STEVEN ROBERT FLITCROFT ν. MARILENA TOURIST ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 3/2016, 13/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 3/2016 Μεταξύ: STEVEN ROBERT FLITCROFT Αιτητή και MARILENA TOURIST ENTERPRISES LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ------------- Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Α. Ιωαννίδου για Κ. Δημητριάδης Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Καλαβάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.10.16 μετά από μονομερή αίτηση του Αιτητή (στο εξής η «κυρίως αίτηση»), η οποία στηριζόταν στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/01 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, το Δικαστήριο εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα (στο εξής το «διάταγμα»): « - Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 19.5.2015 στην υπόθεση με αριθμό 1UC66855 του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου. - Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στην καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει ένδικο μέσο εντός ενός μηνός από την επίδοση του παρόντος διατάγματος (κατά της έκδοσης του παρόντος διατάγματος του Δικαστηρίου). - Η αλλοδαπή απόφαση δεν θα είναι εκτελεστή μέχρι την εκπνοή της προαναφερόμενης περιόδου εντός της οποίας δύναται να καταχωρηθεί ένδικο μέσο και σε περίπτωση καταχώρησης ένδικου μέσου μέχρι την εκδίκαση του.» Η κυρίως αίτηση υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση της κας. Α. Ιωαννίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Συνοπτικά σε αυτή αναφέρεται ότι στις 19.05.15 στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ.1UC66855 του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου (στο εξής η «αγωγή») εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Αγγλικών Λιρών 34.380, ως δικηγορικά έξοδα σε σχέση με διαφορά αστικής φύσεως (στο εξής η «απόφαση»). Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η προαναφερόμενη υπόθεση καταχωρήθηκε το 2011 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο της απόφασης και ως Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό δυνάμει των άρθρων 53 και 54 του Κανονισμού 44/
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι η απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί και ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Το διάταγμα επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στις 05.12.16 και η τελευταία καταχώρησε στις 22.12.16 την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει ουσιαστικά τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση του διατάγματος. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Χ. Παπαχαραλάμπους, εκ των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση. Στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση αναπτύσσονται οι λόγοι επί των οποίων στηρίζει την αξίωση της για παραμερισμό και/ή ακύρωση του διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση και οι οποίοι καταγράφονται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Συνοπτικά στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια των διακοπών του τον Μάιο του 2008 σε ξενοδοχείο που διαχειριζόταν η Καθ' ης η αίτηση υπέστη έναν μικροτραυματισμό στο κεφάλι, σε σχέση με τον οποίο ήγειρε το 2011 στο Δικαστήριο του Kingston-upon-Thames την αγωγή εναντίον των τουριστικών πρακτόρων, ήτοι την εταιρεία Travelworld Vacations Ltd η οποία λειτουργούσε με τις επωνυμίες «Olympic Holidays» ή «Olympic». Η εν λόγω εταιρεία το 2012 πρόσθεσε ως τριτοδιάδικο στην αγωγή την Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε έλαβε κλητήριο ή έκθεση απαίτησης της αγωγής και το μόνο σχετικό έγγραφο που έλαβε ήταν μία ειδοποίηση με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί σε διάσκεψη για προγραμματισμό της υπόθεσης στο Ηνωμένο Βασίλειο (Τεκμήριο 1 της υπό κρίση αίτησης). Μετά την εν λόγω επιστολή ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με τους δικηγόρους PLP Solicitors και αναγκάσθηκε να αποδεχθεί διευθέτηση της υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια. Ο λόγος για τον οποίο δέχθηκε τη διευθέτηση ήταν διότι η εκδίκαση της αγωγής θα στοίχιζε δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Ως εκ τούτου στις 24.10.13 εκδόθηκε εκ συμφώνου η πιο κάτω διαταγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο 2 της υπό κρίση αίτησης): (α) Ποσό £5.000 (Στερλινών) για πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεων του ενάγοντα συνεπεία του ατυχήματος. (β) Ποσό των £5.500 (Στερλινών για τα δικηγορικά έξοδα των τουριστικών πρακτόρων - πρώτων εναγομένων. (γ) Το 80% των δικηγορικών εξόδων του ενάγοντα. Με βάση την αναφερόμενη διαταγή οι τουριστικοί πράκτορες - πρώτοι εναγόμενοι όφειλαν να πληρώσουν μόνο 20% των δικηγορικών εξόδων του ενάγοντα. Δεν υπήρξε συμφωνία ως προς το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων και στις 20.08.14 εκδόθηκε διαταγή για προσωρινό υπολογισμό των εξόδων του Ενάγοντα στην αγωγή (Τεκμήριο 3 της υπό κρίση αίτησης). Μετά από διαπραγματεύσεις και εισηγήσεις τω δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο, η τελευταία αποφάσισε να πληρώσει το ποσό των Αγγλικών Λιρών 34.380 για πλήρη εξόφληση των δικηγορικών εξόδων του Ενάγοντα στην αγωγή. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέληξαν σε κοινή δήλωση, η οποία στις 21.05.15 στάλθηκε στους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι με τη σειρά τους την ίδια ημερομηνία την απέστειλαν στον υιό του ενόρκως δηλούντα προς έγκριση. Αυθημερόν δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση προς υπογραφή του κειμένου της κοινής δήλωσης. Συνεπώς είναι αδύνατο η απόφαση να εκδόθηκε στις 19.05.
