SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED (πρώην SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD) ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας NEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2464/08, 5/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2464/08 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και NEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD, από την Πάφο Νεόφυτος Μιχαηλίδης, από την Πάφο Δήμητρα Μιχαηλίδου, από την Πάφο (Α.Δ.Τ. 524699) Φίλιππος Μιχαηλίδης, από την Πάφο Neofytos Michaelides Family Food Ltd, από την Πάφο Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί και/ή διαμορφωθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.1.2016 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED (πρώην SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD), από τη Λευκωσία Ενάγουσας και Επίσημος Παραλήπτης, ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας NEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD, από την Πάφο Νεόφυτος Μιχαηλίδης, από την Πάφο Δήμητρα Μιχαηλίδου (ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΝΔΡΕΑ), από την Πάφο (Α.Δ.Τ. 524699) Neofytos Michaelides Family Food Ltd, από την Πάφο Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 5.10.2017 Για Ενάγουσα: κα Γ. Γεωργίου με κα Μ. Μιλτιάδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Για Εναγόμενους: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης για Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1 εδράζεται σε ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου και συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού που συνήψε η Ενάγουσα με την εταιρεία Neofytos Michaelides Information Co Ltd. Την τήρηση των όρων των συμφωνιών και την εξόφληση των ποσών εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εναντίον των οποίων επιζητείται απόφαση. Προς εξασφάλιση των ποσών υποθηκεύθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας τα ακίνητα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της υποθήκης Υ94/05. Συνεπώς, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, επιζητείται εναντίον της Εναγόμενης: Α. Απόφαση για ποσό €530.307,91 ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκο προς 11% ετησίως από 1.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Β. Απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1 για ποσό €412.404,51 ως υπόλοιπο δανείου, πλέον τόκο 11% ετησίως από 1.7.2008 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Γ. Απόφαση για συνολικό ποσό €942.713,43, με τόκο 11% ετησίως αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως με την Εναγόμενη 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης. Αξιώνεται επίσης διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ακινήτων που καλύπτονται με την υποθήκη Υ 94/05, αρ. εγγραφής 46354 και 46355, ευρισκόμενα στην Πέγεια. Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, προβαίνουν σε άρνηση των ισχυριζόμενων από την Ενάγουσα Συμφωνιών. Αναφέρουν ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στο ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, ούτε και το επιτόκιο. Ισχυρίζονται ότι προέβη σε ανατοκισμό και χρέωσε το λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με ποσά τα οποία δεν δικαιούται να απαιτεί, καθώς το ποσό που αξιώνει είναι προϊόν ανατοκισμού και παράνομων χρεώσεων. Τους ίδιους ισχυρισμούς προβάλλουν και για την ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου και το υπόλοιπο αυτής, προσθέτοντας ότι οι ισχυριζόμενοι όροι είναι παράνομοι, συμπεριλαμβανομένου του βασικού επιτοκίου και/ή περιθωρίου και/ή του τρόπου υπολογισμού, της ημέρας χρεώσεως και/ή τόκου υπερημερίας. Αρνούνται τη λήψη επιστολών και δη εκείνων του τερματισμού των συμφωνιών. Ισχυρίζονται πως η αγωγή είναι πρόωρη σε σχέση με τους Εναγόμενους 2-4 και έπρεπε η Ενάγουσα πρώτα να στραφεί εναντίον της Εναγόμενης 1 και ακολούθως εναντίον των εγγυητών. Προβάλλονται περαιτέρω ισχυρισμοί ότι η υπογραφή των συμφωνιών, εάν αποδειχθεί η ύπαρξη τους, έγινε χωρίς την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και είναι προϊόν απάτης, αμέλειας, ψευδών παραστάσεων και δόλου και/ή αθέμιτης επιρροής εκ μέρους της Ενάγουσας. Αναφέρουν περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 1 βασιζόμενη στις συμβουλές και/ή προτροπές της Ενάγουσας, προέβηκε σε επενδύσεις, συγκεκριμένα στη δημιουργία τυπογραφείου, η οποία επένδυση παρουσίασε μεγάλη οικονομική ζημιά, την οποία και ανταπαιτούν, με αποτέλεσμα να παύσει τις εργασίες της και να βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης. Ισχυρίζονται επίσης ότι δεν έτυχαν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Με την Ανταπαίτηση τους αξιώνουν: α. Δήλωση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες. β. Αποζημιώσεις ύψους €942.712,43, πλέον τόκο 11% ετησίως από 1.7.2008 μέχρι τελικής εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως, για ζημιά και απώλεια που έχουν υποστεί λόγω πράξεων και παραλήψεων της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, επιμένει στα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης και δηλώνει ότι δεν έδωσε ποτέ συμβουλές στους Εναγόμενους, ότι οι τελευταίοι, με την ελεύθερη βούληση τους υπέγραψαν τις συμφωνίες. Ισχυρίζονται δε, πως καμία ζημιά προκλήθηκε στους Εναγόμενους για την οποίαν να ευθύνονται. Ως επίδικα θέματα προκύπτουν: (α) Υπογραφή/καταρτισμός συμφωνιών. (β) Υπογραφή/καταρτισμός υποθηκών. (γ) Τερματισμός. (δ) Υπόλοιπο οφειλόμενο. (ε) Ανταξίωση. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, προτού κληθούν μάρτυρες, δηλώθηκε εκ μέρους της συνηγόρου της Ενάγουσας πως (α) το επιτόκιο περιορίζεται στο συμβατικό, πλέον 2% και (β) το ποσό της εγγύησης περιορίσθηκε στο ποσό της εγγύησης που υπογράφθηκε από τον κάθε έναν, όπως κατωτέρω παρουσιάζεται από τη μαρτυρία. Υπόθεση Ενάγουσας Για απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας κατέθεσαν τέσσερις
(4)μάρτυρες. Η μαρτυρία αυτή, την οποία έχω διεξέλθει, παρουσιάζεται σφαιρικά, έτσι ώστε να παρουσιαστεί ενιαία και όχι αποσπασματικά η υπόθεση της Ενάγουσας. Στα ιδιαίτερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει αναφορά κατά την αξιολόγηση τους κ αι την εξέταση των επιδίκων θεμάτων. Αρκετά έγγραφα που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως σύναψη συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων, δανείων, εγγυήσεων, υποθήκης, πιστοποιητικά, κατατέθηκαν από τη Μ.Ε.1 Σόφικα Δρουσιώτου η οποία είναι μια από τις υπεύθυνες για την εποπτεία και τον έλεγχο των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και υπό την ιδιότητα της αυτή κατέχει και έχει υπό τη φύλαξη της τα έγγραφα. Έγγραφα επίσης κατατέθηκαν και από τη Lawrence Mitsis (Μ.Ε.3), λειτουργό εξυπηρέτησης πελατών της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη τράπεζα και διεξάγει τραπεζικές εργασίες δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Λειτουργεί στην Κύπρο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Στις 4.3.2010 άλλαξε το όνομα της από Societe Generale Cyprus Ltd σε Societe Generale-Bank Cyprus Ltd και εξεδόθη σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής και πιστοποιητικό συστάσεως (Τεκμήρια 1 και 20 αντίστοιχα). Εναντίον της Neofytos Michaelides Information Co Ltd (στο εξής «η εταιρεία Michaelides»), έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης στις 4.6.2014 (Τεκμήριο 2) και έχει διορισθεί ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της. Στις 5.6.2015, μετά από αίτημα της Ενάγουσας στην αίτηση αρ. 13/14, εξεδόθη διάταγμα (Τεκμήριο 3) με το οποίο της δόθηκε άδεια για συνέχιση της αγωγής εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, μέσω του Επίσημου Παραλήπτη. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 4), ημερ. 20.12.2014, που καταρτίστηκε στην Πάφο μεταξύ Ενάγουσας και της εταιρείας Michaelides, συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα συνεχίσει να παρέχει στην εταιρεία δάνεια, πιστώσεις ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο ως η Ενάγουσα ήθελε αποφασίσει κατά την κρίση της και για το σκοπό αυτό άνοιξε στο όνομα της εταιρείας τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 35-055-0081-010, ο οποίος στη συνέχεια έχει ενσωματωθεί στον υπ΄ αριθμό λογαριασμού 027 001 181 040019 01
- Τη συμφωνία Τεκμήριο 4, υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας ο Εναγόμενος 2, στην παρουσία της Μ.Ε.3, η οποία υπέγραψε ως μάρτυρας (κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 καρτέλα με δείγμα υπογραφής του Εναγόμενου 2 Νεόφυτου Μιχαηλίδη). Ως μάρτυρας υπέγραψε και η Κατερίνα Νεοφύτου Κωνσταντινίδου (Μ.Ε.4) η οποία τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε "training" στην τράπεζα. Μεταξύ άλλων όρων της συμφωνίας, συνομολογήθηκε όπως τα δάνεια και/ή άλλες διευκολύνσεις θα χρεώνονταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή τραπεζική πρακτική πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Συμφωνήθηκε επίσης ότι θα εφαρμοζόταν η τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την τράπεζα όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές. Για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονταν προς όσες μέρες έχει ο καθένας και για να βρεθεί το ποσό του τόκου θα λαμβανόταν σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Η κεφαλαιοποίηση του τόκου θα υπολογιζόταν κάθε έξι
(6)μήνες και θα καθίστατο πληρωτέος την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Σε περίπτωση μη καταβολής του πληρωτέου τόκου αυτός θα χρεωνόταν στον ίδιο το λογαριασμό και στο νέο υπόλοιπο θα υπολογιζόταν τόκος και προμήθεια με την ίδια μέθοδο. Η εταιρεία Michaelides χρησιμοποιούσε το λογαριασμό αυτό κατέχοντας σχετικό βιβλιάριο επιταγών. Ενδεικτικά παρουσιάσθηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αντίγραφα αποδείξεων για διάφορες χρεώσεις όπως για πληρωμή ποσών, έκδοση τραπεζικής επιταγής, εξαργύρωση τραπεζικής επιταγής κ.α. (Μ.Ε.3, Τεκμήρια 22 έως 36). Ο πιο πάνω τρεχούμενος χρεωστικός λογαριασμός παρουσίαζε την 30.6.2008 χρεωστικό υπόλοιπο €530.104,76, πλέον τόκο προς 11% το χρόνο από 1.7.2008 μέχρι τελικές εξόφλησης (Τεκμήριο 5, κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού). Με βάση την ίδια πιο πάνω γραπτή συμφωνία ημερ. 20.12.2004 και επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 24.12.2004 (η οποία υπεγράφη στις 28.1.2005, Τεκμήριο 6), η Ενάγουσα παραχώρησε στην εταιρεία δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.200.000 (€341.720,29) και για το σκοπό αυτό άνοιξε στο όνομα της λογαριασμό δανείου με αρ. 35055 0112 013 και 35055 0110 015 (Loan Operation Account), ο οποίος στη συνέχεια έχει ενσωματωθεί στον υπ΄ αριθμό λογαριασμό 027 001 617 040019 01
- Το Τεκμήριο 6 υπέγραψε για την εταιρεία ο Εναγόμενος 2, στην παρουσία της Μ.Ε.3 και της Μ.Ε.
- Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας το δάνειο τακτής προθεσμίας θα είχε διάρκεια πέντε έτη και θα ήταν πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις από Λ.Κ.4.050 (€6.919,84) η κάθε μια, της πρώτης πληρωτέας από την 31.1.2005 και ακολούθως την 30ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι τελικής εξόφλησης. Για την έγκριση και εξασφάλιση του δανείου δόθηκαν οι ακόλουθες εξασφαλίσεις: - Υποθήκη υπ΄ αρ. Υ94/05 (Τεκμήριο 10) με σύμβαση υποθήκης για το ποσό των Λ.Κ.200.000,00 (€341.720,29), ημερ. 13.1.2005, στα ακίνητα αρ. εγγραφής 46354, Τεμάχιο 456 και αρ. εγγραφής 46355, Τεμάχιο 457, ευρισκόμενα στην Πέγεια. Τα ανωτέρω ακίνητα είναι ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
- Η τελευταία υπέγραψε τη σύμβαση υποθήκης στην παρουσία της Μ.Ε.3, στην οποία δήλωσε ότι κατανοεί το περιεχόμενο της και ότι της εξηγήθηκε από δικηγόρο δικής της επιλογής. - Συμφωνία Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβαρύνσεως ημερ. 1.2.2005, για το ποσό των Λ.Κ.200.000,00 (€341.720,29). - Προσωπικές αλληλέγγυες και κεχωρισμένες εγγυήσεις, ημερ. 28.1.2005, των Εναγομένων 2 και 3, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.350.000,00 και της Εναγόμενης 4 για το ποσό των Λ.Κ.200.000,00, πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). Τη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 9, υπέγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης 4 ο Νεόφυτος Μιχαηλίδης (Εναγόμενος 2, ο οποίος τότε ήταν ο μοναδικός διευθυντής της, Τεκμήριο 39) στην παρουσία της Μ.Ε.3 και της Μ.Ε.
- Παρουσία της Μ.Ε.4 υπέγραψαν το Τεκμήριο 8 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 Νεόφυτος Μιχαηλίδης και Δήμητρα Μιχαηλίδου. Το δάνειο θα αποπληρώνετο με τραπεζική εντολή από τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας και θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, πλέον 2,5% προσαύξηση, σύνολο 8%. Πρόνοια υπήρχε επίσης για τον τρόπο υπολογισμού και πληρωμής του τόκου καθώς και όρος για χρέωση επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας προς 4,75% ετησίως για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό που θα παραμείνει απλήρωτο είτε ως κεφάλαιο, τόκος, προμήθειες ή κόστα μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Η Ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα κατά την κρίση της μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των Κανονισμών για νομισματικό και πιστωτικό έλεγχο που είναι σε ισχύ από καιρό σε καιρό, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και των κόστων ρευστότητας, να τροποποιήσει (είτε να αυξήσει είτε να μειώσει) σε οποιοδήποτε χρόνο το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, το κυμαινόμενο επιτόκιο, το επιτόκιο παράβασης, το συμφωνηθέν τέλος και/ή τα τραπεζικά τέλη και κάθε τέτοια μεταβολή και/ή επιβολή θα δέσμευε την εταιρεία η οποία θα ενημερωνόταν με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση και θα λάμβανε ισχύ από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην εν λόγω ανακοίνωση ή ειδοποίηση. (Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων με την επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 24.12.2004, μαζί με τις πληροφορίες προς τους εγγυητές και την εξουσιοδότηση από τον πρωτοφειλέτη για την αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων.) Το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε και δόθηκε στην εταιρεία στις 26.1.
- Στο Τεκμήριο 15, στη σελίδα 6, ημερ. 26.1.2005 στη στήλη της πίστωσης παρουσιάζεται ποσό £200.000,00 (loan disbursement). Ο πιο πάνω λογαριασμός δανείου της εταιρείας, παρουσίαζε την 30.6.2008 χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €412.405,67, πλέον τόκο 11% ετησίως από 1.7.2008 (Τεκμήριο 7, κατάσταση λογαριασμού). Ανέφερε η Μ.Ε.1 ότι προέβηκε σε σύγκριση των καταχωρήσεων που βρίσκονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας και των καταχωρήσεων στον επίδικο λογαριασμό που αφορά το πιο πάνω τεκμήριο και διαπίστωσε ότι το εν λόγω τεκμήριο είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Λόγω μη τήρησης από την εταιρεία των όρων των πιο πάνω συμφωνιών, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 25.1.2008 (Τεκμήριο 13) τερμάτισε τη λειτουργία των προαναφερθέντων λογαριασμών και την πληροφόρησε ότι έχει μετατρέψει το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών δανείου και τρεχούμενου/παρατράβηγμα, σε 11% και ότι το ποσοστό αυτό θα υπολογίζεται και θα χρεώνεται στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της δύο φορές ετησίως, δηλαδή κεφαλαιοποιείται δύο φορές ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μαζί με οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα, προμήθειες και/ή χρεώσεις. Προτού προχωρήσει η Ενάγουσα στον τερματισμό είχε αποστείλει προειδοποιητικές επιστολές τόσο στην εταιρεία όσο και στους Εναγόμενους 2, 3 και 4, πλην όμως δεν ανταποκρίθηκαν (Τεκμήριο 11 επιστολές ημερ. 1.6.2007, Τεκμήριο 12 επιστολές ημερ. 28.6.2007, Τεκμήριο 13 επιστολές ημερ. 25.1.2008 μαζί με απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων, Τεκμήριο 14 επιστολές ημερ. 23.7.2008). Την 1.5.2013 η Ενάγουσα εφάρμοσε νέο ηλεκτρονικό σύστημα αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών της, συμπεριλαμβανομένης και της εταιρείας Michaelides, με αποτέλεσμα οι δύο πιο πάνω λογαριασμοί της ενοποιήθηκαν και/ή μεταφέρθηκαν σε νέους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. 35055 0081010 ενοποιήθηκε και/ή μεταφέρθηκε σε ένα νέο λογαριασμό με αριθμό 027 001 181 040019 01 1 ενώ ο λογαριασμός δανείου με αρ. 35055 0112 013 (loan operation account 35055 0110 015) ενοποιήθηκε και/η μεταφέρθηκε σε ένα νέο λογαριασμό με αριθμό 027 001 617 040019 01
- Για την πιο πάνω αλλαγή η Ενάγουσα ενημέρωσε όλους τους πελάτες της με δημοσίευση στον Τύπο στις 10.5.2013 και συγκεκριμένα στη Cyprus Mail (Μ.Ε.3, Τεκμήριο 38). Κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 15 και Τεκμήριο 16 πρόσφατες καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς της εταιρείας και συγκεκριμένα του πιο πάνω τρεχούμενου χρεωστικού λογαριασμού με αρ. 35055 0081 010 και νέο αρ. 027 001 181 040019 01 1, με υπόλοιπο το ποσό των €1.220.443,950, πλέον τόκο 11% από 1.1.2016 καθώς και του λογαριασμού δανείου με αρ. 35055 0112 013 (loan operation account) και νέο αρ. 027 001 617 040019 01 1, με υπόλοιπο το ποσό των 932.035,710, πλέον τόκο 11% από 1.1.
- Για το δάνειο είχαν ουσιαστικά τηρηθεί δύο καταστάσεις. Η μια με το ποσό του δανείου (αρ. 01112 0 σελ. 1 και 2 Τεκμηρίου 19) από την οποίαν αποκόπτετο κάθε μήνα η μηνιαία δόση (ανεξάρτητα εάν πληρωνόταν ή όχι) και η άλλη κατάσταση (αρ. 0110 - σελ. 3 και 4 Τεκμηρίου 19) για τις δόσεις που έπρεπε να πληρωθούν και δεν πληρώθηκαν. Το λογαριασμό αυτό τον ανοίγει αυτόματα το σύστημα, δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τον πελάτη και ονομάζεται λογαριασμός καθυστερημένων δόσεων (ήτοι στην τραπεζική ορολογία Unpaid Loan Instalment). Στο Τεκμήριο 16 οι πρώτες δύο σελίδες αφορούν το δάνειο και οι επόμενες, δηλαδή η τρίτη σελίδα που φέρει τον αριθμό 1 (δεύτερο μέρος Τεκμηρίου 16), αποτελούν τις καθυστερημένες δόσεις. Δηλώθηκε από τη Μ.Ε.1 το εξής σε σχέση με την αναγραφή των ποσών: «Λόγω του ότι η εκτύπωση έγινε αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε αντιγραφή από μέρους μου και λόγω του ότι έχω κάνει έλεγχο των καταχωρήσεων που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών και των καταχωρήσεων που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών και των καταχωρήσεων που ευρίσκονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, είμαι σε θέση να δηλώσω ότι οι καταστάσεις λογαριασμών είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους πιο πάνω λογαριασμούς. Περαιτέρω, έχω προβεί σε σύγκριση των καταχωρήσεων, μια προς μια, που βρίσκονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας και των καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασμούς που αφορούν τα πιο πάνω Τεκμήρια και διαπίστωσα ότι τα εν λόγω Τεκμήρια είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Έχω ελέγξει εγώ προσωπικά όλα τα ποσά που αναγράφονται τόσο στις παλαιές καταστάσεις λογαριασμών όσο και στις νέες και είναι τα ίδια. Στη συνέχεια έχω ελέγξει αυτά τα ποσά με τα ποσά που παρουσιάζονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας και είναι ακριβώς τα ίδια. Τα σημερινά υπόλοιπα που εμφαίνονται στα εν λόγω πιο πάνω Τεκμήρια είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που παρουσιάζονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας.» Η Ενάγουσα προέβη στην ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Στη δημιουργία αυτών προέβη η Μ.Ε.2 Έλενα Χαννουλλή, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Λογιστηρίου της Ενάγουσας. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού είναι καταστάσεις από τις οποίες αφαιρούνται οποιεσδήποτε επιπρόσθετες χρεώσεις και παραμένει μόνο ο τόκος με κεφαλαιοποίηση ανά εξαμηνία. Η ρηθείσα μάρτυς εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ο οποίος βρίσκεται στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας πρόσφατες καταστάσεις λογαριασμών σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς, τις οποίες έλεγξε με τις καταχωρήσεις που φαίνονται στους λογαριασμούς και εκείνες που ευρίσκονται στο ηλεκτρονικό βιβλίο της Ενάγουσας και αφού βεβαιώθηκε ότι είναι ορθές, εξέδωσε το πιστοποιητικό Τεκμήριο 17 το οποίο συνοδεύει την κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού. Ακολούθως, αφού σύγκρινε το Τεκμήριο 17 με τα Τεκμήρια 5, 7, 15 και 16 και διαπίστωσε ότι είναι ακριβώς τα ίδια, προχώρησε στην ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών, ως εξής: Βάζοντας τον αριθμό λογαριασμού του πελάτη στο σύστημα, το σύστημα αναπαράγει τις διάφορες χρεοπιστώσεις του λογαριασμού σε window excel. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση της εταιρείας Michaelides. Ακολούθως αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις για διατήρηση λογαριασμού (maintenance fees), χρεώσεις για επιστροφές επιταγών (returned cheques), χρεώσεις για απόρριψη επιταγών (rejected cheques) και χρεώσεις για direct debits, καθώς και τους τόκους που κεφαλαιοποιήθηκαν στο σύστημα με βάση το προηγούμενο επιτόκιο. Μετά ταξινόμησε (sort) τις υπόλοιπες χρεοπιστώσεις με βάση την ημερομηνία αξίας (value date). Ακολούθως, χρησιμοποιώντας τις στήλες balance (υπόλοιπο), days (μέρες με βάση τις οποίες υπολογίζεται ο τόκος), rate (επιτόκιο), δημιούργησε τον τύπο balance*days/360*rate/100 με βάση τον οποίο υπολογίζεται ο τόκος. Τέλος, έγινε κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξαμηνία 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους (Τεκμήριο 18 αναδομημένες καταστάσεις για τον τρεχούμενο λογαριασμό και Τεκμήριο 19 αναδομημένες καταστάσεις για το λογαριασμό δανείου). Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, ο τρεχούμενος παρουσιάζει στις 31.5.2016, χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €884.296,90, πλέον τόκο προς 8,5% από 1.6.2016 και ο λογαριασμός δανείου παρουσιάζει στις 31.5.2016 χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €738.813,55, πλέον τόκο προς 8% από 1.6.
- Υπήρχε άρνηση εκ μέρους των μαρτύρων της Ενάγουσας ότι παρείχαν οποιεσδήποτε εξειδικευμένες συμβουλές προς την εταιρεία Michaelides και ισχυρίζονται ότι καμία ευθύνη υπέχουν για τυχόν οικονομική ζημιά που αυτή υπέστη. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν με την ελεύθερη βούληση τους στην παρουσία μαρτύρων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης, πως δόθηκαν παραστάσεις από την Ενάγουσα ότι για εξασφάλιση των ισχυριζόμενων συμφωνιών θα εδίδετο εγγύηση από το Φίλιππο Μιχαηλίδη, απαντούν πως σε καμία περίπτωση αποτελούσε προϋπόθεση για τη σύναψη του, η παροχή εγγύησης από το Φίλιππο Μιχαηλίδη. Ο τελευταίος, ήταν πράγματι προτιθέμενος εγγυητής, ο οποίος, δυστυχώς για την Ενάγουσα, δεν υπέγραψε. Υπόθεση Εναγομένων Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπεράσπιση των Εναγομένων προσφέρθηκαν από δύο μάρτυρες. Τον Εναγόμενο 2 (Μ.Υ.2) και τον Έρμο Μιχαηλίδη (Μ.Υ.1). Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δόθηκε με σκοπό να υποδειχθεί η λανθασμένη, καταχρηστική και αντισυμβατική επιβολή επιτοκίου και χρεώσεων επί των λογαριασμών τόσο του δανείου όσο και του τρεχούμενου. Ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία του γίνεται κατωτέρω. Τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες, πρόσφερε στο Δικαστήριο ο Νεόφυτος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2). Είναι υιός της Εναγόμενης 3 και κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντής της εταιρείας Michaelides. Αναφέρει: Περί το 2003, μετά από πολλές επικοινωνίες και ενοχλήσεις εκ μέρους της Ενάγουσας, διευθετήθηκε συνάντηση με αξιωματούχους της, στα γραφεία της εταιρείας Michaelides στην Πάφο. Μεταξύ άλλων, παρίστατο ο κ. Jean-Claude Boloux, Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας στην Κύπρο και ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος της στην Κύπρο. Σ΄ εκείνη τη συνάντηση τον ενημέρωσαν ότι ως νέα τράπεζα προτίθενται να επεκταθούν δυναμικά στην αγορά της Κύπρου και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια να δοθούν ως δάνειο ή τρεχούμενος λογαριασμός στην εταιρεία Michaelides. Άμεση αποστολή τους ήταν η απορρόφηση πελατολογίου από άλλα ανταγωνιστικά τραπεζικά ιδρύματα, εφαρμόζοντας οποιαδήποτε στρατηγική θεωρούσαν οι ίδιοι απαραίτητη. Για να επιτύχουν αυτό το σκοπό, όπως του δήλωσαν, προσέγγιζαν και πραγματοποιούσαν συναντήσεις με επιλεγμένες εταιρείες οι οποίες πληρούσαν τα κριτήρια τα οποία θεωρούσαν απαραίτητα για να συνεργαστούν μαζί τους. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις όπου ζητήθηκαν και δόθηκαν διάφορα στοιχεία όπως λογαριασμοί, πελατολόγιο, κ.λ.π. και μετά από αξιολόγηση που έκαναν πρότειναν στο μάρτυρα να τερματίσει οποιαδήποτε συνεργασία είχε με άλλο τραπεζικό ίδρυμα και να συνεργασθεί μαζί τους. Ως αντάλλαγμα, δεσμεύτηκαν ότι θα εξοφλούσαν οποιεσδήποτε οφειλές είχε η εταιρεία σε άλλες τράπεζες, παραχωρώντας του δάνεια και τρεχούμενους λογαριασμούς με πολύ καλύτερους όρους και επιτόκια. Ο Εναγόμενος 2 δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή διότι μεταξύ άλλων, δυσκολευόταν να εμπιστευθεί ένα νέο και άγνωστο τραπεζικό ίδρυμα. Παρά την αρνητική του απάντηση, δέχτηκε νέα όχληση από τον κ. Κωνσταντίνου, με τον οποίο τελικά διευθέτησε συνάντηση. Σε εκείνη τη συνάντηση ο ανωτέρω του ανέφερε πως (παρατίθενται αυτολεξεί όσα ο Μ.Υ.2 ανέφερε): «Αξιολόγησε τα οικονομικά δεδομένα και τις προοπτικές της Εναγομένης αρ. 1 καθώς και γενικά τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας, και μας συμβούλευσε και ενθάρρυνε να αναπτύξουμε τις δραστηριότητες της Εναγομένης αρ. 1, αυξάνοντας την παραγωγή μας, μεγαλώνοντας τις εγκαταστάσεις μας και προσλαμβάνοντας νέο εξειδικευμένο προσωπικό το οποίο θα ήταν απαραίτητο για να εξυπηρετεί τον μεγάλο όγκο εργασίας που θα είχαμε. Επίσης μας συμβούλευσε να επενδύσουμε στην δημιουργία τυπογραφείου καθώς όπως ισχυριζόταν τα τυπογραφικά έξοδα και κόστη της Εναγομένης αρ. 1 ήταν πολύ ψηλά και ως εκ τούτου ήταν προς το συμφέρον μας και θα μας απέφερε μεγάλο κέρδος μια τέτοια επένδυση. Περαιτέρω, ο κ. Κωνσταντίνου μας δήλωσε πως αν δεχόμασταν την πρόταση τους για συνεργασία, θα ήταν δίπλα μας να μας υποστηρίξουν σε κάθε μας βήμα και δυσκολία, όχι μόνο με την παροχή χρηματοδοτήσεων αλλά και συμβουλών για τον τρόπο εφαρμογής του επιχειρηματικού σχεδίου που μας παρουσίασαν.» Του υποσχέθηκαν περαιτέρω πως και η Ενάγουσα θα ανέθετε στην εταιρεία τους, δικές της εργασίες που αφορούσαν τον τομέα των εκτυπώσεων, διαφημίσεων και προβολής της τράπεζας, αξίας τουλάχιστον €300.000 ετησίως. Ο ανωτέρω λειτουργός τους διαβεβαίωσε επίσης, ότι ήταν και μεγάλος επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός και ότι έθετε τις υπηρεσίες αυτές στη διάθεση τους. Ο Εναγόμενος 2, όντας τότε, όπως αναφέρει, μόλις 26 ετών και με εμπειρία 1-2 χρόνια, πείσθηκε από όσα η Ενάγουσα, μέσω του κ. Κωνσταντίνου του παρέστησε, και προχώρησε στη λήψη πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα και δημιούργησε επιχείρηση τυπογραφείου και επέκτεινε τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Συνεπεία της δημιουργίας τυπογραφείου και της επέκτασης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η εταιρεία Michaelides παρουσίασε μεγάλη οικονομική ζημιά κατά τις επόμενες χρονικές περιόδους με αποτέλεσμα να τερματίσει τις εργασίες της και να βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης. Οι ζημιές εμφαίνονται στο Τεκμήριο 48 και το Τεκμήριο 49 και συγκεκριμένα: Μέχρι 31.12.2007 οι ζημιές ανήλθαν στο ποσό των €1.621.291, μέχρι 31.12.2008 ανήλθαν στο ποσό των €1.800.843 και μέχρι 31.12.2011 ανήλθαν στο ποσό των €1.865.
- Αποτελεί τη θέση του πως σε καμιά περίπτωση του επεξηγήθηκε ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου ή οι όροι των συμφωνιών που υπέγραψε. Ήταν όλα έτοιμα, προτυπωμένα και απλά τα υπέγραψε. Το ίδιο συνέβη και με τις συμφωνίες εγγύησης. Ούτε τους ενημέρωσαν ότι δικαιούνται να συμβουλευτούν δικηγόρο προτού υπογράψουν. Ισχυρίζεται επίσης πως όλοι οι Εναγόμενοι βασίσθηκαν στις παραστάσεις της Ενάγουσας ότι για εξασφάλιση των ισχυριζόμενων συμφωνιών θα δινόταν και εγγύηση από τον κ. Φίλιππο Μιχαηλίδη, γεγονός που δεν συνέβηκε με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το ύψος των υποχρεώσεων τους προς την Ενάγουσα και η δυνατότητα τους να απαιτήσουν από τον Φίλιππο Μιχαηλίδη συνδρομή για τη ζημιά που υπέστηκαν ή θα υποστούν. Εάν γνώριζαν ότι ο Φίλιππος Μιχαηλίδης δεν θα ήταν εγγυητής θα αρνούνταν και αυτοί να είναι εγγυητές της Εναγόμενης εταιρείας. Αυτή ήταν η δοθείσα υπό και εκ μέρους των μερών μαρτυρία. Οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναπτύξει την επιχειρηματολογία και τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις ιδιαίτερη αναφορά στις οποίες γίνεται κατωτέρω κατά την εξέταση των επιμέρους επιδίκων θεμάτων. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούσαν με την Έκθεση Υπεράσπισης την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή τη σύσταση, ύπαρξη και λειτουργία ως Τράπεζα της Ενάγουσας. Ήδη έχουν κατατεθεί τα Τεκμήρια 1 και 20, εκδοθέντα από τον Έφορο Εταιρειών, τα οποία πιστοποιούν τόσο τη σύσταση, το όνομα της όσο και αργότερα την αλλαγή του ονόματος της όπως αυτό παρουσιάζεται στον τίτλο της αγωγής. Πρόσθετα όμως, έχει κατατεθεί εκ συμφώνου το Τεκμήριο 44 το οποίο αποτελεί ΒΕΒΑΙΩΣΗ της Κεντρικής Τράπεζας για την άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Βεβαιώνεται ότι η Societe Generale Bank-Cyprus Limited, εταιρεία που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, κατέχει από τις 25 Αυγούστου 1984, άδεια διεξαγωγής εργασιών πιστωτικού ιδρύματος, η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εν λόγω άδεια παραμένει, μέχρι και της παρούσης, σε ισχύ. Το πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.» Κρίνεται συνεπώς πως έχει αποδειχθεί η σύσταση, ίδρυση, το όνομα της Ενάγουσας και η αδειοδότηση της για τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών. Αξιολόγηση - Ευρήματα Προτού γίνει η εξέταση των επιδίκων θεμάτων, θα πρέπει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με την αξιολόγηση των μαρτύρων. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω ενδιατρίψει στην προφορική όσο και γραπτή μαρτυρία, αποδείξεις και τεκμήρια και έχω συγκρίνει τη δοθείσα μαρτυρία με τις δικογραφημένες θέσεις. Έχω επίσης υπόψη ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γ. Εισαγγελέα v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207), ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα (Χ. Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 A.Α.Δ. 454), νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται και δεν εκφεύγει ούτε επηρεάζει τη δικαστική κρίση (Χ. Τσιντίδης Λτδ v. Α. Χαριδήμου,
(2012)1 Α.Α.Σ. 2290). Αποτελεί εισήγηση του κ. Δημητριάδη πως υπήρξε καταφανής προσπάθεια των μαρτύρων της Ενάγουσας - οι οποίοι εξακολουθούν να είναι ενεργοί υπάλληλοι της - να υποστηρίξουν τις θέσεις της, σε βαθμό που συγκρούεται με την αντικειμενικότητα τους. Σημείωσε ως παράδειγμα τις θέσεις της Μ.Ε.1 η οποία ισχυρίστηκε πως το Τεκμήριο 4 υπεγράφη στις 20.12.2004, ημερομηνία δηλαδή που άρχισαν οι αναλήψεις όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5, ενώ το ίδιο το τεκμήριο φέρει ημερομηνία υπογραφής την 28η Ιανουαρίου
- Αποδέχομαι με τα σχόλια που δίδονται κατωτέρω, τη δοθείσα για την Ενάγουσα μαρτυρία. Ας σημειωθεί ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 κατέθεσαν έγγραφα που κατείχαν ως εκ της θέσεως που έχουν ως λειτουργοί ανάκτησης χρεών και παρακολούθησης λογαριασμών πελατών αντίστοιχα, και αντλούσαν από εκεί τη γνώση τους. Αποδέχομαι την εκ μέρους τους ορθή εκτύπωση και τύπωση των καταστάσεων λογαριασμών και αναδομημένων καταστάσεων αφού αμφότερες εξήγησαν με λεπτομέρεια, όπως ανωτέρω καταγράφηκε, τον τρόπο και τη μέθοδο εκτύπωσης τους. Πράγματι η Μ.Ε.1 κατέθεσε πως η συμφωνία Τεκμήριο 4 πρέπει να υπογράφηκε στις 20.12.2004 και να είναι λάθος η ημερομηνία που αναγράφει. Το συμπέρασμα αυτό το εξήγαγε από τη γνώση της πολιτικής της Τράπεζας και του γεγονότος ότι φαίνονται από το Τεκμήριο 5 να έγιναν αναλήψεις εκείνη την ημερομηνία. Παραδέχθηκε όμως ότι δεν εργοδοτείτο στην Ενάγουσα την επίδικη περίοδο υπογραφής των συμφωνιών. Παρά την προσπάθεια της μάρτυρος αυτής να ταυτίσει και να εξηγήσει κάποια γεγονότα με ημερομηνίες, εντούτοις αυτό δεν πλήττει τη γενικότερη αξιοπιστία της αφού τα όσα κατέθεσε ως μαρτυρία και τεκμήρια αντλούνται από τα έγγραφα που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Απλά, αναμένεται από λειτουργούς της Τράπεζας να περιορίζονται στην παράθεση των γεγονότων που άμεσα γνωρίζουν ή έχουν εμπλοκή και να μην προσπαθούν να εξάξουν συμπεράσματα, ανάγοντας τα σε γεγονότα. Τα συμπεράσματα τους για τον υπολογισμό τόκου, ύψος επιτοκίου και άλλα νομικά θέματα, αφορούν δική τους άποψη και για τα εν λόγω θέματα γίνεται ενασχόληση κατά την εξέταση του ύψους του αξιούμενου ποσού που αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα. Η Μ.Ε.3 αναφέρθηκε στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείων και τρεχούμενου (Τεκμήρια 4 και 6) καθώς και εγγυήσεων (Τεκμήριο 9) και τη σύμβαση υποθήκης (Τεκμήριο 10). Παρά τη μακρά και πιεστική αντεξέταση που υπέστηκε, ήταν σταθερά σαφής και ειλικρινής, απαντούσε χωρίς υπεκφυγές (παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση). Δεν προσπάθησε να αρνηθεί ή να αποσιωπήσει γεγονότα ούτε και να διαφοροποιήσει καταστάσεις. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2), εκτιμάται ότι κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να επιρρίψει ευθύνες στην Ενάγουσα για την αποτυχία της εταιρείας στη διεξαγωγή των εργασιών και τη διαχείριση του δανείου. Ενώ επικαλείτο το νεαρό της ηλικίας του - ήταν 26 ετών - κατά την υπογραφή των συμφωνιών, για να καταδείξει ότι δεν ήταν έμπειρος σε τέτοιου είδους συναλλαγές, εντούτοις, από την ίδια τη μαρτυρία του (κυρίως εξέταση) προκύπτει πως ήταν επιφυλακτικός και αρνητικός στη συνεργασία με την Ενάγουσα διότι ήταν νέος τραπεζικός οργανισμός και δεν τον εμπιστευόταν. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την επιτυχή συνεργασία που διατηρούσε με άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Τα ανωτέρω δεικνύουν πως ο Μ.Υ.2 ήξερε να εκτιμά τις καταστάσεις και τους κινδύνους και δεν ήταν ο «άσχετος» με τέτοια θέματα όπως θέλησε να προβάλει τον εαυτό του. Εξάλλου δέχθηκε ότι ήδη διατηρούσε τρεχούμενους λογαριασμούς με άλλες Τράπεζες προτού συναλλαγεί με την Ενάγουσα και συνεπώς δεν υπήρχε άγνοια των τραπεζικών δεδομένων. Ενώ ανέφερε ότι ουδέποτε δέχθηκε ή αναγνώρισε την οφειλή του, εντούτοις κατά την αντεξέταση του, το ανακάλεσε αφού είδε το Τεκμήριο
- Από την όλη μαρτυρία του Μ.Υ.2 εξάγεται η εικόνα ότι προσπάθησε να ερμηνεύσει υπέρ της υπόθεσης των Εναγομένων και ως μέρος των γεγονότων όλα τα νομικά θέματα που αναδεικνύονται από τα δικόγραφα, όπως το ύψος των επιτοκίων, τη μη υπογραφή εγγύησης εκ μέρους του Φίλιππου Μιχαηλίδη και την παροχή νομικής συμβουλής, θέματα που εξετάζονται κατωτέρω. Αποδέχομαι βέβαια από τη μαρτυρία του, πως ο ίδιος προσωπικά δεν έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 εξετάζεται κατωτέρω. Με δεδομένη τη μαρτυρία της Ενάγουσας η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, εξάγονται και καταγράφονται ως ευρήματα τα ανωτέρω λεχθέντα στην ενότητα «Υπόθεση Ενάγουσας». Με τη διευκρίνιση ότι το Τεκμήριο 6 παρά το ότι φέρει ημερ. 24.12.2004, υπεγράφη 28.1.
- Σχετικά ευρήματα γύρω από τα ιδιαίτερα επίδικα θέματα καταγράφονται κατωτέρω σε ξεχωριστές ενότητες, όπου το κάθε ένα εξετάζεται. Σύναψη επίδικων συμφωνιών Παρά την άρνηση καταρτισμού των επίδικων συμφωνιών Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 6 στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, εντούτοις τέτοια θέση δεν προωθήθηκε ούτε με την αντεξέταση των μαρτύρων που κατέθεσαν για την Ενάγουσα ούτε και με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε υπό και εκ μέρους των Εναγομένων. Πέραν τούτου, η δοθείσα εκ μέρους της Ενάγουσας αποδεκτή μαρτυρία και τα ίδια τα τεκμήρια αποδεικνύουν τη σύναψη τους. Αμφισβητείται όμως με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης το έγκυρο των συμφωνιών Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 6 καθώς και των εγγυήσεων (Τεκμήρια 8 και 9) και υποστηρίζεται πως είναι άκυρες και ακυρώσιμες. Προβάλλεται για υποστήριξη του ισχυρισμού τούτου διαζευκτικότητα θέσεων. Χαρακτηριστικά καταγράφεται πως: «.εάν η Ενάγουσα ήθελε αποδείξει την ύπαρξη τέτοιων συμφωνιών και/ή εξασφαλίσεων, αυτές δεν έχουν υπογραφεί από τους Εναγόμενους κ αι/ή δεν υπήρχε εξουσιοδότηση εκ μέρους της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή της Εναγόμενης αρ. 4 για συνομολόγηση οποιασδήποτε σύμβασης και/ή αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων, και είναι το προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος και ότι είναι άκυρες εξ΄ υπαρχής και/ή ακυρώσιμες λόγω πράξεων και παραλείψεων της Ενάγουσας σε βάρος της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνομολόγησης έγκυρης και εκτελεστής σύμβασης και/ή δεν έχουν υπογραφτεί από τους Εναγόμενους και/ή οι αναφερόμενοι μάρτυρες δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των ισχυριζόμενων συμφωνιών και/ή οι Εναγόμενοι βασίστηκαν σε παραστάσεις της Ενάγουσας ότι για εξασφάλιση των ισχυριζόμενων συμφωνιών θα εδίδετο εγγύηση από τον Φίλιππο Μιχαηλίδη.» Είναι αρκετό να λεχθεί πως για τις θέσεις αυτές (πλην της τελευταίας για την απουσία του Φ. Μιχαηλίδη ως εγγυητή) δεν προσφέρθηκε μαρτυρία και δεν προωθήθηκαν ούτε δόθηκε καμιά μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει τέτοιους ισχυρισμούς. Ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκαν οι θέσεις περί μη δεσμευτικότητας των συμφωνιών ήταν: - Μη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. - Προτροπή και/ή συμβουλή εκ μέρους της Ενάγουσας για συνεργασία και λήψη δανείου και επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας για τη λειτουργία τυπογραφείου. - Πρόσθετα, σε σχέση με τη συνομολόγηση των συμφωνιών εγγυήσεων και γενικότερα των εξασφαλίσεων, προβάλλεται ο ισχυρισμός για τη μη λήψη εγγύησης εκ μέρους του Φ. Μιχαηλίδη. Για το πρώτο θέμα παρατηρούνται τα εξής: Η Μ.Ε.3, τη μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχθεί, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση πως: «Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι, όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια (Τεκμήρια 4, 6, 8 και 9) είχαν δοθεί στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 οι οποίοι τα διάβασαν, δήλωσαν ότι τα μελέτησαν, ότι τους εξηγήθηκαν από δικηγόρο της δικής τους επιλογής, τα κατανόησαν πλήρως και υπέγραψαν τα εν λόγω Τεκμήρια, εν γνώσει των όσων προνοούσαν.» Αντεξεταζόμενη βέβαια, όταν ρωτήθηκε «Τι λέχθηκε ενώπιον σας; Είπατε στους Εναγόμενους «ελάτε να υπογράψετε εδώ» και υπέγραψαν;» απάντησε θετικά προσθέτοντας ότι «Η εταιρεία γνώριζε πολύ καλά τι είδους facility ήταν να πάρει, so.» ότι δέχτηκαν τη συμφωνία και δεν υπήρχε κάτι να λεχθεί. Είναι επομένως σαφές πως, κατά την ώρα τουλάχιστον υπογραφής των συμφωνιών, δεν ζητήθηκε και δεν λήφθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η παράγραφος 20 των συμφωνιών εγγυήσεων Τεκμήρια 8 και 9 αναφέρει: «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκαν από δικηγόρο της δικής μου επιλογής και κατανοώ πλήρως τις πρόνοιες της παρούσας συμφωνίας. Περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις ρηθείσες πρόνοιες και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί.» Αποτελούν βέβαια τυποποιημένες παραγράφους, όπως δέχθηκε η Μ.Ε.1, πλην όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι πιέσθηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο για την υπογραφή των συμβάσεων, ότι δεν κατανοούσαν εκείνο το οποίο υπέγραφαν και ότι υπήρχε πίεση χρόνου ή έλλειψη χρόνου η οποία να τους εμπόδιζε να λάβουν, εάν το ζητούσαν, ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η λήψη τέτοιας συμβουλής εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της άσκησης αθέμιτης επιρροής ή ψυχικής πίεσης και στο όλο πλέγμα των σχέσεων και των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Ο Ν. Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2) ήταν ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας Michaelides κατά τον επίδικο χρόνο ενώ η Ε. Δήμητρα Μιχαηλίδη, μητέρα του. Ήταν επομένως ο μεν πρώτος άμεσα ενδιαφερόμενος, έχοντας συμφέρον στη λήψη των διευκολύνσεων, η δε δεύτερη εξυπηρετούσε την οικογένεια της. Παρά το τυποποιημένο της παραγράφου 20 των Τεκμηρίων 8 και 9, εντούτοις, οι πλείστοι όροι αποτελούν τους συνήθεις όρους των συμβάσεων και εάν κάποιος επιθυμεί αλλαγή, τροποποίηση ή διαγραφή μπορεί να το επιδιώξει. Εξάλλου, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι η Δ. Μηχαηλίδου δεν κατανοούσε τι υπέγραψε ή πιέσθηκε προς τούτου. Αξίζει να σημειωθεί πως στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Αpak Agro Industries Ltd v. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 Α.Α.Δ. 322, το Εφετείο αναφερόμενο στη διαπίστωση του Πρωτόδικου Δικαστή πως ήταν αποδεκτό ότι δεν ελήφθη ανεξάρτητη νομική συμβουλή από την εγγυήτρια, ούτε και της εδόθηκαν από την Τράπεζα σχετικές οδηγίες, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επίσης το θέμα αυτό εξετάστηκε στο όλο πλέγμα των σχέσεων της εγγυήτριας με τους πρωτοφειλέτες και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ψευδής παράσταση Προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων πως προτάθηκε ψευδής παράσταση προς τους Εναγόμενους/Εγγυητές η οποία συνίστατο στο εξής: «Η Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι οι γραπτές πληροφορίες που έδωσαν στους εγγυητές που φέρουν τίτλο «Πληροφορίες προς Εγγυητή - Όριο σε Τρεχούμενο Λογαριασμό» και που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος του Τεκμηρίου 6 αναφέρουν ότι το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού θα ανερχόταν στις ΛΚ10.000 ενώ στην πραγματικότητα ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ100.000.» Η τοιαύτη παράσταση εισηγείται ο συνήγορος, είναι ψευδής και σύμφωνα με το άρθρο 100 του περί Συμβάσεων Νόμου καθιστά την παροχή της εγγύησης άκυρη. Το Δικαστήριο, συμφωνεί αφενός με τη νομική πτυχή και τις συνέπειες σύναψης σύμβασης με ψευδείς παραστάσεις όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση για τους κάτωθι λόγους: - Δεν δικογραφείται ισχυρισμός ψευδούς παράστασης του γεγονότος που αναφέρεται στην αγόρευση. - Το Τεκμήριο 6 περιλαμβάνει τη συμφωνία ημερ. 28.1.2005 (επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων με τα συνημμένα έγγραφα), τα οποία όπως εξηγήθηκε αποτελούν δείγμα γραπτής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τα οποία πρέπει να δοθούν προς τους εγγυητές. Σ΄ αυτές δίδονται παραδείγματα του τρόπου συμπλήρωσης και καταγράφονται κάποια ποσά μπροστά από τα οποία υπάρχει η ένδειξη π.χ.. Όντως όμως, οι τρεις επιστολές με τίτλο πληροφορίες προς εγγυητή-όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό αναφέρουν ως ποσό ορίου εκείνο των Λ.Κ.10.
- Όμως: Σε όλα τα υπόλοιπα έγγραφα της δέσμης του Τεκμηρίου 6 προς τους εγγυητές αναγράφεται στο πρώτο μέρος στο «Είδος Διευκόλυνσης»:
- Όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό Λ.Κ.100.
- Δάνειο τακτής προθεσμίας Λ.Κ.200.
- Συνεπώς καμία παραπλάνηση και καμία ψευδής παράσταση γεγονότος έγινε. Εξάλλου ούτε και ο Μ.Υ.2 επικαλέστηκε τέτοια παράσταση γεγονότος. Παροχή συμβουλής Με την Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός πως οι Εναγόμενοι βασίζοντο στις συμβουλές και γνώσεις της Ενάγουσας και βασιζόμενοι σ΄ αυτές τις προτροπές συνομολόγησαν τις επίδικες συμβάσεις. Έχει ανωτέρω καταγραφεί εκείνο το οποίο ο Μ.Υ.2 υποστηρίζει αναφορικά με το θέμα τούτο. Η θέση αυτή του Μ.Υ.2 δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην αξιολόγηση του μάρτυρα. Σημειώνεται επιπρόσθετα πως η Ενάγουσα, εξ΄όσων αναδεικνύεται από τις μαρτυρίες που προσφέρθηκαν αλλά και το Τεκμήριο 44 διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Πέραν τούτου: Ακόμη και να αληθεύει ο ισχυρισμός περί παροχής συμβουλής εκ μέρους της Ενάγουσας για επέκταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εταιρείας, εντούτοις, καμιά μαρτυρία εδόθη και κανένας ισχυρισμός προβλήθηκε για παροχή συμβουλής για τον τρόπο λειτουργίας και εκτέλεσης των δραστηριοτήτων της εταιρείας ή επέμβαση εκ μέρους της Ενάγουσας στις δραστηριότητες της εταιρείας. Συνεπώς οι οιεσδήποτε μη επιτυχείς ενέργειες ή επαγγελματικές διεργασίες της εταιρείας οι οποίες κατ΄ ισχυρισμός οδήγησαν στην εκκαθάριση αυτής, δεν οφείλονται στο δάνειο που έλαβαν από την Ενάγουσα ούτε στη συμβουλή την οποίαν η Ενάγουσα έδωσε στην Εναγόμενη εταιρεία Michaelides. Εγγυήσεις Έχουν ανωτέρω εξετασθεί κάποια θέματα σε σχέση με τα Τεκμήρια 8 και
- Εκείνο που παραμένει προς εξέταση αποτελεί την κύρια υπεράσπιση, η οποία και ανάλωσε αρκετό μέρος της ακροαματικής διαδικασίας και αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας. Δηλαδή. Το γεγονός της μη παροχής εγγύησης εκ μέρους του Φίλιππου Μιχαηλίδη. Είναι αποδεκτό και προκύπτει από τα τεκμήρια πως στην επιστολή αποδοχής/συμφωνία Τεκμήριο 6 προτείνονται από την Ενάγουσα ως αναγκαίες εξασφαλίσεις των πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ άλλων υπό στοιχείο
(3)προσωπικές εγγυήσεις για Λ.Κ.350.000, πλέον τόκων, του Νεόφυτου Μιχαηλίδη, της Δήμητρας Μιχαηλίδη και του Φίλιππου Μιχαηλίδη. Αποδέχονται οι μάρτυρες της Ενάγουσας πως δεν έλαβαν εγγύηση από το Φίλιππο Μιχαηλίδη. Το αποδίδουν σε λάθος και υποστηρίζουν πως οι Εναγόμενοι έπρεπε να προσκομίσουν την εγγύηση αυτή. Οι τελευταίοι, αποδίδουν μεγάλη σημασία στην έλλειψη αυτή και ο Μ.Υ.2 υποστηρίζει πως εάν εγνώριζε ότι ο Φίλιππος Μιχαηλίδης δεν υπέγραψε ως εγγυητής δεν θα υπέγραφε ούτε ο ίδιος. Θεωρώ τον ισχυρισμό αυτό του Μ.Υ.2 μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Πρώτον, δεν μπορεί να μιλά με βεβαιότητα τι θα έπρατταν οι άλλοι Εναγόμενοι και δεύτερον, ο ίδιος υπέγραψε ως εγγυητής για πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η εταιρεία στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο μοναδικός διευθυντής. Ο συνήγορος των Εναγομένων προβάλλει ως συνέπεια της παράλειψης εξασφάλισης αυτής της εγγύησης, την ακυρότητα της εγγύησης που εδόθη από τους λοιπούς και παραπέμπει το Δικαστήριο σε αγγλική νομολογία (Ward v. National Bank of New Zealand
(1883)8 App. Cas. 755, Evans v. Bremridge
(1855)2 K & J 174, Hansard v. Lethbridge
(1892)8 TLR 346, National Provincial Bank of England v. Bracknbury
(1906)TLR 797 και Mercantile Bank of Sydney v. Taylor
(1893)A.C. 317) υποδεικνύοντας ότι η παράλειψη εξασφάλισης της εγγύησης του Φίλιππου Μιχαηλίδη απαλλάσσει όλους τους συνεγγυητές. Τα Τεκμήρια 8 και 9 πρέπει να ερμηνευθούν αυστηρά και προς όφελος των εγγυητών και η συγκεκριμένη παράλειψη θεωρείται παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από την Ενάγουσα (άρθρο 12
(3)(α) και (β) του περί Συμβάσεων Νόμου). (Βλέπε Polak v. Everett
(1876)1 Q.B.D. 669, Smith v. Wood
(1929)1 Ch. 14, Evans v. Bremidge
(1856)8 De.G.M. & G.100). Καταλήγει ο συνήγορος των Εναγομένων με το σκεπτικό πως οι συνεγγυητές 2, 3 και 4 δικαιούνται της συνεισφοράς του Φίλιππου Μιχαηλίδη και συνεπώς η παράλειψη της Ενάγουσας να εξασφαλίσει την υπογραφή του, απαλλάσσει και τους άλλους εγγυητές γιατί έχουν υποστεί ζημιά από την παράλειψη αυτή. Ο ορισμός της σύμβασης εγγύησης παρέχεται από το άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «Σύμβαση εγγύησης είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο. Το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται «εγγυητής», το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται «πρωτοφειλέτης» και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται «πιστωτής»». Η ουσία του πράγματος είναι ότι με τη σύμβαση εγγύησης κάποιο τρίτο πρόσωπο (ο εγγυητής) αναλαμβάνει έναντι του πιστωτή εκπλήρωση της υποχρέωσης ή υπόσχεσης του πρωτοφειλέτη (Law of Guarantees, 6η έκδοση 2011, Andrews and Millett). H ευθύνη του εγγυητή συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα, το δικαίωμα του πιστωτή να εγείρει αγωγή εναντίον του εγγυητή ανεξάρτητα από το τι θα πράξει σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη. Η ευθύνη του εγγυητή ενεργοποιείται με την παράλειψη πληρωμής ή ικανοποίησης της οφειλής εκ μέρους του πρωτοφειλέτη. Από τη στιγμή εκείνη αποτελεί υποχρέωση του να ανταποκριθεί στη δική του οφειλή προς τον πιστωτή και δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να υπαγορεύσει στον πιστωτή τον τρόπο με τον οποίον ο τελευταίος θα εξασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. Με το Νόμο 197
(1)/2003 περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών, προσφέρεται ειδική προστασία σε εγγυητές/φυσικά πρόσωπα. Βασικές πρόνοιες του Νόμου είναι η αναγνώριση και κατοχύρωση ειδικής προστασίας προς τους εγγυητές που εμπίπτουν στις πρόνοιες της, πρώτον με υποχρέωση ενημέρωσης αυτών από τον πιστωτή και δεύτερον με την υιοθέτηση προνοιών που να καθιστούν σαφές ότι η πρώτη πηγή εξόφλησης της οφειλής θα πρέπει να είναι ο πρωτοφειλέτης με την ευθύνη του εγγυητή να είναι δευτερογενής και υποστηρικτική. Για τούτο και ο τελευταίος έχει το δικαίωμα για αίτημα αναστολής της ικανοποίησης εξ΄ αποφάσεως οφειλής όταν ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα η περιουσία να ικανοποιήσει την απόφαση. Στην υπόθεση Δ. Αργυρού v. Χλόης Χρυσοστόμου
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1362, λέχθηκε πως: «η ευθύνη του εγγυητή όπως προβλέπεται και στο άρθρο 86 του κεφ. 149 συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόνοια. Ο εγγυητής δεν απαλλάσσεται της ευθύνης επειδή στο λεκτικό της εγγύησης δεν περιλαμβάνεται και το επίρρημα «κεχωρισμένως» μαζί με το επίρρημα αλληλεγγύως.» Στην κρινόμενη περίπτωση στην παράγραφο 21 του Τεκμηρίου 8 (το οποίο ο κ. Δημητριάδης επικαλείται) καταγράφεται: «Στο παρόν έγγραφο αναφορά στο αρσενικό γένος περιλαμβάνει και το θηλυκό και αντίστροφα. Αν το παρόν υπογραφεί από περισσότερα από ένα πρόσωπα, θα ερμηνεύεται στον πληθυντικό και όλες οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των προσώπων αυτών βάσει της παρούσας εγγύησης θα είναι αλληλέγγυες και κεχωρισμένες και ειδοποίηση στον/στην ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ θα θεωρείται ειδοποίηση προς όλους. Αν δε υπάρχει οποιαδήποτε αδυναμία σε σχέση με την ευθύνη ενός ή περισσότερων εγγυητών, σε οποιοδήποτε λόγο κι αν οφείλεται, η ευθύνη του άλλου ή των υπολοίπων εγγυητών δεν θα επηρεάζεται.» Υποστηρίζει βέβαια ο συνήγορος πως η τελευταία φράση αποτελεί καταχρηστική ρήτρα και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και επικεντρώνει τα επιχειρήματα του στην αλληλέγγυα και κεχωρισμένη ευθύνη των προσώπων. Το Τεκμήριο 8 παρά το γεγονός ότι έχει τυπωμένο το όνομα του Φίλιππου Μιχαηλίδη ως εγγυητή 3, εντούτοις το πρόσωπο αυτό δεν υπέγραψε. Ουσιαστικά δεν κατέστη ποτέ εγγυητής. Η απόφαση στις Πολιτικές Εφέσεις 10/2010 και 11/2010 Αναφορικά με τον Στέλιο Πρωτοπαπά, ημερ. 26.7.2016, πραγματεύεται το θέμα της απαλλαγής συνεισφορέα/συνεγγυητή. Η παραπομπή στο Halsbury's Laws of England, 4th ed. V.9, σελ. 432, είναι αποκαλυπτική της περίπτωσης επί της οποίας εφαρμόζεται. Η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής αφορά συνεγγυητή. "Release of one joint debtor. A release given to one of a number of persons who is jointly or jointly and severally liable discharges the others .. Where a joint debtor is released by a deed which does not reserve the rights of the creditor against the others, oral evidence is not admissible to prove an agreement that the others would remain liable notwithstanding the release, for such evidence would contradict the written instrument." Στην ίδια απόφαση έγινε αναφορά και σε αγγλική νομολογία (In re E.W.A.
(1901)2 KB 642, όπου κατάληξη ήταν ο κανόνας δικαίου σύμφωνα με τον οποίον η απαλλαγή του ενός εκ των δύο συνοφειλετών, οι οποίοι βαρύνονται με από κοινού και κεχωρισμένη υποχρέωση επενεργεί ως απαλλαγή και του άλλου, εφαρμόζεται τόσο σε εξ΄ αποφάσεως οφειλή όσο και σχετικά με οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση. Η τοιαύτη όμως υποχρέωση θα πρέπει να είναι ήδη ανειλημμένη και αποδεκτή και όχι πρόθεση ανάληψης της. Το πρόσωπο το οποίο απαλλάγηκε, θα έπρεπε να είναι ήδη εγγυητής και όχι πρόσωπο το οποίο θα υπέγραφε ως εγγυητής. Συνακόλουθα κρίνεται πως οι συμβάσεις εγγυήσεων Τεκμήρια 8 και 9 είναι έγκυρες. Το ίδιο και η σύμβαση υποθήκης Τεκμήριο
- Υπέρβαση εξουσίας Στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων ισχυρισμών οι οποίοι άπτονται της υπογραφής των συμβάσεων με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων η εξής φράση: «.Εάν η Ενάγουσα ήθελε αποδείξει την ύπαρξη τέτοιων συμφωνιών αυτές δεν έχουν υπογραφεί από τους Εναγόμενους και/ή δεν υπήρχε εξουσιοδότηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 4 για συνομολόγηση τέτοιων συμβάσεων.» Είναι η θέση που προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων πως ενώ η Ενάγουσα είχε το βάρος απόδειξης στους ώμους της για την ύπαρξη αποφάσεων των διοικητικών συμβουλίων των Εναγομένων 1 και 4 παρέλειψε να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία και συνεπώς η νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνιών αναφορικά με τις Εναγόμενες 1 και 4 δεν έχει αποδειχθεί. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την ανωτέρω εισήγηση. Οι συμφωνίες εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 4 υπεγράφησαν από τον Νεόφυτο Μιχαηλίδη (Εναγόμενο 2) το μόνο διευθυντή και μέτοχο αυτών (όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος και όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 42 και 39). Συνακόλουθα υπήρχε η αναγκαία βούληση υπογραφής των συμφωνιών για τις οποίες δεν υπάρχει μαρτυρία ότι δεν ενέπιπταν στους σκοπούς του ιδρυτικού ή του καταστατικού εγγράφου των Εναγομένων εταιρειών 1 και
- Τερματισμός συμβάσεων Για να καταστεί ένα ποσόν απαιτητό και να είναι επιτρεπτή η διεκδίκηση του, θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 και Μ.Ι.Τ. Global Date Solutions Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολιτική Έφεση 21/2011, ημερ. 4.12.2015). Γεγονός το οποίο αποτελεί προϋπόθεση καταχώρισης της αγωγής. Η προϋπόθεση αυτή βέβαια δεν είναι ασύνδετη με τους όρους των συμφωνιών που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (Lombard ανωτέρω). Επομένως ο τερματισμός και ο καθορισμός του ποσού, αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται τη λήψη τόσο των προειδοποιητικών επιστολών όσο και εκείνων τερματισμού. Οι μεταξύ των μερών συμφωνίες προνοούν πως οι επιστολές προς τα μέρη αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο στη δοθείσα από εκείνους διεύθυνση. Έχουν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια 11, 12 και 13 οι επιστολές ημερ. 1.6.2007, 28.6.2007 και 25.1.2008 μαζί με απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων αντίστοιχα, καθώς και οι επιστολές ημερ. 23.7.2008 ως Τεκμήριο 14. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε για την Ενάγουσα την οποία έχω δεχθεί ως αξιόπιστη, καμία επιστολή επιστράφηκε πίσω. Όλες δε, έχουν σταλεί στη διεύθυνση Ιωάννη Καποδίστρια 2, 8560, Πέγεια, την οποίαν οι Εναγόμενοι έχουν δηλώσει ως διεύθυνση τους και είναι αυτή που αναγράφεται στις συμβάσεις. Ο Μ.Υ.2 δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν υπήρξε αλλαγή στη δοθείσα διεύθυνση και ούτε ενημέρωσαν την Ενάγουσα για τέτοια αλλαγή. Ο όρος 13 της συμφωνίας Τεκμήριο 4 αναφέρει πως: «Κάθε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου μπορεί να δοθεί από την Τράπεζα στον πελάτη με κανονικό ταχυδρομείο ή με προσωπική παράδοση στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη στη συμφωνία ή σ΄ οποιαδήποτε διεύθυνση ήθελε δώσει ο πελάτης στην Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Παρόμοια πρόνοια εμπεριέχεται και στα έγγραφα εγγυήσεων Τεκμήρια 8 και 9 (όρος 11). Ο συνήγορος των Εναγομένων δεν προώθησε το θέμα τούτο με την αγόρευση του και συνεπώς θεωρείται εγκαταλειφθέν. Όμως έγινε αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας καθώς κ αι αναφορά από τον Μ.Υ.2 Ν. Μιχαηλίδη γι΄ αυτό και το Δικαστήριο το εξετάζει. Η συνήγορος της Ενάγουσας ασχολήθηκε εκτενώς με το θέμα και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία και συγγράμματα. Σχετική καθοδήγηση λαμβάνεται από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 210-211, όπου εξηγείται πως μια επιστολή που αποδεικνύεται ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Αρχή η οποία υιοθετείται από τη νομολογία μας (Theodorou v. Abbot of Kykkos Monastery
(1965)1 CLR 9, 18, Πιττάκας v. Γ. & Β Χ"Δημοσθένους Λτδ
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 1895). Σε συμφωνία με όσο η συνήγορος της Ενάγουσας υποδεικνύει, αναφέρεται πως με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 εγέρθηκε μαχητό τεκμήριο ότι όλες οι επίδικες επιστολές έχουν ταχυδρομηθεί, αποσταλεί και παραδοθεί στους Εναγόμενους και το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί. Στη Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303, διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο, γιατί η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Μπορεί όμως όπως αναγνωρίζει και στη Savvides (ανωτέρω) τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από τον δανειστή τον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησης του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στη Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R.
- O όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφαση του ". the time from which the liability can be enforced". (Lombard (ανωτέρω)). Με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 4 προβλέπεται ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Ανάλογος όρος ανευρίσκεται στο Τεκμήριο 6 και αναφορικά με τις συμβάσεις εγγυήσεως (Τεκμήρια 8 και 9) ο όρος 6 αμφοτέρων προβλέπει: «
- Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει πλήρη εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη.» Με αποδεκτή τη μαρτυρία της Ενάγουσας υπήρχαν απλήρωτες δόσεις στο δάνειο καθώς και υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος του τρεχούμενου λογαριασμού. Συνακόλουθα, ορθά και νόμιμα η Ενάγουσα τερμάτισε τις επίδικες διευκολύνσεις και δημιούργησε την προϋπόθεση για έγερση αγωγής και ανάκτηση ολόκληρου του αξιούμενου ποσού. Αξιούμενα και οφειλόμενα ποσά Το χρεωστικό υπόλοιπο αλλά και το αξιούμενο υπόλοιπο, υπήρξε ένα από τα πλέον επίμαχα θέματα, γύρω από το οποίο περιστράφηκε η αντεξέταση των Μ.Ε.1, 2 και
- Ένα από τα ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν ήταν αυτό του ποσοστού του επιτοκίου που έπρεπε ή εδικαιούτο να χρεώνει η Ενάγουσα αλλά και οι επιμέρους χρεώσεις. Προς επίρρωση της θέσης των Εναγομένων ότι στα αξιούμενα ποσά περιλαμβάνονται τόκοι και χρεώσεις οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και δεν είχαν συμφωνηθεί, κατάθεσε ο Μ.Υ.
- Πρόσθετα, προωθήθηκε ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης αλλά και στη μαρτυρία του Μ.Υ.2 ότι ουδέποτε αποδέχτηκαν τις επιβαλλόμενες χρεώσεις ή οποιοδήποτε έγγραφο αποδοχής υπολοίπου των λογαριασμών. Στο στάδιο τούτο θεωρώ σκόπιμο να καταγραφεί η μαρτυρία του Μ.Υ.
- Κλήθηκε και κατέθεσε ως ειδικός επί της ορθότητας χρεώσεων και των επιτοκίων και συνακόλουθα της ορθότητας των επίδικων λογαριασμών, ο Έρμος Μιχαηλίδης. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε (και δεν αμφισβητήθηκε) κατέχει πανεπιστημιακό δίπλωμα Master από το Πανεπιστήμιο της Λυών στη Γαλλία, στις Οικονομικές και Κοινωνικές Επιστήμες με ειδικότητα στη Χρηματοοικονομική και Λογιστική. Έχει τραπεζική πείρα 27 χρόνια (1986-2013) στη Λαϊκή Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου, εκ των οποίων τα τελευταία 18 χρόνια στο Τμήμα Δανείων. Είναι αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας με αρ. Μητρώου ΣΑ00062/ΥΑ2015 και επίσης εγγεγραμμένος Διαμεσολαβητής για εμπορικές διαφορές με βάση το Νόμο 159(Ι)/
- Ήταν η θέση του πως η Ενάγουσα επέβαλε επιτόκιο πέραν και εκτός των συμφωνηθέντων αφού: Το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο, έπρεπε να ακολουθεί τις αλλαγές του βασικού επιτοκίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου μέχρι την 31.12.2007 και από την 1.1.2008, τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παρουσίασε πίνακες με την εναλλαγή των επιτοκίων και παρουσίασε ως Τεκμήριο 45 τις σχετικές ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μελέτησε τους λογαριασμούς Τεκμήρια 18 και 19 και προέβη στις εξής παρατηρήσεις. Για την περίοδο μέχρι 31.12.2007 η Ενάγουσα χρέωνε τους λογαριασμούς με το επιτόκιο όπως αυτό διαφοροποιείτο από το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας. Όμως από την 1.1.2008 η Ενάγουσα χρέωνε σταθερά με ποσοστό επιτοκίου 8% τον τρεχούμενο λογαριασμό και ποσοστό 8,50% το λογαριασμό δανείου. Για την περίοδο από 1.1.2008 και έπειτα, το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας μειώθηκε σε πολύ χαμηλά ποσοστά και έφθασε το 0% στις 16.3.
- Ετοίμασε συγκριτικό πίνακα των επιτοκίων που χρέωσε η Τράπεζα με το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ήταν η θέση του πως η Ενάγουσα χρέωσε πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο από εκείνο το οποίο εσυμφωνήθηκε και εκείνο το οποίο είχε δικαίωμα να χρεώσει. Πέραν της διαφοράς των επιτοκίων, ο μάρτυς προέβη και στον εντοπισμό άλλων λαθών. Π.χ.: Στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου Τεκμήριο 19 εντόπισε τα πιο κάτω λάθη. Παρατηρήθηκε λάθος στην πρόσθεση των τόκων του πρώτου εξαμήνου, όπου το άθροισμα των τόκων όπως αυτοί παρουσιάζονται στην κατάσταση είναι €6.173,28, ενώ το άθροισμα είναι €5.879,
- Παρουσιάζονται ότι οφείλονται 13 δόσεις για το έτος 2005 και όχι 12, όπως θα έπρεπε, ακόμη και εάν η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα στις 30.1.
- Αυτό, σύμφωνα με το μάρτυρα, επηρεάζει την κατάσταση Τεκμήριο 9, η οποία δείχνει ότι το 2005 οφείλονταν 9 δόσεις ενώ στην πραγματικότητα οφείλονταν 8 δόσεις, αφού είχαν πληρωθεί 4 δόσεις. Παρουσιάζεται μεγάλη διαφορά μεταξύ ημερομηνίας συναλλαγής (transaction date) και ημερομηνίας αξίας της συναλλαγής (value date) με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται ο τόκος. Στην κατάσταση λογαριασμού του τρεχούμενου, Τεκμήριο 18, η Ενάγουσα χρησιμοποιεί σταθερό επιτόκιο ύψους 8,50% ενώ έπρεπε να χρησιμοποιήσει κυμαινόμενο. Παρέθεσε ο μάρτυρας και για αυτό το Τεκμήριο 18 κατάσταση στην οποία εμφαίνεται στη μια στήλη το επιτόκιο που χρέωσε η Τράπεζα και σε άλλη το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παρατήρησε και σε αυτή την κατάσταση διαφορά μεταξύ ημερομηνία συναλλαγής και ημερομηνίας αξίας της συναλλαγής τόσο για τις χρεωστικές πράξεις όσο και τις πιστωτικές πράξεις. Για καταθέσεις επιταγών η διαφορά είναι μέχρι 14 μέρες, ενώ για καταθέσεις μετρητών παρατηρείται διαφορά μέχρι 3 μέρες. Εντόπισε και μια εσφαλμένη καταχώρηση όπου εμφανίζεται στις 5.7.2005 χρέωση ποσού 4.000,00 με αξία συναλλαγής 1.7.2005 με περιγραφή reversal entry (αντιλογισμός), όμως δεν υπάρχει η αντίστοιχη συναλλαγή πίστωσης για να δικαιολογεί αντιλογισμό. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως η Ενάγουσα χρέωσε χαμηλότερο επιτόκιο από εκείνο το οποίο εδικαιούτο να χρεώσει την περίοδο 2005-
- Συγκεκριμένα: Ενώ με βάση το Τεκμήριο 45 το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας ήταν 5,5% και η Ενάγουσα εδικαιούτο να χρεώσει και 2,5% ως προσαύξηση, επομένως σύνολο 8%, εντούτοις χρέωσε χαμηλότερο, ήτοι 7,50%. Δέχθηκε εντέλει ο μάρτυρας πως για τα πρώτα 2,5 χρόνια η Ενάγουσα χρησιμοποίησε 0,5% χαμηλότερο επιτόκιο από εκείνο που είχε δικαίωμα να χρεώσει. Δέχθηκε επίσης ότι τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ίσχυαν από 1.1.2008 και δεν εφαρμόζονται στις επίδικες συμβάσεις οι οποίες υπεγράφησαν στις 28.1.
- Η συνήγορος της Ενάγουσας υποδεικνύει πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας υπέπεσε σε αντιφάσεις, απέφυγε εσκεμμένα να απαντήσει σε ερωτήσεις και παραπλάνησε το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με την επίκληση του Νόμου περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο 160(Ι)/1999 και το άρθρο 3
(1)(α) αυτού, ο μάρτυς ισχυρίσθηκε ότι δεν υπάρχει ο τρόπος προσδιορισμού του βασικού επιτοκίου ούτε και ο τρόπος που τούτο θα υπολογίζεται, ως είχε υποχρέωση η Τράπεζα. Αποτελεί εισήγηση της συνηγόρου πως κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών (28.1.2005) ο Νόμος προέβλεπε ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να ενημερώνει τον κάθε οφειλέτη για το ύψος του επιτοκίου και όχι αυτό που αναφέρει ο μάρτυρας πιο πάνω, και στην τροποποίηση του πιο πάνω Νόμου του 2014, η φράση «ύψος του επιτοκίου», αντικαταστάθηκε με τη φράση «κατηγορία του βασικού επιτοκίου». Αποτελεί τη θέση της ότι η Ενάγουσα εφάρμοσε ορθά τα όσα ο Νόμος προβλέπει και οι επίδικες συμφωνίες αναφέρουν αναλυτικά το ύψος του επιτοκίου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό υπολογίζεται. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τις ανωτέρω θέσεις και παρατηρήσεις της κα Γεωργίου. Στις επίδικες συμβάσεις παρουσιάζεται το βασικό επιτόκιο, προσαύξηση, σύνολο, γεγονός το οποίο αποδέχτηκε εντέλει και ο Μ.Υ.1.. Το Τεκμήριο 47 το οποίο παρουσίασε ο Μ.Ε.1, αποτελεί ανακοίνωση της Ενάγουσας και αναφέρει: «Μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για μείωση του βασικού επιτοκίου, η Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ανακοινώνει μείωση του σχετικού βασικού επιτοκίου στα δάνεια που έχουν χορηγηθεί πριν την 1.1.2008 και είναι συνδεδεμένα με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από 0,25% σε 0,15% με ισχύ από 11.06.
- Για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις παρακαλούμε απευθυνθείτε στα καταστήματα της Τράπεζας (τηλ. Κέντρο 80007777).». Δεν αφορά τις επίδικες συμβάσεις οι οποίες ήδη είχαν τερματισθεί στις 25.1.
- Κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1 ανασκευάσθησαν και αρκετά από όσα κατέθεσε στην κυρίως εξέταση του. Συγκεκριμένα: Για το λανθασμένο άθροισμα των τόκων του πρώτου εξαμήνου, του οποίου η διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 293,70, παρουσιάζεται, όπως δέχθηκε στην αντεξέταση του, ότι η Ενάγουσα την έδωσε πίσω στον πελάτη, στο επόμενο εξάμηνο. Όταν ρωτήθηκε από την κα Γεωργίου γιατί δεν προχώρησε να κάνει λογαριασμούς και για το επόμενο εξάμηνο, απάντησε ότι «ήταν περιορισμένος ο χρόνος». Θεωρώ, αποδεχόμενη την εισήγηση της συνηγόρου της Ενάγουσας, πως αυτή ήταν μια δικαιολογία ανειλικρινής. Εάν είχε τόσο περιορισμένο χρόνο που δεν του επέτρεψε να μελετήσει ορθά τις τέσσερις σελίδες του Τεκμηρίου 19 τότε ποια βαρύτητα μπορεί να δοθεί στα λεχθέντα του; Επισημαίνεται πως η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στο άθροισμα αυτό των τόκων και στην επιστροφή του, η οποία παρουσιάζεται στο επόμενο εξάμηνο, όταν αντεξεταζόταν από το συνήγορο των Εναγομένων. Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε την Ενάγουσα να χρεώνει κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου από εκείνο της Κεντρικής Τράπεζας. Πλην όμως δέχθηκε αντεξεταζόμενος πως εάν στο βασικό επιτόκιο της Κεντρικής προστεθεί η συμφωνηθείσα προσαύξηση του 2,5% τότε καμία απόκλιση παρατηρείται, τουλάχιστον στο λογαριασμό δανείου. Ανατροπή γίνεται και στις αναφερόμενες δόσεις του 2005 οι οποίες αντί 12 ήταν 13, όπως είπε ο μάρτυρας. Αφού το 2006 καταγράφονταν 11 δόσεις αντί 12 και η μια εξ΄ αυτών παρουσιάζεται να είναι του Ιανουαρίου του
- Ο Μ.Υ.1 κλήθηκε και παρουσιάσθηκε ως εμπειρογνώμονας και σαν τέτοιος αντιμετωπίσθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Θεωρώ ότι τα προσόντα του τον κατατάσσουν ως τέτοιο. Οι εμπειρογνώμονες αντιμετωπίζονται αναφορικά με την αξιολόγηση ως και οι λοιποί μάρτυρες (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 113 και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077). Κρίνεται, με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα, πως ο Μ.Υ.1 απέτυχε να προσφέρει μια αντικειμενική και ειλικρινή εικόνα των λογαριασμών και η προσπάθεια του κατέτεινε σαφώς στο να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγομένων. Όμως: Οι πίνακες τους οποίους παρουσίασε με τα επιτόκια καθώς και οι αναφορές του στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τα οποία αναδεικνύονται και από το Τεκμήριο 45, είναι αποδεκτά. Χωρίς τις νομικές επιπτώσεις τις οποίες επιχείρησε να αναλύσει και οι οποίες αποτελούν έργο του Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο 4 το οποίο αποτελεί τη Γενική Συμφωνία Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων προβλέπει ότι οι διευκολύνσεις θα χρεώνονται: «(α) Με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας, πλέον προσαύξηση. Με βάση τα παραπάνω το επιτόκιο ανέρχεται σήμερα σε: ΕΙΔΟΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΒΑΣΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΣΥΝΟΛΟ (% ετησίως) (% ετησίως) (% ετησίως) 1 5,50% 3,00% 8,50% 2 5,50% 2,50% 8,00% Το Τεκμήριο 6 δεν αναφέρει τη λέξη κυμαινόμενο στον προσδιορισμό του επιτοκίου. Όμως, τόσο το Τεκμήριο 4 όσο και η Έκθεση Απαίτησης (παρ. 4(α) και 7(ε)) καταγράφουν ότι: «οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο .». Το οποίο κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 4 και 6 καθορίσθηκε όπως ανωτέρω λέχθηκε. Κατά τον τερματισμό των λογαριασμών η Ενάγουσα αύξησε το επιτόκιο. Όμως: Με δήλωση κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς αυτό μειώθηκε στο συμβατικό. Οι αναδομημένοι λογαριασμοί Τεκμήρια 18 και 19 αποτελούν μια αναγνωρισμένη και από τη νομολογία τακτική η οποία επενεργεί προς όφελος των Εναγομένων (Γ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Ευαγ. Παπαχριστοφόρου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Έφεση 331/10, ημερ. 11.11.2015). Οι καταστάσεις αυτές ελέγχθηκαν και συγκρίθηκαν από τη Μ.Ε.2 η οποία αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις αφήνοντας μόνο τη χρέωση του τόκου. Το γεγονός ότι για να τις ετοιμάσει χρησιμοποίησε το σύστημα Windows Excel αυτό δεν καθιστά τις καταστάσεις μη αξιόπιστες (όπως εισηγείται ο κ. Δημητριάδης), αφού, κατά τα λοιπά, όλες οι χρεώσεις/πιστώσεις, καταθέσεις παραμένουν οι ίδιες, ως και στα Τεκμήρια 5, 7, 15 και 16 και δεν υποδεικνύεται το αντίθετο. Εξάλλου η Μ.Ε.2 εξήγησε πως το «έκανε export» από το σύστημα, το έλεγξε και μετά άρχισε να αναδομεί τις καταστάσεις και ο λογαριασμός ελέγχθηκε. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν αποτελούν επαρκή απόδειξη οι λογαριασμοί, διότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου, δεν ευσταθεί. Οι Μ.Ε.1 και 2 έχουν εξηγήσει με λεπτομέρεια, όπως ανωτέρω λέχθηκε, τον τρόπο που εκτύπωσαν τις καταστάσεις αυτές και ότι τις σύγκριναν με το ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο φυλάσσεται στην Τράπεζα και το οποίο αποτελεί μέρος των ηλεκτρονικών βιβλίων της Τράπεζας. Ανέφεραν συγκεκριμένα οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 (η οποία κατέθεσε και το προβλεπόμενο από το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου πιστοποιητικό, Τεκμήριο 17): «
- Για σκοπούς της παρούσας Ακρόασης, έχω εκτυπώσει από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος βρίσκεται στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, πρόσφατες καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1, όπως αναλυτικά ανέφερα πιο πάνω και συγκεκριμένα, του πιο πάνω τρεχούμενου χρεωστικού λογαριασμού με αρ. 350055 0081 010 της Εναγόμενης 1, ο οποίος ενσωματώθηκε και/ή ενοποιήθηκε και/ή μεταφέρθηκε σε ένα νέο λογαριασμό με αριθμό 027 001 181 040019 01 1 καθώς και του λογαριασμού δανείου της Εναγόμενης 1, με αρ. 35055 0112 013 (Loan Operation Account 35055 0110 015) ο οποίος ενσωματώθηκε και/ή ενοποιήθηκε και/ή μεταφέρθηκε σε ένα νέο λογαριασμό με αριθμό 027 001 617 040019 01 1..
- Λόγω του ότι η εκτύπωση έγινε αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε αντιγραφή από μέρους μου και λόγω του ότι έχω κάνει έλεγχο των καταχωρήσεων που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών και των καταχωρήσεων που ευρίσκονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, είμαι σε θέση να δηλώσω ότι οι καταστάσεις λογαριασμών είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους πιο πάνω λογαριασμούς. Περαιτέρω, έχω προβεί σε σύγκριση των καταχωρήσεων, μια προς μια, που βρίσκονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας και των καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασμούς που αφορούν τα πιο πάνω Τεκμήρια και διαπίστωσα ότι τα εν λόγω Τεκμήρια είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Στη συνέχεια έχω ελέγξει αυτά τα ποσά με τα ποσά που παρουσιάζονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας και είναι ακριβώς τα ίδια. Τα υπόλοιπα που εμφαίνονται στο εν λόγω πιο πάνω Τεκμήριο είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που παρουσιάζονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας.» Διαιρέτης 360 ημερών: Με τον όρο 2 του Τεκμηρίου 4 προνοείται πως «.για να βρεθεί ο τόκος λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες.» Τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 όσο και την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων αμφισβητείται η ορθότητα και νομιμότητα της πρόνοιας αυτής και υποδεικνύεται πως έπρεπε να ληφθεί ως μέτρο το ημερολογιακό έτος το οποίο έχει 365 ημέρες. Με διαιρέτη το 365 αντί το 360 ο τόκος μειώνεται. Το θέμα τούτο έχει επιλυθεί από τη νομολογία όπου κρίθηκε πως η χρέωση αυτή δεν είναι νομικά επιλήψιμη. Κρίθηκε πως η χρέωση τόκου που προκύπτει με χρήση διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 δεν είναι νομικά επιλήψιμη εφόσον ο τόκος δεν υπερβαίνει το 9% (Archbold Investment v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 η οποία υιοθετήθηκε στην Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α. v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A226, Πολιτική Έφεση 274/09, ημερ. 27.4.2016). Υπόλοιπο δανείου Ως υπόλοιπο δανείου αξιώνεται εκείνο που η Μ.Ε.1 ανέφερε με διαφοροποίηση του επιτοκίου στο 8%. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι δοθείσες μαρτυρίες σχχετικά με την αξίωση τούτη. Η λήψη του δανείου του ποσού των Λ.Κ.200.000 έχει αποδειχθεί τόσο από τη μαρτυρία όσο και τα Τεκμήρια 5, 15 και 18 (καταστάσεις τρεχούμενου λογαριασμού στον οποίο παρουσιάζεται η κατάθεση του ποσού). Παραδοχή της λήψης αυτού γίνεται και από το Μ.Υ.2 ο οποίος αναφέρει ότι έλαβαν το ποσό του δανείου και εξόφλησαν χρέη τους προς όλες τις Τράπεζες με τις οποίες εσυναλλάττετο. Το Τεκμήριο 19, αναδομημένη κατάσταση, παρουσιάζει τη λειτουργία και το υπόλοιπο του δανείου. Όπως λέχθηκε στην προηγούμενη ενότητα, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις της υπεράσπισης, εντέλει έγινε αποδεκτό ότι η Ενάγουσα χρησιμοποίησε ως επιτόκιο το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, πλέον την προσαύξηση, μέχρι τις 31.12.
- Από 1.1.2008 (ένταξη Κύπρου στην ευρωζώνη) χρησιμοποίησε σταθερό επιτόκιο 8%. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η αξίωση δεν αποδείχθηκε γιατί η Ενάγουσα δεν απέδειξε το ποσοστό επιτοκίου που χρησιμοποίησε και γιατί από 1.1.2008 έκανε χρήση του επιτοκίου 8% αντί εκείνου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεν ευσταθεί καθόσον: Ο συγκεκριμένος λογαριασμός τερματίσθηκε στις 25.1.
- Η οποιαδήποτε λειτουργία του σταμάτησε εκείνη την ημερομηνία. Συνεπώς απ΄ εκεί και εντεύθεν δεν μπορεί να γίνεται χρήση των εκάστοτε μεταβαλλόμενων επιτοκίων. Για τούτο και το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τα οφειλόμενα κατά τον τερματισμό ποσά. Ακόμη και με την κατάσταση των πινάκων επιτοκίων που ετοίμασε ο Μ.Υ.1 η Ενάγουσα χρέωσε ότι εδικαιούτο και ότι εσυμφωνήθηκε. Με τις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Α. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. και Αντώνη Κάμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 A.A.Δ. και Apak Agro (ανωτέρω) αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της Τράπεζας, νοουμένου ότι υπήρχε σχετικός περί τούτου όρος στη συμφωνία, να διαφοροποιεί το επιτόκιο, ακόμη και με τις επιστολές τερματισμού των λογαριασμών που απέστελλε προς τον πελάτη της (σχετικός τέτοιος είναι ο όρο 2 του Τεκμηρίου 4). Το ποσό το οποίο εζητείτο με την επιστολή τερματισμού ανερχόταν σ΄ εκείνο των €390.678,41, πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.1.2008, ποσό για το οποίο η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού Η κίνηση του λογαριασμού αυτού ξεκίνησε από 20.12.2004 και χρεωνόταν με επιτόκιο 8,50% καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του (Τεκμήριο 19). Τόσο με τα Τεκμήρια 5 και 15 όσο και το Τεκμήριο 18 η κίνηση του λογαριασμού εμφαίνεται από εκείνη την ημερομηνία χωρίς διακοπή. Με τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 και την κατάθεση των Τεκμηρίων 22 μέχρι 36, έχουν αποδειχθεί πλείστα όσα στοιχεία και εγγραφές του τρεχούμενου λογαριασμού. Δεν κατέστη δυνατό, όπως ανέφερε η Μ.Ε.3, να προσαχθούν όλα τα παραστατικά διότι δεν ανευρέθηκαν. Θεωρεί όμως ορθές τις εγγραφές που εμφαίνονται στο λογαριασμό Τεκμήριο 19 αφού μεγάλο μέρος αυτών αποδείχθηκαν και όπως έγινε αποδεκτό από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, όλες οι εγγραφές καταγράφονται στο ηλεκτρονικό βιβλίο της Τράπεζας και συγκρίθηκαν με εκείνες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο. Ο ισχυρισμός ότι δεν αποδείχθηκε η φύλαξη του αρχείου δεν ευσταθεί αφού οι Μ.Ε.1 και ΜΕ.3 κατέθεσαν πως το αρχείο φυλάγεται στην Τράπεζα και κωδικούς έχουν μόνον οι υπάλληλοι που το χειρίζονται. Περαιτέρω, με την επιστολή Τεκμήριο 50 (κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.2), την οποία η εταιρεία Michaelides απέστειλε προς την Ενάγουσα, γίνεται ουσιαστικά αποδοχή του χρέους που οφείλεται προς την Τράπεζα και εκφράζεται η επιθυμία και επαναβεβαίωση της πρόθεσης τους για πώληση ακίνητης περιουσίας για την ομαλότερη επίλυση του προβλήματος. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.2 δήλωσε ότι δεν επιλύθηκε το θέμα διότι επήλθε η οικονομική κρίση και υπήρξε αδυναμία πώλησης ακίνητης περιουσίας. Ουσιαστικά η εταιρεία ουδέποτε αμφισβήτησε είτε τις χρεώσεις είτε τα αξιούμενα ποσά, αλλά αντίθετα αποδέχθηκε την οφειλή της και την υποχρέωση πληρωμής της. Για τούτο, για τους ανωτέρω λόγους, η υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, στην οποία ο κ. Δημητριάδης παρέπεμψε το Δικαστήριο, διαφοροποιείται από την παρούσα. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα χρέωνε το λογαριασμό με 8,50% επιτόκιο αντί κυμαινόμενο (Τεκμήριο 4) αυτό δεν καθιστά το υπόλοιπο του λογαριασμού μη αποδειχθέν ή μη απαιτητό, αν αναλογισθεί κάποιος ότι ακόμη και παράνομο να είναι ένα επιτόκιο η υπόλοιπη σύμβαση στην οποία αφορά, διασώζεται. Ας σημειωθεί πως με βάση το Τεκμήριο 45 η διαφορά μεταξύ κυμαινόμενου επιτοκίου και του συμβατικού είχε ως εξής: (Στο Τεκμήριο 45 αν προστεθεί η συμφωνηθείσα προσαύξηση η κατάσταση έχει ως εξής:) Ημερομηνία Επιτόκιο Βασικό Επιτόκιο Προσαύξη. 3% Ενάγουσας Τρ. Κεντρικής Τρα. 20.12.2004 8,50% 5,50% 8,50% 25.2.2005 8,50% 5,25% 8,25% 20.5.2005 8,50% 4,75% 7,75% 9.6.2005 8,50% 4,25% 7,25% 1.9.2006 8,50% 4,50% 7,50% 21.12.2007 8,50% 4,00% 7,00% Διαπιστώνεται επομένως πως η διαφορά στο επιτόκιο είναι από 0,25% και φθάνει το 1,25% στις 9.6.2005, το 1% την 1.9.2006 μέχρι 21.12.2007 που διακυμάνθηκε στο 1,50%. Υπενθυμίζεται όμως ότι ο λογαριασμός τερματίσθηκε στις 25.1.
- Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν αποδείχθηκε το χρέος και δεν δικαιούται σε απόφαση η Ενάγουσα επειδή δεν ακολούθησε το συμβατικό επιτόκιο. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, πλείστες όσες χρεώσεις του λογαριασμού έχουν αποδειχθεί (κατάθεση επιταγών προς είσπραξη, αναλήψεις κ.λ.π. Τεκμήρια 22-26) και η οφειλή του χρέους έγινε αποδεκτή (Τεκμήριο 50) από τον Εναγόμενο. Το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό ανερχόταν στο ποσό των €502.043,57, το οποίο, επειδή είναι τρεχούμενος λογαριασμός, διαμορφωνόταν συνεχώς. Επειδή το Δικαστήριο δεν είναι λογιστής ώστε να αποφασίσει, πραγματοποιώντας συγκεκριμένες πράξεις, το επίδικο ποσό και επειδή ήδη αποτελεί εύρημα ότι οι λογαριασμοί έχουν παραχθεί από το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, αντικατοπτρίζονται ορθές εγγραφές και αποτελώντας μέρος του βιβλίου της Τράπεζας, θεωρώ δίκαιο, από το ποσό αυτό να αφαιρεθούν οι τόκοι ως έχουν υπολογισθεί επί ποσοστού 8,50% και να γίνει προσδιορισμός του τόκου από τις ημερομηνίες και με τα ποσοστά επιτοκίου όπως στη σελίδα 50 αναφέρεται. Οι εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 είναι ύψους €598.010,50 (Λ.Κ.350.000), πλέον τόκους ενώ του Εναγομένου 4 για ποσό €341.720,29 (Λ.Κ.200.000), για τις οποίες υποχρεώνονται σε πληρωμή. Ανταπαίτηση Εναγομένων Με την ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι επιζητούν δήλωση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και ζητούν «αποζημιώσεις ύψους €942.712,43, πλέον τόκο 11% το χρόνο από 1.7.2008 μέχρι τελικής εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους». Ουσιαστικά επιζητείται ακριβώς το ίδιο ποσό το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης. Επιχειρήθηκε απόδειξη της ζημιάς αυτής με την κατάθεση των Τεκμηρίων 48 και 49 τα οποία φέρουν τον τίτλο «Οικονομικές Καταστάσεις». Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν τα ετοίμασε εκείνος και ο Μ.Υ.2 δήλωσε ότι ετοιμάστηκαν από λογιστή με στοιχεία που του παρέδωσε ο ίδιος. Δεν φέρουν υπογραφή εγκεκριμένου λογιστή και κυρίως δεν έχει επεξηγηθεί ή αποδειχθεί οποιοδήποτε στοιχείο που αυτά περιέχουν. Το σημαντικότερο βέβαια για την αποτυχία της απαίτησης των Εναγομένων είναι η ανυπαρξία μαρτυρίας που να συνδέει - ακόμη και εάν αποδεικνυόταν - τη ζημιά των Εναγομένων με πράξεις ή παραλείψεις της Ενάγουσας. Η τελευταία παρείχε πιστωτικές εξασφαλίσεις και διευκολύνσεις στους Εναγόμενους, οι οποίοι και τις χρησιμοποίησαν και είναι αδύνατο να συνδεθεί η λήψη δανείου ή η χρήση τρεχούμενου λογαριασμού με πρόκληση ισάξιας ζημιάς. Για το θέμα των συμφωνιών έχει ήδη γίνει αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης ότι αυτές είναι έγκυρες. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ως εξής: Α. Εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση για ποσό €390.678,41, πλέον τόκους 8% ετησίως από 1.1.2008 για το λογαριασμό δανείου αρ. 35055 0112 013 (νέος λογαριασμός 027 001 617 040019 01 1). Β. Εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση για ποσό €502.043,57 (αφαιρουμένου του τόκου με ποσοστό 8,50% και υπολογισμός του με τα επιτόκια που περιγράφονται στη σελίδα 50), πλέον τόκους 8,50% ετησίως από 1.1.2008, για το λογαριασμό τρεχούμενου αρ. 35055 0081 010 (νέος λογαριασμός 027 001 181 040019 01). Γ. Εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 απόφαση για ποσό €598.010,50, με τόκο 8% ετησίως από 1.1.
- Δ. Εναντίον του Εναγόμενου 4 απόφαση για ποσό €341.720,29, πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.1.
- Η Ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα ανατοκισμού δύο φορές ετησίως την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Ε. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 14Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα, αφού Απαίτηση και Ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν μαζί. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil /Final Αναφορά: (συμφωνία δανείου-τρεχούμενου/ψευδής παράσταση/εγγυήσεις/παροχή συμβουλής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο