← Κύπρος

Ανδρέα Παπαγεωργίου ν. Χριστάκη Πετρακκίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1075/2011, 18/9/2017

Ανδρέα Παπαγεωργίου ν. Χριστάκη Πετρακκίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1075/2011, 18/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1075/2011 Μεταξύ: Ανδρέα Παπαγεωργίου, από την Πάφο Ενάγοντος και

  1. Χριστάκη Πετρακκίδη, από τα Κούκλια, οδός Ανδρέα Κκόλιαρου αρ.8
  2. Σ.Θ. ΠΑΦΙΤΗΣ ΛΤΔ από την Πάφο, οδός Χαριλάου Τρικούπη αρ.8 Πάφος Εναγομένων Ημερομηνία: 18.09.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Στ. Φλωράκη (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους 1 και 2: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γ. Γεωργίου (η κα Γ. Αργυρού για ν' ακούσει απόφαση) Ενάγοντας: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τους Εναγομένους 1 και 2 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα για ζημιές, απώλειες και σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε θα συνεχίσει να υφίσταται στο μέλλον συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβηκε περί τις 23.09.10 στην οδό Χαριλάου Τρικούπη στην Πάφο, το οποίο προκλήθηκε κατόπιν κατ' ισχυρισμό αμέλειας και παράβασης εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένου 1 ως οδηγού και Εναγομένης 2 ως ιδιοκτήτριας του εμπλεκόμενου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KHC 679 που συγκρούστηκε με το όχημα με αριθμούς εγγραφής KTJ 403 ιδιοκτησίας του Ενάγοντα που εκείνη τη στιγμή οδηγείτο από τον ίδιο. Στην πορεία ο Ενάγοντας απέσυρε τις αξιώσεις του αναφορικά με την Εναγόμενη 2 με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να προωθηθεί για εκδίκαση μόνο σε σχέση με τον Εναγόμενο
  3. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Όπως ο Ενάγοντας επικαλείται, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ηλικίας 64 ετών, υγιέστατος, συνταξιούχος γεωπόνος με ακμαίες σωματικές και πνευματικές δυνάμεις που του επέτρεπαν να ασχολείται με την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών και φρούτων σε αγροτικά τεμάχια δικής του ιδιοκτησίας καθώς και της οικογένειας του, από την οποίαν εργασία κέρδιζε περίπου €700 μηνιαίως. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα περί τις 23.09.10 ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του στην οδό Χαριλάου Τρικούπη με κατεύθυνση το κέντρο της Πάφου όταν ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιώντας την είσοδο-έξοδο συνεργείου οχημάτων, στο οποίο βρισκόταν προηγουμένως, εισήλθε στην πιο πάνω οδό χωρίς να σταματήσει και παραλείποντας να ελέγξει επαρκώς την τροχαία κίνηση που υπήρχε στην εν λόγω οδό με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τη δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος του Ενάγοντα που ο τελευταίος οδηγούσε με επιμέλεια με αποτέλεσμα να του προκαλέσει ζημιές στο όχημα και σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία στον ίδιο. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγομένου 1 καθώς και στην παράβαση από μέρους του υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σχετική με το θέμα αυτό νομοθεσία, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από τα σημεία (α) μέχρι (θ) της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ένεκα του δυστυχήματος επωμίστηκε ζημιές συνολικού ύψους €23.434,
  4. Παράλληλα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος υπέστη κάταγμα κάτω τριτημορίου δεξιού βραχιονίου, κάταγμα έσω κονδύλου δεξιού βραχιονίου και μεγάλο θραυστικό τραύμα αντιβραχίου, για τα οποία τραύματα την ίδια ημέρα του έγινε μηχανικός και χειρουργικός καθαρισμός τους, συρραφή και ακινητοποίηση τους με γύψινο νάρθηκα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εισήχθηκε. Σύμφωνα ακόμη με τον Ενάγοντα μετά από μία εβδομάδα εισήχθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου του έγινε οστεοσύνθεση του κατάγματος του βραχιονίου με κλειδούμενη πλάκα 8 οπών και οστεοσύνθεση του κατάγματος του έσω κονδύλου με δύο βίδες. Ο ίδιος νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική από 23.09.10 μέχρι 05.10.
  5. Ακολούθως παρουσίαζε μεγάλη δυσκαμψία στον αγκώνα και αιμωδίες στα δάχτυλα στην κατανομή του νεύρου και ηλεκτρομαγνητικός έλεγχος που έγινε στο δεξιό άνω άκρο έδειξε πίεση του μέσου νεύρου στον καρπιαίο σωλήνα. Όπως δικογραφείται, ο Ενάγοντας οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου έγινε διάνοιξη του εγκάρσιου συνδέσμου. Λόγω της δυσκαμψίας που παρουσίαζε ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε εντατική φυσιοθεραπεία από 01.06.11 μέχρι 30.07.11 και από 10.09.11 μέχρι 25.10.
  6. Μέχρι σήμερα ο Ενάγοντας υποφέρει από συνεχές άλγος και δυσκαμψία στην έκταση του αγκώνα που μέχρι σήμερα δεν απέκτησε πλήρη κινητικότητα για το οποίο συνεχίζει να παρακολουθείται ιατρικά και να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να εκτελεί χειρονακτικές και/ή αγροτικές εργασίες και ταυτόχρονα να επηρεάζεται η καθημερινότητα του αφού, όπως ισχυρίζεται, περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό η ικανότητα του να αυτοεξυπηρετείται. Από την άλλη ο Εναγόμενος 1 απορρίπτει τις θέσεις του Ενάγοντα ότι επέδειξε αμέλεια και ότι παρέβηκε οποιοδήποτε καθήκον του που απορρέει από νομοθεσία. Γενικότερα ο Εναγόμενος αρνείται ότι ευθύνεται για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος και ισχυρίζεται ότι εξερχόμενος από το συνεργείο οχημάτων και προτού εισέλθει στην οδό Χαριλάου Τρικούπη ακινητοποίησε το όχημα του, προέβηκε στην αναγκαία κατόπτευση του δρόμου και διαπίστωσε ότι ήταν ασφαλές για να το προχωρήσει. Τη στιγμή εκείνη ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε τον εν λόγω δρόμο οδηγώντας το όχημα του. Παράλληλα ο Εναγόμενος 1 θεωρεί ότι το δυστύχημα συνέβηκε λόγω αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα αλλά και συνεπεία παράβασης από μέρους του υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συναφή νομοθεσία, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στα σημεία (α) μέχρι (λ) της παραγράφου 5 της υπεράσπισης. Κατά τον Εναγόμενο 1 η συμπεριφορά και οι παραλείψεις του Ενάγοντα αποτέλεσαν την αποφασιστική αιτία του δυστυχήματος καθώς και των ζημιών και τραυμάτων που επακολούθησαν. Μία άλλη θέση του εν λόγω διαδίκου που δικογραφείται είναι ότι το επίδικο δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο (inevitable accident). Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 αρνείται τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών που ο Ενάγοντας επικαλείται ότι υπέστηκε μέσα από την έκθεση απαίτησης του, τις οποίες θεωρεί ότι είναι διογκωμένες, υπερβολικές και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, ζητώντας απόρριψη των αιτουμένων αξιώσεων του Ενάγοντα με έξοδα εις βάρος του. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Προς υπεράσπιση του ο Εναγόμενος κάλεσε επίσης τέσσερις μάρτυρες. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν δεκατέσσερα τεκμήρια, εκ των οποίων το Τεκμήριο 6 που αποτελείται από 10 έγχρωμες φωτογραφίες να τίθεται από κοινού στο Δικαστήριο με αμφότερα μέρη να δηλώνουν ότι αποδέχονται αυτά που απεικονίζονται και αφορούν το όχημα του Ενάγοντα. Επιπλέον τα μέρη κατέθεσαν από κοινού παραδεχτά γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στη συνέχεια. Επίσης τα μέρη συμφώνησαν ότι στην περίπτωση που αποφασιστεί ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται πλήρως για την πρόκληση του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστηκε τα έξοδα και τις απώλειες που έχουν από κοινού καθορίσει. Τα μέρη επιπλέον συμφώνησαν ότι στην περίπτωση που αποφασιστεί ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται πλήρως για την πρόκληση του δυστυχήματος το όχημα του Ενάγοντα υπέστηκε τις ζημιές που από κοινού έχουν καθορίσει. Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και μαζί με αυτά που προκύπτουν από το προαναφερόμενο Τεκμήριο 6 καθώς και αυτά που αντλούνται από τις πιο πάνω συμφωνημένες δηλώσεις των μερών, αποτελούν όλα αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Επιπροσθέτως ο Ενάγοντας δήλωσε ότι εγκαταλείπει τις ειδικές ζημιές που αξιώνει εναντίον του Εναγομένου 1 υπό τα σημεία (θ) και (θ) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτησης του (φαίνεται ότι εκ παραδρομής οι δύο αυτές αξιώσεις φέρουν το ίδιο γράμμα του αλφαβήτου). Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών παρουσιάζεται πιο κάτω μια συνοπτική παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε είναι καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Πρώτος μάρτυρας απαίτησης ήταν ο Ενάγοντας (ΜΕ1), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα 20 χλμ ανά ώρα στην οδό Χαριλάου Τρικούπη ερχόμενος από Χλώρακα με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης Πάφου που είναι δρόμος δύο λωρίδων, στο ύψος της εισόδου του συνεργείου του Εναγομένου 1, ξαφνικά, χωρίς να αντιληφθεί τι συνέβη και δίχως να μπορεί να αντιδράσει, ένιωσε ένα βίαιο χτύπημα και σφοδρότατο πόνο στο δεξί του χέρι. Τότε αντιλήφθηκε ότι εμπλάκηκε σε δυστύχημα με άλλο όχημα που με το μπροστινό του μέρος είχε κτυπήσει το δικό του όχημα στην πλαϊνή δεξιά του μεριά στο ύψος της πόρτας του οδηγού. Τη στιγμή της σύγκρουσης ο Ενάγοντας κοιτούσε μπροστά του. Το όχημα του Εναγομένου 1 προέβαλε μέσα από σταματημένα οχήματα που σχημάτιζαν ουρά περιμένοντας το πράσινο φως στο φανάρι της διασταύρωσης των οδών Τρικούπη και Ακαμαντίδος. Καταθέτοντας την αστυνομική έκθεση μαζί με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος ως Τεκμήριο 1, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι το φανάρι βρίσκεται σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σημείο της εισόδου-εξόδου του συνεργείου με κατεύθυνση προς την οδό Ακαμαντίδος (νοτιοδυτικά επί του σχεδιαγράμματος). Όπως είπε, σε αντίθεση με αυτό που δείχνει το Τεκμήριο 1, ο δρόμος αρχικά και για απόσταση 20-25 μέτρων περίπου από τα φώτα τροχαίας προς την πόλη της Πάφου είναι ευθύς αλλά μετά αποκτά δεξιόστροφη καμπύλη περίπου 90 μοιρών, η οποία τελειώνει περίπου 4-5 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης. Ο ίδιος υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 1 το βέλος 'Β' ως την πορεία του οχήματος του λίγο πριν τη σύγκρουση. Ο Ενάγοντας υποψιάζεται ότι το δεξί του χέρι τραυματίστηκε από το χοντρό σίδερο σε σχήμα 'Γ' που στηρίζει τον αριστερό πλαϊνό καθρέφτη του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 όταν αυτό εισήλθε εντός του ανοικτού παραθύρου του δικού του οχήματος, τα οποίο σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται να έχουν το ίδιο περίπου ύψος. Με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου συνέχισε να αισθάνεται αφόρητο πόνο. Στις Πρώτες Βοήθειες του χορηγήθηκαν ενέσιμα φάρμακα και υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου κάτω από ολική αναισθησία υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Όταν ξύπνησε το χέρι του ήταν σε νάρθηκα και πονούσε πολύ. Μετά από οκτώ ημέρες οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου ξανά κάτω από ολική αναισθησία υπεβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση. Στο μεσοδιάστημα μπορούσε να κοιμηθεί μόνο με τη χρήση παυσίπονων ενέσεων. Στις 05.10.10 εξήλθε του νοσοκομείου με το δεξί του χέρι σε νάρθηκα. Το χέρι του παρέμεινε σε νάρθηκα για ενάμισι μήνα περίπου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου επισκεπτόταν τον θεράπον ιατρό του που ήταν ο ορθοπεδικός Δρ. Χριστοδούλου. Λόγω του νάρθηκα αρχικά δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και έτσι οι οικείοι του τον βοηθούσαν. Στη συνέχεια χρησιμοποιούσε το αριστερό του χέρι για τις βασικές ανάγκες του παρόλο ότι ο ίδιος ήταν δεξιόχειρας. Όταν ο νάρθηκας μετακινήθηκε, το χέρι του παρουσίαζε δυσκαμψία και γι' αυτό έκανε φυσιοθεραπεία αρχικά για ένα μήνα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και στη συνέχεια σε ιδιώτη από 20.12.10 μέχρι και τον Μάιο
  7. Όποτε προσπαθούσε να τεντώσει το χέρι του αισθανόταν πόνο. Όποτε ο πόνος ήταν αφόρητος λάμβανε παυσίπονα. Παράλληλα ένιωθε μούδιασμα σε όλο το χέρι που επεκτεινόταν στην παλάμη του και στα δάχτυλα του κυρίως το βράδυ. Εξαιτίας του μουδιάσματος τον Φεβρουάριο 2011 επισκέφθηκε τον νευρολόγο Μιχάλη Μιχαήλ και τον Απρίλιο 2011 το Δρ. Χριστοδούλου. Το καλοκαίρι του 2011 ο Ενάγοντας συνέχισε εντατικά φυσιοθεραπείες στον ιδιώτη φυσιοθεραπευτή μέχρι και τις 25.10.
  8. Αργότερα ο ίδιος συνέχισε μόνος του να κάνει συγκεκριμένες ασκήσεις. Όπως ο Ενάγοντας δηλώνει κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν 64 ετών και συνταξιούχος γεωπόνος. Για ευχαρίστηση καλλιεργούσε δύο περβόλια αλλά τώρα λόγω του τραυματισμού του από το δυστύχημα δεν μπορεί να κλαδέψει, να τσαπίσει και να μεταφέρει λιπάσματα. Επίσης δεν μπορεί να κάνει χειρωνακτικές εργασίες στην οικία του όπως μεταφορά ψώνιων, επισκευές και μπογιάντισμα. Τελευταία φορά που επισκέφθηκε τον θεράπων ιατρό του ήταν τον Απρίλιο 2014 και τον ιδιώτη φυσιοθεραπευτή αρχές Μαΐου
  9. Στα πλαίσια ακόμη της κυρίως εξέτασης του ο Ενάγοντας κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Μιχαήλ ως Τεκμήριο 2, δύο ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Χριστοδούλου ημερομηνίας 28.06.11 και 30.04.14 ως Τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα καθώς και βεβαίωση του ιδιώτη φυσιοθεραπευτή ημερομηνίας 20.03.12 ως Τεκμήριο
  10. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τη στιγμή που οδηγούσε σε στροφή και από την απέναντι λωρίδα κατεύθυνσης υπήρχαν οχήματα σταματημένα σε φανάρι δεν μπορούσε να κοιτάζει συνεχώς δεξιά και αριστερά μήπως και ξεπεταχτεί κάποιο όχημα χωρίς ο οδηγός του πρώτα να σταματήσει και ελέγξει την τροχαία κίνηση. Το όχημα του Εναγομένου 1 δεν ήταν ορατό στον Ενάγοντα επειδή ξεπετάχτηκε πίσω από ένα σταματημένο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο ίδιος δεν μπορούσε να προβλέψει ότι πίσω από ένα σταματημένο όχημα στο φανάρι θα ξεπεταγόταν άλλο όχημα που επειδή ο οδηγός του δεν θα κοίταζε την τροχαία κίνηση θα τον κτυπούσε. Λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης που υπήρχε λίγο πριν τη σύγκρουση, ο Ενάγοντας κοίταζε κυρίως μπροστά και περισσότερο στα αριστερά που υπήρχαν έξοδοι και όχι στα δεξιά που μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης τα οχήματα της αντίθετης λωρίδας κατεύθυνσης ήταν σταματημένα. Σε κοντινή απόσταση του δεν υπήρχε προπορευόμενο όχημα αλλά στο βάθος υπήρχε. Όπως ο Ενάγοντας δήλωσε, το φορτηγό του Εναγομένου 1 εμφανίστηκε ξαφνικά και ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η απότομη εμφάνιση του οχήματος του Εναγομένου 1 δεν του επέτρεψε ούτε να φρενάρει αλλά ούτε και να θέσει σε λειτουργία το χειρόφρενο. Ο Ενάγοντας δεν γνωρίζει λεπτομέρειες σύγκρουσης, όπως το σημείο και ποια μέρη των ενεχομένων οχημάτων κτύπησαν μεταξύ τους Επειδή όμως η ταχύτητα που το όχημα του Ενάγοντα είχε ήταν πολύ χαμηλή, το μη αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων όχημα του παρέμεινε αμετακίνητο στο σημείο σύγκρουσης. Ο Ενάγοντας είπε ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας και κρατούσε το τιμόνι με τα δύο του χέρια απορρίπτοντας τη θέση του Εναγομένου ότι οδηγούσε με το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του χέρι τραυματίστηκε επειδή αυτό ακουμπούσε ελεύθερα πάνω στην πόρτα του οδηγού με τον αντιβραχίονα (αγκώνα) αυτού να προεξέχει εκτός αυτής από το ανοικτό παράθυρο. Δεύτερος μάρτυρας απαίτησης ήταν ο αστυφύλακας 3882 Παύλος Φοινικαρίδης (ΜΕ2), οποίος την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στον κλάδο δυστυχημάτων της Τροχαίας Πάφου. Στην κυρίως εξέταση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν αυτός που ετοίμασε άνευ κλίμακας συμμετρικό σχεδιαγράφημα που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 1, που σύνταξε συνοπτική έκθεση για το δυστύχημα η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και έλαβε γραπτές καταθέσεις από τον Ενάγοντα και Εναγόμενο 1, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8Α και 8Β αντίστοιχα. Εξηγώντας το σχεδιάγραμμα ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι προέβηκε σε μετρήσεις χρησιμοποιώντας ως σταθερό σημείο ένα ηλεκτρικό πάσσαλο της Α.Η.Κ. που φέρει το σημείο 'Ο'. Απεικονίζει την οδό Χαρίλαου Τρικούπη η οποία δεν έχει διαχωριστική γραμμή με τη διευκρίνιση ότι ο εν λόγο δρόμος δεν είναι ευθύς αλλά έχει δεξιόστροφη στροφή από τα φώτα τροχαίας και καταλήγει στο σημείο σύγκρουσης εκεί που αρχίζει ο κάθετος δρόμος που στο σχεδιάγραμμα σημειώνεται με την ονομασία 'Ανώνυμη Πάροδος'. Όπως είπε ο μάρτυρας, τα φώτα τροχαίας βρίσκονται σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης στην αντίθετη κατεύθυνση που κινείτο το όχημα του Ενάγοντα (βέλος 'Β' επί του σχεδιαγράμματος). Επίσης ο μάρτυρας αυτός προσδιόρισε στο σχεδιάγραμμα το σημείο 'Χ' ως το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων, το οποίο του υπέδειξε επί τόπου ο Εναγόμενος
  11. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος δεν είχε κάτι που να καθορίζει το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων. Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι το πεδίο ορατότητας από εκεί που αρχίζει η στροφή μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 25-28 μέτρα περίπου. Ακόμη πρόσθεσε ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του εν λόγω μάρτυρα το πλάτος της οδού Τρικούπη ήταν 6,90 μέτρα, το σημείο σύγκρουσης απέχει από την άκρη του δεξιού πεζοδρομίου 4,90 μέτρα, το δε πλάτος του οχήματος που οδηγούσε ο Ενάγοντας είναι 1,70 μέτρα. Από τις έρευνες που έκανε ο ΜΕ2 διαπίστωσε ότι οι καθρέφτες του ημιφορτηγού οχήματος που ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε δεν είχαν οποιεσδήποτε ζημιές καθώς επίσης ότι το παράθυρο της μπροστινής πόρτας του οδηγού στο όχημα του Ενάγοντα ήταν ανοιχτό. Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ιδιώτης φυσιοθεραπευτής Φίλιππος Μαρμαράς (ΜΕ3), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής βεβαίωσης του ημερομηνίας 20.03.12 (Τεκμήριο 4). Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται ότι από τις 20.12.10 άρχισε σταδιακά η διενέργεια φυσιοθεραπείας στον Ενάγοντα που αποσκοπούσε στη βελτίωση της κινητικότητας του αγκώνα και στην ενδυνάμωση των μυών του βραχιονίου και αντβραχιονίου. Ακολούθησε εντατική φυσιοθεραπεία από 01.06.11 μέχρι 30.07.11 και από 10.09.11 μέχρι 25.10.11 επειδή ο Ενάγοντας συνέχισε να παρουσιάζει μεγάλη δυσκαμψία στον αγκώνα. Εκτίμηση της κατάστασης του Ενάγοντα στις 20.03.12 καταγράφει ότι η άρθρωση του αγκώνα δεν απέκτησε πλήρη κινητικότητα και ότι παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκαμψία στην έκταση. Στην ένορκη μαρτυρία του ο ΜΕ3 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η σημερινή κατάσταση του δεξιού χεριού του Ενάγοντα παρουσιάζει πλήρη κάμψη της άρθρωσης του αγκώνα ενώ η έκταση αυτού υπολείπεται 25-30 μοίρες, πράγμα που προκαλεί αδυναμία του τρικέφαλου βραχιονίου μυός και συνάμα δικαιολογεί τα παράπονα του Ενάγοντα για εύκολη κόπωση, πόνο μετά από έντονη αλλά σύντομη εργασία ή ελαφριά αλλά επαναλαμβανόμενη εργασία καθώς και για μούδιασμα. Ερχόμενος στο θέμα των εξόδων της φυσιοθεραπείας που ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι έγιναν 33 συνεδριάσεις με ελάχιστη χρέωση €25 η κάθε μία, με το σύνολο έτσι να ανέρχεται στα €
  12. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας καθορίζει τα έξοδα παρουσίασης του στο Δικαστήριο σε €
  13. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στις 20.12.10 έχοντας μαζί του παραπεμπτικό, στο οποίο ο θεράπων ιατρός κατέγραφε τι είχε συμβεί στον Ενάγοντα, τη διάγνωση του και την παραπομπή του Ενάγοντα για φυσιοθεραπεία. Ο ΜΕ3 δεν γνωρίζει που βρίσκεται σήμερα το παραπεμπτικό έγγραφο. Αυτό που ο μάρτυρας παρατήρησε είναι ότι ο δεξιός αγκώνας του Ενάγοντα είχε δυσκαμψία στην έκταση του αγκώνα και μυϊκή ατροφία των μυών του βραχίονα και αντιβραχίονα με τον Ενάγοντα να αισθάνεται έντονο άλγος. Αυτό που εφάρμοσε στην περίπτωση του Ενάγοντα ήταν ήπια θερμοθεραπεία (υποβοηθούμενη κινησιοθεραπεία και ενεργητική κινησιοθεραπεία) με μάλαξη των μυών, αποφεύγοντας όμως την άρθρωση του αγκώνα. Από τις 20.03.12 μέχρι σήμερα ο ΜΕ3 είδε τον Ενάγοντα 1-2 φορές πάνω σε φιλική βάση χωρίς να του προσφέρει φυσιοθεραπευτική πράξη. Για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον Ενάγοντας, ο μάρτυρας αυτός δεν εξέδωσε τιμολόγιο. Στη συνέχεια προσήλθε ο Δρ. Γιάννης Χριστοδούλου (ΜΕ4), χειρούργος ορθοπεδικός, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Γνωρίζει τον Ενάγοντα επειδή ήταν ασθενής του αλλά και επειδή είναι συγχωριανός του. Στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ιατρικών πιστοποιητικών του ημερομηνίας 28.06.11 (Τεκμήριο 3) και 30.04.14 (Τεκμήριο 5). Αυτό που βασικά καταγράφεται μέσα από τα Τεκμήρια 3 και 5 είναι ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε κάταγμα κάτω τριτημορίου βραχιονίου, κάταγμα έσω κονδύλου βραχιονίου και μεγάλο θλαστικό τραύμα αντιβραχίου. Ο Ενάγοντας οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου του έγινε μηχανικός και χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος, συρραφή και ακινητοποίηση των καταγμάτων με γύψινο νάρθηκα. Μετά από μια εβδομάδα ο Ενάγοντας οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου του έγινε ανοικτή οστεοσύνθεση των καταγμάτων. Ειδικότερα έγινε οστεοσύνθεση του κατάγματος του βραχιονίου με κλειδούμενη πλάκα 8 οπών και οστεοσύνθεση του έσω κονδύλου με δύο βίδες. Ο Ενάγοντας νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου από 23.09.10 μέχρι 05.10.
  14. Τα κατάγματα έχουν στην πορεία πωρωθεί αλλά ο Ενάγοντας παρουσιάζει ελαφριά δυσκαμψία του αγκώνα με περιορισμό της έκτασης περίπου 15-20 μοίρες. Στην ένορκη μαρτυρία του ο μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι διαπίστωσε τα τραύματα από την κλινική εξέταση καθώς και από τον παρακλινικό έλεγχο που έγινε μέσω των ακτινογραφιών. Σχετική ακτινογραφία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Αναφερόμενος στα χειρουργεία ο εν λόγω ιατρός είπε ότι η οστεοσύνθεση έγινε μεταγενέστερα προκειμένου πρώτα να επουλωθούν τα τραύματα των μαλακών ιστών στην περιοχή του αγκώνα και να αποφευχθεί έτσι πιθανή μόλυνση στα οστά. Αργότερα και μέχρι την πώρωση των καταγμάτων ο Ενάγοντας παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία για μεγάλο χρονικό διάστημα όπου κάθε φορά του γινόταν ακτινολογικός έλεγχος. Επειδή η φύση των τραυμάτων ήταν τέτοια που η δυσκαμψία στον αγκώνα ήταν αναμενόμενη, γεγονός που διαπίστωσε και ο ίδιος με κλινικό έλεγχο, ο εν λόγω ιατρός έδωσε οδηγίες για φυσιοθεραπεία. Παράλληλα διευκρίνισε ότι η τρίτη χειρουργική επέμβαση που υπεβλήθηκε ο Ενάγοντας και αφορούσε αποκατάσταση της πίεσης του μέσου νεύρου στον καρπιαίο σωλήνα δεν συνδέεται με το επίδικο δυστύχημα αλλά με την υπερχρήση του χεριού. Περαιτέρω ο ΜΕ4 είπε ότι εξαιτίας των τραυμάτων ο Ενάγοντας θα αισθάνεται ενοχλήσεις μετά από μια έντονη εργασία. Ακόμη πιθανό ο Ενάγοντας να αισθάνεται ενοχλήματα κατόπιν επαναλαμβανόμενης μικρής ελαφριάς εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ομοίως και στην περίπτωση διεκπεραίωσης βαριάς εργασίας. Μετρώντας την κίνηση του αγκώνα ο εν λόγω ιατρός κατέληξε στο ιατρικό εύρημα ότι η έκταση του δεξιού αγκώνα του Ενάγοντα περιορίζεται σε 15-20 μοίρες. Ο ΜΕ4 δεν αναμένει στο μέλλον άλλη βελτίωση στην ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα και επομένως το πρόβλημα της δυσκαμψίας θεωρεί ότι θα είναι μόνιμο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 εξήγησε πως όταν σημειώνει βαριά χειρωνακτική εργασία εννοεί το σκάψιμο, τη μεταφορά βαριών αντικειμένων και γενικά οποιαδήποτε ενέργεια με την οποία θα ασκηθεί δύναμη ή έντονη πίεση στο χέρι. Για παράδειγμα επαναλαμβανόμενο σήκωμα αντικειμένων πέραν των πέντε κιλών πιθανό να προκαλέσει πρόβλημα στον Ενάγοντα. Αντίθετα ο εν λόγω ιατρός εκτιμά ότι η μεταφορά ενός άδειου κυλίνδρου υγραερίου δεν θα προκαλούσε πρόβλημα. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Δρ. Χριστόδουλος Μέσης (ΜΥ1), ιδιώτης νευρολόγος ψυχίατρος. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εξέτασε κλινικά τον Ενάγοντα στις 29.04.14 και ακολούθως την 01.05.14 που του έγινε εξέταση αγωγιμότητας νεύρου και ηλεκτρομυογράφημα. Ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Μέση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  16. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του η νευρολογική εξέταση του Ενάγοντα είναι φυσιολογική με παρουσία τενόντιων αντανακλαστικών του δεξιού δικεφάλου και τρικεφάλου μυός. Η δε εξέταση αγωγιμότητας του μέσου νεύρου που έγινε στον Ενάγοντα ήταν φυσιολογική. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα παράπονα του Ενάγοντα για μούδιασμα στον αγκώνα δεν αποτελούν νευρολογικό πρόβλημα. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου (ΜΥ2), ιδιώτης χειρούργος ορθοπεδικός-τραυματιολόγος, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι αφού εξέτασε τον Ενάγοντα στις 25.04.13 ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 28.05.13, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Όπως σημειώνεται στο έγγραφο, η κλινική εξέταση του Ενάγοντα που πραγματοποιήθηκε από τον εν λόγω ιατρό έδειξε τα εξής ευρήματα: (α) πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή μήκους 20 εκ. στο κάτω μέρος του δεξιού βραχίονα, (β) πλήρως επουλωμένη τραυματική ουλή μήκους 12 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του άνω μέρους του δεξιού αντιβραχίου, (γ) η κάμψη του αγκώνα παρουσιάζει φυσιολογικό εύρος, (δ) η έκταση του αγκώνα παρουσιάζει μείωση της τάξης των 20-25 μοιρών, (ε) οι στροφικές κινήσεις του αντιβραχίου είναι φυσιολογικές, (στ) φυσιολογική κινητικότητα του δεξιού καρπού και δακτύλων του δεξιού χεριού και (ζ) φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος του μέλους. Ο εν λόγω ιατρός μελετώντας το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα καθώς και τις ακτινολογικές που του προσκομίστηκαν σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση που έκανε στον Ενάγοντα, κατέληξε στα πιο κάτω ιατρικά συμπεράσματα:

(1)ο Ενάγοντας υπέστη κάταγμα του κάτω μέρους της διάφυσης του δεξιού βραχιονίου οστού και του έσω βραχιονίου κονδύλου,
(2)ο Ενάγοντας υπέστη θλαστικό τραύμα στο δεξί αντιβράχιο,
(3)η αρχική θεραπεία συνίστατο σε καθαρισμό του θλαστικού τραύματος και συρραφή του, το δε άνω άκρο τοποθετήθηκε σε νάρθηκα,
(4)μία εβδομάδα αργότερα ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης,
(5)σε επόμενο στάδιο χορηγήθηκε στον Ενάγοντα φυσιοθεραπευτική αγωγή λόγω της αναμενόμενης δυσκαμψίας του δεξιού αγκώνα,
(6)ως αποτέλεσμα της φυσιοθεραπείας ήταν η ικανού βαθμού βελτίωση του εύρους κίνησης του αγκώνα,
(7)η σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα χαρακτηρίζεται από πλήρη επούλωση του οστικού τραυματισμού, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την ακτινολογική του εξέταση ημερομηνίας 10.05.11,
(8)παραμένει βαθμός δυσκαμψίας που αφορά μόνο την πλήρη έκταση του αγκώνα και είναι της τάξης 20-25 μοιρών,
(9)η δυσκαμψία στην έκταση του δεξιού αγκώνα δεν θα προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα στις καθημερινές δραστηριότητες του συνταξιούχου Ενάγοντα,
(10)δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της δυσκαμψίας στην έκταση του δεξιού αγκώνα,
(11)η σε μεταγενέστερο στάδιο μικρή επέμβαση αποσυμπίεσης του μέσου νεύρου δεν σχετίζεται με τον αναφερόμενο τραυματισμό, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τραυματισμός του δεξιού καρπού,
(12)περιοδικές ήπιας έντασης ενοχλήσεις συνάδουν με την μορφή του τραυματισμού που υπέστη και είναι αναμενόμενες. Επίσης στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας είπε ότι συμφωνεί απόλυτα με τη μορφή τραυματισμού που ο Ενάγοντας είχε καθώς και ότι συμφωνεί με την αναγκαιότητα και ορθότητα της θεραπείας που του έγινε. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, το κάταγμα της διάφυσης του βραχιονίου δεν είναι ενδοαρθρικό ενώ το κάταγμα του κονδύλου είχε γραμμοειδή προέκταση στην άρθρωση του αγκώνα. Σε κανένα από τα κατάγματα αυτά υπήρξε τραυματισμός νεύρων ή αγγείων. Ακόμη ο ιατρός αυτός θεωρεί ότι πρόκειται περί ελαφριάς μορφής δυσκαμψίας που επηρεάζει μόνο αθλητές και όχι τον Ενάγοντα. Είναι η θέση του εν λόγω ιατρού ότι ουσιαστικά πρόκειται για αναπηρία που δεν επηρεάζει τη λειτουργία του σώματος. Ο Δρ. Γεωργίου εκτιμά ότι ο Ενάγοντας θα μπορεί να ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία όχι επί καθημερινής οκτάωρης βάσης αλλά σαν μέρος μιας δραστηριότητας που επιθυμεί να εκτελέσει, ως συνταξιούχο άτομο που είναι της ηλικίας του. Κατά τον ιατρό αυτό το αποτέλεσμα της θεραπείας ήταν πλήρως ικανοποιητικό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο Ενάγοντας θα είναι σε θέση να χρησιμοποιεί χειροκίνητο κλαδευτήρι επειδή η χρήση του εργαλείου δεν θα γίνεται με το χέρι σε πλήρη ευθεία αλλά σε βαθμό κάμψης. Ωστόσο ο μάρτυρας δέχεται ότι το επίπεδο κόπωσης θα επέλθει σε κάποιο βαθμό νωρίτερα από ότι φυσιολογικά θα ερχόταν πριν το ατύχημα. Μία παρατεταμένη χειρωνακτική εργασία σε μορφή κλαδέματος ή μεταφορά σάκου λιπάσματος είναι δυνατό να επιφέρει μια παροδική ενόχληση. Μετά από πάροδο μιας περίπου ώρας διακοπής, ο Ενάγοντας θα μπορεί να επαναρχίσει την χειρωνακτική εργασία. Παράλληλα ο ΜΥ2 εκτιμά ότι δεν αναμένει μούδιασμα λόγω της χρήσης του χεριού αλλά δεν αποκλείει να υπάρξει περιοδικό μούδιασμα κυρίως σε αλλαγές του καιρού παροδικής φύσεως. Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ3), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του έδωσε την δική του εκδοχή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίμαχο δυστύχημα. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι στις 23.09.10 βρισκόταν στη θέση του οδηγό στο ημιφορτηγό μάρκας Mazda μοντέλο Titan με αριθμούς εγγραφής KHC 679 και ανάμενε ακινητοποιημένος στην έξοδο του γκαράζ που διατηρούσε στην οδό Χαρίλαου Τρικούπη στην Πάφο για να εισέλθει εντός της οδού εκείνης επειδή τα οχήματα που κινούνταν προς τα δεξιά του χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα κατεύθυνσης σχημάτιζαν ουρά λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης, όταν ένα όχημα που ερχόταν από τα δεξιά δημιούργησε απόσταση από το προπορευόμενο όχημα επιτρέποντας του να εισέλθει στο δρόμο. Όπως ο Εναγόμενος 1 εξήγησε, το όχημα του προχωρούσε με πάρα πολύ αργό ρυθμό, η δε ορατότητα που ο ίδιος είχε προς τα αριστερά του ήταν γύρω στο 1,5 μέτρα περίπου επειδή προς τα αριστερά του οχήματος του η εν λόγω οδός παρουσιάζει στροφή προς τα δεξιά αλλά και επειδή το όχημα που προπορευόταν αυτού που του επέτρεψε να εισέλθει στην οδό ήταν ένα ψηλό διπλοκάμπινο (Pick Up). Ακριβώς τη στιγμή που το όχημα του Εναγομένου 1 επιχειρούσε να στρίψει δεξιά το όχημα του Ενάγοντα ερχόταν από τα αριστερά του και σχεδόν εφαπτόταν στο κέντρο της οδού με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν ξαφνικά, αναπάντεχα και 'ξυστά'. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγοντας δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια να αποφύγει τη σύγκρουση, ούτε ελάττωσε ταχύτητα και ούτε χρησιμοποίησε τα φρένα του αλλά συνέχισε την πορεία του για ακόμη 20 μέτρα περίπου προτού σταματήσει. Όταν ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε το όχημα του διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας είχε τραυματιστεί στο δεξί χέρι και αιμορραγούσε. Κατά τον Εναγόμενο 1, με τον τρόπο που τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του Εναγομένου 1 δεν μπορούσε να εισχωρήσει στο όχημα του Ενάγοντα. Είναι γι' αυτό που μετά την εν λόγω σύγκρουση το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του Εναγομένου 1 διπλώθηκε προς το γυαλί του ανεμοθώρακα του οχήματος του. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε ότι ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα όταν εισήλθε στη δική του λωρίδα κατεύθυνσης κατά 30 εκατοστά περίπου αλλά τον είδε απότομα επειδή δεν είχε καθόλου καλή ορατότητα. Λόγω της φύσεως του δρόμου τη στιγμή που το όχημα του Εναγομένου 1 εισερχόταν αργά-αργά στο δρόμο το μπροστινό μέρος του οχήματος του Ενάγοντα περνούσε, ο Εναγόμενος 1 δεν πρόλαβε να φρενάρει και αφού τα δύο οχήματα βρίσκονταν σε κίνηση συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Όπως ο Εναγόμενος 1 εξήγησε, το όχημα του συγκρούστηκε 'ξυστά' με το όχημα του Ενάγοντα στο σημείο 'χ' του σχεδιαγράμματος με το όχημα όμως του Ενάγοντα να διανύει απόσταση 15-20 μέτρων περίπου προτού ακινητοποιηθεί. Υπέδειξε ως τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα εκεί που αναγράφεται ο αριθμός 6,90 μέτρα στο εν λόγω σχεδιάγραμμα. Ακόμη διαφώνησε με την πορεία του οχήματος του, όπως αυτή απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα, λέγοντας πως αυτή θα έπρεπε να δείχνεται προς τα δεξιά ενόψει του ότι η είσοδος-έξοδος από το συνεργείο θα έπρεπε να απεικονίζεται διαγώνια και όχι οριζόντια. Περιγράφοντας τις ζημιές στα οχήματα ο Εναγόμενος 1 δήλωσε πως το δικό του όχημα υπέστηκε ζημιές στον αριστερό καθρέφτη, το γυαλί του οποίου έπεσε ενώ η βάση γύρισε προς τα μέσα. Το δε όχημα του Ενάγοντα υπέστη ζημιές λιγότερο στο φτερό και στην πισινή πόρτα στην πλευρά του οδηγού και περισσότερο στην πόρτα του οδηγού. Υπολογίζει ότι το πάχος της βάσης είναι μία ίντζα και το μήκος του σιδήρου του αριστερού καθρέφτη 25-30 εκ. περίπου. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε ότι ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στο δεξί του χέρι συνεπεία του επίμαχου δυστυχήματος. Στη συνέχεια προσήλθε για να καταθέσει ο Χρυσόστομος Χρυσοστόμου (ΜΥ4) που εργάζεται στη ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα ως εκτιμητής ζημιών σε οχήματα που εμπλέκονται σε δυστυχήματα, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι βάσει εννέα φωτογραφιών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12
(1)μέχρι
(9)διαπιστώθηκε ότι τα ενεχόμενα οχήματα συγκρούστηκαν 'ξυστά', εννοώντας ότι μεταξύ τους υπήρξε τρίψιμο. Όπως είπε οι φωτογραφίες λήφθηκαν κατά την επιθεώρηση για επιδιόρθωση του οχήματος του Εναγομένου 1 και συγκεκριμένα λίγο πριν τις 23.09.
  1. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε μετρήσεις μέσα από τις οποίες διαπίστωσε ότι το ύψος του αριστερού καθρέφτη στο όχημα του Εναγομένου 1 είναι 110 εκ. Η μάρκα και ο τύπος του οχήματος, ιδίου με αυτού που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 απεικονίζεται σε φωτογραφία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Η δε απόσταση του καθρέφτη από το όχημα του Εναγομένου 1 είναι 30 εκ. Το ίδιο ύψος 110 εκ. διαπίστωσε να έχει και ο τύπος και μάρκα οχήματος, όπως αυτά του οχήματος του Ενάγοντα. Υποδεικνύοντας μία μαύρη γραμμή δίπλα στο καθρεφτάκι του οχήματος που απεικονίζεται στη φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου 12, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι αυτή δείχνει το σημείο σύγκρουσης που είχε ο καθρέφτης του οχήματος του Εναγομένου 1, απορρίπτοντας έτσι την πιθανολόγηση του Ενάγοντα ότι το χέρι του στο δυστύχημα τραυματίστηκε από την εισχώρηση του καθρέφτη του οχήματος του Εναγομένου 1 στο δικό του όχημα από το ανοικτό παράθυρο του οδηγού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μετρήσεις έγιναν όχι αυτούσια στο όχημα του Εναγομένου 1 αλλά σε ιδίου τύπου, μάρκα και μοντέλο. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα πρώτη επαφή στο όχημα του Ενάγοντα ήταν στο 'φτερό' της δεξιάς μπροστινής πλευράς του. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης που κατέθεσε ήταν ο Γεώργιος Τζιρκαλλής (ΜΥ5), μηχανολόγος εκτιμητής ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.10.16 του ανατέθηκε να υπολογίσει πόσα μέτρα το όχημα του Ενάγοντα θα κάλυπτε προτού σταματήσει εντελώς από τη στιγμή που θα αποφάσιζε να φρενάρει για να το ακινητοποιήσει εντελώς αν το εν λόγω όχημα πριν από τη σύγκρουση κινείτο με ταχύτητα 15-20 χιλιόμετρα ανά ώρα. Προς τούτο ετοίμασε έκθεση ημερομηνίας 17.10.16, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, το ουσιαστικότερο μέρος της οποίας είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, με βάση το αποδεκτό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, η συνολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα εντελώς είναι το άθροισμα της απόστασης σκέψεως και της απόστασης τροχοπέδησης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που είναι παραδεκτοί από τον Ενάγοντα, για ένα όχημα που κινείται με 15 χιλιόμετρα ανά ώρα η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει εντελώς είναι 7,53 μέτρα, με 16 χιλιόμετρα ανά ώρα είναι 8,10 μέτρα, με 17 χιλιόμετρα ανά ώρα είναι 8,70 μέτρα, με 18 χιλιόμετρα ανά ώρα είναι 9,32 μέτρα, με 19 χιλιόμετρα ανά ώρα είναι 9,95 μέτρα ενώ με 20 χιλιόμετρα ανά ώρα είναι 10,59 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ5 συμφώνησε με τη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η απόσταση των 7,53 μέτρων που απαιτείται για να σταματήσει εντελώς ένα όχημα που κινείται με 15 χιλιόμετρα ανά ώρα υπολογίζεται από τη στιγμή που ο οδηγός αντιληφθεί τον κίνδυνο. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ευσεβάστως εισηγήθηκε την αποδοχή της εκδοχής του πελάτη της κρίνοντας αξιόπιστη την μαρτυρία των μαρτύρων της απαίτησης. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο οι αναφορές του Ενάγοντα και των μαρτύρων του είτε υποστηρίζονται από παραδεκτά γεγονότα είτε δεν αμφισβητήθηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης είτε ταυτίζονται με τις θέσεις αυτών. Όπως η κυρία Φλωράκη εξήγησε μέσα από την εμπεριστατωμένη αγόρευση της, ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται αποκλειστικά για την πρόκληση του δυστυχήματος. Με παραπομπή σε νομολογία η συνήγορος του Ενάγοντα επισήμανε ότι ο πελάτης της, ο οποίος ήταν εκείνος που οδηγούσε στον κύριο δρόμο σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1 που επιχείρησε να εισέλθει σ' αυτόν από πάροδο, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για αποφυγή του δυστυχήματος επειδή δεν είχε τέτοια δυνατότητα υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε. Σχολιάζοντας τους μάρτυρες υπεράσπισης, η κυρία Φλωράκη υπέδειξε ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής ενώ ο ΜΥ3 ήλθε με μοναδικό σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του Ενάγοντα και να δέσει με επιστημονική μαρτυρία εκ των υστέρων και μη δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγομένου 1 περί 'ξυστής' σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων. Σχετικά με την μαρτυρία του ΜΥ2, είναι η θέση της κυρίας Φλωράκη ότι το μεγαλύτερο μέρος της ταυτίζεται με την ιατρική μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα αλλά κάποια σημεία της που άπτονται τυχόν επιπτώσεων στην καθημερινότητα της ζωής του λόγω των τραυμάτων που υπέστηκε, στερούνται λογικής. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του Εναγομένου αυτή, κατά τη γνώμη της εν λόγω συνηγόρου, πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη επειδή μέσα από αυτή προβάλλεται ο εκ των υστέρων και μη δικογραφημένος ισχυρισμός περί 'ξυστής' σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων, μέρος της είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα ενώ σημαντικά σημεία της βρίσκονται σε αντίφαση με το περιεχόμενο γραπτής κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία δύο ημέρες μετά το δυστύχημα. Καθοδηγούμενη από νομολογία που θεωρεί ότι βοηθά την υπόθεση του πελάτη της και παραθέτει στο δικαστήριο, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε την επιδίκαση υπέρ του Ενάγοντα ειδικών αποζημιώσεων €4.511,44 και γενικών αποζημιώσεων €50.000 πλέον νόμιμο τόκο επί των ποσών αυτών από 12.04.11 μέχρι εξόφλησης. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου 1, ο οποίος υποστήριξε ότι η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης των οχημάτων είναι η έλλειψη παρατηρητικότητας και εγρήγορσης του Ενάγοντα καθώς και η παράλειψη του τελευταίου να ελαττώσει ταχύτητα ή να σταματήσει εντελώς ή να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης παρά το ότι είχε ορατότητα. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου μέσα από την επίσης λεπτομερή αγόρευση του ότι ο βαθμός συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα ανέρχεται στα 100%. Περαιτέρω ο κύριος Νικολάου ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται στην ανάκτηση του κονδυλιού των €825 που αφορά την υποβολή του σε φυσιοθεραπεία επειδή κανένα τιμολόγιο και ουδεμία απόδειξης πληρωμής κατατέθηκε στο Δικαστήριο που να φανερώνει χρέωση και/ή πληρωμή είτε ολόκληρου είτε μέρους του αξιούμενου ποσού. Με βάση το σκεπτικό αυτό και με παραπομπή σε νομολογία ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε είναι παραδεκτά είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
(1)Το επίδικο δυστύχημα συνέβηκε στις 23.09.10 και ώρα 18:20 στην οδό Χαριλάου Τρικούπη στην Πάφο της επαρχίας Πάφου (παραδεκτό γεγονός).
(2)Στο επίδικο δυστύχημα έχουν εμπλακεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής KTJ 403 ιδιοκτησίας του Ενάγοντα και με οδηγό τη στιγμή της σύγκρουσης τον ίδιο καθώς και το όχημα με αριθμούς εγγραφής KHC 679 ιδιοκτησίας άλλου προσώπου αλλά με οδηγό τον Εναγόμενο 1 τη στιγμή της σύγκρουσης (παραδεκτό γεγονός).
(3)Κατά το χρόνο της σύγκρουσης το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με κατεύθυνση το κέντρο της Πάφου ενώ το όχημα του Εναγομένου 1 βρισκόταν στην είσοδο-έξοδο του συνεργείου του τελευταίου στην οδό Χαρίλαου Τρικούπη στην πλευρά που κινούνταν οχήματα αντίθετης κατεύθυνσης από αυτής του οχήματος του Ενάγοντα, προσπαθώντας να εισέλθει εντός της εν λόγω οδού και να ακολουθήσει πορεία ίδια με αυτή του οχήματος του Ενάγοντα.
(4)Στο σημείο σύγκρουσης ο δρόμος είχε στροφή προς τα δεξιά.
(5)Ο Εναγόμενος 1 ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα όταν εισήλθε στη δική του λωρίδα κατεύθυνσης.
(6)Ο Ενάγοντας δεν αντέδρασε και συνεπώς δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση και κατ' επέκταση να αποτρέψει το ατύχημα.
(7)Συνεπεία του επίμαχου δυστυχήματος ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στο δεξί του χέρι, στο οποίο παρουσιάστηκε αιμορραγία.
(8)Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη κάταγμα του κάτω μέρους της διάφυσης του δεξιού βραχιονίου οστού, κάταγμα του έσω βραχιονίου κονδύλου καθώς επίσης θλαστικό τραύμα στο δεξί αντιβράχιο.
(9)Η αρχική θεραπεία συνίστατο σε καθαρισμό του θλαστικού τραύματος και συρραφή του, το δε άνω άκρο τοποθετήθηκε σε νάρθηκα.
(10)Μία εβδομάδα αργότερα ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης των οστών που υπέστηκαν κάταγμα.
(11)Ακολούθως χορηγήθηκε στον Ενάγοντα φυσιοθεραπευτική αγωγή λόγω της αναμενόμενης δυσκαμψίας του δεξιού αγκώνα.
(12)Σήμερα παραμένει βαθμός δυσκαμψίας που αφορά μόνο την πλήρη έκταση του αγκώνα και είναι της τάξης 20-25 μοιρών.
(13)Δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της δυσκαμψίας στην έκταση του δεξιού αγκώνα.
(14)Επί πλήρους ευθύνης του Εναγομένου 1 ο Ενάγοντας υπέστηκε τις πιο κάτω ζημιές (παραδεκτό γεγονός): α) Έξοδα νοσηλείας στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από 23.09.10 μέχρι 05.10.10 [σημείο (α) της παραγράφου 17 της έκθεσης απαίτησης] - €123,60 β) Έξοδα ιατρικού πιστοποιητικού ημερ. 28.06.11 από Γενικό Νοσοκομείο Πάφου [σημείο (β) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτηση] - €47,84 γ) Έξοδα νευρολόγου Δρ. Μιχάλη Μιχαήλ για νευροφυσιολογικό έλεγχο δεξιού άνω άκρου στις 22.02.11 [σημείο (γ) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτηση] - €100 δ) Έξοδα αστυνομικής έκθεσης [σημείο (ε) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτηση] - €85 ε) Έξοδα εκτιμητή αυτοκινήτων κου Χρ. Σωφρονίου [σημείο (η) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτησης] - €180
(15)Επί πλήρους ευθύνης του Εναγομένου 1 το όχημα του Ενάγοντα υπέστηκε ζημιές συνολικού ύψους €3.000 [σημεία (στ) και (ζ) της παραγράφου 17 στην έκθεση απαίτησης που περιορίζονται] (παραδεκτό γεγονός). Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο είναι τα εξής:
(1)Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η σύγκρουση των ενεχομένων οχημάτων.
(2)Με γνώμονα ότι ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος υπό την έννοια ότι αναγνώρισε πως ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα όταν εισήλθε στη δική του λωρίδα κατεύθυνσης, κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια και τυχόν σε ποιο βαθμό στην πρόκληση του δυστυχήματος υπό την έννοια εάν είχε τη δυνατότητα να λάβει μέτρα για να αποτρέψει / αποφύγει την σύγκρουση των οχημάτων.
(3)Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση ποσού €825 που αφορά ισχυριζόμενο κόστος φυσιοθεραπείας καθώς και ποσού €150 ως έξοδα κατάθεσης του φυσιοθεραπευτή Φίλιππου Μαρμαρά (ΜΕ3) στο Δικαστήριο.
(4)Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων και ποιο το ύψος τυχόν τέτοιου ποσού αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ο Ενάγοντας (ΜΕ1) δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε αυθόρμητα, με ευθύτητα και σαφήνεια, χωρίς τάση υπερβολής. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν μου έδωσε την εικόνα ότι κατασκεύαζε τις αναφορές του αλλά ότι το περιεχόμενο αυτών ήταν ειλικρινές εξιστορώντας γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Θα έλεγα ότι η μαρτυρία του ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επήλθε η επίμαχη σύγκρουση των οχημάτων ήταν διαφωτιστική. Συνάμα η μαρτυρία του ήταν σταθερή και συνεπής, απαλλαγμένη από ταλαντεύσεις και ουσιώδεις αντιφάσεις. Την ίδια στιγμή ταυτίζεται με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του που έδωσε στην αστυνομία ένα μήνα μετά περίπου όταν το δυστύχημα τελούσε υπό διερεύνηση και τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά στη μνήμη του (Τεκμήριο 8Α). Θεωρώ ότι πρόκειται για φιλαλήθη άτομο. Αρκετή από την μαρτυρία του ασπάζεται η πλευρά του Εναγομένου
  1. Άλλο δε μέρος της υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία, ένα κομμάτι της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγομένου 1, ένα μέρος της επαληθεύεται από παραδεκτά γεγονότα και άλλο κομμάτι της φαίνεται λογικοφανή και σε συνδυασμό με την απουσία περί του αντιθέτου μαρτυρίας δεν έχω λόγο να μην την αποδεχτώ. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8Α ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Θα ασχοληθώ τώρα με τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας του Ενάγοντα που αναφέρεται σε γεγονότα που σχετίζονται με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο δυστύχημα, τα οποία γίνονται αποδεκτά και συνάμα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα οι πιο κάτω αναφορές του Ενάγοντα αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων: - Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KTJ 403 στην οδό Χαριλάου Τρικούπη στην Πάφο με κατεύθυνση στο κέντρο της πόλης ερχόμενος από τη Χλώρακα. - Η συγκεκριμένη οδός είναι δρόμος δύο λωρίδων κυκλοφορίας (διπλής κατεύθυνσης) και σε απόσταση 50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων, αντίθετα από την πορεία κίνησης του οχήματος του Ενάγοντα, υπάρχουν φώτα τροχαίας, τα οποία σηματοδοτούν τη διασταύρωση των οδών Τρικούπη και Ακαμαντίδος. - Σε απόσταση 20-25 μέτρα από τα φώτα τροχαίας προς το σημείο σύγκρουσης, ο δρόμος μετατρέπεται σε δεξιόστροφη καμπύλη και συνεχίζει έτσι για 20-25 μέτρα όπου και γίνεται ευθεία 4-5 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης. - Ο δρόμος δεν είναι ούτε ανηφορικός ούτε κατηφορικός. - Τη δεδομένη στιγμή της σύγκρουσης υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση επειδή ήταν ώρα αιχμής και γι' αυτό στο αντίθετο, με την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα, ρεύμα κυκλοφορίας τα οχήματα ήταν ακινητοποιημένα αναμένοντας να ανάψει το πράσινο φανάρι της διασταύρωσης των οδών Τρικούπη και Ακαμαντίδος. - Το όχημα που ο Ενάγοντας οδηγούσε την ημέρα του δυστυχήματος δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη. Από την άλλη δεν μπορώ να δεχτώ την αναφορά του Ενάγοντα ως προς το ύψος της ταχύτητας με την οποίαν ισχυρίζεται ότι κινείτο το όχημα του. Δεν υπάρχει τέτοια πραγματική μαρτυρία που θα οδηγούσε με ασφάλεια σ' ένα τέτοιο λογικό εύρημα. Η απουσία θετικής μαρτυρίας είναι τέτοια που ούτε καν δικαιολογεί χαρακτηρισμό 'χαμηλής' ή 'μη χαμηλής ταχύτητας'. Ούτε υπάρχουν τα στοιχεία εκείνα που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Τυχόν αποδοχή της θέσης του Ενάγοντα με την οποία πιθανολογείται το ύψος της ταχύτητας που κινείτο το όχημα του κατά το χρόνο του δυστυχήματος, έστω αν δεν σχολιάστηκε από την αντίδικη πλευρά, θα ισοδυναμούσε με εκδήλωση συμπεριφοράς εμπειρογνώμονα από μέρους του δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο (Χ'' Αδάμου και άλλος v. Παναγή και άλλος, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 334/2011 και 396/2011 ημερ. 10.01.17 και Χρίστου v. Χρίστου και άλλος, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10 ημερ. 07.07.15). Την ίδια στιγμή αποδέχομαι ότι κατά το χρόνο που ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του στην επίμαχη οδό και μέχρι τη σύγκρουση του με το όχημα του Εναγομένου ο ίδιος (Ενάγοντας) φορούσε ζώνη ασφαλείας αφού η θέση αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η αναφορά του Ενάγοντα ότι μπροστά δεν κινείτο άλλο όχημα σε κοντινή απόσταση αλλά προπορευόμενο όχημα υπήρχε στο βάθος της οδού. Περαιτέρω δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι ο Ενάγοντας κρατούσε το όχημα με τα δύο του χέρια κοιτάζοντας πρωτίστως μπροστά και λιγότερο στα δεξιά και αριστερά του αφού ουδεμία άλλη μαρτυρία που να την αντικρούει τέθηκε ενώπιον μου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση που υποβλήθηκε από τον συνήγορο του Εναγομένου 1 ότι τη στιγμή της σύγκρουσης ο Ενάγοντας οδηγούσε με το αριστερό χέρι ενώ το δεξί ήταν σε τέτοια στάση ώστε ο αγκώνας να προεκτείνεται εκτός του ανοικτού παραθύρου της πόρτας του οδηγού, παρέμεινε μετέωρη αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την υποστηρίξει. Η απουσία πραγματικού υποβάθρου καθιστά την προσπάθεια αυτή της πλευράς του Εναγομένου 1 κενού περιεχομένου. Εν πάση περιπτώσει αυτό που παραμένει και έχει σημασία σχετικά με το θέμα αυτό είναι η παραδοχή του Εναγομένου 1 ότι συνεπεία του επίμαχου δυστυχήματος ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στο δεξί του χέρι, στο οποίο παρουσιάστηκε αιμορραγία. Αυτή η αναγνώριση του Εναγομένου 1 περιορίζεται στο να καταστήσει το γεγονός της σύγκρουσης των οχημάτων των διαδίκων ως την αιτία τραυματισμού του Ενάγοντα στο χέρι και τίποτα περισσότερο, χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο για κατάληξη σε άλλα ευρήματα ή για την εξαγωγή άλλων συμπερασμάτων. Επιπλέον δέχομαι την αναφορά του Ενάγοντα ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του στο ύψος του σημείου 'εισόδου-εξόδου' στο συνεργείο του Εναγομένου 1 στην επίμαχη οδό εμφανίστηκε το όχημα του Εναγομένου 1 από τα δεξιά του χωρίς να το αντιληφθεί. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους δίχως ο Ενάγοντας να αντιδράσει και να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του. Πρόκειται για γεγονότα που εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και σε συνδυασμό με την απουσία περί του αντιθέτου μαρτυρίας, δεν έχω λόγο να μην τα αποδεχτώ. Επιπροσθέτως η αναφορά του Εναγομένου ότι από τη σύγκρουση το όχημα του κτυπήθηκε στην μπροστινή και πισινή πόρτα της δεξιάς πλευρά του γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο επειδή υποστηρίζεται από την αστυνομική έκθεση (μέρος του Τεκμηρίου 1), το περιεχόμενο της οποίας κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης της αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Εξάλλου το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο. Ο ΜΕ2 ήταν ο αστυνομικός που διερεύνησε το δυστύχημα. Μέσα από τις έρευνες που έκανε ετοίμασε τη αστυνομική έκθεση και εκπόνησε το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, τα οποία έγγραφα αποτελούν το Τεκμήριο
  2. Η αστυνομική έκθεση είναι προϊόν δικής του έρευνας, τόσο μέσα από επί τόπου ελέγχους όσο και από άλλες ενέργειες. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω το περιεχόμενο της που άπτεται στην καταγραφή γεγονότων και στοιχείων των ενεχομένων οχημάτων καθώς και στα ευρήματα στα οποία καταλήγει, το οποίο και αποδέχομαι. Ωστόσο ουδεμία βαρύτητα αποδίδεται στα προσωπικά συμπεράσματα του εν λόγω μάρτυρα περί απόδοσης ευθυνών, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση γεγονότων της εν λόγω αστυνομικής έκθεσης. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν σχετικά με το Τεκμήριο 7 που είναι η συνοπτική έκθεση του εν λόγω αστυφύλακα. Σε ότι αφορά το άνευ κλίμακας σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1, παρόλο ότι η χρησιμότητα που έχει αλλά και η βοήθεια που μπορεί κάποιος να αντλήσει από αυτό είναι περιορισμένη εντούτοις δεν θα υποστήριζα ότι έχει μηδενική αξία. Η παραδοχή του μάρτυρα αλλά και των διαδίκων ότι ο δρόμος σχεδόν από το σημείο σύγκρουσης και σε απόσταση 25 μέτρα προς τα φώτα τροχαίας, τα οποία υπάρχουν σε απόσταση 50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης προς την αντίθετη κατεύθυνση που κινείτο το όχημα του Ενάγοντα, παρουσιάζει στροφή στα δεξιά, κάτι που δεν απεικονίζεται στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, καθώς και η αδυναμία παρουσίασης στο σχεδιάγραμμα της τελικής θέσης των ενεχομένων οχημάτων μετά τη σύγκρουση τους επειδή αυτά είχαν μετακινηθεί όταν ο μάρτυρας μετέβηκε στη σκηνή, όντως μειώνουν τη δυνατότητα διαφώτισης επί της συνολικής εικόνας της κατάστασης μέσω του εγγράφου αυτού αλλά σε καμία περίπτωση ακυρώνουν τη σημασία που αυτό έχει (Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Δεν βλέπω πως επηρεάζεται η ορθότητα και ακρίβεια των μετρήσεων που ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε και κατέγραψε επί του σχεδιαγράμματος αφού αυτές πραγματοποιήθηκαν επί τόπου στη βάση σταθερού σημείου που επίσης επιλέγηκε επί τόπου, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία που καταγράφονται στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, για τα οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση από οποιονδήποτε διάδικο. Σε ότι αφορά το σημείο σύγκρουσης που απεικονίζεται με 'χ', αν και υποδείχτηκε από τον Εναγόμενο 1 που παρέμεινε στη σκηνή όταν μετέβηκε ο εν λόγω μάρτυρας, ο Ενάγοντας το αποδέχτηκε ως ορθό τόσο μέσα από τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ένα μήνα μετά το δυστύχημα αυτό (Τεκμήριο 8Α) όσο και μεταγενέστερα μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την κοινή αυτή θέση των διαδίκων. Με γνώμονα το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι τα Τεκμήρια 1 και 7, έχοντας πάντοτε στο μυαλό μου τις προαναφερόμενες ατέλειες του σχεδιαγράμματος που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  1. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα περιστρέφεται γύρω από τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε, επιθεωρήσεις οχημάτων, στις προσωπικές διαπιστώσεις του και στα ευρήματα που αυτός κατέληξε. Στη βάση αυτών την αποδέχομαι. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία του ΜΕ2 επιβεβαιώνει την μαρτυρία του Ενάγοντα. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΕ2 σημειώνονται τα εξής, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: · Ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε επιτόπιες μετρήσεις χρησιμοποιώντας ως σταθερό σημείο ένα ηλεκτρικό πάσσαλο της Α.Η.Κ. που καταγράφει στο σχεδιάγραμμα με το σημείο 'Ο'. · Στην επίμαχη οδό δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή. · Το πλάτος της οδού (απόσταση μεταξύ της αρχής των δύο άκρων των πεζοδρομίων) είναι 6,90 μέτρα. · Το πλάτος του πεζοδρομίου στην αριστερή πλευρά του δρόμου είναι 1,30 μέτρα και στη δεξιά 1,70 μέτρα. · Το σημείο σύγκρουσης 'χ' απέχει 2 μέτρα από την προέκταση της άκρης του πεζοδρομίου στην αριστερή πλευρά του δρόμου. · Η σύγκρουση των οχημάτων επήλθε πλησίον της εισόδου σε ανώνυμη πάροδο, της οποίας το πλάτος είναι 6,80 μέτρα. · Στην επίμαχη οδό υπήρχε φως, η κατάσταση του δρόμου ήταν ξηρή ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. · Σχεδόν απέναντι της ανώνυμης παρόδου και στη δεξιά πλευρά της επίμαχης οδού υπάρχει σημείο εισόδου-εξόδου στο συνεργείο του Εναγομένου 1, το πλάτος του οποίου ανοίγματος είναι 4 μέτρα. · Τα ενεχόμενα οχήματα υπέστηκαν τις ακόλουθες ζημιές: Όχημα με αριθμούς εγγραφής KJT 403 που οδηγείτο από τον Ενάγοντα - στις δύο δεξιές πόρτες Όχημα με αριθμούς εγγραφής KHC 679 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1 - αριστερή μπροστινή γωνία · Το πλάτος οχήματος με αριθμούς εγγραφής KJT 403 είναι 1,70 μέτρα. · Το γυαλί της πόρτας του οδηγού του οχήματος του Ενάγοντα ήταν ανοικτό. · Δεν διαπιστώθηκαν ζημιές στους καθρέφτες του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KHC
  2. · Δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. · Από τα φώτα τροχαίας μέχρι το σημείο που ο δρόμος αρχίζει να καμπυλώνεται δεξιόστροφα το πεδίο ορατότητας είναι 25 μέτρα περίπου. · Από το σημείο που ο δρόμος αρχίζει να καμπυλώνεται δεξιόστροφα μέχρι το σημείο σύγκρουσης το πεδίο ορατότητας είναι 25-28 μέτρα περίπου. · Εκτός από τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση του οχήματος του Ενάγοντα δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που να εμποδίζει κάποιον να αντιληφθεί όχημα που επιθυμούσε να εισέλθει στην επίμαχη οδό από το σημείο 'είσοδο-έξοδο' του συνεργείου του Εναγομένου
  3. Από τα πιο πάνω δεδομένα σαφώς προκύπτει ότι κατά τη σύγκρουση ουδείς από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων χρησιμοποίησε φρένα. Επίσης με γνώμονα ότι το πλάτος της επίμαχης οδού που είναι διπλής κατεύθυνσης και δεν έχει διαχωριστική γραμμή είναι 6,90 μέτρα, το πλάτος κάθε λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου είναι 3,45 μέτρα (το ήμισυ του συνολικού). Επομένως το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποίαν κινείτο το όχημα του Ενάγοντα κατά το χρόνο της σύγκρουσης είναι 3,45 μέτρα. Αν ληφθεί υπόψη το πλάτος του οχήματος του Ενάγοντας που είναι 1,70 μέτρα καθώς και το ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει 2 μέτρα από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου στην οποία σύγκρουση δεν υπήρξε αντίδραση από τον Ενάγοντα, ο οποίος ούτε χρησιμοποίησε φρένα, προκύπτει ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Ενάγοντα βρισκόταν κατά 30 εκατοστά εγγύτερα προς το κέντρο του δρόμου αλλά ταυτόχρονα σε απόσταση 1,45 μέτρα από αυτό, πάντοτε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και συνάμα πορείας του. Επίσης προκύπτει ότι το ζήτημα του πεδίου της ορατότητας έχει την σπουδαιότητα του, όχι όμως στην περίπτωση που λόγω πυκνής τροχαίας τα οχήματα της αντίθετης λωρίδας κατεύθυνσης είναι σχεδόν ακινητοποιημένα σχηματίζοντας μεγάλη ουρά, όπως αμφότερα μέρη αναγνωρίζουν ότι ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ3) δημιούργησε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρόλο ότι συγκεκριμένο κομμάτι της μαρτυρίας του δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω, εντούτοις ένα ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με τα περιστατικά της σύγκρουσης συγκρούεται τόσο με πραγματική μαρτυρία όσο και με δικές του προηγούμενες δηλώσεις που είχαν γίνει δύο ημέρες μετά το δυστύχημα. Μέσα από την ένορκη μαρτυρία του είναι εμφανής η προσπάθεια του να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του Ενάγοντα. Τούτο παρατηρείται μέσα από διάφορες αναφορές του που παραμένουν εκτεθειμένες σε γεγονότα και δεδομένα που επαληθεύονται, καταδεικνύοντας έτσι ότι οι τοποθετήσεις αυτές του μάρτυρα, ορισμένες δε από αυτές αδικαιολόγητα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά ως θέσεις του Ενάγοντα, αποτελούν εκ των υστέρων εφευρήματα του. Τέτοιες τοποθετήσεις στερούνται μαρτυρικού υποβάθρου που θα τις τεκμηρίωναν και κατ' επέκταση θα τις καθιστούσαν πειστικές στο Δικαστήριο. Η έλλειψη στοιχείου αληθοφάνειας από τις αναφορές αυτές αναδύεται μέσα από την παρατηρούμενη τάση υπεκφυγής του Εναγομένου 1 να απαντήσει επί της ουσίας σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν όπου κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για το βάσιμο αυτών. Σαφώς η πτυχή της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 που δεν εμποδίζεται από του να μην γίνει δεκτή γίνεται αποδεκτή, ωστόσο η πτυχή της μαρτυρίας του που δεν τέθηκε κατά τρόπο αυθόρμητο και είναι εκτεθειμένη σε ακλόνητα γεγονότα και δεδομένα, δεν γίνεται αποδεκτή. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του Εναγομένου 1 αποδέχομαι τα εξής: - Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο Εναγόμενος 1 ανέμενε με το όχημα που εκείνη τη στιγμή οδηγούσε στο σημείο 'εισόδου-εξόδου' του συνεργείου του που βρίσκεται στην επίμαχη οδό με σκοπό να εισέλθει δεξιά εντός του εν λόγω δρόμου με σκοπό να κατευθυνθεί προς το κέντρο της πόλης, ήτοι στην ίδια πορεία που κινείτο το όχημα του Ενάγοντα. - Ο Εναγόμενος 1 ανέμενε στο πιο πάνω σημείο επειδή τα οχήματα που κινούνταν από τα δεξιά του και χρησιμοποιούσαν την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τη Χλώρακα σχημάτιζαν ουρά λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης. - Όχημα που ερχόταν από δεξιά δημιούργησε χώρο ώστε το όχημα του Εναγομένου 1 να κινηθεί μεταξύ του οχήματος που του έδωσε προτεραιότητα και του προπορευόμενου του οχήματος. - Η ορατότητα που είχε προς τα αριστερά του ήταν περιορισμένη (γύρω στο 1,5 μέτρο) επειδή ο δρόμος στο σημείο που βρισκόταν ήταν δεξιόστροφα καμπυλωτός καθώς επίσης επειδή το όχημα που προπορευόταν του οχήματος που του έδωσε προτεραιότητα ήταν ένα ψηλό διπλοκάμπινο. - Προχωρώντας με αργό ρυθμό εισήλθε στην επίμαχη οδό με σκοπό να στρίψει δεξιά. - Ο Εναγόμενος 1 δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του. Αντίθετα δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγομένου 1 ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του είχε ήδη εισέλθει περίπου ένα πόδι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πρόκειται για μία θέση που δεν υποστηρίζεται από το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων, το οποίο σημειώνεται με 'χ' στο σχεδιάγραμμα της σκηνής και έχει αναγνωριστεί από τον ίδιο τον Εναγόμενο
  4. Έχοντας υπόψη ως αδιαμφισβήτητα δεδομένα το σημείο σύγκρουσης και ότι αυτό απείχε 2 μέτρα από την προέκταση της άκρης του πεζοδρομίου στην αριστερή πλευρά του δρόμου, διαπιστώνω ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Εναγομένου 1 είχε εισέλθει όχι 30 εκατοστά, όπως ισχυρίστηκε, αλλά 1,45 μέτρα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Τούτο αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου. Η απόσταση αυτή προκύπτει από την αφαίρεση 3,45 μέτρα που είναι το συνολικό πλάτος της αριστερή λωρίδας κυκλοφορίας και 2 μέτρα που το σημείο σύγκρουσης απέχει από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου. Παράλληλα, με βάση το σχεδιάγραμμα της σκηνής και τις καταγεγραμμένες μετρήσεις αυτού, διαπιστώνω ότι μέχρι το σημείο σύγκρουσης το όχημα του Εναγομένου διάνυσε απόσταση 8,90 μέτρα (ήτοι 1,70 μέτρα που είναι το πλάτος του δεξιού πεζοδρομίου πλέον 3,45 μέτρα που είναι το συνολικό πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας πλέον 1,45 μέτρα που είναι το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας στο οποίο είχε εισέλθει το όχημα του Εναγομένου 1). Αυτό επίσης αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 1 προέβαλε τη θέση ότι ο Ενάγοντας είχε καλύτερη ορατότητα από τον ίδιο. Δεν μπορώ να αποδεχτώ αυτή τη θέση. Ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε καμία εξήγηση που να τεκμηριώνει τον εν λόγω γενικό και αόριστο ισχυρισμό του. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού πως δικαιολογείται να λέγεται αυτό όταν τα οχήματα που βρίσκονταν στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα, στην οποία εισχώρησε το όχημα του Εναγομένου 1, ήταν σχεδόν ακινητοποιημένα σχηματίζοντας μεγάλη ουρά λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης, γεγονός που αναγνωρίζεται από τον Εναγόμενο
  5. Ακόμη πως δικαιολογείται τέτοιος ισχυρισμός όταν ο λόγος που προβάλλεται προκειμένου ο Εναγόμενος 1 να πείσει για την περιορισμένη ορατότητα που είχε εμφανίζεται να είναι κοινός με τον Ενάγοντα. Το εμπόδιο στην ορατότητα που ο Εναγόμενος 1 επικαλείται ότι αντιμετώπιζε λόγω του ψηλού οχήματος που προπορευόταν του οχήματος που του έδωσε προτεραιότητα να εισέλθει στην επίμαχη οδό επηρέαζε και τον Ενάγοντα που για τον ίδιο λόγο κάποιος θα έλεγε ότι κάλυπτε την παρουσία του οχήματος του Εναγομένου
  6. Περαιτέρω σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 τη στιγμή που το όχημα του επιχειρούσε να στρίψει δεξιά συγκρούστηκε 'ξυστά' με το όχημα του Ενάγοντα. Κατ' αρχήν το γεγονός αυτό δεν δικογραφείται μέσα από την έκθεση υπεράσπισης που ο εκτίθενται τα περιστατικά που περιβάλλουν τη σύγκρουση των οχημάτων. Αυτό από μόνο του οδηγεί σε απόρριψη της αναφοράς αυτής του Εναγομένου 1 αφού δείχνει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων εφεύρημα που έγινε για να βοηθήσει την εκδοχή του. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η εν λόγω τοποθέτηση έρχεται σε αντίθεση με πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6 που αμφότερα μέρη έχουν δηλώσει ότι αποδέχονται αυτά που απεικονίζονται σ' αυτές και αφορούν το όχημα του Ενάγοντα και οι οποίες ομιλούν από μόνες τους, κάθε άλλο φανερώνουν 'ξυστή' σύγκρουση οχημάτων. Σ' αυτές διακρίνονται βουλλώματα, κτυπημένες και ανώμαλες επιφάνειες στη μπροστινή και πισινή πόρτα της δεξιάς πλευράς του οχήματος του Ενάγοντα, πέραν βέβαια σημείων από όπου αφαιρέθηκε μπογιά. Αυτές είναι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του Ενάγοντα από την προηγηθείσα σύγκρουση του με το όχημα του Εναγομένου
  7. Το δε περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης περιγράφει ότι το όχημα του Ενάγοντα υπέστηκε ζημιές στις δύο δεξιές πόρτες ενώ για το όχημα που ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε αναφέρει υπέστηκε ζημιές στην αριστερή μπροστινή γωνία. Παράλληλα υπάρχει ο τραυματισμός του Ενάγοντα στο χέρι στο οποίο προκλήθηκε αιμορραγία, γεγονός που ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι προκλήθηκε συνεπεία του δυστυχήματος και ως αποτέλεσμα του οποίου ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου που επίσης αποδέχεται ο Εναγόμενος 1 όπου διαπιστώθηκαν δύο κατάγματα σ' αυτό, τα οποία η πλευρά του Ενάγοντα επίσης αποδέχεται. Όλα αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ενδεχόμενο 'ξυστής' σύγκρουσης. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι το όχημα του Ενάγοντα μετά τη σύγκρουση συνέχισε την πορεία του για ακόμη 20 μέτρα και αργότερα ακινητοποιήθηκε. Αυτή η αναφορά του στερείται του αναγκαίου μαρτυρικού υποβάθρου που θα τον τεκμηρίωνε. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που ο Εναγόμενος 1 δεν ανάφερε στον ΜΕ2 όταν ο τελευταίος διερευνούσε το δυστύχημα, παρόλο ότι ήταν αυτός που υπέδειξε στον εν λόγω αστυνομικό το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και καταγράφηκε στο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Ο Εναγόμενος 1, όχι μόνο δεν υπέδειξε τελικές θέσεις οχημάτων στον εν λόγω αστυνομικό εξεταστή του δυστυχήματος, αλλά συμφώνησε και αποδέχτηκε το σχεδιάγραμμα της σκηνής που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 1 που δεν περιέχει τελικές θέσεις των ενεχομένων οχημάτων. Στο ότι η τοποθέτηση αυτή του Εναγομένου 1 φαίνεται να είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα του συνηγορεί η μη καταγραφή τέτοιας αναφοράς στη γραπτή κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος δύο ημέρες μετά που αυτό συνέβηκε (Τεκμήριο 8Β). Ενώ τα γεγονότα ήταν τότε νωπά στη μνήμη του καμία τέτοια αναφορά γίνεται αλλά προωθείται 6 χρόνια μετά που αυτά δεν μπορούν να διατηρήσουν την ίδια ζωντανή θέση στη μνήμη του. Όταν ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε να τοποθετηθεί γι' αυτό, ο ίδιος απέφυγε να δώσει κάποια πειστική εξήγηση και προέβαλε μια φτωχή δικαιολογία. Μάλιστα ήταν στην αντεξέταση του όταν για πρώτη φορά υπέδειξε το σημείο που θεωρούσε ως τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα, πράγμα που καταδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων επινόηση του. Συνοψίζοντας στο θέμα αυτό μπορεί να λεχθεί με σιγουριά ότι ενώπιον μου ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να με οδηγεί με ασφάλεια σε εύρημα ως προς το που ήταν η τελική θέση των ενεχομένων οχημάτων μετά τη σύγκρουση και πόσο απόσταση απέχει από το σημείο 'χ' της σύγκρουσης. Παράλληλα σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι το σημείο σύγκρουσης 'χ' εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο ως οι τελικές θέσεις των ενεχομένων οχημάτων. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου 1 στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8Β που αποτελεί μέρος αυτής. Σε ότι αφορά τον ΜΥ4 είναι προφανές ότι χωρίς σεβασμό στην αλήθεια ήλθε με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του Ενάγοντα. Με σκεπτικό που έρχεται σε αντίθεση με πραγματική μαρτυρία και παράλληλα δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής, ο εν λόγω μάρτυρας καταλήγει σε αυθαίρετα συμπεράσματα που στερούνται επαρκούς δικαιολόγησης. Δεν θα μπορούσε ακόμη να αγνοηθεί μία ουσιώδης αντίφαση που άπτεται του πυρήνα της μαρτυρίας του. Ειδικότερα ενώ στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως η επίδικη σύγκρουση ήταν 'ξυστή' από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12
(1)-12
(9), στην αντεξέταση διαφοροποιήθηκε αρνούμενος ότι τέτοια διαπίστωση προέκυψε από τις φωτογραφίες αλλά ότι το συμπέρανε από επιθεώρηση που έκανε στο όχημα ιδίου με αυτού του Ενάγοντα, χωρίς όμως να εξηγεί τι ακριβώς επιθεώρησε από το όχημα, τι παρατήρησε και τι προσμέτρησε στην κρίση του προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα του. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι για την πιο πάνω υπαναχώρηση ουδεμία δικαιολογία δόθηκε. Επί της ουσίας της μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε μέσα από το Τεκμήριο 12
(7)μία μαύρη γραμμή δίπλα από το τζάμι της δεξιάς πόρτας του οδηγού στο όχημα του Ενάγοντα υποστηρίζοντας ότι δημιουργήθηκε από τη σύγκρουση του καθρέφτη στο όχημα του Εναγομένου 1 με το όχημα του Ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό στο μάρτυρα ουδείς μπορεί να γνωρίζει εάν το σημείο που υπέδειξε εμφανίζεται λόγω της κακής ποιότητας εκτύπωσης της φωτογραφίας ή όντως είναι σημάδι που οφείλεται από κάποιο άλλο λόγο. Η πιο πάνω απορία αποκτά καίρια σημασία ιδιαίτερα όταν ο μάρτυρας παραδέχεται ότι ενδεχομένως τα χρώματα που φαίνονται να έχουν αλλοιωθεί στην εκτύπωση της φωτογραφίας. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι στηρίζει το συμπέρασμα του ότι λόγω του ύψους δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο είναι αυθαίρετο και στερείται λογικής αλλά και τεκμηριωμένης βάσης. Επιπλέον το πιο πάνω συμπέρασμα του ΜΥ4 έρχεται σε αντίθεση με τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6 τις οποίες ο εν λόγω μάρτυρας παραγνωρίζει όπου διακρίνονται βουλλώματα, κτυπημένες και ανώμαλες επιφάνειες στη μπροστινή και πισινή πόρτα της δεξιάς πλευράς του οχήματος του Ενάγοντα. Παράλληλα το ίδιο συμπέρασμα του ΜΥ4 δεν συνάδει με το περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης που ο εν λόγω μάρτυρας επίσης παραγνωρίζει όπου οι ζημιές που περιγράφονται στα ενεχόμενα οχήματα κάθε άλλο παρά 'ξυστή' σύγκρουση υποδεικνύουν. Επιπροσθέτως η μαρτυρία του ΜΥ4 στο θέμα του άδειου κυλίνδρου υγραερίου είναι γενική, αόριστη και ασαφής. Χωρίς να περιγράφει τον κύλινδρο που λέει ότι χρησιμοποίησε και δίχως να αναφέρει πως κατέληξε στο βάρος που επικαλέστηκε, το συμπέρασμα του μάρτυρα είναι αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο. Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα ενός μη ειλικρινούς μάρτυρα, του οποίου η αξιοπιστία έχει ανεπανόρθωτα κλονιστεί. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με τις φωτογραφίες των Τεκμηρίων 12
(1)-12
(9), από τη στιγμή που η εκτύπωση των περισσοτέρων από αυτές εξόφθαλμα είναι τόσο κακής ποιότητας που η εικόνα που απεικονίζεται δεν είναι ευδιάκριτη, κανένα λογικό συμπέρασμα δύναται να εξαχθεί με ασφάλεια. Ως εκ τούτου αποδίδω μηδενική βαρύτητα στις εν λόγω φωτογραφίες. Παράλληλα η απόδοση μηδενικής βαρύτητας στη μαρτυρία του ΜΥ4 σε συνδυασμό με την αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος από τις φωτογραφίες των Τεκμηρίων 12
(1)-12
(9)καθιστά το Τεκμήριο 13 άνευ σημασίας και κατ' επέκταση δίχως αποδεικτική αξία. Η μαρτυρία του ιδιώτη μηχανολόγου, εκτιμητή ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Γεώργιου Τζιρκαλλή (ΜΥ5), του οποίου τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα αλλά και οι γνώσεις και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν, επί της ουσίας της έγινε αποδεκτή από τον Ενάγοντα. Από τη στιγμή που αμφότεροι διάδικοι την αποδέχονται, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να την αμφισβητήσω. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ5, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί έκθεση ημερομηνίας 17.10.16 που ο ίδιος ετοίμασε και αποτελεί μέρος αυτής, γίνεται αποδεκτή ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ5 αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου οι εξής υπολογισμοί και αποτελέσματα του εν λόγω μάρτυρα: - Η συνολική απόσταση που χρειάζεται ένα όχημα για να σταματήσει εντελώς είναι το άθροισμα της απόστασης σκέψεως και της απόστασης τροχοπέδησης. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 15 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 7,53 μέτρα. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 16 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 8,10 μέτρα. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 17 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 8,70 μέτρα. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 18 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 9,32 μέτρα. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 19 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 9,95 μέτρα. - Η ολική απόσταση που απαιτείται για να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με 20 χιλιόμετρα ανά ώρα εντελώς είναι 10,59 μέτρα. Επίσης δέχομαι την αναφορά του εν λόγω μάρτυρα, με την οποίαν συμφώνησε στη θέση της πλευράς του Ενάγοντα, ότι τα αποτελέσματα των πιο πάνω υπολογισμών του ισχύουν στην περίπτωση που ο οδηγός αντιληφθεί τον κίνδυνο. Αυτό επίσης αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Ο ΜΕ4 (Δρ. Γιάννης Χριστοδούλου) ήταν ο θεράπων νοσοκομειακός ιατρός με ειδικότητα στην ορθοπεδική χειρουργική, ο οποίος ανέλαβε τη θεραπεία του Ενάγοντα και την ιατρική παρακολούθηση του ενόσω αυτός βρισκόταν νοσηλευμένος στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για την αδιαμφισβήτητη περίοδο από 23.09.10 μέχρι 05.10.10 αλλά και μετέπειτα που παρακολουθούσε την πρόοδο της αποθεραπείας του όταν εξεταζόταν ως εξωτερικός ασθενής. Ο ιατρός αυτός, του οποίου τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα αλλά και οι γνώσεις και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν θετικός και σίγουρος σ' αυτά που έλεγε, στοιχεία που δείχνουν εμπειρία στην διάγνωση, αντιμετώπιση και θεραπεία τραυμάτων, όπως αυτά που ο Ενάγοντας υπέστηκε. Η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα αυτού στο ζήτημα της εικόνας της ιατρικής κατάστασης του Ενάγοντα ήταν συγκροτημένη, διαφωτιστική και απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις και ερωτηματικά. Με τρόπο σαφή και πειστικό στην ένορκη κατάθεση του ο ΜΕ4 εξήγησε τα ιατρικά ευρήματα στα οποία κατέληξε και που κατέγραψε στα Τεκμήρια 3 και
  1. Όπως προκύπτει, ο ιατρός αυτός κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα του μετά από κλινική εξέταση και παρακλινικό έλεγχο του Ενάγοντα και ειδικότερα ακτινολογικό έλεγχο του δεξιού βραχίονα (Τεκμήριο 9). Τα εν λόγω ιατρικά ευρήματα του ιατρού υιοθετήθηκαν από την πλευρά του Εναγομένου
  2. Η δε ορθότητα και αναγκαιότητα της θεραπείας που έγινε στον Ενάγοντα από τον εν λόγω ιατρό επίσης αναγνωρίστηκε από την πλευρά του Εναγομένου
  3. Για την κάθε του ενέργεια ο συγκεκριμένος εμπειρογνώμονας έδωσε πειστική εξήγηση. Εκεί που ο ΜΕ4 δεν ήταν σίγουρος το έλεγε ευθαρσώς ενώ όταν θεωρούσε ότι ένα πρόβλημα στην ιατρική εικόνα του Ενάγοντα δεν σχετιζόταν με το δυστύχημα το ανάφερνε ευθέως χωρίς περιστροφές. Σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσα ότι προσπάθησε είτε να διογκώσει είτε να υποτιμήσει την ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα. Προς ενίσχυση των πιο πάνω επισημαίνω τα εξής: (α) Με σαφήνεια εισηγήθηκε ότι η χειρουργική επέμβαση στην οποίαν έγινε διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου δεν συνδέεται με το δυστύχημα επειδή επρόκειτο για πάθηση ως αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων κακώσεων ή μικροκακώσεων στην περιοχή του καρπού λόγω υπερχρήσης του χεριού. Πράγματι η φύση των γεωργικών εργασιών με τις οποίες ο Ενάγοντας συχνά ασχολείτο πριν από το δυστύχημα τόσο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία ως γεωπόνος όσο και αργότερα κατά τη συνταξιοδότηση του από ενδιαφέρον σε δύο περβόλια δικαιολογεί υπερχρήση του χεριού του χεριού του, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι από το δυστύχημα δεν υπήρξε τραυματισμός στην περιοχή του καρπού που να προκάλεσε τραυματισμό του μέσου νεύρου ή του εγκαρσίου συνδέσμου που βρίσκεται στην περιοχή αυτή. (β) Ο ίδιος είπε πως δεν είναι σίγουρο ότι οι αιμωδίες που ο Ενάγοντας παραπονιέται ότι αισθάνεται προέρχονται από τον τραυματισμό του στο δυστύχημα εξηγώντας πως ασφαλή εικόνα εξασφαλίζεται μέσα από την πραγματοποίηση νέου ηλεκτρομυογραφήματος καθώς και αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας του αυχένα. Όλα αυτά είναι παράμετροι που αναδεικνύουν την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του ΜΕ4 καθιστώντας έτσι πειστική την μαρτυρία του. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ4, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 3 και 5 που αποτελούν μέρος αυτής, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΕ4 αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής:
(1)Ο Ενάγοντας υπέστη κάταγμα κάτω τριτημορίου βραχιονίου και κάταγμα έσω κονδύλου βραχιονίου δεξιού χεριού καθώς και μεγάλο θλαστικό τραύμα. Τα κατάγματα επιβεβαιώθηκαν από την εικόνα της ακτινογραφία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9.
(2)Αυθημερόν έγινε καθαρισμός και συρραφή του θλαστικού τραύματος καθώς και ακινητοποίηση των καταγμάτων με γύψινο νάρθηκα.
(3)Μετά που δόθηκε χρόνος μιας εβδομάδας για να επουλωθούν τα τραύματα των μαλακών ιστών στην περιοχή του αγκώνα και του αντιβραχίου και για να αποφευχθεί μόλυνση στα οστά, ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση όπου του έγινε ανοικτή οστεοσύνθεση των καταγμάτων, του μεν πρώτου με κλειδούμενη πλάκα 8 οπών και του δε δεύτερου με δύο βίδες. Αυτό απεικονίζεται με σαφήνεια μέσα από το Τεκμήριο 9, την εικόνα του οποίου δέχομαι ότι αντικατοπτρίζει την πιο πάνω μέθοδο οστεοσύνθεσης των καταγμάτων στον Ενάγοντα, πράγμα εξάλλου που είναι αποδεκτό και από την πλευρά του Εναγομένου 1.
(4)Τα κατάγματα έχουν πωρωθεί.
(5)Στις 08.04.15 που ο εν λόγω ιατρός εξέτασε για τελευταία φορά τον Ενάγοντα διαπιστώθηκε η παρουσία ελαφριάς δυσκαμψίας του δεξιού αγκώνα με περιορισμό της έκτασης 15-20 μοίρες. Περαιτέρω δέχομαι την ιατρική θέση του ΜΕ4 ότι η φυσιοθεραπεία ήταν αναγκαία για να βελτιώσει την λειτουργικότητα του άνω άκρου του δεξιού χεριού, πράγμα που κατάφερε. Επίσης δέχομαι την ιατρική θέση του μάρτυρα, η οποία ταυτίζεται με την ιατρική μαρτυρία που η πλευρά του Εναγομένου 1 προσκόμισε, ότι δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης της κίνησης του δεξιού αγκώνα και ότι το πρόβλημα του περιορισμού της έκτασης του θα είναι μόνιμο. Επ' αυτού είναι λογικές οι πιο κάτω θέσεις του ΜΕ3 τις οποίες και αποδέχομαι με γνώμονα ότι οι ιατρικές θέσεις του ΜΕ4 διαμορφώθηκαν μέσα από κλινικές εξετάσεις και παρακλινικούς ελέγχους της ιατρικής κατάστασης του Ενάγοντα που είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει προσωπικά από τις 23.09.10 μέχρι 05.10.10, στις 20.10.11, στις 16.11.10, στις 30.11.10, στις 02.05.11, στις 28.06.11, στις 30.04.14 και 08.04.15: (α) Μετά από μια έντονη εργασία είναι δυνατό ο Ενάγοντας να αισθανθεί ενοχλήσεις στο δεξί του χέρι. (β) Μία μεμονωμένη βαριά χειρωνακτική εργασία μπορεί να προκαλέσει ενοχλήσεις στο δεξί χέρι του Ενάγοντα. (γ) Παρατεταμένη βαριά χειρωνακτική εργασία είναι εκτός συζήτησης και προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δεν είναι σε θέση να εκτελέσει. Ο ΜΥ2, Δρ. Ηλίας Γεωργίου, ιδιώτης ορθοπεδικός-χειρούργος τραυματιολόγος, του οποίου τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα αλλά και οι γνώσεις και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν, δημιούργησε επίσης πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ο ιατρός που στις 25.04.13, δηλαδή 2 ½ χρόνια περίπου μετά το επίδικο δυστύχημα, εξέτασε τον Ενάγοντα εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου
  1. Ο εν λόγω ιατρός έδωσε ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με τις επεξηγηματικός ιατρικές τοποθετήσεις του διαφώτισε το Δικαστήριο βοηθώντας το, όπως και ο Δρ. Χριστοδούλου (ΜΕ4), να αντιληφθεί σχετικά με την υπόθεση εξειδικευμένα ιατρικά θέματα. Κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο εξήγησε το σκεπτικό που κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει στο ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 28.05.13, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Όπως αναφέρεται με σαφήνεια στο Τεκμήριο 11 αλλά και μέσα από την ένορκη μαρτυρία του, ο Δρ. Γεωργίου κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του καθώς επίσης προέβηκε σε εκτίμηση της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα όπως φαινόταν την περίοδο της εξέτασης, λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα, το οποίο διαμορφώθηκε από το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου ημερομηνίας 28.06.11 (Τεκμήριο 3), από τη βεβαίωση χορήγησης φυσιοθεραπείας και από την ακτινολογική εξέταση ημερομηνίας 10.05.11 (Τεκμήριο 9), αντίγραφα των οποίων του προσκομίστηκαν, καθώς και τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης που ο ίδιος έκανε στον Ενάγοντα. Τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης του Ενάγοντα από τον ΜΥ2 συσχετίστηκαν με το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα και λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα προτού υπάρξει κατάληξη σε ιατρικά συμπεράσματα. Αυτό που ρητά ο ίδιος δήλωσε και καταγράφεται είναι η απόλυτη ιατρική ταύτιση του με το είδος και τη μορφή τραυματισμού που διαπίστωσε ο Δρ. Χριστοδούλου να έχει υποστεί ο Ενάγοντας, ήτοι κάταγμα κάτω τριτημορίου βραχιονίου και γραμμοειδές κάταγμα έσω κονδύλου βραχιονίου δεξιού χεριού καθώς και μεγάλο θλαστικό τραύμα. Επίσης έχει καταγραφεί η ιατρική ταύτιση του Δρ. Γεωργίου με την αναγκαιότητα και ορθότητα της θεραπείας που έγινε στον Ενάγοντα. Αυτό σημαίνει ότι ο ΜΥ2 συμφωνεί ότι ήταν αναγκαία και συνάμα ορθή σε πρώτη φάση ο καθαρισμός και συρραφή του θλαστικού τραύματος καθώς και η ακινητοποίηση των καταγμάτων με γύψινο νάρθηκα και σε δεύτερη φάση, μετά από μία εβδομάδα περίπου, η πραγματοποίηση χειρουργικής επέμβασης όπου του έγινε ανοικτή οστεοσύνθεση των καταγμάτων, του μεν πρώτου με κλειδούμενη πλάκα 8 οπών και του δε δεύτερου με δύο βίδες. Την ίδια στιγμή σημαίνει ότι ο Δρ. Γεωργίου κρίνει ως αναγκαία και ορθή την απόφαση του Δρ. Χριστοδούλου να παραπέμψει τον Ενάγοντα σε φυσιοθεραπεία του άνω άκρου του δεξιού χεριού του προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργικότητα του. Μάλιστα ο Δρ. Γεωργίου συμφωνεί με τη θέση του Δρ. Χριστοδούλου ότι ένεκα της φυσιοθεραπείας υπήρξε ικανού βαθμού βελτίωση του εύρους κίνησης του δεξιού αγκώνα. Παράλληλα έχω καταγράψει τη σύγκλιση της ιατρικής του θέσης με αυτή του Δρ. Χριστοδούλου στο ζήτημα του συνδρόμου του καρπιαίου σωλήνα του δεξιού χεριού. Έχω πειστεί από την εξήγηση που ο ΜΥ2 έδωσε ότι επειδή ο καρπός δεν έχει τραυματιστεί και επειδή δεν υπήρξε τραυματισμός νεύρων και αγγείων, το πιο πάνω σύνδρομο δεν συνδέεται με τον τραυματισμό του δεξιού αγκώνα του Ενάγοντα. Μέσα από την κλινική εξέταση του Ενάγοντα ο ΜΥ2 κατέληξε στα εξής ιατρικά ευρήματα, τα οποία και αποδέχομαι ως επιστημονικά ορθά, αληθή και αξιόπιστα και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή μήκους 20 εκ. στο κάτω μέρος του δεξιού βραχίονα, (β) πλήρως επουλωμένη τραυματική ουλή μήκους 12 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του άνω μέρους του δεξιού αντιβραχίου, (γ) η κάμψη του αγκώνα παρουσιάζει φυσιολογικό εύρος, (δ) η έκταση του αγκώνα παρουσιάζει μείωση της τάξης των 20-25 μοιρών, (ε) οι στροφικές κινήσεις του αντιβραχίου είναι φυσιολογικές, (στ) φυσιολογική κινητικότητα του δεξιού καρπού και δακτύλων του δεξιού χεριού, (ζ) φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος του μέλους και (η) δεν υπήρξε τραυματισμός νεύρων ή αγγείων. Εκτιμώντας την ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα στη βάση της κλινικής εξέτασης, του ιατρικού ιστορικού και του συνόλου των ιατρικών στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δρ. Γεωργίου, ο τελευταίος καταλήγει στα πιο κάτω ιατρικά συμπεράσματα, τα οποία αποδέχομαι ως επιστημονικά ορθά, αληθή και αξιόπιστα και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου:
(1)Πλήρη επούλωση των οστικών τραυματισμών.
(2)Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση μετατραυματική ή μετεγχειρητική επιπλοκή.
(3)Παραμένει βαθμός δυσκαμψίας που αφορά μόνο την πλήρη έκταση του αγκώνα και είναι της τάξης 20-25 μοιρών.
(4)Δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της δυσκαμψίας στην έκταση του δεξιού αγκώνα.
(5)Οι ουλές θα παραμείνουν.
(6)Περιοδικές ήπιας έντασης ενοχλήσεις υπό τη μορφή ελαφριά έντασης πόνου κυρίως στην αλλαγή καιρικών συνθηκών αλλά και μετά από μια παρατεταμένη χειρωνακτική εργασία, ανασήκωση ή μεταφορά μεγάλων βαρών συνάδουν με την μορφή του τραυματισμού που ο Ενάγοντας υπέστη και είναι αναμενόμενες. Αντίθετα δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ΜΥ2, μέσα από την οποίαν υποβαθμίζεται το ζήτημα της δυσκαμψίας. Ειδικότερα στην μαρτυρία του ο Δρ. Γεωργίου ισχυρίστηκε ότι η δυσκαμψία στην έκταση του δεξιού αγκώνα δεν θα προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα στις καθημερινές δραστηριότητες του συνταξιούχου Ενάγοντα. Είναι η θέση του ΜΥ2 ότι ο πλήρης ευθειασμός των αγκώνων δεν αποτελεί λειτουργική θέση σε συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες. Επ' αυτού μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια η αδυναμία του Ενάγοντα να προτάξει σε πλήρη ευθεία την έκταση του δεξιού αγκώνα του αποτελεί λειτουργική αναπηρία του σώματος του, η οποία δεν υπήρχε πριν από τον τραυματισμό του. Έπεται ότι με τον περιορισμό των κινήσεων του δεξιού αγκώνα περιορίζεται η χρήση που μπορεί να του γίνεται. Ο ΜΥ2 δεν αμφισβητεί ότι το πρόβλημα αυτό θα προκαλέσει προβλήματα στις καθημερινές δραστηριότητες του αλλά είναι της άποψης ότι τέτοια προβλήματα δεν θα είναι ιδιαίτερα επειδή ο Ενάγοντας είναι συνταξιούχος ηλικίας 70 ετών περίπου σήμερα. Την ίδια στιγμή ο ΜΥ2 δεν έχει αμφισβητήσει τη θέση του Δρ. Χριστοδούλου ότι ο Ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να ανασηκώσει και μεταφέρει αντικείμενα βάρους πέραν των 5-10 κιλών. Ο τρόπος σκέψης του ΜΥ2 στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι υποκειμενικός και δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Παρόλο ότι οι φυσικές και σωματικές αντοχές ενός ατόμου δύναται να μειωθούν με την αύξηση της ηλικίας του, εντούτοις η άποψη να συνδεθεί η ηλικία με τη συχνότητα και αναγκαιότητα λειτουργίας του αγκώνα ενός χεριού, με κάθε σεβασμό προς τον Δρ. Γεωργίου, απέχει από την πραγματικότητα. Το σίγουρο είναι ότι το βάρος αντικειμένων που τώρα ο Ενάγοντας θα ανασηκώνει και θα μεταφέρει θα είναι μικρότερο ένεκα του προβλήματος δυσκαμψίας που έχει έστω και με την καταβολή περισσότερης προσπάθειας από ότι πριν τον τραυματισμό του. Με το πρόβλημα αυτό ο Ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να ανασηκώσει και να μεταφέρει βαρετά αντικείμενα που είναι βάρους πέραν των 5-10 κιλών, όπως για παράδειγμα ψώνια και κύλινδρο υγραερίου από υπεραγορά, αντικείμενα από καταστήματα τύπου IKEA, Superhome και D.I.Y. (Do it Yourself). Δεν είναι δεδομένο ότι κάθε φορά θα έχει βοήθεια στο ανασήκωμα και μεταφορά τέτοιων βαρετών αντικειμένων. Περαιτέρω ο Ενάγοντας δεν φαίνεται να είναι σε θέση να εκτελεί ορισμένες χειρωνακτικές εργασίες αναγκαίες για τη συντήρηση της οικίας και της αυλής ή σε χωράφι του, όπως για παράδειγμα το σκάψιμο με κασμά και γενικότερα οποιαδήποτε εργασία ή δραστηριότητα απαιτεί την πλήρη έκταση του δεξιού αγκώνα. Την ίδια στιγμή ασπάζομαι τη θέση του ΜΥ2 ότι η κόπωση από τη άσκηση μυϊκής δύναμης στο συγκεκριμένο μέλος θα επέλθει σε συντομότερο χρονικό διάστημα από ότι πριν από τον τραυματισμό του και αυτό λόγω της σωματικής βλάβης που το εν λόγω μέλος του σώματος είχε υποστεί. Με γνώμονα τα πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 τόσο την προφορική μαρτυρία όσο και το Τεκμήριο 11 που αποτελεί μέρος της, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη, στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Περαιτέρω η αναγνώριση της πλευράς του Ενάγοντα ότι το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα του δεξιού χεριού του Ενάγοντα δεν συνδέεται με τον τραυματισμό του δεξιού αγκώνα του Ενάγοντα, η οποία έμπρακτα έγινε με ρητή και σαφή δήλωση της συνηγόρου του στη γραπτή τελική της αγόρευση, με την οποίαν ταυτίζονται οι ιατρικές θέσεις των Δρ. Χριστοδούλου (ΜΕ4) και Δρ. Γεωργίου (ΜΥ2), αποδεικνύει χωρίς δεύτερη σκέψη ότι ο Ενάγοντας δεν επιμένει στη αρχική του θέση που αφορά το συγκεκριμένο θέμα, την οποία και εκλαμβάνω ότι εγκαταλείπει (βλέπε πρώτη παράγραφο σελίδας 10 γραπτής τελικής αγόρευσης συνηγόρου Ενάγοντα). Κατά συνέπεια ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο Τεκμήριο 2 που είναι ιατρικό πιστοποιητικό του νευρολόγου Δρ. Μιχάλη Μιχαήλ. Η μαρτυρία του ιδιώτη νευρολόγου-ψυχίατρου Δρ. Χριστόδουλου Μέση (ΜΥ1), του οποίου τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα αλλά και οι γνώσεις και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν, περιστράφηκε στο πρόβλημα του καρπιαίου σωλήνα που ταλαιπωρούσε τον Ενάγοντα. Με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας έχει ήδη αναγνωρίσει ότι το εν λόγω πρόβλημα ουδεμία σχέση έχει με τον τραυματισμό του δεξιού αγκώνα του εγκαταλείποντας έτσι κάθε περί του αντιθέτου θέση στην παρούσα αγωγή και έχοντας υπόψη τις διευκρινίσεις του εν λόγω μάρτυρα επί το ότι η αναφορά του για μουδιάσματα και δυσκολία στη χρήση του δεξιού χεριού αφορούσε δυσκολία στη χρήση του αντίχειρα, δείκτη και μέσου δαχτύλου αλλά και κάποιο πόνο στον καρπό σε συνδυασμό με τη διευκρίνιση ότι το μούδιασμα που ο Ενάγοντας παραπονιέται για τον αγκώνα του δεν εμπίπτει στο πεδίο της ειδικότητας του αλλά στη σφαίρα της ορθοπεδικής, όλη η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 10 που είναι η ιατρική έκθεση του και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του, καθίσταται τυπικού χαρακτήρα αφού δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής αυτής. Κατά συνέπεια, ουδεμία βαρύτητα της αποδίδεται. Ο ΜΕ3, ιδιώτης φυσιοθεραπευτής Φίλιππος Μαρμαράς, ήταν αυτός που συνέχισε να υποβάλλει τον Ενάγοντα σε φυσιοθεραπεία μετά που το αρμόδιο τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου σταμάτησε να το πράττει. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την επαγγελματική συνεργασία που είχε με τον Ενάγοντα. Οι αναφορές του μάρτυρα αυτού στο συγκεκριμένο ζήτημα ήταν αυθόρμητες και θετικές χωρίς να παρέχουν περιθώριο για αντίθετη σκέψη. Όπως ευθέως εξήγησε, ανέλαβε τον Ενάγοντα όταν παρέλαβε παραπεμπτικό από το θεράπων ιατρό Δρ. Χριστοδούλου, στο οποίο σημειωνόταν η διάγνωση και παραπομπή του Ενάγοντα για φυσιοθεραπεία. Η αναγκαιότητα συνέχισης υποβολής του Ενάγοντα σε φυσιοθεραπεία υποστηρίχτηκε από τους ορθοπεδικούς Δρ. Χριστοδούλου (ΜΕ4) και Δρ. Γεωργίου (ΜΥ2). Μάλιστα ο Δρ. Γεωργίου κατέληξε στο ιατρικό συμπέρασμα ότι σαν αποτέλεσμα της φυσιοθεραπείας ήταν η ικανού βαθμού βελτίωση του εύρους κίνησης του αγκώνα (βλέπε σημείο 4 στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 11). Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ3 δεν εμπίπτει στην κατηγορία της ειδικότητας του. Αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας αγνοείται. Την ίδια στιγμή αποδέχομαι την μαρτυρία εκείνη του ΜΕ3, η οποία περιορίζεται στη σφαίρα της ειδικότητας του, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του εν λόγω εγγράφου αποδέχομαι το Τεκμήριο 4 ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο, πάντοτε σε ότι αφορά το κομμάτι που εμπίπτει στο πεδίο γνώσης του ΜΕ3. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΕ3 αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά στις 20.12.10 όπου ξεκίνησε σταδιακά φυσιοθεραπεία μετά από παραπεμπτικό του Δρ. Χριστοδούλου. Η φυσιοθεραπεία κατέστη εντατική από την 01.06.11 μέχρι 30.07.11 και από 10.09.11 μέχρι 25.10.11. Επίσης δέχομαι την διαπίστωση του ΜΕ3 ότι παρά τη φυσιοθεραπεία η άρθρωση του αγκώνα δεν απέκτησε πλήρη κινητικότητα με δυσκαμψία στην έκταση, η οποία συνάδει με τα ιατρικά ευρήματα των Δρ. Χριστοδούλου και Δρ. Γεωργίου. Νομική Πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Στην προκειμένη περίπτωση για να προσδιοριστεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται
(1)ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από κάθε ένα Εναγόμενο,
(2)η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στην Ενάγουσα και
(3)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης οποιουδήποτε από τους Εναγομένους και της ζημιάς και/ή βλάβης που προκλήθηκε στην Ενάγουσα ως αποτέλεσμα της απώλειας ισορροπίας και της πτώσης της στο έδαφος και συγκεκριμένα στην επιφάνεια του δρόμου. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Ο δε καταμερισμός της ευθύνης γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα την λογική και την κοινή εμπειρία σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211). Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις δυστυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Η σημασία επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις ατυχημάτων έχει εκφραστεί σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v. Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματία. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1992)1 C.L.R. 789). Μέσα από την κυπριακή νομολογία αναδύεται μία αυξητική τάση στον καθορισμό τους αφού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Η όποια όμως προσπάθεια γίνει για άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη (Αρετούλλα Μακρή και άλλος v. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (Χάρης Νικολάου v. Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Γεώργιος Ταμπούρα v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/2006, ημερ. 17.04.08). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επομένως, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα και να είναι κοινωνικά αποδεκτές (Μιχαήλ v. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494). Σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ζημιωθέντος για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (Κουμπαρή κ.α. v. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων μειωμένος όμως κατά το ήμισυ για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαν γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Όπως είναι γνωστό μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.08, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Συμπεράσματα: Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. (α) Ενδεχόμενη αμέλεια Εναγομένου 1 Η παρούσα περίπτωση αφορά όχημα που κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο στον επίμαχο κύριο δρόμο χρησιμοποιώντας την λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση Χλώρακα-Πάφου και όχημα που επιχείρησε να εισέλθει από σημείο 'εισόδου-εξόδου' σε επαγγελματικό χώρο εντός του εν λόγω κύριου δρόμου για να χρησιμοποιήσει την ίδια λωρίδα κυκλοφορίας. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι πρόκειται για κλασσική περίπτωση εισόδου οχήματος σε κύριο δρόμο από πάροδο τη στιγμή που άλλα οχήματα χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Επ' αυτού υπάρχει νομολογία. Στην υπόθεση Ουλούπη v. Χρίστου και άλλου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508 τονίστηκε ότι ο οδηγός οχήματος που οδηγεί σε κύριο δρόμο το όχημα του δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις παρά μόνο αν είχε λάβει προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός θα εισερχόταν σ' αυτόν από πάροδο απροειδοποίητα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήτο ασφαλές να προχωρήσει. Επίσης λέχθηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλέπε ακόμη Vacanas ν. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530). Αποτελεί αμέλεια και αν ακόμα ο οδηγός της παρόδου σταματήσει στη συμβολή της με τον κύριο δρόμο και εισέλθει σ' αυτόν χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής να το πράξει σε σχέση με οχήματα που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο κατά προτεραιότητα (Ουλούπη v. Χρίστου και άλλου (πιο πάνω) και Παπαδέτης ν. Αστυνομία
(1991)2 Α.Α.Δ. 279). Παράλληλα ο οδηγός οχήματος έχει καθήκον να διατηρεί κατά την οδήγηση την αριστερά πλευρά του δρόμου εφόσον εξ αντιθέτου κινούνται άλλα οχήματα. Όταν εξ αντιθέτου δεν κινούνται άλλα οχήματα και δεν ανακόπτεται η πορεία τους δεν έχει τέτοιο καθήκον, όπως στην περίπτωση που ο οδηγός προσπερνά σταθμευμένο αυτοκίνητο στην αριστερά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του (Ουλούπη v. Χρίστου και άλλου (πιο πάνω)). Στην προκειμένη περίπτωση το όχημα του Ενάγοντα είχε προτεραιότητα χρήσης της επίμαχης κύριας οδού σε αντίθεση με το όχημα του Εναγομένου 1 που είχε καθήκον να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να επιχειρήσει να εισέλθει στον κύριο δρόμο για να χρησιμοποιήσει την ίδια λωρίδα κυκλοφορίας που εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούσε το όχημα του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να διασφαλίσει ότι θα χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη λωρίδα κυκλοφορίας όταν η τροχαία κίνηση τη δεδομένη στιγμή το επέτρεπε. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει παρατηρώ ότι η σύγκρουση των δύο ενεχομένων οχημάτων επήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε και κινείτο το όχημα του Ενάγοντα. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν σε απόσταση 1,45 μέτρα από το κέντρο του δρόμου προς τα αριστερά και 2 μέτρα από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου, πάντοτε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε το όχημα του Ενάγοντα, της οποίας το πλάτος ήταν 3,45 μέτρα σε σύνολο 6,90 μέτρα πλάτος ολόκληρου του κύριου δρόμου. Επομένως τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Εναγομένου 1 βρισκόταν κατά 1,45 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε ο Ενάγοντας από το κέντρο του δρόμου προς τα αριστερά. Τη στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Ενάγοντα κινείτο νόμιμα και κανονικά κατά μήκος της λωρίδας κυκλοφορίας που είχε προτεραιότητα χρήσης όταν συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγομένου 1 που εκείνη τη στιγμή εισερχόταν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας. Η παράλειψη του Εναγομένου 1 να βεβαιωθεί ότι τη στιγμή που θα επιχειρούσε να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του επίμαχου δρόμου με κατεύθυνση Χλώρακα-Πάφου ερχόμενος από το σημείο της παρόδου ο δρόμος ήταν καθαρός, προκάλεσε απόφραξη της πορείας του οχήματος του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να λάβει τέτοια μέτρα που θα διασφάλιζαν την είσοδο του οχήματος του στην επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να αποκόψει την νόμιμη και κανονική πορεία των οχημάτων που είχαν προτεραιότητα χρήσης της, όπως είχε το όχημα του Ενάγοντα. Για παράδειγμα ένα τέτοιο μέτρο που μπορούσε να είχε ληφθεί από τον Εναγόμενο 1 θα ήταν, με τη βοήθεια άλλου ατόμου/οδηγού που θα έκανε χρήση σινιάλων, να ειδοποιήσει τους οδηγούς οχημάτων που εκείνη τη στιγμή είχαν προτεραιότητα χρήσης της επίμαχης λωρίδας κυκλοφορίας ότι θα επιχειρούσε να εισέλθει σ' αυτήν, πετυχαίνοντας έτσι ασφαλή πρόσβαση εντός αυτής, κατ' ανάλογο τρόπο όπως έπραξε όταν εισήλθε από το σημείο της παρόδου στη λωρίδα κατεύθυνσης Πάφου-Χλώρακας. Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίον ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να είχε λάβει μέτρα που θα διασφάλιζαν την ασφαλή είσοδο του οχήματος του στην επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν η αναφορά από τον ίδιο ότι το πεδίο ορατότητας του ήταν 1,5 μέτρα προς τα αριστερά που ήταν η κατεύθυνση πορείας του οχήματος του Ενάγοντα και γενικότερα των οχημάτων που χρησιμοποιούσαν την επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας. Το γεγονός ότι το όχημα του Εναγομένου 1 είχε σταματήσει στο σημείο της παρόδου και μετά εισήλθε με αργό ρυθμό στην αντίθετη με την επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας δεν διαγράφει την υποχρέωση που είχε να βεβαιωνόταν ότι τη στιγμή που θα επιχειρούσε να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του επίμαχου δρόμου με κατεύθυνση Χλώρακα-Πάφου ερχόμενος από το σημείο της παρόδου, ο δρόμος ήταν καθαρός. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αποκοπή της νόμιμης και κανονικής πορείας του οχήματος του Ενάγοντα από το όχημα του Εναγομένου
  1. Κατ' επέκταση καταλήγω ακόμη στο συμπέρασμα ότι ένεκα των πιο πάνω παραλείψεων ο Εναγόμενος 1 παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε ως συνετός οδηγός απέναντι στον Ενάγοντα και έτσι κρίνεται αμελής για την πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος. (β) Τυχόν παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από τον Εναγόμενο 1 Παρόλο ότι στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ισχυρισμός του Ενάγοντα για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων του Εναγομένου 1 ως βάση αγωγής, εντούτοις ο Ενάγοντας παρέλειψε να την προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος. Ούτε στην τελική αγόρευση του η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ποιες νομοθεσίες και σε ποια άρθρα αυτών θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές για οποιονδήποτε Εναγόμενο. Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει αυτή τη βάση αγωγής, την οποία θεωρώ ότι εγκατέλειψε. (γ) Ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του Ενάγοντα Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και/ή συντρέχουσας ευθύνης του Ενάγοντα, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται μέσα από τα σημεία (α)-(λ) της παραγράφου 5 της υπεράσπισης του. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος του πεδίου σύγκρουσης. Η απουσία ιχνών τροχοπέδησης στο οδόστρωμα του πεδίου σύγκρουσης φανερώνει μη αντίδραση τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τον Εναγόμενο
  2. Η απουσία μαρτυρίας ως προς το ύψος της ταχύτητας με την οποίαν κινείτο το όχημα του Ενάγοντα σε συνδυασμό με την μη προώθηση από μέρους του Εναγομένου 1 θέσης στη βάση μαρτυρίας ότι η ταχύτητα του οχήματος του Ενάγοντα διαδραμάτισε ρόλο στη σύγκρουση που επήλθε, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο παράγοντας ταχύτητα σχετίζεται με την πρόκληση του δυστυχήματος. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το πεδίο ορατότητας της επίμαχης λωρίδας κυκλοφορίας από το σημείο που αρχίζει η καμπύλη δεξιόστροφα μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 25-28 μέτρα. Ωστόσο, με αναντίλεκτο δεδομένο την πυκνή τροχαία που υπήρχε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από την οποίαν το όχημα του Εναγομένου 1 εισήλθε στην επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να υποδεικνύει ότι το όχημα του Εναγομένου 1 ήταν ορατό από το σημείο που επιχείρησε να εισέλθει. Το γεγονός ότι η σκηνή ήταν ιδιόμορφη και ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε ορατότητα προς τα αριστερά πέραν των 1,5 μέτρα από το σημείο που εισήλθε στην επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας δεν είναι στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στο δικαίωμα που ο Ενάγοντας είχε για χρήση του δρόμου κατά προτεραιότητα και να του επέβαλλε έτσι επιπρόσθετο καθήκον για λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από τον Εναγόμενο 1 που θα παρεμβαλλόταν στην πορεία του από πάροδο (Χρίστου v. Χρίστου και άλλος, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10 ημερ. 07.07.15). Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει 2 μέτρα από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου. Με δεδομένο ότι το πλάτος οχήματος του Ενάγοντα είναι 1,70 μέτρα, το οποίο επίσης αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το όχημα του Ενάγοντα δεν ήταν επ' ακριβώς στην αριστερή πλευρά του δρόμου αλλά κατά 30 εκατοστά δεξιότερα, πάντοτε στην επίμαχη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε. Ωστόσο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο δεν καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας υπήρξε αμελής ως προς τον τρόπο που οδηγούσε με γνώμονα ότι η πορεία του οχήματος του Ενάγοντα δεν είναι τέτοια που μπορεί να θεωρηθεί ότι κινείτο στο κέντρο του δρόμου. Εν κατακλείδι θα σημείωνα ότι λαμβανομένου υπόψη των πιο πάνω, η απουσία ιχνών τροχοπέδησης από το οδόστρωμα του πεδίου σύγκρουσης με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να αντιδράσει όταν αντιλήφθηκε την πορεία του οχήματος του Εναγομένου 1, πράγμα που δείχνει ότι τέτοια αντίληψη του οχήματος έγινε ξαφνικά χωρίς έτσι ο Ενάγοντας να έχει τη δυνατότητα να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Κατά συνέπεια, δεν βρίσκω πως, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη και κατ' επέκταση αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή του Εναγομένου 1 απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Επομένως κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου για την πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος. (δ) Κατά πόσο το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο (inevitable accident) Μέσα από την έκθεση υπεράσπισης (παράγραφος 5(θ)) ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο (inevitable accident). Για να θεωρηθεί ότι ένα δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο θα πρέπει να αποδειχτεί ότι όχι μόνο το αποτέλεσμα μιας αιτίας δεν ήταν προβλεπτό αλλά και ότι λήφθηκαν όλες οι δέουσες προφυλάξεις (Theodoulou v. Pelopidha
(1981)1 C.L.R. 230 και Socratous v. Loizou and other
(1988)1 C.L.R. 299). Όπως διαπιστώνεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό, ο Εναγόμενος 1, εμμέσως πλην σαφώς, θεωρεί ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο εξαιτίας περιορισμένης ορατότητας που είχε επ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.