← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΠΑΜΠΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. E.B. EXECUTIVE BUILDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 223/11, 15/9/2017

ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΠΑΜΠΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. E.B. EXECUTIVE BUILDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 223/11, 15/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 223/11 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΠΑΜΠΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα και E.B. EXECUTIVE BUILDINGS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Ν. Μάντης Για Εναγόμενη: κ. Ν. Θεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στις 24.01.2006 για την αγορά από την Ενάγουσα δύο διαμερισμάτων studio, με αριθμούς Β50 και Β51 (στο εξής το «διαμέρισμα»), σε κτηριακό συγκρότημα που ανεγειρόταν από την Εναγόμενη στο τεμάχιο με αρ.223, Φ/Σχ.45/09, στην τοποθεσία «Τρουζινί», του Δήμου Πέγειας της επαρχίας Πάφου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.82.

  1. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.1.000 και, ότι δυνάμει των όρων της προαναφερόμενης συμφωνίας, το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς θα καταβαλλόταν μέσω της κατακράτησης από την Εναγόμενη ποσοστού 30% επί των τιμολογίων που θα εξέδιδε η Ενάγουσα για την αγορά υλικών οικοδομής από μέρους της Εναγόμενης. Δυνάμει των προνοιών της εν λόγω συμφωνίας για κατακράτηση ποσοστού 30%, η Εναγόμενη μέχρι τις 17.05.2007 κατακράτησε συνολικό ποσό, συμπεριλαμβανομένης της προκαταβολής, εκ Λ.Κ.28.888,
  2. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για λόγους που αφορούν την Εναγόμενη, η τελευταία σταμάτησε την κατακράτηση του ποσοστού 30%. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο αποπεράτωσης του διαμερίσματος η Εναγόμενη όφειλε στην Ενάγουσα ποσό εκ Λ.Κ.94.243,39 αναφορικά με εργασίες που εκτέλεσε για λογαριασμό της. Σε σχέση με την προαναφερόμενη οφειλή η Ενάγουσα ήγειρε εναντίον της Εναγόμενης την αγωγή με αρ.77/
  3. Παρά τα πιο πάνω, η Ενάγουσα κάλεσε τον Αύγουστο του 2008 την Εναγόμενη να προσέλθει σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, με την Εναγόμενη να υπαναχωρεί και να τερματίζει στις 03.10.2008, με σχετική επιστολή της, τη συμφωνία πώλησης. Ενόψει των πιο πάνω η Ενάγουσα αξιώνει επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.28.888,80 (€49.359,45) καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αρνείται ότι υπαναχώρησε από τη συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος και ισχυρίζεται ότι με επιστολή της ημερομηνίας 04.08.2008 κάλεσε την Ενάγουσα όπως εντός 21 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής, προσέλθει στα γραφεία της για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς και την παραλαβή των κλειδιών. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής και ως εκ τούτου στις 03.10.2008 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι στις 27.07.2009 πώλησε το διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο έναντι του ποσού των €80.000,
  4. Ο λογαριασμός της Ενάγουσας κατά τον εν λόγω χρόνο παρουσίαζε υπόλοιπο €104.835,74, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να υποστεί ζημιά και/ή διαφυγών κέρδος ύψους €24.835,74 το οποίο διεκδικεί ως αποζημιώσεις λόγω της παράβασης της συμφωνίας πώλησης από μέρους της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ισχυρίζεται ότι σκοπός της Εναγόμενης ήταν η επαναπώληση του διαμερίσματος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω σκοπός επιτεύχθηκε στις 27.07.2009 για πολύ μεγαλύτερο ποσό από το ποσό των €80.000,00 που ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι πώλησε το διαμέρισμα. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση, μετά από σχετική δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, συνεκδικάστηκαν με την Ενάγουσα να προσφέρει μαρτυρία ταυτόχρονα τόσο για την υποστήριξη της απαίτησης, όσο και για υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο η Εναγόμενη προσέφερε ταυτόχρονα μαρτυρία τόσο για την υπεράσπισή της, όσο και για υποστήριξη της ανταπαίτησης. Κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες για την Ενάγουσα και συγκεκριμένα, οι Π. Περικλέους (ΜΕ1), Μ. Νεοφύτου (ΜΕ2) και Ι. Πολυβίου (ΜΕ3). Για λογαριασμό της Εναγόμενης κατέθεσαν επίσης τρείς μάρτυρες, ήτοι οι Κ. Μαρκίδης (ΜΥ1), Μ Χ» Χριστοφή (ΜΥ2) και Κ. Κοντάκη (ΜΥ3). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). OME1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης (Έγγραφο Α) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  1. Σε αυτή, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας η οποία δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 24.01.2006 (Τεκμήριο 2) αγόρασε από την Εναγόμενη το διαμέρισμα. Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.82.000 (€140.105,32) και θα καταβαλλόταν ως ακολούθως: · Λ.Κ.1.000 ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας · Λ.Κ.81.000 από την προμήθεια υλικών οικοδομής στην Εναγόμενη. Συγκεκριμένα, από κάθε ποσό πληρωμής που θα καταβαλλόταν από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, το 30% του εν λόγω ποσού θα κρατείτο από την Εναγόμενη έναντι της αγοράς του διαμερίσματος και το υπόλοιπο 70% θα πληρωνόταν στην Ενάγουσα. Στη βάση των όρων του Τεκμηρίου 2, η Ενάγουσα κατέβαλε συνολικά στην Εναγόμενη έναντι της αγοράς του διαμερίσματος το ποσό των Λ.Κ.28.888,
  2. Κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά όπως η Ενάγουσα αναλάβει εργασίες μπογιατίσματος και άλλες συναφείς εργασίες σε 97 διαμερίσματα της Εναγόμενης. Ο τρόπος πληρωμής για τις εν λόγω εργασίες, ως επίσης και ο τρόπος καταβολής των δόσεων για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων, ήταν ο ίδιος όπως του Τεκμηρίου 2 και συνεχίστηκε μέχρι τις 12.12.
  3. Η Εναγόμενη αθετώντας τα συμφωνηθέντα σταμάτησε τον υπολογισμό και την κατακράτηση του ποσοστού 30% στις 17.05.
  4. Λόγω της πιο πάνω ενέργειας παρουσιάστηκαν προβλήματα στις πληρωμές. Επίσης, η πώληση υλικών οικοδομής, καθώς και η προσφορά υπηρεσιών από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, περατώθηκε στις 12.12.2007 ένεκα της συμπεριφοράς της τελευταίας. Κατά την εν λόγω ημερομηνία η Ενάγουσα είχε να λαμβάνει ποσό ύψους Λ.Κ.94.243,39 και προς τον σκοπό αυτό καταχωρήθηκε η αγωγή με αριθμό 77/2008 Ε.Δ. Πάφου. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε απόφαση στις 16.04.2016 υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €40.445,79 πλέον τόκους. Στις 16.10.2007 η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 10) με την οποία πληροφορούσε την Ενάγουσα ότι το διαμέρισμα ήταν έτοιμο προς παράδοση και καλούσε την τελευταία όπως προσέλθει για την παράδοση του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα ωστόσο ήταν ημιτελές και συνεπώς η Ενάγουσα δεν μπορούσε να λάβει κατοχή του. Η ημερομηνία κατά την οποία το διαμέρισμα ήταν έτοιμο προς παράδοση ήταν η 12.12.2007, ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες που διεξήγαγε η Ενάγουσα στο επίδικο συγκρότημα. Κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία σε συνάντηση των διαδίκων στην παρουσία των δικηγόρων τους, η Εναγόμενη αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και ταυτόχρονα αξίωσε την πληρωμή ποσού ύψους Λ.Κ.53.111,20 για την παράδοση του διαμερίσματος. Η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 23.01.2008 (Τεκμήριο 11) ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι ήταν έτοιμη να παραλάβει το διαμέρισμα με ταυτόχρονη πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού. Η Εναγόμενη με επιστολή επίσης των δικηγόρων της ημερομηνίας 04.02.2008 (Τεκμήριο 12) πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι ήταν έτοιμη να παραδώσει κατοχή στις 06.02.2008 ή στις 11.02.2008, νοουμένου ότι η τελευταία καταβάλει το ποσό των €94.396,
  5. Μετά τα προαναφερόμενα, ο ΜΕ1 προχώρησε σε διάφορες ενέργειες με σκοπό την εξασφάλιση δανείου για να καλύψει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ταυτόχρονα συνεχίστηκε η αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων και επιτεύχθηκε διευθέτηση, υπό την έννοια ότι η Εναγόμενη θα ανέμενε μέχρι να λάβει η Ενάγουσα το δάνειο έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η παράδοση του διαμερίσματος. Ως εκ των ανωτέρω, τον Αύγουστο του 2008 διευθετήθηκε συνάντηση στο υποκατάστημα με αριθμό 595 της Ελληνικής Τράπεζας στη Γεροσκήπου, προκειμένου να καταβληθεί το υπόλοιπο οφειλόμενο του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στην Τράπεζα δια του αντιπροσώπου της κ. Κ. Μαρκίδη (ΜΥ1), ο οποίος όμως αποχώρησε δηλώνοντας ότι δεν ήθελε να λάβει τα χρήματα και δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα για τις προθέσεις της Εναγόμενης. Μετά την πιο πάνω αναφερόμενη υπαναχώρηση της Εναγόμενης, η τελευταία με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 03.10.2008 (Τεκμήριο 13) τερμάτισε τη συμφωνία ημερομηνίας 24.01.2006 (Τεκμήριο 2). Η Ενάγουσα αποδέχθηκε τον εν λόγω τερματισμό, παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη ήταν αυτή που παραβίασε τη συμφωνία - Τεκμήριο
  6. Η Ενάγουσα αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη και ισχυρίζεται ότι εφόσον υπήρξε μεταπώληση του διαμερίσματος, θα πρέπει να επιστραφεί σε αυτήν το ποσό το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι από την πώληση του διαμερίσματος το ποσό που έλαβε η Εναγόμενη είναι αρκετά μεγαλύτερο των €80.
  7. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ανατέθηκε από την Ενάγουσα σε εκτιμητή η διενέργεια εκτίμησης για την εξακρίβωση της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος, ο οποίος κατέληξε ότι η αξία του είναι μεγαλύτερη από τις €80.000 που ήταν το τίμημα πώλησης. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το πραγματικό τίμημα πώλησης δεν ήταν €80.000 αλλά το εν λόγω ποσό ήταν το υπόλοιπο που κατέβαλε ο αγοραστής του, καθώς ο ΜΥ1 ήταν χρεωμένος σε παιχνίδια τζόγου και είχε δανειστεί χρήματα από τον αγοραστή του διαμερίσματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 συμφώνησε ότι το διαμέρισμα αποτελείτο αρχικά από δύο διαμερίσματα τύπου «studio» τα οποία ενοποιήθηκαν σε ένα δύο υπνοδωματίων. Αναφορικά με τη συμφωνία για τις εργασίες μπογιατίσματος ο ΜΕ1 αρνήθηκε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι για τις εν λόγω εργασίες δεν υπήρχε συμφωνία για κατακράτηση ποσοστών έναντι της αγοράς του διαμερίσματος. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι κατά την κατάθεση του στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 77/08 Ε.Δ. Πάφου ισχυρίστηκε ότι μόνο μία συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ΜΕ1 απάντησε ότι ουσιαστικά η συμφωνία ήταν μόνο μία στην οποία περιλαμβανόταν και η πρόνοια της αποκοπής του ποσοστού 30%. Για τα μπογιατίσματα, επειδή δεν είχε ξεκαθαρίσει κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 το εν λόγω ζήτημα, αλλά περίπου μετά από τρεις με τέσσερις μήνες, έγινε μία δεύτερη συμφωνία με την οποία ανατέθηκε στην Ενάγουσα η διενέργεια των μπογιατισμάτων. Ερωτηθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 10, ο μάρτυρας επέμεινε ότι κατά τον Οκτώβριο του 2007 το διαμέρισμα δεν ήταν έτοιμο και όταν λήφθηκε η εν λόγω επιστολή διαμαρτυρήθηκε αναφέροντας το στον ΜΥ
  8. Στην ερώτηση του κ. Θεοδώρου κατά πόσο η Ενάγουσα κατά τον εν λόγω χρόνο διέθετε τα χρήματα για να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη όφειλε περίπου €161.000, οπότε όχι μόνο μπορούσε να εξοφλήσει το διαμέρισμα αλλά θα παρέμενε και υπόλοιπο γύρω στις €70.000 - €80.
  9. Σε σχέση με το δάνειο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτό εξασφαλίστηκε στις 04.03.2008 και ήταν περίπου για το ποσό των €91.
  10. Ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε στην τράπεζα και ενώ τα χρήματα ήταν διαθέσιμα, για άγνωστο λόγο εγκατέλειψε την τράπεζα, λέγοντας ότι θα επανέλθει την επόμενη μέρα για να τακτοποιήσει το ζήτημα με κάποιο δικηγόρο ονόματι Αλέκο από την Πάφο. Στην απορία του κ. Θεοδώρου για ποιο λόγο ήταν απαραίτητη η παρουσία κάποιου εκπροσώπου της Εναγόμενης για την πληρωμή και γιατί δεν μπορούσε να γίνει η πληρωμή μέσω εμβάσματος, ο ΜΕ1 απάντησε ότι έπρεπε να υπογράψει κάποια συμβόλαια και η Εναγόμενη. Ερωτηθείς τι είδους συμβόλαια ήταν αυτά, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε. Στον ΜΕ1 τέθηκε η επιστολή ημερομηνίας 04.08.2008 (Τεκμήριο 21), με τον τελευταίο να αναφέρει ότι πρώτη φορά αντικρίζει την εν λόγω επιστολή. Αναγνώρισε ωστόσο ότι η διεύθυνση η οποία αναγράφεται στην εν λόγω επιστολή ήταν η διεύθυνση της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς και ότι ο αριθμός τηλεομοιότυπου που επίσης αναγράφεται σε αυτή, ανήκει στην Ενάγουσα. Στην υποβολή του κ. Θεοδώρου ότι στις 26.08.2008 επιβεβαίωσε στην υπάλληλο της Εναγόμενης, κα Κοντάκη (ΜΥ3), ότι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, ο μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι ουδέποτε μίλησε με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 13), ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι ο ΜΥ1 δεχόταν απειλές από τοκογλύφους και γι' αυτό προχώρησε στον τερματισμό της συμφωνίας. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι το διαμέρισμα ήταν διπλοπωλημένο, καθώς εκτός από την Ενάγουσα είχε ταυτόχρονα πωληθεί και στον αγοραστή που κατέβαλε στη συνέχεια το ποσό των €80.
  11. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι ο μοναδικός λόγος που τερματίστηκε η συμφωνία - Τεκμήριο 2 ήταν η μη εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου, λέγοντας ότι κατ' επανάληψη ειδοποιήθηκε η Εναγόμενη να παραλάβει τα χρήματα. Αρνήθηκε επίσης τη θέση του κ. Θεοδώρου ότι στο ποσό της ανταπαίτησης της Εναγόμενης δεν περιλαμβάνεται παράνομος τόκος και οποιαδήποτε υπερχρέωση. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΕ1 δεν ήταν θετική. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την πλήρη αλήθεια, ενώ σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του στερείται, κατά την κρίση μου, λογικής συνοχής. Θα ξεκινήσω από το ουσιώδες ζήτημα της προσφοράς στην Εναγόμενη του οφειλόμενου ποσού για την αγορά του διαμερίσματος. Ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι η Ενάγουσα εξασφάλισε δάνειο για το ποσό των €91.
  12. Το εν λόγω γεγονός το επιβεβαιώνει και ο ΜΕ
  13. Πέραν τούτου όμως υπάρχει πλήρης συσκότιση για το τι τελικά συνέβη με το εν λόγω δάνειο και για ποιο λόγο το ποσό του δανείου δεν καταβλήθηκε τελικά στην Εναγόμενη. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με την Εναγόμενη ότι θα καταβαλλόταν προς εξόφληση του τιμήματος το ποσό των €90.745,87 και ότι η Ενάγουσα εξασφάλισε δάνειο για το ποσό των €91.000 έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να καλύψει την οφειλή της. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το εν λόγω δάνειο εγκρίθηκε στις 03.04.
  14. Εγείρεται επομένως το ερώτημα τι μεσολάβησε από τον Απρίλιο του 2008 μέχρι τον Αύγουστο του 2008, οπότε οι διάδικοι μετέβηκαν στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Γεροσκήπου. Για ποιο λόγο παρήλθαν 4 μήνες μέχρι να ειδοποιήσει η Ενάγουσα την Εναγόμενη, εφόσον το δάνειο είχε εγκριθεί και το ποσό μεταξύ των διαδίκων είχε ήδη συμφωνηθεί; Δημιουργείται επίσης εύλογα το ερώτημα κατά πόσο η έγκριση του δανείου τον Απρίλιο του 2008 εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι και τον Αύγουστο, οπότε και μετέβηκαν οι διάδικοι στην Τράπεζα. Ο ΜΕ1 ουδεμία εξήγηση έδωσε σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα. Ούτε και ο ΜΕ2 ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε για τη συνάντηση του Αυγούστου και τον λόγο για τον οποίο τελικά δεν χορηγήθηκε το δάνειο. Επίσης αφέθηκε στο σκότος το κατά πόσο η έγκριση του δανείου ήταν άνευ όρων ή τελούσε υπό την αίρεση της τήρησης κάποιων προϋποθέσεων. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που δόθηκε από τον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ότι για τη χορήγηση του δανείου έπρεπε η Εναγόμενη να υπογράψει κάποια έγγραφα. Όταν κλήθηκε μάλιστα ο ΜΕ1 να διευκρινίσει τι έγγραφα έπρεπε να υπογράψει η Εναγόμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και η δήλωση του ΜΕ2, ο οποίος όταν ρωτήθηκε σχετικά δεν θυμόταν μεν τους όρους υπό τους οποίους θα χορηγούνταν το δάνειο, πλήν όμως δήλωσε ότι είχε δοθεί σχετική επιστολή στην Ενάγουσα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω επιστολή ουδέποτε παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα. Καθίσταται επομένως σαφές ότι υπήρξε επιλεκτική αναφορά από μέρους της Ενάγουσας σε ό,τι αφορά το ζήτημα του δανείου. Από την άλλη, στερείται, κατά την άποψη μου, λογικής συνοχής ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ1 εγκατέλειψε για δικούς του λόγους την Τράπεζα δηλώνοντας ότι θα επανέλθει με δικηγόρο την επόμενη ημέρα. Είναι αδιανόητο να υπήρχαν στη διάθεση της Εναγόμενης €91.000 και ο ΜΥ1 άνευ λόγου να εγκαταλείπει την Τράπεζα και να αρνείται ουσιαστικά να παραλάβει τα χρήματα που οφείλονταν στην Εναγόμενη δηλώνοντας ότι θα ερχόταν ξανά την επόμενη ημέρα. Πολύ περισσότερο αν κάποιος αναλογιστεί ότι ο ΜΥ1 ξεκίνησε από τη Λευκωσία και μετέβηκε στη Γεροσκήπου για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ήτοι για να εισπράξει το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό. Το αβάσιμο των ισχυρισμών του ΜΕ1 προκύπτει, κατά την κρίση μου, και από τη μετέπειτα συμπεριφορά της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, εάν όντως το ποσό του δανείου ήταν στη διάθεση της Ενάγουσας και ο ΜΥ1 συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που ανέφερε ο ΜΕ1, το λογικά αναμενόμενοθα ήταν η Ενάγουσα να αντιδράσει ιδιαιτέρως από τη στιγμή που ο ΜΥ1 δεν προσήλθε την επόμενη ημέρα για να τακτοποιηθεί το ζήτημα της πληρωμής. Αντ' αυτού η Ενάγουσα δεν κάλεσε ξανά την Εναγόμενη να προσέλθει για εξόφληση του τιμήματος, ούτε και προσέφερε με οποιοδήποτε τρόπο το τίμημα. Οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του ΜΕ1 δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε τεκμήρια και παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Επίσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 03.10.08 (Τεκμήριο 13), την οποία παραδέχεται ότι έλαβε η Ενάγουσα. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο ΜΕ1 για προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ΜΥ1 σε σχέση με τζόγο, ελέγχονται ως εκ των υστέρων σκέψεις του σε μία προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη θέση περί άρνησης του ΜΥ1 και κατ' επέκταση της Εναγόμενης για πληρωμή του οφειλόμενου τιμήματος. Στο ίδιο πλέγμα εντάσσεται και ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη είχε ήδη διπλοπωλήσει το διαμέρισμα στον αγοραστή με τον οποίο τελικά συνήψε τη συμφωνία ημερομηνίας 27.07.2009 - Τεκμήριο
  15. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και δεν περιλαμβάνονται στις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας. Είναι δε καλά γνωστή η αρχή ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Θα προσέθετα επίσης ότι ο ισχυρισμός ότι το διαμέρισμα διπλοπωλήθηκε δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα. Αν όντως η Εναγόμενη, μέσω του ΜΥ1, είχε ήδη διπλοπωλήσει το διαμέρισμα τότε η συμφωνία για την πώληση του δεν θα υπογραφόταν στις 27.07.2009, εννέα περίπου μήνες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αλλά πολύ νωρίτερα έτσι ώστε να τακτοποιηθούν και οι ισχυριζόμενες εκκρεμότητες και οφειλές του ΜΥ1 σε σχέση με τον τζόγο. Τέλος όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον ΜΕ1 σε σχέση με τα τιμολόγια, Τεκμήρια 15 - 17, περιορίζομαι να αναφέρω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής καθώς αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ.77/2008 Ε.Δ. Πάφου. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η αξιολόγηση των μαρτύρων γίνεται μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα (SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α Πολ. Έφεση αρ.89/2011 ημερομηνίας 13.04.16). Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι κατά το 2008 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Γεροσκήπου και επιβεβαίωσε ότι η Ενάγουσα είχε υποβάλει αίτηση για χορήγηση δανείου. Επίσης ανέφερε ότι το αίτημα εγκρίθηκε και το δάνειο ήταν για το ποσό των €91.
  2. Το αίτημα για τη χορήγηση του προαναφερόμενου δανείου εγκρίθηκε στις 03.04.2008, πλην όμως η χορήγηση του δανείου δεν υλοποιήθηκε. Τέλος, ο ΜΕ2 σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, ανέφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσο τον Αύγουστο του 2008 υπήρξε στο υποκατάστημα που εργαζόταν οποιαδήποτε συνάντηση στην παρουσία του ΜΕ
  3. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους αιτήθηκε το δάνειο η Ενάγουσα, ούτε και θυμόταν τους όρους που τέθηκαν για την έγκριση του δανείου. Επίσης δεν γνώριζε για ποιο λόγο τελικά δεν υλοποιήθηκε η χορήγηση του εν λόγω δανείου. Θεωρώ ότι ο ΜΕ2 υπήρξε αντικειμενικός μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του συνίσταται στη δήλωση του ότι στις 03.04.2008 εγκρίθηκε αίτημα για παραχώρηση δανείου στην Ενάγουσα για το ποσό των €91.000, του οποίου όμως η χορήγηση δεν υλοποιήθηκε. Η εν λόγω θέση του παρέμεινε ακλόνητη καθώς κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ως ΜΕ3 κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων κ. Ι. Πολυβίου, ο οποίος ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη για τη διενέργεια εκτίμησης σε σχέση με το διαμέρισμα. Επιθεώρησε το διαμέρισμα εξωτερικά και η εκτίμηση που ετοίμασε αφορούσε την αγοραία αξία του κατά τις 03.10.2008 και 27.07.
  4. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο της εκτίμησης που ετοίμασε, λέγοντας ότι για να καταλήξει στα συμπεράσματα του χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε έντεκα συγκριτικές πωλήσεις για την ημερομηνία 03.10.2008, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα 4 του Τεκμηρίου 18, και επίσης έντεκα συγκριτικές πωλήσεις, περιλαμβανομένης της επίδικης, για την ημερομηνία 27.07.2009 οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα 5 του ίδιου Τεκμηρίου. Κατά την αντεξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 την επιστολή ημερομηνίας 29.01.2014 με την οποία του δόθηκαν οδηγίες για την ετοιμασία της έκθεσης του (Τεκμήριο 18). Συμφώνησε ότι στην προαναφερόμενη επιστολή καταγράφεται ότι το διαμέρισμα βρίσκεται στο συγκρότημα «Πέγεια 2» και ανέφερε ότι δίπλα από το εν λόγω συγκρότημα βρίσκεται άλλο παρόμοιο συγκρότημα με την ονομασία «Πέγεια 1». Οι συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε στην έκθεση του προέρχονται από διαμερίσματα των δύο προαναφερόμενων συγκροτημάτων, καθώς έχουν τα ίδια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά. Ο ΜΕ3 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι στον πίνακα 5 του Τεκμηρίου 18 στο σημείο 4 γίνεται αναφορά στο διαμέρισμα. Συμφώνησε επίσης ότι στα σημεία 5 και 9 - 11 του πίνακα 5 παρουσιάζονται διαμερίσματα τα οποία πωλήθηκαν για χαμηλότερη ανά τετραγωνικό μέτρο αξία σε σχέση με το διαμέρισμα. Αναφορικά με τον πίνακα 4 του Τεκμηρίου 18, ο ΜΕ3 είπε ότι ο μέσος όρος της αξίας ανά τετραγωνικό μέτρο ανέρχεται στο ποσό των €2.089,
  5. Συμφώνησε και πάλι με τον κ. Θεοδώρου ότι και στον εν λόγω πίνακα υπάρχουν διαμερίσματα που πωλήθηκαν σε χαμηλότερη αξία. Ο ΜΕ3 ανέφερε περαιτέρω ότι τα στοιχεία που χρησιμοποίησε για τις συγκριτικές πωλήσεις τα έλαβε από τα πωλητήρια έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης απάντησε ότι η έκταση ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων είναι, με βάση την πείρα του, περί τα 65 με 70τ.μ. Το επίδικο διαμέρισμα είναι μικρού εμβαδού και συγκριτικά αναμένεται να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή σε σχέση με ένα πιο μεγάλο. Διευκρίνισε ότι δεν του ζητήθηκε να εξετάσει εσωτερικά το διαμέρισμα, ούτε και έλαβε υπόψη του κατά την ετοιμασία της έκθεσης του τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στο εσωτερικό των διαμερισμάτων, όπως π.χ. αν διέθεταν ιταλική κουζίνα. Επίσης δεν του ζητήθηκε να λάβει υπόψη του για σκοπούς εκτίμησης το κατά πόσο ορισμένα εκ των διαμερισμάτων διέθεταν αυλή. Σε σχετική ερώτηση του κ. Θεοδώρου ανέφερε ότι όταν ένα διαμέρισμα διαθέτει αυλή, το γεγονός αυτό επηρεάζει θετικά την αξία του. Ο μάρτυρας διευκρίνισε περαιτέρω ότι η αγοραία αξία είναι η τιμή που αναμένεται ότι θα αποφέρει ένα ακίνητο εάν προωθηθεί προς πώληση στην ελεύθερη αγορά από έναν πρόθυμο πωλητή σε έναν πρόθυμο αγοραστή. Στη θέση του κ. Θεοδώρου ότι το διαμέρισμα ήταν το μοναδικό στο επίδικο συγκρότημα που αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια σε έκταση 60τ.μ., ο ΜΕ3 απάντησε ότι δεν γνωρίζει αυτή την πληροφορία. Ο ΜΕ3 κλήθηκε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του εκτιμητή ακινήτων και ως εκ τούτου η μαρτυρία του θα πρέπει να καταταγεί στη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, καθώς ήταν εξειδικευμένη και απαιτούσε ειδικές γνώσεις. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: "Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν IaniraEnterprisesLtd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1)." Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: "Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020]." Ο ΜΕ3 θεωρώ ότι μετέφερε αντικειμενικά τα ευρήματα του ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάζοντας όλα εκείνα τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στα συμπεράσματα του σε σχέση με την αγοραία αξία του διαμερίσματος στις 03.10.2008 και στις 27.07.
  1. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο μάρτυρας ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας. Επεξήγησε ότι για την εφαρμογή της προαναφερόμενης μεθόδου εντόπισε συγκριτικές πωλήσεις στην περιοχή που βρίσκεται το διαμέρισμα οι οποίες παρουσίαζαν περίπου τα ίδια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά. Κατέγραψε στους πίνακες 4 και 5 του Τεκμηρίου 18 τις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε, διευκρινίζοντας ότι στο σύνολο τους προέρχονται από το συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το διαμέρισμα, ήτοι το «Πέγεια 2», και από το παρακείμενο συγκρότημα «Πέγεια 1». Περαιτέρω, ο ΜΕ3 διευκρίνισε ότι όλα τα στοιχεία των συγκριτικών πωλήσεων τα έλαβε από το Κτηματολόγιο. Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, καθώς επίσης η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο ΜΕ3 και η κατάληξη του στις συγκεκριμένες αξίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 18 δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω την εξής ιδιαιτερότητα σε σχέση με τον ΜΕ
  2. Ενώ οι οδηγίες για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 18 δόθηκαν από την Εναγόμενη, εντούτοις ο ΜΕ3 κλήθηκε ως μάρτυρας της Ενάγουσας η οποία ουσιαστικά υιοθέτησε το Τεκμήριο 18, παρά το ότι προηγουμένως είχε καταθέσει ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 14 άλλη Έκθεση Εκτίμησης που ετοιμάστηκε κατόπιν δικών της οδηγιών από διαφορετικό εκτιμητή. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση επαναλαμβάνω ότι η μέθοδος και τα δεδομένα που χρησιμοποίησε ο ΜΕ3 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 ωστόσο αναδείχθηκε το ζήτημα της έκτασης του διαμερίσματος σε συνδυασμό με το ότι το τελευταίο είναι δύο υπνοδωματίων. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι το διαμέρισμα ήταν το μοναδικό στο συγκρότημα «Πέγεια 2» που ήταν δύο υπνοδωματίων σε έκταση 61 τ.μ. Παράλληλα δήλωσε ότι συνήθως τα διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων έχουν έκταση περί τα 65 - 70 τ.μ. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 το διαμέρισμα ήταν μικρού εμβαδού και ως εκ τούτου συγκριτικά θα ανέμενε να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή σε σχέση με ένα πιο μεγάλο. Τα προαναφερόμενα δεν επηρεάζουν, κατά την κρίση μου, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο ΜΕ3 και αποτυπώνονται στο Τεκμήριο
  3. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι το διαμέρισμα είναι δύο υπνοδωματίων σε έκταση 61τ.μ. δεν μεταβάλλει τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του και δεν το διαφοροποιεί, υπό αυτή τη σκοπιά, από τα υπόλοιπα που λήφθηκαν υπόψη στις συγκριτικές πωλήσεις. Ωστόσο είναι φανερό ότι τα εν λόγω συμπεράσματα ισχύουν έχοντας ως δεδομένο ότι το διαμέρισμα εντάσσεται στις συνήθεις περιπτώσεις διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων. Στην προκείμενη περίπτωση όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού όπως δήλωσε ο ΜΕ3 δεν είναι σύνηθες ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων να καταλαμβάνει έκταση 61τ.μ. μόνο. Επομένως παρά το ότι τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του ο ΜΕ3 και τα συμπεράσματα του στη βάση αυτών των δεδομένων παραμένουν ακλόνητα, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας «ανώμαλης» κατάστασης όσον αφορά το επίδικο διαμέρισμα. Αυτή η κατάσταση δικαιολογεί, κατά την κρίση μου, μία διαφορετική προσέγγιση αναφορικά με την αξία του διαμερίσματος. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του ΜΕ3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με την πιο κάτω όμως επισήμανση. Είναι αποδεκτά τα συμπεράσματα του στη βάση ότι αυτά αφορούν την αγοραία αξία διαμερισμάτων που ανταποκρίνονται στις συνήθεις προδιαγραφές. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, όπου το διαμέρισμα δεν εντάσσεται στη συνήθη περίπτωση ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ισχύει η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία που αναφέρει ο ΜΕ3 η οποία αντικατοπτρίζει τις συνήθεις περιπτώσεις. Ως πρώτος μάρτυρας για λογαριασμό της Εναγόμενης κατέθεσε ο κ. Κ. Μαρκίδης (ΜΥ1) ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  4. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Vassos Markides Estates Ltd και επίσης διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης. Κατά το 2005 η Εναγόμενη ξεκίνησε την ανέγερση του επίδικου συγκροτήματος το οποίο θα ήταν γνωστό με την επωνυμία «Πέγεια 2» και θα αποτελείτο από εκατό μονάδες. Συγκεκριμένα, θα απαρτιζόταν από διαμερίσματα τύπου studio και διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου, ως επίσης και μεγάλη έκταση κοινόχρηστων χώρων. Μέσω υπεργολάβου της Εναγόμενης γνώρισε τον ΜΕ1, διευθυντή της Ενάγουσας, με τον οποίο συμφώνησαν όπως συνεργαστούν. Προς τον σκοπό αυτό υπογράφηκε η συμφωνία - Τεκμήριο 2, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα αγόρασε το διαμέρισμα από την Εναγόμενη στο συγκρότημα «Πέγεια 2» και η Ενάγουσα ανέλαβε όπως προμηθεύει την Εναγόμενη με υλικά οικοδομής. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι από κάθε ποσό πληρωμής που θα κατέβαλλε η Εναγόμενη για την αγορά υλικών οικοδομής, θα κατακρατούσε ποσό ίσο με 30% το οποίο θα πιστωνόταν έναντι του υπολοίπου αγοράς των διαμερισμάτων. Η προαναφερόμενη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων επεκτάθηκε, αφού οι διάδικοι περί τα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου 2006 κατέληξαν σε δεύτερη συμφωνία με την οποία η Ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών μπογιατίσματος στο συγκρότημα «Πέγεια 2» έναντι συμφωνημένης αμοιβής βάσει τιμών μονάδας ανά τετραγωνικό μέτρο. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι με την αποπεράτωση των εν λόγω εργασιών οι διάδικοι θα προχωρούσαν από κοινού σε επιμέτρηση και στην εκτίμηση της αξίας των εργασιών που εκτελέστηκαν. Στη συμφωνία που αφορούσε τις υπηρεσίες μπογιατίσματος, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 2, δεν συμφωνήθηκε να υπάρχει κατακράτηση ή αποκοπή συγκεκριμένου ποσοστού επί των τιμολογίων που θα εκδίδονταν. Παρά ταύτα, κατόπιν συνεννόησης κρατήθηκε από το τιμολόγιο - Τεκμήριο 7 το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 στις 28.07.2006 και από το τιμολόγιο - Τεκμήριο 8 το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 στις 17.05.2007, τα οποία πιστώθηκαν έναντι του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς των διαμερισμάτων. Ο ΜΕ1 ζήτησε όπως τα δύο διαμερίσματα που αγόρασε η Ενάγουσα ενοποιηθούν σε ένα διαμέρισμα των δύο υπνοδωματίων. Η Εναγόμενη ικανοποίησε την εν λόγω επιθυμία του και προχώρησε στην ενοποίηση των δύο διαμερισμάτων χωρίς οποιαδήποτε χρέωση. Με την αποπεράτωση των διαμερισμάτων στάλθηκε επιστολή στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 10) με την οποία κλήθηκε όπως παραλάβει το διαμέρισμα. Η Ενάγουσα ωστόσο δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη, ούτε και απάντησε στην επιστολή και δεν προχώρησε στην εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος. Αντιθέτως, χωρίς να πραγματοποιηθεί η συμφωνημένη από κοινού επιμέτρηση σε σχέση με τις εργασίες μπογιατίσματος, εξέδωσε τρία τιμολόγια (Τεκμήρια 15-17), τα οποία και αποτέλεσαν το αντικείμενο της αγωγής 77/08 Ε.Δ. Πάφου. Μέχρι τις 23.01.2008, ημερομηνία κατά την οποία στάλθηκε η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας (Τεκμήριο 11), δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση ή επικοινωνία από μέρους της τελευταίας. Μετά την εν λόγω επιστολή και την επιστολή που στάλθηκε από τους δικηγόρους της Εναγόμενης (Τεκμήριο 12) υπήρξαν συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων με κύριο αντικείμενο τους τα ποσά που εκκρεμούσαν σε σχέση με τις δύο συμφωνίες των διαδίκων. Η Εναγόμενη, σε ένδειξη καλής θέλησης συναίνεσε στην αφαίρεση χρεώσεων από την κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας και κατέστη δυνατή η συμφωνία σε σχέση με το ακριβές υπόλοιπο που όφειλε να καταβάλει η τελευταία για την αγορά των διαμερισμάτων. Ο ΜΥ1 παραδέχεται ότι αρχές Αυγούστου του 2008 συνάντησε τον ΜΕ1 σε τραπεζικό υποκατάστημα στην Πάφο με σκοπό την εξόφληση της αγοράς του διαμερίσματος. Ωστόσο, μετά από αναμονή περίπου δύο ωρών και εφόσον αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το τίμημα, αποχώρησε καλώντας τον ΜΕ1 να επικοινωνήσει μαζί του όταν πλέον θα ήταν σε θέση να ξοφλήσει το οφειλόμενο τίμημα. Ακολούθως στάλθηκε η επιστολή ημερομηνίας 04.08.2008 (Τεκμήριο 21). Με την εν λόγω επιστολή καλείτο η Ενάγουσα όπως προσέλθει στα γραφεία της Εναγόμενης για εξόφληση του τιμήματος και για παραλαβή του διαμερίσματος και ταυτόχρονα διδόταν προειδοποίηση ότι παράλειψη συμμόρφωσης θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας. Ο ΜΥ1 ζήτησε από την υπάλληλο της Εναγόμενης Κωνσταντία Κοντάκη (ΜΥ3) όπως επικοινωνήσει με τον ΜΕ1 για να επιβεβαιώσει την παραλαβή της επιστολής, η οποία στάλθηκε και μέσω τηλεομοιότυπου. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η προαναφερόμενη υπάλληλος με τον ΜΕ1, ο τελευταίος επιβεβαίωσε τη λήψη της εν λόγω επιστολής. Η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 21 και ως εκ τούτου στάλθηκε η επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο
  5. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας - Τεκμήριο 2, η Εναγόμενη κατέβαλε προσπάθειες για επαναπώληση του διαμερίσματος, πράγμα το οποίο ήταν αρκετά δύσκολο ενόψει του ότι υπήρχε μειωμένη ζήτηση για το διαμέρισμα λόγω της ενοποίησης που επήλθε και της δημιουργίας ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων σε έκταση 60τ.μ. Μετά από προσπάθειες εννέα μηνών κατέστη δυνατή η πώληση του διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο στις 27.07.2009 (Τεκμήριο 23). Ο ΜΥ1 επικαλούμενος την ιδιότητα του ως πολιτικός μηχανικός, καθώς επίσης και την εμπειρία του στην οικοδομική βιομηχανία αναφέρει ότι η ενοποίηση των διαμερισμάτων είχε δραστική μείωση στην αγοραία αξία του, η οποία ήταν αρκετά χαμηλότερη ανά τετραγωνικό μέτρο σε σχέση με τα διαμερίσματα τύπου studio και ενός υπνοδωματίου που παρουσιάζονται στις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία της έκθεσης του ο ΜΕ
  6. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στην εν λόγω έκθεση - Τεκμήριο 18 και συγκεκριμένα στους πίνακες 4 και 5 δεν υπάρχουν συγκρίσιμα διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων. Ο ΜΥ1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 24 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 18.11.2010 στην οποία εμφαίνεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας για την αγορά του διαμερίσματος κατά τις 27.07.2009 ανερχόταν σε €104.835,
  7. Στη δια ζώσης μαρτυρία του και αναφερόμενος στην επιστολή - Τεκμήριο 21, διευκρίνισε ότι η επιστολή αρχικά στάλθηκε ως διπλοσυστημένη και κατέθεσε αντίγραφο της απόδειξης του ταχυδρομείου ημερομηνίας 05.08.2008 (Τεκμήριο 22), στο οποίο φαίνεται ότι η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε διότι δεν παραλήφθηκε. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 24, ο ΜΥ1 επισήμανε ότι μετά από την ημερομηνία κατά την οποία ήταν παραδοτέο το διαμέρισμα χρεώνονταν τα κοινόχρηστα καθώς επίσης και τόκος προς 9% όπως προβλεπόταν στο Τεκμήριο
  8. Επίσης, υπήρξαν χρεώσεις για τη σύνδεση του με την υδατοπρομήθεια και την ηλεκτρική. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών δεν παρουσιάζεται ως διευθυντής της Εναγόμενης για προσωπικούς λόγους, ουσιαστικά όμως ασκεί καθήκοντα διευθυντή, τόσο στην Εναγόμενη, όσο και στην εταιρεία Vassos Markides Estates Ltd, της οποίας η Εναγόμενη είναι θυγατρική. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος υπέγραψε για λογαριασμό της Εναγόμενης, τόσο τη συμφωνία Τεκμήριο 2, όσο και την συμφωνία Τεκμήριο
  9. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι η τελευταία κατέβαλε συνολικά έναντι της αγοράς του διαμερίσματος το ποσό των Λ.Κ.28.888,80 προσθέτοντας ότι κατά την ημερομηνία που ήταν παραδοτέο το διαμέρισμα έπρεπε επιπρόσθετα να καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.53.111,
  10. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια Τεκμήρια 15 - 17 είναι ψεύτικα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε και στην αγωγή 77/08, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €40.000,00 περίπου υπέρ της Ενάγουσας και όχι για το ποσό των €160.000,00 που αξίωνε. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο ο ΜΕ1 αρνήθηκε να γίνει κοινή επιμέτρηση των εργασιών ήταν διότι ακριβώς γνώριζε ότι το οφειλόμενο ποσό δεν θα ξεπερνούσε το προαναφερόμενο. Επίσης, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκαν τα εν λόγω τιμολόγια ήταν εκβιαστικός και αποσκοπούσε στο να παραδοθεί το διαμέρισμα στην Ενάγουσα χωρίς η τελευταία να χρειαστεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αναφορικά με την έκθεση εκτίμησης του ΜΕ3 (Τεκμήριο 18), ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο τελευταίος δεν επιθεώρησε εσωτερικά το διαμέρισμα και δεν έλαβε υπόψη του ότι το διαμέρισμα ήταν δυάρι σε έκταση 61τ.μ. Επικαλέστηκε δε κατ' επανάληψη τον πίνακα 5 του Τεκμηρίου 18, παραπέμποντας σε συγκριτικές πωλήσεις οι οποίες έγιναν σε χαμηλότερη ανά τετραγωνικό μέτρο αξία σε σχέση με την πώληση του διαμερίσματος. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι ο ίδιος διόρισε τον ΜΕ3 για να διενεργήσει την εκτίμηση, ο ΜΥ1 συμφώνησε, διευκρινίζοντας όμως ότι ο ΜΕ3 δεν έλαβε υπόψη του κατά πόσο το διαμέρισμα ήταν studio ή ενός υπνοδωματίου όπως τα υπόλοιπα διαμερίσματα που περιλαμβάνονται στις συγκριτικές πωλήσεις. Περαιτέρω, δεν έλαβε υπόψη του το κατά πόσο σε ορισμένα εκ των διαμερισμάτων που αναφέρονται στις συγκριτικές πωλήσεις υπήρχε και αυλή. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Μάντη, ανέφερε ότι το διαμέρισμα αποπερατώθηκε τον Οκτώβριο του 2007 ενώ κατά τον εν λόγω χρόνο για την πλήρη αποπεράτωση του συγκροτήματος υπολείπονταν κάποιες μικρές εργασίες εξωτερικά, όπως π.χ. το φύτεμα κάποιων κήπων και μπογιατίσματα σε ορισμένες πέργολες. Συνολικά όλες οι εργασίες αποπερατώθηκαν περί τις αρχές Νοεμβρίου
  11. Ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι μεταξύ των διαδίκων έγιναν συζητήσεις για συμψηφισμό των εκατέρωθεν οφειλών, επανέλαβε όμως ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν διατεθειμένος να γίνει κοινή καταμέτρηση. Κατάληξη αυτών των προσπαθειών ήταν τελικά η Ενάγουσα μέσω της επιστολής της - Τεκμήριο 11 να εκφράσει την πρόθεση της για εξόφληση του τιμήματος του διαμερίσματος. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι θα εξασφάλιζε δάνειο από τράπεζα και περί τον Αύγουστο του 2008 κάλεσε τον ίδιο να μεταβεί σε κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Γεροσκήπου για να λάβει τα χρήματα που οφείλονταν στην Εναγόμενη. Όντως μετέβηκε στην τράπεζα όπου ο ΜΕ1 για δύο περίπου ώρες του ζητούσε να κάνει υπομονή, μιλούσε με τον τραπεζικό υπάλληλο και όταν εξαντλήθηκε πλέον η υπομονή του και αποτάθηκε ο ίδιος στον τραπεζικό υπάλληλο, πληροφορήθηκε ότι δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε χρήματα η Εναγόμενη. Στην υποβολή του κ. Μάντη ότι ο ίδιος έφυγε, λέγοντας μάλιστα ότι θα επιστρέψει την επόμενη μέρα, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, ο ΜΥ1 απάντησε ότι είναι αστείο να είχε να λαμβάνει ποσό της τάξης των €91.000, εν μέσω μάλιστα οικονομικής κρίσης, και να αποχωρεί από την τράπεζα. Ερωτηθείς για τον τραπεζικό υπάλληλο με τον οποίο συνομίλησε, ο μάρτυρας είπε ότι δεν θυμόταν το όνομα ή το πρόσωπο του, ούτε και τα λόγια που ακριβώς χρησιμοποίησε, η ουσία όμως ήταν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα για να δοθούν στην Εναγόμενη. Στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι ουδέποτε παραλήφθηκε η επιστολή ημερομηνίας 04.08.08 (Τεκμήριο 21), ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι στάλθηκε διπλοσυστημένη. Επίσης ανέφερε ότι υπάλληλος της Εναγόμενης επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ΜΕ1 και απέστειλε μέσω τηλεομοιότυπου την επιστολή, με τον ΜΕ1 να επιβεβαιώνει τη λήψη της. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μάντη ότι ο λόγος για τον οποίο πωλήθηκε το διαμέρισμα στο ποσό των €80.000,00 ήταν για να καλύψει το χρέος που ο ίδιος είχε λόγω της εμπλοκής του σε τυχερά παιχνίδια και σε τζόγο, λέγοντας ότι ουδέποτε είχε προβλήματα με τζόγο. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι με βάση και τις συγκριτικές πωλήσεις και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε το διαμέρισμα, η τιμή στην οποία πωλήθηκε ήταν πιο ψηλή από αυτή που και ο ίδιος ανέμενε ότι θα πωληθεί. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 24, ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις σε αυτή, λέγοντας ότι όλες οι χρεώσεις έγιναν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο
  12. Η εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΥ1 ήταν θετική και θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, καθώς ο τελευταίος υπήρξε σταθερός, οι απαντήσεις του ήταν πηγαίες και κατά την αντεξέταση του δεν κλονίσθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Η θέση του ΜΥ1 περί μη εξόφλησης του τιμήματος για την αγορά του διαμερίσματος δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν κατά πόσο το εν λόγω τίμημα προσφέρθηκε στην Εναγόμενη και με δική του υπαιτιότητα δεν λήφθηκε από την τελευταία. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι κλήθηκε για να μεταβεί στην Ελληνική Τράπεζα στη Γεροσκήπου τον Αύγουστο του 2008 και ότι όντως μετέβηκε. Η θέση του ΜΥ1 ότι αποχώρησε από την τράπεζα διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα για να καταβληθούν στην Εναγόμενη, κρίνεται ως λογική και επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Συγκεκριμένα, μετά την αποχώρηση του ΜΥ1 από την τράπεζα δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους της Ενάγουσας, ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια για να πληρωθεί το οφειλόμενο ποσό, πράγμα το οποίο θα ήταν το λογικά αναμενόμενο αν όντως ήταν διαθέσιμα τα χρήματα προς εξόφληση του διαμερίσματος. Αντιθέτως, η Εναγόμενη μέσω του ΜΥ1 ενήργησε άμεσα, αποστέλλοντας στην Ενάγουσα την επιστολή ημερομηνίας 04.08.2008, η οποία υπογράφεται από τον ίδιο. Η αποστολή της εν λόγω επιστολής επιβεβαιώνεται τόσο από το ίδιο το Τεκμήριο 21, και συγκεκριμένα από την αναφορά του τηλεομοιότυπου που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 21, όσο και από την ΜΥ
  13. Σε κάθε περίπτωση κρίνεται ως απολύτως λογική η θέση που εξέφρασε ο ΜΥ1 ότι θα ήταν «αστείο» να αποχωρήσει από την τράπεζα ενώ είχε μεταβεί από τη Λευκωσία στη Γεροσκήπου προκειμένου να παραλάβει τα χρήματα που οφείλονταν στην Εναγόμενη. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι το διαμέρισμα πωλήθηκε στις 27.07.2009 (Τεκμήριο 23) για το ποσό των €80.000,00 καθώς και ότι αυτή ήταν η πραγματική τιμή πώλησης του. Η θέση που προωθήθηκε από μέρους της Ενάγουσας περί προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον τζόγο, τα οποία προβλήματα τον εξανάγκασαν να πωλήσει το διαμέρισμα στην προαναφερόμενη τιμή, παρέμειναν γράμμα κενό. Συγκεκριμένα, δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό στον ΜΥ1 και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη θέση του ότι ουδέποτε αντιμετώπιζε προβλήματα με τζόγο. Υπάρχουν ωστόσο μέρη της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στον ισχυρισμό του ότι λόγω της εμπειρίας του στην οικοδομική βιομηχανία, έχει τη δυνατότητα να εκφέρει άποψη ως προς την αγοραία αξία ακινήτων και συγκεκριμένα σε σχέση με την μείωση που μπορεί να επιφέρει στην αξία του ακινήτου το γεγονός της μετατροπής του επίδικου διαμερίσματος σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων, έκτασης 61τ.μ. Ο ΜΥ1 δεν κλήθηκε για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, ούτε και η μαρτυρία του παρουσιάζει τέτοια στοιχεία έτσι ώστε να μπορεί να καταταγεί στην κατηγορία του εμπειρογνώμονα. Συνεπώς, οι απόψεις που εξέφρασε σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Παρομοίως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του ότι οι χρεώσεις που περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 24), συνάδουν με τους όρους του Τεκμηρίου
  14. Το κατά πόσο οι συγκεκριμένες χρεώσεις έγιναν δυνάμει των όρων του Τεκμηρίου 2 αποτελεί ζήτημα ερμηνείας του Τεκμηρίου 2, έργο το οποίο εναπόκειται στο Δικαστήριο. Επίσης, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί που έχουν προβληθεί αναφορικά με τα τιμολόγια (Τεκμήρια 15 - 17), καθώς αυτά εκφεύγουν των επιδίκων θεμάτων και έχουν τύχει εξέτασης στα πλαίσια της αγωγής 77/08 Ε.Δ Πάφου. Προς αποφυγή επαναλήψεων παραπέμπω σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  15. Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση τα σημεία που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη.Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα της από το
  1. Αναφορικά με τυχόν περιορισμούς στο εμβαδό των διαμερισμάτων, ανέφερε ότι η ανάπτυξη στην επαρχία Πάφου διέπεται από τη νομοθεσία Τοπικού Σχεδίου και τη Δήλωση Πολιτικής. Συγκεκριμένα, το κέντρο της Πάφου διέπεται από την ανάπτυξη του Τοπικού Σχεδίου ενώ άλλες περιοχές μακριά από το κέντρο, από τη Δήλωση Πολιτικής. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Τοπικού Σχεδίου, το ελάχιστο εμβαδό για διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων είναι 75τ.μ. Στη Δήλωση Πολιτικής δεν υφίσταται περιορισμός, είθισται όμως να εφαρμόζεται η νομοθεσία του Τοπικού Σχεδίου. Διευκρίνισε ότι διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων το οποίο ανεγείρεται σε περιοχή που καλύπτεται από τη Δήλωση Πολιτικής θα μπορούσε να είναι έκτασης 60τ.μ., θα ήταν όμως μειονεκτικό όσον αφορά τους λειτουργικούς χώρους του και η αγοραία του αξία περιορισμένη. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το διαμέρισμα εμπίπτει σε περιοχή όπου εφαρμόζεται η Δήλωση Πολιτικής και συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε να ανεγερθεί διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε έκταση 60τ.μ. Η μαρτυρία της ΜΥ2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η μάρτυρας μετέφερε με ειλικρίνεια όσα εκ του επαγγέλματος της γνωρίζει σε σχέση με το Τοπικό Σχέδιο Πάφου και τη Δήλωση Πολιτικής. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω αναφορές της δεν έτυχαν αμφισβήτησης από μέρους της Ενάγουσας. Τελευταία μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν η κα. Κωνσταντία Κοντάκη (ΜΥ3) η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως γραμματέας στην εταιρεία Vassos Markides Estates Ltd. Γνωρίζει την Εναγόμενη καθώς είναι μία από τις εταιρείες της Vassos Markides Estates Ltd. Η ΜΥ3 αναγνώρισε την επιστολή - Τεκμήριο 21 λέγοντας ότι είναι η ίδια που τη δακτυλογράφησε και την ταχυδρόμησε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 22 λέγοντας ότι είναι αντίγραφο του αποκόμματος επιστροφής της επιστολής - Τεκμήριο
  2. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης, ανέφερε ότι η προαναφερόμενη επιστολή επιστράφηκε στις 18.09.
  3. Η ΜΥ3 ανέφερε επίσης ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 21 ανήκουν στην ίδια. Περαιτέρω, είπε ότι έστειλε την εν λόγω επιστολή και μέσω τηλεομοιότυπου στις 26.08.08 και αυτό εμφαίνεται στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου
  4. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο ενδιαφέρθηκε πριν τις 18.09.08 για την παραλαβή της επιστολής ήταν διότι της ζήτησε ο ΜΥ1 να επικοινωνήσει με τον ΜΕ1 και να τον ρωτήσει εάν παρέλαβε την επιστολή. Η ΜΥ3 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι ο αριθμός τηλεομοιότυπου στον οποίο στάλθηκε το Τεκμήριο 21 δεν ανήκει στην Ενάγουσα, καθώς επίσης και ότι ουδέποτε μίλησε με τον ΜΕ1 για να επιβεβαιώσει ότι ο τελευταίος παρέλαβε την επιστολή μέσω του τηλεομοιότυπου. Στην απορία του κ. Μάντη πως είναι δυνατό μετά από εννέα χρόνια να θυμάται κατά πόσο έστειλε το Τεκμήριο 21 με τηλεομοιότυπο και ότι μίλησε με τον ΜΕ1, η μάρτυρας απάντησε ότι θυμάται διότι σημείωσε το τι συνέβη, καθώς δεν ήταν μία συνηθισμένη περίπτωση που απλώς έπρεπε να σταλεί ένα τηλεομοιότυπο. Η ΜΥ3 θεωρώ ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Υπήρξε σαφής και κατηγορηματική στις απαντήσεις της, ενώ κατά την αντεξέταση της δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε και προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Δεν παραβλέπω ότι η ΜΥ3 είναι υπάλληλος της μητρικής εταιρείας της Εναγόμενης, ωστόσο μέσα από τη μαρτυρία της δεν διαφάνηκε ότι επηρεάστηκε η αντικειμενικότητα της ένεκα της εν λόγω ιδιότητας της. Σημειώνω ότι οι θέσεις της Ενάγουσας περί του ότι ουδέποτε μίλησε με τον ΜΕ1 για να επιβεβαιώσει τη λήψη του Τεκμηρίου 21, παρέμειναν σε επίπεδο υποβολών. Επίσης ο ισχυρισμός ότι ο αριθμός τηλεομοιότυπου στον οποίο στάλθηκε το Τεκμήριο 21 δεν ανήκει στην Ενάγουσα, αντικρούεται από τον ίδιο τον ΜΕ1 ο οποίος δήλωσε ότι αριθμός τηλεομοιότυπου 26222367 ανήκει στην Ενάγουσα. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΥ3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24.01.2006 οι διάδικοι συνήψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα αγόρασε από την Εναγόμενη δύο διαμερίσματα τύπου «studio» με αρ. Β50 και Β51 στο κτηριακό συγκρότημα με την επωνυμία «Πέγεια 2» τα οποία ανεγείρονταν από την Εναγόμενη επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/38298, Φ/Σχ.45/09, τοποθεσία «Τρουζινί» στον Δήμο Πέγειας. Το τίμημα αγοράς συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.82.
  5. Η Ενάγουσα κατέβαλε με την υπογραφή της προαναφερόμενης συμφωνίας Λ.Κ.1.
  6. Για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.81.000 συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα αναλάβει την προμήθεια υλικών οικοδομής προς την Εναγόμενη και όπως από κάθε ποσό πληρωμής που θα κατέβαλλε η Εναγόμενη για την αγορά υλικών οικοδομής, θα κατακρατούσε ποσό ίσο με 30% το οποίο θα πιστωνόταν έναντι του υπολοίπου αγοράς των διαμερισμάτων. Σε περίπτωση που κατά την ημερομηνία παράδοσης παρέμενε οποιοδήποτε υπόλοιπο, τότε η Ενάγουσα όφειλε να το καταβάλει σε μετρητά ή με επιταγή που θα εκδιδόταν από Τράπεζα. Η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη όπως τα δύο διαμερίσματα τύπου «studio» που αγόρασε ενοποιηθούν σε ένα διαμέρισμα των δύο υπνοδωματίων. Η Εναγόμενη συμφώνησε και ως εκ τούτου τα δύο διαμερίσματα ενοποιήθηκαν σε ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων έκτασης 61τ.μ. Οι διάδικοι περί τα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου 2006 συνήψαν και δεύτερη συμφωνία, η οποία ήταν προφορική, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών μπογιατίσματος και άλλων συναφών εργασιών έναντι συμφωνημένης αμοιβής βάσει τιμών μονάδας ανά τετραγωνικό μέτρο. Σε σχέση με τις εν λόγω εργασίες πληρώθηκαν δύο τιμολόγια της Ενάγουσας με αρ. 09654 και 09658 για τα ποσά των Λ.Κ.10.000 και Λ.Κ.15.000 αντίστοιχα. Όσον αφορά τα προαναφερόμενα τιμολόγια συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως από το πρώτο κατακρατηθεί ποσοστό 30%, ήτοι Λ.Κ.3.000 και από το δεύτερο ποσοστό 40%, ήτοι Λ.Κ.6.000, τα οποία ποσά πιστώθηκαν έναντι της αγοράς του διαμερίσματος. Συνολικά μέχρι τις 17.05.2007 καταβλήθηκε από την Ενάγουσα έναντι της αγοράς του διαμερίσματος το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 28.888,80 και απέμενε ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.53.111,
  7. Το διαμέρισμα αποπερατώθηκε τον Οκτώβριο του 2007 και η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 11.10.2007 ενημέρωσε την Ενάγουσα για την πιο πάνω εξέλιξη και την κάλεσε όπως παραλάβει το διαμέρισμα. Παράλληλα προέκυψε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τη συμφωνία για τις υπηρεσίες μπογιατίσματος. Η Ενάγουσα αξίωνε από την Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.94.243,39 (€161.024,39) για τις εν λόγω υπηρεσίες. Για τη συγκεκριμένη διαφορά η Ενάγουσα καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης την αγωγή με αρ.77/08 Ε.Δ. Πάφου και το Δικαστήριο εξέδωσε στις 15.04.16 απόφαση με την οποία επιδίκασε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €40.445,79 πλέον τόκους και έξοδα. Η Ενάγουσα απάντησε στην επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 11.10.2007, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 23.01.2008 με την οποία δήλωσε ετοιμότητα για παραλαβή των κλειδιών του διαμερίσματος με ταυτόχρονη εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου. Η Εναγόμενη με νέα επιστολή της ημερομηνίας 04.02.2008, η οποία στάλθηκε από τους δικηγόρους της αυτή τη φορά, εισηγήθηκε ως ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος είτε την 06.02.2008, είτε την 11.02.2008 και ταυτόχρονα πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης ανερχόταν στο ποσό των €94.396,01 περιλαμβανομένων των τόκων μέχρι την 31.01.
  8. Ακολούθως υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, με τους διαδίκους να καταλήγουν στο ποσό των €90.745,87 (Λ.Κ.53.111,20), δηλαδή στο ποσό που αποτελούσε το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος και πριν τη χρέωση τόκων και άλλων εξόδων. Η Ενάγουσα αιτήθηκε δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα και στις 03.04.2008 εγκρίθηκε δάνειο για το ποσό των €91.
  9. Περί τις αρχές Αυγούστου 2008 κλήθηκε η Εναγόμενη όπως παραστεί στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Γεροσκήπου για να γίνει η παράδοση του διαμερίσματος και η εξόφληση του υπολοίπου. Εκ μέρους της Ενάγουσας παρών ήταν ο κ. Π. Περικλέους και εκ μέρους της Εναγόμενης ο κ. Κ Μαρκίδης. Μετά πάροδο δύο περίπου ωρών από την άφιξη του κ. Μαρκίδη δεν πραγματοποιήθηκε η πληρωμή και ο τελευταίος αποχώρησε από το υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας. Η χορήγηση του προαναφερόμενου δανείου στην Ενάγουσα ουδέποτε υλοποιήθηκε. Στις 04.08.2008 στάλθηκε από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα επιστολή με την οποία κάλεσε την τελευταία όπως εντός 21 ημερών από τη λήψη της εξοφλήσει το ποσό των €100.059,34 και παραλάβει το διαμέρισμα, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσε σε τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 24.01.
  10. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, επιστράφηκε όμως ως αζήτητη στις 18.09.
  11. Ωστόσο στάλθηκε και μέσω τηλεομοιοτύπου στις 26.08.2008 και παραλήφθηκε από την Ενάγουσα την ίδια ημερομηνία. Ενόψει της παράλειψης της Ενάγουσας να ανταποκριθεί στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής, η Εναγόμενη με νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 03.10.2008 τερμάτισε τη συμφωνία ημερομηνίας 24.01.
  12. Το διαμέρισμα πωλήθηκε από την Εναγόμενη σε τρίτο αγοραστή στις 27.07.2009 έναντι του ποσού των €80.
  13. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι το ποσό που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα έναντι της αγοράς του διαμερίσματος δεν επιστράφηκε σε αυτήν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 24.01.
  14. Συμπεράσματα Η Ενάγουσα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ισχυρίζεται στο δικόγραφο της ότι την ευθύνη για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας τη φέρει η Εναγόμενη και προς το σκοπό αυτό αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας, καθώς και επιστροφή του καταβληθέντος ποσού εκ Λ.Κ.28.888,80 (€49.359,44). Διαζευκτικά αξιώνει το εν λόγω ποσό και στη βάση του ότι καταβλήθηκε για αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή για αιτία που δεν επακολούθησε με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος της. Στο αντίπαλο στρατόπεδο η Εναγόμενη ισχυρίζεται με τη σειρά της ότι την ευθύνη για τον τερματισμό της συμφωνίας τη φέρει η Ενάγουσα και ως εκ τούτου αξιώνει την επιδίκαση αποζημιώσεων εκ ποσού €24.835,
  15. Καταρχάς αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συμφωνία ημερομηνίας 24.01.2006 τερματίστηκε από την Εναγόμενη στις 03.10.2008 (Τεκμήριο 13). Στη βάση του πιο πάνω δεδομένου θεωρώ ότι το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη αδικαιολόγητα και παράνομα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία, ως οι σχετικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας. Νομιμότητα τερματισμού συμφωνίας ημερομηνίας 24.01.2006 Στη βάση της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας θεωρώ ότι η Εναγόμενη δικαιωματικά προχώρησε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Αυτό διότι η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, ενώ η Εναγόμενη εκπλήρωσε τη δική της υποχρέωση καθώς ήταν έτοιμη να προχωρήσει στην παράδοση του διαμερίσματος. Η εξόφληση του τιμήματος αγοράς συνιστούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας, αφού αγγίζει την ίδια τη ρίζα της. Επομένως, υπήρξε από μέρους της Ενάγουσας παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, η οποία παράβαση έδιδε στην Εναγόμενη το δικαίωμα αποκήρυξης της συμφωνίας. Αξίωση Ενάγουσας για επιστροφή των καταβληθέντων ποσών Η πιο πάνω διαπίστωση περί ευθύνης της Ενάγουσας για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δεν σημαίνει όμως και το τέλος της αγωγής της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προβάλλει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ενάγουσα κατέβαλε έναντι της αγοράς του διαμερίσματος το ποσό των €49.359,44 (Λ.Κ.28.888,80). Ταυτόχρονα είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν επέστρεψε το εν λόγω ποσό μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τη φύση των πληρωμών του συνολικού ποσού των Λ.Κ.28.888,80, ότι δηλαδή αυτές αφορούσαν το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τους όρους του Τεκμηρίου 2 (βλ. όρο 2(α)), αλλά και από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήρια 5,6 και 24, από τις οποίες προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι προαναφερόμενες πληρωμές αφαιρέθηκαν από το τίμημα αγοράς. Είναι επομένως εμφανές ότι το εν λόγω ποσό δεν αποτελούσε εγγύηση (deposit) για την τήρηση της συμφωνίας, αλλά δόσεις για την αγορά του διαμερίσματος. Στη βάση επομένως του πιο πάνω δεδομένου και από τη στιγμή που τερματίστηκε η συμφωνία, η Εναγόμενη όφειλε να επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε έναντι της αγοράς του διαμερίσματος. Στην υπόθεση Αγαπίου κ.α ν. Λεωνίδου
(2007)1Α Α.Α.Δ 50, εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε ως προκαταβολή για την αγορά ακινήτου εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε. Μάλιστα, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο τερματισμός οφειλόταν σε υπαναχώρηση του αγοραστή, όπως και στην προκείμενη περίπτωση. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης έχει ως ακολούθως: «1. Το ζήτημα του ποσού του £2.000 που η εφεσίβλητη κατέβαλε στους εφεσείοντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Η εφεσίβλητη διεκδίκησε το ποσό με την αγωγή της και το πρωτόδικο Δικαστήριο το επεδίκασε υπέρ της θεωρώντας ότι ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως τέτοιο επιστρεπτέο εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο του τερματισμού της. Ο πυρήνας των επιχειρημάτων των εφεσειόντων αφορά στη φύση του ποσού και με αναφορά σε νομολογία και οι δύο πλευρές επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο αυτό το ποσό θα έπρεπε, στο πλαίσιο της συμφωνίας, να θεωρηθεί ότι αποτελούσε είδος εγγύησης που κατά την εισήγηση των εφεσειόντων θα χανόταν εφόσον με υπαιτιότητα η εφεσίβλητη τερμάτιζε τη συμφωνία ή ήταν μέρος του τιμήματος που θα επιστρεφόταν. Έχουμε εξετάσει τα δεδομένα και είναι χωρίς δυσκολία που καταλήγουμε πως σαφώς το ποσό ήταν μέρος του τιμήματος και τίποτε άλλο. Η συμφωνία αναφέρει ως τίμημα πώλησης το ποσό των £62.000 για να ακολουθήσει η πρόνοια της για τον τρόπο πληρωμής, εννοείται αυτού του τιμήματος. Ως τέτοιος τρόπος καθορίζεται η προκαταβολή του ποσού των £2.000 που είναι το επίδικο ποσό με ακόλουθη πρόνοια πως το υπόλοιπο, το οποίο καθορίζεται ότι είναι £60.000, θα πληρωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο μετά τη μεταβίβαση της κατοικίας. Ορθώς επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο οι εφεσείοντες στήριξαν τη θέση τους.» Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε και στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1 Β Α.Α.Δ 1061, με το Ανώτατο Δικαστήριο να διατάσσει την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε ως προκαταβολή για την αγορά κατοικίας σε σχέση με την οποία τερματίστηκε η συμφωνία. Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Στην Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή του ο εφεσείων ζητούσε μεταξύ και άλλων απαιτήσεων του διαζευκτικά και την πιο κάτω:- «β. Απόφαση για ποσό £5000 ήτοι επιστροφή στον ενάγοντα του ποσού που έδωκε ο ενάγοντας στον εναγόμενο στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας. γ. Τόκους προς 6% επί £5000 από 22/11/93 μέχρι εξοφλήσεως.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να ασχολήθηκε με το θέμα της προκαταβολής για να αποφασίσει την επιστροφή της στον εφεσείοντα ή όχι. Φαίνεται ότι διέφυγε της προσοχής του το πιο πάνω μέρος της απαίτησης του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο εφεσείων διέπραξε την παράβαση της συμφωνίας και κατά συνέπεια δεν εδικαιούτο θεραπείας. Παρεμπιπτόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το θέμα λαμβάνοντας αφορμή από την αγόρευση του δικηγόρου του εφεσείοντα. ............................... Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση στην ανάλογη κλίμακα. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον του εφεσίβλητου για το ποσό των £5.000. πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.» Σχετικά επίσης είναι και όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα McGregor On Damages 19th edition par. 25-034 υπό τον τίτλο «II. BREACH BY BUYER»: «Where the buyer refuses to proceed with the contract in such circumstances as amount to a repudiation or discharging breach, a number of remedies are available to the seller. In the first place, he may resort to the equitable remedy of specific performance; Or, secondly, he may treat the breach as discharging the contract, forfeit any deposit but restore any payments made on account of the purchase price, and proceed to deal with the property as he desires." Ενόψει επομένως των πιο πάνω αναφερομένων η Ενάγουσα δικαιούται στην επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά του διαμερίσματος, παρά το ότι η συμφωνία τερματίστηκε με δική της υπαιτιότητα. Ανταπαίτηση Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η Ενάγουσα ευθύνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας. Συνεπώς η Εναγόμενη, ως το αθώο μέρος, δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις, εάν φυσικά υπέστη ζημιά από την εν λόγω παράβαση. Το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, αναφέρει τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης». Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημιά, καθώς το διαμέρισμα πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή (βλ. Τεκμήριο 23) και αξιώνει τη διαφορά μεταξύ του υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός της Ενάγουσας κατά τον χρόνο πώλησης του διαμερίσματος, ήτοι στις 27.07.2009, και του τιμήματος πώλησης στον νέο αγοραστή. Η Εναγόμενη στηρίζει επομένως την αξίωση της στη βάση δύο παραμέτρων, από τη μία δηλαδή του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης και από την άλλη του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος. Θεωρώ ότι τα στοιχεία επί των οποίων βασίζεται η Εναγόμενη για να υποστηρίξει ότι υπέστη ζημιά είναι λανθασμένα. Το σύνηθες μέτρο των αποζημιώσεων στις περιπτώσεις παράβασης σύμβασης πώλησης ακινήτου από τον αγοραστή είναι η διαφορά του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης και της αγοραίας αξίας κατά τον καθορισμένο χρόνο εκπλήρωσης της σύμβασης. Στο σύγγραμμα McGregor On Damages (ανωτέρω) par. 25-036 αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω: «The normal measure of damages is the contract price less the market price at the contractual time fixed for completion. This measure is first clearly stated in Laird v Pim by Parke B.: "The measure of damages . is the injury sustained by the claimant by reason of the defendants not having performed their contract. The question is, how much worse is the plaintiff by the diminution in the value of the land, or the loss of the purchase-money, in consequence of the non-performance of the contract?" The first relevant price, therefore, is the contract price; The market value at the moment of contracting is not relevant, however much lower than the contract price. The second relevant price is the market price at the contractual time fixed for conveyance; if no time is fixed it will presumable be at the time of refusal to accept a conveyance ................» Η αφετηρία επομένως για τον υπολογισμό της ζημιάς είναι η συμφωνηθείσα με το Τεκμήριο 2 τιμή πώλησης, δηλαδή το ποσό των €140.105,31 (Λ.Κ.82.000). Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να επισημάνω ότι δεν παραβλέπω ότι η Εναγόμενη έχει προβεί και σε επιπρόσθετες χρεώσεις στον λογαριασμό που διατηρεί για την πώληση του διαμερίσματος (Τεκμήριο 24). Οι εν λόγω χρεώσεις ωστόσο, με εξαίρεση τον τόκο για τον οποίο θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, αποτελούν ειδικές ζημιές για τις οποίες δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία προς απόδειξη τους από μέρους της Εναγόμενης. Οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177 από το Λόρδο Goddard: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages is for them to proof their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages" They have to prove it.» Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη για τον υδρομετρητή, το ηλεκτρικό καλώδιο, τα κοινόχρηστα, τα σκύβαλα, τα δημοτικά τέλη και τη χρέωση φόρου. Συνεπώς τα εν λόγω ποσά δεν μπορούν να διεκδικούνται από την Εναγόμενη, εφόσον η τελευταία δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης σε σχέση με αυτά. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση και επανερχόμενος στο μέτρο της αποζημίωσης υπενθυμίζω ότι η δεύτερη αξία που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη διακρίβωση της ζημιάς είναι η αγοραία αξία του διαμερίσματος. Σημειώνω ότι δεν παραβλέπω ότι υπήρξε μεταπώληση του διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο. Όπως ωστόσο αναφέρεται στον McGregor on Damages (ανωτέρω) par. 25-037: "The price at which the seller has resold is strictly not to be taken in preference to the market price....". Θα πρέπει φυσικά να αναφέρω ότι στο ίδιο σύγγραμμα και στην ίδια παράγραφο μνημονεύονται υποθέσεις στις οποίες λήφθηκε υπόψη η τιμή επαναπώλησης του ακινήτου. Διευκρινίζεται όμως ότι αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχει εισήγηση ότι η τιμή επαναπώλησης διαφέρει από την αγοραία αξία, οπότε η εν λόγω τιμή θεωρείται ως απόδειξη της αγοραίας αξίας. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται να προκρίνεται και από τη δική μας νομολογία. Παραπέμπω συγκεκριμένα στην υπόθεση Αγαπίου κ.α ν. Λεωνίδου (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Οι εφεσείοντες διεκδίκησαν ως αποζημιώσεις τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος των £62.000 και του τιμήματος των £60.500 έναντι του οποίου ισχυρίζονταν ότι, λίγους μήνες μετά, πώλησαν την κατοικία σε τρίτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, δεν ήταν διατεθειμένο να στηριχθεί στην προφορική μαρτυρία του εφεσείοντα επί του σημείου και είναι σε αυτό που αφορά ο σχετικός λόγος έφεσης. Εγείρει σοβαρά ερωτηματικά η χρησιμοποίηση, ως μέτρου της αποζημίωσης, της συμφωνίας που κατ' ισχυρισμόν συνήψαν οι εφεσείοντες, χωρίς αυτή να παραπέμπει στην αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο.» Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ της τιμής επαναπώλησης (Τεκμήριο 23) και της αγοραίας αξίας (Τεκμήριο 18). Συνεπώς ως δεύτερη παράμετρος για την διακρίβωση της ενδεχόμενης ζημιάς θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η αγοραία αξία του διαμερίσματος. Επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να επιλυθεί είναι ο χρόνος που θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος. Στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1Β Α.Α.Δ 867, αναφέρεται ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημιάς είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης. Στην προκείμενη περίπτωση δόθηκε μαρτυρία για την αγοραία αξία τόσο κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας, όσο και κατά τον χρόνο επαναπώλησης του διαμερίσματος. Η αγοραία αξία κατά τους δύο προαναφερόμενους χρόνους διαφέρει, καθώς η δεύτερη είναι χαμηλότερη της πρώτης (βλ. Τεκμήριο 18). Η Εναγόμενη στηρίζει την ανταπαίτηση της στην αξία κατά τον χρόνο επαναπώλησης, ενώ η Ενάγουσα δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε ιδιαίτερο σχολιασμό για το εν λόγω ζήτημα. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει απασχόλησε σχετικά πρόσφατα το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Hooper v. Oates [2013] EWCA Civ. 91 CA. Στην εν λόγω υπόθεση ο αγοραστής υπαναχώρησε από τη συμφωνία πώλησης μίας κατοικίας και οι πωλητές παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλαν για περίοδο 14 μηνών δεν κατόρθωσαν να εξεύρουν νέο αγοραστή. Η συμφωνία πώλησης καταρτίστηκε τον Φεβρουάριο του 2008 για το ποσό των Αγγλικών Λιρών 605.000 και η παράβαση επήλθε τον Ιούλιο του
  1. Τον Σεπτέμβριο του 2010, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε εκτίμηση του ακινήτου σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του διαμορφώθηκε στο ποσό των Αγγλικών Λιρών 495.
  2. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο οι αποζημιώσεις έπρεπε να υπολογισθούν κατά τον χρόνο παράβασης της συμφωνίας ή κατά τον χρόνο που ετοιμάστηκε η έκθεση εκτίμησης, οπότε η αξία της κατοικίας ήταν χαμηλότερη. Το Αγγλικό Εφετείο υπέδειξε ότι σε περιπτώσεις παράβασης σύμβασης πώλησης ακινήτου δεν μπορεί να αναμένεται ότι θα εξευρεθεί άμεσα νέος αγοραστής, έτσι ώστε ως χρονική αφετηρία υπολογισμού των αποζημιώσεων να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία παράβασης της σύμβασης. Οι συναλλαγές που αφορούν ακίνητα, σε αντίθεση με άλλες συναλλαγές, απαιτούν χρόνο και επομένως είναι ορθό ο υπολογισμός των αποζημιώσεων να γίνεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία παράβασης της σύμβασης. Στην εν λόγω υπόθεση επιδικάστηκε υπέρ των πωλητών η διαφορά μεταξύ του τιμήματος πώλησης και της αγοραίας αξίας όπως αυτή καθορίστηκε στην έκθεση εκτίμησης. Ακολουθώντας την πιο πάνω προσέγγιση, θεωρώ ότι η ημερομηνία που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην προκείμενη περίπτωση είναι η ημερομηνία επαναπώλησης. Το διαμέρισμα πωλήθηκε στον νέο αγοραστή στις 27.07.2009, εννέα περίπου μήνες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Θεωρώ ως απόλυτα εύλογο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την επαναπώληση του διαμερίσματος. Επισημαίνω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπήρξαν πριν την εν λόγω ημερομηνία πρόθυμοι αγοραστές, οι οποίοι μάλιστα να ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν μεγαλύτερο τίμημα. Η πιο πάνω επισήμανση απαντά και στο ερώτημα ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη ενήργησε εύλογα προς μετριασμό της ζημιάς της. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να τύχει εξέτασης αφορά τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος. Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3, η αγοραία αξία στην οποία καταλήγει και καταγράφει στην έκθεση του (Τεκμήριο 18) αφορά την αγοραία αξία ενός «κανονικού» διαμερίσματος. Στην προκείμενη περίπτωση όμως το επίδικο διαμέρισμα δεν μπορεί να καταταγεί στην κατηγορία των «κανονικών» διαμερισμάτων δύο υπνοδωματίων εφόσον:
  3. To επίδικο διαμέρισμα προέκυψε από την ενοποίηση δύο διαμερισμάτων τύπου «studio», τα οποία μετατράπηκαν σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων έκτασης 61 τ.μ.
  4. Η πιο πάνω αναφερόμενη μετατροπή έγινε προς ικανοποίηση της επιθυμίας της Ενάγουσας.
  5. Σύμφωνα με το Τοπικό Σχέδιο Πάφου το ελάχιστο εμβαδό ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων είναι 75 τ.μ. Η εν λόγω προδιαγραφή είθισται να ακολουθείται και σε περιοχές που δεν καλύπτονται από το Τοπικό Σχέδιο Πάφου, όπως είναι η περιοχή που βρίσκεται το διαμέρισμα.
  6. Στο συγκρότημα που βρίσκεται το διαμέρισμα και επομένως στις συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη του ο ΜΕ3, δεν υπάρχει άλλο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε έκταση 61τ.μ.
  7. Το διαμέρισμα πωλήθηκε για το ποσό των €80.
  8. Έχοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, θεωρώ ότι θα πρέπει να τύχει αναπροσαρμογής προς τα κάτω η αγοραία αξία των €1.720 ανά τετραγωνικό μέτρο. Διαπιστώνεται επομένως πρόβλημα όσον αφορά την απόδειξη της ζημιάς της Εναγόμενης. Σε αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων. Στην υπόθεση A. PANAYIDES CONTRACTING LTD v. M & M FRANGOS ENGINEERING & CONTRACTING LTD
(2012)1B Α.Α.Δ 1136 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Παραμένει, υπό το φως των διαπιστωθέντων ως άνω προβλημάτων απόδειξης της ζημιάς που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι και της λανθασμένης επ' αυτού προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο καθορισμός της αποζημίωσης. Έχει λεχθεί στην υπόθεση Biggin v. Permanite [1951] 1 K.B. 422, ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην περίπτωση όπου δεν δίνεται επακριβής μαρτυρία για τις ζημιές. Το ότι είναι αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια η αποζημίωση, δεν πρέπει να παρεμβάλλει εμπόδιο στην απόδοση αποζημιώσεων εφόσον βεβαίως ο ενάγων αποδεικνύει το υπαρκτό του δικαιώματος του για αποζημίωση.» Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ως ορθό και δίκαιο όπως αφαιρεθεί ποσοστό 10% από την αγοραία αξία στην οποία κατέληξε ο ΜΕ3, με αποτέλεσμα η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία για το διαμέρισμα κατά την 27.07.2009 να ανέρχεται στο ποσό των €1.
  1. Κατά συνέπεια η αγοραία αξία του διαμερίσματος στις 27.07.2009 ήταν €97.446,60 (61 τ.μ. + [13 τ.μ. @ 0.15] = 62,95 τ.μ. x €1.548). Η ζημιά επομένως που υπέστη η Εναγόμενη εντοπίζεται στη διαφορά μεταξύ του ποσού των €140.105,31 και του ποσού των €97.446,
  2. Κατά συνέπεια η Εναγόμενη υπέστη ζημιά ύψους €42.658,
  3. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η Εναγόμενη αξιώνει το ποσό των €24.835,74, αντί του προαναφερόμενου ποσού. Το γεγονός αυτό, του υπολογισμού δηλαδή της ζημιάς στη βάση λανθασμένων παραμέτρων, δεν εμποδίζει, κατά την κρίση μου, το Δικαστήριο στο να προχωρήσει με την έκδοση σχετικής απόφασης. Αυτό διότι η αξίωση της Εναγόμενης εδράζεται στη ζημιά που υπέστη εξαιτίας του τερματισμού της συμφωνίας με υπαιτιότητα της Ενάγουσας και τη μεταπώληση του διαμερίσματος σε τιμή χαμηλότερη. Η συγκεκριμένη αξίωση της Εναγόμενης έχει επιτύχει αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η συμφωνία τερματίστηκε με ευθύνη της Ενάγουσας και ότι υπέστη ζημιά. Εν πάση περιπτώσει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1Α Α.Α.Δ. 400, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποδώσει θεραπεία, έστω και αν αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αξίωση, νοουμένου ότι αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τα γεγονότα που δικαιολογούν την επιδίκαση της. Συνεπώς πάνω και σε αυτή τη βάση το Δικαστήριο δικαιούται να επιδικάσει το ποσό των €42.658,71, αφ' ης στιγμής τα γεγονότα που δικαιολογούν την επιδίκαση του εν λόγω ποσού αναφέρονται στο δικόγραφο της Εναγόμενης και αποδείχθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει προς εξέταση είναι το ζήτημα του τόκου. Στη Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1Β Α.Α.Δ 881, 893, αναφέρεται πως σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση, ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης, όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών. Στην προκείμενη περίπτωση στον όρο 3 του Τεκμηρίου 2 γίνεται ρητή αναφορά στον τόκο, με την Ενάγουσα να αποδέχεται ότι το έλλειμμα σε περίπτωση επαναπώλησης του διαμερίσματος θα είναι τοκοφόρο προς 9%. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Νοείται περαιτέρω ότι ο αγοραστής θα ευθύνεται να πληρώση εις τον πωλητήν οιονδήποτε έλλειμμα ήθελε προκύψει εκ της τοιαύτης πωλήσεως. Το τοιούτον έλλειμμα θα είναι τοκοφόρον προς 9% ή προς το εκάστοτε υπό της Κεντρικής Τραπέζης υψηλότερον καθοριζόμενον επιτόκιον.» Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδονται οι ακόλουθες αποφάσεις: A. Στα πλαίσια της απαίτησης εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €49.359,44 πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 03.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. B. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό €42.658,71 πλέον τόκο προς 9% από τις 03.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα ανταπαίτησης υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Final/Παράβαση σύμβασης πώλησης ακινήτου από αγοραστή -επιστροφή καταβληθέντος ποσού-μέτρο αποζημιώσεων-τόκος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.