- Περί τα τέλη Αυγούστου 2015 ζήτησε από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση να τον πληροφορήσουν κατά πόσο εκδόθηκε απόφαση στη βάση της προαναφερόμενης κοινής δήλωσης. Η απάντηση που έλαβε αρχικά ήταν ότι δεν είχαν στην κατοχή τους απόφαση του Δικαστηρίου, ενώ στις 07.10.15 απλά απέστειλαν υπογεγραμμένη την κοινή δήλωση. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις του προς τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, οι τελευταίοι ουδέποτε του έστειλαν επίσημη απόφαση, ούτε και επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση επίσημη απόφαση έτσι ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να την προσβάλει. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ενόψει του κόστους απονομής της δικαιοσύνης στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Καθ' ης η αίτηση δεν έτυχε δίκαιης δίκης, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση της. Επίσης, δεν έτυχε συμβουλής ότι είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε στη Δημοκρατία επίσης πάσχει, εφόσον το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, ενώ, όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του διατάγματος είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς υπογράφεται από δικηγόρο. Επιπρόσθετα η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα βασίστηκε στον Κανονισμό 44/01, ο οποίος όμως καταργήθηκε. Τέλος, συμφώνως πάντοτε των συμβουλών των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, το Αγγλικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής εφόσον ο Ενάγων στην αγωγή αξίωνε αποζημιώσεις λόγω αστικού αδικήματος. Ως ήταν αναμενόμενο η υπό κρίση αίτηση συνάντησε την ένσταση του Αιτητή, ο οποίος στις 22.02.17 καταχώρησε σχετική ειδοποίηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στους 18 λόγους ένστασης που καταγράφονται στο σώμα της ειδοποίησης. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι η ουσία τους εντοπίζεται στο ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός 44/01 και ότι πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την αναγνώριση και εκτέλεση της επίδικης απόφασης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Θ. Κωνσταντίνου, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή για να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι ο τελευταίος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δεν μπορούσε να μεταβεί στην Κύπρο λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας. Ιωαννίδου και αναφέρει ότι εκ παραδρομής καταγράφηκε στο Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ιωαννίδου) ως ημερομηνία έκδοσης της απόφασης η 19.05.15 αντί η ορθή που είναι η 22.07.
- Μετά την επίδοση της υπό κρίση αίτησης ο κ. Χ. Δημητριάδης, ο οποίος χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, επικοινώνησε με τον Άγγλο δικηγόρο του Αιτητή, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι η ορθή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είναι αυτή που αναγράφεται στο τέλος της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης Ιωαννίδου, δηλαδή η 22.07.
- Η ημερομηνία 19.05.15 καταγράφηκε διότι αναφερόταν ως ημερομηνία υπογραφής του εντύπου που υπέγραψαν οι δικηγόροι των διαδίκων και στο οποίο περιλαμβάνονταν οι όροι της συμφωνίας τους ως προς τα δικηγορικά έξοδα που θα κατέβαλλε η Καθ' ης η αίτηση. Η ημερομηνία ωστόσο που εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield και δήλωσαν την εκ συμφώνου απόφαση ήταν η 22.07.
- Ο Άγγλος δικηγόρος του Αιτητή επικοινώνησε με το Επαρχιακό Δικαστήριο του Sheffield και τους υπέδειξε το λάθος στο Πιστοποιητικό σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ως εκ τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο του Sheffield έκδωσε νέο Πιστοποιητικό στο οποίο αναγράφεται η σωστή ημερομηνία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα αρνείται τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και αναφέρει, στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους να αναπτύσσουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συμπεράσματα Θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα οι θέσεις που έχουν προβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση περί παρατυπιών της κυρίως αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα. Στα πλαίσια αυτής της ενότητας θα εξεταστούν οι θέσεις περί λανθασμένης νομικής βάσης, καταχώρησης της αίτησης μονομερώς, υπογραφής της ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε από δικηγόρο και επισύναψης ως Τεκμηρίων εγγράφων συνταγμένων στην αγγλική γλώσσα.
- Ισχυριζόμενες παρατυπίες (α) Λανθασμένη νομική βάση Η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι ο Κανονισμός 44/01 δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, καθώς καταργήθηκε από τον Κανονισμό 1215/
- Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι ο Κανονισμός 44/01 καταργήθηκε δυνάμει του άρθρου 80 του Κανονισμού 1215/
- Η εν λόγω εισήγηση της Καθ' ης αίτηση δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να επιτύχει. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Κανονισμού 1215/12 και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 66 προβλέπεται ότι ο Κανονισμός 44/01 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν πριν την 10.01.
- Παραθέτω αυτούσιο τα περιεχόμενο του προαναφερόμενου άρθρου: «
- Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμού που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου
- Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικού συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.» Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το
- Το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 22.07.16 δεν καθιστά εφαρμοστέο τον Κανονισμό 1215/12, αφού σύμφωνα με το άρθρο 66 του εν λόγω Κανονισμού όταν η απόφαση εκδίδεται σε αγωγή που ασκήθηκε πριν τις 10.01.15 εφαρμόζεται, κατά παρέκκλιση του άρθρου 80, ο Κανονισμός 44/
- (β) Καταχώρηση της αρχικής αίτησης μονομερώς Η Καθ' ης η αίτηση διαμαρτύρεται ως προς τον μηχανισμό της μονομερούς αίτησης που επέλεξε η Αιτήτρια για την καταχώρηση της αρχικής αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση επικαλείται απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd Πολ. Αίτηση 3/14 ημερομηνίας 09.05.
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη απόφαση πραγματεύτηκε τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο, Ν.121(I)/2000 και όχι τον Κανονισμό 44/
- Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στον Ν.121(Ι)/2000 και συγκεκριμένα στο άρθρο 5 αυτού ρυθμίζεται ειδικά η ακολουθητέα διαδικασία για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου. Αντιθέτως στην περίπτωση του Κανονισμού 44/01 δεν υπάρχουν εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις σε σχέση με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Επιπρόσθετα θα πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση σε σχέση με την απόφαση που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση. Η αναφορά της Καθ' ης η αίτηση στην εν λόγω απόφαση ήταν επιλεκτική, αφού στην αμέσως επόμενη παράγραφο του αποσπάσματος που παρέθεσε ο κ. Καλαβάς στην αγόρευση του αναφέρονται τα ακόλουθα από τη Μιχαηλίδου Δ.: «Είχα την ευκαιρία να εξετάσω παρόμοιας φύσεως αίτημα στην Urals Energy Public Company Limited, Πολιτική Αίτηση Αρ. 172/13, 2.10.2013, εκείνη όμως η περίσταση διαφοροποιείται από την παρούσα. Εκεί το Δικαστήριο παρά το ότι ενέκρινε την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στη βάση μονομερούς αίτησης, όρισε το διάταγμα για επίδοση στην άλλη πλευρά και κατ΄ επέκταση το δικαίωμα στο διάδικο να ακουστεί πριν εγγράψει τη διαιτητική απόφαση.» Η προαναφερόμενη απόφαση επομένως δεν βοηθά την Καθ' ης η αίτηση αφού, πέραν του ότι δεν αφορά τον Κανονισμό 44/01, στην υπό κρίση περίπτωση δόθηκαν οδηγίες όπως μη εκτελεστεί η απόφαση μέχρι την πάροδο της προθεσμίας εντός της οποίας μπορούσε να καταχωρήσει ένδικο μέσο η Καθ' ης η αίτηση. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν έχουν θεσπιστεί εθνικοί δικονομικοί κανόνες σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία στα πλαίσια του Κανονισμού 44/
- Το γεγονός αυτό όμως δεν καθιστά ανενεργό τον Κανονισμό 44/
- Εν προκειμένω εφαρμόζονται κατ' αναλογία όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc
(1999)1 A.A.Δ 124: «Στην Κύπρο δεν έγιναν ειδικοί κανόνες για εφαρμογή της Σύμβασης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία παρέχει. Σημαίνει μόνο ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση εφόσον δεν έχει γίνει πρόνοια γι' αυτό το σκοπό. Παρέχουν ωστόσο τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως "petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση. Τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση προς έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, κατόπιν διαπίστωσης της ύπαρξης των προαπαιτούμενων που, σύμφωνα με το Άρθρο III της Σύμβασης, πρέπει να παρουσιάσει ο δικαιούχος και της μη εμφανούς ύπαρξης κωλύματος. Διατηρήθηκε στην άλλη πλευρά η δυνατότητα να αντιταχθεί και να ακουστεί σε ζητήματα που αυτή θα έθετε βάσει του Άρθρου V.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως καταμαρτυρεί ο τύπος επί του οποίου καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση, επιλέγηκε ο μηχανισμός της Δ.48. Νομολογιακά έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Δ.48 ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε την απομάκρυνση Διαιτητή με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, ειπώθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Καθίσταται αναγκαίο να προσδιορίσουμε τα μέσα, που προκρίνουν οι Θεσμοί, για την υποβολή αιτήματος για την απομάκρυνση διαιτητή, που ορίζεται σε συμφωνηθείσα διαιτησία. Εξουσία για τη μετακίνησή του παρέχεται από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4, (ο «Νόμος»). προβλέπεται, ειδικά, από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(2). Το ίδιο εδάφιο παρέχει εξουσία για την αποκήρυξη συμφωνίας για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εφεσειόντων. Και οι δύο θεραπείες μπορεί, όπως το Άρθρο 14
(2)ορίζει, να ζητηθούν με «αίτηση» ("application"), που υποβάλλεται από πρόσωπο που αποτελεί μέρος στη συμφωνία διαιτησίας. Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.» Έχοντας επομένως υπόψη μου τα πιο πάνω αναφερόμενα, θεωρώ ότι προσφέρεται η διαδικασία της Δ.48 για την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς δεν πλήττει την εγκυρότητα της διαδικασίας. Καταρχάς συνάγεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 41 του Κανονισμού 44/01 ότι κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης για κήρυξη της εκτελεστότητας δεν δίδεται λόγος στον διάδικο εναντίον του οποίου επιχειρείται η εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση απόφασης. Συγκεκριμένα το άρθρο 41 προβλέπει ότι στο στάδιο αυτό δεν δύναται ο εν λόγω διάδικος να καταθέσει προτάσεις. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λανθασμένη η επιλογή της καταχώρησης της αρχικής αίτησης μονομερώς. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν επηρεάστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Αυτό διότι δόθηκαν οδηγίες για επίδοση του διατάγματος αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης και ταυτόχρονα οδηγίες να μην εκτελεστεί η απόφαση μέχρι την πάροδο της προθεσμίας του ενός μήνα εντός του οποίου μπορούσε να καταχωρήσει ένδικο μέσο η Καθ' ης αίτηση και σε περίπτωση καταχώρησης του μέχρι την εκδίκαση του. Τα πιο πάνω αναφερόμενα απαντούν και στην εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση περί παράβασης του καθήκοντος αποκάλυψης από μέρους του Αιτητή. Καταρχάς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, εφόσον ουσιαστικά δεν χορηγήθηκε θεραπεία στην απουσία της άλλης πλευράς. Σε κάθε ωστόσο περίπτωση δεν υπήρξε απόκρυψη από μέρους του Αιτητή, καθώς όλα τα έγγραφα που έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την κυρίως αίτηση (βλ. άρθρο 53 του Κανονισμού 44/01) παρουσιάστηκαν από τον Αιτητή. (γ) Υπογραφή της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αρχική αίτηση από δικηγόρο Η Καθ' ης αίτηση υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση της κας Α. Ιωαννίδου είναι παράτυπη και θα πρέπει να αγνοηθεί εφόσον αυτή έγινε από δικηγόρο. Στην αγόρευση δε του ευπαίδευτου συνηγόρου της αναφέρεται ότι την ίδια τύχη θα πρέπει να έχει και η ένορκη δήλωση της κας Θ. Κωνσταντίνου η οποία υποστηρίζει την ένσταση της Αιτήτριας. Είναι ορθή η επισήμανση του κ. Καλαβά ότι δεν ενδείκνυται οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις για λογαριασμό των πελατών τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει το ανεπιθύμητο τέτοιων ενεργειών. Παρά ταύτα το ανεπιθύμητο δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε αποκλεισμό των ενόρκων δηλώσεων όταν ενόρκως δηλούντες είναι δικηγόροι. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος." Στην προκείμενη περίπτωση η κα. Ιωαννίδου αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και ότι εξουσιοδοτήθηκε για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Παράλληλα αναφέρει στην παράγραφο 2 τον λόγο για τον οποίο ο Αιτητής δεν μπορούσε να ταξιδεύσει στην Κύπρο και αναφέρει τις πηγές από τις οποίες έλαβε πληροφορίες για να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση. Τα ίδια ισχύουν και για την ένορκη δήλωση της κας. Κωνσταντίνου, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν πάσχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οι ένορκες δηλώσεις των Ιωαννίδου και Κωνσταντίνου. Ειδικότερα όσον αφορά τη δεύτερη επισημαίνω ότι στην περίπτωση της δεν τίθεται ούτε και το ζήτημα της δικηγορικής ιδιότητας. (δ) Επισύναψη Τεκμηρίων στην Αγγλική γλώσσα Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι είναι αδιανόητη η καταχώρηση εγγράφων σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας που σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον περί Επισήμων Γλωσσών Νόμο, Ν.67/88, είναι η Ελληνική και η Τουρκική. Η εισήγηση του κ. Καλαβά όμως παραγνωρίζει το άρθρο 5
(1)του Ν.67/88, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.» Αναφορικά με το προαναφερόμενο άρθρο λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Τόσκας ν. BNP PARIBAS (CYPRUS) LTD
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1962: «Το άρθρο 5 του Νόμου δημιουργώντας εξαίρεση στις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Συντάγματος, επιτρέπει την αποδοχή ως αποδεικτικού μέσου οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα. Δια του εδαφίου
(2)δίδεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να διατάξει μετάφραση αν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης." Ενόψει των πιο πάνω είναι καθ' όλα επιτρεπτή η προσαγωγή, ως αποδεικτικού μέσου, οποιουδήποτε εγγράφου συνταγμένου σε ξένη γλώσσα. Σημειώνω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν κρίθηκε αναγκαία η μετάφραση των εν λόγω εγγράφων εφόσον δεν τέθηκε ζήτημα αδυναμίας κατανόησης τους ούτε από το ίδιο το Δικαστήριο, αλλά ούτε και από την Καθ' ης η αίτηση.
