Εναγομένους: κ. Κ. Καλαβάς για κ.κ. CONSTANTINOS KALAVAS LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των €9,385.19 σεντ ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίων και/ή άλλως πως πλέον τόκους προς 8,5% ετησίως από 22/03/2011 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και παρέχουν επαγγελματικές και/ή συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με ελεγκτικά, λογιστικά και φορολογικά ζητήματα και άλλες συναφείς και παρεμφερείς εργασίες. Οι εναγόμενοι είναι επίσης εταιρεία και ασχολούνται με χωματουργικές εργασίες και κατά την περίοδο του 2004/2005 συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως η ενάγουσα αναλάβει την διεκπεραίωση όλων των ελεγκτικών και/ή φορολογικών και/ή λογιστικών εργασιών της εναγομένης εταιρείας έναντι ευλόγου τιμήματος, το οποίο θα υπολογίζετο με βάση το χρόνο καθώς επίσης και το είδος και την φύση της κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι η αμοιβή της ενάγουσας θα τιμολογείται ανάλογα με την προώθηση και/ή την διεκπεραίωση της εργασίας και αυτή θα ήταν άμεσα πληρωτέα και σε πρώτη ζήτηση. Η αξίωση των εναγόντων είναι δυνάμει υπολοίπου τιμολογίων με αρ. 6688, 6690, 6691, 6985 και 6986 και/ή υπόλοιπο λογαριασμών και/ή δυνάμει παραχωρηθέντων υπηρεσιών σε διάφορα χρονικά διαστήματα από τις 07/09/2005 μέχρι την 22/03/
- Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους παραδέχονται ότι οι ενάγοντες θα αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση όλων ανεξαιρέτως των ελεγκτικών, φορολογικών και λογιστικών εργασιών των εναγομένων και ισχυρίζονται ότι θα τις διεκπεραίωναν έτσι ώστε οι εναγόμενοι να μην έχουν κανένα πρόβλημα με τις αρμόδιες αρχές. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες μέχρι το τέλος του 2009 εξέδιδαν τιμολόγια και πληρώνονταν για όλες ανεξαιρέτως τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφεραν ή έπρεπε να προσφέρουν στους εναγόμενους κατά τα προηγούμενα έτη και μετά την απόφαση τους να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των εναγόντων, οι τελευταίοι εντελώς εκδικητικά και/ή αδικαιολόγητα τους χρέωσαν για υπηρεσίες προηγούμενων ετών για τις οποίες είχαν ήδη εκδώσει τιμολόγια και πληρωθεί. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τους παρουσίασαν τα τιμολόγια που επικαλούνται και το μόνο που τους παρουσίασαν ήταν μια κατάσταση με τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά με τίτλο «Ανοικτά Παραστατικά». Τα εν λόγω τιμολόγια ισχυρίζονται ότι είναι κατασκευασμένα εκ των υστέρων προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την αξίωση τους, η οποία είναι ανύπαρκτη διότι κάθε χρόνο πληρώνονταν για προσφορά ολοκληρωμένων λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών προς τους εναγομένους ώστε οι τελευταίοι να είναι φορολογικά πλήρως ενήμεροι. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες, κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον κ. Στέλιο Αντωνιάδη (Μ.Ε.1). Για λογαριασμό των εναγομένων κατάθεσε ο κ. Εύδωρας Κούππης (Μ.Υ.1). Συνοπτικά η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες τις πλευρές έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι είναι εκ των διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας στο γραφείο της Επαρχίας Πάφου όπου εργάζεται από το 2001 μέχρι και σήμερα και εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να καταθέσει στο Δικαστήριο. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού έχει πρόσβαση στο λογαριασμό της εναγομένης και στο αρχείο της ενάγουσας και έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας (βλ. τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στη συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης που έγινε κατά έτη 2004/2005 με την οποία η ενάγουσα ανάλαβε τη διεκπεραίωση όλων των ελεγκτικών, φορολογικών και λογιστικών εργασιών της εναγομένης εταιρείας έναντι ευλόγου τιμήματος, το οποίο θα υπολογίζεται με βάση το χρόνο καθώς επίσης και το είδος και τη φύση της κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας. Η αμοιβή επίσης, της ενάγουσας θα τιμολογείται ανάλογα με την προώθηση και την διεκπεραίωση της εργασίας και θα ήταν άμεσα πληρωτέα και σε πρώτη ζήτηση. Για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός στο όνομα της εναγομένης. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι η ενάγουσα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από την 07/09/2005 μέχρι την 22/03/2011 εκτελούσε διάφορες υπηρεσίες για λογαριασμό της εναγομένης συμπεριλαμβανομένων λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Για σκοπούς απόδειξης των ελεγκτικών υπηρεσιών που η ενάγουσα προσέφερε στη εναγομένη ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο Αντίγραφα Ειδοποίησης Υποβολής Δήλωσης Εισοδήματος της εναγομένης μαζί με αντίγραφα της σχετικής Έκθεσης Ανεξάρτητων Ελεγκτών για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 (βλ. τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 8 αντίστοιχα). Όσον αφορά τις λογιστικές υπηρεσίες, ο μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η εναγόμενη δεν διατηρούσε δικό της λογιστήριο και με βάση τα στοιχεία που ο διευθυντής της τους έδινε ετοίμαζαν και το λογιστικό μέρος προτού ετοιμαστούν και υποβληθούν οι ελεγμένες δηλώσεις εισοδήματος. Για τις υπηρεσίες αυτές η ενάγουσα δεν έχει εξοφληθεί και για σκοπούς απόδειξης τους κατάθεσε στο Δικαστήριο το τιμολόγιο με αρ. 6688 ημερ. 24/11/2010 για το ποσό των €1.725,00 για τις λογιστικές υπηρεσίες για το έτος 2007 μαζί με την σχετική κατάσταση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας, το τιμολόγιο με αρ. 6690 ημερ. 24/11/2010 για το ποσό των €2.012,50 για τις λογιστικές υπηρεσίες για το έτος 2008 μαζί με την σχετική κατάσταση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας, το τιμολόγιο με αρ. 6691 ημερ. 24/11/2010 για το ποσό των €1.725,00 για τις λογιστικές υπηρεσίες για το έτος 2009 μαζί με την σχετική κατάσταση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας, το τιμολόγιο με αρ. 6985 ημερ. 31/12/2010 για το ποσό των €2.645,00 για τις υπηρεσίες ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης για το έτος το οποίο έληξε στις 31/12/2009 μαζί με την σχετική κατάσταση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας και το τιμολόγιο με αρ. 6986 ημερ. 31/12/2010 για το ποσό των €2.070,00 για τις λογιστικές υπηρεσίες για το έτος 2009 μαζί με την σχετική κατάσταση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας (βλ. τεκμήρια 9, 10, 11, 12 και 13 αντίστοιχα). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο και σχετική κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 14) η οποία καταδεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο και το οποίο ουσιαστικά προκύπτει από τα πιο πάνω τιμολόγια. Ανάφερε ότι η εναγόμενη πλήρωσε στις 30/12/2010 έναντι των υποχρεώσεων της το ποσό των €1000 από το οποίο εξοφλήθηκε το ποσό των €297,93 για πληρωμή ετήσιων τελών προς τον Έφορο Εταιρειών και το υπόλοιπο ποσό των €792,07 πιστώθηκε έναντι των πιο πάνω οφειλομένων τιμολογίων και παρέμεινε οφειλόμενο ποσό €9.835,19 πλέον τόκο προς 8,5% από 22/03/2011 μέχρι τελικής εξόφλησης. Προς απόδειξη καταβολής του πιο πάνω ποσού των €1000 κατάθεσε και απόδειξη ημερομηνίας 30/12/2010 ως τεκμήριο 15, η οποία εκδόθηκε. Περαιτέρω, ανάφερε ότι η εναγόμενη οχλήθηκε επανειλημμένως για την εξόφληση του πιο πάνω υπολοίπου τόσο προφορικά όσο και με γραπτές επιστολές της ενάγουσας ημερομηνίας 07/09/2011 και 28/09/2011 (βλ. τεκμήρια 16Α και 16Β) καθώς και με επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 13/02/2012 (βλ. τεκμήριο 16Γ) χωρίς όμως να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Σε περαιτέρω εξέταση του ανάφερε ότι όλα τα τιμολόγια εκδόθηκαν σχεδόν την ίδια περίοδο διότι ήταν πάγια τακτική του γραφείου τότε, να τιμολογούν στο τέλος έτσι ώστε να μπορούν να κάνουν κάποια έκπτωση στον πελάτη και καλύτερη τιμή. Έκαναν το λογιστικό μέρος και το έδιναν στο ελεγκτικό τμήμα για κάθε χρονιά και όταν τέλειωσαν όλες τις χρονιές έβγαλαν την κοστολόγηση των λογιστικών για τα έτη 2005 -
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ο τρόπος χρέωσης των υπηρεσιών ήταν ανάλογα με τις ώρες εργασίας του κάθε υπαλλήλου που διεκπεραίωνε την εργασία και δεν προκαθοριζόταν. Είπε επίσης ότι για τις υπηρεσίες ελέγχου έβγαιναν τιμολόγια ενώ για τις λογιστικές υπηρεσίες αυτά βγήκαν στο τέλος. Ήταν δύο διαφορετικά κομμάτια δουλειάς τα οποία γίνονταν από διαφορετικά άτομα. Το ελεγκτικό μέρος τιμολογήθηκε και εξοφλήθηκε ενώ το λογιστικό μέρος το έβγαλαν στο τέλος για να κάνουν καλύτερη τιμή. Αν η εταιρεία είχε το δικό της λογιστικό τμήμα δεν θα χρειαζόταν να προβούν σε εργασίες για το λογιστικό μέρος και δεν θα χρειαζόταν να χρεώνουν πέραν της χρέωσης του ελέγχου. Εδώ όμως προέβαιναν και σε λογιστικό έλεγχο και το άφησαν στο τέλος για να μπορούν να δώσουν καλύτερη τιμή στην εναγομένη. Πέραν των πιο πάνω αρνήθηκε ότι η ενάγουσα πληρώθηκε για τις λογιστικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην εναγομένη για κάθε χρονιά και ότι τα τιμολόγια που εκδίδονταν περιλάμβαναν όλες τις εργασίες που πρόσφεραν κατά έτος. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι υπήρξε ενημέρωση από την εναγομένη κατά το έτος 2010 ότι άλλαξε λογιστικό γραφείο αλλά διαφώνησε ότι οι χρεώσεις αυτές έγιναν μετά από αυτό και ισχυρίστηκε ότι, όπως φαίνεται από το τεκμήριο 14, η εναγόμενη εξακολουθούσε να ήταν πελάτης της ενάγουσα και το 2011 αφού στις 22/03/2011 υπάρχει χρέωση για υπηρεσίες που πρόσφεραν σε αυτήν στον Έφορο Εταιρειών. Είπε, περαιτέρω, ότι δεν χρέωσαν για τις υπηρεσίες αυτές επειδή η εναγομένη διέκοψε τη συνεργασία της με την ενάγουσα και ενώ ήταν εξοφλημένη αλλά για δουλειά την οποία έκαναν και αρνήθηκε ότι η εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 και διευθυντής της ενάγουσας ανάφερε ότι η εναγόμενη ενεγράφηκε το καλοκαίρι του 2005 και επέλεξε να συνεργαστεί με την ενάγουσα η οποία θα της παρείχε πλήρεις υπηρεσίες, δηλαδή θα ετοίμαζε τα λογιστικά της εταιρείας, θα παρείχε φορολογικές συμβουλές και θα προέβαινε σε έλεγχο της εταιρείας. Δεν είχε συμφωνήσει ποσό αμοιβής ή τον τρόπο που θα υπολογιζόταν αυτό για τις υπηρεσίες που θα της προσέφεραν. Λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του με τους ενάγοντες και της φιλίας του με τον διευθυντή τους κ. Ανδρέα Δημητρίου, είχε τη βεβαιότητα ότι παρέχονταν στην εναγομένη όλες ανεξαιρέτως οι υπηρεσίες τις οποίες είχαν συμφωνήσει γι αυτό όποτε του ζητούσαν χρήματα, πλήρωνε με το παραπάνω. Ποτέ δεν του έδωσαν οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να περιγράφονταν οι χρεώσεις, ο τρόπος με τον οποίο θα χρεωνόταν και μέχρι το τέλος του 2009 οι υπάλληλοι της ενάγουσας εξέδιδαν τιμολόγια και πληρώνονταν για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν ή έπρεπε με βάσει τη συμφωνίας τους να προσφέρουν. Οι πληρωμές τις οποίες έκανε για κάποια φορολογική χρονιά αφορούσαν τις πλήρεις υπηρεσίες του συγκεκριμένου χρόνου (λογιστικά, ελεγκτικά, φορολογικές συμβουλές). Ήταν γι αυτόν αδιανόητο να εξοφλεί τα ελεγκτικά της εταιρείας και η συγκεκριμένη χρέωση να μην περιλαμβάνει τα λογιστικά που προηγούνταν του ελέγχου. Ποτέ δεν ανάμενε και ποτέ δεν του αναφέρθηκε ότι μετά την πληρωμή των ελεγκτικών θα γινόταν άλλη χρέωση για τα λογιστικά χρόνια μετά την πληρωμή για τον έλεγχο. Το 2010 αποφάσισε να σταματήσει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας λόγω καθυστερήσεων που διαπίστωσε στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων και της ασυνέπειας στην παροχή υπηρεσιών της. Μόλις το έμαθαν αυτό οι διευθυντές της ενάγουσας εταιρείας, η ενάγουσα εκδικητικά και αδικαιολόγητα τον χρέωσε για υπηρεσίες προηγούμενων ετών, τα οποία έτη είχαν ήδη πληρωθεί. Ποτέ δεν συμφώνησε να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά πέραν των όσων ήδη έχει πληρώσει και ούτε μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, αφού ουδέποτε του παρουσίασαν τα τιμολόγια που ισχυρίζονται σήμερα ότι είναι απλήρωτα. Ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε τιμολόγια και ουδέποτε είχε στην κατοχή του τιμολόγια που εκδόθηκαν το
- Ουδέποτε είχε και ουδέποτε χρησιμοποίησε τα τιμολόγια που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι του παρέδωσαν για σκοπούς επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας. Το μόνο που έλαβε από την ενάγουσα ήταν μια κατάσταση με τα ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει. Η κατάσταση αυτή τιτλοφορείται «Ανοικτά Παραστατικά» και παρέχει παράλογες χρεώσεις τις οποίες δεν συμφώνησε ποτέ. Τα τιμολόγια στα οποία αναφέρονται οι ενάγοντες τα κατασκεύασαν εκ των υστέρων προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την αξίωση τους, η οποία είναι ανύπαρκτη διότι κάθε χρόνο πληρώνονταν για προσφορά ολοκληρωμένων λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών προς την εταιρεία του για να είναι φορολογικά ενήμερη. Για υποστήριξη της θέσης του ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι εκ των υστέρων δημιούργημα αναφέρθηκε σε επιστολή ημερομηνίας 16/03/2015 η οποία του αποστάληκε από την ενάγουσα (βλ. τεκμήριο 18) στην οποία ισχυρίζονταν ότι το χρέος της εταιρείας προς αυτούς ήταν €4.795,50 και το αντίστοιχο ποσό Φ.Π.Α. ήταν €625,
- Στην εν λόγω επιστολή η εναγόμενη καλείτο να επιστρέψει οποιοδήποτε Φ.Π.Α. έχει εκπνεύσει. Σε απαντητική επιστολή ημερ. 30/04/2015 (βλ. τεκμήριο 19) πληροφορούσε τους ενάγοντες ότι ποτέ δεν περιήλθαν στην κατοχή του τα τιμολόγια στα οποία αναφέρονταν και συνεπώς ποτέ δεν περιελήφθησαν σε οποιαδήποτε φορολογική τους δήλωση, γι αυτό δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη για την επιστροφή Φ.Π.Α. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι από το 2010 και μετά τα λογιστικά και ελεγκτικά της εταιρείας του γίνονται από άλλο λογιστή, πράγμα το οποίο γνωρίζουν οι ενάγοντες. Είναι αδιανόητο μετά που πλήρωσε όλα τα ποσά που χρέωσαν την εταιρεία του οι ενάγοντες για τις υπηρεσίες κάθε χρονιάς, εκ των υστέρων, μετά που τους έπαυσε από λογιστές του να χρεώνουν συσσωρευμένα για τα λογιστικά, τα οποία προηγούνται του ελέγχου και έπρεπε πρώτα να τιμολογηθούν αν θα γινόταν ξεχωριστή και όχι ενιαία τιμολόγηση. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι οι ενάγοντες του παρέδιδαν τιμολόγια για τις χρεώσεις και ισχυρίστηκε ότι δεν έχει στην κατοχή του τέτοια και ότι του έλεγαν ότι έμπαιναν στο φάιλ του. Ανάφερε επίσης ότι παρουσίαζε όλα τα στοιχεία που του ζητούνταν κάθε τριμηνία που έκλεινε το Φ.Π.Α. κατόπιν συμβουλής του κ. Α. Δημητρίου και αρνήθηκε ότι τα στοιχεία για να προχωρήσουν οι ενάγοντες με τις λογιστικές υπηρεσίες για τα έτη 2005 - 2008 τα προσκόμισε το
- Όσον αφορά το ποσό των €1000 ανάφερε ότι αυτό το κατέβαλε αφού του το είχαν ζητήσει και ήταν προς εξόφληση των λογαριασμών για το έτος
- Ήταν το τελευταίο ποσό που πλήρωσε και αφορούσε τη χρονιά εκείνη και δεν ήταν έναντι των αξιούμενων τιμολογίων. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι κατά το έτος 2010 ήταν πελάτης των εναγόντων και στις 30/12/2010 υπέγραψε την Δήλωση Εισοδήματος που αφορούσε το έτος 2009 καθότι τότε ήταν έτοιμη και τον ειδοποίησαν να το πράξει. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται(βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, είναι κοινό έδαφος ότι η ενάγουσα από το έτος 2005 μέχρι και το έτος 2009 παρείχαν λογιστικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ελέγχου και συμβουλές για φορολογικά ζητήματα στην εναγομένη. Προκύπτει επίσης, ότι η εναγομένη ανάθεσε τις πιο πάνω εργασίες σε άλλο λογιστή από το 2010 και γι αυτό το ζήτημα ήταν ενήμερη η ενάγουσα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η εναγόμενη για κάθε χρόνο της συνεργασίας της με την ενάγουσα προέβαινε σε πληρωμές για τα ποσά τα οποία της ζητούνταν. Δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένο ποσό για τις υπηρεσίες που προσφέρονταν κάθε έτος. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές, όπως προβλήθηκαν, για να καταλήξει κατά πόσο υπάρχει οφειλή προς την ενάγουσα, ποια είναι αυτή και κατά πόσο δεν έχει εξοφληθεί. Το κύριο επίδικο ζήτημα πραγματικού γεγονότος είναι κατά πόσο στα ποσά τα οποία η εναγόμενη κατέβαλλε στην ενάγουσα περιλαμβάνονταν και οι λογιστικές υπηρεσίες και γενικά όλες οι υπηρεσίες που της προσέφεραν οι ενάγοντες και ουσιαστικά κατά πόσο η εναγόμενη έχει εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις της προς την ενάγουσα. Oυσιαστικά η ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη οφειλής από την εναγομένη για τις υπηρεσίες που της πρόσφερε καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Στην περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη οφειλής και ότι οι πληρωμές της εναγομένης αφορούσαν μόνο τις υπηρεσίες ελέγχου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το αξιούμενο ποσό είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 καθώς και των σχετικών τεκμηρίων που κατάθεσε στο Δικαστήριο και έλαβα υπόψη μου και τις θέσεις της υπεράσπισης για το ζήτημα της αποδοχής της ή όχι όπως αναλύονται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως έχει νομολογηθεί στην Στέλιος Ν. Βασιλειάδης ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Α. Βασιλειάδη v. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A678, Πολ. Έφεση αρ. 123/2009, Ημερ. 14/10/2015, το έργο της αξιοπιστίας δεν συντελείται κατά τμήματα με βάση το αποδεικτικό βάρος. Ως γενική αποτίμηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά και έλλειψη της αναγκαίας τεκμηρίωσης των όσων ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στο Δικαστήριο. Επίσης, η θέση του ότι οι αξιούμενες χρεώσεις για τις λογιστικές υπηρεσίες έγιναν όλες στο τέλος καθότι κατ' αυτό τον τρόπο θα παρεχόταν η ευχέρεια στους ενάγοντες να κάνουν καλύτερη στην εναγόμενη, όπως θα αναφερθώ και κατωτέρω, στερείται πειστικότητας και τεκμηρίωσης. Ο μάρτυρας αυτός κατ' αρχή, όπως έχει διαφανεί δεν ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο της ενάγουσας κατά τη χρονική διάρκεια της παροχής των αξιούμενων υπηρεσιών προς την εναγόμενη και ούτε είχε άμεση προσωπική γνώση για τις υπηρεσίες που προσφέρονταν σε αυτή και τον τρόπο χρέωσης τους και πληρωμής τους. Όπως ο ίδιος ανάφερε για τα ζητήματα αυτά έτυχε ενημέρωσης από τον κ. Σώτο Αγαθαγγέλου που ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο αλλά και από τα αρχεία και έγγραφα της ενάγουσας. Όσον αφορά την ενημέρωση που έτυχε από το πιο πάνω πρόσωπο δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες γι αυτή την ενημέρωση ούτε παράθεσε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες αναφορές του αναφορικά με τον τρόπο συνεργασίας της εναγομένης και με την ενάγουσα, πώς και πότε γίνονταν οι πληρωμές από την εναγομένη και τι αυτές οι πληρωμές αφορούσαν. Όσον αφορά την γνώση του για όλα τα πιο πάνω και η οποία προέρχεται από τα αρχεία και έγγραφα της ενάγουσας, ο μάρτυρας δεν αναφέρθηκε στα έγγραφα και αρχεία από τα οποία έλαβε γνώση των όσων ανάφερε, πέραν από των όσων κατάθεσε στο Δικαστήριο τα οποία κρίνονται ελλιπέστατα και ανεπαρκή για να τεκμηριώσουν τις θέσεις και ισχυρισμούς του. Ο ίδιος δεν ήταν γνώστης της συμφωνίας των διαδίκων αναφορικά με τις χρεώσεις και πληρωμές που γίνονταν και σε τι αυτές συνίσταντο και ποιες υπηρεσίες αφορούσαν. Προέβαλε κατά γενικό τρόπο ότι οι προηγούμενες πληρωμές της ενάγουσας αφορούσαν μόνο τις υπηρεσίες ελέγχου χωρίς να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει και να τεκμηριώνει αυτή του τη θέση. Ο ίδιος αποδέχθηκε ότι τα τιμολόγια τεκμήρια 9 - 13 εκδόθηκαν όλα σχεδόν μαζί μετά που η εναγόμενη τους ειδοποίησε ότι θα σταματούσε τη συνεργασία μαζί τους. Πλείστα από αυτά αφορούν χρεώσεις για τις λογιστικές υπηρεσίες που προσφέρθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και όπως είναι παραδεκτό αυτές οι υπηρεσίες προηγούνταν των ελεγκτικών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν και έχουν ήδη πληρωθεί. Η θέση του ήταν ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν εξοφλήθηκαν και δεν τιμολογήθηκαν καν, διότι ανάμεναν να ολοκληρωθούν όλες οι λογιστικές υπηρεσίες έτσι ώστε να μπορούν να δώσουν καλύτερη τιμή στην εναγομένη. Η θέση αυτή, όντως δημιουργεί αρκετά ερωτηματικά και φαίνεται να στερείται πειστικότητας και τεκμηρίωσης. Ανάφερε ότι η εναγόμενη προσκόμισε στην ενάγουσα όλα τα σχετικά στοιχεία για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 για να ετοιμαστεί το λογιστικό μέρος το έτος 2008. Διερωτώμαι πώς γίνεται αυτό να έγινε όταν μια εταιρεία εγγεγραμμένη από το 2005, συνεργαζόμενη με λογιστικό οίκο και η οποία έχει διάφορες φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις να λειτούργησε κατ΄ αυτόν τον τρόπο. Εν πάσει περιπτώσει δεν έδωσε άλλα στοιχεία και γεγονότα που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Ακόμη όμως και να δεχθώ τα πιο πάνω, δεν επεξηγείται γιατί και οι ελεγκτικές υπηρεσίες δεν χρεώθηκαν στο τέλος και οι ενάγοντες ανάμεναν μόνο για τις λογιστικές υπηρεσίες για όλα αυτά τα έτη να τις χρεώσουν στο τέλος. Για ποιο λόγο χρέωναν, όπως ήταν η θέση του, μόνο τις ελεγκτικές υπηρεσίες και ανάμεναν στο τέλος να χρεώσουν τις λογιστικές υπηρεσίες, αφού είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη δεν είχε λογιστήριο δικό της και παρείχαν και αυτές τις υπηρεσίες. Η θέση ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά τμήματα που ασχολούνταν με αυτές τις εργασίες δεν είναι επαρκής αφού φαίνεται ο κ. Σ. Αγαθαγγέλου ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο για όλες τις υπηρεσίες που παρέχονταν στην εναγομένη. Πέραν των πιο πάνω, γεννιέται και το ερώτημα κατά πόσο οι εργασίες αυτές, δηλαδή οι λογιστικές θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στις δηλώσεις εισοδήματος της εναγόμενης που κατατίθονταν κάθε χρόνο στις αρμόδιες αρχές ως έξοδο της εταιρείας. Από τα τεκμήρια 4 - 7 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει τα ποσά που αναφέρθηκαν για λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες να περιλάμβαναν και τα ποσά που αξιώνονται για λογιστικές υπηρεσίες με την παρούσα αγωγή ή καλύτερα δεν έχουν επεξηγηθεί τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτές για τις υπηρεσίες αυτές. Για παράδειγμα στο τεκμήριο 5, στη σελ. 3, στο στοιχείο 22 περιλαμβάνει ως λογιστικά, ελεγκτικά και δικηγορικά το ποσό των €750 για έτος 2006 ενώ για το προηγούμενο έτος το ποσό των €600. Στο τεκμήριο 7, σελ. 3, στοιχείο 22 για το ίδιο κονδύλι περιλαμβάνεται το ποσό των €2,871 για το έτος 2008 ενώ για το έτος 2007 το ποσό των €1640. Δεν έχουν διευκρινιστεί τι αφορούν τα ποσά αυτά και ούτε συνάδουν ή συσχετιστεί με τα ποσά των χρεώσεων στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 14. Εκείνο το οποίο θέλω να θίξω ανωτέρω είναι ότι η θέση του μάρτυρα ότι οι λογιστικές υπηρεσίες θα χρεώνονταν στο τέλος δεν τεκμηριώνεται ούτε συσχετίζεται το ύψος αυτών με τα ποσά που πληρώθηκαν