VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. Μαρίας Θεοφίλου, Αρ. Αγωγής: 1497/2016, 26/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1497/2016 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστικής Επιτροπής του κτιριακού συγκροτήματος Basilica Court, από την Πάφο Εναγόντων - και - Μαρίας Θεοφίλου, από την Πάφο Εναγόμενης ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 22.3.2017 Ημερομηνία: 26.10.2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Δημοσθένους Για ενάγοντες 1 - καθ' ων η αίτηση: κα Ζαχαρία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την αγωγή, οι ενάγοντες είναι διαχειριστές και/ή διαχειριστική επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος Basilica Court στην Πάφο και/ή ασκούν τη διαχείριση του εν λόγω κτιριακού συγκροτήματος και/ή των κοινόχρηστων χώρων και/ή παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση με αυτό, κατ' εντολή και/ή προς όφελος της διαχειριστικής επιτροπής και/ή των ιδιοκτητών του συγκροτήματος κ.ο.κ.. Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη ήταν και/ή είναι ιδιοκτήτρια και/ή ενοικιάστρια και/ή είχε το δικαίωμα κατοχής των ακινήτων και/ή μονάδων και/ή διαμερισμάτων με αριθμό 103 και/ή 303 και/ή 107 και/ή 207 και/ή 104 και/ή 209 και/ή 305 τα οποία βρίσκονται στο παραπάνω κτιριακό συγκρότημα. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης είναι για συνολικό ποσό των €25.278,
- Το ποσό αυτό αποτελεί την αναλογία κοινοχρήστων εξόδων για κάθε ένα από τα παραπάνω διαμερίσματα της εναγόμενης, για την περίοδο από 1/7/2007 μέχρι και 31/12/2015, αναλυτικά, ως ακολούθως:
- Διαμέρισμα με αριθμό 103, €2.685,
- Διαμέρισμα με αριθμό 303, €2.376,
- Διαμέρισμα με αριθμό 107, €2.307,
- Διαμέρισμα με αριθμό 207, €2.777,
- Διαμέρισμα με αριθμό 104, €4.193,
- Διαμέρισμα με αριθμό 209, €4.492,
- Διαμέρισμα με αριθμό 305, €6.445,
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/10/2016 και επιδόθηκε (προσωπικά) νομότυπα στην εναγόμενη, στις 30/1/
- Οι ενάγοντες, στις 17/2/2017 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της, επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας, των 10 ημερών, από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Στις 2/3/2017 που η αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων 1 και εναντίον της εναγόμενης, ως η απαίτηση, πλέον τόκοι και έξοδα. Κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η αγωγή, σε σχέση με τους ενάγοντες 2 απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Η εναγόμενη, στις 22/3/2017 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται και στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Οι ενάγοντες, στις 9/6/2017 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, αποτελούμενη από 11 λόγους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, όπως αναφέρεται στο σώμα της εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Κόλιαρου καθώς και στους φακέλους της δικογραφίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, θεμελιακή βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης υπάρχει πλούσια νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στις σελίδες 748 και 749 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος, στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, στη σελ. 31 αναφέρεται ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/09, ημερομηνίας 24/1/2014 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapasv. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «primafacie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Αναφορικά με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Με τους 6ο και 8ο λόγους ένστασης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη δεν έχει δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να καταχωρήσει εμφάνιση, σε βαθμό που συνιστά περιφρόνηση των δικαιωμάτων τους. Οι παραπάνω λόγοι ένστασης είναι τελείως αβάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η ενάγουσα είναι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού, ενώ τα ακόλουθα απορρέουν είτε από το φάκελο της υπόθεσης είτε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ίδιας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η αγωγή της επιδόθηκε στις 30/1/
- Απ' εκεί και πέρα, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση είναι από την Αθήνα και το κλητήριο της επιδόθηκε μια μέρα προτού αναχωρήσει για την Αθήνα. Συγκεκριμένα, την επομένη 31/1/2017 μετέβη επειγόντως στην Αθήνα, λόγω ξαφνικού θανάτου προσώπου του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος με το οποίο η ίδια και ο σύζυγός της διατηρούσαν φιλικές και οικογενειακές σχέσεις επί τριακονταετίας. Η κηδεία έγινε στις 2/2/2017 και το 40ήμερο μνημόσυνο, στο οποίο επίσης παρέστη μαζί με το σύζυγό της, στις 12/3/
- Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται και με διάφορα τεκμήρια τα οποία η εναγόμενη επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Στις 3/2/2017 παρουσίασε λιποθυμικό επεισόδιο και διακομίστηκε στο νοσοκομείο «Υγεία» στην Αθήνα για εξέταση και αντιμετώπιση. Όπως αναφέρεται γι αυτή στη σχετική ιατρική βεβαίωση του θεράποντος γιατρού της (τεκμήριο Ε στην ένορκη της δήλωση), η ασθενής έχει ιστορικό ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου το 2005, υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας και είναι σε πολλαπλή φαρμακευτική αγωγή. Έχει επίσης ιστορικό παρόμοιων λιποθυμικών επεισοδίων με κακώσεις κάτω άκρων, για τα οποία νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Υγεία» από τις 23/11/2016 μέχρι και τις 25/11/
- Από την εξέτασή της, στις 3/2/2017 διαπιστώθηκε ορθοστατική υπόταση και κακώσεις στα γόνατα, λόγω πτώσης. Συνεστήθη κατάλληλη τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής, παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, αποφυγή μετακινήσεων επί δεκαπενθήμερο και επανεξέταση. Στις 20/2/2017, της έγινε επανεξέταση και διαπιστώθηκε ότι επιμένει το πρόβλημα της ορθοστατικής υπότασης καθώς και οι κακώσεις στα γόνατα. Έγινε νέα τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής και συνεστήθη παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και αποφυγή μετακινήσεων επί 14 μέρες ακόμη. Όπως αναφέρει η ίδια στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης, συνεπεία των πιο πάνω παρέμεινε κλινήρης για περίπου ένα μήνα, ενώ με την παράγραφο 8 ισχυρίζεται ότι ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Κύπρο έγκαιρα προκειμένου να αναζητήσει δικηγόρο να την υπερασπίσει και να καταχωρήσει εμπρόθεσμα εμφάνιση στην αγωγή. Δεδομένου ότι αυτή είναι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού και η αγωγή της επιδόθηκε μια μέρα προτού επιστρέψει επειγόντως στην Αθήνα για να παραστεί στην κηδεία του προσφιλούς της προσώπου και λαμβάνοντας υπόψη ότι τρεις μέρες αργότερα (στις 3/2/2017) αντιμετώπισε και το προαναφερθέν πρόβλημα υγείας για το οποίο διακομίστηκε στο νοσοκομείο «Υγεία», όπου, κατόπιν οδηγιών του θεράποντος γιατρού της, μεταξύ άλλων θα έπρεπε να αποφεύγει τις μετακινήσεις, περίπου μέχρι και τις 6/3/2017 και χωρίς να παραγνωρίζω και τα διάφορα άλλα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, θεωρώ την παράλειψή της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή όλη αυτή την περίοδο, καθόλα δικαιολογημένη. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόντων δε με βρίσκει σύμφωνο. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα γι αυτούς της παραγράφου 9 της δικής του ένορκης δήλωσης, ότι η εναγόμενη είναι κύπρια, έχει πολλούς συγγενείς στην Κύπρο καθώς και ακίνητα και θα μπορούσε να ζητήσει έστω τηλεφωνικά τη βοήθεια κάποιου για να διορίσει δικηγόρο και να την αντιπροσωπεύσει στη διαδικασία, με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι παραβλέπει και την ανθρώπινη διάσταση του θέματος καθώς και την εν γένει κατάσταση στην οποία τελούσε η εναγόμενη όλη αυτή την περίοδο, την οποία, ουδόλως μπορώ να παραγνωρίσω, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και πόσο άμεση ήταν η αντίδρασή της στη συνέχεια, δεδομένου του σύντομου χρόνου που μεσολάβησε από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Θεωρώ λοιπόν καθ' όλα δικαιολογημένο, το γεγονός ότι η εναγόμενη, ιεραρχώντας τις προτεραιότητές της, υπό το βάρος των δοσμένων συνθηκών στις οποίες είχε βρεθεί τελείως απρόσμενα, καταρχήν επέλεξε να παραστεί στην κηδεία του προσφιλούς της προσώπου και ακολούθως να αφοσιωθεί στο πρόβλημα υγείας που της έτυχε καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό, αντί - αδιαφορώντας είτε για το ένα είτε για το άλλο είτε και για τα δυο - να σπεύσει άμεσα προς αναζήτηση δικηγόρου για σκοπούς καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή. Κάτι που εν πάση περιπτώσει, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει φαίνεται να επιχείρησε - ανεπιτυχώς - την 1/3/
- Των παραπάνω λεχθέντων, εξ αντικειμένου καταρρίπτεται και ο 4ος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η εναγόμενη αμέλησε να καταχωρήσει έγκαιρα την υπό κρίση αίτηση καθώς και μέρος του 6ου λόγου με τον οποίο της αποδίδεται ότι καθυστέρησε να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 2/3/2017, η εναγόμενη, περίπου μέχρι και τις 6/3/2017, κατόπιν οδηγιών του θεράποντος γιατρού της στην Ελλάδα θα έπρεπε να αποφεύγει τις μετακινήσεις και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/3/
- Δηλαδή, μόλις 20 μέρες μετά την έκδοση της απόφασης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ό,τι απομένει προς εξέταση είναι ο 5ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εναγόμενη δεν έχει αποδείξει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και/ή καλή υπεράσπιση. Η εναγόμενη προκειμένου να με πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, στην ένορκη της δήλωση αναφέρει τα εξής: Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πληροφορείται έχει καλή και δίκαιη υπεράσπιση και το Δικαστήριο πρέπει να της δώσει το δικαίωμα να την καταχωρήσει καθότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση είναι υπερβολικό και συμπεριλαμβάνει μεγάλες υπερχρεώσεις (παράγραφος 19). Περαιτέρω, οι ενάγοντες για αρκετά χρόνια δεν προέβαιναν σε κατάλληλη συντήρηση των κοινόκτητων χώρων με αποτέλεσμα το όλο συγκρότημα των διαμερισμάτων να βρίσκεται σε αποσύνθεση και κακή κατάσταση και απώτερη συνέπεια τούτων ήταν να υπάρξει υποβάθμιση των διαμερισμάτων της και να μην είναι σε θέση να ενοικιάζονται και έτσι να υποστεί απώλειες και ζημιές για τις οποίες επιφυλάσσει τα δικαιώματά της. Επισυνάπτει επιστολή του προηγούμενου δικηγόρου της, ημερομηνίας 8/7/2014 ως τεκμήριο Η (παράγραφος 20). Παρατηρώ τα εξής: Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της εναγόμενης, της παραγράφου 19 της ένορκης της δήλωσης ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση είναι υπερβολικό και συμπεριλαμβάνει μεγάλες υπερχρεώσεις, δεν αποκαλύπτει άνευ άλλου εκ πρώτης όψεως καλή ή γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή. Αφής στιγμής η αγωγή - καθώς και η σχετική η απόφαση - αφορά σε συγκεκριμένο ποσό χρημάτων υπό μορφή αναλογούντων κοινοχρήστων εξόδων, για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και για κάθε ένα από τα 7 διαμερίσματα της εναγόμενης επί του επίδικου κτιριακού συγκροτήματος, αυτή, η οποία ισχυρίζεται ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση είναι υπερβολικό και συμπεριλαμβάνει μεγάλες υπερχρεώσεις, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει προκειμένου να προσδώσει κάποιο βαθμό πειστικότητας στον επί του προκειμένου ισχυρισμό της ήταν να επεξηγήσει με αναφορά σε ποσό χρημάτων για κάθε διαμέρισμα, σε τι συνίστανται οι μεγάλες υπερχρεώσεις που καθιστούν το ποσό της απόφασης υπερβολικό. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι με βάση το εμβαδόν του τάδε διαμερίσματός της, το ποσό κοινοχρήστων εξόδων και/ή δαπανών που της αναλογεί δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην αγωγή και για το οποίο εκδόθηκε απόφαση στην απουσία της, αλλά κάποιο άλλο - συγκεκριμένο - μικρότερο ποσό. Θα μπορούσε ακόμη να ισχυριστεί ότι κάποιο άλλο διαμέρισμα, με μεγαλύτερο ή ίδιο εμβαδόν από κάποιο δικό της, την ίδια (επίδικη) περίοδο χρεώθηκε με μικρότερο ποσό κοινοχρήστων εξόδων από το δικό της. Τέλος, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι συγκεκριμένη υπηρεσία ή εργασία (όπως αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης) για την οποία οι ενάγοντες την έχουν χρεώσει υπό μορφή κοινοχρήστων εξόδων, δεν υφίσταται. Προστίθενται και τα εξής: Ενώ η αγωγή αφορά τα κοινόχρηστα έξοδα που αναλογούν για κάθε ένα από τα 7 διαμερίσματά της, για την περίοδο από 1/7/2007 μέχρι 31/12/2015, δηλαδή για περίοδο 8 και πλέον χρόνων, η τότε δικηγόρος της, με την πρώτη επιστολή της προς τη δικηγόρο των εναγόντων, ημερομηνίας 7/3/2017, την παρακαλεί απλώς να της αποστείλει αναλυτικά τις μηνιαίες καταστάσεις τιμολογίων των κοινόχρηστων εργασιών και εξόδων τους, για τα επίδικα διαμερίσματα και για την επίδικη περίοδο και τούτο, με σκοπό την εξώδικη επίλυση της διαφορά τους, παρότι είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγόμενης από τις 2/3/2017, γεγονός το οποίο, από το περιεχόμενο των παραγράφων 12 μέχρι 15 της ένορκης της δήλωσης, συνάγεται ότι πληροφορήθηκε την ίδια μέρα. Περαιτέρω, η τότε δικηγόρος της, με νέα επιστολή της προς τη δικηγόρο των εναγόντων, την οποία της απέστειλε την ίδια μέρα, της αναφέρει τα εξής: προκειμένου να ανευρεθεί λύση προς διευθέτηση της διαφοράς θα πρέπει να ζητήσει από τους πελάτες της - εναγόντες 1, να τους αποστείλουν αναλυτικές μηνιαίες καταστάσεις των τιμολογίων των κοινοχρήστων εργασιών και εξόδων (λογαριασμούς κατανάλωσης νερού, ρεύματος, καθαριότητα, συντήρηση ανελκυστήρα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα) για τα επίδικα διαμερίσματά της. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους των εναγόντων σε ό,τι τους ζητήθηκε από τη δικηγόρο της εναγόμενης με τις δυο επιστολές που τους απέστειλε. Ωστόσο, το γεγονός ότι η εναγόμενη, ενώ η εναντίον της απαίτηση και η σχετική επίδικη απόφαση αφορά σε κοινόχρηστα έξοδα που αναλογούν για κάθε ένα από τα 7 διαμερίσματά της, εντούτοις, για 8 και πλέον χρόνια, ουδέν ποσό έχει πληρώσει (σε αντίθετη περίπτωση αυτό θα έπρεπε να αναφερόταν ρητά και στις δυο επιστολές της δικηγόρου της καθώς και στην ένορκη δήλωση της ίδιας) αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο του που καταδεικνύει πόσο «γνήσια» ή «καλή και δίκαιη υπεράσπιση» έχει όπως αναφέρει στην παράγραφο 19 της ένορκης της δήλωσης, ισχυριζόμενη ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση «..είναι υπερβολικό και συμπεριλαμβάνει μεγάλες υπερχρεώσεις.» Απ' εκεί και πέρα, τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 20 της ένορκης της δήλωσης, ιδωμένα είτε αυτοτελώς είτε σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της την οποία επισυνάπτει (τεκμήριο Ζ), θεωρούμενα ως αληθή, ως θέμα καθαρά νόμου και συγκεκριμένα, έχοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 δεν μπορεί να αποτελούν βάση για υπεράσπιση σε αγωγή για καταβολή κοινοχρήστων εξόδων τα οποία συναρτώνται με υπαρκτές δαπάνες και έξοδα διαχείρισης κοινόκτητης οικοδομής, αλλά, βάση αυτοτελούς αγωγής, η οποία θα μπορούσε να εγερθεί έγκαιρα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, μόνο υπό μορφή ανταπαίτησης. Ούτε και τίθεται θέμα συμψηφισμού των εξόδων διαχείρισης κοινόκτητης οικοδομής, με την όποια ζημιά ή απώλεια υφίσταται ο κύριος μονάδας από τις όποιες αμελείς πράξεις ή παραλείψεις της διαχειριστικής επιτροπής. Η κατά - τη γνώμη μου - ορθότητα της παραπάνω θέσης, έστω έμμεσα συνάγεται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη (καθώς και ο δικηγόρος της στην επιστολή του, ημερομηνίας 8/7/2014) για τις ζημιές και απώλειες που όπως είναι η θέση της υπέστη ένεκα του γεγονότος ότι οι ενάγοντες «..για αρκετά χρόνια δεν προέβαιναν σε κατάλληλη συντήρηση των κονόκτητων χώρων..» όπως αναφέρει «επιφυλάσσει τα δικαιώματά της.» Το άρθρο 38IA
(1)του Νόμου (Κεφ. 224, ανωτέρω) είναι σαφές. Προνοεί ότι οι κύριοι των μονάδων θα συμμετέχουν στις αναγκαίες δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το μέρος του Νόμου - στο οποίο εμπίπτει το εν λόγω άρθρο - ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες, προστίθεται, καθορίζεται από τους Κανονισμούς, με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. Το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου διαλαμβάνει για το δικαίωμα της διαχειριστικής επιτροπής να ενάγει τον κύριο μονάδας που παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί στις παραπάνω υποχρεώσεις του, για σκοπούς ανάκτησης του ποσού που οφείλει ο παραβάτης. Η παραπάνω διάταξη περικλείει το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου θεμελιώνεται η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης στο πλαίσιο της αγωγής των πρώτων η οποία οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης εναντίον της δεύτερης. Ταυτόχρονα προσδιορίζει και τη φύση των απαιτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Τα όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης στη γραπτή του αγόρευση για σκοπούς απόδειξης καλής και ουσιαστικής υπεράσπισης, με αναφορά σε κάποια γενική συνέλευση των ιδιοκτητών στην οποία ήταν παρόντες και οι ενάγοντες καθώς και το περιεχόμενο των σχετικών πρακτικών της συνέλευσης, υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Είναι πολύ καλά γνωστό, ότι η αγόρευση ενός δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία. Με αυτό δεδομένο, η εναγόμενη, οτιδήποτε ήθελε να καταθέσει για να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, θα έπρεπε να το περιλάβει στην ένορκη της δήλωση που αποτελεί μαρτυρία, στην οποία είχε κάθε δικαίωμα να επισυνάψει και οποιοδήποτε τεκμήριο ήθελε για σκοπούς τεκμηρίωσης των ισχυρισμών της. Κάτι που έκανε και με όλα τ' άλλα τεκμήρια. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων 1 και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο