← Κύπρος

Geoffrey Mortimer κ.α. ν. Shirley Ann Harrison κ.α., Aρ. Αγωγής: 1077/2007, 30/11/2017

Geoffrey Mortimer κ.α. ν. Shirley Ann Harrison κ.α., Aρ. Αγωγής: 1077/2007, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1077/2007 Μεταξύ: Geoffrey Mortimer, από το Ηνωμένο Βασίλειο

  1. Linda Mortimer, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων και
  2. Shirley Ann Harrison, από την Τρεμιθούσα, Πάφος
  3. Harrison Property Auctioneers Ltd, από την Πάφο Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.5.2017 για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.11.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Φράγκου Για τους Εναγόμενους-Καθ' ης η αίτηση: κ. Τελώνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15/5/2008 εκδόθηκε εξ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €42,715,04, με τόκο 8% το χρόνο από 15/5/2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με τόκο 8% το χρόνο από 3/5/2007 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. Τα έξοδα, μετά το σχετικό υπολογισμό τους από τον Πρωτοκολλητή και την έγκρισή τους από το Δικαστήριο ανήλθαν στο ποσό των €2.336,03, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 3/5/2207 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού των €2.163,
  4. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή της για περίοδο 6 μηνών, με τους ενάγοντες να έχουν δικαίωμα, άμεσης καταχώρησης ΜΕΜΟ επί της περιουσίας και των δυο εναγόμενων. Οι ενάγοντες, στις 19/1/2016 καταχώρησαν αίτηση έρευνας με την οποία ζητούν: (α) την εξέταση της εναγόμενης 1 από το Δικαστήριο, με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και/ή οποιεσδήποτε δωρεές, παραδόσεις, μεταβιβάσεις κ.λ.π. που είχαν ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστούν οι ίδιοι ως εξ αποφάσεως πιστωτές στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού. (β) την εξέταση της εναγόμενης 1 καθώς και των άλλων δυο καθ' ων η αίτηση από το Δικαστήριο, υπό την ιδιότητα και των τριών, ως διευθυντών των εναγόμενων 2, με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας, όπως και με την εναγόμενη 1 (υπό (α), ανωτέρω). (γ) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και τα έξοδα, με δόσεις, κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων των εναγόμενων. (δ) διάταγμα αποκοπής απολαβών. (ε) οποιοδήποτε άλλο σχετικό διάταγμα ή οδηγία ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει εύλογη και δίκαιη. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Ξένιας Κόνικκου, η οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Οι εναγόμενοι, μετά την έκδοση της απόφασης και την παρέλευση της περιόδου αναστολής κατέβαλαν μόνο το ποσό των €34.310,00 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (παράγραφος 7). Είναι απαραίτητο, όπως οι εξ αποφάσεως οφειλέτες εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την οικονομική τους κατάσταση και/ή οποιεσδήποτε δωρεές, παραδόσεις, μεταβιβάσεις ή διακινήσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο είχαν, σαν αποτέλεσμα να παρεμποδιστούν οι ενάγοντες στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού (παράγραφος 8). Οι εναγόμενοι, εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει εργάζονται και/ή διεξάγουν εργασίες και έχουν εισοδήματα και περιουσία, και μπορούν να πληρώνουν έκαστος, ποσό, μεταξύ €500,00 - €600,00 μηνιαίως, προς πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους τους και των εξόδων (παράγραφος 9). Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται σε τρεις λόγους. Με τον πρώτο ισχυρίζονται ότι έχουν ξοφλήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος τους προς τους ενάγοντες. Με το δεύτερο, ότι η αίτηση είναι παράνομη, παράτυπη και κατά παράβαση των νόμων και της νομολογίας. Τέλος, με τον τρίτο λόγο ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και άνευ αντικειμένου. Η ένσταση, ουσιαστικά υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Στην πρώτη προέβη η εναγόμενη 1, η οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ξοφλήσει πλήρως τη δικαστική απόφαση και δεν οφείλουν κανέναν ποσό στους ενάγοντες, τους οποίους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προς εξόφληση επισυνάπτει ένορκη δήλωση του διευθυντή και συνεταίρου των δικηγόρων της δικηγορικής εταιρείας Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ. Σάββα Σαββίδη. Βασικά πρόκειται για την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τον ουσιαστικό λόγο ένστασης των εναγόμενων στην αίτηση έρευνας, η εν λόγω ένορκη δήλωση και σ' αυτή, ο κ. Σαββίδης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Όλα όσα αναφέρει η εναγόμενη 1 στην ένορκη της δήλωση, περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε περαιτέρω οφειλής των εναγόμενων 1 και 2 προς τους ενάγοντες είναι απόλυτα ορθά και αληθινά (παράγραφος 2). Ο ίδιος προσωπικά έχει επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κ. Πολύκαρπο Φιλίππου, ο οποίος εκπροσωπεί τους ενάγοντες στην παρούσα αίτηση, ο οποίος και του επιβεβαίωσε ότι με την καταβολή του τελευταίου ποσού που δόθηκε σε εκπροσώπους του δικηγορικού του γραφείου, στις 4/3/2014, οι εναγόμενοι ξοφλούν πλήρως την απαίτηση των εναγόντων και των εξόδων της επίδικης απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 1077/2007 (παράγραφος 3). Ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και γνωρίζει προσωπικά ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες θεώρησε καθήκον του να αναφέρει αυτά που γνωρίζει στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει, γνωρίζοντας όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης (παράγραφος 4). Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. Σαββίδη στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας, για σκοπούς αντεξέτασής του, σ' ό,τι αφορά το περιεχόμενο των παραπάνω ισχυρισμών του. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.1, Δ.38 Θ.Θ.1 - 3 και Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4, 9, 11 και 12, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του κοινοδικαίου και τέλος, στη σύμφυτη εξουσία, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της «..εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης, στην ένορκη δήλωση της κας Ξένιας Κόνικκου ημερ. 19.01.16 που συνοδεύει την κυρίως αίτηση ίδιας ημερομηνίας, καθώς και στην ένορκη δήλωση της Νικολέττας Χαραλάμπους, η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση.» Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 16 λόγους: Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Παναγιώτου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η Δ.48 Θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει ότι η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Η τελευταία (Θ.1) προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενόρκως δηλούντα για αντεξέταση. Αυτονόητο πως, σε περίπτωση που διαταχθεί κάτι τέτοιο, η αντεξέταση θα πρέπει να είναι σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Όπως επισημαίνεται συναφώς με το θέμα στην υπόθεση Μήλου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει ή απορρίψει αίτηση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, ενώ μπορεί να προβεί στο δεύτερο, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ένσταση στο σχετικό αίτημα. Επειδή η αίτηση έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση - όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση δικαστικής απόφασης -προφανώς δεν είναι ενδιάμεση, αλλά, αυτοτελής, αφού καταχωρήθηκε μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή και αποβλέπει στην εκτέλεση της εν λόγω απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων, Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759) προστίθενται και τα εξής: Το υπό κρίση αίτημα, θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως της φύσης της αίτησης με την οποία αυτό συναρτάται. Το άρθρο 14
(1)(ε) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (στο εξής «ο Νόμος») προνοεί ότι κάθε δικαστική απόφαση που διατάσει την πληρωμή χρημάτων δύναται να εκτελεστεί με το μέσο της εξέτασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη, δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους IX του Νόμου. Το άρθρο 82
(1)(α) του Νόμου προνοεί ότι, όταν οφειλόμενο χρέος δυνάμει δικαστικής απόφασης παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο, ο εξ αποφάσεως πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Μέρος IX. Το άρθρο 84
(1)του Νόμου, με τίτλο «Εξέταση» ακολουθεί αυτούσιο: «Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης όταν εμφανίζεται ή εξαναγκάζεται να εμφανισθεί ενώπιον Δικαστηρίου δυνάμει του Μέρους αυτού, εξετάζεται ενόρκως από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή και από το Δικαστήριο αναφορικά με- (α) Την ικανότητα του να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό (β) την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων τα οποία μπορούν να διατεθούν για την πληρωμή του χρέους· και (γ) τη διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην οποία προέβη μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης.» Το άρθρο 85 του Νόμου ακολουθεί επίσης, αυτούσιο: «Παρά την παράλειψη του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εξ αποφάσεως πιστωτής και όλοι οι μάρτυρες, που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίους, εξετάζονται ενόρκως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αναφορικά με το θέμα της εξέτασης.» Ομοίως και το άρθρο 87: «
(1)Το Δικαστήριο δύναται μετά την εξέταση του οφειλέτη να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις· Β. Διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων· Γ. Διάταγμα αποκοπής απολαβών· Δ. διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της· Ε. ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.
(2)Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ή ένταλμα δυνάμει του εδαφίου
(1)το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.» Και, με δεδομένο ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου ν. Γεωργίου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1221), η διαδικασία που διέπει την αίτηση έρευνας - στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε και υπό κρίση αίτηση - είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ο επακριβής προσδιορισμός του ποσού της δόσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου παρατηρώ τα εξής: Για να έχει νόημα η εξέταση εξ αποφάσεως οφειλέτη αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Μέρος IX του Νόμου είναι αυτονόητο, ότι το οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης χρέος παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο. Και, με δεδομένο επίσης, ότι η διαδικασία που διέπει την αίτηση έρευνας καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ο εξ αποφάσεως οφειλέτης εξετάζεται ενόρκως, τόσο εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή όσο και από το Δικαστήριο, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 85 του Νόμου έχει εξουσία να ζητήσει την ένορκη ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο εξέταση, ακόμη και του εξ αποφάσεως πιστωτή ή οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα κρίνει αναγκαία την παρουσία του και στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ζητούν την παρουσία του κ. Σαββίδη για σκοπούς αντεξέτασής του επί των ισχυρισμών του της ένορκης του δήλωσης, ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες δυνάμει της δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον τους, και τούτο, επειδή σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ίδιος με το δικηγόρο των εναγόντων, κ. Πολύκαρπο Φιλίππου, αυτός, του επιβεβαίωσε ότι με την καταβολή του τελευταίου ποσού που δόθηκε σε εκπροσώπους του γραφείου του, στις 4/3/2014, οι εναγόμενοι ξοφλούν πλήρως την απαίτηση των εναγόντων καθώς και των εξόδων που αφορούν την απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής, επομένως, κατά τον κ. Σαββίδη και πάλι, ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες, θεωρώ πως, όχι απλώς θα πρέπει να παραχωρήσω την αιτούμενη άδεια, αλλά οφείλω να διατάξω την παρουσία του κ. Σαββίδη, προκειμένου να αντεξεταστεί εκ μέρους των εναγόντων και εξ αποφάσεως πιστωτών, επί του συνόλου των παραπάνω ισχυρισμών του, οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη του δήλωση, την οποία επισυνάπτει στη δική της ένορκη δήλωση η εναγόμενη 1, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγόμενων στην αίτηση έρευνας, όπως αναφέρει στη σχετική παράγραφο 7, προς απόδειξη των ισχυρισμών της προς εξόφληση. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι ο πρώτος λόγος ένστασης στην αίτηση έρευνας είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ξοφλήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος τους προς τους ενάγοντες. Επειδή ακριβώς η αίτηση έρευνας είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ο ρόλος του Δικαστηρίου σ' αυτή δεν είναι διαιτητικός, αλλά ουσιαστικά ενεργός, υπό την έννοια ότι οφείλει να εξετάσει και το ίδιο τον εξ αποφάσεως οφειλέτη και οποιοδήποτε μάρτυρα του οποίου θεωρήσει αναγκαία την παρουσία, για λήψη μαρτυρίας αναφορικά με το θέμα της εξέτασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ομολογώ ότι, ακόμη και να μην καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες, πρόθεσή μου ήταν να διατάξω αυτεπάγγελτα την παρουσία του κ. Σαββίδη στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας και ενδεχομένως, θα διατάξω και την παρουσία του κ. Φιλίππου, για σκοπούς εξέτασης και των δυο και εκ μέρους μου, συναφώς με τους ισχυρισμούς του πρώτου της ένορκης του δήλωσης, για τους οποίους οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι: Ο 1ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Ο 2ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος και/ή εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο 4ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι η σκοπούμενη αντεξέταση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και συγκεκριμένα, δε θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση των επίδικων ζητημάτων της διαδικασίας στην οποία επιδιώκεται η αντεξέταση, η οποία υποβάλλεται καταχρηστικά. Ο 5ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι τα θέματα στα οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών στις παραγράφους των οποίων επιζητείται η αντεξέτασή του είναι ξεκάθαρα και δεν χρήζουν διευκρίνησης. Τόσο «ξεκάθαρα» είναι που ενώ ο κ. Σαββίδης και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το εξ αποφάσεως χρέος των τελευταίων καθώς και τα έξοδα έχουν εξοφληθεί πλήρως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εξακολουθούν να τους οφείλουν το ποσό των €7.815,00, πλέον τόκους προς 8%, πλέον έξοδα, και Φ.Π.Α. (βλ. την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Νικολέττας Χαραλάμπους η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση). Ο 6ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα. Η προβολή του συγκεκριμένου λόγου αποκαλύπτει και την εσφαλμένη εντύπωση των εναγόμενων αναφορικά με τη φύση της αίτηση έρευνας και την ακολουθητέα διαδικασία κατά την εξέτασή της, οι οποίοι (εναγόμενοι) είναι φανερό πως θεωρούν ότι η ακρόασή της θα διεξαχθεί στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι αυτές δε θα ληφθούν υπόψη. Ο 7ος με τον οποίο υποβάλλεται πως δε δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο 8ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι γενική, αόριστη και δεν καθορίζει επακριβώς τους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν τον κ. Σαββίδη, έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει την ύπαρξη καλού λόγου για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Ειδικά γι' αυτό το λόγο ένστασης, πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί προστίθενται και τα εξής: Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 13 της ένορκης της δήλωσης, η αντεξέταση του κ. Σαββίδη αποβλέπει αποκλειστικά στο να ξεκαθαρίσει το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους των εναγόμενων, αφού ο τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου υπόλοιπου από αυτούς και/ή τους δικηγόρους τους είναι λανθασμένος και/ή στηρίζεται σε λανθασμένα γεγονότα. Περαιτέρω, όπως αναφέρει στην παράγραφο 17, «Εξ όσων γνωρίζω, είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, το οποίο σκοπό έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του που είναι η ανεύρεση της αλήθειας και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Ειδικά το τελευταίο, είναι απολύτως ακριβές. Στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι, έργο του Δικαστηρίου είναι η ανεύρεση της αλήθειας και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αυτό και για τον επιπλέον λόγο, ότι τα Δικαστήρια, συμβάλλοντας στην εκτέλεση των αποφάσεών τους, συν τοις άλλοις περιφρουρούν το ίδιο το κύρος τους. Ο 9ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν επί όλων των ισχυρισμών του κ. Σαββίδη. Ο 10ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι με τις παραγράφους στις οποίες οι ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα, το Δικαστήριο καλείται να εισέλθει σε θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς και να αποφασίσει γι αυτά εκ προοιμίου. Ειδικά και γι αυτό το λόγο προστίθενται τα εξής: Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κ. Σαββίδη θα συνεξεταστεί και αξιολογηθεί μαζί το σύνολο της μαρτυρίας που θα δοθεί κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας, η οποία θα γίνει στο πλαίσιο μιας - ενιαίας - διαδικασίας. Ο 11ος με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εξέταση αμφισβητούμενων ισχυρισμών δεν αποτελεί καλό λόγο για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η φύση των αμφισβητούμενων ισχυρισμών καθώς και της αίτησης έρευνας, αποτελεί και τον καλύτερο λόγο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο 12ος λόγος έχει ήδη απαντηθεί. Ο 13ος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι με την έκδοση του διατάγματος θα υπάρξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης έρευνας. Ουδεμία καθυστέρηση θα υπάρξει και εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να συμβεί αυτό δε σημαίνει ότι για να μη συμβεί, η εκδίκαση της αίτησης έρευνας θα πρέπει να διεξαχθεί με εσφαλμένο - διαδικαστικά - τρόπο. Ο 14ος λόγος έχει ήδη απαντηθεί. Το ίδιο και ο 15ος λόγος. Ο 16ος λόγος, στο βαθμό που με αυτό υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική θεωρώ πως έχει απαντηθεί, με αναφορά στους λόγους για τους οποίους θεωρώ επιβεβλημένη την παρουσία του κ. Σαββίδη στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας. Απ' εκεί και πέρα, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια η λογική, η αίτηση καταχωρήθηκε για εκδικητικούς λόγους. Τέλος θεωρώ αβάσιμο και τον 3ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση πάσχει και/ή είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, επειδή στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση προέβη δικηγόρος, χωρίς να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό. Συναφώς με αυτό το λόγο, για σκοπούς οικονομίας χρόνου παραπέμπω απευθείας στο περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόντων, οι οποίοι, με αναφορά και σε σχετικές αυθεντίες, ενώ από τη μια εξηγούν με πειστικό τρόπο το λόγο για τον οποίο προέβη σε ένορκη δήλωση δικηγόρος, από την άλλη αναδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους, το γεγονός αυτό, δεν αρκεί στο να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, για να καταλήξω, τα ουσιαστικά γεγονότα που θεμελιώνουν το υπό κρίση αίτημα, όπως αναφέρεται και στο σώμα της αίτησης εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης, επομένως και χωρίς ένορκη δήλωση, η έκβαση της αίτησης θα ήταν η ίδια. Πέραν αυτού, δεδομένης της φύσης της αίτησης - στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση - και της ανακριτικού χαρακτήρα διαδικασίας που τη διέπει (για να επαναλάβω), ούτως ή άλλως, πρόθεσή μου ήταν να διατάξω την παρουσία του κ. Σαββίδη για σκοπούς εξέτασής του επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, ακριβώς στην έκταση που οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ζητούν την αντεξέτασή του, όπως - ενδεχομένως -, θα διατάξω και την παρουσία του κ. Φιλίππου για σκοπούς εξέτασης και αυτού, στην έκταση που ο κ. Σαββίδης τον επικαλείται προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης από τους εναγόμενους του εξ αποφάσεως χρέους τους και των εξόδων της αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας εκκρεμεί προς εκδίκαση η σχετική αίτηση έρευνας. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παρουσία του κ. Σάββα Σαββίδη στο Δικαστήριο - ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 9/1/2017 -, στις 15/1/2018 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, για σκοπούς αντεξέτασής εκ μέρους των εναγόντων και εξέτασής του από το Δικαστήριο, επί του περιεχομένου των παραγράφων 2, 3 και 4 της ένορκής του δήλωσης. Δεδομένης της φύσης της αίτησης, την οποία θεωρώ κάπως πρωτότυπη, τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης έρευνας. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.