← Κύπρος

Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67

Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67/2017, 30/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67/2017 Επί τοις αφορώσι το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.224 και Επί τοις αφορώσι του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμοί 1 έως 18 και Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015, άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ Μεταξύ: Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD Αιτητής-Εφεσείοντας και

  1. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου
  2. Michael Frank Dyer
  3. Bridget Ann Florence Dyer Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 02.05.17 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 03.05.17 Ημερομηνία: 30.08.17 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα-Αιτητή: κα Ε. Κυριάκου για κ.κ. Mantis & Athinodorou LLC (η κα Ν. Αριστοδήμου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εφεσίβλητο 1- κα Ε. Κυριάκου Καθ' ου η αίτηση 1: Για Εφεσίβλητους 2 & 3- κα Μ. Τιμοθέου για κ.κ. Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Καθ' ων η αίτηση 2 & 3: Δ.Ε.Π.Ε. (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση ο Εφεσείοντας-Αιτητής ζητεί ακύρωση της απόφασης του Εφεσίβλητου 2-Καθ' ου η αίτηση 2 που του γνωστοποιήθηκε με γραπτή ειδοποίηση και/ή επιστολή ημερομηνίας 17.03.17 με την οποίαν απορρίφθηκε ένσταση του ημερομηνίας 13.09.16 και ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/6631, τεμάχιο 553, φύλλο/σχέδιο 35/52, στη Γιόλου της επαρχίας Πάφου στους Εφεσίβλητους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 (στο εξής το 'ακίνητο'). Επιπλέον και/ή ανεξάρτητα του πιο πάνω ζητείται απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η διαδικασία μεταβίβασης του πιο πάνω ακινήτου στους Εφεσίβλητους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση 2 και
  4. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω υπόθεσης προωθήθηκε η παρούσα μονομερής αίτηση με την οποίαν ο Εφεσείοντας-Αιτητής (στο εξής ο 'Αιτητής') ζήτησε και πέτυχε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που αναστέλλει την εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης του Εφεσίβλητου 1-Καθ' ου η αίτηση 1 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση 1') και παράλληλα εμποδίζει τη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου στους Εφεσίβλητους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση 2 και 3'). Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)μετά των συναφών τροποποιήσεων, στη Διαταγή 48 Κανονισμό 9, στη Διαταγή 4 Κανονισμούς 1-9 και στη Διαταγή 55 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 10Α, 16-19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB και στο άρθρο 51 του Ν.9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στο άρθρο 80 του Κεφ.224, στα άρθρα 23, 26 και 28-30 του Συντάγματος και στις γενικές αρχές του Ν.158(Ι)/
  5. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως πέντε τεκμήρια. Συνοπτικά αυτό που καταγράφεται είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπέβαλαν αίτηση στο κτηματολόγιο για μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα τους που είχαν αγοράσει από την τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία Chr. Christoforou Estates Ltd δυνάμει της καταχωρημένης στο κτηματολόγιο σύμβασης υπ' αρ. ΠΩΕ 1618/
  6. Ο Αιτητής ειδοποιήθηκε για την αίτηση και στις 13.09.16 υπέβαλε γραπτώς την ένσταση του, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 'Γ', η οποία αφού εξετάστηκε από τον Κτηματολόγιο απορρίφθηκε. Το απορριπτικό αποτέλεσμα της ένστασης γνωστοποιήθηκε στους Αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 17.03.17 του Κτηματολογίου που παραλήφθηκε στις 04.04.17, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 'Γ'. Ο Αιτητής θεωρεί την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εσφαλμένη, άκυρη, νομικά αβάσιμη και αντισυνταγματική στη βάση 14 λόγων που επικαλείται και καταγράφονται στο σώμα της παρούσας αίτησης-έφεσης (κυρίως αίτησης). Δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω αλλά εκεί που κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλών πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 03.05.17 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης-έφεσης. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο την 11.05.17, ημερομηνία κατά την οποία μόνο οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ζήτησαν, δια κοινού δικηγόρου, χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση, πράγμα που έπραξαν στις 14.06.
  7. Αντίθετα ο Καθ' ου η αίτηση 1 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να καταχωρήσει ένσταση. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 παραπέμπει σε 10 λόγους που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:

(1)Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ανεπαρκή.
(2)Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον Αιτητή ενώ στοιχεία παρουσιάζονται κατά τρόπο παραπλανητικό.
(3)Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
(4)Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του 'κατεπείγοντος'.
(5)Η αίτηση υπεβλήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση.
(6)Το πραγματικό καθεστώς που περιβάλλει την αίτηση είναι λανθασμένο και/ή ανεπαρκή και/ή αβάσιμο.
(7)Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και προωθείται με περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  1. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα άρθρα 29, 31, 32 και 43 του Ν.14/60, στα άρθρα 5, 7 και 9 του Κεφ. 6, στις Διαταγές 4, 40, 55 και 35 Κανονισμούς 18 και 19 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 16-19, 21-36 και Μέρη VI-VIB του Ν.9/1965, στο άρθρο 80 του Κεφ.224, στα άρθρα 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, πρακτική, διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως πέντε τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στο οποίο επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, μπορεί να λεχθεί πως αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι μεταξύ των ιδίων και της τελούσας υπό εκκαθάρισης εταιρείας Chr. Christoforou Estates Ltd συνάφθηκαν δύο συμβόλαια πώλησης και ανέγερσης οικοδομής εντός του επίμαχου ακινήτου, αμφότερα ημερομηνίας 05.04.07, με βάση τα οποία η εν λόγω ακίνητη περιουσία θα παραδιδόταν με την καταβολή όλων των σχετικών ποσών. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 το συνολικό ποσό των δύο συμβολαίων έχουν εξοφληθεί πλήρως. Αντίγραφο σχετικών αποδεικτικών στοιχείων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 'Α'. Είναι γι' αυτό που στις 10.01.09 εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποίαν καλούνταν η πιο πάνω τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία καθώς και ο διευθυντής του κτηματολογίου να προχωρήσει στη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ως δικαιούμενα σε εγγραφή άτομα. Αντίγραφο σχετικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Δ'. Είναι ακόμη η θέση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν συνέχιση του. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 παραπονιούνται ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει νομικά επειδή θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί διαδικασία στα πλαίσια Γενικής Αίτησης/Έφεσης δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Ν.9/
  2. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο λόγος αυτός, αν και αμιγώς νομικής φύσεως, δεν αναπτύσσεται και ούτε εξηγείται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  3. Κανένα νομικό σκεπτικό έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη νομική αυτή θέση. Συνεπώς εκλαμβάνεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης έχει εγκαταλειφθεί. Ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω κατάληξης, παρατηρώ ότι η διαδικασία της κυρίως αίτησης εγέρθηκε με την καταχώρηση Αίτησης-Έφεσης, όπως προνοούν οι διατάξεις του Ν.9/
  4. Το άρθρο 44ΙΓ που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται περιέχεται στο Μέρος VIA της κείμενης νομοθεσίας, επί του οποίου γίνεται ρητή αναφορά στη νομική βάση της κυρίως υπόθεσης. Παράλληλα η προώθηση της υπό κρίση αίτησης που έχει τη μορφή ενδιάμεσης αίτησης αποσκοπούσε στην εξασφάλιση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Το νομικό καθεστώς της παρούσας αίτησης περιλαμβάνει τόσο το δικαιοδοτικό πλαίσιο που είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 καθώς και τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ.6 όσο και το ουσιαστικό δίκαιο που είναι το Μέρος VIA του Ν.9/1965 καθώς και το δικονομικό πλαίσιο που είναι η Διαταγή 48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από αυτή την άποψη η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ορθή και επαρκώς συμπληρωμένη. Παράλληλα δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στον Ν.9/1965 που να απαγορεύσει την προώθηση ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Σε ότι δε αφορά τα διατάγματα που ζητούνται στην κυρίως αίτηση, αυτά διαφέρουν από τα διατάγματα που ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση. Ειδικότερα στην κυρίως αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου καθώς και ακύρωσης της διαδικασίας μεταβίβασης ενώ με την υπό κρίση αίτηση τα υπό εξέταση διατάγματα αφορούν προσωρινή αναστολή της ισχύς της εν λόγω απόφασης και προσωρινή απαγόρευση μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Θα εξετάσω τώρα τον δεύτερο λόγο ένστασης με τον οποίο οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και παράλληλα παρουσίασε στοιχεία κατά τρόπο παραπλανητικό όταν το Δικαστήριο ασκούσε την κρίση του για μονομερή έκδοση του διατάγματος, η συνέχιση της ισχύος του οποίου μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτησης-έφεσης τελεί υπό εξέταση με την παρούσα διαδικασία. Τούτο επειδή αν διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί καθίσταται αχρείαστη η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης ενώ την ίδια στιγμή το προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπό κρίση αίτηση οι Καθ' ων η αίτηση εστιάζουν τη θέση τους στην παράλειψη του Αιτητή να αναφέρει την ύπαρξη και το περιεχόμενο τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή υπ' αριθμό 26/
  1. Μπροστά στον ισχυρισμό αυτό των Καθ' ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν παρέχει κάποια εξήγηση και γενικότερα δεν εκφράζει οποιοδήποτε σχόλιο σχετικά με το ζήτημα αυτό. Όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, κατά την μονομερή εξέταση της υπό κρίση αίτησης και έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 03.05.17 ο Αιτητής είχε υποχρέωση να αναφέρει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου, τα οποία γνώριζε ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε. Τέτοια αναφορά ουσιωδών γεγονότων γίνεται μόνο με την ρητή και σαφή καταγραφή τους μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση. Η τυχόν επισύναψη εγγράφων ως τεκμηρίων που εμπεριέχει τον κίνδυνο να διέλθει της προσοχής του Δικαστηρίου, γίνεται απλά για υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και όχι για να υποψιάζεται και να πιθανολογεί το Δικαστήριο αν μέσα από τέτοια έγγραφα ενδεχομένως να περιλαμβάνονται στοιχεία που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ουσιώδη γεγονότα ή από αυτά να αντληθούν ουσιώδη στοιχεία, συμπληρωματικά αυτών που ήδη περιέχονται στην ένορκη δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η οποία όταν εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα εξετάστηκε μονομερώς, ουδεμία αναφορά υπάρχει τόσο για την ύπαρξη όσο και για το περιεχόμενο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η επισύναψη αντιγράφου αυτής της μονοσέλιδης απόφασης ως μέρος της δέσμης εγγράφων των συνολικά 24 σελίδων που αποτελούν το Τεκμήριο 'Β' δείχνει ότι το γεγονός αυτό ήταν υπόψη των Αιτητών. Το ότι η εν λόγω δικαστική απόφαση περιλαμβάνεται στα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται δεν σημαίνει αποκάλυψη του περιεχομένου της από τον ενόρκως δηλών. Σε αντίθεση με γεγονότα που ρητά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και παραπέμπουν προς υποστήριξη σε συγκεκριμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 'Β' αλλά και σε άλλα τεκμήρια, ουδεμία αναφορά γίνεται στο γεγονός της έκδοσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Ούτε καν παραπομπή γίνεται στην επισύναψη αντιγράφου του κειμένου αυτής. Με άλλα λόγια δεν επισύρθηκε η προσοχή του Δικαστηρίου υπό την έννοια της σαφούς και θετικής αναφοράς μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση του Αιτητή. Εάν ο Αιτητής δήλωνε στην ένορκη δήλωση του όταν προωθούσε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση ότι στις 10.12.09, στα πλαίσια της αγωγής 26/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με διάδικους τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και την τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του επιδίκου ακινήτου με σκοπό την μεταβίβαση και εγγραφή του εν λόγω ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ανεξαρτήτως οποιονδήποτε εμπράγματων βαρών, το γεγονός αυτό θα προσμετρούσε στην κρίση του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα κατά πόσο ή όχι λήφθηκαν μέτρα προς εκτέλεση του διατάγματος που εκδόθηκε, Εάν ο Αιτητής αναφερόταν στο γεγονός αυτό εκ πρώτης όψεως θα έδιδε την εντύπωση ότι τα ενδιαφερόμενα/εμπλεκόμενα μέρη από τότε αναγνώριζαν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα ή πρόβλημα που θα μπορούσε να εμποδίσει την μεταβίβαση και εγγραφή του επιδίκου ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  2. Εξ' ου η έκδοση του εν λόγω διατάγματος ήταν εκ συμφώνου. Μία τέτοια αναφορά σίγουρα θα προβλημάτιζε το Δικαστήριο με γνώμονα τους λόγους που ο Αιτητής ανέπτυξε προκειμένου να στηρίξει σήμερα την διαφωνία του για μεταβίβαση και εγγραφή του επιδίκου ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  3. Κατά συνέπεια η μη αναφορά του πιο πάνω από τους Αιτητές αποτελεί απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που αν αποκαλυπτόταν στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης θα ασκούσαν επιρροή στο σκεπτικό του Δικαστηρίου. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Αυτή η εξέλιξη μοιραία κρίνει την τύχη της παρούσας αίτησης. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω τον τρίτο λόγο ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης η προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Αιτητές θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Από το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δικαιολογείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)καθώς και των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου εξετάζονται ανεξάρτητα από αυτές του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Όταν δε επιζητείται η έκδοση διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση σε περιπτώσεις που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις για χάριν εκτέλεσης δύναται να συμπεριληφθεί στη νομική βάση και το άρθρο 5 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 εφαρμόζονται στις ειδικές περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση ζητείται η συνέχιση της ισχύος διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κυρίως υπόθεσης. Κατά συνέπεια οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Αντίθετα επειδή το αιτούμενο διάταγμα δεν αφορά περίπτωση εκκρεμούσας αγωγής όπου αξιώνονται θεραπείες χρηματικής φύσεως για χάριν εκτέλεσης αλλά κατά πόσο δύναται ή όχι να προχωρήσει η διαδικασία μεταβίβασης εγγραφής τίτλου ιδιοκτησίας ακινήτου, το άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν έχει έρεισμα εφαρμογής. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει, όπως έχει ήδη λεχθεί, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι ο Αιτητής, ο οποίος φαίνεται να ενεργεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας Chr. Christoforou Estates Ltd (Τεκμήριο 'Α' στην υπό κρίση αίτηση) προωθεί την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση για τους λόγους που εξειδικεύει στο σώμα της κυρίως αίτησης (αίτηση-έφεση) και επαναλαμβάνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, οι οποίοι όμως μπορούν να ομαδοποιηθούν. Ένας από τους λόγους που οι Αιτητές προβάλλουν είναι ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής χωρίς να ενημερώνει τον Αιτητή για τις θεραπείες που μπορεί να λάβει κατά της εν λόγω απόφασης. Eκ πρώτης όψεως και για σκοπούς του σταδίου αυτού δεν φαίνεται αυτό να ευσταθεί. Πρόχειρη ανάγνωση του κειμένου της εν λόγω απόφασης στην όψη του και μόνο, το οποίο επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 'Γ' στην υπό κρίση αίτηση, δεν προκρίνει τη θέση αυτή των Αιτητών. Μέσα από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εκθέτει το σκεπτικό του και παράλληλα εξηγεί ποιο ένδικο μέτρο θα μπορούσε να αναχαιτίσει την υλοποίηση της απόφασης του. Η δε κείμενη νομοθεσία παρέχει εξειδικευμένες πρόνοιες που ασχολούνται με το θέμα αυτό και ο Αιτητής δύναται, αν επιθυμεί, να απευθυνθεί σ' αυτές. Ένα άλλος λόγος που προβάλλεται είναι η θέση του Αιτητή ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καταπιεστική και/ή καταχρηστική. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού, εκ πρώτης όψεως αυτό δεν φαίνεται να ευσταθεί. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου φαίνεται να ακολούθησε τη διαδικασία που οι διατάξεις του Ν.9/1965 προνοούν και με βάση το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας προχώρησε στην έκδοση της επίμαχης απόφασης. Ένας ακόμη λόγος για τον οποίον η αίτηση-έφεση προωθείται είναι η θέση του Αιτητή ότι η επίμαχη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Με κάθε σεβασμό στον Αιτητή δεν βλέπω πως ο λόγος αυτός είναι σχετικός με το νομικό πλαίσιο στη βάση του οποίου εξετάζεται το αντικείμενο της υπόθεσης αυτής. Ένας από τους βασικότερους λόγους επί του οποίου προωθείται η κυρίως υπόθεση είναι η θέση των Αιτητών με την οποίαν αμφισβητείται η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα καθώς και το επισυνημμένο σ' αυτές μαρτυρικό υλικό παρατηρώ ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι μεταξύ τους συνάφθηκαν δύο συμβόλαια, αμφότερα ημερομηνίας 05.04.07, τα οποία οι διάδικοι φαίνεται να υπέγραψαν, ήτοι ένα που αφορούσε την πώληση του επίμαχου ακινήτου για το ποσό των Λ.Κ.£80.000 και ένα που αφορούσε την κατασκευή εντός του επιδίκου ακινήτου μιας οικίας τριών υπνοδωματίων με κολυμβητική δεξαμενή έναντι του τιμήματος των Λ.Κ.£160.000. Αμφότερα συμβόλαια επισυνάπτονται ως μέρος του Τεκμηρίου 'Ε' στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Έκαστο συμβόλαιο διέπεται από τους δικούς του όρους. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου πώλησης του επίμαχου ακινήτου, το ακίνητο θα παραδιδόταν στους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του. Παράλληλα με την απόκτηση αδειών από τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 μέσω των αρμοδίων αρχών θα ενεργοποιείτο η πρόνοια της μεταβίβασης και εγγραφής του επιδίκου ακινήτου εις το όνομα τους. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 29.10.07 πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.£25.000, στις 15.11.07 το ποσό των Λ.Κ.£100.000 και στις 05.04.07 το ποσό των Λ.Κ.£4.200, ήτοι έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£129.200. Βέβαια οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ισχυρίζονται ότι προέβηκαν και σε άλλες πληρωμές, τις οποίες όμως ο Αιτητής αμφισβητεί. Το ποια εκδοχή αληθεύει δεν απασχολεί το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Επιπλέον από όσα έχουν λεχθεί προηγουμένως προκύπτει ότι στις 10.12.09, στα πλαίσια της αγωγής 26/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με διάδικους τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και την τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του επιδίκου ακινήτου με σκοπό την μεταβίβαση και εγγραφή του εν λόγω ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ανεξαρτήτως οποιονδήποτε εμπράγματων βαρών. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 προώθησαν στο Κτηματολόγιο εις το όνομα τους σχετική αίτηση μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου ως αγοραστές. Στην περίπτωση που ένα ακίνητο ή μέρος αυτού έχει πωληθεί δυνάμει σύμβασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι τις 31.12.14 ή έχει κατατεθεί σ' αυτό δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα του αγοραστή που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, τίθενται σε εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ του Ν.9/1965 που ενσωματώθηκαν με τον τροποποιητικό νόμο 139(Ι)/2015. Αυτά υπαγορεύουν οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΗ της κείμενης νομοθεσίας. Η θέσπιση του εν λόγω τροποποιητικού νόμου στοχεύει στο να βοηθήσει αγοραστές που εξόφλησαν το τίμημα πώλησης και έχουν καταθέσει τη σύμβαση αγοράς του ακινήτου στο μητρώο του Κτηματολογίου να αποκτήσουν εγγράφοντας εις το όνομα τους τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που έχουν αγοράσει αλλά εμποδίζονται από την προγενέστερη κατάθεση υποθηκών, επιβαρύνσεων και άλλων εμπραγμάτων βαρών. Το δικαίωμα καταχώρησης αίτησης μεταβίβασης παρέχεται νομοθετικά από τις πρόνοιες του άρθρου του 44ΙΘ
(1)του Ν.9/
  1. Τέτοια αίτηση εξετάζεται στη βάση των παραμέτρων του άρθρου 44Κ του Ν.9/
  2. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού θέτουν ως προϋποθέσεις για την επιτυχία τέτοιας αίτησης την εξόφληση του τιμήματος πώλησης στον πωλητή και να υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Το ζήτημα της κατάθεσης του συμβολαίου πώλησης του επιδίκου ακινήτου δεν προβάλλει ως επίδικο στην παρούσα υπόθεση. Επίσης δεν φαίνεται να προκύπτει θέμα ανυπαρξίας εγγεγραμμένου τίτλου ιδιοκτησίας. Συνεπώς εκλαμβάνω ότι το εν λόγω συμβόλαιο κατατέθηκε έγκαιρα στο μητρώο του Κτηματολογίου καθώς επίσης ότι υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας για το επίμαχο ακίνητο. Ο Αιτητής υπέβαλε γραπτή ένσταση ως είχε δικαίωμα, η οποία φαίνεται να εξετάστηκε από το Διευθυντή του Κτηματολογίου. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ
(3)της εν λόγω νομοθεσίας η ένσταση για να έχει προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται σ' ένα από τους ακόλουθους λόγους συνοδευόμενοι από σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που να τους τεκμηριώνουν: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της εξέτασης της ένστασης κοινοποιήθηκε γραπτώς στον Αιτητή με σχετική γνωστοποίηση ημερομηνίας 17.03.17 (μέρος του Τεκμηρίου 'Δ' στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης), ο οποίος προσβάλλει την εν λόγω απόφαση με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση. Η επίμαχη ειδοποίηση φαίνεται να πραγματεύεται την πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί σε μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου εις το όνομα των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  1. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, φαίνεται ότι μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και της τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας Chr. Christoforou Estates Ltd συνομολογήθηκαν δύο ξεχωριστά συμβόλαια, ήτοι πώλησης του επίμαχου ακινήτου και κατασκευής οικίας εντός του εν λόγω ακινήτου. Όπως επίσης σημειώθηκε πιο πάνω τα δύο συμβόλαια είχαν τους δικούς τους ξεχωριστούς όρους που δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη. Με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης που καθορίζεται μέχρι τις 30.09.07 το ακίνητο περιέρχεται στην κατοχή των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι δύναται και συνάμα δικαιούνται να μεταβιβάσουν εις το όνομα τους τον εγγεγραμμένο τίτλο ιδιοκτησίας του. Σε ότι αφορά το συμβόλαιο κατασκευής της κατοικίας, το έργο παραδίδεται αποπερατωμένο την 30.09.09 μαζί με την εξόφληση του τιμήματος ανέγερσης. Με βάση τις νομικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών ανάμεσα στα δύο πιο πάνω συμβόλαια είναι ανεξάρτητες. Η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών στο συμβόλαιο κατασκευής κατοικίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους που πηγάζουν μέσα από το συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου, όπως και αντίστροφα. Παράλληλα τα συγκεκριμένα δύο συμβόλαια δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια που να συνδέουν ή να αλληλοεξαρτούν το περιεχόμενο τους. Αυτό σημαίνει ότι τυχόν αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης του επιδίκου ακινήτου καθιστά τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δικαιούχους σε εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του. Είναι εν δυνάμει ιδιοκτήτες του εν λόγω ακινήτου. Η τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία, ως πωλήτρια του επίμαχου ακινήτου είναι εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  2. Η τυχόν μη αποπληρωμή του τιμήματος κατασκευής της κατοικίας εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ενδεχομένως να παρέχει θεραπείες στον Αιτητή στη βάση παράβασης συμφωνίας, όπως για παράδειγμα την αξίωση αποζημιώσεων με την καταχώρηση αγωγής που θα στρέφεται εναντίον τους. Δεν αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή χρήση δικαιώματος στον Αιτητή που δυνατό να παρέχεται από τη συμφωνία κατόπιν της τυχόν παράβασης εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων η αίτηση. Ωστόσο μια ενδεχόμενη παράβαση του συμβολαίου κατασκευής κατοικίας από τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν θα μπορούσε νόμιμα να ανακόψει την πορεία μεταβίβασης και εγγραφής του τίτλου ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου στα ονόματα τους εφόσον υλοποιούσαν τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από το συμβόλαιο πώλησης. Από μια πρόχειρη ανάγνωση του συμβολαίου πώλησης του επιδίκου ακινήτου φαίνεται ότι η βασικότερη υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση ήταν η αποπληρωμή του τιμήματος που ανέρχεται στις Λ.Κ.£80.
  3. Είναι παραδεκτό από τα μέρη ότι οι Καθ' ων η αίτηση πλήρωσαν στην τελούσα υπό εκκαθάριση εταιρεία το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£129.
  4. Αυτό φανερώνει εξόφληση του τιμήματος αγοράς του επίμαχου ακινήτου. Η πρόθεση του Αιτητή να θεωρήσει ότι ολόκληρο το ποσό που πληρώθηκε αφορά αποκλειστικά το συμβόλαιο κατασκευής της κατοικίας, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να συγκεντρώνει έρεισμα υποστήριξης. Η απουσία από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου τιμολογίων και αποδείξεων είσπραξης που να σημειώνουν ότι το ποσό που εισπράχτηκε αφορά ειδικά την κατασκευή της κατοικίας και όχι την αγορά της γης πάνω στην οποία θα ανεγειρόταν η οικία, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία άλλων στοιχείων που να εξηγούν το σκεπτικό αυτό του Αιτητή, δεν φαίνεται να παρέχουν υπόβαθρο στην πιο πάνω εκτίμηση του. Αντίθετα η εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 10.12.09 στα πλαίσια της αγωγής 26/08 που σκοπό είχε την μεταβίβαση και εγγραφή του εν λόγω ακινήτου εις τα ονόματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ανεξαρτήτως οποιονδήποτε εμπράγματων βαρών, ασχέτως ότι φαίνεται να μην λήφθηκαν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για εκτέλεση της, εκ πρώτης όψεως αφαιρούν κάθε λογικό έρεισμα από το πιο πάνω σκεπτικό του περί ύπαρξης οφειλομένου ποσού στο συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου. Αν το διάταγμα προωθείτο τότε για εκτέλεση οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 θα αποκτούσαν αυτόματα από τότε δικαίωμα επί του εν λόγω ακινήτου για εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας εις το όνομα τους. Σε τέτοια περίπτωση με βάση το δίκαιο επιείκειας οι Καθ' ων η αίτηση θα καθίσταντο ιδιοκτήτες του τεμαχίου αυτού (Χρίστου και άλλη v. Γεωργίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 940). Η θέσπιση του Ν.81(Ι)/2011 αποσκοπεί ακριβώς στη θεραπεία τέτοιων αδικιών. Οι προαναφερόμενες πληροφορίες σε συνάρτηση με την απουσία άλλων περί του αντιθέτου στοιχείων δεν τείνουν να καταδείξουν μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η αίτηση, ως αγοραστές του επιδίκου ακινήτου, έναντι της τελούσας υπό εκκαθάρισης εταιρείας, ως πωλήτρια του εν λόγω τεμαχίου. Παράλληλα δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δείχνει ότι το συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου έχει ακυρωθεί ή τερματιστεί είτε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου είτε άλλως πως. Αντίθετα από την αντίδραση του Αιτητή, όπως αυτή εκδηλώθηκε μέσα από την ένσταση που απέστειλε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου αλλά και από την ένσταση που προώθησε στην υπό κρίση αίτηση, φαίνεται ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο βρίσκεται σε ισχύ. Τα πιο πάνω δεν φαίνεται να δημιουργούν στον ορίζοντα προσδοκία επιτυχίας της ένστασης του Αιτητή, πάντοτε σε σχέση με τα κριτήρια που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 44Κ
(1)του Ν.9/1965. Ο Αιτητής επίσης εγείρει θέμα ότι τόσο ο τροποποιητικός νόμος 139(Ι)/2015 όσο και η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο εξετάζει θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.4, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R.167, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R.71 και Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1966)2 A.A.Δ.126). Η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου δεν εξετάζεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής εξέφρασε μία γενική και αόριστη θέση. Ο Αιτητής δεν εξηγεί κατά τρόπο σαφή και εξειδικευμένο πως μέσα από την παρούσα περίπτωση παραβιάζονται οι διατάξεις κάθε ενός από τα εισηγούμενα άρθρα και κατ' επέκταση πως συγκεκριμένα επηρεάζονται τα δικαιώματα του. Από την εισήγηση του Αιτητή απουσιάζουν εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες που θα προσδιόριζαν με σαφήνεια και εξειδικευμένα που ακριβώς αναδύεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Κατά συνέπεια η θέση αυτή των Αιτητή είναι, υπό τις περιστάσεις, έκθετη σε απόρριψη. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν ικανοποιείται τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Συγκεκριμένα από τα προαναφερόμενα φαίνεται ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς επίσης η πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αίτησης-έφεσης πάνω στους λόγους που προωθείται κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ένεκα του πιο πάνω αποτελέσματος η εξέταση των υπολοίπων κριτηρίων και παραμέτρων είναι άνευ σημασίας. Επομένως προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και κριτήρια που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης και κατ' επέκταση για τη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης, πράγμα που αν γινόταν θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 03.05.17 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και εναντίον του Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω υπόθεση. Σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση 1 ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.