Alpha Bank Cyprus Limited ν. Martin Miller κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2014/2008, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A187 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2014/2008 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσα Και
(1992)1Β Α. Α. Δ. 1056, η αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά αλλά είναι επιθυμητό όπως η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, ως προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία. Ενώ, όπως προστίθεται πιο κάτω εντός της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 1 128 Η Μ. Ε. 1 κατέθετε με ετοιμότητα και ευθύτητα κατά την αντεξέταση της περιορίζοντας σε κάθε περίπτωση την εμβέλεια των απαντήσεων της στο βαθμό της δικής της γνώσης παρέχοντας παράλληλα εύλογες εξηγήσεις σε όσες περιπτώσεις η ίδια δεν ήταν σε θέση είτε να απαντήσει την οποιαδήποτε ερώτηση είτε να τοποθετηθεί σε σχετική υποβολή. Επίσης η Μ. Ε. 1 απαντούσε με ηρεμία και περισσή λογικότητα σε υποβολές οι οποίες εμπεριείχαν στοιχεία σκοπιμότητας στις ενέργειες της ενάγουσας, ως τράπεζα, εναντίον των εναγόμενων, επεξηγώντας σε κάθε περίπτωση τις πραγματικές, κατά την ίδια, προθέσεις της ενάγουσας σε σχέση με τις συναλλαγές της με τους εναγόμενους. Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό δεσπόζουσα θέση την οποία η ενάγουσα κατείχε όταν κάλεσε τους εναγόμενους να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία στεγαστικού δανείου. Βεβαίως οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από την Μ. Ε. 1 δεν προκαθορίζουν το οποιοδήποτε συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την νομική πτυχή της αγωγής. Αυτό το οποίο όμως αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο δεν είναι η νομική ορθότητα της οποιασδήποτε τοποθέτησης της Μ. Ε. 1 αλλά η σταθερή διατήρηση των απαντήσεων της εντός του δικού της πλαισίου γνώσης και αντίληψης των διαδικασιών στις οποίες αναφερόταν δίχως παράλληλα να εξέφραζε με αδικαιολόγητη εμμονή την οποιαδήποτε νομικά ανεπίτρεπτη άποψη αναφορικά με τα γεγονότα, ιδιαίτερα δε όπως αυτά αντικατοπτρίζονται βάσει και του περιεχομένου των εγγράφων σε σχέση με το οποίο η ίδια αντεξεταζόταν. Παράδειγμα της συνειδητής διατήρησης της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1 εντός του πλαισίου τόσο της δικής της γνώσης όσο και της προβαλλόμενης ιδιότητας της ως υπάλληλος της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, αποτελεί και η δηλωμένη αδυναμία της να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το επιτόκιο ή LIBOR. Βεβαίως αν και σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η Μ. Ε. 1 όντως εξέφραζε άποψη, η σημασία αυτών μετριάζεται από το γεγονός πως καθίσταται και δύσκολο έχοντας υπόψη την πραγματικά αφελή απλότητα τέτοιων απαντήσεων αυτές να θεωρηθούν καν ως απόψεις της μάρτυρος - επί θεμάτων αναφορικά με τα οποία δεν ισχυρίστηκε να κατέχει οποιαδήποτε ειδικότητα - παρά μόνο ως απλή και πιστή έκφραση της υπαλληλικής πεποίθησης της ως προς το ότι η εργοδότρια της ενάγουσα δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε νομικά ανεπίτρεπτη πράξη. Άλλο παράδειγμα αποτελεί και η απάντηση της πως δεν νόμιζε ότι οι χρεώσεις προμηθειών από την ενάγουσα ήταν καταχρηστικές. Με επανάληψη και πάλι της βασικής της θέσης πως εφόσον αυτές ήταν «μέσα» στη συμφωνία τότε δεν θα μπορούσε να ήταν καταχρηστικές. 129 Αναδεικνύεται αυτή η διαπίστωση ως προς τη γενικότερη προσέγγιση της μάρτυρος από το εξής παράδειγμα. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι οι επίδικοι προβλεπόμενοι τόκοι υπερημερίας είναι παράνομοι. Η απάντηση της Μ. Ε. 1 ήταν ότι από τη στιγμή που συμπεριλαμβάνονται στη συμφωνία δανείου τότε δεν είναι παράνομοι. 130 Τονίζεται πως όσο και να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η μαρτυρία όχι μόνο της Μ. Ε. 1 αλλά και των υπόλοιπων μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν αναφορικά με το ίδιο θέμα, ασφαλώς η νομιμότητα επιβολής των οποιωνδήποτε τόκων δεν καθορίζεται αποκλειστικά από αυτή τη μαρτυρία, αλλά από το ίδιο το Δικαστήριο ασκώντας την κρίση του επί του συγκεκριμένου νομικού και όχι μόνο πραγματικού θέματος. Ιδιαίτερα δε από τέτοιου είδους απαντήσεις, όπως την προαναφερόμενη, το οποιοδήποτε νόημα των οποίων βεβαίως αυτοαναιρείται από την ίδια την κυκλοειδή λογική τους καθώς ενώ υποβάλλεται η ύπαρξη παρανομίας εξαιτίας του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας δανείου, η μάρτυρας, απορρίπτοντας τη συγκεκριμένη θέση, δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες (παραδείγματος χάριν, η ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας) αλλά απλώς στο ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας ∙ η νομιμότητα της εφαρμογής των όρων της οποίας βεβαίως αμφισβητείται ευθέως από τους εναγόμενους. 131 Τονίζεται και πάλι η ετοιμότητα της Μ. Ε. 1 να αναγνωρίσει την οποιαδήποτε αδυναμία της ιδίας να απαντήσει ερωτήσεις ή να τοποθετηθεί σχετικά με υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων, ουσιαστικά ως ένα θετικό στοιχείο αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της ως μάρτυρας καθώς με ειλικρίνεια απέφευγε την άκαρπη προσπάθεια να εκφράσει αβάσιμες απόψεις ή αστήρικτες τοποθετήσεις ή να προβάλει ισχυρισμούς προσπαθώντας να μαντέψει οτιδήποτε για το οποίο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Βεβαίως αυτή η ειλικρινής και σταθερή στάση της Μ. Ε. 1 καθ΄ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της παρείχε και έναυσμα για τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων να υποβάλει στην Μ. Ε. 1 τη θέση ότι όπως η ίδια δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις, ούτε και οι εναγόμενοι γνώριζαν. Η θέση αυτή όμως αποτελεί επιχείρημα το οποίο μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο και στο βαθμό στον οποίο η βασιμότητα αυτής είναι δυνατό να στηριχθεί και στις απαντήσεις της Μ. Ε. 1 ως μέρος της μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται υπόψη επί του προκειμένου, ασφαλώς αυτό γίνεται. 132 Το γεγονός ότι η Μ. Ε. 1 κατέθετε εντός του πλαισίου της δικής της γνώσης, ουσιαστικά αυτοπεριορίζοντας τον εαυτό της στα όσα γνώριζε, αυξάνει και την πειστικότητα συγκεκριμένων απαντήσεων της επί αμφισβητούμενων θεμάτων, ιδιαίτερα δε στις περιπτώσεις όπου οι εναγόμενοι είτε δεν παρουσίασαν μαρτυρία καθόλου ή η μαρτυρία η οποία όντως παρουσιάστηκε δεν κρίνεται ως πειστική. 133 Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τις 5 καταχωρίσεις στον επίδικο λογαριασμό στις αρχές του έτους
- Θέτοντας το πολύ απλά η θέση ότι οι εναγόμενοι όντως κατέβαλαν 5 δόσεις και ότι αυτές λανθασμένα καταχωρίσθηκαν στη στήλη χρέωσης δεν υποστηρίχθηκε από ανάλογη μαρτυρία από τον εναγόμενο 1 προς στοιχειοθέτηση της ύπαρξης τέτοιων πληρωμών. Ουσιαστικά η θέση η οποία υποβλήθηκε προς την Μ. Ε. 1 εντάσσεται στη γενικότερη αμφισβήτηση ως προς την ορθότητα της τήρησης του επίδικου λογαριασμού αγνοώντας παράλληλα και την ύπαρξη μαρτυρίας με την οποία αναδεικνύεται και επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Μ. Ε. 1 αλλά και της ορθότητας του τεκμηρίου 11 σε σχέση με το έτος 2004 και το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου προ της επιβολής τόκου. 134 Συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 22 (ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της Μ. Ε. 2 και του εναγόμενου) σε μήνυμα ημερομηνίας 13/12/2004 ο εναγόμενος ενημερώνεται πως το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου είναι €195.555,00 ενώ οι καθυστερημένες δόσεις είναι 10,2 για το συνολικό ποσό των €24.361,
- Ο εναγόμενος στο απαντητικό του μήνυμα ημερομηνίας 7/1/2005 δεν ισχυρίζεται την πληρωμή 5 δόσεων στις αρχές του 2004 αλλά ούτε και αμφισβητεί το υπόλοιπο των €195.555,00 ενώ ενημερώνει την Μ. Ε. 2 πως θα αποστείλει 7.000,00 στερλίνες εντός ολίγων ημερών. Βεβαίως όπως επεσήμανε και η Μ. Ε. 1 το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά και από τις 8 καταχωρίσεις ημερομηνίας 5/3/2004 συμφωνεί με το υπόλοιπο ημερομηνίας 31/12/2003, δηλαδή με την αμέσως προηγούμενη κατάσταση λογαριασμού. Πραγματικά, έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα στοιχεία πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ως βάσιμη η υποβολή αναφορικά με συμπεριφορά της ενάγουσας με ανέντιμο και δόλιο τρόπο εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης λογαριασμού; 135 Διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η Μ. Ε. 1 κρίνεται αξιόπιστη ως μάρτυρας ενώ βεβαίως η θετική αξιολόγηση αυτή της ίδιας ως μάρτυρας γίνεται με επιφύλαξη και των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τη φύση της μαρτυρίας της σε σχέση με τα όσα κατέθεσε καθώς το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστες τις απαντήσεις της οι οποίες συνδέονται με γεγονότα ως προς την πρακτική την οποία η ενάγουσα εφάρμοζε διατηρώντας υπόψη βεβαίως και τις αναφορές της στα επίδικα έγγραφα προς υποστήριξη των απαντήσεων της. 136 Ουσιαστικά αυτό το οποίο επισημαίνεται από το Δικαστήριο είναι πως σε μεγάλο βαθμό η βασιμότητα των απαντήσεων της Μ. Ε. 1 ελέγχεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο επιτρεπόταν η χρέωση τόκων επί των ασφαλίστρων, η αναφορά της στον όρο 7 του τεκμηρίου 9 σε σχέση με το δικαίωμα της ενάγουσας να ασφαλίζει το επίδικο ακίνητο και την υποχρέωση των εναγόμενων να επωμίζονται τόσο το κόστος αυτής της ασφάλισης ως επίσης και τόκο σύμφωνα με το συμφωνημένο ποσοστό βάσει των συμφωνιών οι οποίες είχαν υπογραφεί μεταξύ της και των εναγόμενων. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 2 137 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 2 παρατηρούνται τα ακόλουθα. 138 Παρά και το γεγονός πως η Μ. Ε. 2 έδιδε μαρτυρία ως υπάλληλος της ενάγουσας και όπως ήταν λογικά αναμενόμενο υποστήριζε τόσο την ύπαρξη όσο και τη νομιμότητα συμβατικών δικαιωμάτων της ενάγουσας αλλά και τη δυνατότητα εφαρμογής αυτών ως προς την οποιαδήποτε πτυχή της γενικότερης συμβατικής σχέσης μεταξύ της και των εναγόμενων, εντούτοις παράλληλα ήταν εμφανής η σταθερή διάθεση της να καταθέτει με ειλικρίνεια αναφορικά με τα όσα η ίδια ήταν σε θέση είτε να γνωρίζει είτε έτσι ώστε να εκφράζει την οποιαδήποτε θέση βάσει και της γενικότερης εμπειρίας της ως τραπεζικός υπάλληλος αναφορικά με την πραγματικότητα της γενικότερης συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων σύμφωνα βεβαίως με τη δική της αντίληψη των δεδομένων αυτής της σχέσης και της σημασίας τους ως προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. 139 Η ειλικρίνεια της ήταν τέτοια έτσι ώστε σε ορισμένα σημεία της προφορικής κατάθεσης της να κατέθετε με τρόπο ο οποίος εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε, εάν η απάντηση της απομονωνόταν από το σύνολο των όσων κατέθετε, να θεωρηθεί πως πρόσφερε και υποστήριξη σε θέσεις των εναγόμενων. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε για πρώτη φορά αναφορικά με το ποσοστό των τόκων υπερημερίας με το οποίο θα έπρεπε να χρεωνόταν ο λογαριασμός του επίδικου δανείου. Βεβαίως στη συνέχεια δόθηκε η ευκαιρία στην ίδια να τοποθετηθεί με πληρέστερο τρόπο αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα σε σχέση και με τη δυνατότητα αλλά και το δικαίωμα της τράπεζας για διαφοροποίηση αυτού του ποσοστού. 140 Σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 2 βεβαίως δεν έχει μόνο το ίδιο το περιεχόμενο των απαντήσεων της αλλά η ετοιμότητα της κατά την αντεξέταση της να απαντήσει ερωτήσεις και να τοποθετηθεί σε σχέση με υποβολές δίχως να αποκαλύπτεται η οποιαδήποτε ένδειξη υπεκφυγής ή διστακτικότητας ή ακόμη και σκοπιμότητας στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε. Παρατηρήθηκε από το Δικαστήριο ο στιγμιαίος επηρεασμός σε κάποιο βαθμό του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε περιπτώσεις έγερσης ενστάσεων από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας όχι όμως σε τέτοιο βαθμό είτε επηρεασμού είτε διάρκειας αυτού έτσι ώστε να μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά η γενικότερη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της από αυτό τον παράγοντα. Επίσης, η πραγματικότητα είναι πως ούτε και διαπιστώνεται να είχε εγερθεί μεγάλος αριθμός ενστάσεων κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της ή η έγερση αυτών να διαδραμάτισε οποιοδήποτε ιδιαίτερα σημαντικό ή καθοριστικό ρόλο ως προς την ουσία των όσων η Μ. Ε. 2 κατέθεσε στο σύνολο τους κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. 141 Επιπλέον, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο η ύπαρξη μίας σταθερής λογικότητας στις απαντήσεις της ιδιαίτερα δε ως προς τις δυνατότητες οι οποίες υπήρχαν στη διάθεση του εναγόμενου (ο οποίος διατηρούσε και κάποιας μορφής επικοινωνίας με την ίδια) αναφορικά με την αμφισβήτηση των οποιωνδήποτε χρεώσεων. 142 Γενικά η εντύπωση η οποία δημιουργήθηκε από την προφορική κατάθεση της Μ. Ε. 2 ως μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα θετική ενώ πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να είναι δυνατό η μάρτυρας αυτή να μην κριθεί αξιόπιστη όπως και κρίνεται βεβαίως. Βεβαίως ανεξαρτήτως και από τη θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 2 ως μάρτυρας το Δικαστήριο δεν περιορίζεται από αυτό το δεδομένο ως προς το ενδεχόμενο απόρριψης είτε μέρους είτε εξ ολοκλήρου της εκδοχής της ενάγουσας αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία της Μ. Ε. 3 143 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 3 υπενθυμίζεται απλά ότι παρά και την μη αντεξέταση της ασφαλώς η αναντίλεκτη μαρτυρία της δεν μπορεί παρά να ιδωθεί και ληφθεί υπόψη διατηρώντας υπόψη και τη δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως προς τον περιορισμό της αξίωσης αναφορικά με τα ασφάλιστρα. Ούτε και διαπιστώνεται οποιοσδήποτε άλλος λόγος έτσι ώστε η μάρτυρας αυτή να μην κριθεί αξιόπιστη όπως και κρίνεται βεβαίως. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Η Μαρτυρία του Μ. Υ. 1 144 Ασφαλώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 επηρεάζεται από το γεγονός πως ο ίδιος προτάθηκε από τους εναγόμενους ως εμπειρογνώμονας. Συνεπώς το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία του διατηρώντας υπόψη πως ουσιαστικά ο Μ. Υ. 1 δεν είναι μάρτυρας γεγονότων αλλά μάρτυρας ο οποίος, ως εμπειρογνώμονας, αναμενόταν όπως δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες έτσι ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Όπως έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. σχετικά την απόφαση Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Γ Α. Α. Δ. 2013). 145 Κατ΄ αρχάς η ίδια η γραπτή δήλωση του Μ. Υ. 1 από μόνη της ακόμη και χωρίς να είχε ακολουθήσει η αντεξέταση του προκαλεί μία πρώτη αρνητική εντύπωση ως προς τη βασιμότητα της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα. Η αρνητική αυτή πρώτη εντύπωση στη συνέχεια, μετά και από την ολοκλήρωση της εκτεταμένης αντεξέτασης του, μετατράπηκε σε τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εξής. Ενώ θα μπορούσε το είδος της μαρτυρίας το οποίο προσφέρθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα να ήταν πραγματικά βοηθητικό για το Δικαστήριο έτσι ώστε να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε καμία περίπτωση δεν παρέχει ασφαλή βάση επί της οποίας όντως το Δικαστήριο να βοηθηθεί προς αυτό το σκοπό. 146 Ανεξάρτητα και από την αρνητική αυτή αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 διατηρώντας υπόψη τη μακρόχρονη του πείρα στον τραπεζικό τομέα αλλά και τα υπόλοιπα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο αποδέχεται τον μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα στον συγκεκριμένο τομέα. Ουσιαστικά η αρνητική αξιολόγηση του ως μάρτυρα βασίζεται και σε αυτή την αποδοχή. Καθότι θα ανέμενε το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τόσο τα ακαδημαϊκά όσο και επαγγελματικά προσόντα του, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη πείρα του, πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας θα βρισκόταν σε ιδανική θέση να παράσχει βοήθεια προς το Δικαστήριο παρουσιάζοντας μία όσο το δυνατό πιο σαφή και πειστική εκδοχή αναφορικά με τα στοιχεία τα οποία είχαν τεθεί στη διάθεση του και τα οποία είχε αναλύσει με σκοπό να παρουσιάσει τη μαρτυρία του. Αντιθέτως σαφώς διαπιστώνεται πως μοναδικό μέλημα του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν να επιβεβαιώσει και ενισχύσει με κάθε δυνατό τρόπο την όλη εκδοχή των εναγόμενων ανεξάρτητα και από τη βασιμότητα αυτής. 147 Όπως ο ίδιος εξήγησε, υπό την ιδιότητα του ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος, βρισκόταν σε θέση να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα δανειοδότησε τους εναγόμενους αλλά και παράλληλα να αξιολογήσει κατά πόσο η ενάγουσα ενήργησε προς όφελος των εναγόμενων ή όχι. Βεβαίως όσο και να έθετε ο ίδιος ο Μ. Υ. 1 ένα δικό του ουσιαστικά κριτήριο αναφορικά με το σκοπό της μαρτυρίας του εντούτοις αυτό από μόνο του δεν αλλοιώνει τη νομική πτυχή του όλου θέματος και ούτε και τίθεται αυτό ως η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τα επίδικα θέματα. Ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η μαρτυρία αυτή προς ανάδειξη των θέσεων γενικά των εναγόμενων όπως αυτή παρατίθεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους. Όχι μόνο είναι με αυτό τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1 αλλά η πραγματικότητα είναι πως καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια όπως αυτή η μαρτυρία μελετηθεί με προσοχή διατηρώντας υπόψη το ενδεχόμενο όντως αυτή εν τέλει να κρινόταν ως μαρτυρία η οποία να παρείχε ένα ασφαλές υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο να βασιζόταν έτσι ώστε να δικαιολογείτο και η αποδοχή των διαφόρων θέσεων των εναγόμενων. 148 Όμως εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο μάρτυρας αυτός στόχο είχε όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του αλλά απλώς να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εναγόμενων απηχώντας ουσιαστικά τις θέσεις αυτών όπως αυτές παρατίθενται εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους και όπως αυτές προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ. Ε. 1 και Μ. Ε.
- 149 Παραδείγματος χάριν, ως προς το γεγονός ότι το ευρώ ήταν το νόμισμα στο οποίο είχε γίνει το δάνειο. Παρά και το γεγονός πως ασφαλώς και δεν αποκλείεται να ήταν πιο συμφέρουσα η επιλογή άλλου νομίσματος για τη δανειοδότηση των εναγόμενων αυτό από μόνο του δεν δημιουργεί οποιοδήποτε καθήκον στην ενάγουσα ως τράπεζα έτσι ώστε να είχε καθοδηγήσει σχετικά τους εναγόμενους. Θα αναμενόταν από το Δικαστήριο όπως ο μάρτυρας αυτός βοηθήσει σχετικά ως προς την άσκηση της κρίσης του επί του θέματος με αναφορές σε παρόμοιες περιπτώσεις βάσει και της δικής του μακρόχρονης πείρας ως τραπεζικός υπάλληλος ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αναμενόταν από τους υπαλλήλους ενός τραπεζικού οργανισμού να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ή ακόμη και σχετικούς κανόνες πρακτικής, εάν βεβαίως αυτοί υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής. 150 Αντί αυτού, αν και ο μάρτυρας παρέχει το σκεπτικό αλλά και την κατάληξη του επί του συγκεκριμένου θέματος εντούτοις δεν στοιχειοθετεί ουσιαστικά, κατά τη δική του θέση, τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε ενεργήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεχομένως και βάσει συνήθους πρακτικής των τραπεζών γενικά. 151 Σημειωτέον επίσης πως επί του συγκεκριμένου θέματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά εντός της έκθεσης υπεράσπισης, παραδείγματος χάριν ως προς την ύπαρξη καθήκοντος της τράπεζας να είχε συμβουλέψει τους εναγόμενους ως προς την επιλογή του νομίσματος στο οποίο θα διεκπεραιωνόταν η δανειοδότηση τους, αφήνοντας ουσιαστικά το θέμα αυτό όχι εντελώς εκτός δικογράφων αλλά ως θέμα το οποίο ενδεχομένως να εντασσόταν στο γενικότερο κεφάλαιο του ισχυρισμού περί επιβολής καταχρηστικών ή παράνομων χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού δανείου. Υπό την έννοια, παραδείγματος χάριν, των χρεώσεων για μετατροπή του νομίσματος κατά την πληρωμή δόσεων ή άλλων ποσών έναντι του επίδικου δανείου. Συνεπώς, εύλογα θα αναμενόταν η προώθηση του συγκεκριμένου θέματος μέσω της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 να είχε επιτευχθεί με πιο στοχευμένο και κατ΄ επέκταση πειστικό τρόπο. 152 Διευκρινίζεται δηλαδή πως ανεξάρτητα και από τη νομική πτυχή του θέματος, η απλή και απομονωμένη ουσιαστικά κατάληξη του μάρτυρα, δίχως αυτή να συνδέεται άμεσα με υποχρεώσεις ή καθήκοντα της ενάγουσας, στα οποία ο Μ. Υ. 1 να αναφερόταν, ως προς το ότι η σύναψη του δανείου επιβάρυνε άνευ λόγου το λογαριασμό των εναγόμενων προς όφελος της τράπεζας, δεν προσθέτει οτιδήποτε πειστικό προς προώθηση γενικότερα της οποιασδήποτε θέσης των εναγόμενων. 153 Ουσιαστικά η όλη προσέγγιση του Μ. Υ. 1, έστω και εάν βεβαίως αυτοί ήταν οι όροι εντολής του από τους εναγόμενους περιοριζόταν σε αυτό το οποίο ο ίδιος περιέγραψε ως προς το να εξεταστεί ο τρόπος δανειοδότησης των εναγόμενων με στόχο την αξιολόγηση από τον ίδιο κατά πόσο η ενάγουσα ενήργησε προς όφελος ή μη των εναγόμενων. Αυτό αναδεικνύεται και από την κατάληξη του σε σχέση με το νόμισμα της δανειοδότησης. Καθώς καταλήγει όχι τόσο σε συμπέρασμα αναφορικά με τα γεγονότα αλλά ρητά σε δική του κρίση ως προς το ότι η σύναψη του δανείου σε ευρώ επιβάρυνε άνευ λόγου το λογαριασμό των εναγόμενων προς όφελος της ενάγουσας (παράγραφος 10 της γραπτής δήλωσης). 154 Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη και τη διαφωνία του Μ. Υ. 1 ως προς τη βασιμότητα του περιεχομένου του τεκμηρίου 18 θα αναμενόταν να ήταν πιο πειστική η επιλογή των οποιωνδήποτε τεκμηρίων ο ίδιος είχε πρόθεση να παρουσιάσει προς υποστήριξη των θέσεων του. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται δηλαδή είναι πως ασφαλώς και επηρεάζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία του το ενδεχόμενο αποδοχής ως ορθότερου του τεκμηρίου 34 το οποίο ο ίδιος παρουσίασε προς αντιπαράθεση με το τεκμήριο
- 155 Ως παράδειγμα αυτής της μαρτυρίας και δίχως να εξετάζεται σε αυτό το μέρος της απόφασης η μαρτυρία σε σχέση με το επιτόκιο LIBOR το Δικαστήριο υπενθυμίζει σχετικά τη διαπίστωση του Μ. Υ. 1 ως προς το ότι δεν δικαιολογείται η χρέωση από την ενάγουσα επί του τεκμηρίου 3 του ποσού των £500,00 ως προμήθεια. Παρουσίασε ο Μ. Υ. 1 προς υποστήριξη αυτής της διαπίστωσης του το τεκμήριο
- 156 Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της έκδοσης του τεκμηρίου 3 στις 2/7/
- Σαφώς αναφέρεται επί του τεκμηρίου 33 πως η τιμολόγηση ισχύει από τις 14/6/
- 157 Αυτό το γεγονός από μόνο του αναπόφευκτα εξουδετερώνει τουλάχιστον την άμεση αποδεικτική αξία του συγκεκριμένου τεκμηρίου το οποίο ουσιαστικά μόνο ενδεικτική και συγκριτική αξία θα μπορούσε να έχει εάν αυτό παρουσιαζόταν ενδεχομένως σε συνάρτηση και με άλλη σχετική αλλά και παράλληλα πιο άμεση μαρτυρία. Εντούτοις ο μάρτυρας αυτός όχι μόνο επέλεξε αυτό το τεκμήριο προς στοιχειοθέτηση των θέσεων του αλλά ήταν και απόλυτος κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τόσο ως προς την άμεση σχετικότητα του αναφορικά με τα επίδικα θέματα όσο και ως προς την απαραίτητη πραγματική βάση την οποία αυτό κατά τον ίδιο παρείχε προς απόδειξη της ορθότητας του συμπεράσματος του ως προς το ότι η χρέωση των £500,00 δεν ήταν δικαιολογημένη. Μάλιστα όπως απάντησε χαρακτηριστικά η ενάγουσα είχε παρατυπήσει στην τυποποίηση του καταλόγου προμηθειών. Ενέμεινε, μετά και από απόρριψη σχετικής υποβολής, ως προς το ότι η τράπεζα είχε παρατυπήσει προσθέτοντας πως το εκτιμούσε, το έβλεπε και το αναγνώριζε. Βεβαίως κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να πείσει το Δικαστήριο ως προς την οποιαδήποτε παρατυπία απλώς εκφράζοντας τη δική του πεποίθηση μετέωρη από άποψης άμεσα σχετικής μαρτυρίας. 158 Διατηρώντας δε υπόψη, ανεξάρτητα και από το γεγονός πως το τεκμήριο Δ προς αναγνώριση ουδέποτε αναγνωρίστηκε έτσι ώστε να καταστεί κανονικό τεκμήριο, τη διαπίστωση του Δικαστηρίου από την αντεξέταση του επί αυτού, της ανάδειξης της δυνατότητας η οποία υπήρχε ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας άμεσα σχετικής με τα όσα ο Μ. Υ. 1 επεδίωκε να στοιχειοθετήσει ως προς το αδικαιολόγητο της συγκεκριμένης χρέωσης. Βεβαίως η ενάγουσα δεν παρουσίασε παρόμοια μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος. Όμως ακόμη και να μην είχε ακολουθήσει η αντεξέταση του Μ. Υ. 1 σε σχέση με το τεκμήριο Δ προς αναγνώριση, αποτελεί συμπέρασμα απλής κοινής λογικής πως δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πως μία κατάσταση όρων χρεώσεων και προμηθειών της ενάγουσας, η οποία συμπτωματικά εκδόθηκε ακριβώς 11 χρόνια (2/7/2013) μετά και από την έκδοση του τεκμηρίου 3, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως καθοδήγηση αναφορικά με τους όρους τιμολόγησης της ενάγουσας ως τράπεζα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία έκδοσης του τεκμηρίου
- 159 Μάλιστα κατά την αντεξέταση του ο Μ. Υ. 1, αν και δεν αρνήθηκε πως το τεκμήριο 33 αποτελούσε το τιμολόγιο προμηθειών της ενάγουσας για το έτος 2013, πραγματικά παραδόξως σε σχέση με την επίδειξη σε αυτόν του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση, παρατήρησε πως αυτό έφερε ημερομηνία 11/3/2002 και δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία της μετατροπής από το ένα νόμισμα στο άλλο. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως μπορούσε ο ίδιος μάρτυρας να επισημαίνει χρονική διαφορά περίπου 4 μηνών και να μην λαμβάνει υπόψη τη χρονική διαφορά των 11 ετών στη δική του μαρτυρία. 160 Επιπλέον ούτε και κρίνεται πειστικό το δεύτερο σημείο το οποίο ανέφερε σε σχέση με τη θέση του πως τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο Δ προς αναγνώριση δεν «.ξεκαθαρίζουν την εικόνα». Ότι δηλαδή εντός αυτού υπάρχει αναφορά σε ανάληψη μετρητών σε άλλο νόμισμα από το νόμισμα του λογαριασμού με χρέωση λογαριασμού στην τράπεζα και πως δεν ήταν σίγουρος αν έγινε ανάληψη μετρητών στο συγκεκριμένο λογαριασμό ή μετατροπή νομίσματος και κατάθεση στον υφιστάμενο λογαριασμό. Ασφαλώς και δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση εφόσον αυτό δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο όμως οι απαντήσεις του Μ. Υ. 1 σε αυτό το μέρος της αντεξέτασης του δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη ως ενδεικτικές γενικότερα του όλου σκεπτικού του. Παράλληλα έστω και εάν η τράπεζα δεν επεδίωξε την κατάθεση του τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση ως κανονικό τεκμήριο αυτό δεν σημαίνει πως παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να βασιστεί στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 33 το οποίο ο Μ. Υ. 1 παρουσίασε έχοντας υπόψη και τη μεγάλη χρονική διαφορά αυτού από την ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί του τεκμηρίου
- 161 Παρομοίως διαπιστώνεται έλλειψη λογικής ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός και πάλι συνδέει δύο χρονικά ασύνδετα δεδομένα. Ενώ αναφέρεται στον καθορισμό από την τράπεζα τιμής συναλλάγματος κατά την ημερομηνία της δανειοδότησης, προχωρεί σε διαπίστωση ως προς τη μεγάλη απόκλιση του εκταμιευθέντος ποσού από το αναμενόμενο κατά το χρόνο ένταξης της Κύπρου στην Ευρωζώνη (παράγραφος 13 της γραπτής δήλωσης). 162 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο ως προς τη σχετικότητα δύο τόσο απομακρυσμένων ημερομηνιών. Όπως ανέπτυξε το συγκεκριμένο θέμα κατά την αντεξέταση του, με αναφορά, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, στο εξής αντιφατικό δεδομένο. Ότι δηλαδή ενώ το ποσό το οποίο αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου είναι €215.000,00 έγινε μετατροπή σε ποσό €216.300,00 με πρόσθεση και €865,20 με αναφορά από τον Μ. Υ. 1 στην τιμή συναλλάγματος, δηλαδή 0.57790 ή διαφορετικά 1.
- Ο λόγος, όπως εξήγησε, για τον οποίο αναφερόταν στον αριθμό 1.7304 ήταν διότι 1.71 ήταν η τιμή η οποία κλειδώθηκε το 2008 όταν «.ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Υπενθυμίζεται βεβαίως πως το ποσό του δανείου το οποίο εγκρίθηκε σύμφωνα με το τεκμήριο 4 ήταν £125.000,00 ενώ η μετατροπή επί του τεκμηρίου 3 είναι αυτή του ποσού των £124.499,99, ως ποσό πίστωσης, το οποίο αν και αντιστοιχεί μετά από αυτή τη μετατροπή σε €215,434.80, προφανώς εξαιτίας και της χρέωσης του ποσού των £500,00 ως προμήθεια το συνολικό ποσό χρέωσης είναι €216.300,
- Βεβαίως το ποσό των €865,20 είναι το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ του ποσού της προμήθειας. Σχετικό επί αυτού είναι το τεκμήριο
- 163 Ενώ στο σημείο όπου ο Μ. Υ. 1 αναφέρεται στην τιμή η οποία κλειδώθηκε όταν «.ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση», προφανώς πρόθεση του ήταν να αναφερθεί στην υιοθέτηση του ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία και η οποία έγινε σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. σχετικά τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007 Ν.33(Ι)/2007). Βεβαίως σε άλλο σημείο της προφορικής κατάθεσης του αναφέρεται στο γεγονός ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δανείου το ευρώ αποτελούσε ξένο νόμισμα. Στο σημείο όπου αναφερόταν στην ημερομηνία έγκρισης του δανείου και της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας δανείου. 164 Η πραγματικότητα είναι πως συμφώνησε ότι στη συγκεκριμένη ημερομηνία η τιμή συναλλάγματος ήταν αυτή η οποία αναφερόταν επί του τεκμηρίου 3 (δηλαδή, 0.57790) εντούτοις, όπως εξήγησε, απλά εξέφραζε τις δικές του εκτιμήσεις επί του θέματος. Οι οποίες εκτιμήσεις όμως ουσιαστικά δεν υποστηρίζονται και από σχετική μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε προσπάθεια από τους εναγόμενους να εξασφαλίσουν καλύτερη τιμή συναλλάγματος ή την οποιαδήποτε προσπάθεια από την ενάγουσα να παραπλανήσει, προς όφελος της βεβαίως, τους εναγόμενους σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Δηλαδή, η απλή αναφορά από τον Μ. Υ. 1 πως ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα να διαπραγματευτεί την ισοτιμία του ευρώ ως ξένο νόμισμα δεν προσθέτει οτιδήποτε ιδιαίτερο στην όλη εκδοχή των εναγόμενων, στο βαθμό στον οποίο βεβαίως έχει προωθηθεί τέτοια εκδοχή. Εντάσσεται και αυτή η θέση του Μ. Υ. 1 στην όλη προσπάθεια του να αναδείξει ουσιαστικά τρόπους με τους οποίους η ενάγουσα είχε ενεργήσει εις βάρος των δικαιωμάτων των εναγόμενων στερώντας τους τη δυνατότητα να είχαν τύχει μίας ευνοϊκότερης αντιμετώπισης από την ενάγουσα ως τράπεζα. Παράδειγμα σε σχέση με αυτή την προσπάθεια είναι βεβαίως και η εντελώς ασύνδετη από χρονικής άποψης αναφορά του στις χρεώσεις προμηθειών από την τράπεζα. 165 Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ελλείπει λογική συνοχή και ακολουθία στον τρόπο με τον οποίο ο Μ. Υ. 1 επέλεγε να συνδέσει διάφορα δεδομένα έτσι ώστε να καταλήγει στα συμπεράσματα του κυρίως έχοντας ως γνώμονα το επιθυμητό παρά το ορθό αποτέλεσμα. Επιθυμητό βεβαίως προς υποστήριξη γενικότερα των θέσεων του όπως αυτές διατυπώνονται εντός της γραπτής δήλωσης του και όπως αυτές προωθήθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Δηλαδή, το ίδιο δεδομένο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο σε μία περίπτωση ενώ με διαφορετικό σε άλλη περίπτωση ανάλογα και με τη θέση την οποία προσπαθούσε ο μάρτυρας να προωθήσει. 166 Αναφέρθηκε και στη χρονική διαφορά (ουσιαστικά 12 ημερών) μεταξύ της ημερομηνίας της επίδικης συμφωνίας δανείου (20/6/2002) και της ημερομηνίας της μετατροπής (2/7/2002) και στην κατά τον ίδιο συνήθη ευχέρεια του δανειολήπτη να μπορεί να διαπραγματευτεί την τιμή συναλλάγματος. Η δική του εκτίμηση δηλαδή ήταν ότι ο εναγόμενος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί την ισοτιμία λόγω και του ύψους του ποσού καθότι η ισοτιμία του ευρώ ως ξένο νόμισμα καθοριζόταν από τα ξένα χρηματιστήρια κατά λεπτό. Βεβαίως δεν αναφέρθηκε με οποιαδήποτε σαφήνεια στη σημασία αυτής της δυνατότητας κατά τον ουσιώδη χρόνο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως οι εναγόμενοι είχαν ζημιώσει από την κατ΄ ισχυρισμό αποστέρηση αυτής της δυνατότητας. Ενώ όταν του υποβλήθηκε πως οι εναγόμενοι σύμφωνα και με το τεκμήριο 3 είχαν αποδεχτεί την τιμή συναλλάγματος η απάντηση του ήταν πως δεν μπορούσε να σχολιάσει περισσότερα. Αναμφίβολα τέτοια τοποθέτηση κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τα όσα σχετικά αναφέρει στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσης του. Όταν δε στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως τα όσα αναφέρει στη συγκεκριμένη παράγραφο της γραπτής δήλωσης του αποτελούσαν εικασίες και ουσιαστικά δική του θεωρία η απάντηση του αν και απορριπτική επιβεβαίωσε την υποβολή προς αυτόν. Καθώς ανέφερε πως αν δινόταν η ευκαιρία στον εναγόμενο να διαπραγματευτεί τότε θα μπορούσε να επιτύχει καλύτερο rate στη μετατροπή. Δίχως όμως ο ίδιος να προσφέρει οποιαδήποτε απτά στοιχεία αναφορικά με τα όσα εικαζόταν. Προέβαλε επίσης και αόριστα μετέωρο ερώτημα ως προς το γιατί η συμφωνία έγινε στις 20/6/2002 ενώ η μετατροπή έγινε στις 2/7/
- Ούτε και ήταν σε θέση να απαντήσει όταν του υποβλήθηκε πως η μετατροπή έγινε στις 2/7/2002 κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων. Η απάντηση του απλά ήταν πως δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Βεβαίως ούτε και η ενάγουσα παρουσίασε συγκεκριμένη μαρτυρία προς υποστήριξη της υποβολής η οποία έγινε προς τον Μ. Υ. 1 αλλά περισσότερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνυόταν κατά την αντεξέταση του η υποθετική φύση ουσιαστικά των δικών του θέσεων. Σε σχέση πάντοτε βεβαίως και με τα ίδια τα δεδομένα τα οποία ίσχυαν κατά την σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Ως προς το συγκεκριμένο σημείο η Μ. Ε. 1 αναφέρεται στη γραπτή δήλωση της σε αποδοχή και υπογραφή του τεκμηρίου 3 (παράγραφος 3 (β)). 167 Επιπλέον, απορία επίσης προκαλεί η αναφορά του Μ. Υ. 1 ότι η αλήθεια ως προς τον καθορισμό της τιμής συναλλάγματος δεν μπορεί να ελεγχθεί. Τα στοιχεία επί του τεκμηρίου 3 συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο την ημερομηνία αλλά ακόμη και την ώρα της συγκεκριμένης πράξης μετατροπής. Ο ίδιος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ορθότητα των επιτοκίων LIBOR για μία μεγάλη σχετικά χρονική περίοδο βάσει και του τεκμηρίου
- Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο εάν με παρόμοιο τρόπο δεν μπορούσε να ανατρέξει σε σχετικές τιμές συναλλάγματος για τη συγκεκριμένη ημερομηνία επί του τεκμηρίου
- Πραγματικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι αυτή της προσπάθειας πρόκλησης αμφιβολίας ή ουσιαστικά της αμφισβήτησης του συγκεκριμένου καθορισμού δίχως όμως παράλληλα να προσφέρεται από τον Μ. Υ. 1, ως εμπειρογνώμονας, μία πειστική εναλλακτική θέση ή εκδοχή επί του ιδίου θέματος. 168 Ουσιαστικά η προσέγγιση αυτή αντανακλάται γενικότερα στο σύνολο της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1, καθώς η προσπάθεια του γενικά δεν ήταν η παροχή βοήθειας, ως αναμένεται από ένα εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το Δικαστήριο έτσι ώστε να καταλήξει σε ορθότερα συμπεράσματα, αλλά αντιθέτως περιορίστηκε σε μία καθολική αμφισβήτηση όλων των ενεργειών και πράξεων της ενάγουσας ως τράπεζα στις οποίες αναφέρθηκε δίχως παράλληλα να προσφέρει με επαρκή σαφήνεια εναλλακτικούς και ορθούς, κατά τον ίδιο βεβαίως, τρόπους με τους οποίους θα έπρεπε να είχε υπό τις περιστάσεις ενεργήσει η ενάγουσα ως τράπεζα. 169 Η αντεξέταση του Μ. Υ. 1 δεν ήταν απλώς εκτεταμένη αλλά επίσης εύστοχα οργανωμένη έτσι ώστε ως αποτέλεσμα να αναδεικνύονται ακόμη πιο παραστατικά οι αδυναμίες στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα παρά και το γεγονός πως αυτές ακόμη και εκ πρώτης όψεως διαφαίνονται από το ίδιο το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του. Βεβαίως, σε αρκετό βαθμό, με την αντεξέταση του Μ. Υ. 1, τίθετο υπόψη του το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων τα οποία υπογράφηκαν από τους εναγόμενους, ουσιαστικά έτσι ώστε να αναδεικνυόταν και η συμφωνία ή συγκατάθεση τους με αυτό. Αναμφίβολα οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από τον Μ. Υ. 1 δεν αλλοιώνουν αυτό το περιεχόμενο ως επίσης και το γεγονός πως οι εναγόμενοι συμφωνούσαν με αυτό και το οποίο βεβαίως κρίνεται ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε θέση εξέφρασε επί αυτού. Θέση μάλιστα όχι υπό μορφή εξωγενούς μαρτυρίας αλλά ουσιασ