Nεόφυτος Αυγουστή ν. Νικόλα Λεμονάρη, Αγ. Αρ. 636/12, 30/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A158 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 636/12 Μεταξύ: Nεόφυτος Αυγουστή από τη Λευκωσία Ενάγοντας και Νικόλα Λεμονάρη από την Πάφο Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερ.: 30/08/
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Π. Αγγελίδης για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Κορακίδου για κ.κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου είναι για το ποσό των €70,000 δυνάμει μιας επιταγής της Τράπεζας Κύπρου την οποία ο εναγόμενος του εξέδωσε κατά ή περί τις 12/08/
- Ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του ότι κατά ή περί την ίδια περίοδο προσπάθησε να την καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό του αλλά η Τράπεζα του αρνήθηκε την κατάθεση διότι μετά την αναγραφή του ποσού €70,000 ο εναγόμενος είχε αναγράψει την λέξη «καβλιές». Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος τόσο λεκτικά όσο και αριθμητικά είχε αναγράψει ευκρινές το ποσό των €70,000 και ότι το ποσό τούτο ήταν και είναι πληρωτέο. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται την απαίτηση του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να υπογράψει το επίδικο έγγραφο, το οποίο κατά τη θέση του δεν αποτελεί συναλλαγματική ή επιταγή δυνάμει του Νόμου, μετά από αφόρητες πιέσεις και εκβιασμούς του ενάγοντα και του συνεργάτη του. Ο εναγόμενος δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό στον ενάγοντα ή στον συνεργάτη του και ούτε δόθηκε οποιονδήποτε αντάλλαγμα στον εναγόμενο για να εκδώσει επιταγή προς όφελος του ενάγοντα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παράλογη αξίωση του ενάγοντα στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ενέργησε ως μεσίτης για συναλλαγή που διενέργησε ο εναγόμενος. Είναι η θέση του ότι ο ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, ουδέποτε ενήργησε ως τέτοιος για συναλλαγή του εναγομένου και ότι η αξίωση του βασίζεται σε παρανομία. Ο ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα και/ή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και η οποία εκτελέστηκε από την πλευρά του αλλά όχι εκ μέρους του εναγομένου αφού η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενέργησε ως κτηματομεσίτης, ούτε η αμοιβή του ποσού της επιταγής προκύπτει από μεσιτεία. Ο ενάγων έναντι γενικής συμφωνίας με τον εναγόμενο απλώς προωθούσε πελάτες προς τον τελευταίο και η πράξη της μεσολάβησης για αγορά ακινήτων γινόταν αποκλειστικά από τον εναγόμενο. Ο ενάγων ουδέποτε είχε αναμειχθεί με οποιαδήποτε πράξη αποτελεί μεσιτεία ή μέρος της μεσιτείας. Αρνείται ότι χρησιμοποίησε οποιεσδήποτε πιέσεις ή απειλές εναντίον του εναγομένου και είναι η θέση του ότι η επίδικη επιταγή είναι έγκυρη καθότι οι λέξεις που δεν έχουν σημασία πρέπει να παραλείπονται κατά την ερμηνεία οποιουδήποτε εγγράφου περιλαμβανομένων και των συναλλαγματικών / επιταγών. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του ενάγοντα, κατάθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) ενώ για λογαριασμό της υπεράσπισης κατάθεσε ο εναγόμενος (Μ.Υ.1). Το επίδικο έγγραφο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Συνοπτικά οι εκδοχές που προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το επίδικο έγγραφο έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας, στην γραπτή του δήλωση - Έγγραφο 1 - που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης ανάφερε ότι είναι οδηγός ταξί και κατά τον Μάρτιο του 2008 συμφώνησε με τον εναγόμενο όπως μεταφέρει κοντά του πελάτες που ενδιαφέρονταν για επένδυση στην Κυπριακή αγορά και είχε συμφωνήσει ρητά ότι οποιαδήποτε κτηματομεσιτική εργασία θα γινόταν από τον ίδιο και δεν θα μετείχε καθοιονδήποτε τρόπο. Κατά τον Ιούλιο του 2008 μετέφερε και του γνώρισε την κα Galina Ripakova, η οποία εν τέλει αποφάσισε να αγοράσει οικία στην Πάφο κατά τον Αύγουστο του
- Η αμοιβή που εισέπραξε ο εναγόμενος από την εν λόγω μεσιτεία ήταν €385,
- Όταν τον ρώτησε αν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό για την γνωριμία και μεταφορά του πιο πάνω προσώπου, ο εναγόμενος του ανάφερε ότι δικαιούται €70,000, ποσό το οποίο αποφάσισε ο ίδιος και τον κάλεσε στο γραφείο του για να παραλάβει την εν λόγω επιταγή. Στις 12/08/2008 του εξέδωσε την επιταγή προς όφελος του ύψους €70,000 γράφοντας «Ευρώ εβδομήντα χιλιάδες καβλιές μόνο» αλλά επειδή δεν φορούσε τα γυαλιά του δεν πρόσεξε τη λέξη «καβλιές» και έτσι πήρε την επιταγή και έφυγε. Αργότερα, όταν έφθασε στην οικία του και ξαναδιάβασε την επιταγή, αυτή τη φορά με τα γυαλιά του, εξοργίστηκε και απαίτησε από τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό όμως αυτός μέχρι σήμερα αρνείται προβάλλοντας διάφορες ανεδαφικές αιτιολογίες. Σε περαιτέρω εξέταση του ανάφερε ότι η πελάτιδα ήθελε σπίτι για να αγοράσει στην περιοχή του ξενοδοχείου ΑΝΑΣΣΑ και την μετέφερε στην Πάφο, στον εναγόμενο για να της βρει. Ο ίδιος δεν αναμίχθηκε στο «πάρε - δώσε», όπως είπε. Την μετέφερε στο σπίτι που θα αγόραζε αλλά αυτός έμεινε στο ταξί. Η πράξη έγινε για το ποσό του €1,100,000 και τόσο πριν ή μετά ο ίδιος δεν απαίτησε οποιαδήποτε χρήματα από τον εναγόμενο. Είχε και άλλο πρόσωπο αναμεμειγμένο στην πράξη, τον κ. Μακαρίου και όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του, του πρότεινε να του δώσει το ποσό των €70,000 και του είπε πέρασε αύριο από το γραφείο μου να σου δώσω την επιταγή. Πήγαν μαζί με τον Μακαρίου στο γραφείο του για να τους δώσει την επιταγή. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι για την συγκριμένη πράξη ο ίδιος δεν έκανε οτιδήποτε, απλώς πληρώθηκε την κούρσα του από τη ρωσίδα για το ταξί. Πιο κάτω είπε ότι όταν ήρθε στην Πάφο πήγε πρώτα από το γραφείο του Μακαρίου και πήραν τηλέφωνο τον εναγόμενο και μίλησαν και αυτός τους είπε ότι αν γίνει η πράξη θα πάρουν αυτό που πρέπει. Στη συνέχεια, είπε ότι όταν πήγαν για να δουν το σπίτι δεν ήταν παρών ο κ. Λεμονάρης αλλά η κυρία του εννοώντας τη σύζυγο του και αυτός έμεινε έξω. Αυτή δεν του υποσχέθηκε ότι θα του έδινε κάτι αν γίνει η πράξη. Υποσχέθηκε ότι θα έδινε κάτι στον κ. Μακαρίου αλλά δεν του είπαν πόσα. Επίσης, είπε ότι ο Μακαρίου, ο οποίος είναι σύγαμπρος του, δεν έκανε αγωγή διότι τα «βρήκαν» αλλά δεν του είπαν πόσα του έδωσε. Περαιτέρω, δεν θυμόταν τη μέρα που πήγαν στο γραφείο του εναγομένου και ότι ο εναγόμενος του έφερε απόδειξη και την υπέγραψε ότι του έδωσε το ποσό των €70,000 αλλά δεν την είχε. Αρνήθηκε ότι εκβίαζαν τον εναγόμενο για να τους δώσει χρήματα και είπε ότι είναι μόνος του που αποφάσισε να τους δώσει και αυτούς κάτι. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ερωτούμενος να πει γιατί νευρίασε που διάβασε την επιταγή ανάφερε ότι αυτό οφείλεται στο ότι αναγραφόταν στην επιταγή η λέξη καβλιές η οποία κατά τον ίδιο είναι βρισιά και σημαίνει κάτι η λέξη αυτή. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος στη μαρτυρία του ανάφερε ότι είναι κτηματομεσίτης και είπε ότι δεν έχει καμία σχέση με τον ενάγοντα και ότι τον είδε μια φορά. Του τηλεφώνησε ένας ταξιτζής και του είπε ότι ονομάζεται Νεόφυτος και ότι είχε μια ρωσίδα που θα έφερνε στην Πάφο για ένα σπίτι και τον περίμενε. Δέχθηκε τηλέφωνο από τον Μακαρίου ο οποίος τότε εργαζόταν στο Κτηματολόγιο και του είπε ότι έχει εκεί το σύγαμπρο του και μια ρωσίδα που θέλει να αγοράσει ένα σπίτι. Τους έστειλε στο γραφείο του και αφού έγινε η συνάντηση και διευκρινίστηκε τι ήθελε η ρωσίδα να αγοράσει έγινε η ξενάγηση από την γυναίκα του και τον ενάγοντα. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στο γραφείο και στην ξενάγηση. Εν τέλει έγινε η αγορά. Στη συνέχεια και μετά από λίγες μέρες δέχθηκε ένα πιεστικό τηλεφώνημα από τον κ. Μακαρίου λέγοντας του ότι είναι εκεί ο σύγαμπρος του και να βρεθούν να μιλήσουν για το πρόβλημα με την αγορά. Τους ανάφερε ότι είχε εργασίες που εκτελούσε στο σπίτι του για τον επικείμενο γάμο της κόρης του και δεν μπορούσε. Αυτοί επέμεναν και ήταν πιεστικοί ότι έπρεπε να συναντηθούν. Άφησε τις εργασίες του και μετέβηκε στο γραφείο του κ. Μακαρίου όπου του είπαν ότι πρέπει να τους πληρώσει και του είπαν ότι το ποσό ήταν €70,000 για τον κάθε ένα. Ήταν φορτικοί και πιεστικοί, παρά τις προσπάθειες του να τους εξηγήσει ότι δεν γίνεται και ότι είχε έξοδα. Για να τους ξεφορτωθεί έκανε αυτή την πράξη, δηλαδή να τους εκδώσει τις επιταγές με το περιεχόμενο που φέρει το τεκμήριο 1, κάτι το οποίο ανάφερε μετά και στην Αστυνομία. Όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν ήταν επιταγές αυτά που τους έδωσε έβαζαν τρίτα πρόσωπα και τον εκβίαζαν. Ο ίδιος δεν ήθελε να τους εκδώσει επιταγές και ήταν η θέση του ότι δεν τους χρωστά τίποτε. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι έδωσε τις €70,000 ως «bonus» διότι έκλεισε η πράξη και όχι ως αμοιβή και επέμενε ότι τόσο ο ενάγοντας όσο και τρίτα πρόσωπα τον απειλούσαν με σκοπό να εισπράξουν τα χρήματα αυτά. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212,216). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή ολόκληρη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους και επί του βασικού επίδικου ζητήματος πραγματικού γεγονότος το οποίο αφορά στο κατά πόσο το επίδικο έγγραφο εκδόθηκε από τον εναγόμενο ως «bonus» ή δώρο ή ως αμοιβή για μεσιτεία, αποδέχομαι την εκδοχή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο για τους λόγους που θα αναφέρω κατωτέρω. Είναι ξεκάθαρο από τα γεγονότα και κοινό έδαφος ότι οι διάδικοι πριν από την πώληση στο συγκεκριμένο πρόσωπο της οικίας δεν γνωρίζονταν ούτε είχαν καμία σχέση ή δοσοληψία. Ο ενάγοντας, περαιτέρω, αποτελεί κοινή θέση, μέσω κάποιου τρίτου προσώπου επ' ονόματι Μακαρίου ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο και του γνώρισε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο για να αγοράσει κατοικία. Η θέση που ο ενάγοντας προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι από μόνος του ο εναγόμενος του έδωσε το ποσό των €70,000 και λίγο πολύ είπε ή άφησε να νοηθεί ότι το έπραξε από μονός του και αυτό ήταν δώρο, με βάση τα γεγονότα που παρουσίασε δεν συνάδει με το λογική και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ένα τέτοιο γεγονός έχοντας πάντοτε υπόψη και το ύψος του αξιούμενου ποσού. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγοντας δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να παρουσιάσει ολοκληρωμένα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα, αλλά για να παρουσιάσει μια εκδοχή ευνοϊκή για την υπόθεση του. Παρά ταύτα υπέπεσε σε αντιφάσεις, η όλη εκδοχή του παρουσιάζει αδυναμίες και κενά που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ισχυρίστηκε κατά την κυρίως του εξέταση ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο να μεταφέρει κοντά του πελάτες που ενδιαφέρονταν για επένδυση και ότι οποιαδήποτε κτηματομεσιτική αγορά θα γινόταν από τον ίδιο. Παρά τη πιο πάνω θέση του, δεν αναφέρει ούτε δίνει άλλες λεπτομέρειες αυτής της συμφωνίας τους. Τι είδους συμφωνία ήταν αυτή και ποιο θα ήταν το αντάλλαγμα του ιδίου από αυτή την εμπλοκή του. Πέραν τούτου, κατά την αντεξέταση του αναίρεσε την πιο πάνω θέση του ή τουλάχιστον δεν μπορούσε να την τεκμηριώσει αφού η μόνη συναλλαγή ή συνεργασία που είχε με τον εναγόμενο ήταν η πράξη που έγινε με συγκεκριμένη κοπέλα από την Ρωσία η οποία κατά τη θέση του έλαβε χώρα τον Ιούλιο του
- Ούτε ανάφερε πότε και πώς γνώρισε τον εναγόμενο τον Μάρτιο του 2008 και υπό ποιες συνθήκες ήρθαν σε αυτή τη συμφωνία. Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του αναφέρει ότι ουδέποτε προηγουμένως ήρθε σε επαφή με τον ενάγοντα και ούτε τον γνώριζε, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον ενάγοντα. Επίσης, διαφάνηκε κατά τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι τελικά αυτός ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο για τη συγκεκριμένη πράξη μέσω του Μακαρίου ο οποίος ήταν συγγενικό του πρόσωπο. Όσον αφορά αυτή καθεαυτή την πράξη κατά την αντεξέταση του, φάνηκε ο μάρτυρας αυτός να μην ήθελε να δώσει λεπτομέρειες της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε και της εμπλοκής του προβάλλοντας διάφορες αντιφατικές εκδοχές αλλά λέγοντας και σε άλλα σημεία ότι δεν θυμόταν. Παρά την προσπάθεια του να καταδείξει ότι, πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος γνώρισε ή έφερε σε επαφή τη συγκεκριμένη πελάτιδα προς τον εναγόμενο, δεν είχε άλλη εμπλοκή στην αγοραπωλησία και άρα δεν ενέργησε ως μεσίτης, από την ίδια την μαρτυρία του φαίνεται ότι σε όλα τα στάδια ήταν άμεσα εμπλεκόμενος. Δηλαδή, επικοινώνησε με τον εναγόμενο αναφέροντας του την περίπτωση αυτή, μετέφερε το συγκεκριμένο πρόσωπο στο γραφείο του εναγομένου και ακολούθως μαζί με τη σύζυγο του επισκέφθηκαν την κατοικία που προτάθηκε στην συγκεκριμένη κοπέλα. Επίσης, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη τιμή που πωλήθηκε η κατοικία, σε παράπονα της πελάτιδας εκ των υστέρων για την τιμή αυτή καθώς επίσης και στο ύψος της μεσιτείας που ο εναγόμενος εισέπραξε και ότι αυτή ανήλθε στις €385,
- Να αναφερθεί περαιτέρω, ότι παρά την προσπάθεια του να καταδείξει το ύψος της μεσιτείας που ο εναγόμενος εισέπραξε, κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε το ίδιο ισχύει και για το ύψος της τιμής πώλησης. Είναι φανερό από όλη τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι η καταβολή των €70,000 δόθηκαν από τον εναγόμενο με τη θέληση του και ουσιαστικά ως δώρο ή συνιστούσαν κατά τη θέση που ο δικηγόρος του υπέβαλε στον εναγόμενο «bonus». Γιατί ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό αυτό στον ενάγοντα τον οποίο δεν γνώριζε ως δώρο; Είναι οφθαλμοφανές ότι το ποσό αυτό σχετίζεται με τη συγκεκριμένη πράξη και ακόμη και να γίνει δεχτή η θέση του ενάγοντα ότι από μόνος του ο εναγόμενος το έδωσε, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται ή να αφορά αμοιβή για μεσιτεία ή μεσολάβηση πώλησης της συγκεκριμένης οικίας προς την κοπέλα από τη Ρωσία. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και σαφείς λεπτομέρειες για το πότε και υπό ποιες συνθήκες εκδόθηκε το επίδικο έγγραφο. Ενώ επίσης ανάφερε ότι για το ίδιο ποσό εκδόθηκε ανάλογο έγγραφο στον κ. Μακαρίου, δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το τι έγινε με εκείνον παρά το ότι πρόκειται για συγγενικό του πρόσωπο ούτε κλήθηκε το πρόσωπο αυτό να καταθέσει στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ενώ ήταν η θέση του ότι από μόνος του ο εναγόμενος του έδωσε αυτά τα χρήματα, κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι ο εναγόμενος του έδωσε και υπέγραψε και χαρτί απόδειξης παραλαβής των χρημάτων αυτών. Ο μάρτυρας δεν είχε και ούτε κατάθεσε τέτοια απόδειξη αλλά διερωτώμαι για ποιο λόγο να υπογράψει απόδειξη αφού από μόνος του ο εναγόμενος του έδωσε τα χρήματα αυτά όπως λέει και