από την εναγομένη. Ούτε ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι από λάθος δεν χρεώθηκε η εναγομένη για τις λογιστικές αυτές υπηρεσίες και γιατί αποφασίστηκε μετά το τέλος της συνεργασίας τους να χρεωθεί για αυτές. Και ποιο τέλος ο μάρτυρας εννοεί; Στο τέλος της συνεργασίας των εναγόντων με την εναγομένη; Τη στιγμή μάλιστα που είναι κοινό έδαφος ότι όποτε οι ενάγοντες ζητούσαν χρήματα από την εναγόμενη για τις υπηρεσίες της, αυτή την εξοφλούσε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 14 για να αποδείξει την οφειλή της εναγομένης. Όπως έχει νομολογηθεί η κατάσταση λογαριασμού αφ' εαυτής δεν αποδεικνύει το περιεχόμενο της. Τα γεγονότα που απεικονίζει θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.L. MANTOVANI & SONS LTD v. CHRISTIS TRAVEL & TOURISM LTD
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, ΜΗΡΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ v. DEME DAIRY LTD
(2006)1Α Α.Α.Δ. 91 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΣΤΡΗΣ ΛΤΔ v. ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΛΑΣΚΟ ΛΤΔ
(2006)1Α Α.Α.Δ 728 ). O μάρτυρας ουδεμία επεξήγηση προέβηκε της κατάστασης αυτής λογαριασμού και κανένα στοιχείο κατάθεσε που να αποδεικνύει το περιεχόμενο της, πέραν από τα τιμολόγια τεκμήρια 9-
- Η κατάσταση αυτή επίσης δεν φαίνεται να συνάδει και με άλλες αναφορές του μάρτυρα. Το υπόλοιπο της κατάστασης καταδεικνύει υπόλοιπο ύψους €9,385.19 που είναι το αξιούμενο ποσό και περιλαμβάνει τις πληρωμές και τα αξιούμενα τιμολόγια. Το σύνολο των τιμολογίων ανέρχεται σε €10,177.
- Ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο την απόδειξη τεκμήριο 15 για το ποσό των €1000 και ανάφερε ότι από αυτό το ποσό εξοφλήθηκε το ποσό των €207,93 για πληρωμή ετησίων τελών στον Έφορο Εταιρειών και το υπόλοιπο ποσό των €792,07 πιστώθηκε έναντι των οφειλομένων τιμολογίων. Το τεκμήριο 15 φέρει ημερομηνία 30/12/2010 και είναι το παραστατικό AD /
- Στην κατάσταση λογαριασμού φαίνεται να πιστώνεται μόνο το ποσό των €207.93 στις 30/12/2010 και πουθενά δεν εμφανίζεται το υπόλοιπο ποσό των €792,07 ούτε εξηγήθηκε κατά πόσο πιστώνεται αυτό το ποσό στην κατάσταση λογαριασμού. Πώς είναι δυνατό το ποσό αυτό να μην πιστώνεται στην κατάσταση λογαριασμού, να καταβλήθηκε έναντι των τιμολογίων και η κατάσταση λογαριασμού να φέρει το ίδιο υπόλοιπο όταν αφαιρεθεί αυτό το ποσό από το σύνολο των τιμολογίων; Πέραν τούτου, στην κατάσταση λογαριασμού αναφέρονται χρεώσεις για υπηρεσίες ελέγχου για τις διάφορες χρονιές και πληρωμές αλλά κανένα στοιχείο (τιμολόγια και αποδείξεις) παρουσιάστηκαν που να αποδεικνύουν αυτές τις χρεώσεις και πληρωμές έτσι ώστε να ήταν δυνατό να διαφανεί πραγματικά τι υπηρεσίες αφορούσαν και πώς χρεώθηκαν τα συγκεκριμένα ποσά. Να σημειωθεί ότι το τεκμήριο 14 δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated) και το περιεχόμενο του θα έπρεπε να αποδειχθεί. Επίσης, δεν έχει προκύψει ότι καθοιονδήποτε στάδιο πριν την απαίτηση της ενάγουσας για πληρωμή του αξιούμενου ποσού αποστάληκε στην εναγομένη μια τέτοια κατάσταση λογαριασμού και την οποία αποδέχτηκε ή δεν αμφισβήτησε. Τα τιμολόγια επίσης τεκμήρια 9-13 τα οποία κατατέθηκαν είναι ανυπόγραφα και όπως είναι νομολογημένο τιμολόγια ανυπόγραφα δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ανεξάρτητη συμφωνία και βάση αγωγής. Δεν έχουν από μόνα τους αποδεικτική δύναμη και θα πρέπει να συνεκτιμηθούν με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1Β Α.Α.Δ. 962). Είναι γεγονός και κοινό έδαφος ότι οι υπηρεσίες που αναφέρονται σε αυτά προσφέρθηκαν στην εναγομένη από την ενάγουσα. Αμφισβητείται όμως το ύψος των χρεώσεων αυτών και προβάλλεται η θέση από την εναγόμενη ότι οι πληρωμές που έγιναν από αυτή περιλαμβάνουν όλες τις υπηρεσίες που οι ενάγοντες πρόσφεραν. Όφειλαν οι ενάγοντες, εφόσον είναι παραδεχτό ότι έγιναν κατά διάφορα στάδια πληρωμές να καταδείξουν ότι οι πληρωμές αυτές δεν αφορούσαν τις υπηρεσίες αυτές και ότι τα ποσά που αξιώνουν είναι ανεξάρτητα και οφειλόμενα. Επί τούτου, ο μάρτυρας αυτός περιορίστηκε στην προφορική αναφορά ότι οι προηγούμενες πληρωμές δεν αφορούσαν αυτές τις υπηρεσίες. Δεν παρουσιάστηκε ίχνος άλλης μαρτυρίας που να επεξηγεί τις προηγούμενες χρεώσεις και πληρωμές για να καταδειχθεί ότι οι υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στα εν λόγω τιμολόγια είναι απλήρωτες, γι αυτό και δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην πιο πάνω προφορική του αναφορά και μόνο. Φαίνεται και προκύπτει ότι οι διάδικοι είχαν μια μακροχρόνια συνεργασία και έπρεπε να διευκρινιστεί και τεκμηριωθεί με τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία ο τρόπος που προκύπτει το αξιούμενο ποσό. Εξετάζοντας επίσης τα ίδια τα τιμολόγια αναφορικά με το ύψος της χρέωσης και τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας για τον τρόπο που προκύπτει αυτή, παρατηρείται περαιτέρω αβεβαιότητα και αντίφαση. Ο μάρτυρας είπε ότι η χρέωση υπολογίζεται ανάλογα με τη φύση της εργασίας και τις ώρες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση της. Επίσης, είπε ότι εξαρτάται από το κατά πόσο την εργασία αυτή την διεκπεραιώνει ένας ανειδίκευτος υπάλληλος ή ένα διευθυντικό στέλεχος και η χρέωση ανά ώρα ανάλογα με το ποιος διεκπεραιώνει την εργασία διαφέρει. Για να αποδείξει το εύλογο της χρέωσης μαζί με τα τεκμήρια 9-13 κατάθεσε και κατάσταση με τις ώρες εργασίας που απαιτήθηκαν για τις εργασίες που αναφέρονται στα τιμολόγια. Οι ώρες εργασίας αυτής και τη χρέωση που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια δεν συνάδουν. Ο μάρτυρας είπε ή άφησε να νοηθεί ότι έγινε έκπτωση και ότι συνήθως δεν χρεώνονται οι πραγματικές εργατοώρες. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν διευκρινίζεται πότε οι εργασίες αυτές ολοκληρώθηκαν για να διαφανεί ότι οι εργατόωρες αυτές αφορούν τις εργασίες που χρεώθηκαν. Για παράδειγμα στο τεκμήριο 12 το οποίο εκδόθηκε στις 31/12/2010 χρεώνεται το ύψος της αμοιβής για τον έλεγχο του έτους
- Το τιμολόγιο αυτό εκδόθηκε στις 31/12/
- Πώς είναι δυνατό η αμοιβή να καθορίστηκε με βάση τις ώρες εργασίας και την έκπτωση που έγινε ή τη συνήθη πρακτική να μην χρεώνονται όλες οι ώρες και στην κατάσταση ωρών να περιλαμβάνονται ώρες εργασίας μετά τις 31/12/2010 και συγκεκριμένα ώρες εργασίας στις 04/1/2011, 05/01/2011 και 10/01/2011; Πέραν των πιο πάνω, από τις αναφορές του μάρτυρα δεν φαίνεται να προκύπτει κατά πόσο πράγματι τα τιμολόγια αυτά δόθηκαν στην εναγομένη και με ποιο τρόπο παρά τις αναφορές του περί ταχυδρόμησης. Πέραν των πιο πάνω και παρεμφερώς, εγείρεται περαιτέρω αβεβαιότητα για το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής από το τεκμήριο 18 το οποίο αποστάληκε στην εναγόμενη στις 16/03/2015 και το ισχυριζόμενο αξιούμενο ποσό είναι κατά πολύ λιγότερο από αυτό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Δεν παραγνωρίζω ότι το τεκμήριο αυτό δεν τέθηκε ενώπιον του μάρτυρα αυτού για να δώσει την δική του εξήγηση για το περιεχόμενο του αλλά η γενική θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ήταν η αμφισβήτηση της ύπαρξης οφειλής και το ύψος αυτής. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα περί της ύπαρξης οφειλής από την εναγομένη για τις υπηρεσίες που τις πρόσφεραν και το ύψος αυτής. Ο μάρτυρας αυτός δεν είχε άμεση γνώση για τη συμφωνία των διαδίκων και δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει τις πληρωμές που έγιναν, τα προηγούμενα ποσά χρεώσεων και σε τι αυτά συνίσταντο και πώς προέκυπταν. Ουσιαστικά δεν παράθεσε ίχνος μαρτυρίας για αυτά τα ζητήματα και περιορίστηκε στην κατάθεση των επίδικων τιμολογίων τα οποία είναι ανυπόγραφα, δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο δόθηκαν στην εναγόμενη και πότε παρά το ότι η συνεργασία των διαδίκων ήταν μακρόχρονη. Η εκδοχή του επίσης ότι η οφειλή αυτή προέκυψε στο τέλος της συνεργασίας των μερών, για τους λόγους που προώθησε στο Δικαστήριο, δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από τη αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 προώθησε τη θέση ότι δεν οφείλει οτιδήποτε προς την ενάγουσα εταιρεία και ότι αυτή είναι εξοφλημένη με βάση τις πληρωμές που έχει κάνει για όλες τις υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν. Η θέση του βασικά είναι ότι όποτε η ενάγουσα του ζητούσε χρήματα αυτός τα κατέβαλλε και ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία ή τιμολόγια για να παρουσιάσει διότι δεν λάμβανε από την ενάγουσα και του έλεγαν ότι αυτά έμπαιναν στο φάκελο της εναγομένης Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου την πεποίθηση του ότι ο ίδιος πλήρωνε κάθε χρόνο για τις υπηρεσίες που η ενάγουσα πρόσφερε στην εναγομένη και όποτε αυτή του ζητούσε χρήματα. Παρά το ότι, εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εντούτοις αυτή φαίνεται να έχει μια αληθοφάνεια. Η εναγομένη κατέβαλλε προς την ενάγουσα όλα τα έξοδα για τις υπηρεσίες που της πρόσφεραν κάθε χρόνο και αυτά που της ζητούσαν, θέση που εν πάσει περιπτώσει δεν έτυχε αμφισβήτησης και αποτέλεσε κοινό έδαφος. Παρά ταύτα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία και έγγραφα που να καταδεικνύουν με πάσα λεπτομέρεια την όλη συνεργασία της εναγομένης με την ενάγουσα και τις πληρωμές που έκανε για να καταδείξει ότι έχει εξοφληθεί η ενάγουσα για όλες τις υπηρεσίες που κατέβαλε στην εναγομένη. Πέραν των λογιστικών υπηρεσιών, το τεκμήριο 12 αφορά έξοδα για υπηρεσίες του ελέγχου για την τελευταία χρονιά συνεργασίας των διαδίκων και συγκεκριμένα για το
- Η θέση του μάρτυρα αυτού είναι ότι με την καταβολή του ποσού των €1000 εξόφλησε πλήρως την ενάγουσα. Η απόδειξη πληρωμής του ποσού αυτού όμως (βλ. τεκμήριο 15) το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης αναφέρει ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε έναντι του λογαριασμού του εναγομένου. Λαμβάνω υπόψη μου τη θέση του ότι η εναγομένη πλήρωνε και εξοφλούσε τις υπηρεσίες που η ενάγουσα τον χρέωνε και τα χρήματα που της ζητούσε αλλά πέραν τούτου κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στη θέση του ότι η ενάγουσα εξοφλήθηκε για όλες τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην εναγόμενη. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν υποχρέωση της ενάγουσας να αποδείξει την ύπαρξη οφειλής και όχι της εναγομένης και η ίδια η ενάγουσα να καταδείξει ότι με τις μέχρι τώρα πληρωμές της εναγομένης παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και μπορώ να βασιστώ σε αυτή και αυτή που αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασκεί επαγγελματικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με ελεγκτικά, λογιστικά, φορολογικά ζητήματα και άλλες συναφή εργασίες και διατηρεί γραφεία σε όλη την Κύπρο. Η εναγομένη είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με χωματουργικές εργασίες και εργασίες εκσκαφής και άλλες συναφείς εργασίες. Η εναγόμενη και η ενάγουσα είχαν συνεργασία κατά περίοδο, κυρίως, 2005 -2009 και τις παρείχαν ελεγκτικές και λογιστικές εργασίες και συμβουλές για φορολογικά ζητήματα. Μεταξύ των διαδίκων δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη αμοιβή για την παροχή αυτών των υπηρεσιών και η αμοιβή που θα χρεωνόταν θα ήταν η εύλογη αμοιβή η οποία θα υπολογιζόταν ανάλογα με το είδος, φύσης και χρόνο της κάθε εργασίας που θα της παρείχαν. Η ενάγουσα προσέφερε στην εναγομένη, κυρίως ελεγκτικές και λογιστικές υπηρεσίες για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και
- Κατά το έτος 2010 η εναγόμενη ειδοποίησε την ενάγουσα ότι θα σταματούσε τη συνεργασία μαζί της και μετά από αυτό, η τελευταία στις 24/11/2010 και 31/12/2010 τιμολόγησε τις λογιστικές υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγομένη για τα έτη 2005 - 2009 και τις ελεγκτικές υπηρεσίες για το έτος
- Η εναγόμενη πλήρωνε κάθε έτος διάφορα ποσά για τις υπηρεσίες που η ενάγουσα πρόσφερε στην εναγομένη και όποτε αυτή της ζητούσε χρήμα και στις 30/12/2010 κατέβαλε και το ποσό των €1,
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι σαφές ότι η ενάγουσα, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να παρουσιάσει επαρκή και αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη οφειλής εκ μέρους της εναγομένης. Εν όψει των πιο πάνω, η αξίωση της παρέμεινε μετέωρη και στην απουσία συγκεκριμένων ευρημάτων για την ύπαρξη οφειλής αλλά και το ύψος αυτής, η αγωγή της δεν μπορεί να επιτύχει. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα επέλεξε να προωθήσει στο Δικαστήριο την εκδοχή ότι η τιμολόγηση για τις λογιστικές υπηρεσίες θα χρεωνόταν στο τέλος, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν είναι δυνατό μια σοβαρή και μεγάλη εταιρεία όπως η ενάγουσα, σύμφωνα με τη θέση του Μ.Ε.1, να ακολουθεί μια τέτοια πρακτική, τη στιγμή μάλιστα που η εναγόμενη πάντοτε πλήρωνε τα ποσά που την χρέωναν για κάθε χρόνο της συνεργασίας τους. Παράλληλα δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα έκανε και κάποια πρόβλεψη για τα έξοδα αυτά στους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας ούτε έχει τεκμηριωθεί με τα απαραίτητα έγγραφα ότι οι προγενέστερες πληρωμές δεν κάλυπταν και τις λογιστικές υπηρεσίες. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν αποκλείεται η ενάγουσα να μην έχει εξοφληθεί πλήρως για όλες τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην εναγομένη αλλά ήταν υποχρέωση της να αποδείξει τόσο την ύπαρξη της οφειλής όσο και το ύψος αυτής. Υπό τις συνθήκες που επέλεξε να προωθήσει την απαίτηση της και με τον τρόπο που το έχει πράξει, δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη οφειλής, πόσο μάλλον και της συγκεκριμένης οφειλής. Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της και η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / final/ prosfora ipiresion cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο