← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Martin Miller κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2014/2008, 31/10/2017

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Martin Miller κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2014/2008, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A187 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2014/2008 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσα Και

  1. Martin Miller
  2. Gillian Guest
  3. Cybarco Limited Εναγόμενοι Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 31η Οκτωβρίου 2017 Για την Ενάγουσα :- κα. Χρυσταλλένη Μαυρικίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθανασία Μιχαήλ Για τους Εναγόμενους 1 και 2 :- κος. Παναγιώτης Κλεοβούλου για Π. Κλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κωνσταντίνα Μαραβελάκη Για την Εναγόμενη 3 :- κος. Στέλιος Παναγίδης για Στέλιος Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μιλτιάδης Μιλτιάδους Τελική Απόφαση Εισαγωγή 1 Η όλη βάση της επίδικης διαφοράς προκύπτει από την υπογραφή συμφωνίας στεγαστικού δανείου η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι» ενώ ο εναγόμενος 2 θα καλείται ο «εναγόμενος») ενώ η εμπλοκή της εναγόμενης 3 στην αγωγή αποτελεί αποτέλεσμα υπογραφής μεταξύ όλων των διαδίκων συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από υπογραφή αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των εναγόμενων και της εναγόμενης
  4. 2 Σημειώνεται απλά, διατηρώντας υπόψη και συγκεκριμένες αναφορές των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, πως σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν επίσης αναφορές εντός αυτής της απόφασης στην ενάγουσα ως η «τράπεζα» και στους εναγόμενους ως οι «πελάτες» έτσι ώστε να αντικατοπτρίζεται και μεταφέρεται καλύτερα, όπου κρίνεται χρήσιμο, η μαρτυρία και ο τρόπος με τον οποίο αυτή όντως δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη 3 3 Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 13/1/2016 καταγράφηκε σχετική δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης
  5. Σύμφωνα με αυτή τη δήλωση διευκρινίστηκε πως εναντίον της εναγόμενης 3 το αιτούμενο είναι η έκδοση διατάγματος για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας δυνάμει εκχώρησης δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των εναγόμενων και της εναγόμενης
  6. Δηλώθηκε ως αντιληπτό πως σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης της ενάγουσας τότε η εναγόμενη 3 θα ήταν υπόχρεα να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης. Βάσει αυτής της δήλωσης αιτήθηκε από το Δικαστήριο την απαλλαγή της υποχρέωσης να εκπροσωπείται η εναγόμενη 3 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, προσθέτοντας πως θα εμφανιζόταν την τελευταία μέρα έτσι ώστε να γίνει σχετική δήλωση και να εκδοθεί το προαναφερόμενο διάταγμα. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της ενάγουσας και των εναγόμενων αποδέχτηκαν τη συγκεκριμένη ρύθμιση της διαδικασίας σε σχέση με την εναγόμενη
  7. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 30/3/2016 και ακολούθως ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 26/5/2016 κατά την οποία ημερομηνία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής εκ μέρους της ενάγουσας. Κατά την νέα ημερομηνία ορισμού της αγωγής για τελικές αγορεύσεις ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 3, στην παρουσία και της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας, εμφανίστηκε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου και προέβη στην εξής επιπρόσθετη και ουσιαστικά διευκρινιστική δήλωση σε σχέση με την αρχική του δήλωση. Ότι δηλαδή νοουμένου ότι η ενάγουσα θα κερδίσει την υπόθεση της τότε η εναγόμενη 3 δέχεται την έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος 14 Β της έκθεσης απαίτησης, με την εξής επιφύλαξη. Ότι η εναγόμενη 3 δεν θα επιβαρυνθεί με την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών και ως επίσης ότι δεν θα εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 3, προσθέτοντας πως η κάθε πλευρά θα υποστεί τα δικά της έξοδα. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας συμφώνησε με τη συγκεκριμένη δήλωση. Προδικαστική Ενσταση 4 Παρά και το γεγονός πως ούτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά ούτε και με την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων προωθήθηκε η προδικαστική ένσταση ως προς το ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε μετά και από την ημερομηνία λήξης της ισχύς του δίχως αυτή να ανανεωθεί, εντούτοις αυτή ουδέποτε αποσύρθηκε. Διαπιστώνεται όμως πως αυτή είναι αβάσιμη έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του φακέλου και σχετικά διατάγματα, ημερομηνίας 12/10/2009, παράτασης του χρόνου καταχώρισης αίτησης ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος και ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος ως επίσης και διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 15/10/2009 καθώς και επίτευξης αυτής εντός της χρονικής περιόδου ανανέωσης. Επιπλέον, οι εναγόμενοι στη συνέχεια καταχώρισαν κανονική εμφάνιση στις 28/1/2010 εγείροντας για πρώτη φορά το θέμα αυτό με την καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης σχεδόν τρεις μήνες αργότερα στις 21/4/
  8. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Δικόγραφα - Επίδικα Θέματα 5 Αναφορικά με τα επίδικα θέματα προς εξέταση σύμφωνα και με τα δικόγραφα παρατηρούνται τα ακόλουθα. 6 Έστω και διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά στα δικόγραφα της ενάγουσας , δηλαδή στην έκθεση απαίτησης και στην απάντηση στην υπεράσπιση, και διευκρινίζοντας πως ασφαλώς το περιεχόμενο τους επίσης λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, εντούτοις θεωρείται πως συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης των εναγόμενων αναδεικνύει με περισσότερη σαφήνεια τα θέματα τα οποία κυρίως απασχόλησαν το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. 7 Παρά και την παραδοχή από τους εναγόμενους της σύναψης στεγαστικού δανείου από την ενάγουσα με τις αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησης δόσεις αποπληρωμής εντούτοις με την έκθεση υπεράσπισης τους προβάλλουν ισχυρισμούς με τους οποίους θέτουν διάφορα θέματα προς εξέταση ως προς την απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. 8 Αυτά συμπεριλαμβάνουν αμφισβήτηση του τόκου και άλλων συνδεδεμένων θεμάτων όπως, παραδείγματος χάριν, το δικαίωμα της ενάγουσας να καθορίζει μονομερώς το επιτόκιο. Αμφισβητείται επίσης η παροχή νομικής στήριξης από ανεξάρτητο δικηγόρο έτσι ώστε να τους είχαν επεξηγηθεί οι όροι του δανείου και οι τόκοι. Μεταξύ άλλων θεμάτων αμφισβητείται και το δικαίωμα της ενάγουσας του μονομερούς τερματισμού λειτουργίας λογαριασμών ή της διεκδίκησης δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. 9 Αρνούνται επίσης την ύπαρξη νόμιμου τερματισμού των «λογαριασμών» ενώ διαζευκτικά, έστω δηλαδή και εάν κριθεί ότι υπήρξε τερματισμός, τα αποτελέσματα του αναιρέθηκαν ή ουσιαστικά υπήρξε αποποίηση ή ακύρωση των συνεπειών του καθότι η ενάγουσα αποδέχτηκε πληρωμές έναντι του λογαριασμού μετά και από τον τερματισμό με αποτέλεσμα να αναβιώσει ο λογαριασμός «και/ή» η συμφωνία δανείου. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι μετά και από τον Οκτώβριο του 2007, η ενάγουσα παράνομα «και/ή» καταχρηστικά δεν αποδέχτηκε πληρωμές εκ μέρους του εναγόμενου 1 έναντι του δανείου και συνεπώς κωλυόταν να εγείρει την παρούσα αγωγή. 10 Προβάλλεται επίσης άρνηση του οφειλόμενου ποσού κατά τον χρόνο του κατ΄ ισχυρισμό τερματισμού του λογαριασμού. Απορρίπτεται επίσης ως ανεπίτρεπτη η συμπερίληψη υπολοίπου από άλλο λογαριασμό πιστωτικής κάρτας του εναγόμενου 1 στο δάνειο. Ισχυρίζονται επίσης πως παρά και την επιθυμία τους να αποπληρώσουν το χρέος τους η ενάγουσα παράνομα και καταχρηστικά προχώρησε στον κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό του δανείου επικαλούμενη αβάσιμα ότι οι εναγόμενοι όφειλαν ποσά τα οποία κανονικά δεν όφειλαν, με σκοπό να αποσπάσει από αυτούς την οικία τους, δηλαδή το επίδικο ακίνητο. 11 Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην ακροαματική διαδικασία στους ισχυρισμούς των εναγόμενων εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους ως προς το ότι στο κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό και σε σχετικές καταστάσεις λογαριασμού εμπεριέχονται παράνομες «και/ή» καταχρηστικές χρεώσεις, ενδεικτικά αναφέροντας παράνομες κεφαλαιοποιήσεις, ανατοκισμούς, παράνομες χρεώσεις υπερημερίας, χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και άλλες παρεμφερείς χρεώσεις με αποτέλεσμα το χρέος τους να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο. 12 Επιπρόσθετα των προαναφερόμενων θέσεων και ισχυρισμών οι εναγόμενοι επικαλούνται όχι μόνο αντισυνταγματικότητα του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160 (Ι)/1999) αλλά και δυσαρμονία των προνοιών του με Ευρωπαϊκές οδηγίες «και/ή» κανονισμούς «και/ή» νομοθεσία. 13 Τέλος, με την έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, προβάλλοντας ουσιαστικά θέση επί αυτού, πως η επίδικη δανειακή σύμβαση «....είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρήτρων σε καταναλωτικές συμβάσεις, Νόμου 93 (Ι)/96...» [1] παραθέτοντας και σχετικές λεπτομέρειες. Η Μαρτυρία 14 Προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν επίσης τρεις μάρτυρες αν και η μαρτυρία του ενός εκ των τριών, δηλαδή αυτή του διερμηνέα ως Μ. Υ. 2, ήταν τυπική με απώτερο στόχο την κατάθεση της μετάφρασης της γραπτής δήλωσης του εναγόμενου ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν λαμβάνοντας υπόψη του τόσο το ίδιο το περιεχόμενο των απαντήσεων και τοποθετήσεων τους όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε μάρτυρας κατέθετε. 15 Προ της αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολο της και άσκηση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, παρατίθεται πιο κάτω περιληπτικά η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων, όπως αυτή προβλήθηκε υπό μορφή ισχυρισμών, δίχως βεβαίως σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο να οδηγείται σε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις είτε ως προς τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών είτε ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Δίχως όμως παράλληλα να αποκλείεται η διατύπωση ορισμένων παρατηρήσεων του Δικαστηρίου ως προς την εντύπωση την οποία προκαλούσαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των μαρτύρων. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση της Μ. Ε. 1 16 Ως Μ. Ε. 1 κατέθεσε η Κάκια Χριστοδουλίδη, η οποία υιοθέτησε γραπτή δήλωση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η ιδιότητα αυτής της μάρτυρος κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ως υπάλληλος της ενάγουσας και συγκεκριμένα ως μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγόμενων, σε συνδυασμό και με τη θέση της κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της ως υπάλληλος στο Τμήμα Οριστικών Καθυστερήσεων Πάφου, παρείχε σε αυτή την κατ΄ ισχυρισμό δυνατότητα να προσφέρει την όση μαρτυρία παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης. 17 Συγκεκριμένα είχε ανατεθεί στην Μ. Ε. 1 η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγόμενων, τα έγγραφα του οποίου είχε στην κατοχή της και υπό τον έλεγχο και φύλαξη της. Η ίδια επίσης ήταν το άτομο το οποίο ετοίμαζε τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών, μεταξύ αυτών και των εναγόμενων. Στη συνέχεια παρέθεσε το ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων καταθέτοντας προς τον σκοπό αυτό και αριθμό τεκμηρίων, δηλαδή εγγράφων αναφερόμενη και στο περιεχόμενο αυτών. Αναφέρθηκε επίσης στο δικαίωμα της ενάγουσας να χρεώνει κυμαινόμενο επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ενημέρωσης πρώτα των πελατών της και κατέθεσε και σχετική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού των εναγόμενων. Αναφέρθηκε στον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού ως επίσης και σε πληρωμές από τους εναγόμενους μετά και από την ημερομηνία αυτού του τερματισμού. Στην αναφορά της στις θεραπείες την έκδοση των οποίων η ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στον τόκο υπερημερίας περιγράφοντας την επιβολή του όχι ως τιμωρία αλλά ως μία γνήσια προσπάθεια των μερών να προκαθορίσουν τον τόκο ο οποίος θα χρεωθεί σε τυχόν καθυστερήσεις. 18 Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της διερευνήθηκε κυρίως το περιεχόμενο και η σημασία των εγγράφων τα οποία η ίδια κατέθεσε παρέχοντας με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων να ελέγξει τα διάφορα στοιχεία τα οποία εκ πρώτης όψεως προέκυπταν από τα συγκεκριμένα τεκμήρια. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το τεκμήριο 11 (καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου) και την αλλαγή στον αριθμό του επίδικου λογαριασμού αλλά και του συστήματος τήρησης αυτού. Ή, επίσης παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τη διαφορά στο ποσό του δανείου σε ευρώ το οποίο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 3 (έντυπο μεταφοράς ποσού από λογαριασμό σε άλλο λογαριασμό ή «παραστατικό» σύμφωνα με άλλη περιγραφή του) και του ποσού επί της συμφωνίας στεγαστικού δανείου (τεκμήριο 6) καθώς αναφέρθηκε στην ισοτιμία του νομίσματος με την κυπριακή λίρα κατά την ημερομηνία μεταφοράς του αρχικού ποσού του δανείου. 19 Επιπλέον, προσφέρθηκε η δυνατότητα στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων να υποβάλει διάφορες θέσεις στην Μ. Ε.
  9. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι παράνομα η ενάγουσα κάλεσε τους εναγόμενους να υπογράψουν το τεκμήριο 3 ή ως προς την έλλειψη νομιμότητας σε σχέση με τη χρέωση τόκων υπερημερίας με αναφορά και στην, κατά τον ίδιο, τιμωρητική τους φύση ή ως προς την κατ΄ ισχυρισμό καταχρηστική χρέωση προμηθειών και άλλων χρεώσεων των εναγόμενων από την ενάγουσα. 20 Βεβαίως ανεξάρτητα και από το περιεχόμενο ή τη φύση των απαντήσεων της Μ. Ε. 1 η αντεξέταση της εξυπηρετούσε επίσης και άλλο θεμιτό σκοπό εντός του πλαισίου αυτής, δηλαδή την ανάδειξη και των θέσεων γενικότερα των εναγόμενων αναφορικά με τα επίδικα θέματα σε συνάρτηση και με τα όσα η Μ. Ε. 1 κατέθεσε κυρίως με αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία απεικόνιζαν γραπτώς τα όσα η ενάγουσα ισχυριζόταν σε σχέση με τη γενικότερη συμβατική της σχέση με τους εναγόμενους. 21 Ιδιαίτερο μέρος της αντεξέτασης της Μ. Ε. 1 αποτέλεσε και το θέμα της χρέωσης ασφαλιστηρίων στον επίδικο λογαριασμό στεγαστικού δανείου. Βεβαίως και πάλι η θέση της απλοϊκή μεν αλλά και λογική ήταν εφόσον οι πελάτες, δηλαδή οι εναγόμενοι, γνώριζαν ότι έπρεπε να έχουν ασφάλεια θα έπρεπε και να πλήρωναν. Με τον ίδιο τρόπο πρόβαλε και τη θέση αναφορικά με τη χρέωση τόκου δύο φορές το χρόνο, πως εάν οι πελάτες διαφωνούσαν θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν ενώ δήλωσε άγνοια ως προς τη σχετική νομοθεσία επί του θέματος. 22 Σταθερά ουσιαστικά η Μ. Ε. 1 υποστήριζε τη θέση πως όλες οι συμβάσεις της ενάγουσας γίνονταν έχοντας ως βάση όλες τις νόμιμες διαδικασίες απορρίπτοντας και υποβολή πως οι ρήτρες εντός αυτών επιβλήθηκαν στους εναγόμενους εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της ενάγουσας, επικαλούμενη και το χρόνο ο οποίος δόθηκε σε αυτούς έτσι ώστε να μελετήσουν τα έγγραφα προηγουμένως. 23 Βεβαίως αναφορικά με αυτό το θέμα, διατηρώντας υπόψη ότι η Μ. Ε. 1 υπέγραψε και ως μάρτυρας τόσο στην επίδικη συμφωνία στεγαστικού δανείου (τεκμήριο 6) όσο και στη συμφωνία εκχώρησης (τεκμήριο 7) αλλά και στην τριμερή συμφωνία (τεκμήριο 9), αξίζει να σημειωθούν οι απαντήσεις της σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασης της. 24 Ερωτήθηκε συγκεκριμένα η Μ. Ε. 1 κατά την αντεξέταση της σε σχέση με το τεκμήριο 6 (συμφωνία στεγαστικού δανείου) αν συμφωνούσε πως το κείμενο αυτό είχε ετοιμαστεί από την ενάγουσα και τέθηκε ενώπιον των εναγόμενων στο χρονικό σημείο κατά το οποίο θα υπέγραφαν το έγγραφο. Απάντησε γενικά καθώς ανέφερε πως όταν μία συμφωνία ετοιμαστεί δίδεται στους πελάτες για να την μελετήσουν και μετά υπογράφουν. Έχοντας υπόψη ότι, όπως απάντησε, ήταν παρούσα, ερωτήθηκε τότε, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση, πόση ώρα προηγουμένως είχε δοθεί η συμφωνία στους εναγόμενους έτσι ώστε να δουν πρώτα το κείμενο και μετά να υπογράψουν. Απάντησε τότε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπέγραψε ως μάρτυρας και πως, όπως η ίδια νόμιζε, η ερώτηση αυτή θα μπορούσε να απαντηθεί από το άτομο το οποίο μιλούσε άμεσα με τους εναγόμενους. Τέλος, πρόσθεσε πως δυστυχώς δεν μπορούσε να απαντήσει για πόση ώρα μελετούσαν το συγκεκριμένο έγγραφο. Ισχυρίστηκε απλώς ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του εγγράφου. 25 Υπήρχαν και συγκεκριμένα ερωτήματα αναφορικά με ορισμένες χρεώσεις στα οποία η Μ. Ε. 1 δήλωνε αδυναμία ή έλλειψη γνώσης ουσιαστικά έτσι ώστε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση αναλυτική αυτών των χρεώσεων. 26 Παραδείγματος χάριν, η χρέωση των £1.250,00 στο τεκμήριο 4 (επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων). Η απάντηση της επίσης ως προς την χρέωση των £500,00 στο τεκμήριο 3 (βλ. σχετικά την παράγραφο 18 αυτής της απόφασης) με περιγραφή αυτού ως προμήθεια και αναφορά σε κανονισμούς της ενάγουσας ήταν γενική δίχως οποιαδήποτε παρουσίαση σχετικού καταλόγου χρεώσεων. 27 Υπενθυμίζεται απλά πως επί αυτού του θέματος οι εναγόμενοι παρουσίασαν και συγκεκριμένη μαρτυρία, αυτή του Μ. Υ. 1, Ιωάννη Ιωάννου. 28 Συμφώνησε γενικά η Μ. Ε. 1 ότι ανεξάρτητα και από τις προσαρμογές σύμφωνα με την προσφορά οι οποία γίνεται προς πελάτες οι όροι των συμβάσεων παραμένουν αναλλοίωτοι. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η Μ. Ε. 1 καθ΄ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της ερωτήθηκε αναφορικά με διάφορα σημεία από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε. Υπήρχαν και θέματα αναφορικά με τα οποία δεν μπορούσε να απαντήσει. Η ίδια όμως αναγνώριζε και δήλωνε ευθέως αυτή την αδυναμία. 29 Όπως, παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τη σημασία της παραγράφου D στο τεκμήριο
  10. Βεβαίως η δική της αδυναμία δεν την οδηγούσε παράλληλα και σε αποδοχή της θέσης ότι ούτε και οι εναγόμενοι θα γνώριζαν καθώς πολύ λογικά απαντούσε ότι αυτό δεν μπορούσε να το ξέρει. 30 Βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό η αντεξέταση της Μ. Ε. 1 σκοπό είχε και την ανάδειξη διαφόρων σημείων τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων είχε πρόθεση να προωθήσει ως μέρος της υπεράσπισης. Όπως, παραδείγματος χάριν, η χρήση στερεότυπων εντύπων καθώς η μάρτυρας αντεξεταζόταν αναφορικά με το τεκμήριο 5, δηλαδή την επιστολή ημερομηνίας 13/3/2002 με την οποία οι εναγόμενοι είχαν αρχικά αιτηθεί την παραχώρηση δανείου. 31 Όμως υπήρχαν και περιπτώσεις όπου οι απαντήσεις της Μ. Ε. 1 ήταν πολύ πιο εκτεταμένες και αναλυτικές αναδεικνύοντας ένα αυξημένο βαθμό γνώσης ως προς την πρακτική την οποία η ενάγουσα ακολουθούσε σε σχέση με την εφαρμογή των επίδικων συμφωνιών. Όπως σε σχέση με τη διαφορετικότητα την οποία ήταν σε θέση να εξηγήσει αναφορικά με τη χρέωση τόκων στην επίδικη συμφωνία δανείου και την πρόνοια για τόκους στον όρο 4 της συμφωνίας εκχώρησης (τεκμήριο 7). 32 Παρομοίως ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση αναφορικά με τις καταχωρίσεις στις αρχές του έτους 2004 στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 11). Ότι δηλαδή αυτές οφείλονταν σε αλλαγή του συστήματος ή «μετάπτωση», όπως η Μ. Ε. 1 την αποκάλεσε στην αμέσως επόμενη δικάσιμο, δίχως να επηρεάζουν το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. 33 Παράλληλα όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτή την αλλαγή. Παραδείγματος χάριν, ως προς τη σημασία του όρου «Migration». Όμως όταν της υποβλήθηκε ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούσαν την ορθότητα του συστήματος εξέφρασε πεποίθηση ως προς αυτή την ορθότητα. Σαφώς, στην επόμενη δικάσιμο, απέρριψε τη θέση ότι οι εναγόμενοι είχαν πληρώσει 5 δόσεις αλλά κατά λάθος αυτές είχαν καταχωρισθεί στη στήλη χρέωσης του επίδικου λογαριασμού. 34 Πραγματικά η οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά στην όση μαρτυρία προέκυψε από την προφορική κατάθεση της Μ. Ε. 1 δεν θα προσέθετε οποιοδήποτε ιδιαίτερο νέο στοιχείο έτσι ώστε η παράθεση αυτής να κρίνεται απαραίτητη. Σε οποιαδήποτε περίπτωση κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της, όπως γίνει αναφορά σε οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1, αυτό γίνεται πιο κάτω. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση της Μ. Ε. 2 35 Υιοθετώντας γραπτή δήλωση ως μέρος της κύριας εξέτασης της κατέθεσε ως Μ. Ε. 2 η Κούλα Θρασυβούλου υπό την ιδιότητα της ως υπάλληλος της ενάγουσας ως διευθύντρια υποκαταστήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής από το 2002 όπου κατά τον Μάρτιο του 2002[2] είχε αναλάβει και ήταν υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού των εναγόμενων. Ισχυρίστηκε πως ήταν σε γνώση της όλα τα σχετικά έγγραφα του επίδικου λογαριασμού ενώ είχε γνώση, μετά και από σχετικό έλεγχο και σύγκριση με τις αρχικές καταχωρήσεις, όλων των χρεώσεων και πιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο της ενάγουσας το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες είχε καταθέσει η Μ. Ε.
  11. Αναφέρθηκε στη καλή συνεργασία η οποία υπήρχε με τους εναγόμενους και τη συχνή της επικοινωνία με τον εναγόμενο
  12. Αναφέρθηκε επίσης και στα όσα η ίδια γνώριζε αναφορικά με τα έγγραφα τα οποία ήδη είχαν κατατεθεί από την Μ. Ε. 1 ως τεκμήρια αναγνωρίζοντας και την υπογραφή της όπου αυτή υπήρχε. 36 Έδωσε και την έννοια της λέξης «παραστατικό», ως έντυπο το οποίο εκτυπώνεται με την διεκπεραίωση μίας συναλλαγής, κατά την κατάθεση των τεκμηρίων 19 και
  13. Τα οποία απεικονίζουν τις πληρωμές οι οποίες έγιναν από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 3 στις 2/7/2009 για το ποσό των £59.345,98 και £63.000,00, συνολικά δηλαδή για το ποσό των £122.345,
  14. 37 Σύμφωνα και με το τεκμήριο 4 το ποσό του δανείου το οποίο είχε εγκριθεί ήταν £125.000,00 ενώ η συμφωνία δανείου (τεκμήριο 6) αναφέρεται σε ποσό €215.000,00 όμως το έντυπο μεταφοράς ή παραστατικό (τεκμήριο 3) αναφέρεται σε ποσό €216.300,
  15. Έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με τη σημασία αυτών των ποσών και εξήγηση ως προς την οποιαδήποτε διαφορά εξαιτίας και του γεγονότος πως το δάνειο αν και εγκρίθηκε σε κυπριακές λίρες εκταμιεύτηκε σε ευρώ. 38 Έδωσε επίσης περισσότερες εξηγήσεις αναφορικά με τις καταχωρίσεις της τρίτης σελίδας του τεκμηρίου 11 κατά τη διεκπεραίωση αυτόματης αλλαγής συστήματος της τράπεζας. Αυτόματες καταχωρίσεις υπό την έννοια ότι βοήθησαν απλά στο «κτίσιμο» των καθυστερημένων δόσεων τις οποίες παρουσίαζε το επίδικο δάνειο κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία, δηλαδή στις 5/3/
  16. 39 Ακολούθως στην αντεξέταση της πρόσθεσε πως οι συγκεκριμένες εφτά πράξεις οι οποίες καταχωρίσθηκαν στη στήλη χρέωσης στη σελίδα 3 του τεκμηρίου 11 δεν ήταν καταθέσεις ή είτε χρεώσεις ή πιστώσεις αλλά συναλλαγές οι οποίες διεκπεραιώθηκαν συστημικά κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία και ότι αν και φαίνονται καταχωρισμένες στη «μερίδα χρέωσης» του πελάτη απλά βοήθησαν στο κτίσιμο των καθυστερημένων δόσεων στο νέο σύστημα χωρίς να επηρεάζουν το χρεωστικό υπόλοιπο των πελατών το οποίο μεταφέρθηκε όπως ακριβώς ήταν πριν στην επόμενη περίοδο, δηλαδή από τις 31/12/
  17. 40 Αναφέρθηκε προς διευκρίνιση στο υπόλοιπο στις 31/12/2003 στην προηγούμενη σελίδα στο οποίο επίσης κατέληγε η κατάσταση λογαριασμού και στην επόμενη σελίδα μετά και από τις βοηθητικές συστημικές εγγραφές οι οποίες έκτισαν τις καθυστερημένες δόσεις τη δεδομένη στιγμή στο νέο σύστημα. Διευκρίνισε πως οι εγγραφές είναι τεχνικής φύσεως και δεν έχουν να κάνουν με ανατοκισμό ή οτιδήποτε άλλο στο δάνειο του πελάτη καθώς το επαναφέρουν στο ίδιο υπόλοιπο. Ενέμεινε ότι δεν τοκίστηκαν ή ότι αποτελούσαν χρέωση υπό μορφή ανατοκισμού. 41 Εξήγηση έδωσε επίσης ως προς τη χρέωση στο επίδικο δάνειο ημερομηνίας 16/11/2005 με περιγραφή ως «Loan Transfer» για το ποσό των €5.123,
  18. Ανέφερε συγκεκριμένα πως αυτή η πράξη αφορούσε συμψηφισμό χρεωστικών υπολοίπων τα οποία εκκρεμούσαν στο όνομα των εναγόμενων. Πρόσθεσε επίσης πως ο συγκεκριμένος συμψηφισμός χρεωστικού υπολοίπου στη συγκεκριμένη στιγμή απέρρεε από το έγγραφο δανείου (δηλαδή, τους όρους αυτού) το οποίο είχαν υπογράψει αρχικά οι εναγόμενοι. 42 Καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια ανέφερε λεπτομέρειες αναφορικά με τις χρεώσεις για ασφαλιστική κάλυψη ως επίσης και σε σχέση με την αλλαγή του ονόματος της ασφαλιστικής εταιρείας. 43 Κατά την αντεξέταση της διερευνήθηκε η αναφορά στην κύρια εξέταση της σε ύπαρξη συμψηφισμού αναφορικά με την πράξη ημερομηνίας 16/11/2005 μεταφοράς του ποσού των €5.123,44 με περιγραφή στη στήλη λεπτομερειών της σχετικής κατάστασης λογαριασμού της πράξης ως «Loan Transfer». Διευκρίνισε πως εξοφλήθηκε υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας με χρέωση του λογαριασμού δανείου ενώ ακολούθως διευκρίνισε επιπλέον πως η κάρτα είχε εξοφληθεί με τον τρεχούμενο λογαριασμό και στη συνέχεια εξοφλήθηκε και ο τρεχούμενος με χρέωση του λογαριασμού δανείου. 44 Ουσιαστικά δηλαδή ο συμψηφισμός διενεργήθηκε σε σχέση με τρεις συνολικά λογαριασμούς. Επανέλαβε πως η διεκπεραίωση συμψηφισμού απορρέει από τις συμβάσεις οι οποίες είχαν υπογραφεί. Η πράξη αυτή έγινε κατόπιν έγκρισης του αρμόδιου τμήματος της τράπεζας. Αν και δέχτηκε πως σε γενικές γραμμές αποτελούσε συνήθη τακτική της τράπεζας να λαμβάνεται η συγκατάθεση του πελάτη με υπογραφή παραστατικού εντούτοις επανέλαβε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το κατάστημα είχε προβεί σε διεκπεραίωση συμψηφισμού κατόπιν έγκρισης κλιμακίου. Επεσήμανε επίσης πως με τη συγκεκριμένη συναλλαγή είχε εξοφληθεί υφιστάμενη υποχρέωση του πελάτη και πως αυτό δεν αλλοίωσε το υπόλοιπο των υποχρεώσεων του προς την τράπεζα. 45 Βεβαίως η προαναφερόμενη τελευταία αναφορά της Μ. Ε. 2 αναδεικνύει ένα βασικό στοιχείο αναφορικά με τη νομική πτυχή της γενικότερης συμβατικής σχέσης μέσω των διαφόρων συμφωνιών οι οποίες υπήρχαν μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων υπό την ιδιότητα της ως τράπεζα και των εναγόμενων ως πελατών της και το οποίο αναλύεται πιο κάτω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της αγωγής (βλ. σχετικά την παράγραφο 286 αυτής της απόφασης). 46 Προσθέτοντας σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της πως δεν επηρεάστηκε το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων και ότι απλά έγινε «μετατόπιση» εξηγώντας επίσης πως ο τρεχούμενος λογαριασμός ήταν κοινός όπως και το δάνειο αν και η πιστωτική κάρτα ήταν στο όνομα του εναγόμενου
  19. Ως προς το κατά πόσο ήταν σωστό να «φορτώσει» η τράπεζα το χρέος του εναγόμενου 1 και στο όνομα της εναγόμενης 2 εξήγησε πως βασικά η ενάγουσα είχε προβεί σε μία εκτελεστική απόφαση και θεωρήθηκε πως η ατομική διευκόλυνση δεν ξεχώριζε από το έγγραφο δανείου. 47 Εξέφρασε δηλαδή την πεποίθηση πως απέρρεε από το έγγραφο του δανείου η δυνατότητα συμψηφισμού της οποιασδήποτε διευκόλυνσης και όχι κατ΄ ανάγκη κοινής διευκόλυνσης. Προσθέτοντας, σε σχετική ερώτηση, πως η απόφαση πληρωμής του υπολοίπου της πιστωτικής κάρτας σε αρχικό στάδιο λήφθηκε σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος όμως δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και έτσι κατ΄ επέκταση αυτό έγινε στη συνέχεια με το λογαριασμό του κοινού δανείου. Εξηγώντας - και πάλι σε σχετική ερώτηση - πως η απόφαση της τράπεζας να μεταφερθεί στο δάνειο το χρέος και όχι να γίνει πληρωμή από τον τρεχούμενο ουσιαστικά κατέληγε στο ίδιο σημείο. 48 Πρόσθεσε δε πως η άποψη της επί του θέματος είναι υποκειμενική καθώς απλά εκτελούσαν μία απόφαση δίχως όμως να αυξάνεται το χρεωστικό υπόλοιπο του ζεύγους των εναγόμενων. 49 Βεβαίως η γραμμή αντεξέτασης η οποία ακολουθήθηκε εμπεριείχε περισσότερο το στοιχείο της αμφισβήτησης του καθορισμού του υπολοίπου του χρέους της πιστωτικής κάρτας παρά μόνο του ίδιου του γεγονότος της μεταφοράς ποσού από λογαριασμό του εναγόμενου 1 σε κοινό λογαριασμό και των δύο εναγόμενων. Θέση της Μ. Ε. 2 επί αυτού του θέματος ήταν πως πάντα υπάρχει ένα υπόλοιπο εξόφλησης σε οποιαδήποτε διευκόλυνση τη δεδομένη στιγμή κατά την οποία διεκπεραιώνεται η εξόφληση. Προσθέτοντας επίσης αναφορικά με τη δυνατότητα αμφισβήτησης του συγκεκριμένου υπολοίπου πως αυτό θα μπορούσε να γίνει και σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί και εκ των υστέρων με σχετική κατάσταση λογαριασμού. Επέμεινε επίσης η Μ. Ε. 2 πως εκτυπώνονταν καταστάσεις λογαριασμού για όλους τους λογαριασμούς των πελατών. 50 Το συγκεκριμένο θέμα αναφορικά με την πιστωτική κάρτα προκύπτει απευθείας βάσει και του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης (παράγραφος 11) και όχι μόνο γενικά, εντός δηλαδή του γενικότερου πλαισίου αμφισβήτησης χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού στεγαστικού δανείου. 51 Ερωτήθηκε κατά πόσο το κλιμάκιο το οποίο ανέφερε έχει το δικαίωμα να αποφασίζει τις υποχρεώσεις του πελάτη και απάντησε ότι το κλιμάκιο και γενικά οι εγκριτικές αρχές έχουν το δικαίωμα να πάρουν αποφάσεις αναφορικά με αίτημα και γενικά για πάσης φύσης θέματα τα οποία προκύπτουν με πελάτες και σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία έχουν υπογραφεί στην πορεία της σχέσης μεταξύ τράπεζας και πελάτη. Ερωτήθηκε κατά πόσο δηλαδή έχει υπερεξουσίες αυτό το κλιμάκιο και παρά το ότι διευκρίνισε πως δεν είναι το αρμόδιο άτομο να κρίνει πως δουλεύουν οι επιτροπές ή τα εγκριτικά κλιμάκια θεωρούσε πως γνωρίζουν πλήρως το αντικείμενο τους και ότι οι οποιεσδήποτε αποφάσεις τους συνάδουν με τα νομικά πλαίσια αλλά και με τις συμβάσεις σε σχέση με τους πελάτες. Ερωτήθηκε και άλλες ερωτήσεις επί του ίδιου θέματος ιδιαίτερα δε αναφορικά με τη λειτουργία των επιτροπών δίχως να κρίνεται απαραίτητη η παράθεση αυτού του μέρους της μαρτυρίας της Μ. Ε.
  20. 52 Οι αναφορές στη συγκεκριμένη πράξη οδήγησαν σε ερωτήσεις αναφορικά με το θέμα επιλογής της ισοτιμίας του συναλλάγματος σε ξένο νόμισμα και κατά πόσο ο πελάτης δεν είχε δικαίωμα να ελέγξει αυτή την ισοτιμία. Απάντησε ουσιαστικά ότι αυτή εξαρτάτο από τη συγκεκριμένη ημερομηνία της συναλλαγής. Ουσιαστικά η αντεξέταση σχετιζόταν με το κατά πόσο ο πελάτης είχε δικαίωμα ελέγχου έτσι ώστε να έλεγχε κατά πόσο τον συνέφερε να γίνει η πράξη. Η θέση της Μ. Ε. 2 ήταν ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει εάν ο πελάτης ήταν παρών προσθέτοντας ότι η πράξη φαινόταν στην κατάσταση λογαριασμού και εάν ο πελάτης είχε οποιοδήποτε παράπονο θα μπορούσε να το θέσει στην τράπεζα. 53 Όταν εξήγησε ως αυτονόητο πως ο πελάτης θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να προσέλθει στο κατάστημα ή να τηλεφωνήσει ή επικοινωνήσει με ηλεκτρονική αλληλογραφία και αφού συμφώνησε στη συνέχεια πως ο εναγόμενος απουσίαζε τον περισσότερο χρόνο στο εξωτερικό, η αντεξέταση οδηγήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία η οποία υπήρχε μεταξύ της ίδιας και του εναγόμενου η οποία όπως απάντησε άρχισε από το 2004 πριν τον τερματισμό. Εξήγησε όμως πως για λόγους ασφαλείας η κατάσταση του λογαριασμού δεν μπορούσε να σταλεί μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προσθέτοντας στη συνέχεια πως η κατάσταση με τη συγκεκριμένη πράξη είχε σταλεί στη διεύθυνση η οποία είχε δηλωθεί από τον πελάτη. Απέρριψε την υποβολή πως ενώ η τράπεζα είχε τη δυνατότητα να ενημερώνει σχετικά τους εναγόμενους για διάφορες συναλλαγές οι οποίες επηρέαζαν τα συμφέροντα τους εντούτοις απέφυγε να το κάνει, με αναφορά στην ταχυδρόμηση της κατάστασης λογαριασμού. 54 Διερωτήθηκε ως προς την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό θέση ότι ο εναγόμενος πάντοτε αμφισβητούσε τις χρεώσεις στις οποίες η τράπεζα προέβαινε καθώς απάντησε - αρχικά ερωτώντας ουσιαστικά - εάν το είχε δηλώσει στους ίδιους και τέλος, προσθέτοντας, ότι δεν το είχε δηλώσει. Όπως μάλιστα εξήγησε η Μ. Ε. 2 στην αλληλογραφία η οποία υπήρχε με τον εναγόμενο δεν υπήρχαν αναφορές σε παράπονα για χρεώσεις ή κόστη αλλά κυρίως αναφορικά με το υπόλοιπο του δανείου, καθυστερημένες δόσεις και κάποιο πρόγραμμα αποπληρωμής και διευθέτησης εξόφλησης του δανείου. 55 Αντεξετάστηκε γενικά σε σχέση με την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της και του εναγόμενου η οποία υπήρχε κατατεθειμένη υπό μορφή τεκμηρίων (τεκμήρια 22 και 28).΄ 56 Επικεντρώθηκε αρχικά η αντεξέταση στο κατά πόσο όντως ο εναγόμενος - και κατ΄ επέκταση και η εναγόμενη - είχε λάβει γνώση της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 22/11/2005 (τεκμήριο 12). Με ιδιαίτερη αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 1/3/
  21. Όταν ερωτήθηκε η Μ. Ε. 2 πως γίνεται δύο χρόνια μετά να λαμβάνει γνώση ο εναγόμενος, απάντησε χαρακτηριστικά πως συμφωνούσε πως ήταν «λίγο παράταιρο» αν και αναφέρθηκε όμως στο απαντητικό της μήνυμα στο οποίο όντως υπενθυμίζει τον εναγόμενο πως τον είχε ενημερώσει για τον τερματισμό του δανείου τον Ιούνιο του
  22. Προσθέτοντας μάλιστα σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης της πως είχε επίσης και τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο. Συγκεκριμένα σε σχέση με την επιστολή τερματισμού αν και αναφέρθηκε στη συνηθισμένη διαδικασία αποστολής τέτοιου είδους επιστολών και την πιστοποίηση αποστολής από το Ταχυδρομείο πρόσθεσε ότι θα πρέπει να απουσίαζε ο εναγόμενος αρκετό διάστημα καθώς η επιστολή είχε σταλεί στην καθορισμένη διεύθυνση στην Κισσόνεργα. Πρόσθεσε όμως ότι για να το είχε αναφέρει στο ηλεκτρονικό μήνυμα της σίγουρα θα πρέπει να το είχε πει τηλεφωνικά στον εναγόμενο και πιθανώς να μην κατάλαβε πλήρως ή να μην θυμόταν. Διευκρίνισε όμως πως δεν παραδεχόταν ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει την επιστολή (τεκμήριο 12) υποθέτοντας ουσιαστικά πως «σίγουρα» είχε πάρει έστω εκ των υστέρων την τερματική επιστολή. Αναφέρθηκε επίσης στην μη επιστροφή της επιστολής απορρίπτοντας το ενδεχόμενο αυτή να είχε χαθεί. 57 Αντεξετάστηκε ως προς τη σημασία του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 2/3/2007 (τεκμήριο 22). Το περιεχόμενο βεβαίως του οποίου ομιλεί από μόνο του. Όμως αξίζει να σημειωθούν και οι απαντήσεις της Μ. Ε. 2 ως προς το τι ακριβώς είχε μεταφερθεί στον εναγόμενο ως θέση της τράπεζας. Δίχως όμως να κρίνεται απαραίτητο όπως αυτές οι απαντήσεις καταγραφούν λέξη προς λέξη σε αυτό το μέρος της απόφασης. Σημασία όμως έχει πως παραμένει ως γεγονός ότι η Μ. Ε. 2 εξέφρασε μία πεποίθηση εντός του ηλεκτρονικού μηνύματος σύμφωνα με την οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί οι οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες μέχρι και την πλήρη εξόφληση του δανείου. Υπήρξε επίσης αναφορά από την ίδια και στο υπόλοιπο σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 3/4/2007 (τεκμήριο 28) στη δεδομένη στιγμή στο σύστημα της τράπεζας. Αναφέρθηκε και σε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με την προσπάθεια η οποία καταβαλλόταν για διευθέτηση του δανείου διορθώνοντας όμως σε ένα σημείο την αναφορά της ως προς τη λανθασμένη χρήση της λέξης «termination» στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 7/8/
  23. 58 Σε άλλη περίπτωση εξήγησε πως ο τερματισμός ήδη είχε διεκπεραιωθεί με την αποστολή της τερματικής επιστολής τον Νοέμβριο του 2015 και ότι απλά εκκρεμούσε η καταχώρηση νομικών διαδικασιών από την τράπεζα και ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν τις διαβουλεύσεις με τους πελάτες σε μία προσπάθεια να τους δοθεί χρόνος να προβούν σε πλήρη κάλυψη των καθυστερήσεων και να συνεχίσουν κανονικά στην αποπληρωμή και πλήρη εξόφληση. Δηλαδή, διευκρίνισε, υπήρχε αυτή η πιθανότητα του δανείου εάν ο πελάτης κάλυπτε πλήρως τις καθυστερημένες δόσεις και συνέχιζε κανονικά για εύλογο χρονικό διάστημα τότε σίγουρα, σε κατοπινό στάδιο, θα ζητούσαν να εξαιρεθεί εντελώς από το θέμα λήψης δικαστικών μέτρων. 59 Η απάντηση αυτή οδήγησε σε υποβολή ως προς το ότι ο τερματισμός δεν έγινε ποτέ αλλά ακόμη και εάν έγινε με την αλληλογραφία μεταξύ της Μ. Ε. 2 και του εναγόμενου ο τερματισμός είχε ανακληθεί. Η Μ. Ε. 2 απέρριψε αυτή την υποβολή. 60 Κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκε πως το υπόλοιπο του επίδικου δανείου το οποίο αναφερόταν στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερομηνίας 3/4/2007 στο τεκμήριο 28 για το ποσό των €177.500,00 δεν ήταν τόσο αλλά πολύ λιγότερο. 61 Βεβαίως με υποβολές αυτού του είδους ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων δημιουργούσε προσδοκίες πως όταν θα παρουσιαζόταν η μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης τότε θα προβαλλόταν και συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς το ποσό έστω κατά προσέγγιση («approx»), σύμφωνα με τη θέση των εναγόμενων ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του επίδικου δανείου κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ίδια η Μ. Ε. 2 απάντησε πως με τα δεδομένα τα οποία είχε ενώπιον της και τα οποία είχε πάρει από το σύστημα της τράπεζας αυτό ήταν το ποσό εξόφλησης κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία συμπεριλαμβανομένου και των τόκων μέχρι την ίδια ημερομηνία. 62 Βεβαίως κάποια δυνατότητα ελέγχου του συγκεκριμένου υπολοίπου παρέχεται από συνδυασμό των τεκμηρίων 13 και
  24. Ζητήθηκε από την Μ. Ε. 2 να προβεί σε δικούς της υπολογισμούς αναφορικά με τον υπολογισμό των τόκων για το δεύτερο εξάμηνο του
  25. Η Μ. Ε. 2 προέβη σε ένα υπολογισμό ο οποίος ήταν πλησιέστερος με το χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε δώσει απάντηση στην ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της και του εναγόμενου. Δηλαδή, υπολογίζοντας τον τόκο για μία περίοδο 10 μηνών από τον έκτο μήνα του 2006 μέχρι τον Απρίλιο του 2007 διευκρινίζοντας παράλληλα πως δεν το έκανε αυτό επί μίας ημερήσιας αλλά μηνιαίας βάσης. Κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη ένα ποσό τόκου περίπου €9.500,00 όπως ανέφερε αρχικά και μετά μειώνοντας το σε ποσό περίπου €9.000,00, σε ένα ποσό γύρω στις €169.500,00 το οποίο περιέγραψε ως ένα ενδεικτικό υπολογισμό δίχως να λαμβάνονται υπόψη οποιοιδήποτε τόκοι υπερημερίας. Βασίστηκε προς το σκοπό αυτό στα τεκμήρια 29 και 18 ενώ διευκρίνισε πως το τεκμήριο 13 είναι μέρος του τεκμηρίου
  26. Εξήγησε πως ένας σωστός υπολογισμός θα πρέπει να γίνει επί μίας ημερήσιας βάσης και χωρίς οποιεσδήποτε άλλες τιμολογήσεις σε σχέση με τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου των εναγόμενων κατά την συγκεκριμένη περίοδο. 63 Ακολούθησαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με το θέμα και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου ο οποίος χρεωνόταν στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Όπως σε σχέση με το έτος
  27. Επανέλαβε η Μ. Ε. 2 πως ο υπολογισμός γίνεται τεχνικά από το σύστημα το οποίο είναι δομημένο να υπολογίζει ανάλογα με τα στοιχεία σχετικά με την τιμολόγηση του δανείου. Επομένως, το θέμα δεν είναι αν έχουν υπολογιστεί σωστά με την τεχνική έννοια οι τόκοι, αλλά θέμα τιμολόγησης, δηλαδή αν υπάρχει διαφωνία επί αυτού του θέματος. Όπως είχε ισχυριστεί αμέσως προηγουμένως δεν «επίκειται θέμα λάθους στο κομμάτι διαδικασίας χρέωσης σε καμία περίπτωση.» ενώ αν είναι θέμα τιμολόγησης αυτό είναι άλλο θέμα. 64 Ερωτήθηκε επίσης η μάρτυρας αυτή αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ 7 και 24 Αυγούστου του 2007 και τις αναφορές σε ποσό €20.000,00 προς κάλυψη των δόσεων μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με στόχο ουσιαστικά την μη λήψη δικαστικών μέτρων μέχρι το τέλος του ιδίου μηνός. Προς το σκοπό αυτό της υποβλήθηκαν διάφορες αριθμητικές πράξεις. 65 Συμφώνησε η Μ. Ε. 2 πως η αλληλογραφία η οποία μεσολάβησε μέχρι και τις 18/9/2007 δείχνει πως ο εναγόμενος ήθελε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα και ότι ήταν θετικός και έκανε προσπάθειες προς αποπληρωμή του επίδικου δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/10/
  28. Συμφώνησε πως όντως εντός αυτού του μηνύματος σε ανταπόκριση των προτάσεων του αναφέρει στον εναγόμενο πως έλεγξε με τη διεύθυνση και αν πλήρωνε €20.000,00 η υπόθεση μπορούσε να περιμένει νοουμένου ότι ο ίδιος θα συνέχιζε να πληρώνει κανονικά τις δόσεις του. Με αναφορά και πάλι στην αλληλογραφία μεταξύ της Μ. Ε. 1 και του εναγόμενου επισημαίνεται στη μάρτυρα η ενημέρωση από τον εναγόμενο ως προς την εξασφάλιση του ποσού των €20.000,00 (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22/10/2007) και το οποίο όντως πληρώθηκε ενώ ο εναγόμενος ζήτησε να μάθει πόσο ήταν το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/10/2007). Συμφώνησε η Μ. Ε. 1 με αναφορά στο τεκμήριο 13 και στην πίστωση του ποσού των €28.264,88 στις 24/10/
  29. 66 Υποβλήθηκε τότε στην Μ. Ε. 2 πως θα αναμενόταν όπως να είχαν τηρηθεί τα συμφωνημένα όμως αντί αυτού στάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 31/10/2007 με το οποίο ουσιαστικά, σε ελεύθερη μετάφραση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων, η Μ. Ε. 2 ενημέρωσε τον εναγόμενο πως αφού πληροφόρησε τη διεύθυνση (Headquarter) για την εικόνα του δανείου των εναγόμενων και τους παρακάλεσε να ακυρώσουν την καταχώριση αγωγής η επιτροπή θα ανέστελλε την καταχώριση αγωγής μέχρι τις 31/1/2008 και πως μέχρι τότε θα πρέπει να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό. Η Μ. Ε. 2 συμφώνησε με αυτή την υποβολή. Υποβλήθηκε τότε στη Μ. Ε. 2 πως αυτό σήμαινε υπαναχώρηση από τα συμφωνημένα και εκβιασμός. 67 Δίχως να συμμερίζεται αυτή τη θέση η Μ. Ε. 2 τοποθετήθηκε ως εξής. Κατ΄ αρχάς υπενθύμισε πως η επιστολή τερματισμού είχε ημερομηνία τον Νοέμβριο του 2005 αλλά η αγωγή καταχωρίσθηκε το 2008, δίδοντας έμφαση σε αυτό το γεγονός. Η ίδια είχε σημειώσει 3 εγκρίσεις παράτασης της καταχώρισης ως μέρος ουσιαστικά μίας προσπάθειας του καταστήματος μετά από διαβούλευση με τους πελάτες. Επεσήμανε τις προσπάθειες του εναγόμενου, θεώρησε όμως πως δόθηκε εύλογος χρόνος ενώ υπήρχε και καλή διάθεση από την τράπεζα να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος στον πελάτη και πως αυτό φαινόταν ξεκάθαρα και από την αλληλογραφία. Παραδέχτηκε πως όντως είχε αναφέρει στον πελάτη στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερομηνίας 16/10/2007 ότι θα κρατούσε την υπόθεση του όσο μπορούσε. 68 Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως στο συγκεκριμένο μήνυμα η Μ. Ε. 2 δεν αναφέρει πως θα προσπαθήσει να κρατήσει την υπόθεση όσο μπορούσε αλλά συγκεκριμένα ότι είχε ελέγξει με τα κεντρικά γραφεία (headquarters) και σαφώς δηλώνει στον εναγόμενο πως εάν πληρώσει το ποσό των €20.000,00 εντός μίας εβδομάδας τότε η υπόθεση δεν θα προχωρήσει (will be held) υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως μετά και από την ημερομηνία του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού μηνύματος (16/10/2007) όπως καταγράφεται και στο τεκμήριο 29 έγινε μεταφορά από τον εναγόμενο ποσού σε στερλίνες στο λογαριασμό του στεγαστικού δανείου με αποτέλεσμα πίστωσης του συγκεκριμένου λογαριασμού με το ποσό των €28.264,
  30. 69 Πρόσθεσε πως προφανώς η συγκεκριμένη προσπάθεια θα καταβαλλόταν από το κατάστημα αλλά η υπόθεση τύγχανε χειρισμού και από τις κεντρικές υπηρεσίες, οι οποίες παρακολουθούσαν την πορεία της υπόθεσης και με την ενημέρωση από το κατάστημα συντόνιζαν και τελικά αποφάσιζαν για την πορεία και έκβαση αυτού του θέματος. Κατέληξε πως το ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερομηνίας 31/10/2007 ουσιαστικά ήταν κοινοποίηση απόφασης συμβουλίου η οποία πάλι περιλάμβανε περίοδο (προφανώς επιπρόσθετη παράταση) από τον Οκτώβριο του 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 αλλά με τον όρο πλήρους εξόφλησης. Αξίζει να σημειωθεί πως όντως με το μήνυμα ημερομηνίας 31/10/08 (μέρος του τεκμηρίου 28) η Μ. Ε. 2 ενημερώνει σχετικά τον εναγόμενο πως η ίδια είχε πληροφορήσει τη διεύθυνση ("Headquarter") αναφορικά με την υφιστάμενη εικόνα του λογαριασμού δανείου υποβάλλοντας παράλληλα αίτημα για ακύρωση των νομικών διαδικασιών προσθέτοντας όμως πως η απάντηση της επιτροπής ήταν η παράταση μέχρι 31/1/2008 υπό τον όρο ότι θα εξοφλείτο πλήρως το δάνειο μέχρι τότε. 70 Βεβαίως ο συγκεκριμένος όρος δεν θα μπορούσε λογικά να θεωρηθεί ως όρος για αναστολή της λήψης δικαστικών μέτρων καθώς παρεχόταν ουσιαστικά η συγκεκριμένη παράταση μέχρι 31/1/2008 ακόμη και αν δεν εξοφλούσαν οι εναγόμενοι. Απλά ουσιαστικά εάν μέχρι τότε οι εναγόμενοι εξοφλούσαν τότε η ενάγουσα δεν θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Σαφώς δηλαδή η πρόταση αυτή δεν ήταν η ίδια αναφορικά με την οποία δημιουργήθηκε προσδοκία στον εναγόμενο για επίλυση του συγκεκριμένου θέματος. Με κάλυψη δηλαδή του οφειλόμενου ποσού των καθυστερημένων δόσεων και συνέχιση της αποπληρωμής του υπολοίπου του δανείου με δόσεις. 71 Υποβλήθηκε τότε στην Μ. Ε. 2 τόσο ότι ο τερματισμός Νοεμβρίου του 2011 δεν ήταν νόμιμος όσο ότι ακόμη και εάν αυτός έγινε τότε ανακλήθηκε με τις μετέπειτα συναλλαγές και παραστάσεις οι οποίες έγιναν μεταξύ της ενάγουσας και τους εναγόμενους. Η Μ. Ε. 2 απέρριψε την ύπαρξη ανάκλησης προσθέτοντας πως δεν είχαν δικαίωμα (προφανώς ως κατάστημα) να ανακαλέσουν τον τερματισμό αλλά ούτε και απορρέει αυτό από την αλληλογραφία καθώς αντιθέτως η προσπάθεια ήταν να δοθεί χρόνος στον πελάτη έτσι ώστε να ανταποκριθεί. 72 Υποβλήθηκε ευθέως η θέση πως η αλληλογραφία δημιούργησε μία συμφωνία αναφορικά με την περαιτέρω πορεία του επίδικου δανείου και του τρόπου αποπληρωμής του. Βεβαίως το όλο θέμα δεν παύει να είναι νομικό εντούτοις εφόσον κλήθηκε η μάρτυρας να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος απάντησε ως εξής. Η ίδια θεώρησε πως η αλληλογραφία δεν ήταν σε καμία περίπτωση συμφωνία αλλά απλά μία επικοινωνία έτσι ώστε να δοθεί χρόνος να ρυθμιστούν τα θέματα του δανείου αν και εφόσον υπήρχε συναίνεση και κατάληξη στην όποια συμφωνία. Πρόσθεσε δε πως για να επικυρωνόταν τέτοια συμφωνία αυτό θα έπρεπε να γινόταν μέσα από συμβάσεις τις οποίες θα υπέγραφαν ενδεχομένως και οι δύο πλευρές. Περιέγραψε την αλληλογραφία ως μια επικοινωνία, σε μια προσπάθεια θετικής προσέγγισης και από τις δύο πλευρές τονίζοντας πως δεν υπήρξε συμφωνία δεσμευτική από κανένα προσθέτοντας πως ούτως ή άλλως ούτε ο πελάτης είχε πλήρως ανταποκριθεί στις επιμέρους επικοινωνίες τους παρά και τις προσπάθειες του να καλύψει και να εμβάσει ποσά. Ουσιαστικά, όπως το έθεσε, η επικοινωνία ήταν ένα εργαλείο συνεννόησης και τίποτε άλλο. 73 Απορρίπτοντας την υποβολή θέσης αναφορικά με υπαναχώρηση της τράπεζας και απαίτηση για αποπληρωμή με εκβιαστικό τρόπο υπενθύμισε πως η αποπληρωμή του δανείου είχε ζητηθεί με τον τερματισμό προσθέτοντας πως δεν μπορούσε αυτή η εκκρεμότητα να κρατήσει για απεριόριστο χρονικό διάστημα. 74 Η υπενθύμιση αναφορικά με τη δεκαετή περίοδο αποπληρωμής του δανείου οδήγησε σε νέα υποβολή για εκβιαστική πίεση αποπληρωμής σε 5 χρόνια με πληρωμή ποσού €200.000,00 σε δύο μήνες. 75 Στη συνέχεια η αντεξέταση της Μ. Ε. 2 επικεντρώθηκε στην προώθηση της θέσης της υπεράσπισης ως προς την ύπαρξη καταχρηστικών χρεώσεων στο υπόλοιπο με αναφορά και σε τόκους υπερημερίας αλλά και ανατοκισμού με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την οποία η Μ. Ε. 2 αντιμετώπισε περιγράφοντας τις οποιεσδήποτε χρεώσεις ως απορρέουσες από τις συμβάσεις μεταξύ της τράπεζας και των πελατών. Συμφώνησε ως προς το ότι υπήρξε αλλαγή ως προς το θέμα της κεφαλαιοποίησης και ότι αυτή γινόταν μία φορά το χρόνο μόνο από ένα χρονικό σημείο και μετά, εξηγώντας όμως ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα απόφασης της τράπεζας το οποίο ούτως ή άλλως ευνοούσε τον πελάτη χωρίς να γνωρίζει εάν αυτό επιβλήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα. Ούτε ήταν σε θέση να κρίνει, αναφορικά με σχετική υποβολή, κατά πόσο αυτό ήταν το ορθό περιορίζοντας την απάντηση της με αναφορά σε υλοποίηση απόφασης της τράπεζας, σύμφωνα με την οποία η κεφαλαιοποίηση θα γινόταν μία φορά το χρόνο και συγκεκριμένα στις 2 Ιουλίου. Υπενθύμισε πως υπήρχε σχετική πρόνοια στη σύμβαση με τους πελάτες για κεφαλαιοποίηση επί εξάμηνης βάσης. 76 Αντεξετάστηκε σε σχέση με τη διπλή χρέωση από την ασφαλιστική εταιρεία το 2005 εκφράζοντας τη βεβαιότητα πως σίγουρα θα επιστραφεί δίχως όμως να ήταν σε θέση να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα συνέβαινε. Συμφώνησε βεβαίως πως το λανθασμένα χρεωμένο ποσό τοκίστηκε, κεφαλαιοποιήθηκε και ανατοκίστηκε. Εξήγησε πως η τράπεζα έχει πωλήσει όλα τα συμφέροντα της στην ασφαλιστική εταιρεία και η οποία πλέον είναι μία ξεχωριστή εταιρεία. Δέχτηκε πως μέχρι και την αλλαγή αυτή η ασφαλιστική εταιρεία και η τράπεζα είχαν κοινά συμφέροντα καθώς και ότι η ασφαλιστική εταιρεία άνηκε στον όμιλο. 77 Αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με τον τρόπο καταγραφής των τόκων στα τεκμήρια 11, 13 και 29 διευκρινίζοντας όμως πως η συγκεκριμένη διασπορά των τόκων δεν διαφοροποιούσε το τελικό ποσό. 78 Αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με τις χρεώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία με αναφορά στα σχετικά τεκμήρια αναφερόμενη σε εξόφληση του ασφαλίστρου από το 2002 έως 2004 από τον τρεχούμενο λογαριασμό. Το πιθανότερο ανέφερε ήταν η χρέωση στη συνέχεια του λογαριασμού του δανείου να οφειλόταν σε έλλειψη διαθέσιμου υπολοίπου προσθέτοντας πως υπήρχε και σχετική ρήτρα στο συμβόλαιο. 79 Ακολούθησε και αντεξέταση αναφορικά με τη διεύθυνση των εναγόμενων. Θέση της Μ. Ε. 2 ήταν ότι σύμφωνα με τον όρο 18 του τεκμηρίου 6, οποιαδήποτε επικοινωνία θα έπρεπε να αποστελλόταν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των πελατών. Η υποβολή ως προς το ότι οι εναγόμενοι είχαν ταχυδρομική θυρίδα αν και δεν αμφισβητήθηκε από την Μ. Ε. 2 εντούτοις, όπως η ίδια εξήγησε, σε περίπτωση οποιασδήποτε αλλαγής διεύθυνσης θα έπρεπε να είχαν δοθεί γραπτές οδηγίες από τους πελάτες. Υποβλήθηκε πως όντως είχε δοθεί αυτή η διεύθυνση και πως σε αυτή θα έπρεπε να αποστελλόταν η αλληλογραφία με τους πελάτες. Η θέση της Μ. Ε. 2 ήταν πως δεν είχε υπόψη της γραπτές οδηγίες αναφορικά με αυτό. Αν και συμφώνησε πως ο όρος 18 στο τεκμήριο 6 δεν καθόριζε διεύθυνση εντούτοις υπενθύμισε πως αναφερόταν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση. Υποβλήθηκε επίσης πως η επίδικη έπαυλη δεν είχε αποπερατωθεί έτσι ώστε να αποστέλλονταν εκεί η αλληλογραφία των εναγόμενων. Η Μ. Ε. 2 δήλωσε επί αυτού απλά ότι όπως γνώριζε ήταν στο τελικό στάδιο. 80 Εξήγησε πως οι πληρωμές προς την ασφαλιστική εταιρεία δεν χρεώνονταν με έξοδα μετατροπής από ξένο νόμισμα. Όμως δεν μπορούσε να καθορίσει εάν η τράπεζα είχε όφελος από τη διαφορά στη τιμή συναλλάγματος καθότι δεν ήταν αρμόδια επί του θέματος. Απέρριψε την υποβολή ως προς το ότι η τράπεζα δεν είχε εξουσιοδότηση να προβαίνει στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών με αναφορά στους όρους των σχετικών συμβάσεων. Παρά και την υποβολή ως προς το ότι οι πελάτες είχαν συνάψει δική τους ασφάλεια δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε σχετικό στην Μ. Ε. 2 και ούτε και η ίδια είχε οτιδήποτε υπόψη της. Ούτε και η υποβολή ως προς αυθαίρετη ισοτιμία συνοδεύτηκε με οποιοδήποτε συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο με αποτέλεσμα απλά η Μ. Ε. 2 να απαντάει πως η ισοτιμία αντιστοιχούσε με τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όταν δε ερωτήθηκε αναφορικά με το τεκμήριο 14 υπέδειξε πως το ποσό επί αυτού αντιστοιχούσε με την ισοτιμία της κυπριακής λίρας και του ευρώ όπως αυτή είχε καθοριστεί. Παρατηρείται πως εφαρμογή αυτής της ισοτιμίας οδηγεί στο ποσό το οποίο αναφέρεται και επί του τεκμηρίου 17, δηλαδή η αρχική χρέωση του 2002 ήταν η ίδια με αυτή του
  31. Εξήγησε όμως πως δεν ήταν σε θέση να αναλύσει και τεκμηριώσει πλήρως τιμολόγιο της ασφαλιστικής εταιρείας. Συνέχισε όμως η αντεξέταση επί των τεκμηρίων σε σχέση με τις χρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας με αναφορά κυρίως στο περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν αναφορικά με αυτές τις χρεώσεις. 81 Επισημάνθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων η αναγραφή επί του τεκμηρίου 17 διεύθυνσης, δηλαδή αριθμού ταχυδρομικής θυρίδας. Ο οποίος, όπως παρατηρείται ήταν διαφορετικός από αυτόν ο οποίος αναφέρεται επί του τεκμηρίου
  32. 82 Υπήρχε επίσης και αμφισβήτηση της τακτικής με την οποία η τράπεζα χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό με το ασφάλιστρο μετά και από προσκόμιση σχετικής τιμολόγησης από την ασφαλιστική εταιρεία. Βεβαίως επί του τεκμηρίου 17 υπάρχει επισυνημμένη τυποποιημένη επιστολή με τις υπογραφές των εναγόμενων ως προς την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης έχοντας υπόψη την εκχώρηση προς την τράπεζα του συμφέροντος των εναγόμενων στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Ενώ αναφορικά με την ασφαλιστική κάλυψη για διάρρηξη αν και η ίδια δεν είδε τον πελάτη να είχε συμβληθεί θεωρούσε πως η ασφαλιστική εταιρεία δεν θα είχε συνάψει συμβόλαιο δίχως υπογραφή από τους εμπλεκομένους. Δεν ήταν όμως σε θέση να τοποθετηθεί ως προς την υποβολή ότι το συμβόλαιο το οποίο οι εναγόμενοι υπέγραψαν με την ασφαλιστική εταιρεία ήταν μόνο για τη χρονική περίοδο του 2002 μέχρι το
  33. Παρά και την προτίμηση της Μ. Ε. 2 να μην απαντάει σε σχέση με θέματα «εκτός της δικαιοδοσίας» της και να δοθούν απαντήσεις από λειτουργό της ασφαλιστικής εταιρείας συνεχίστηκε η αντεξέταση της και επί άλλων θεμάτων αναφορικά με την ασφαλιστική κάλυψη για το επίδικο ακίνητο με επισήμανση της αλλαγής του αριθμού της ταχυδρομικής θυρίδας και με αναφορές στα ποσά χρέωσης. Απέρριψε την υποβολή ως προς την αυθαίρετη μετατροπή σε ευρώ τονίζοντας ότι η τράπεζα είχε προβεί στην διεκπεραίωση της συγκεκριμένης συναλλαγής έτσι ώστε να κρατηθεί εν ζωή το συγκεκριμένο ασφαλιστικό συμβόλαιο βάσει και του δικαιώματος το οποίο απορρέει από τις συμβάσεις με τον πελάτη. Απέρριψε επίσης τη θέση πως συγκεκριμένη πληρωμή ασφάλιστρου έγινε πιο νωρίς λόγω ψηλότερης ισοτιμίας αφήνοντας καλύτερο κέρδος για την τράπεζα. Εξήγησε επίσης πως οι πελάτες είχαν επιλογή υποβολής αιτήματος αλλαγής ασφαλιστικής εταιρείας. 83 Η Μ. Ε. 2 αντέδρασε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο όταν της υποβλήθηκε πως ουσιαστικά η τράπεζα και η ασφαλιστική εταιρεία αυθαιρετούσαν εις βάρος των δικαιωμάτων των εναγόμενων. Απορρίπτοντας τη θέση ως προς την ύπαρξη αυθαιρεσίας πρόσθεσε τα εξής. Ότι δηλαδή ήταν μια διαδικασία τακτοποίησης πληρωμής ασφαλιστικού συμβολαίου το οποίο εξασφάλιζε και τον πελάτη και την τράπεζα εφόσον είχε προβεί σε δανεισμό ουσιαστικά για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Απέρριψε τη θέση πως σκοπός ήταν να καταλήξει σε δυσχερέστερη θέση από οικονομικής ή άλλης άποψης ο πελάτης. Παρά και την αναφορά σε ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης από την κατασκευάστρια εταιρεία και σε πλεονασματική ασφάλεια και κατ΄ επέκταση αχρείαστη ετήσια επιβάρυνση του επίδικου λογαριασμού δανείου επεσήμανε η Μ. Ε. 2 πως ο όρος για ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν ένας από τους σημαντικούς όρους χορήγησης του δανείου. 84 Αν και δέχτηκε η Μ. Ε. 2 ότι δεν ενημερωνόταν αναλυτικά ο πελάτης για την κάθε πληρωμή ισχυρίστηκε όμως πως ήταν ενήμερος αναφορικά με την ύπαρξη του ασφαλιστικού συμβολαίου και του κόστους του και οι πληρωμές άρχισαν από τους προσωπικούς λογαριασμούς κατά τη χορήγηση του δανείου προσθέτοντας πως επομένως ήταν ενήμεροι οι πελάτες πως σε ετήσια βάση θα υπήρχε και θα επωμίζονταν αυτό το κόστος. Όταν υποβλήθηκε στην Μ. Ε. 2 πως οι εναγόμενοι δεν είχαν τέτοια γνώση προκλήθηκε διάλογος μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων και του Δικαστηρίου αναφορικά με τους ισχυρισμούς εντός των δικογράφων. Ως αποτέλεσμα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων δήλωσε πως δεχόταν ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν ασφαλιστήριο όμως η αντεξέταση του είχε σχέση με τις χρεώσεις για αυτό το ασφαλιστήριο. Πρόσθεσε επίσης πως δεν υπήρχε δικογραφημένος ισχυρισμός σε σχέση με το ασφαλιστικό συμβόλαιο για διάρρηξη αλλά μόνο για ασφάλεια πυρός. Μετά και από αυτό τον διάλογο η Μ. Ε. 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε διαφορετικό από ότι είχε αναφερθεί προηγουμένως και το οποίο καταγράφεται στην πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου. 85 Ακολούθησε αντεξέταση αναφορικά με τις χρεώσεις σε σχέση με και με τα δύο είδη ασφαλιστικής κάλυψης και η Μ. Ε. 2 απαντούσε στο βαθμό στον οποίο ήταν σε θέση να βασιστεί στη δική της γνώση και εμπειρία, αναφορικά κυρίως με τις πληρωμές και τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτές διεκπεραιώνονταν. Ο χρόνος ο οποίος αναλώθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά τα ποσά δεν μπορεί παρά πραγματικά να θεωρηθεί ως δυσανάλογος σε σχέση με το σύνολο του ποσού της αξίωσης. Δόθηκε όμως από το Δικαστήριο η κάθε δυνατή ευκαιρία αντεξέτασης της Μ. Ε. 2 και επί αυτού του θέματος. 86 Η βασική θέση της Μ. Ε. 2 επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν σαφέστατη αλλά και σταθερή. Η δεδομένη δηλαδή ενημέρωση του πελάτη ως προς την ύπαρξη συμβολαίου πυρός από τη στιγμή χορήγησης του δανείου και παράλληλα η γνώση του ως προς το ότι η πληρωμή θα γινόταν επί ετήσιας βάσης από τους λογαριασμούς του. Η πληρωμή αρχικά γινόταν από άλλους λογαριασμούς όταν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ενώ μετά αυτή γινόταν από το λογαριασμό του δανείου. Επιπλέον, υπήρχαν καταστάσεις λογαριασμού τόσο του δανείου όσο και του τρεχούμενου λογαριασμού ενώ εάν υπήρχε κάποια απορία ή κάποιο παράπονο επί του θέματος η τράπεζα, δηλαδή οι υπάλληλοι της ήταν στη διάθεση των πελατών. 87 Αναφορικά με την υποβολή σε σχέση με την ανυπαρξία της ασφάλειας διάρρηξης αλλά και της μη δικογράφησης της, η θέση της Μ. Ε. 2 ήταν ότι όπως μπορούσε να δει από την τιμολόγηση η κλήση προς πληρωμή από την ασφαλιστική εταιρεία υπήρχε, όμως θεωρούσε πως η ασφαλιστική εταιρεία είναι πλέον αρμόδια για να προσκομίσει τα υπογραφέντα συμβόλαια με τους πελάτες έτσι ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η σύναψη του συγκεκριμένου συμβολαίου. Ερωτήθηκε και πάλι ακολούθως επί αυτού του θέματος και επανέλαβε πως η ίδια δεν μπορούσε να απαντήσει αλλά θα έπρεπε η λειτουργός της ασφαλιστικής εταιρείας να προσκομίσει το συμβόλαιο έτσι ώστε να τεκμηριωθούν οι υπογραφές των πελατών. 88 Προέβη σε συσχετισμό βάσει του περιεχομένου των τεκμηρίων 13 και 30 των πληρωμών στις 27/6/2006 ως επίσης και της πληρωμής ημερομηνίας 12/9/
  34. Εξήγησε πως είχε συμπληρωθεί το οφειλόμενο ποσό προς την ασφαλιστική εταιρεία ανεξάρτητα και από την ύπαρξη δύο διαφορετικών ημερομηνιών διεκπεραίωσης της πληρωμής. Δόθηκε επίσης και επιπρόσθετη μαρτυρία αναφορικά γενικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  35. 89 Υποβλήθηκε σχετικά πως η τράπεζα έπραττε κατά το δοκούν και ενώ είχε τα τιμολόγια της ασφαλιστικής εταιρείας πλήρωνε όπως ήθελε, ότι ήθελε και όποτε ήθελε. Αν και συμφώνησε πως δεν ήταν σωστό υπό την έννοια της διεκπεραίωσης σε δύο ημερομηνίες, επεσήμανε εντούτοις πως στο τέλος δεν υπήρχε κάποιο δυσμενές αποτέλεσμα για τους πελάτες καθώς τακτοποιήθηκε η εξόφληση των ασφαλιστηρίων με τη χρέωση του δανείου. 90 Αντιμετώπισε την προσπάθεια ουσιαστικά να υποβληθεί πως υπήρχε αυθαιρεσία και ανακολουθία στις χρεώσεις της τράπεζας συμφωνώντας μεν ότι υπήρχε μία ανακολουθία επισημαίνοντας όμως και πάλι πως στο τέλος εάν ελέγξει κάποιος το αποτέλεσμα των συναλλαγών σε σχέση με τα συμβόλαια του πελάτη δεν έγινε κάτι παράτυπο με εξαίρεση την υπερπληρωμή την οποία η ασφαλιστική εταιρεία δεσμεύτηκε να ελέγξει και πιστώσει το ποσό στον πελάτη προσθέτοντας πως όλες οι υπόλοιπες πληρωμές διεκπεραιώθηκαν βάσει τιμολόγησης της ασφαλιστικής εταιρείας και των συμβάσεων. 91 Εξέφρασε και πάλι τη διαφωνία της σε σχέση με την αυθαίρετη ισοτιμία υπενθυμίζοντας πως η καταχώριση τέτοιων συναλλαγών γίνεται επί ημερήσιας βάσης. 92 Αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με το τεκμήριο 27, δηλαδή την δημοσίευση καθορισμού του τόκου υπερημερίας σε αγγλόφωνη εφημερίδα με ημερομηνία έκδοσης 30/12/2004 σε ποσοστό 5% έτσι ώστε να ερωτηθεί, εφόσον είχε επικοινωνία στις 13/12/2004 με τον εναγόμενο, γιατί δεν του κοινοποίησε την επιβολή τόκου υπερημερίας επειδή υπήρξε καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων. Αν και δέχτηκε την ύπαρξη της δυνατότητας αυτό να είχε συμβεί εντούτοις πρόσθεσε πως δεν υπήρχε υποχρέωση και ενδεχομένως να μην κρίθηκε απαραίτητο. Αντεξετάστηκε τότε σε σχέση με το ποσοστό του τόκου υπερημερίας το οποίο αναφερόταν στα σχετικά τεκμήρια. Καθώς στο τεκμήριο 4 (έγκριση δανείου) αναφέρεται ποσοστό 2% ενώ στο τεκμήριο 6 (συμφωνία στεγαστικού δανείου) αναφέρεται ποσοστό 3%. Η απάντηση της Μ. Ε. 2 ήταν ότι θα έπρεπε να είναι 3% προσθέτοντας ότι το λάθος είναι τυπογραφικό απορρίπτοντας την πιθανότητα αυτό να ήταν 2% αντί 3% επισημαίνοντας πως δεν θα πρέπει να συγκρίνεται το έγγραφο της απόφασης έγκρισης (τεκμήριο 4) με το δεσμευτικό έγγραφο δηλαδή τη συμφωνία του στεγαστικού δανείου (τεκμήριο 6). 93 Εύλογα ερωτήθηκε τότε ως προς το ποσοστό του τόκου υπερημερίας το οποίο ζητούσε από το Δικαστήριο να επιδικάσει, δηλαδή 2%, 3% ή 5%. Η απάντηση της ήταν σαφής καθώς ανέφερε ποσοστό 3% όπως καθορίζεται στο έγγραφο δανείου. Όταν ερωτήθηκε εάν αυτό έπρεπε να ισχύει κατά την γνώμη της - μετά και από απόσυρση ένστασης - απάντησε ως εξής. Πως αυτό έπρεπε να ισχύει νοουμένου βεβαίως ότι και ο πελάτης εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από τις συμβάσεις του δανείου και τις υπόλοιπες προσθέτοντας όμως ότι σε αυτές υπάρχει και δικαίωμα της τράπεζας να αλλάξει αυτό το επιτόκιο εάν συνέτρεχαν οι σχετικοί λόγοι. Υποβλήθηκε τότε πως κανένα ποσοστό δεν δικαιούτο να αξιώνει η τράπεζα καθότι ως τόκος υπερημερίας ήταν παράνομος, δηλαδή προέκυπτε από ποινική ρήτρα. Θέμα το οποίο η Μ. Ε. 2 απάντησε είναι νομικής φύσης και θα κριθεί από το Δικαστήριο. 94 Στη συνέχεια η Μ. Ε. 2 αντεξετάστηκε αναφορικά με το τεκμήριο 18 και τον καθορισμό του επιτοκίου Libor ενώ παρουσιάστηκαν ως τεκμήριο Γ προς αναγνώριση δέσμες εγγράφων σε σχέση με το ίδιο θέμα από το έτος 2002 μέχρι και το
  36. Εξήγησε η Μ. Ε. 2 πως οι τιμές των 12 μηνών Libor στο τεκμήριο 18 καθορίστηκαν από την εφαρμογή Bloomberg η οποία είναι διεθνώς αποδεκτή για τον καθορισμό επί ημερήσιας βάσης των επιτοκίων Libor. Ουσιαστικά, όπως η ίδια δήλωσε, η Μ. Ε. 2 απλά βεβαίωνε από που αντλούσε η τράπεζα πληροφόρηση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα τιμολόγησης. Εξήγησε επίσης πως η εφαρμογή Bloomberg τυγχάνει διαχείρισης από το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας, δηλαδή τη διεύθυνση διαχείρισης διαθεσίμων. Η ίδια δήλωσε πως δεν είχε ιδιαίτερη γνώση επί του συγκεκριμένου θέματος. Ανεξαρτήτως όμως αυτής της δήλωσης αντεξετάστηκε στη συνέχεια σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου Γ προς αναγνώριση, την αξιοπιστία του οποίου όπως σαφώς δήλωσε δεν ήταν σε θέση να κρίνει. 95 Ορισμένες θέσεις της Μ. Ε. 2 αναφορικά με σημεία σε σχέση με τα οποία δεν δήλωσε αδυναμία να απαντήσει είναι οι ακόλουθες. Εξήγησε πως η χρέωση δεν ήταν αυτή του μέσου όρου του επιτοκίου αλλά το καθαρό επιτόκιο το οποίο εκδίδεται τη συγκεκριμένη ημερομηνία και το οποίο χρησιμοποιείται αυτούσιο από την πληροφόρηση την οποία η τράπεζα χρησιμοποιεί και την οποία χαρακτήρισε ως αξιόπιστη αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Η ίδια θεωρούσε πως για την έκδοση του ετήσιου Libor από τη συγκεκριμένη εφαρμογή σίγουρα θα έχουν ληφθεί υπόψη υπολογισμοί σε μηνιαία ή ημερήσια βάση, επισημαίνοντας σε σχέση με τις εφαρμογές πως υπάρχουν εξειδικευμένοι οργανισμοί οι οποίοι σίγουρα λαμβάνουν υπόψη πολλές παραμέτρους τις οποίες όμως, πρόσθεσε, δεν είναι σε θέση να κρίνει. Παρά και την εμφανή διάθεση της Μ. Ε. 2 να απαντήσει τις ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων παράλληλα ήταν απόλυτα σαφής σε σχέση με τη δυνατότητα της να είναι σε θέση να δώσει έγκυρες απαντήσεις επί του θέματος. Επέλεξε τελικά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων απλά να υποβάλει τη θέση του αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα με αναφορά βεβαίως τόσο στο τεκμήριο 18 όσο και στο τεκμήριο Γ προς αναγνώριση. Η οποία θέση βεβαίως είναι ότι τα όσα αναφέρονται εντός του τεκμηρίου Γ προς αναγνώριση είναι ορθά σε αντίθεση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  37. 96 Στη συνέχεια διερευνήθηκε με την αντεξέταση της Μ. Ε. 2 το γεγονός πως το επίδικο δάνειο έγινε σε ευρώ. Υπέθεσε ουσιαστικά η Μ. Ε. 2, έχοντας υπόψη και το τεκμήριο 4, πως αυτό ήταν αποτέλεσμα του αιτήματος των ίδιων των εναγόμενων. Διευκρίνισε όμως πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ως προς το ποιος υπέδειξε στους εναγόμενους να λάβουν σε ευρώ το δάνειο. Εξήγησε πως η ίδια δεν είχε επικοινωνία με τους πελάτες στο αρχικό στάδιο του αιτήματος τους. Αξιοσημείωτη είναι η απάντηση της όταν ερωτήθηκε κατά πόσο η τράπεζα όφειλε να τους συμβουλέψει αναφορικά με την πιο συμφέρουσα λύση. 97 Απάντησε ως εξής. Πως ήταν σίγουρη ότι κατά το αίτημα των πελατών με τον αρμόδιο λειτουργό της τράπεζας, κατά τη διαδικασία ετοιμασίας του αιτήματος τους, θα καθορίστηκε το νόμισμα του δανείου αφού, όπως πρόσθεσε, είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στη χορήγηση μιας διευκόλυνσης. Μάλιστα προσθέτοντας πως είναι ένας από τους σημαντικότερους. Όμως όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει εάν οι συγκεκριμένοι πελάτες ερωτήθηκαν πως θα αποπλήρωναν το δάνειο απάντησε πως δεν γνώριζε. 98 Αναφορικά με το ερώτημα σε ποιο νόμισμα σκόπευαν οι εναγόμενοι να αποπληρώσουν το δάνειο εξήγησε πως απόρρεε από το έγγραφο του δανείου ότι θα αποπληρωνόταν σε ευρώ, δηλαδή όποιο νόμισμα και να έστελναν θα κατέληγε σε ευρώ. Βεβαίως όταν πλέον ερωτήθηκε επί πιο πρακτικού επιπέδου, συμφωνούσε πως οι εναγόμενοι πλήρωναν σε στερλίνες τη δόση τους και ότι αυτή μετατρεπόταν σε ευρώ ∙ αν και δεν το θυμόταν με ασφάλεια, όταν πλέον της τέθηκε υπόψη συγκεκριμένη πληρωμή, η οποία φαινόταν και στην αλληλογραφία μεταξύ της και του εναγόμενου, συμφώνησε πως το έμβασμα ήταν σε στερλίνες προσθέτοντας όμως πως δεν είχε εικόνα όλων των πληρωμών. Ερωτήθηκε τότε εάν δεν θα ήταν ορθό και σοφό για την τράπεζα να είχε συμβουλέψει τους εναγόμενους να είχαν κάνει το δάνειο σε στερλίνες. Επανέλαβε πως η ίδια δεν διαχειρίστηκε προσωπικά το αίτημα των εναγόμενων και επομένως δεν μπορούσε να απαντήσει με ασφάλεια. 99 Βεβαίως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως επί του συγκεκριμένου θέματος δεν υπάρχει σαφής δικογραφημένη θέση των εναγόμενων επί της οποίας να μπορούσε ευθέως να προωθηθεί το όλο ζήτημα. Μόνο εντός του πλαισίου του γενικότερου ισχυρισμού αναφορικά με την ύπαρξη καταχρηστικών ή παράνομων χρεώσεων (σχετική επί του θέματος είναι η παράγραφος 13 της έκθεσης υπεράσπισης) θα μπορούσε το όλο θέμα να καλυφθεί αλλά και πάλι δίχως να διευκρινίζεται και να προβάλλεται με σαφήνεια η οποιαδήποτε θέση των εναγόμενων. 100 Ερωτήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 επί του οποίου παραδέχτηκε πως φαινόταν έσοδο της τράπεζας, δηλαδή το ισόποσο ποσό σε ευρώ του ποσού των £500,00, ως προμήθεια. Δέχθηκε επίσης πως σύμφωνα και με το τεκμήριο 4 υπήρχε άλλη μια χρέωση £1.250,
  38. Όπως επίσης δέχθηκε πως κάθε φορά που υπήρχε μετατροπή συναλλάγματος τότε βάσει του εκάστοτε τιμολογίου προμηθειών της τράπεζας υπήρχε το ανάλογο κόστος προμήθειας μετατροπής. 101 Συμφώνησε επίσης πως εάν το δάνειο ήταν σε στερλίνες και πληρωνόταν σε στερλίνες τότε δεν θα χρεωνόταν ο λογαριασμός των εναγόμενων καθότι δεν θα υπήρχε η προμήθεια μετατροπής ενώ με το ευρώ υπήρχε. 102 Σε συνέχεια, επί του ιδίου θέματος και σε σχέση με τα τεκμήρια 19 και 20 και τη μεταφορά χρημάτων από τον τρεχούμενο λογαριασμό των εναγόμενων προς τον λογαριασμό της εναγόμενης 3 σε κυπριακές λίρες, υποβλήθηκε στην Μ. Ε. 2 πως το γεγονός ότι η τράπεζα δάνεισε τους εναγόμενους σε ευρώ προκάλεσε ζημιά σε αυτούς ενώ απέφερε ισότιμα στην τράπεζα. Περιορίστηκε η Μ. Ε. 2 στην εξής αναφορά. Πως η οποιαδήποτε τιμολόγηση στο δάνειο ήταν στα αναμενόμενα δεδομένα βάσει του τιμολογίου της τράπεζας και όχι κάτι περισσότερο. Ως προς το κατά πόσο είχε προσφερθεί η δυνατότητα στους εναγόμενους να διαπραγματευτούν την μετατροπή συναλλάγματος για τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα επεσήμανε η Μ. Ε. 2 πως τα παραστατικά (τεκμήρια 19 και 20) έφεραν τις υπογραφές των εναγόμενων επομένως είχαν συναινέσει στην ισοτιμία της συγκεκριμένης συναλλαγής. 103 Παρά και το γεγονός πως η Μ. Ε. 2 δεν προέβη στον εξής χρονικό συσχετισμό, σημειώνεται απλά πως η ημερομηνία του τεκμηρίου 19 είναι 2/7/2002 ενώ του τεκμηρίου 20, 2/9/2002, δηλαδή η πρώτη πληρωμή έγινε 12 ημέρες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και η δεύτερη μία ημέρα προ της συμφωνημένης ημερομηνίας έναρξης πληρωμής των δόσεων του επίδικου δανείου. 104 Συμφώνησε η Μ. Ε. 2 πως το περιθώριο αφορά το κέρδος της τράπεζας. Στη συνέχεια ερωτήθηκε αναφορικά με το ποσοστό του τόκου υπερημερίας και τη διαφορά η οποία εντοπιζόταν μεταξύ του τεκμηρίου 4 (έγκριση του δανείου) και του τεκμηρίου 6 (συμφωνία του δανείου). Υπενθύμισε η Μ. Ε. 2 πως τοποθετήθηκε σχετικά με αυτό το θέμα (βλ. σχετικά την παράγραφο 92 αυτής της απόφασης). Η ίδια θεωρούσε πως εκ παραδρομής είχε αναφερθεί ποσοστό 2% στο τεκμήριο
  39. Βεβαίως, αν και πάλι είχε τοποθετηθεί σχετικά η Μ. Ε. 2, ερωτήθηκε εκ νέου σε σχέση με το ποσοστό 5% του τόκου υπερημερίας το οποίο αναφερόταν επί του τεκμηρίου 12, δηλαδή την επιστολή τερματισμού. 105 Προς το τέλος της αντεξέτασης της Μ. Ε. 2, ανεξάρτητα και από το κατά πόσο η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων ήταν να συνοψίσει τις θέσεις των εναγόμενων, ουσιαστικά η επανάληψη του ίδιου ερωτήματος ή και άλλων ερωτημάτων ή θέσεων τα οποία ή οι οποίες είχαν προηγουμένως τεθεί στην μάρτυρα, απλά πρόσφεραν εκ νέου την ευκαιρία στην Μ. Ε. 2 να τοποθετηθεί σχετικά. Όταν τέθηκε σε αυτή πως υπήρχε αντίφαση μεταξύ της συμφωνίας, της έγκρισης και της επιστολής τερματισμού η ίδια απέρριψε την ύπαρξη τέτοιας αντίφασης. Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά αντί αντίφαση ήταν κατάληξη λόγω της πορείας του δανείου και απόφαση, εννοώντας ουσιαστικά, πως μεταξύ των θεραπειών της τράπεζας σε τέτοιες περιπτώσεις τερματισμού είναι να καθορίζονται τα επιτόκια. Μετά και από αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων στο τεκμήριο 27 επιβεβαίωσε η Μ. Ε. 2 πως μετά και από τον τερματισμό ο λογαριασμός των εναγόμενων χρεώνεται με τόκο υπερημερίας 5%, περιθώριο 5% συν το Libor. Η υποβολή και πάλι πως οι χρεώσεις των τόκων υπερημερίας ήταν παράνομες έδωσε την ευκαιρία στην Μ. Ε. 2 να απαντήσει πως η ίδια θεωρούσε ότι προέκυπταν από τις συμβάσεις με τις οποίες είχαν συμβληθεί όλοι οι συμβαλλόμενοι. Σε σχέση και με άλλες θέσεις των εναγόμενων (παραδείγματος χάριν, συμψηφισμός λογαριασμών) η θέση της Μ. Ε. 2 ήταν η ίδια. Ότι δηλαδή η τράπεζα ενεργούσε εντός του πλαισίου των επίδικων συμβάσεων. Ως προς το περιθώριο, θέση της ήταν ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα απόφασης της τράπεζας και δεν ήταν σε θέση να κρίνει εάν αυτό δεν μπορούσε να διεκδικηθεί καθότι αυτό ουδέποτε συμφωνήθηκε. Πρόσθεσε όμως πως επομένως, δηλαδή ως απόφαση της τράπεζας, διεκπεραιώθηκε βάσει των οδηγιών της τράπεζας τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Απέρριψε και τη θέση πως η τράπεζα απέσπασε τις υπογραφές των εναγόμενων στην επίδικη συμφωνία δανείου ενώ αναφορικά με τη θέση ότι η χρέωση οποιουδήποτε ποσοστού τόκου υπερημερίας είναι παράνομη επανέλαβε πως αυτό απόρρεε από τις διαδικασίες και οδηγίες της τράπεζας και τις επίδικες συμβάσεις ενώ σε σχέση με τη θέση πως η αύξηση του περιθωρίου συνιστούσε παράνομη τιμωρητική συμπεριφορά αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία δανείου βάσει της οποίας όπως εξήγησε παρέχεται το δικαίωμα στην τράπεζα κατά καιρούς εφόσον κρίνεται σκόπιμο και τα δεδομένα του πελάτη συνηγορούν να προβαίνει σε αλλαγές και διαμόρφωση τόσο του περιθωρίου όσο και του τόκου υπερημερίας. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση της Μ. Ε. 3 106 Ως Μ. Ε. 3 κατέθεσε η Στέλλα Παντελή υπό την ιδιότητα της ως υπάλληλος στην εταιρεία Altius Insurance Ltd η οποία όπως εξήγησε στη γραπτή δήλωση της προηγουμένως ονομαζόταν Alpha Insurance Ltd. 107 Κατά την έναρξη της προφορικής κατάθεσης της Μ. Ε. 3 δόθηκε η ευκαιρία, προ της υιοθέτησης της γραπτής δήλωσης της ως μέρος της κύριας εξέτασης της, όπως, με σχετικές δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων, διευκρινιστεί η αξίωση της ενάγουσας αναφορικά με τα ασφάλιστρα τα οποία διεκδικούνται ως μέρος αυτής της αξίωσης. Δηλαδή, παρά και την αναφορά εντός της γραπτής δήλωσης (παράγραφος 3) σε συνολικό ποσό πληρωμών €8.706,57 σε σχέση με συγκεκριμένα ασφαλιστήρια πυρός και κλοπής εντούτοις σαφώς η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας περιόρισε την αξίωση στο ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης για τα έτη 2006, 2007 και 2008 για ασφάλιστρα πυρός προσθέτοντας πως σκοπός της μαρτυρίας της Μ. Ε. 3 ήταν η διασαφήνιση του ποσού με αναφορά επίσης στην αφαίρεση της διπλής χρέωσης και του ασφαλιστηρίου της κλοπής. 108 Κατέθεσε η Μ. Ε. 3 πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της ασφαλιστικής εταιρείας (τεκμήριο 31) και σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 32) το περιεχόμενο της οποίας εξήγησε στο Δικαστήριο. Με αναφορά στη χρέωση ημερομηνίας 14/12/2004 του ποσού των €546,75 εξήγησε πως το ποσό αυτό οφείλεται προς τον πελάτη καθότι ουσιαστικά αυτό πληρώθηκε δύο φορές, μία φορά μόνο του και τη δεύτερη σε συνδυασμό με το ποσό της χρέωσης για την ασφάλεια κλοπής (δηλαδή, για το ποσό των €640,73 ίσον με το ποσό των €546,75 συν €93,97). 109 Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε προφανώς έχοντας υπόψη και τη δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως προς τον περιορισμό της αξίωσης. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση του Μ. Υ. 1 110 Ως Μ. Υ. 1 κατέθεσε ο Ιωάννης Ιωάννου ουσιαστικά ως εμπειρογνώμονας προς υποστήριξη των θέσεων της υπεράσπισης των εναγόμενων με πείρα η οποία προέκυψε από την εικοσιπενταετή σταδιοδρομία του στον τραπεζικό τομέα με υπηρεσία σε όλους τους κλάδους της τραπεζικής πρακτικής. 111 Ο πυρήνας της μαρτυρίας του απεικονίζεται εντός του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης του η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε το σύνολο της κύριας εξέτασης του, με εξαίρεση ορισμένων ερωτήσεων σκοπός των οποίων ήταν η κατάθεση ενός τεκμηρίου (τεκμήριο 33) και αναγνώριση του τεκμηρίου Γ προς αναγνώριση ως τεκμήριο 34 και διευκρίνιση του περιεχομένου ενός σημείου εντός του τεκμηρίου
  40. Η επανάληψη εντός αυτής της απόφασης του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης του, το οποίο ο ίδιος υιοθέτησε, δεν κρίνεται απαραίτητη καθώς αυτή αποτελείται από εννέα συνολικά σελίδες των οποίων η ευχέρεια ανάγνωσης κρίνεται επαρκής προς αντίληψη του περιεχομένου του συνόλου των όσων κατέθεσε στην κύρια εξέταση του. Επιπλέον, το περιεχόμενο αυτό αποτέλεσε και το υπόβαθρο του συνόλου της αντεξέτασης του έτσι ώστε η παράθεση της μαρτυρίας η οποία δόθηκε κατά τη διάρκεια αυτής επίσης προσφέρει επιπρόσθετη ευχέρεια καλύτερης αντίληψης και των όσων θέσεων ο ίδιος προέβαλλε εντός αυτής. 112 Παρατίθενται σε αυτό το μέρος της απόφασης τα θέματα σχετικά με τα οποία αντεξετάστηκε ενώ η σημασία και αποτέλεσμα αυτής της αντεξέτασης αποκαλύπτεται σε περισσότερη λεπτομέρεια στο μέρος της απόφασης εντός του οποίου παρατίθεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα αντεξετάστηκε σε σχέση με τις θέσεις του ως προς τα ακόλουθα θέματα. Αναφορικά με τα προσόντα του, τη δυνατότητα γνώσης του ιδίου ως προς τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στη δανειοδότηση των εναγόμενων από την ενάγουσα, τη σημασία και συνέπειες των εγγράφων τα οποία είχαν υπογραφεί από τους εναγόμενους, την εγκυρότητα του τεκμηρίου 33 σε σχέση με την επίδικη περίοδο υπογραφής της συμφωνίας δανείου και άλλων σχετικών εγγράφων από τους εναγόμενους, τις χρεώσεις από την ενάγουσα σε σχέση με το επίδικο δάνειο και την αποδοχή ή μη αυτών από τους εναγόμενους με τη συγκατάθεση τους, το νόμισμα στο οποίο έγινε η επίδικη δανειοδότηση, τον υπολογισμό του τόκου έχοντας ως βάση 360 ημέρες το χρόνο, τον τόκο ο οποίος θα επιβαλλόταν σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης (τεκμήριο 7), τον καθορισμό του επιτοκίου Libor, την ύπαρξη και σημασία πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του ιδίου του Μ. Υ. 1, το τεκμήριο 34 το οποίο βεβαίως προτάθηκε από τον μάρτυρα ως η ορθή βάση επί της οποίας να υπολογιζόταν το επιτόκιο Libor, την καθυστέρηση στην πληρωμή δόσεων από τους εναγόμενους και τον επηρεασμό από αυτή την καθυστέρηση ως προς την επιβολή τόκου, την επιβολή τόκου υπερημερίας σε σχέση και με τους δικούς του υπολογισμούς, την κεφαλαιοποίηση του τόκου και την ερμηνεία η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 1 ως προς το τεκμήριο 11 αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού στις αρχές του έτους
  41. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση του Μ. Υ. 2 113 Ως Μ. Υ. 2 κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Ποτονίδης ουσιαστικά έτσι ώστε να καθίστατο εφικτή η κατάθεση μετάφρασης της γραπτής δήλωσης του εναγόμενου ως τεκμήριο
  42. Αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα δεν υπέστη οποιαδήποτε αντεξέταση. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμη την οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 2 ο οποίος ασφαλώς κρίνεται αξιόπιστος. Διευκρινίζεται παράλληλα πως όπως και η μαρτυρία του εναγόμενου 1 καταγραφόταν σύμφωνα με τη μετάφραση η οποία γινόταν ταυτόχρονα από τον Μ. Υ. 2 έτσι και το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του εναγόμενου το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ασφαλώς δεν είναι το κείμενο στην αγγλική γλώσσα αλλά αυτό της μετάφρασης της γραπτής δήλωσης, δηλαδή το τεκμήριο
  43. Η Μαρτυρία - Η Προφορική Κατάθεση του Μ. Υ. 3 114 Ως Μ. Υ. 3 κατέθεσε ο εναγόμενος 1 υιοθετώντας αρχικά γραπτή δήλωση του το περιεχόμενο της οποίας αποτελούσε και το σύνολο της κύριας εξέτασης του. Η αναλυτική επανάληψη των όσων αναφέρονται εντός αυτής της γραπτής δήλωσης δεν κρίνεται αναγκαία προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Συνοπτικά ο εναγόμενος αναφέρεται στις συνθήκες σύναψης του επίδικου δανείου, το γεγονός της διαμονής του στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα κυρίως σε σχέση και με τη δυνατότητα να είχε λάβει ταχυδρομικώς είτε τις καταστάσεις λογαριασμού είτε την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 12) ως επίσης και τα όσα ο ίδιος αντιλαμβανόταν αναφορικά με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη μαρτυρία του στην όση επικοινωνία είχε με την Μ. Ε. 2 σε σχέση με αυτή τη λειτουργία. Βασικός ισχυρισμός βεβαίως του εναγόμενου είναι η ύπαρξη ουσιαστικά νέας συμφωνίας με την ενάγουσα αναφορικά με τη διευθέτηση του επίδικου δανείου. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το γεγονός της ύπαρξης της επιστολής τερματισμού. Αναφέρεται βεβαίως και σε διάφορα καίρια σημεία της όλης υπεράσπισης των εναγόμενων. Όπως, παραδείγματος χάριν, την παράνομη χρέωση τόκων υπερημερίας ή την μεταφορά ποσού από άλλο λογαριασμό και χρέωση του επίδικου λογαριασμού δανείου ή τη στέρηση χρόνου για εξασφάλιση νομικής συμβουλής προ της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου προβάλλοντας ακόμη και ισχυρισμό εξαναγκασμού των εναγόμενων από την τράπεζα να υπογράψουν τη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 6) καθώς ο ίδιος και η εναγόμενη 2 είχαν ανάγκη το δάνειο. Ισχυρίζεται μάλιστα πως υπέγραψε τη συμφωνία «στα τυφλά» (παράγραφος 30 της γραπτής δήλωσης). Βάσει και των ισχυρισμών του δεν προτείνει οποιαδήποτε εναλλακτική διευθέτηση της αξίωσης, παραδείγματος χάριν, μείωση αυτής αλλά αρνείται πως οφείλει το ποσό της αξίωσης. Σημειώνεται απλά πως η αναφορά στην παράγραφο 8 της γραπτής δήλωσης του εναγόμενου σε ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με την Μ. Ε. 2, σε σχέση με το τεκμήριο 22, προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/2/2004 αντί της ορθής ημερομηνίας, δηλαδή 13/12/
  44. 115 Κατά την αντεξέταση του εναγόμενου αρχικά απλά επιβεβαιώθηκε η υπογραφή των διάφορων εγγράφων από τον ίδιο ως επίσης ουσιαστικά και το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων. Βεβαίως επί ορισμένων θεμάτων ο εναγόμενος εξέφραζε αβεβαιότητα. Όπως, παραδείγματος χάριν, αναφορικά με την ισοτιμία του νομίσματος η οποία αναφέρεται επί του τεκμηρίου
  45. Σημειώνεται βεβαίως πως ο εναγόμενος δεν έδειχνε οποιοδήποτε δισταγμό σε σχέση με την αναγνώριση των υπογραφών του σε οποιαδήποτε τεκμήρια επιδεικνύονταν στον ίδιο. Βεβαίως προέβαλε και ισχυρισμό ως προς το κατά πόσο είχε διαβάσει τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε. Όπως επίσης και ισχυρισμό ως προς το ότι η «τράπεζα» τον συμβούλεψε να πάρει το δάνειο σε ευρώ διότι το επιτόκιο ήταν μόνο 2% πάνω από το Libor. Αν και δέχτηκε πως είχε δικηγόρο εντούτοις περιόρισε τον ρόλο του ως εντελώς τυπικό σε σχέση με την υπογραφή της συμφωνίας αγοράς της έπαυλης (τεκμήριο 8). Απορρίπτοντας ουσιαστικά πως προ της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου είχε νομικό σύμβουλο. Βεβαίως καταβλήθηκε κάποια προσπάθεια κατά την αντεξέταση του, υπό μορφή ουσιαστικά καθοδηγητικής ερώτησης όπως συμφωνήσει ως προς το ότι είχε υπογράψει το τεκμήριο 6 (επίδικη συμφωνία δανείου) μετά και από ανάγνωση της. Εισήγηση την οποία απέρριψε προσθέτοντας μάλιστα πως δεν μπορούσε να το διαβάσει καθότι ήταν πολύ δύσκολο για ένα «τεχνικό άνθρωπο» (ο εναγόμενος κατέθεσε ότι ήταν προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών) να το κατανοήσει. Πρόσθεσε πως το συγκεκριμένο έγγραφο ήταν σε τέτοια γλώσσα που ήταν δύσκολο για κάποιο να το κατανοήσει εκτός αν ήταν δικηγόρος. Κατέληξε εξηγώντας πως η τράπεζα του είπε πως αυτό ήταν ένα τυποποιημένο έγγραφο και εφόσον η τράπεζα ήταν ένας σοβαρός οργανισμός, ο ίδιος εναπόθεσε την εμπιστοσύνη του στην τράπεζα και το υπέγραψε. Προέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό αναφορικά και με τα τεκμήρια 7, 9 και 10, δηλαδή τις συμφωνίες εκχώρησης και το πληρεξούσιο έγγραφο. 116 Βεβαίως παρά και την αναγνώριση από τον εναγόμενο πως είχε δανειστεί το «ισοδύναμο» ποσό σε ευρώ των £125.000,00 με σκοπό να αγοράσει κατοικία από την εναγόμενη 3 εντούτοις όταν προκλήθηκε ουσιαστικά να απαντήσει κατά πόσο αναμενόταν να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα δίχως να τα διαβάσει η απάντηση του ήταν ότι ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβει το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων και πως ακόμη και κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του δεν μπορούσε να τα κατανοήσει διότι έχουν γραφτεί με τέτοια γλώσσα που δεν μπορεί κάποιος εργάτης ή τεχνικός να τα κατανοήσει. Η μαρτυρία αυτή βεβαίως θα μπορούσε να προταθεί προς υποστήριξη των όσων αναφέρθηκαν στην τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων αναφορικά με την εισήγηση ως προς την ύπαρξη παραβίασης των προνοιών του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996όπως αυτός τροποποιήθηκε). Παράλληλα όμως δέχθηκε ο εναγόμενος ως ορθή την υποβολή ως προς το ότι υπέγραψε τα έγγραφα με τη δική του θέληση καθότι επιθυμούσε να αποκτήσει κατοικία από την εναγόμενη
  46. 117 Αντεξετάστηκε ο εναγόμενος και σε σχέση με τα στοιχεία της ταχυδρομικής διεύθυνσης του. Η επίδειξη σε αυτόν του τεκμηρίου 17 προς απόδειξη της δήλωσης της ταχυδρομικής διεύθυνσης του στην τρίτη σελίδα του τεκμηρίου αγνοούσε και το δεδομένο της ταχυδρομικής διεύθυνσης η οποία αναφερόταν στην πρώτη σελίδα και η οποία όντως περιορίζεται σε αναφορά ταχυδρομικής θυρίδας. Επιπλέον, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πως κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία (20/6/2002) η έπαυλη ήταν υπό ανέγερση. 118 Βεβαίως παραδέχτηκε ο εναγόμενος πως όντως αναφέρεται στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 1/3/2007 ότι είχε παραλάβει τον τερματισμό του επίδικου δανείου από την τράπεζα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος αναγνώρισε το τεκμήριο 12 (ειδοποίηση τερματισμού) ως την επιστολή η οποία αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 1/3/
  47. Στη συνέχεια η αχρείαστη επίδειξη του τεκμηρίου 21, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί δυσανάγνωστο φωτοαντίγραφο ομαδικής απόδειξης κατάθεσης συστημένων αντικειμένων, στον εναγόμενο δικαιολογημένα δεν προκάλεσε οποιαδήποτε αντίδραση αναγνώρισης αλλά διαφωνίας ως προς τη λήψη της ειδοποίησης τερματισμού ημερομηνίας 22/11/2005 ως επίσης και ισχυρισμούς του εναγόμενου πως κατά την περίοδο αυτή αλλά ακόμη και μέχρι μετά και από τα Χριστούγεννα βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε πως όντως το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 1/3/2007 επιβεβαιώνει τη λήψη του τεκμηρίου 12 το οποίο πήρε από την ιδιαιτέρα του μέσω τηλεομοιότυπου. 119 Δόθηκε αφορμή τότε στον εναγόμενο να εκφράσει τη διαφωνία του ως προς το ότι ο τερματισμός έγινε σύμφωνα με τους όρους του τεκμηρίου 6 καθότι όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος υλοποιούσε της υποχρεώσεις του με την τράπεζα. Η έκπληξη του ως προς την παραλαβή της ειδοποίησης τερματισμού οφειλόταν στο γεγονός πως ο ίδιος ήταν σε επικοινωνία με την τράπεζα και είχε καλύψει τις καθυστερημένες δόσεις του μέχρι και την ημερομηνία η οποία του ζητήθηκε από την τράπεζα. Αρνήθηκε όμως να σχολιάσει τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 23 της γραπτής δήλωσης του σε σχέση με τη δυνατότητα τερματισμού με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε συνάρτηση και με τον όρο 18 του τεκμηρίου 6 εντός του οποίου δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος τρόπος τερματισμού. 120 Βεβαίως στη συνέχεια της αντεξέτασης του μετά και από ερωτήσεις αναφορικά με πληρωμές έναντι του δανείου, παρά και τη συμφωνία του ως προς το ότι φυσικά η πληρωμή η οποία αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/10/2007 έγινε μετά από την ημερομηνία του τεκμηρίου 12 (22/11/2005), πρόσθεσε όμως και τον εξής σημαντικό ισχυρισμό. Ότι ο ίδιος δεν είχε δει την ειδοποίηση τερματισμού μέχρι και το
  48. Επομένως, όπως πρόσθεσε, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με την τραπεζική λειτουργό, συνέχισε με τις πληρωμές του δανείου του και κάλυψε τις καθυστερήσεις. Μάλιστα η τραπεζική λειτουργός συμπεριφέρθηκε και ενήργησε ωσάν να μην υπήρχε η ειδοποίηση τερματισμού και συνέχισε να λαμβάνει τις καθυστερημένες πληρωμές του. 121 Υποβλήθηκε επίσης στον εναγόμενο πως από τις 12/11/2003 παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση έναντι της συμφωνίας δανείου προς την τράπεζα. Θέση με την οποία συμφώνησε δίχως οποιαδήποτε ένδειξη δισταγμού. 122 Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, κατά τη συνέχιση της αντεξέτασης του, ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες αναφορικά με την ολοκλήρωση και παράδοση της έπαυλης στις 30/8/2002 αλλά μετακόμιση εντός αυτής τον Μάρτιο του 2003 συνδέοντας επίσης και την παράδοση της με την πληρωμή των δόσεων διαφοροποιώντας την ημερομηνία μετατροπής σε ευρώ. Συμφώνησε επίσης γενικά με τα όσα αναφέρονταν εντός της πρώτης σελίδας του τεκμηρίου 22 αναφορικά με την ενημέρωση την οποία είχε λάβει από την Μ. Ε. 2 στην μεταξύ τους ηλεκτρονική αλληλογραφία. Εξέφρασε διαφωνία ως προς το υπόλοιπο στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 3/4/2007 στην τρίτη σελίδα του τεκμηρίου
  49. Δέχτηκε όμως σε σχέση με αυτή τη μορφή επικοινωνίας πως η ανταπόκριση ήταν άμεση από την τράπεζα. Αν και δέχτηκε πως δεν ενημέρωσε την τράπεζα για αλλαγή διεύθυνσης εξήγησε πως αυτό οφειλόταν στη θέση του, στην οποία ενέμεινε, ως προς το ότι η τράπεζα ήταν ενήμερη από την αρχή αναφορικά με την ορθή ταχυδρομική διεύθυνση του. 123 Ενέμεινε στη θέση του ως προς το ότι η Μ. Ε. 2 αναφερόταν σε δόσεις και πως του ζήτησε πληρωμές έτσι ώστε να μην τερματιστεί το δάνειο (παράγραφος 16 της γραπτής δήλωσης και σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 7/8/2007 στο τεκμήριο 28). Ουσιαστικά η θέση του εναγόμενου ήταν ότι ποτέ δεν αναφερόταν στην επικοινωνία του με την Μ. Ε. 2 πως ο τερματισμός ήταν σε ισχύ. 124 Επίσης ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης αναφερόταν και στο περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του και της Μ. Ε. 2 έτσι ώστε να υποστηρίξει δικές του θέσεις ως προς την ορθότητα της δικής του αντίληψης σε σχέση με τα γεγονότα. Βασική θέση βεβαίως την οποία προέβαλε ήταν πως η τράπεζα είχε υπαναχωρήσει από συμφωνία στην οποία είχε καταλήξει μαζί της. 125 Βεβαίως ο εναγόμενος εξέφραζε και θέσεις οι οποίες βασίζονταν σε νομική συμβουλή την οποία είχε λάβει από τον δικηγόρο του. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι η επιβολή τόκων υπερημερίας είναι παράνομη. Εξέφραζε επίσης και δικές του υποψίες εκτός δικογράφων, όπως όταν απέρριψε υποβολή ότι η αγωγή καταχωρίσθηκε διότι είχε παραβιάσει την επίδικη συμφωνία δανείου. Ότι δηλαδή η αγωγή καταχωρίσθηκε με σκοπό η ενάγουσα να ρευστοποιήσει την περιουσία του με πιθανότητα να την πωλήσει στην εναγόμενη
  50. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας 126 Διευκρινίζεται πως, παρά και τη σειρά με την οποία παρατίθεται πιο κάτω, ασφαλώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε δεν γίνεται επί μίας απομονωμένης βάσης από την υπόλοιπη μαρτυρία αλλά αντιθέτως αποτελεί αποτέλεσμα εξέτασης και συνολικής αντίληψης από το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης. 127 Όπως αναφέρεται σχετικά και στις σελίδες 1061 έως 1062 της απόφασης Στυλιανίδης ν. Χατζηπίερα

(1992)1Β Α. Α. Δ. 1056, η αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά αλλά είναι επιθυμητό όπως η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, ως προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία. Ενώ, όπως προστίθεται πιο κάτω εντός της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 1 128 Η Μ. Ε. 1 κατέθετε με ετοιμότητα και ευθύτητα κατά την αντεξέταση της περιορίζοντας σε κάθε περίπτωση την εμβέλεια των απαντήσεων της στο βαθμό της δικής της γνώσης παρέχοντας παράλληλα εύλογες εξηγήσεις σε όσες περιπτώσεις η ίδια δεν ήταν σε θέση είτε να απαντήσει την οποιαδήποτε ερώτηση είτε να τοποθετηθεί σε σχετική υποβολή. Επίσης η Μ. Ε. 1 απαντούσε με ηρεμία και περισσή λογικότητα σε υποβολές οι οποίες εμπεριείχαν στοιχεία σκοπιμότητας στις ενέργειες της ενάγουσας, ως τράπεζα, εναντίον των εναγόμενων, επεξηγώντας σε κάθε περίπτωση τις πραγματικές, κατά την ίδια, προθέσεις της ενάγουσας σε σχέση με τις συναλλαγές της με τους εναγόμενους. Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό δεσπόζουσα θέση την οποία η ενάγουσα κατείχε όταν κάλεσε τους εναγόμενους να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία στεγαστικού δανείου. Βεβαίως οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από την Μ. Ε. 1 δεν προκαθορίζουν το οποιοδήποτε συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την νομική πτυχή της αγωγής. Αυτό το οποίο όμως αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο δεν είναι η νομική ορθότητα της οποιασδήποτε τοποθέτησης της Μ. Ε. 1 αλλά η σταθερή διατήρηση των απαντήσεων της εντός του δικού της πλαισίου γνώσης και αντίληψης των διαδικασιών στις οποίες αναφερόταν δίχως παράλληλα να εξέφραζε με αδικαιολόγητη εμμονή την οποιαδήποτε νομικά ανεπίτρεπτη άποψη αναφορικά με τα γεγονότα, ιδιαίτερα δε όπως αυτά αντικατοπτρίζονται βάσει και του περιεχομένου των εγγράφων σε σχέση με το οποίο η ίδια αντεξεταζόταν. Παράδειγμα της συνειδητής διατήρησης της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1 εντός του πλαισίου τόσο της δικής της γνώσης όσο και της προβαλλόμενης ιδιότητας της ως υπάλληλος της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, αποτελεί και η δηλωμένη αδυναμία της να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το επιτόκιο ή LIBOR. Βεβαίως αν και σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η Μ. Ε. 1 όντως εξέφραζε άποψη, η σημασία αυτών μετριάζεται από το γεγονός πως καθίσταται και δύσκολο έχοντας υπόψη την πραγματικά αφελή απλότητα τέτοιων απαντήσεων αυτές να θεωρηθούν καν ως απόψεις της μάρτυρος - επί θεμάτων αναφορικά με τα οποία δεν ισχυρίστηκε να κατέχει οποιαδήποτε ειδικότητα - παρά μόνο ως απλή και πιστή έκφραση της υπαλληλικής πεποίθησης της ως προς το ότι η εργοδότρια της ενάγουσα δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε νομικά ανεπίτρεπτη πράξη. Άλλο παράδειγμα αποτελεί και η απάντηση της πως δεν νόμιζε ότι οι χρεώσεις προμηθειών από την ενάγουσα ήταν καταχρηστικές. Με επανάληψη και πάλι της βασικής της θέσης πως εφόσον αυτές ήταν «μέσα» στη συμφωνία τότε δεν θα μπορούσε να ήταν καταχρηστικές. 129 Αναδεικνύεται αυτή η διαπίστωση ως προς τη γενικότερη προσέγγιση της μάρτυρος από το εξής παράδειγμα. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι οι επίδικοι προβλεπόμενοι τόκοι υπερημερίας είναι παράνομοι. Η απάντηση της Μ. Ε. 1 ήταν ότι από τη στιγμή που συμπεριλαμβάνονται στη συμφωνία δανείου τότε δεν είναι παράνομοι. 130 Τονίζεται πως όσο και να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η μαρτυρία όχι μόνο της Μ. Ε. 1 αλλά και των υπόλοιπων μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν αναφορικά με το ίδιο θέμα, ασφαλώς η νομιμότητα επιβολής των οποιωνδήποτε τόκων δεν καθορίζεται αποκλειστικά από αυτή τη μαρτυρία, αλλά από το ίδιο το Δικαστήριο ασκώντας την κρίση του επί του συγκεκριμένου νομικού και όχι μόνο πραγματικού θέματος. Ιδιαίτερα δε από τέτοιου είδους απαντήσεις, όπως την προαναφερόμενη, το οποιοδήποτε νόημα των οποίων βεβαίως αυτοαναιρείται από την ίδια την κυκλοειδή λογική τους καθώς ενώ υποβάλλεται η ύπαρξη παρανομίας εξαιτίας του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας δανείου, η μάρτυρας, απορρίπτοντας τη συγκεκριμένη θέση, δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες (παραδείγματος χάριν, η ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας) αλλά απλώς στο ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας ∙ η νομιμότητα της εφαρμογής των όρων της οποίας βεβαίως αμφισβητείται ευθέως από τους εναγόμενους. 131 Τονίζεται και πάλι η ετοιμότητα της Μ. Ε. 1 να αναγνωρίσει την οποιαδήποτε αδυναμία της ιδίας να απαντήσει ερωτήσεις ή να τοποθετηθεί σχετικά με υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων, ουσιαστικά ως ένα θετικό στοιχείο αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της ως μάρτυρας καθώς με ειλικρίνεια απέφευγε την άκαρπη προσπάθεια να εκφράσει αβάσιμες απόψεις ή αστήρικτες τοποθετήσεις ή να προβάλει ισχυρισμούς προσπαθώντας να μαντέψει οτιδήποτε για το οποίο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Βεβαίως αυτή η ειλικρινής και σταθερή στάση της Μ. Ε. 1 καθ΄ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της παρείχε και έναυσμα για τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων να υποβάλει στην Μ. Ε. 1 τη θέση ότι όπως η ίδια δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις, ούτε και οι εναγόμενοι γνώριζαν. Η θέση αυτή όμως αποτελεί επιχείρημα το οποίο μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο και στο βαθμό στον οποίο η βασιμότητα αυτής είναι δυνατό να στηριχθεί και στις απαντήσεις της Μ. Ε. 1 ως μέρος της μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται υπόψη επί του προκειμένου, ασφαλώς αυτό γίνεται. 132 Το γεγονός ότι η Μ. Ε. 1 κατέθετε εντός του πλαισίου της δικής της γνώσης, ουσιαστικά αυτοπεριορίζοντας τον εαυτό της στα όσα γνώριζε, αυξάνει και την πειστικότητα συγκεκριμένων απαντήσεων της επί αμφισβητούμενων θεμάτων, ιδιαίτερα δε στις περιπτώσεις όπου οι εναγόμενοι είτε δεν παρουσίασαν μαρτυρία καθόλου ή η μαρτυρία η οποία όντως παρουσιάστηκε δεν κρίνεται ως πειστική. 133 Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τις 5 καταχωρίσεις στον επίδικο λογαριασμό στις αρχές του έτους
  1. Θέτοντας το πολύ απλά η θέση ότι οι εναγόμενοι όντως κατέβαλαν 5 δόσεις και ότι αυτές λανθασμένα καταχωρίσθηκαν στη στήλη χρέωσης δεν υποστηρίχθηκε από ανάλογη μαρτυρία από τον εναγόμενο 1 προς στοιχειοθέτηση της ύπαρξης τέτοιων πληρωμών. Ουσιαστικά η θέση η οποία υποβλήθηκε προς την Μ. Ε. 1 εντάσσεται στη γενικότερη αμφισβήτηση ως προς την ορθότητα της τήρησης του επίδικου λογαριασμού αγνοώντας παράλληλα και την ύπαρξη μαρτυρίας με την οποία αναδεικνύεται και επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Μ. Ε. 1 αλλά και της ορθότητας του τεκμηρίου 11 σε σχέση με το έτος 2004 και το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου προ της επιβολής τόκου. 134 Συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 22 (ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της Μ. Ε. 2 και του εναγόμενου) σε μήνυμα ημερομηνίας 13/12/2004 ο εναγόμενος ενημερώνεται πως το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου είναι €195.555,00 ενώ οι καθυστερημένες δόσεις είναι 10,2 για το συνολικό ποσό των €24.361,
  2. Ο εναγόμενος στο απαντητικό του μήνυμα ημερομηνίας 7/1/2005 δεν ισχυρίζεται την πληρωμή 5 δόσεων στις αρχές του 2004 αλλά ούτε και αμφισβητεί το υπόλοιπο των €195.555,00 ενώ ενημερώνει την Μ. Ε. 2 πως θα αποστείλει 7.000,00 στερλίνες εντός ολίγων ημερών. Βεβαίως όπως επεσήμανε και η Μ. Ε. 1 το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά και από τις 8 καταχωρίσεις ημερομηνίας 5/3/2004 συμφωνεί με το υπόλοιπο ημερομηνίας 31/12/2003, δηλαδή με την αμέσως προηγούμενη κατάσταση λογαριασμού. Πραγματικά, έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα στοιχεία πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ως βάσιμη η υποβολή αναφορικά με συμπεριφορά της ενάγουσας με ανέντιμο και δόλιο τρόπο εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης λογαριασμού; 135 Διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η Μ. Ε. 1 κρίνεται αξιόπιστη ως μάρτυρας ενώ βεβαίως η θετική αξιολόγηση αυτή της ίδιας ως μάρτυρας γίνεται με επιφύλαξη και των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τη φύση της μαρτυρίας της σε σχέση με τα όσα κατέθεσε καθώς το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστες τις απαντήσεις της οι οποίες συνδέονται με γεγονότα ως προς την πρακτική την οποία η ενάγουσα εφάρμοζε διατηρώντας υπόψη βεβαίως και τις αναφορές της στα επίδικα έγγραφα προς υποστήριξη των απαντήσεων της. 136 Ουσιαστικά αυτό το οποίο επισημαίνεται από το Δικαστήριο είναι πως σε μεγάλο βαθμό η βασιμότητα των απαντήσεων της Μ. Ε. 1 ελέγχεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο επιτρεπόταν η χρέωση τόκων επί των ασφαλίστρων, η αναφορά της στον όρο 7 του τεκμηρίου 9 σε σχέση με το δικαίωμα της ενάγουσας να ασφαλίζει το επίδικο ακίνητο και την υποχρέωση των εναγόμενων να επωμίζονται τόσο το κόστος αυτής της ασφάλισης ως επίσης και τόκο σύμφωνα με το συμφωνημένο ποσοστό βάσει των συμφωνιών οι οποίες είχαν υπογραφεί μεταξύ της και των εναγόμενων. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 2 137 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 2 παρατηρούνται τα ακόλουθα. 138 Παρά και το γεγονός πως η Μ. Ε. 2 έδιδε μαρτυρία ως υπάλληλος της ενάγουσας και όπως ήταν λογικά αναμενόμενο υποστήριζε τόσο την ύπαρξη όσο και τη νομιμότητα συμβατικών δικαιωμάτων της ενάγουσας αλλά και τη δυνατότητα εφαρμογής αυτών ως προς την οποιαδήποτε πτυχή της γενικότερης συμβατικής σχέσης μεταξύ της και των εναγόμενων, εντούτοις παράλληλα ήταν εμφανής η σταθερή διάθεση της να καταθέτει με ειλικρίνεια αναφορικά με τα όσα η ίδια ήταν σε θέση είτε να γνωρίζει είτε έτσι ώστε να εκφράζει την οποιαδήποτε θέση βάσει και της γενικότερης εμπειρίας της ως τραπεζικός υπάλληλος αναφορικά με την πραγματικότητα της γενικότερης συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων σύμφωνα βεβαίως με τη δική της αντίληψη των δεδομένων αυτής της σχέσης και της σημασίας τους ως προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. 139 Η ειλικρίνεια της ήταν τέτοια έτσι ώστε σε ορισμένα σημεία της προφορικής κατάθεσης της να κατέθετε με τρόπο ο οποίος εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε, εάν η απάντηση της απομονωνόταν από το σύνολο των όσων κατέθετε, να θεωρηθεί πως πρόσφερε και υποστήριξη σε θέσεις των εναγόμενων. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε για πρώτη φορά αναφορικά με το ποσοστό των τόκων υπερημερίας με το οποίο θα έπρεπε να χρεωνόταν ο λογαριασμός του επίδικου δανείου. Βεβαίως στη συνέχεια δόθηκε η ευκαιρία στην ίδια να τοποθετηθεί με πληρέστερο τρόπο αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα σε σχέση και με τη δυνατότητα αλλά και το δικαίωμα της τράπεζας για διαφοροποίηση αυτού του ποσοστού. 140 Σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 2 βεβαίως δεν έχει μόνο το ίδιο το περιεχόμενο των απαντήσεων της αλλά η ετοιμότητα της κατά την αντεξέταση της να απαντήσει ερωτήσεις και να τοποθετηθεί σε σχέση με υποβολές δίχως να αποκαλύπτεται η οποιαδήποτε ένδειξη υπεκφυγής ή διστακτικότητας ή ακόμη και σκοπιμότητας στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε. Παρατηρήθηκε από το Δικαστήριο ο στιγμιαίος επηρεασμός σε κάποιο βαθμό του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε περιπτώσεις έγερσης ενστάσεων από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας όχι όμως σε τέτοιο βαθμό είτε επηρεασμού είτε διάρκειας αυτού έτσι ώστε να μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά η γενικότερη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της από αυτό τον παράγοντα. Επίσης, η πραγματικότητα είναι πως ούτε και διαπιστώνεται να είχε εγερθεί μεγάλος αριθμός ενστάσεων κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της ή η έγερση αυτών να διαδραμάτισε οποιοδήποτε ιδιαίτερα σημαντικό ή καθοριστικό ρόλο ως προς την ουσία των όσων η Μ. Ε. 2 κατέθεσε στο σύνολο τους κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. 141 Επιπλέον, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο η ύπαρξη μίας σταθερής λογικότητας στις απαντήσεις της ιδιαίτερα δε ως προς τις δυνατότητες οι οποίες υπήρχαν στη διάθεση του εναγόμενου (ο οποίος διατηρούσε και κάποιας μορφής επικοινωνίας με την ίδια) αναφορικά με την αμφισβήτηση των οποιωνδήποτε χρεώσεων. 142 Γενικά η εντύπωση η οποία δημιουργήθηκε από την προφορική κατάθεση της Μ. Ε. 2 ως μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα θετική ενώ πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να είναι δυνατό η μάρτυρας αυτή να μην κριθεί αξιόπιστη όπως και κρίνεται βεβαίως. Βεβαίως ανεξαρτήτως και από τη θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 2 ως μάρτυρας το Δικαστήριο δεν περιορίζεται από αυτό το δεδομένο ως προς το ενδεχόμενο απόρριψης είτε μέρους είτε εξ ολοκλήρου της εκδοχής της ενάγουσας αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 3 143 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 3 υπενθυμίζεται απλά ότι παρά και την μη αντεξέταση της ασφαλώς η αναντίλεκτη μαρτυρία της δεν μπορεί παρά να ιδωθεί και ληφθεί υπόψη διατηρώντας υπόψη και τη δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως προς τον περιορισμό της αξίωσης αναφορικά με τα ασφάλιστρα. Ούτε και διαπιστώνεται οποιοσδήποτε άλλος λόγος έτσι ώστε η μάρτυρας αυτή να μην κριθεί αξιόπιστη όπως και κρίνεται βεβαίως. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία του Μ. Υ. 1 144 Ασφαλώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 επηρεάζεται από το γεγονός πως ο ίδιος προτάθηκε από τους εναγόμενους ως εμπειρογνώμονας. Συνεπώς το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία του διατηρώντας υπόψη πως ουσιαστικά ο Μ. Υ. 1 δεν είναι μάρτυρας γεγονότων αλλά μάρτυρας ο οποίος, ως εμπειρογνώμονας, αναμενόταν όπως δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες έτσι ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Όπως έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. σχετικά την απόφαση Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Γ Α. Α. Δ. 2013). 145 Κατ΄ αρχάς η ίδια η γραπτή δήλωση του Μ. Υ. 1 από μόνη της ακόμη και χωρίς να είχε ακολουθήσει η αντεξέταση του προκαλεί μία πρώτη αρνητική εντύπωση ως προς τη βασιμότητα της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα. Η αρνητική αυτή πρώτη εντύπωση στη συνέχεια, μετά και από την ολοκλήρωση της εκτεταμένης αντεξέτασης του, μετατράπηκε σε τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εξής. Ενώ θα μπορούσε το είδος της μαρτυρίας το οποίο προσφέρθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα να ήταν πραγματικά βοηθητικό για το Δικαστήριο έτσι ώστε να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε καμία περίπτωση δεν παρέχει ασφαλή βάση επί της οποίας όντως το Δικαστήριο να βοηθηθεί προς αυτό το σκοπό. 146 Ανεξάρτητα και από την αρνητική αυτή αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 διατηρώντας υπόψη τη μακρόχρονη του πείρα στον τραπεζικό τομέα αλλά και τα υπόλοιπα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο αποδέχεται τον μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα στον συγκεκριμένο τομέα. Ουσιαστικά η αρνητική αξιολόγηση του ως μάρτυρα βασίζεται και σε αυτή την αποδοχή. Καθότι θα ανέμενε το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τόσο τα ακαδημαϊκά όσο και επαγγελματικά προσόντα του, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη πείρα του, πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας θα βρισκόταν σε ιδανική θέση να παράσχει βοήθεια προς το Δικαστήριο παρουσιάζοντας μία όσο το δυνατό πιο σαφή και πειστική εκδοχή αναφορικά με τα στοιχεία τα οποία είχαν τεθεί στη διάθεση του και τα οποία είχε αναλύσει με σκοπό να παρουσιάσει τη μαρτυρία του. Αντιθέτως σαφώς διαπιστώνεται πως μοναδικό μέλημα του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν να επιβεβαιώσει και ενισχύσει με κάθε δυνατό τρόπο την όλη εκδοχή των εναγόμενων ανεξάρτητα και από τη βασιμότητα αυτής. 147 Όπως ο ίδιος εξήγησε, υπό την ιδιότητα του ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος, βρισκόταν σε θέση να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα δανειοδότησε τους εναγόμενους αλλά και παράλληλα να αξιολογήσει κατά πόσο η ενάγουσα ενήργησε προς όφελος των εναγόμενων ή όχι. Βεβαίως όσο και να έθετε ο ίδιος ο Μ. Υ. 1 ένα δικό του ουσιαστικά κριτήριο αναφορικά με το σκοπό της μαρτυρίας του εντούτοις αυτό από μόνο του δεν αλλοιώνει τη νομική πτυχή του όλου θέματος και ούτε και τίθεται αυτό ως η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τα επίδικα θέματα. Ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η μαρτυρία αυτή προς ανάδειξη των θέσεων γενικά των εναγόμενων όπως αυτή παρατίθεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους. Όχι μόνο είναι με αυτό τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1 αλλά η πραγματικότητα είναι πως καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια όπως αυτή η μαρτυρία μελετηθεί με προσοχή διατηρώντας υπόψη το ενδεχόμενο όντως αυτή εν τέλει να κρινόταν ως μαρτυρία η οποία να παρείχε ένα ασφαλές υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο να βασιζόταν έτσι ώστε να δικαιολογείτο και η αποδοχή των διαφόρων θέσεων των εναγόμενων. 148 Όμως εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο μάρτυρας αυτός στόχο είχε όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του αλλά απλώς να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εναγόμενων απηχώντας ουσιαστικά τις θέσεις αυτών όπως αυτές παρατίθενται εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους και όπως αυτές προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ. Ε. 1 και Μ. Ε.
  1. 149 Παραδείγματος χάριν, ως προς το γεγονός ότι το ευρώ ήταν το νόμισμα στο οποίο είχε γίνει το δάνειο. Παρά και το γεγονός πως ασφαλώς και δεν αποκλείεται να ήταν πιο συμφέρουσα η επιλογή άλλου νομίσματος για τη δανειοδότηση των εναγόμενων αυτό από μόνο του δεν δημιουργεί οποιοδήποτε καθήκον στην ενάγουσα ως τράπεζα έτσι ώστε να είχε καθοδηγήσει σχετικά τους εναγόμενους. Θα αναμενόταν από το Δικαστήριο όπως ο μάρτυρας αυτός βοηθήσει σχετικά ως προς την άσκηση της κρίσης του επί του θέματος με αναφορές σε παρόμοιες περιπτώσεις βάσει και της δικής του μακρόχρονης πείρας ως τραπεζικός υπάλληλος ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αναμενόταν από τους υπαλλήλους ενός τραπεζικού οργανισμού να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ή ακόμη και σχετικούς κανόνες πρακτικής, εάν βεβαίως αυτοί υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής. 150 Αντί αυτού, αν και ο μάρτυρας παρέχει το σκεπτικό αλλά και την κατάληξη του επί του συγκεκριμένου θέματος εντούτοις δεν στοιχειοθετεί ουσιαστικά, κατά τη δική του θέση, τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε ενεργήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεχομένως και βάσει συνήθους πρακτικής των τραπεζών γενικά. 151 Σημειωτέον επίσης πως επί του συγκεκριμένου θέματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά εντός της έκθεσης υπεράσπισης, παραδείγματος χάριν ως προς την ύπαρξη καθήκοντος της τράπεζας να είχε συμβουλέψει τους εναγόμενους ως προς την επιλογή του νομίσματος στο οποίο θα διεκπεραιωνόταν η δανειοδότηση τους, αφήνοντας ουσιαστικά το θέμα αυτό όχι εντελώς εκτός δικογράφων αλλά ως θέμα το οποίο ενδεχομένως να εντασσόταν στο γενικότερο κεφάλαιο του ισχυρισμού περί επιβολής καταχρηστικών ή παράνομων χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού δανείου. Υπό την έννοια, παραδείγματος χάριν, των χρεώσεων για μετατροπή του νομίσματος κατά την πληρωμή δόσεων ή άλλων ποσών έναντι του επίδικου δανείου. Συνεπώς, εύλογα θα αναμενόταν η προώθηση του συγκεκριμένου θέματος μέσω της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 να είχε επιτευχθεί με πιο στοχευμένο και κατ΄ επέκταση πειστικό τρόπο. 152 Διευκρινίζεται δηλαδή πως ανεξάρτητα και από τη νομική πτυχή του θέματος, η απλή και απομονωμένη ουσιαστικά κατάληξη του μάρτυρα, δίχως αυτή να συνδέεται άμεσα με υποχρεώσεις ή καθήκοντα της ενάγουσας, στα οποία ο Μ. Υ. 1 να αναφερόταν, ως προς το ότι η σύναψη του δανείου επιβάρυνε άνευ λόγου το λογαριασμό των εναγόμενων προς όφελος της τράπεζας, δεν προσθέτει οτιδήποτε πειστικό προς προώθηση γενικότερα της οποιασδήποτε θέσης των εναγόμενων. 153 Ουσιαστικά η όλη προσέγγιση του Μ. Υ. 1, έστω και εάν βεβαίως αυτοί ήταν οι όροι εντολής του από τους εναγόμενους περιοριζόταν σε αυτό το οποίο ο ίδιος περιέγραψε ως προς το να εξεταστεί ο τρόπος δανειοδότησης των εναγόμενων με στόχο την αξιολόγηση από τον ίδιο κατά πόσο η ενάγουσα ενήργησε προς όφελος ή μη των εναγόμενων. Αυτό αναδεικνύεται και από την κατάληξη του σε σχέση με το νόμισμα της δανειοδότησης. Καθώς καταλήγει όχι τόσο σε συμπέρασμα αναφορικά με τα γεγονότα αλλά ρητά σε δική του κρίση ως προς το ότι η σύναψη του δανείου σε ευρώ επιβάρυνε άνευ λόγου το λογαριασμό των εναγόμενων προς όφελος της ενάγουσας (παράγραφος 10 της γραπτής δήλωσης). 154 Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη και τη διαφωνία του Μ. Υ. 1 ως προς τη βασιμότητα του περιεχομένου του τεκμηρίου 18 θα αναμενόταν να ήταν πιο πειστική η επιλογή των οποιωνδήποτε τεκμηρίων ο ίδιος είχε πρόθεση να παρουσιάσει προς υποστήριξη των θέσεων του. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται δηλαδή είναι πως ασφαλώς και επηρεάζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία του το ενδεχόμενο αποδοχής ως ορθότερου του τεκμηρίου 34 το οποίο ο ίδιος παρουσίασε προς αντιπαράθεση με το τεκμήριο
  2. 155 Ως παράδειγμα αυτής της μαρτυρίας και δίχως να εξετάζεται σε αυτό το μέρος της απόφασης η μαρτυρία σε σχέση με το επιτόκιο LIBOR το Δικαστήριο υπενθυμίζει σχετικά τη διαπίστωση του Μ. Υ. 1 ως προς το ότι δεν δικαιολογείται η χρέωση από την ενάγουσα επί του τεκμηρίου 3 του ποσού των £500,00 ως προμήθεια. Παρουσίασε ο Μ. Υ. 1 προς υποστήριξη αυτής της διαπίστωσης του το τεκμήριο
  3. 156 Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της έκδοσης του τεκμηρίου 3 στις 2/7/
  4. Σαφώς αναφέρεται επί του τεκμηρίου 33 πως η τιμολόγηση ισχύει από τις 14/6/
  5. 157 Αυτό το γεγονός από μόνο του αναπόφευκτα εξουδετερώνει τουλάχιστον την άμεση αποδεικτική αξία του συγκεκριμένου τεκμηρίου το οποίο ουσιαστικά μόνο ενδεικτική και συγκριτική αξία θα μπορούσε να έχει εάν αυτό παρουσιαζόταν ενδεχομένως σε συνάρτηση και με άλλη σχετική αλλά και παράλληλα πιο άμεση μαρτυρία. Εντούτοις ο μάρτυρας αυτός όχι μόνο επέλεξε αυτό το τεκμήριο προς στοιχειοθέτηση των θέσεων του αλλά ήταν και απόλυτος κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τόσο ως προς την άμεση σχετικότητα του αναφορικά με τα επίδικα θέματα όσο και ως προς την απαραίτητη πραγματική βάση την οποία αυτό κατά τον ίδιο παρείχε προς απόδειξη της ορθότητας του συμπεράσματος του ως προς το ότι η χρέωση των £500,00 δεν ήταν δικαιολογημένη. Μάλιστα όπως απάντησε χαρακτηριστικά η ενάγουσα είχε παρατυπήσει στην τυποποίηση του καταλόγου προμηθειών. Ενέμεινε, μετά και από απόρριψη σχετικής υποβολής, ως προς το ότι η τράπεζα είχε παρατυπήσει προσθέτοντας πως το εκτιμούσε, το έβλεπε και το αναγνώριζε. Βεβαίως κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να πείσει το Δικαστήριο ως προς την οποιαδήποτε παρατυπία απλώς εκφράζοντας τη δική του πεποίθηση μετέωρη από άποψης άμεσα σχετικής μαρτυρίας. 158 Διατηρώντας δε υπόψη, ανεξάρτητα και από το γεγονός πως το τεκμήριο Δ προς αναγνώριση ουδέποτε αναγνωρίστηκε έτσι ώστε να καταστεί κανονικό τεκμήριο, τη διαπίστωση του Δικαστηρίου από την αντεξέταση του επί αυτού, της ανάδειξης της δυνατότητας η οποία υπήρχε ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας άμεσα σχετικής με τα όσα ο Μ. Υ. 1 επεδίωκε να στοιχειοθετήσει ως προς το αδικαιολόγητο της συγκεκριμένης χρέωσης. Βεβαίως η ενάγουσα δεν παρουσίασε παρόμοια μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος. Όμως ακόμη και να μην είχε ακολουθήσει η αντεξέταση του Μ. Υ. 1 σε σχέση με το τεκμήριο Δ προς αναγνώριση, αποτελεί συμπέρασμα απλής κοινής λογικής πως δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πως μία κατάσταση όρων χρεώσεων και προμηθειών της ενάγουσας, η οποία συμπτωματικά εκδόθηκε ακριβώς 11 χρόνια (2/7/2013) μετά και από την έκδοση του τεκμηρίου 3, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως καθοδήγηση αναφορικά με τους όρους τιμολόγησης της ενάγουσας ως τράπεζα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία έκδοσης του τεκμηρίου
  6. 159 Μάλιστα κατά την αντεξέταση του ο Μ. Υ. 1, αν και δεν αρνήθηκε πως το τεκμήριο 33 αποτελούσε το τιμολόγιο προμηθειών της ενάγουσας για το έτος 2013, πραγματικά παραδόξως σε σχέση με την επίδειξη σε αυτόν του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση, παρατήρησε πως αυτό έφερε ημερομηνία 11/3/2002 και δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία της μετατροπής από το ένα νόμισμα στο άλλο. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως μπορούσε ο ίδιος μάρτυρας να επισημαίνει χρονική διαφορά περίπου 4 μηνών και να μην λαμβάνει υπόψη τη χρονική διαφορά των 11 ετών στη δική του μαρτυρία. 160 Επιπλέον ούτε και κρίνεται πειστικό το δεύτερο σημείο το οποίο ανέφερε σε σχέση με τη θέση του πως τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο Δ προς αναγνώριση δεν «.ξεκαθαρίζουν την εικόνα». Ότι δηλαδή εντός αυτού υπάρχει αναφορά σε ανάληψη μετρητών σε άλλο νόμισμα από το νόμισμα του λογαριασμού με χρέωση λογαριασμού στην τράπεζα και πως δεν ήταν σίγουρος αν έγινε ανάληψη μετρητών στο συγκεκριμένο λογαριασμό ή μετατροπή νομίσματος και κατάθεση στον υφιστάμενο λογαριασμό. Ασφαλώς και δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση εφόσον αυτό δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο όμως οι απαντήσεις του Μ. Υ. 1 σε αυτό το μέρος της αντεξέτασης του δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη ως ενδεικτικές γενικότερα του όλου σκεπτικού του. Παράλληλα έστω και εάν η τράπεζα δεν επεδίωξε την κατάθεση του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση ως κανονικό τεκμήριο αυτό δεν σημαίνει πως παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να βασιστεί στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 33 το οποίο ο Μ. Υ. 1 παρουσίασε έχοντας υπόψη και τη μεγάλη χρονική διαφορά αυτού από την ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί του τεκμηρίου
  7. 161 Παρομοίως διαπιστώνεται έλλειψη λογικής ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός και πάλι συνδέει δύο χρονικά ασύνδετα δεδομένα. Ενώ αναφέρεται στον καθορισμό από την τράπεζα τιμής συναλλάγματος κατά την ημερομηνία της δανειοδότησης, προχωρεί σε διαπίστωση ως προς τη μεγάλη απόκλιση του εκταμιευθέντος ποσού από το αναμενόμενο κατά το χρόνο ένταξης της Κύπρου στην Ευρωζώνη (παράγραφος 13 της γραπτής δήλωσης). 162 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο ως προς τη σχετικότητα δύο τόσο απομακρυσμένων ημερομηνιών. Όπως ανέπτυξε το συγκεκριμένο θέμα κατά την αντεξέταση του, με αναφορά, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, στο εξής αντιφατικό δεδομένο. Ότι δηλαδή ενώ το ποσό το οποίο αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου είναι €215.000,00 έγινε μετατροπή σε ποσό €216.300,00 με πρόσθεση και €865,20 με αναφορά από τον Μ. Υ. 1 στην τιμή συναλλάγματος, δηλαδή 0.57790 ή διαφορετικά 1.
  8. Ο λόγος, όπως εξήγησε, για τον οποίο αναφερόταν στον αριθμό 1.7304 ήταν διότι 1.71 ήταν η τιμή η οποία κλειδώθηκε το 2008 όταν «.ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Υπενθυμίζεται βεβαίως πως το ποσό του δανείου το οποίο εγκρίθηκε σύμφωνα με το τεκμήριο 4 ήταν £125.000,00 ενώ η μετατροπή επί του τεκμηρίου 3 είναι αυτή του ποσού των £124.499,99, ως ποσό πίστωσης, το οποίο αν και αντιστοιχεί μετά από αυτή τη μετατροπή σε €215,434.80, προφανώς εξαιτίας και της χρέωσης του ποσού των £500,00 ως προμήθεια το συνολικό ποσό χρέωσης είναι €216.300,
  9. Βεβαίως το ποσό των €865,20 είναι το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ του ποσού της προμήθειας. Σχετικό επί αυτού είναι το τεκμήριο
  10. 163 Ενώ στο σημείο όπου ο Μ. Υ. 1 αναφέρεται στην τιμή η οποία κλειδώθηκε όταν «.ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση», προφανώς πρόθεση του ήταν να αναφερθεί στην υιοθέτηση του ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία και η οποία έγινε σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. σχετικά τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007 Ν.33(Ι)/2007). Βεβαίως σε άλλο σημείο της προφορικής κατάθεσης του αναφέρεται στο γεγονός ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δανείου το ευρώ αποτελούσε ξένο νόμισμα. Στο σημείο όπου αναφερόταν στην ημερομηνία έγκρισης του δανείου και της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας δανείου. 164 Η πραγματικότητα είναι πως συμφώνησε ότι στη συγκεκριμένη ημερομηνία η τιμή συναλλάγματος ήταν αυτή η οποία αναφερόταν επί του τεκμηρίου 3 (δηλαδή, 0.57790) εντούτοις, όπως εξήγησε, απλά εξέφραζε τις δικές του εκτιμήσεις επί του θέματος. Οι οποίες εκτιμήσεις όμως ουσιαστικά δεν υποστηρίζονται και από σχετική μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε προσπάθεια από τους εναγόμενους να εξασφαλίσουν καλύτερη τιμή συναλλάγματος ή την οποιαδήποτε προσπάθεια από την ενάγουσα να παραπλανήσει, προς όφελος της βεβαίως, τους εναγόμενους σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Δηλαδή, η απλή αναφορά από τον Μ. Υ. 1 πως ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα να διαπραγματευτεί την ισοτιμία του ευρώ ως ξένο νόμισμα δεν προσθέτει οτιδήποτε ιδιαίτερο στην όλη εκδοχή των εναγόμενων, στο βαθμό στον οποίο βεβαίως έχει προωθηθεί τέτοια εκδοχή. Εντάσσεται και αυτή η θέση του Μ. Υ. 1 στην όλη προσπάθεια του να αναδείξει ουσιαστικά τρόπους με τους οποίους η ενάγουσα είχε ενεργήσει εις βάρος των δικαιωμάτων των εναγόμενων στερώντας τους τη δυνατότητα να είχαν τύχει μίας ευνοϊκότερης αντιμετώπισης από την ενάγουσα ως τράπεζα. Παράδειγμα σε σχέση με αυτή την προσπάθεια είναι βεβαίως και η εντελώς ασύνδετη από χρονικής άποψης αναφορά του στις χρεώσεις προμηθειών από την τράπεζα. 165 Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ελλείπει λογική συνοχή και ακολουθία στον τρόπο με τον οποίο ο Μ. Υ. 1 επέλεγε να συνδέσει διάφορα δεδομένα έτσι ώστε να καταλήγει στα συμπεράσματα του κυρίως έχοντας ως γνώμονα το επιθυμητό παρά το ορθό αποτέλεσμα. Επιθυμητό βεβαίως προς υποστήριξη γενικότερα των θέσεων του όπως αυτές διατυπώνονται εντός της γραπτής δήλωσης του και όπως αυτές προωθήθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Δηλαδή, το ίδιο δεδομένο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο σε μία περίπτωση ενώ με διαφορετικό σε άλλη περίπτωση ανάλογα και με τη θέση την οποία προσπαθούσε ο μάρτυρας να προωθήσει. 166 Αναφέρθηκε και στη χρονική διαφορά (ουσιαστικά 12 ημερών) μεταξύ της ημερομηνίας της επίδικης συμφωνίας δανείου (20/6/2002) και της ημερομηνίας της μετατροπής (2/7/2002) και στην κατά τον ίδιο συνήθη ευχέρεια του δανειολήπτη να μπορεί να διαπραγματευτεί την τιμή συναλλάγματος. Η δική του εκτίμηση δηλαδή ήταν ότι ο εναγόμενος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί την ισοτιμία λόγω και του ύψους του ποσού καθότι η ισοτιμία του ευρώ ως ξένο νόμισμα καθοριζόταν από τα ξένα χρηματιστήρια κατά λεπτό. Βεβαίως δεν αναφέρθηκε με οποιαδήποτε σαφήνεια στη σημασία αυτής της δυνατότητας κατά τον ουσιώδη χρόνο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως οι εναγόμενοι είχαν ζημιώσει από την κατ΄ ισχυρισμό αποστέρηση αυτής της δυνατότητας. Ενώ όταν του υποβλήθηκε πως οι εναγόμενοι σύμφωνα και με το τεκμήριο 3 είχαν αποδεχτεί την τιμή συναλλάγματος η απάντηση του ήταν πως δεν μπορούσε να σχολιάσει περισσότερα. Αναμφίβολα τέτοια τοποθέτηση κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τα όσα σχετικά αναφέρει στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσης του. Όταν δε στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως τα όσα αναφέρει στη συγκεκριμένη παράγραφο της γραπτής δήλωσης του αποτελούσαν εικασίες και ουσιαστικά δική του θεωρία η απάντηση του αν και απορριπτική επιβεβαίωσε την υποβολή προς αυτόν. Καθώς ανέφερε πως αν δινόταν η ευκαιρία στον εναγόμενο να διαπραγματευτεί τότε θα μπορούσε να επιτύχει καλύτερο rate στη μετατροπή. Δίχως όμως ο ίδιος να προσφέρει οποιαδήποτε απτά στοιχεία αναφορικά με τα όσα εικαζόταν. Προέβαλε επίσης και αόριστα μετέωρο ερώτημα ως προς το γιατί η συμφωνία έγινε στις 20/6/2002 ενώ η μετατροπή έγινε στις 2/7/
  11. Ούτε και ήταν σε θέση να απαντήσει όταν του υποβλήθηκε πως η μετατροπή έγινε στις 2/7/2002 κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων. Η απάντηση του απλά ήταν πως δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Βεβαίως ούτε και η ενάγουσα παρουσίασε συγκεκριμένη μαρτυρία προς υποστήριξη της υποβολής η οποία έγινε προς τον Μ. Υ. 1 αλλά περισσότερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνυόταν κατά την αντεξέταση του η υποθετική φύση ουσιαστικά των δικών του θέσεων. Σε σχέση πάντοτε βεβαίως και με τα ίδια τα δεδομένα τα οποία ίσχυαν κατά την σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Ως προς το συγκεκριμένο σημείο η Μ. Ε. 1 αναφέρεται στη γραπτή δήλωση της σε αποδοχή και υπογραφή του τεκμηρίου 3 (παράγραφος 3 (β)). 167 Επιπλέον, απορία επίσης προκαλεί η αναφορά του Μ. Υ. 1 ότι η αλήθεια ως προς τον καθορισμό της τιμής συναλλάγματος δεν μπορεί να ελεγχθεί. Τα στοιχεία επί του τεκμηρίου 3 συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο την ημερομηνία αλλά ακόμη και την ώρα της συγκεκριμένης πράξης μετατροπής. Ο ίδιος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ορθότητα των επιτοκίων LIBOR για μία μεγάλη σχετικά χρονική περίοδο βάσει και του τεκμηρίου
  12. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο εάν με παρόμοιο τρόπο δεν μπορούσε να ανατρέξει σε σχετικές τιμές συναλλάγματος για τη συγκεκριμένη ημερομηνία επί του τεκμηρίου
  13. Πραγματικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι αυτή της προσπάθειας πρόκλησης αμφιβολίας ή ουσιαστικά της αμφισβήτησης του συγκεκριμένου καθορισμού δίχως όμως παράλληλα να προσφέρεται από τον Μ. Υ. 1, ως εμπειρογνώμονας, μία πειστική εναλλακτική θέση ή εκδοχή επί του ιδίου θέματος. 168 Ουσιαστικά η προσέγγιση αυτή αντανακλάται γενικότερα στο σύνολο της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1, καθώς η προσπάθεια του γενικά δεν ήταν η παροχή βοήθειας, ως αναμένεται από ένα εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το Δικαστήριο έτσι ώστε να καταλήξει σε ορθότερα συμπεράσματα, αλλά αντιθέτως περιορίστηκε σε μία καθολική αμφισβήτηση όλων των ενεργειών και πράξεων της ενάγουσας ως τράπεζα στις οποίες αναφέρθηκε δίχως παράλληλα να προσφέρει με επαρκή σαφήνεια εναλλακτικούς και ορθούς, κατά τον ίδιο βεβαίως, τρόπους με τους οποίους θα έπρεπε να είχε υπό τις περιστάσεις ενεργήσει η ενάγουσα ως τράπεζα. 169 Η αντεξέταση του Μ. Υ. 1 δεν ήταν απλώς εκτεταμένη αλλά επίσης εύστοχα οργανωμένη έτσι ώστε ως αποτέλεσμα να αναδεικνύονται ακόμη πιο παραστατικά οι αδυναμίες στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα παρά και το γεγονός πως αυτές ακόμη και εκ πρώτης όψεως διαφαίνονται από το ίδιο το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του. Βεβαίως, σε αρκετό βαθμό, με την αντεξέταση του Μ. Υ. 1, τίθετο υπόψη του το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων τα οποία υπογράφηκαν από τους εναγόμενους, ουσιαστικά έτσι ώστε να αναδεικνυόταν και η συμφωνία ή συγκατάθεση τους με αυτό. Αναμφίβολα οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από τον Μ. Υ. 1 δεν αλλοιώνουν αυτό το περιεχόμενο ως επίσης και το γεγονός πως οι εναγόμενοι συμφωνούσαν με αυτό και το οποίο βεβαίως κρίνεται ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε θέση εξέφρασε επί αυτού. Θέση μάλιστα όχι υπό μορφή εξωγενούς μαρτυρίας αλλά ουσιασ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.