λίγο πολύ ήταν δώρο και δεν είχε υποχρέωση να το πράξει; Δεν πήρε την απόδειξη αυτή είπε αφού θα τον πλήρωνε. Δηλαδή, να αντιληφθώ ότι ο εναγόμενος του όφειλε χρήματα για την μεσολάβηση του αυτή και έπρεπε να τον πληρώσει; Ενώ κατά την αντεξέταση του σε κάποιο στάδιο είπε ότι ο εναγόμενος τους είπε στο τηλέφωνο ότι αν γίνει πράξη θα πάρουν και αυτοί αυτό που δικαιούνται, σε άλλο σημείο είπε ότι ο εναγόμενος δεν τους έδωσε καμία υπόσχεση για οποιοδήποτε ποσό και ότι ήταν η σύζυγος του που είπε στον Μακαρίου ότι θα τους δώσει «ορισμένη από την προμήθεια που θα πιάσει». Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα πραγματικών γεγονότων πέραν από αυτών που δεν έτυχαν αμφισβήτησης και κρίνω ότι μπορούν να αποτελέσουν βάση πραγματικών γεγονότων. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος στη δική του μαρτυρία περιέγραψε με πάσα λεπτομέρεια και παραστατικότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξέδωσε το επίδικο έγγραφο και τον λόγο για τον οποίο ανάγραψε τη συγκεκριμένη λέξη επί αυτού. Η θέση του βασικά ήταν ότι πιέστηκε από τον ενάγοντα και το τρίτο πρόσωπο οι οποίοι απαιτούσαν μεσιτεία για την συγκεκριμένη πράξη. Αποδέχομαι κατ' αρχή τη θέση του ότι δεν γνώριζε προηγουμένως τον ενάγοντα και ούτε είχε κάποια σχέση μαζί του, αφού δεν έτυχε αμφισβήτησης και ούτε έχει προκύψει κάτι αντίθετο από άλλη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι το επίδικο έγγραφο δόθηκε στον ενάγοντα κατόπιν απαίτησης και επιμονής του. Δεν είναι λογικό ο εναγόμενος να αποφάσισε από μόνος του να καταβάλει ένα ποσό της τάξεως των €70,000 στον ενάγοντα καθώς και σε τρίτο πρόσωπο για μια πώληση τη στιγμή που δεν είχε τέτοια υποχρέωση και μάλιστα εκδίδοντας επιταγή. Περαιτέρω, αν πράγματι ο εναγόμενος ήθελε να καταβάλει στον ενάγοντα ένα τέτοιο ποσό από μόνος του δεν θα ανάγραφε τη συγκεκριμένη λέξη επί του εγγράφου. Φυσικά η όλη ενέργεια του αυτή είναι κατακριτέα και καμιά δικαιολογία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για το λόγο που το έπραξε. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στη θέση του ότι την ενέργεια του αυτή ανάφερε στην Αστυνομία καθότι δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες γι αυτό το ζήτημα ούτε υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον μου που να τεκμηριώνει τη θέση του αυτή. Επίσης, οι αναφορές του ότι ενεπλάκησαν σε άλλες «εξωδικαστηριακές» διαδικασίες για επίλυση της διαφοράς του με τον ενάγοντα και ότι κρίθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση προς τον ενάγοντα, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και να παίξουν οποιοδήποτε ρόλο στην παρούσα διαδικασία. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν οδηγός ταξί ενώ ο εναγόμενος κτηματομεσίτης. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008 ο ενάγοντας ήρθε σε τηλεφωνική επαφή, μέσω κάποιου Μακαρίου, με τον εναγόμενο για να του συστήσει μια κοπέλα από τη Ρωσία η οποία ενδιαφερόταν να αγοράσει κατοικία στην περιοχή του ξενοδοχείου ΑΝΑΣΣΑ στην Πάφο. Ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο του εναγομένου στην Πάφο, συστήνοντας την εν λόγω κοπέλα και ακολούθως την μετέφερε μαζί με τη σύζυγο του εναγομένου για ξενάγηση στην υπό πώληση κατοικία. Εν τέλει η συγκεκριμένη αγοραπωλησία έγινε και η εν λόγω κοπέλα αγόρασε την κατοικία. Ο ενάγοντας μαζί με τρίτο πρόσωπο απαίτησαν από τον εναγόμενο αμοιβή για την εμπλοκή τους στην αγοραπωλησία αυτή και τη σύσταση της συγκεκριμένης κοπέλας προς τον εναγόμενο και συγκεκριμένα το ποσό των €70,000 έκαστος. Ο εναγόμενος κατόπιν της επιμονής του ενάγοντα κατά τις 12/08/2008 υπέγραψε, συμπλήρωσε και παράδωσε σε αυτόν το έγγραφο της Τράπεζας Κύπρου με αρ.