- Κανονισμός 44/01 Μετά την επίλυση των πιο πάνω διαδικαστικών ζητημάτων, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων που με βάση τον Κανονισμό 44/01 καθιστούν απαγορευμένη την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης. Το άρθρο 34 του Κανονισμού 44/01 προβλέπει περιοριστικά τους λόγους για τους οποίους δεν αναγνωρίζεται μία απόφαση. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: "Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
- αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως
- αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει
- αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως
- αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως." Περαιτέρω, μία απόφαση δεν αναγνωρίζεται όταν έχουν παραβιασθεί οι κανόνες σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων, συμβάσεις καταναλωτών και αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας (βλ. άρθρο 35 του Κανονισμού 44/01). Σημειώνω ότι οι περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 35 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Η Καθ' ης η αίτηση επικεντρώνει την επιχειρηματολογία της στους δύο πρώτους λόγους του άρθρου 34, ήτοι στο ότι η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κύπρου και ότι δεν έγινε επίδοση της αγωγής. (α) Δημόσια τάξη Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η πελάτισσα του δεν έτυχε δίκαιης δίκης ενώπιον του Βρετανικού Δικαστηρίου, καθώς το κόστος απονομής της δικαιοσύνης ήταν τεράστιο. Το γεγονός αυτό επηρέασε την ικανότητα και τη δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση στην παρουσίαση της υπεράσπισης της κατά τρόπο πλήρη και ικανοποιητικό. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώην ΔΕΚ και τώρα ΔΕΕ) η έννοια της «δημόσιας τάξης» πρέπει να ερμηνεύεται στενά, εφόσον συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη ενός εκ των βασικών σκοπών του Κανονισμού 44/01 που είναι η απλοποίηση των διαδικασιών αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων (C-420/07 Apostolides v. Orams, ημερομηνίας 28.04.09). Στην Apostolides v. Orams, το Δικαστήριο έκρινε μάλιστα ότι η επιφύλαξη της «δημόσιας τάξης» πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην υπόθεση C-320/13 FlyLAL-Lithuanian Airlines AS, υπό εκκαθάριση ν. Starptautiskā lidosta Rīga VAS, Air Baltic Corporation AS, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 34.1 του Κανονισμού 44/01 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Σημειωτέον κατ' αρχάς ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 του κανονισμού 44/2001, το σύστημα αναγνωρίσεως και εκτελέσεως το οποίο προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εμπιστοσύνη αυτή απαιτεί όχι μόνο να αναγνωρίζονται οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αυτοδικαίως και σε άλλο κράτος μέλος, αλλά και να είναι αποτελεσματική και ταχεία η διαδικασία με την οποία οι οικείες αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστές στο τελευταίο αυτό κράτος. Η σχετική διαδικασία, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 44/2001, θα πρέπει να συνίσταται σε έναν απλό τυπικό έλεγχο των εγγράφων που απαιτούνται για την κήρυξη της εκτελεστότητας στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση (βλ., σχετικώς, απόφαση Prism Investments, C‑139/10, EU:C:2011:653, σκέψεις 27 και 28). Υπενθυμίζεται εν συνεχεία ότι, κατά το άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Οι λόγοι μη αναγνωρίσεως που προβλέπονται από τα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού είναι συγκεκριμένοι. Η απαρίθμηση δηλαδή των διάφορων λόγων, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά, είναι εξαντλητική (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Αποστολίδης, EU:C:2009:271, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Prism Investments, EU:C:2011:653, σκέψη 33). Τέλος, κατά πάγια νομολογία, μολονότι τα κράτη μέλη παραμένουν κατ' αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν, δυνάμει της επιφυλάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 και σύμφωνα με τις εθνικές τους αντιλήψεις, τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως, εντούτοις τα όρια της έννοιας αυτής αποτελούν ζήτημα της ερμηνείας του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι μεν αρμόδιο να ορίσει το περιεχόμενο της έννοιας «δημόσια τάξη κράτους μέλους», πλην όμως οφείλει να ελέγξει τα όρια εντός των οποίων ο εθνικός δικαστής κράτους μέλους μπορεί να ανατρέξει στην έννοια αυτή προκειμένου να μην αναγνωρίσει απόφαση δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Krombach, C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψεις 22 και 23, καθώς και Renault, C‑38/98, EU:C:2000:225, σκέψεις 27 και 28). ................................... Η επίκληση της ρήτρας δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση όπου η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Προκειμένου να τηρείται η απαγόρευση του επί της ουσίας ελέγχου της αλλοδαπής αποφάσεως, η παραβίαση θα πρέπει να συνίσταται είτε σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος θεωρείται ουσιώδης στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως είτε σε προσβολή δικαιώματος το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες στην ίδια έννομη τάξη (βλ. απόφαση Αποστολίδης, EU:C:2009:271, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Το ότι το κόστος απονομής της δικαιοσύνης σε ένα κράτος μέλος είναι υψηλότερο συγκριτικά με ένα άλλο δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να οδηγεί σε συμπέρασμα περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και κατ' επέκταση σε επίκληση της ρήτρας της δημόσιας τάξης. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ρήγμα στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως ακόμα και αν το κόστος απονομής δικαιοσύνης στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι υψηλότερο από αυτό της Κύπρου, το γεγονός αυτό δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε άρνηση αναγνώρισης της απόφασης επί του ότι αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κύπρου. Ειδικότερα όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση επισημαίνω ότι οι σχετικές αναφορές της Καθ' ης η αίτηση περί τεράστιου κόστους και επηρεασμού της υπεράσπισης της παρέμειναν γενικοί. Στην ένορκη δήλωση δεν προβάλλεται οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με το ύψος των εξόδων των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε μνεία ως προς το αν υπήρχε δυνατότητα παροχής δωρεάν νομικής αρωγής. (β) Επίδοση εγγράφων Όπως προκύπτει από το άρθρο 34.2 του Κανονισμού 44/01, μία απόφαση δεν αναγνωρίζεται όταν ο Εναγόμενος έχει ερημοδικήσει. Στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί ερημοδικίας της Καθ' ης η αίτηση. Η τελευταία, όπως και η ίδια παραδέχεται, εμφανίστηκε ενώπιον του Βρετανικών Δικαστηρίων και η επίδικη απόφαση εκδόθηκε με τη δική της σύμφωνη γνώμη (βλ. παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, καθώς και το Τεκμήριο 5). Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το κείμενο της απόφασης στην οποία αναφέρεται ότι εκδίδεται εκ συμφώνου. Περαιτέρω, από τη στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε, έλαβε γνώση των διαδικασιών και έλαβε μέρος στη δικαστική διαμάχη δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί. Αν νιώθει αδικημένη από την απόφαση και τη διευθέτηση στην οποία η ίδια συναίνεσε είναι ζήτημα διαφορετικό από το κατά πόσο η επίδικη απόφαση συγκεντρώνει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορέσει να τύχει αναγνώρισης δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 44/
- Επίσης το κατά πόσο οι δικηγόροι της την ενημέρωσαν για την έκδοση της απόφασης ή όχι δεν άπτεται των προνοιών του Κανονισμού 44/01, αλλά των σχέσεων της ίδιας και των δικηγόρων της.
- Διεθνής Δικαιοδοσία Η Καθ' ης η αίτηση πέραν των ζητημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 34 του Κανονισμού 44/01, επικαλείται και ζήτημα έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Βρετανικών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 35.3 του Κανονισμού 44/01 δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω (βλ. σελ. 14) και οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Επίσης το άρθρο 35.3 προβλέπει ότι οι σχετικοί με τη διεθνή δικαιοδοσία κανόνες δεν αφορούν τη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 34.
- Απόλυτα σχετικό με τα πιο πάνω είναι και το άρθρο 24 του Κανονισμού 44/01 το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο Εναγόμενος παρίσταται με την καταχώριση εμφάνισης αποκτά δικαιοδοσία, εκτός αν η εμφάνιση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο Δικαστήριο με αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο
- Επομένως, εφόσον η Καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε ενώπιον των Βρετανικών Δικαστηρίων χωρίς μάλιστα να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία τους δεν μπορεί δυνάμει και των άρθρων 35.3 και 24 να εγείρει σε αυτό το στάδιο θέμα διεθνούς δικαιοδοσίας.
- Υπόσταση της απόφασης Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν υφίσταται εναντίον της καμία απόφαση ημερομηνίας 19.05.15 και ότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω απόφαση δεν εμπίπτει στον ορισμό της «δικαστικής απόφασης». Η εν λόγω θέση αναλύεται σε δύο πυλώνες. Αφενός ότι δεν υπάρχει απόφαση με ημερομηνία έκδοσης την 19.05.15 και αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω απόφαση δεν εμπίπτει στον ορισμό της «δικαστικής απόφασης» κατά την έννοια του Κανονισμού εφόσον πρόκειται για συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ξεκινώντας από το πρώτο επιμέρους ζήτημα, αυτό δηλαδή της ημερομηνίας, παρατηρώ ότι είναι ορθή η εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση ότι η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δεν είναι η 19.05.
- Επομένως η αναφορά στην κυρίως αίτηση σε απόφαση ημερομηνίας 19.05.15 και κατ' επέκταση στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.10.16 είναι λανθασμένη. Σημειώνεται ότι το προαναφερόμενο γεγονός το αναγνωρίζει και ο Αιτητής, αφού στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης αναφέρεται ότι εκ λάθους καταγράφηκε στην κυρίως αίτηση η ημερομηνία 19.05.
- Το λάθος προέκυψε από το Πιστοποιητικό του Δικαστηρίου του Sheffield στο οποίο αναγραφόταν η εν λόγω ημερομηνία (βλ. Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ιωαννίδου). Μάλιστα στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α νέο Πιστοποιητικό εκδοθέν από το εν λόγω Δικαστήριο στο οποίο αναγράφεται η ορθή ημερομηνία, ήτοι η 22.07.
- Το ερώτημα επομένως είναι κατά πόσο η λανθασμένη αναφορά στην ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μπορεί να θεραπευθεί, ως η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή. Η παρούσα περίπτωση είναι, κατά την άποψη μου, κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και να διορθωθεί η λανθασμένη αναγραφή της ημερομηνίας στην κυρίως αίτηση και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.10.
- Αυτό διότι είναι εμφανές ότι η πρόθεση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε το διάταγμα του ημερομηνίας 21.10.16 ήταν η αναγνώριση της απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση με αριθμό 1UC66855 του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κας. Ιωαννίδου και σε αυτήν αναγράφεται η ορθή ημερομηνία 22.07.
- Από την άλλη ουδεμία βλάβη προέκυψε στην πλευρά της Καθ' ης η αίτηση, αφού τόσο από το περιεχόμενο της κυρίως αίτησης, όσο και από το ίδιο το Διάταγμα του Δικαστηρίου ήταν φανερό σε ποια υπόθεση και απόφαση αναφέρονταν. Άλλωστε, τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την υπό κρίση αίτηση, αφού σε κανέναν σημείο δεν φαίνεται να υπάρχει σύγχυση στην Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την απόφαση που αναφέρεται στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.10.
- Κατά συνέπεια θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να διορθωθεί η λανθασμένη ημερομηνία. Στην υπόθεση Μ. ΜΟΝΙΑΤΗ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ
(2009)1Α Α.Α.Δ 557 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.25 θ.6: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθεί, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται από τη Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και κατά την άσκηση της σχετικής συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικονομική πρόνοια αλλά και τη σχετική συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, είναι επιτρεπτή η προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου απόφασης στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (Δέστε: Γεωργίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1043, Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1Α.Α.Δ. 179 και E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443). Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παλιά αγγλική O.28, r.11, το δικαστήριο έχει εξουσία διόρθωσης τόσο γραμματικών λαθών, σε αποφάσεις ή διατάγματα των δικαστηρίων, όσο και λαθών που πηγάζουν από τυχαία αβλεψία (accidental slip) ή παράλειψη.» Η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την τροποποίηση της Δ.25 με τους Δ.Κ. 06.02.15 και 13.05.15, ωστόσο θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από αυτήν καθώς η ουσία της Δ.25 θ.6 δεν έχει αλλάξει. Μάλιστα, από τη σύγκριση της παλαιάς και της νέας Δ.25 θ.6 προκύπτει ότι μετά την τροποποίηση της η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρύτερη και μπορεί να ασκηθεί και με προφορική αίτηση. Εν προκειμένω υποβλήθηκε προφορική αίτηση μέσω της αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων του Αιτητή. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ υπό τις περιστάσεις ορθό και δίκαιο όπως διορθωθεί η κυρίως αίτηση και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.10.16 έτσι ώστε να ζητείται και να διατάσσεται αντίστοιχα η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 22.07.16 (αντί 19.05.15) στην υπόθεση με αριθμό 1UC66855 του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου. Το δεύτερο τώρα επιμέρους ζήτημα που θίγει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση αφορά το γεγονός ότι η απόφαση αποτελεί τη συμφωνία των διαδίκων. Αν και δεν αναπτύσσεται η συγκεκριμένη αναφορά στην αγόρευση του κ. Καλαβά είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι δυνάμει του άρθρου 32 του Κανονισμού 44/01 ως απόφαση «..νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους μέλους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από το γραμματέα.» Το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου (by consent) δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι πρόκειται περί απόφασης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στον Κανονισμό 44/01 υπάρχουν ειδικές πρόνοιες όσον αφορά τους «δικαστικούς συμβιβασμούς» (βλ. άρθρο 58). Η έννοια του δικαστικού συμβιβασμού εξετάστηκε στην υπόθεση C-414/92 Solo Kleinmotoren GmbH v. Emilio Boch. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο Κανονισμός 44/01. Ωστόσο οι σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης των Βρεξυλλών του 1968 είναι πανομοιότυπες επί του επίμαχου ζητήματος με αυτές του Κανονισμού 44/01 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από όσα λέχθηκαν στην προαναφερόμενη υπόθεση. Στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα και συγκεκριμένα στις παραγράφους 29 και 30 γίνεται διαχωρισμός μεταξύ της κατάρτισης συμβιβασμού και της δικαστικής απόφασης που διαπιστώνει τη συμφωνία των διαδίκων. Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Κατά τη SOLO KM, σε όλα τα κράτη μέλη προβλέπεται η δυνατότητα περατώσεως της δίκης κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων. Σε πολλά όμως κράτη μέλη αυτό δεν συμβαίνει με την κατάρτιση "συμβιβασμού", αλλά με "δικαστική απόφαση που διαπιστώνει τη συμφωνία των διαδίκων"
(2). Τούτο συμβαίνει π.χ. στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Πρόκειται δηλαδή κατ' αρχήν για το ίδιο φαινόμενο στην πράξη, απλώς διαφέρουν από κράτος σε κράτος ο χαρακτηρισμός του και ορισμένες λιγότερο σημαντικές λεπτομέρειες. Αν, στην περίπτωση αυτή, θεωρηθεί ως κριτήριο ο χαρακτηρισμός ή η ονομασία και όχι το περιεχόμενο, η μεταχείριση των αποφάσεων από τα συμβαλλόμενα κράτη θα ήταν μεν τυπικά η ίδια, στην πραγματικότητα όμως θα αντιμετωπίζονταν δυσμενέστερα τα κράτη που χαρακτηρίζουν ως συμβιβασμό τον τρόπο αυτό περατώσεως της δίκης, ο οποίος αποτελεί απόρροια, μεταξύ άλλων, της ελευθερίας των συμβάσεων.
- Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι τόσο βαρύνον, ώστε να γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνει η SOLO KM. Από τα στοιχεία που διαθέτω δεν προκύπτει ότι οι δύο αυτοί τρόποι περατώσεως της δίκης διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε ορισμένες λιγότερο σημαντικές λεπτομέρειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, επί του παρόντος ο δικαστικός συμβιβασμός δεν αποκτά σε κανένα συμβαλλόμενο κράτος ισχύ δεδικασμένου, ενώ η "δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η συμφωνία των διαδίκων" μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 30, παράγραφος 1, η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν επιβάλλει μεν την τελεσιδικία ως προϋπόθεση της αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, αλλ' εν γένει συνιστά ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων περατώσεως της δίκης το γεγονός ότι ο ένας ουδέποτε μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, ενώ ο άλλος αποκτά κατά κανόνα, άλλοτε νωρίτερα και άλλοτε αργότερα, την ισχύ αυτή. Επιπλέον, για την κατάρτιση των συμβιβασμών δεν τηρούνται κατά κανόνα οι ίδιες προϋποθέσεις και δεν παρέχονται συνεπώς οι ίδιες ακριβώς εγγυήσεις όπως για τις δικαστικές αποφάσεις, ο δε δικαστικός συμβιβασμός δεν περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής αποφάσεως.» Επομένως από τη στιγμή που μία συμφωνία περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί απλό δικαστικό συμβιβασμό. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση, αφού ο προτεινόμενος συμβιβασμός αποτέλεσε τη διαταγή του Δικαστηρίου του Sheffield (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της κας Ιωαννίδου). Το γεγονός ότι μία απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου δεν παύει από το να αποτελεί απόφαση επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου Landhurst Leasing Plc v. Marcq [1988] I.L.Pr.822, στην οποία αφoύ έγινε αναφορά και στη Solo Kleinmotoren GmbH v. Emilio Boch ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «[36] The agreement between Solo and Mr Boch which compromised the first proceedings is set out in the court's judgment, but the court does not state whether it was authenticated or amounted to a court settlement, though apparently it regarded some of the terms as *831 enforceable under Article
- Mr Lord founds his argument on paragraphs [17] and [18] of the Court's judgment which state:
- It follows from the foregoing that in order to be a 'judgment' for the purposes of the Convention the decision must emanate from a judicial body of a Contracting State deciding on its own authority on the issues between the parties.
- That condition is not fulfilled in the case of a settlement, even if it was reached in a court of a Contracting State and brings legal proceedings to an end. Settlements in court are essentially contractual in that their terms depend first and foremost on the parties intention .. [37] He therefore argues that as the judgment in this case was entered as part of an agreement in the court proceedings, the judgment did not emanate from a judicial body deciding the issue between the parties on its own authority. In my view, those observations of the European Court of Justice, though relevant to the case in which they were made, were not intended to attenuate the meaning of the present case was not a judgment within Article
- A judgment entered by consent or in default is nonetheless a judgment.» Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Το Διάταγμα ημερομηνίας 21.10.16 τροποποιείται έτσι ώστε να διατάσσεται η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 22.07.16 στην υπόθεση με αριθμό 1UC66855 του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final/Κανονισμός ΕΚ 44/01 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο