← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης Έφεσης: 115/16, 2/10/2017

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης Έφεσης: 115/16, 2/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 115/16 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτριας-Εφεσείουσας και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LTD (AE.132660) Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 133, Χλώρακα 8221 Πάφος Alexander Bakanov (Passport no. 722546306) Irina Bakanova (Passport no. 722656009) Καθ΄ ων η αίτηση-Εφεσίβλητων ----------------- Ημερομηνία: 2.10.2017 Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κα Σ. Ζαχαρία για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ου η αίτηση-Εφεσίβλητο 1: κ. Στ. Ερωτοκρίτου για κ. Α. Μελά Για Καθ΄ ων η αίτηση-Εφεσίβλητους 3 και 4: κ. Α. Χ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κρινόμενη αίτηση/έφεση έχει ως αντικείμενο τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Ν. 139(Ι)/2015. Με τον εν λόγω Νόμο εισήχθησαν τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ και όπως ο τίτλος του αναγράφει σκοπεύει στην προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών με τις διαδικασίες που προνοούνται στα συγκεκριμένα άρθρα. Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ καθώς και των άρθρων 44ΙΘ-44ΚΖ αποτελεί η κάθε περίπτωση όπου ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31ην Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σ΄ αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ΄ ονόματι του αγοραστή. Με το άρθρο 44ΙΘ ρυθμίζεται η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή αυτεπάγγελτα υπό του Διευθυντή ή μετά από αίτηση των προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο αγοραστής δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης του ακινήτου. Τέτοια αίτηση υποβάλλεται όταν [άρθρο 44ΙΘ

(2)] (α) έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού και ο αγοραστής δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 44Κ (πρόκειται για ειδικό προσωρινό λογαριασμό) ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης (για το τίμημα ισχύουν όσα και στην παράγραφο (α)) και επιπρόσθετα η έκδοση ξεχωριστού τίτλου είναι εφικτή σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. Ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση (άρθρο 44Κ), διερευνά εάν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ή έχει καταβληθεί το τίμημα και κατά την εξέταση της δύναται (άρθρο 44ΚΑ) να απαιτήσει την προσκόμιση εντός καθορισμένης προθεσμίας όσων αποδεικτικών στοιχείων κρίνει αναγκαία την προσκόμιση τους. Καίριο άρθρο, το οποίο έδωσε και το έναυσμα για τη δημιουργία της παρούσας υπόθεσης, είναι το 44ΚΒ το οποίο προνοεί για την ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις πρόνοιες αυτού: «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Με το ίδιο άρθρο (εδ. 3 αυτού) παρέχεται δικαίωμα στον αγοραστή, πωλητή ή ενυπόθηκο δανειστή, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, να καταχωρήσει εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή μεταξύ άλλων ότι δεν εκπληρώθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσει του αγοραστή έναντι του πωλητή κ αι ότι η σύμβαση είναι ή κηρύχθηκε από το Δικαστήριο άκυρη. Με το εδάφιο 4 του ίδιου άρθρου παρέχεται δικαίωμα στον πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί το εμπράγματο βάρος να αιτηθεί όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή. Εάν ο Διευθυντής πεισθεί ότι ο πωλητής είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, τότε ικανοποιεί το αίτημα και προβαίνει στη μεταφορά της υποθήκης. Με επιφύλαξη του ιδίου άρθρου καθορίζεται πως σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά της υποθήκης, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου 2, δηλαδή την εξάλειψη υποθήκης και μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή. Στην περίπτωση που υπάρξει αίτημα για μεταφορά της υποθήκης το αιτούν πρόσωπο υποχρεούται να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και ο Διευθυντής μετά την πάροδο των 45 ημερών δύναται να προβεί στην εν λόγω μεταφορά. Το ίδιο άρθρο (εδ. 7) προνοεί για την περίπτωση όπου ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας και επί ποίων προσώπων νομικών ή φυσικών είναι δυνατό να μεταφερθεί η υποθήκη καθορίζοντας και την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη που προσλαμβάνουν πλέον τα εν λόγω πρόσωπα. Με την κρινόμενη αίτηση/έφεση επιδιώκεται η έκδοση: «Α. Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 11.2.2016. Β. Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 13.4.2016. Γ. Διατάγματος και/ή δήλωσης και/ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 11.2.2016 και 13.4.2016. Δ. Διατάγματος και/ή απόφασης και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Προβάλλονται επτά
(7)λόγοι έφεσης με τους οποίους χαρακτηρίζεται η απόφαση του Διευθυντή ως εσφαλμένη και/άκυρη, καθόσον: «(α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα και/ή να κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, το προϊόν των οποίων έχει ήδη εισπραχθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  1. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και/ή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ΄ ων η Αίτηση
  2. (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση/έφεση προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του Κώστα Βρυώνη, λειτουργού στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων της Αιτήτριας. Ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασης κατεχωρήθηκαν εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, οι οποίοι είναι οι αγοραστές του επίδικου ακινήτου. Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρεία, πωλήτρια του επίδικου ακινήτου και ενυπόθηκος οφειλέτης, δεν εμφανίσθηκε στη διαδικασία ούτε καταχώρησε ένσταση. Τα γεγονότα όπως αυτά αδιαμφισβήτητα προκύπτουν ακολουθούν: Η Αιτήτρια Τράπεζα παρεχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις προς την Καθ΄ ης η Αίτηση
  3. Προς εξασφάλιση αυτών, ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 8.8.2006 η Υποθήκη αρ. Υ3857/2006 προς όφελος της Αιτήτριας για ποσό Λ.Κ.450.
  4. Αντικείμενο της Υ3857/2006 ήσαν τα ακίνητα 0/41908, τεμ. 411 και 0/44213, τεμ.
  5. Τα εν λόγω ακίνητα ενώθηκαν και διαχωρίστηκαν σε ένδεκα
(11)ξεχωριστές εγγραφές και έτσι η Υ3857/2006 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβάρυνε τις νέα αυτές εγγραφές. Επί των ακινήτων που προέκυψαν ανεγέρθηκαν κατοικίες. Μια από τις κατοικίες αυτές αγόρασαν οι Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 με σύμβαση πώλησης η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ267/
  1. Η σύμβαση πώλησης είχε συνομολογηθεί στις 31.3.2014 (Τεκμήριο Α που συνοδεύει την ένσταση) μεταξύ της Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρείας ως πωλήτριας και των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, αγοραστών. Στις 20.10.2015 οι αγοραστές υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι τους, προσκομίζοντας δήλωση του πωλητή για πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης των €288.980 (Τεκμήρια Β και Γ που συνοδεύουν την ένσταση). Στις 23.2.2016 η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή Τύπου «ΙΕ», ημερ. 11.2.2016, από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Τεκμήριο 3 που συνοδεύει την αίτηση) με την οποία επληροφορείτο ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/52975, που βαρύνεται με την Υ3857/2006, επ΄ ονόματι των αγοραστών, Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 267/
  2. Επληροφορείτο επίσης πως εάν επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 θα έπρεπε να πράξει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στις 5.4.2016 στη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι των αγοραστών, Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 (Τεκμήριο 4 που συνοδεύει την αίτηση). Προέβαλε κυρίως ως λόγο ένστασης ότι ο πωλητής δεν κατέχει περιουσία η οποία να είναι ελεύθερη εμπράγματων βαρών και/ή επιβαρύνσεων όπως αποκαλύπτεται από πιστοποιητικό έρευνας. Το Κτηματολόγιο Πάφου με επιστολή του ημερ. 13.4.2016 (Τεκμήριο 5 που συνοδεύει την αίτηση) η οποία παρελήφθη από την Αιτήτρια στις 27.4.2016, απάντησε στην Αιτήτρια ότι απορρίπτεται η ένσταση της και την πληροφόρησε ότι, εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. 0/52975 δυνάμει ΠΩΕ αρ. 267/2014 στο όνομα των αγοραστών, Καθ΄ ων η αίτηση 3 και
  3. Όπως διαφαίνεται από τους λόγους της αίτησης/έφεσης, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι εκείνο της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης των Καθ΄ ων πως δεν εγείρεται με σαφήνεια το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας και δεν γίνεται σαφής αναφορά στα άρθρα του Νόμου τα οποία αντιβαίνουν το Σύνταγμα. Απαντούν οι Αιτητές πως είναι το σύνολο των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65 καθώς και το αποτέλεσμα που επιφέρουν που παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Έχω μελετήσει και ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η βοήθεια των οποίων ήταν σημαντική. Στα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας τους αναφορά επιχειρείται κατωτέρω. Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Η ευαπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας παραπέμπει στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Όλοι οι συνήγοροι αποδέχονται την ανωτέρω αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία. Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως οι διατάξεις του επίδικου Νόμου αποτελούν στέρηση της ιδιοκτησίας της, η οποία μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να επέλθει. Σε τέτοια δε περίπτωση, απαιτείται να δοθεί δίκαια και εύλογη αποζημίωση, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρεται. Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση 1 αναφέρει πως στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα στέρησης ιδιοκτησίας. ότι σύμφωνα με τη νομολογία, περιοριστικοί όροι στη χρήση ιδιοκτησίας, οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεν συνιστούν στέρηση, αλλά περιορισμό, ο οποίος απολήγει σε στέρηση μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή (Δημητριάδη κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, 102). Εισηγείται δε πως το γεγονός ότι ο Νόμος δίδει το δικαίωμα στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα να μεταφέρει την υποθήκη σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της πωλήτριας εταιρείας (Καθ΄ ης η αίτηση 2) δημιουργεί κατ΄ αρχήν την εικόνα ότι δεν τίθεται καν ζήτημα επέμβασης στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας που πηγάζει από την υποθήκη. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση. Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. Το δικαίωμα ή η επιλογή μεταφοράς σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Καθ΄ ης η αίτηση 2), παρουσιάζεται μη ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση. Στην κρινόμενη περίπτωση, είναι αποδεκτό, πως τα υπόλοιπα ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση ήσαν βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη. Ο Διευθυντής δεν αποδέχτηκε τη μεταφορά της υποθήκης σε ακίνητα εγγυητών, διότι έπρεπε η υποθήκη να μεταφερθεί σε ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2, εφόσον διέθετε και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Χωρίς να καθορίζεται είτε η αξία, είτε η σειρά της υποθήκης, είτε η δυνατότητα αποζημίωσης της στέρησης αυτής. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης Βρυώνη, η Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ποσό ύψους €45.056.838, πλέον τόκους, δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που της έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Η αξία του συνόλου των εξασφαλίσεων που παρεχώρησε η Καθ΄ ης η αίτηση είναι ύψους €35.319.950 (καταναγκαστική αξία) και ήδη υπάρχει έλλειμμα ύψους €9.736.888 (παρ. 8 ένορκης δήλωσης Βρυώνη). Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 αγόρασαν το ακίνητο στην τιμή των Λ.Κ.147.071,72 (€251.266,96) ενώ η καταναγκαστική αξία του ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου καθορίσθηκε στις €222.300. Παρατηρούνται τα εξής: Η σύμβαση υποθήκης Υ385/2006 συνομολογήθηκε για εξασφάλιση ποσού ύψους Λ.Κ.450.000, πλέον τόκους. Οι αγοραστές έχουν εξοφλήσει το τίμημα προς την Καθ΄ ης η αίτηση 2. Όχι προς την Αιτήτρια. Η οποιαδήποτε μεταφορά υποθήκης σε αγνώστου αξίας ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2 βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη, χωρίς καθορισμό της σειράς εμπράγματου βάρους που θα λαμβάνει η υποθήκη, μόνο στέρηση ή/και απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επιφέρει. Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω)(Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζονται με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Φ. Αγαθαγγέλου (παρ. 22) συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. ........... Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι: «Δεν προκύπτει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά δεν καταργείται με την απόφαση του Διευθυντή, αφού θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις άλλες δυο εγγραφές που προέκυψαν μετά από το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου που επιβάρυνε η υποθήκη, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Άρα, η σύμβαση υποθήκης θα παραμείνει σε ισχύ και θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.» Επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων την απόφαση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, όπου τονίστηκε πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Ανάλογη άποψη και θέση προωθείται από τη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 η οποία υποδεικνύει περαιτέρω πως η Αιτήτρια γενικά και αόριστα επικαλείται ζημιά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιαδήποτε τέτοια απώλεια. Αντίθετη η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποδεικνύει (με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα) πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 και συνεπακόλουθα την εξάλειψη και/ή ακύρωση της Υποθήκης Υ268/2006, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, είναι επίσης ασύμφωνες και αντίθετες προς τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος που εξασφαλίζει και προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «Τυχόν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 θα ήταν ενδεχομένως επιτρεπτή ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν θα μπορούσε να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τις επίδικες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση πως η εκ των υστέρων εξάλειψη της υφιστάμενης Υποθήκης, χωρίς τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Θεωρούμε πως οι υπό κρίση διατάξεις του Νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσαν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων καθότι δεν υφίστανται τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που να εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.» Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες. Η Αιτήτρια, ενυπόθηκος δανειστής, συνομολόγησε σύμβαση υποθήκης με την Καθ΄ ης η αίτηση 2 στις 20.1.2006 (Υ268/2006). Το περιεχόμενο αυτής, οι όροι, δεσμεύσεις και υποχρεώσεις του ενυπόθηκου οφειλέτη (Καθ΄ ης η αίτηση 2) διαμορφώθηκαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου). Δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης (Καθ΄ ης η αίτηση 2), δηλώνει ότι: «Δεν θα δικαιούμαι να μεταβιβάσω και/ή επιβαρύνω και/ή επιτρέψω να επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Τραπέζης.» Παρόμοια και/ή ταυτόσημη πρόνοια περιέχει ο Νόμος 9/1965, άρθρο 31, το οποίο αναφέρει πως: «Οσάκις στη σύμβαση υποθήκης, υπάρχει απαγορευτική ρήτρα για τη μεταβίβαση της κυριότητας ενυπόθηκου ακινήτου, τότε για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και των εγγυητών στη σύμβαση, οπόταν το ακίνητο μεταβιβάζεται επιβαρυμένο με την υποθήκη.» Στην κρινόμενη περίπτωση, ουσιαστικά ο Καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος έχει λάβει το δάνειο από την Αιτήτρια και έχει εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τους Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 χωρίς να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα, απαλλάσσεται όρων της σύμβασης που συνήψε ενώ η Αιτήτρια (ενυπόθηκος δανειστής) απώλεσε δικαιώματα της, χωρίς να λάβει οιοδήποτε αντάλλαγμα. Είναι ορθή η παρατήρηση ότι η υποθήκη θα παραμείνει επί του μέρους των άλλων οικιών που ανεγέρθηκαν επί του ακινήτου. Όμως: Ούτε αυτό είναι το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, ούτε η Αιτήτρια συναίνεσε σε περιορισμό των εκ της σύμβασης δικαιωμάτων της. Η οποία συνήψε σύμβαση υποθήκης, επί ολόκληρου του ακινήτου και διατηρεί το δικαίωμα να αρνείται ή να μη συγκατατίθεται σε μεταβίβαση και άρση της υποθήκης πριν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Η εξυπηρέτηση ή η προστασία δικαιωμάτων τρίτων, όπως εισηγείται η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, δεν αποτελεί λόγο ο οποίος να προσδίδει συνταγματικότητα στο Νόμο όπως και ανωτέρω έχει καταγραφεί. Εξάλλου, ούτε η αιτιολογική έκθεση, ούτε ο Νόμος επικαλείται κάτι τέτοιο. Στις αποφάσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthen Co v. Kavanaugh 295, U.S. 56
(1935), στις οποίες ο κ. Πολυβίου παρέπεμψε το Δικαστήριο και οι οποίες εξετάζουν δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέχθηκε ουσιαστικά πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Τίθεται περαιτέρω από το συνήγορο του Καθ΄ ου η αίτηση 1 η πιο κάτω εισήγηση: «.το δικαίωμα του αγοραστή, ο οποίος έχει καταθέσει τη σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο, να ζητήσει ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφή του ως κυρίου του αντικειμένου της σύμβασης, παρακάμπτοντας τον πωλητή και τη διαδικασία της εκούσιας μεταβίβασης, αναγνωριζόταν διαχρονικά στο δίκαιο μας. Η μοναδική ουσιαστικά καινοτομία που εισήχθη με τη νέα νομοθεσία περί Προστασίας Αγοραστών είναι ότι μπορεί να παρακαμφθεί υπό προϋποθέσεις η αρχή της χρονικής προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών (qui prior est tempore, potior est jure), η οποία, όμως, από μόνη της δεν απολαμβάνει οιασδήποτε συνταγματικής προστασίας.» Κρίνεται πως δεν είναι τόσο απλά τα γεγονότα. Δεν πρόκειται για μια παράκαμψη χρονικής προτεραιότητας αλλά αποτελεί μια διαγραφή δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεση του. Ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 (αγοραστών) αναφέρει πως δύο από τις νέες εγγραφές που προέκυψαν από το διαχωρισμό των επιδίκων ακινήτων έχουν μεταβιβασθεί στους αγοραστές σύμφωνα με την αίτηση ΑΕΑ449/15 (αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή) και την πώληση Π3212/16 και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/52978 έχει μεταβιβασθεί στους αγοραστές σύμφωνα με την αίτηση ΑΕΑ341/16 και την πώληση Π2121 χωρίς να καταχωρηθεί οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Θεωρεί ο συνήγορος ότι «με αυτό τον τρόπο έχει ανατραπεί η αρχή της ισότητας και η δικαιοσύνη δεν μπορεί να μείνει ουδέτερη στην χρήση διαφορετικού μέτρου στην μεταχείριση των αγοραστών όπως το αναφέρουν οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 στην ένορκη τους δήλωση παράγραφος 17 που συνοδεύει την ένσταση τους που δεν έχει αμφισβητηθεί εφόσον δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος είναι καθολική. Η ισονομία και ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης. Η επιλεκτική μεταχείριση των πολιτών αποδυναμώνει το δίκαιο και καταστρατηγεί το κράτος δικαίου. Το άρθρο 35 του Συντάγματος δεν το επιτρέπει όπως δεν πρέπει να το επιτρέψει και η δικαιοσύνη να παραβιασθεί η αρχή της ισότητας που επιχειρεί να πράξει η αιτήτρια/εφεσείουσα.» Τα ανωτέρω γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Παρά την τοιαύτη στάση της Εφεσείουσας σ΄ εκείνες τις περιπτώσεις, για τις οποίες δεν έγινε γνωστός ο λόγος, εντούτοις κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά. Μια περίπτωση η οποία οδηγήθηκε και εξετάστηκε με ένα τρόπο, δεν καθιστά νόμιμη ή παράνομη μια άλλη συμπεριφορά και περίπτωση. Ούτε η μη έγερση ένστασης σε μια περίπτωση καθιστά αυτόματα συνταγματικό το Νόμο, στην κρινόμενη περίπτωση. Το Δικαστήριο θα εξέταζε και εφάρμοζε το Νόμο κατ΄ ισονομία μεταξύ ιδίων περιπτώσεων τις οποίες θα εξέταζε μαζί. Υπό το φως των δικών του γεγονότων. Με τη δική του κρίση. Και όχι υπό το φως και το πρίσμα της στάσης που τήρησε η Εφεσείουσα σε άλλη περίπτωση. Κρίνεται πως οι επίδικες διατάξεις πλήττουν τούτο το δικαίωμα και ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η αίτηση 2. Κρίνεται επίσης πως δεν παρέχεται σε νομοθέτη δικαίωμα επέμβασης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, σε προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου, συμβάσεις. Το Δικαστήριο κατανοεί τη δύσκολη θέση στην οποία οι αγοραστές (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) όπως και άλλοι, έχουν βρεθεί. Όμως, ενδεχομένως κάποια άλλη ρύθμιση θα πρέπει να εξευρεθεί. Όχι δια της παράκαμψης του ενυπόθηκου δανειστή. Συνακόλουθα οι επίμαχες διατάξεις κρίνονται αντισυνταγματικές. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ και Δ. Κρίνεται δίκαιο, ενόψει της ιδιαιτερότητας του θέματος και δεδομένου ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση εξάσκησαν δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία, να γίνει απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κάθε διάδικος να επωμισθεί τα έξοδα του. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/General Applications/Final Αναφορά: (Αίτηση/Εγκλωβισμένοι αγοραστές/Αντισυνταγματικότητα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.