- Δικαιούχος στο εν λόγω έγγραφο αναγράφεται ο ενάγοντας και το αριθμητικό ποσό που αναγράφεται είναι αυτό των €70,
- Ολογράφως συμπληρώθηκαν τα εξής μετά από την τυποποιημένη λέξη «Ευρώ»: «Εβδομήντα χιλιάδες καβλιές μόνο». Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα, η οποία προέκυψε κατά την αντεξέταση του και δεν αμφισβητήθηκε, η λέξη «καβλίες» σημαίνει κάτι και είναι βρισιά. Ο ενάγοντας παρουσίασε το εν λόγω έγγραφο στην Τράπεζα για εξαργύρωση και η οποία δεν το έκανε αποδεκτό λόγω της αναγραφής σε αυτό της λέξης «καβλιές». Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του και δικαιούται σε απόφαση. Δύο είναι τα κύρια ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν στην παρούσα υπόθεση. Το πρώτο, που είναι και το βασικότερο, είναι κατά πόσο το επίδικο έγγραφο συνιστά επιταγή εν τη έννοια του Νόμου και σε περίπτωση που αυτό είναι επιταγή, το δεύτερο που θα πρέπει να απαντηθεί είναι, κατά πόσο ο ενάγοντας μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποιημένος κομιστής. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 «Επιταγή είναι συναλλαγµατική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει.» Ο ορισμός της Συναλλαγματικής περιέχεται στο άρθρο 3 του Νόμου και έχει ως ακολούθως: «3.—
(1)Συναλλαγµατική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραµµένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εµφανίσει ή σε ορισµένο ή καθορισµένο µελλοντικό χρόνο ορισµένο ποσό χρηµάτων σε καθορισµένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισµένου προσώπου ή στον κοµιστή.
(2)΄Εγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωµή χρηµάτων, δεν αποτελεί συναλλαγµατική.» Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 27 του Νόμου, η αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται από οποιαδήποτε αντιπαροχή δύναται να στηρίξει σύμβαση ή από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Όσον αφορά τον κάτοχο μιας συναλλαγματικής σχετικές είναι οι πρόνοιες των άρθρων 29 και 30 του Νόμου οι οποίες έχουν ως ακολούθως: 29.—
(1)Νοµιµοποιηµένος κοµιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγµατική, συµπληρωµένη και κανονική στην όψη της, µε τους πιο κάτω όρους, δηλαδή — (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσµη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουµένως δεν τιµήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση· (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγµατική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγµατική µεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωµα στον τίτλο του προσώπου το οποίο µεταβίβασε αυτή.
(2)Ειδικότερα ο τίτλος προσώπου ο οποίος µεταβιβάζει συναλλαγµατική είναι ελαττωµατικός εντός της έννοιας του Νόµου αυτού όταν αυτός έλαβε τη συναλλαγµατική ή την αποδοχή αυτής, µε δόλο, εξαναγκασµό, ή βία και φόβο, ή µε άλλα παράνοµα µέσα ή για παράνοµη αντιπαροχή, ή όταν µεταβιβάζει αυτήν µε κατάχρηση εµπιστοσύνης ή υπό τέτοιες συνθήκες οι οποίες ισοδυναµούν µε δόλο.
(3)Κάτοχος (είτε για αξία ή όχι) ο οποίος αντλεί τον τίτλο του στη συναλλαγµατική µέσω κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο, και ο οποίος συνέβαλε ο ίδιος σε οποιοδήποτε δόλο ή παρανοµία που επηρεάζει αυτή, έχει όλα τα δικαιώµατα του κατόχου αυτού κατά προσήκοντα τρόπο σε σχέση προς τον αποδέκτη και προς όλα τα µέρη της συναλλαγµατικής πριν από τον κάτοχο αυτό. 30.—
(1)Κάθε µέρος του οποίου η υπογραφή εµφανίζεται σε συναλλαγµατική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί µέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος συναλλαγµατικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο· αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγµατική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή µεταγενέστερη µεταβίβαση της συναλλαγµατικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασµό ή βία και φόβο, ή παρανοµία, το βάρος απόδειξης µετατίθεται, εκτός αν και µέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόµενου δόλου ή της παρανοµίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγµατική.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω και γενικά από όλο το Νόμο, ουσιώδη στοιχείο μιας επιταγής αποτελεί το ποσό για το οποίο δίνεται εντολή από τον εκδότη της να πληρωθεί προς τον κάτοχο ή κομιστή της. Όταν σε μια συναλλαγματική το ποσό αναγράφεται αριθμητικώς και ολογράφως, τότε σε περίπτωση διαφοράς υπερισχύει το ποσό που αναγράφεται ολογράφως (βλ. άρθρο 9
(2)του Νόμου). Επίσης, στο άρθρο 74Γ του Νόμου στο οποίο γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις του Τραπεζίτη και στον τρόπο παρουσίασης και πληρωμής της επιταγής επί της Τράπεζας που εκδόθηκε και συγκεκριμένα στο άρθρο 74Γ
(6)που αναφέρονται τα ουσιώδη στοιχεία της επιταγής, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και «το ποσό της επιταγής, το οποίο έχει αναγραφεί από τον εκδότη της επιταγής». Συνεπώς, ένα από τα ουσιώδη τυπικά χαρακτηριστικά μιας επιταγής είναι να αναγράφεται σε αυτή το ποσό για το οποίο δίνεται εντολή πληρωμής του και μάλιστα φαίνεται να υπερισχύει το αναγραφόμενο ποσό ολογράφως στην περίπτωση διαφοράς με το αριθμητικώς αναγραφόμενο. Το ζήτημα το οποίο εγείρεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο το επίδικο έγγραφο φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας επιταγής. Εξετάζοντας το τεκμήριο 1, προκύπτει ότι αυτό περιλαμβάνει στη θέση του δικαιούχου το όνομα του ενάγοντα, φέρει ημερομηνία έκδοσης και είναι υπογραμμένο από τον εναγόμενο. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο δίνεται με αυτό εντολή για πληρωμή ορισμένου ή συγκεκριμένου ποσού. Αριθμητικώς αναγράφεται το ποσό των €70,000 ενώ ολογράφως η φράση «εβδομήντα χιλιάδες καβλίες μόνο». Η θέση του κ. Αγγελίδη είναι ότι πριν την χειρόγραφη αυτή φράση αναγράφεται, τυποποιημένα όπως προκύπτει, η λέξη «ΕΥΡΩ» και η λέξη «καβλιές» θα πρέπει να παραλειφθεί καθότι δεν έχει καμία σημασία και έννοια και μια τέτοια λέξη δεν περιλαμβάνεται σε κανένα λεξικό. Για να υποστηρίξει τη θέση του ότι η λέξη αυτή θα πρέπει να παραλειφθεί ή ότι αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του εγγράφου παράπεμψε στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, ninth edition, στη σελ. 184, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Είναι της πάσης γνωστό ότι η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη και στην Κυπριακή Διάλεκτο και της αποδίδεται συγκεκριμένη έννοια. Το «καβλίν» ή «καυλίν» ως είναι ορθότερο σύμφωνα με το ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ του Κυριάκου Χατζηιωάννου, 3η έκδοση, σημαίνει το μεσαίο δάκτυλο ανορθωμένο και αποτελεί σχήμα αισχρό. Προκύπτει από το αρχαίο «καυλός» που σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, 3η έκδοση σημαίνει «καυλί» που είναι το ανδρικό μόριο ή γεννητικό όργανο. Άλλωστε είναι και η θέση του ιδίου του ενάγοντα και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η λέξη αυτή έχει συγκεκριμένη έννοια, σημαίνει κάτι και κατ' αυτόν αποτελεί βρισιά. Επομένως, δεν είναι μια αναφορά στο έγγραφο που δεν έχει καμία σημασία και έννοια και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ή να παραλειφθεί. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τη λέξη αυτή, το πιο πάνω απόσπασμα το οποίο παράθεσε ο κ. Αγγελίδης δεν μπορεί να βοηθά την υπόθεση του ενάγοντα. Το εν λόγω απόσπασμα έχει ως ακολούθως: «Α cheque must be an order; it must be imperative in its terms, though the insertion of words of courtesy would not make it precative.» H προσθήκη της λέξης «καβλιές» δεν μπορεί να μην επηρεάζει το περιεχόμενο των όσων αναγράφονται ή το έγγραφο ολόκληρο. Δεν είναι λέξη αβροφροσύνης όπως αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα. Αντιθέτως, προκύπτει να είναι βρισιά και αισχρή χειρονομία. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, το αριθμητικώς αναγραμμένο ποσό δεν συνάδει με το ολογράφως αναγραμμένο και δεδομένου ότι το ολογράφως είναι σημαντικό και θα πρέπει να υπερτερεί του αριθμητικώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το επίδικο έγγραφο δίδει εντολή για πληρωμή ορισμένου ποσού. Αντιθέτως, η λέξη αυτή καταδεικνύει και τη ξεκάθαρη πρόθεση του εναγομένου που ήταν, ο ενάγοντας, όχι να πληρωθεί το ποσό των €70,000 αλλά να του αποδοθούν 70,000 χιλιάδες «καβλιές» ως αναλύθηκε ανωτέρω. Επομένως, η Τράπεζα η οποία εντόπισε το ζήτημα αυτό ορθώς δεν αποδέχθηκε το επίδικο έγγραφο ως επιταγή και δεν το εξαργύρωσε. Ελλείπει από αυτό ένα σημαντικό στοιχείο που είναι αυτό του ποσού για το οποίο δόθηκε εντολή και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιταγή εντός του ορισμού που δίδει ο Νόμος. Ούτε προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου να υπήρχε πρόθεση από τον εναγόμενο για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον ενάγοντα, ούτε από λάθος παρείσφρησε η συγκεκριμένη λέξη. Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι το τεκμήριο 1 δεν συνιστά επιταγή εν τη έννοια του Νόμου που είναι και η μοναδική βάση αγωγής του ενάγοντα και η αγωγή του δεν μπορεί να επιτύχει. Ακόμη όμως και να μπορούσε να θεωρηθεί ως επιταγή το εν λόγω έγγραφο η οποία δεν τιμήθηκε, πάλι η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Η υπεράσπιση εγείρει, μεταξύ άλλων, την υπεράσπιση της παρανομίας και ότι ο ενάγοντας δεν είναι κάτοχος της εν λόγω επιταγής για αξία. Από τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι ο ενάγοντας απαίτησε αμοιβή για την ενέργεια του να γνωρίσει την συγκεκριμένη κοπέλα από τη Ρωσία στον εναγόμενο με σκοπό η τελευταία να αγοράσει κατοικία. Ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του εναγομένου την μετάφεραν στη συγκεκριμένη οικία όπου την ξενάγησαν και εν τέλει η αγοραπωλησία του ακινήτου ολοκληρώθηκε λόγω της συμβολής του ενάγοντα, δηλαδή τη σύσταση της προτιθέμενης αγοράστριας στο μεσιτικό γραφείο του ενάγοντα. Το ποσό των €70,000 που ο ενάγοντας αξιώνει δεν μπορεί παρά να αποτελεί αμοιβή για τη μεσολάβηση του στην αγορά της κατοικίας από το πιο πάνω πρόσωπο. Συνεπώς, η κατοχή και έκδοση της επίδικης επιταγής επηρεάζεται από παρανομία. Ο ενάγοντας είναι οδηγός ταξί και καμία σχέση ή νόμιμη εξουσιοδότηση έχει να προβαίνει σε ενέργειες μεσολάβησης και να απαιτεί αμοιβή γι αυτές του τις υπηρεσίες. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου Ν. 273(Ι)/2004 όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ασκεί εργασίες κτηματομεσίτη και να αξιώνει αμοιβή για τέτοιες υπηρεσίες χωρίς να κατέχει άδεια άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει ως ακολούθως: «14
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος Νόµου, κανένα πρόσωπο δε δικαιούται- (α) να ασκεί το επάγγελµα του κτηµατοµεσίτη ή µε οποιοδήποτε τρόπο να ενεργεί ως κτηµατοµεσίτης ή να προβάλλεται ή διαφηµίζεται ως κτηµατοµεσίτης ή να επαγγέλλεται µε οποιοδήποτε όνοµα, επωνυµία ή τίτλο στον οποίο περιέχονται οι λέξεις "κτηµατοµεσίτης", "κτηµατοµεσιτικοί σύµβουλοι", "κτηµατοµεσιτικές επιχειρήσεις" ή "κτηµατοµεσιτεία" ή άλλες παρόµοιες φράσεις ή λέξεις ή µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο αφήνει να νοηθεί ότι πραγµατοποιεί κτηµατοµεσιτεία, ή (β) να αξιώσει ή εισπράξει οποιαδήποτε αµοιβή αναφορικά µε υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και έχουν σχέση, άµεση ή έµµεση, µε την εργασία του κτηµατοµεσίτη, εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι εγγεγραµµένος κτηµατοµεσίτης και κατέχει ισχύουσα ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλµατος που εκδίδεται δυνάµει του άρθρου 15.
(2)Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου
(1)είναι ένοχο αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα µήνες ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σε περίπτωση που καταδεικνύεται ότι η έκδοση της επιταγής επηρεάζεται από παρανομία, το βάρος μετατίθεται στον ενάγοντα να αποδείξει ότι «εν συνεχεία του ισχυριζόµενου δόλου ή της παρανοµίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγµατική.» Με την απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντα, ο τελευταίος δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό. Η θέση του ότι ο εναγόμενος από μόνος του και χωρίς οποιαδήποτε απαίτηση από τον ίδιο του εξέδωσε την επίδικη επιταγή και ουσιαστικά ότι ο εναγόμενος του έκανε δώρο, δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Επομένως, δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στην επιταγή η οποία να εξαλείφει την παρανομία. Αντιθέτως, έχει προκύψει ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον εναγόμενο κατόπιν επιμονής του ενάγοντα ο οποίος απαιτούσε αμοιβή για την μεσολάβηση του και ο ίδιος καθόρισε και το ύψος του ποσού που απαιτούσε. Ως και τούτου και γι αυτό το λόγο η αγωγή πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να αποτύχει και αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπερ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / final/ epitagi. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο