N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης: 109/2017, 9/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης: 109/2017 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD, από την Πάφο
- Νικολάου Αντώνη Νίκος, από την Πάφο Αιτητές - Εφεσείοντες και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητων -------------------------------- Ημερομηνία: 9.11.2017 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εφεσείοντες 1 και 2: κα Κάιζερ για κ. Μαθηκολώνη Για καθ' ων η αίτηση - εφεσίβλητους: κα Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εφεσείοντες 1, με τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου Υ3416/07, ημερομηνίας 21/6/2007 (στο εξής «επίδικη υποθήκη») υποθήκευσαν προς όφελος των εφεσίβλητων, το ακίνητό τους με αριθμό εγγραφής 10507, τεμάχιο 920 το οποίο βρίσκεται στο χωριό Λυσός της επαρχίας Πάφου (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Η επίδικη υποθήκη συστάθηκε προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την BANK OF CYPRUS LTD προς τους εφεσείοντες 1, με εγγυητές, τον εφεσείοντα 2 και την εταιρεία ARISTO DEVELOPERS LTD. Οι εφεσίβλητοι, στις 6/9/2013 καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον των δυο εφεσειόντων και της παραπάνω εταιρείας, την αγωγή 2412/
- Με αυτή - η οποία εκκρεμεί ακόμη -, μεταξύ άλλων ζητούν και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και την πώληση του επίδικου ακινήτου, με δημόσιο πλειστηριασμό. Και οι δυο εφεσείοντες καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων ισχυρίζονται και για την επίδικη υποθήκη ότι είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη οπότε και θα πρέπει να ακυρωθεί και εξαλειφτεί. Δυνάμει ανταπαίτησης ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτή είναι άκυρη και/ή ότι θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπεράσπιση. Στις 16/5/2017, οι εφεσίβλητοι επέδωσαν στους δυο εφεσείοντες την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(1)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014 (στο εξής «ο Νόμος»), έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» η οποία συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού καθώς και από την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Β
(2)του Νόμου ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «Θ». Η πρώτη ειδοποίηση απευθύνεται στους εφεσείοντες 1 και η δεύτερη και στους δυο εφεσείοντες. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Μέρος αυτών αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών. Με την υπό κρίση έφεση, οι εφεσείοντες ζητούν διάφορα διατάγματα, ανάμεσά τους και διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» (στο εξής «επίδικη ειδοποίηση»). Οι 18 συνολικά λόγοι ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης αναφέρονται στο σώμα της έφεσης και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2, ο οποίος προέβη σ' αυτή προς υποστήριξη της έφεσης. Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην έφεση η οποία αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο υπάλληλός τους στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, Ανδρόνικος Σταυρινού. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών - καθώς και δική μου θέση - ότι η επίδικη ειδοποίηση υπόκειται σε έφεση με βάθρο το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου και στην προκειμένη περίπτωση, η έφεση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που οι εφεσείοντες έλαβαν γνώση για την επίδικη ειδοποίηση - η οποία τους έχει επιδοθεί -, υπεισέρχομαι αμέσως στην ουσία όσων από τους λόγους ακύρωσής της θεωρώ αναγκαίους για σκοπούς εξέτασης της έφεσης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και τους λόγους ένστασης των εφεσίβλητων στην έφεση. Ειδικότερα: Στο ερώτημα κατά πόσο παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από την επίδικη ειδοποίηση που αποτελεί την ουσιαστική προϋπόθεση για σκοπούς νομιμοποίησής τους να καταχωρήσουν έφεση συναφώς με αυτή με βάση το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου, απαντώ καταφατικά. Η επίδικη ειδοποίηση προβλέπεται στο άρθρο 44Γ του Νόμου με πλαγιότιτλο «Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση» που εμπίπτει στο μέρος VIA του Νόμου με τίτλο «ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ». Δεδομένου ότι η επίδικη ειδοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της σχετικής διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, ασφαλώς παραβλάπτει τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εφεσείοντες 1 και έμμεσα, του εφεσείοντα 2, που είναι ο Διευθυντής τους (βλ. το τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού) και όχι μόνο. Συνάγεται από την αγωγή των εφεσίβλητων με αριθμό 2412/13 ότι ο εφεσείων 2 εγγυήθηκε προσωπικά το ποσό που παραχώρησαν οι εφεσίβλητοι στους εφεσείοντες 1 υπό μορφή πιστωτικών διευκολύνσεων, προς εξασφάλιση των οποίων συστάθηκε και η επίδικη υποθήκη. Με αυτό δεδομένο, η έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου των εφεσειόντων 1 από τους εφεσίβλητους δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου, έμμεσα παραβλάπτει και τα δικά του έννομα συμφέροντα. Επομένως νομιμοποιείται και αυτός στην καταχώρηση της υπό κρίση έφεσης κατά της επίδικης ειδοποίησης. Οι εφεσείοντες εγείρουν και θέμα κακής επίδοσης της επίδικης ειδοποίησης. Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Η επίδικη ειδοποίηση επιδόθηκε στους δυο εφεσείοντες με ιδιωτική επίδοση, που αποτελεί ένα από τους αναγνωρισμένους λόγους επίδοσής της με βάση το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου που αποτελεί ειδική διάταξη έναντι οποιασδήποτε άλλης διάταξης οποιουδήποτε άλλου νόμου και ειδικότερα, έναντι του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που διαλαμβάνει γενικά για την επίδοση εγγράφων σε εταιρεία. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες εγείρουν θέμα νομιμοποίησης των εφεσίβλητων να τους αποστείλουν την επίδικη ειδοποίηση. Διατείνονται ότι δεν είναι ο κατά νόμο ενυπόθηκος δανειστής και ή ότι η επίδικη υποθήκη ουδέποτε ενεγράφη προς όφελός τους και/ή επ' ονόματι τους. Και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Η επίδικη υποθήκη συστάθηκε στις 21/6/2007 μεταξύ των εφεσειόντων 1 και των εφεσίβλητων προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους εφεσείοντες 1 από την BANK OF CYPRUS LTD. Πρόκειται για τους εφεσίβλητους η εν λόγω εταιρεία - δηλαδή για το ίδιο νομικό πρόσωπο -, η οποία, στις 12/7/2004 άλλαξε απλώς το όνομά της από BANK OF CYPRUS LTD σε BANK OF CYPRUS PUPLIC COMPANY LIMITED, που στα ελληνικά είναι το όνομα των εφεσίβλητων, δηλαδή του ενυπόθηκου δανειστή που επέδωσε στους δυο εφεσείοντες την επίδικη ειδοποίηση. Όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση είναι περιληπτική ή και ελλιπής ή και δεν επεξηγεί τον τρόπο υπολογισμού του τόκου ή και τη χρέωση του τόκου ή και άλλων εξόδων ή και εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί κατάσταση λογαριασμού του κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους, όπως αναφέρει ο Νόμος, αλλά, κατάσταση λογαριασμού του κατ' ισχυρισμό δανειακού χρέους των εφεσειόντων
- Απαντώ μόνο σε όσα είναι υπογραμμισμένα. Στα υπόλοιπα, αν κριθεί αναγκαίο, θα απαντήσω αργότερα. Η θέση ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση δεν αφορά στο ενυπόθηκο χρέος, αλλά στο δανειακό χρέος των εφεσειόντων 1 είναι αβάσιμη. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης - σύμβασης - υποθήκης (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού) ότι αυτή αφορά στο ποσό των £40.000,00 (€68.344,06), καταβλητέο στις 24/6/2007, πλέον τόκους κ.λ.π. Η επίδικη ειδοποίηση η οποία απευθύνεται στους εφεσείοντες 1 είναι για το ποσό των €95.067,14, πλέον τόκοι επί του ποσού αυτού, με κεφαλαιοποίησή τους δυο φορές το χρόνο (κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου) από 1/1/
- Όπως αναφέρεται κατά λέξη σ' αυτή για το ποσό των €95.067,14, «το οποίο οφείλετε σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ3416/2017 και ημερομηνία 21/06/2007, πλέον €0 έξοδα μέχρι σήμερα περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης αυτής.» Όσα ακολουθούν τα οποία αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση, ίχνος αμφιβολίας δημιουργούν ότι αυτή αφορά στο ενυπόθηκο χρέος των εφεσειόντων 1 και όχι το δανειακό τους χρέος, όπως εσφαλμένα υποβάλλουν οι δυο εφεσείοντες. Αυτή έχει τίτλο τη φράση «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ» και ακολούθως αναφέρει τους εφεσείοντες 1 ως ενυπόθηκο οφειλέτη και πρωτοφειλέτη. Το ουσιαστικό της μέρος ακολουθεί αυτούσιο: «Υπόλοιπο Υποθηκών Υποθήκη Υ3416/2007 Ποσό Υποθήκης €68.344,06 Τόκοι €26.723,08 _____________ €95.067,14 Συνολικό υπόλοιπο υποθήκης €95.067,14 ____________________________________________________ Οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος €95.067,14» Από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης υποθήκης σε συνδυασμό με αυτό της επίδικης ειδοποίησης καθώς και της κατάστασης λογαριασμού που τη συνοδεύει, στην οποία, σε δυο περιπτώσεις γίνεται αναφορά σε οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος και σε μια, σε ποσό υποθήκης και σε συνολικό υπόλοιπο υποθήκης είναι φανερό, ότι το κατ' ισχυρισμό των εφεσίβλητων χρέος των εφεσειόντων 1 αφορά στο αρχικό ενυπόθηκο χρέος τους, ύψους €68.344,06 (£40.000,00), πλέον τόκους, οι οποίο ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €26.723,
- Το άθροισμα των δυο αυτών ποσών ανέρχεται στο ποσό των €95.067,14 που αποτελεί το κατ' ισχυρισμό των εφεσίβλητων οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος των εφεσειόντων 1 στους ίδιους. Ποσό το οποίο αναγράφεται τόσο στην επίδικη ειδοποίηση όσο και στην κατάσταση λογαριασμού που τη συνοδεύει. Θα έλεγα πως οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι εφεσείοντες ζητούν την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης είναι πρώτο, το γεγονός ότι σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή 2412/13 - η οποία εκκρεμεί - με την οποία ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώληση του επίδικου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό, οπότε, όπως είναι η θέση τους, η όλη διαδικασία που ξεκίνησε με την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης για πώληση του ίδιου ακινήτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Δεύτερο, το γεγονός ότι στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, οι ίδιοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούν την ακύρωση της επίδικης σύμβασης και δήλωσης υποθήκης για τους λόγους που αναφέρουν στην υπεράσπισή τους. Οι δυο αυτοί λόγοι ακύρωσης της επίδικης ειδοποίησης, λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν. Το Μέρος VI του Νόμου με τίτλο «ΠΩΛΗΣΙΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ» (άρθρα 37 μέχρι 44) διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας για εξόφληση ενυπόθηκου χρέους, με αίτηση του ενυπόθηκου δανειστή στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το άρθρο 44
(1)με τίτλο «Πολιτική αγωγή διά πώλησιν ενυποθήκου ακινήτου» προνοεί ότι: «Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν' αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού (τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ' αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.» Από το περιεχόμενο του παραπάνω άρθρου είναι σαφές, ότι, ενώ επιτρέπεται ακόμη και η συνύπαρξη αίτησης του ενυπόθηκου δανειστή στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, με αγωγή του πρώτου, για επίτευξη του ίδιου σκοπού, ωστόσο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο, σε περίπτωση που θεωρεί μη λογικά αναγκαία την καταχώρηση της αγωγής η οποία αποβλέπει στην επίτευξη του ίδιου σκοπού, όπως επιδικάσει σε βάρος του ενάγοντα - δηλαδή του ενυπόθηκο δανειστή - όλα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών του εναγομένου - δηλαδή του ενυπόθηκου οφειλέτη -. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο νομοθέτης, μολονότι διασφάλισε με ρητή πρόνοια το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με δυο τρόπους, ακόμη και ταυτόχρονα, την ίδια ώρα προκειμένου να αποτρέψει ενυπόθηκους δανειστές από το να χρησιμοποιούν αχρείαστα, αλλά και καταχρηστικά αυτό το δικαίωμα, με ρητή επίσης πρόνοια αναφέρεται και στις επιπτώσεις που ενέχει κάτι τέτοιο για τον ενυπόθηκο δανειστή, στο πλαίσιο της αγωγής. Στην περίπτωσή μας, το κεφαλαιώδες ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος επιδιώκει να πωλήσει ενυπόθηκο ακίνητο σε εφαρμογή των προνοιών του μέρους VIA του Νόμου, νομιμοποιείται να επιδιώκει ταυτόχρονα το ίδιο πράγμα και με αγωγή; Έχω τη γνώμη, ότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να είναι αρνητική. Απορρέει δε, με συνδυασμένη ερμηνεία του παραπάνω άρθρου του Νόμου με το άρθρο 44Α του Νόμου που αποτελεί και το πρώτο άρθρο του Μέρους VIA το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Το άρθρο 44
(1)του Νόμου που διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από το Διευθυντή του Κτηματολογίου παρατίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Το άρθρο 44Α ακολουθεί επίσης αυτούσιο: «
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Κατά τη γνώμη μου το συγκεκριμένο άρθρο θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής: Το γεγονός ότι ο ενυπόθηκος δανειστής έχει δικαίωμα δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου για πληρωμή ενυπόθηκου χρέους, με αίτησή του στο Διευθυντή του Κτηματολογίου, δεν του απαγορεύει, αντί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, να επιλέξει να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το Μέρος VIΑ του Νόμου που διαλαμβάνει για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο καθώς και το αντίθετο. Δηλαδή, αντί να επιλέξει να πωλήσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το μέρος VI του Νόμου, μπορεί να επιδιώξει την πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου, κατόπιν αίτησής του στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Τα παραπάνω αφορούν στην ερμηνεία των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου 44Α του Νόμου. Όσα ακολουθούν αποτελούν την - κατά τη γνώμη μου - ορθή ερμηνεία του εδαφίου 4 του ίδιου άρθρου: Καμιά διάταξη του Μέρους VIΑ του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή για πώληση από τον ίδιο ενυπόθηκου ακινήτου, για εξόφληση ενυπόθηκου χρέους, αποκλείει - δηλαδή του απαγορεύεται - το δικαίωμά του, αντί να επιδιώξει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIΑ του Νόμου, να καταχωρήσει πολιτική αγωγή, με την οποία να ζητά την έκδοση δικαστικού διατάγματος πώλησης του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου. Εις επίρρωση της θέσης μου ότι έτσι θα πρέπει να ερμηνευθεί το εδάφιο 4 του άρθρου 44Α του Νόμου προστίθενται τα εξής: Εάν αυτό που ήθελε ή εννοούσε ο νομοθέτης, ήταν να διασφαλίσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να μπορεί να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, τόσο δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου όσο και, ταυτόχρονα, με την καταχώρηση αγωγής, αξιώνοντας την έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δε βλέπω για ποιο λόγο υιοθέτησε την παραπάνω διατύπωση με το σχετικό εδάφιο 4 και δεν υιοθέτησε ίδια ή ανάλογη διατύπωση με αυτή του άρθρου 44
(1)του Νόμου η οποία διασφαλίζει ρητά το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει και με αγωγή την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, την οποία μπορεί να καταχωρήσει οποτεδήποτε πριν ή μετά (αυτονόητο και κατά) την καταχώρηση αίτησης στο Διευθυντή του κτηματολογίου για πώληση του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου. Ούτε και νομίζω πως διέλαθε της προσοχής του νομοθέτη είτε ακόμη, ότι αδιαφόρησε για το γεγονός, ότι, στην τελευταία περίπτωση, το άρθρο 44
(1)του Νόμου με τη σχετική επιφύλαξη διαλαμβάνει και για τις επιπτώσεις στον ενυπόθηκο δανειστή σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταχώρηση της αγωγής δεν ήταν λογικά αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού οπότε παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να τον καταδικάσει σε όλα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών του εναγόμενου. Ομολογώ μου ακούγεται παράλογο για να το δεχτώ ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, τόσο με αγωγή όσο και, ταυτόχρονα, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις επί των δικαιωμάτων και συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη, σε περίπτωση που ο πρώτος ασκεί ένα τέτοιο δικαίωμα, αχρείαστα, παράλογα και καταχρηστικά, υποβάλλοντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη στη βάσανο, από τη μια να πρέπει να υπερασπιστεί την αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η πώληση της ακίνητης περιουσίας του και από την άλλη, την ίδια ώρα, να καταφεύγει σε δικαστικές διαδικασίες ο ίδιος - κάτι που συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση -, για να ανακόψει τη διαδικασία πώλησης της ίδιας περιουσίας του από τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου. Και κάτι ακόμη. Η θέση των εφεσίβλητων (σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους) ότι, αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακινήτου που έχει ξεκινήσει δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, στη βάση της παράλληλης προώθησης της αγωγής με αριθμό 2412/13 θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και το σκοπό του Νόμου δε με βρίσκει σύμφωνο. Ενώ είναι γεγονός ότι ο σκοπός του Νόμου σύμφωνα με το σχετικό νομοσχέδιο με το οποίο εισήχθη το Μέρος VIA του Νόμου, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική του έκθεση είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών, αυτό δεν εξυπακούει το άλλο που υποβάλλουν οι εφεσίβλητοι, ότι με το σχετικό Μέρος VIA του Νόμου, ουσιαστικά επιτρέπεται η ταυτόχρονη χρήση του εν λόγω Μέρους από τον ενυπόθηκο δανειστή με την καταχώρηση αγωγής προς επίτευξη του ίδιου σκοπού. Το σχετικό απόσπασμα από την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το οποίο περικλείει το σκοπό του νομοσχεδίου με το οποίο εισήχθη το Μέρος VIA του Νόμου, ακολουθεί αυτούσιο: «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή νέου Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπονται μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία διεξαγωγής της εκποίησης του ενυπόθηκων ακινήτων γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών, είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση˙ .............» Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής συναφώς με το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας: «Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Και λίγο παρακάτω: «Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι έχουν ετοιμάσει τρεις ένορκες δηλώσεις και εμφανίσθηκαν 5 φορές, μέσω δικηγόρου, ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς ακρόασης των τριών αιτήσεων. Το διάταγμα εξόδων εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί αντιστάθμισμα για την ταλαιπωρία την οποία έχουν υποστεί.» Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» Όλες οι παραπάνω αρχές - τηρουμένων των αναλογιών - θεωρώ ότι ισχύουν και στην περίπτωση των εφεσειόντων, οι οποίοι, από τη μια υποχρεώθηκαν να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή των εφεσίβλητων - με την οποία αυτοί, μεταξύ άλλων ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό - καθώς και ανταπαίτηση, με την οποία ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη για τους λόγους που αναφέρουν στην υπεράσπισή τους. Από την άλλη, η απόφαση των εφεσίβλητων να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία πώλησης του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου τους δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, εκκρεμούσης της αγωγής με αριθμό 2412/13 - με την οποία επιδιώκουν ακριβώς το ίδιο πράγμα -, τους ανάγκασε να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, για να ανακόψουν τη διαδικασία αυτή. Οι εφεσείοντες και στις δυο αυτές διαδικασίες εκπροσωπούνται από δικηγόρο, με ό,τι αυτό σημαίνει συν τοις άλλοις και σε επίπεδο εξόδων και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταχωρηθείσα αγωγή εναντίον τους, δεν ήταν λογικά αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, που για ό,τι μας ενδιαφέρει είναι η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τους, δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης προστασίας με αυτή που τους παρέχει το άρθρο 44
(1)του Νόμου σε περίπτωση που οι εφεσίβλητοι, εκκρεμούσης της αγωγής τους επιχειρούσαν να πωλήσουν το ίδιο ακίνητο κατόπιν αίτησής τους στο Διευθυντή του Κτηματολογίου δυνάμει του μέρους VI του Νόμου. Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ ότι οι εφεσίβλητοι, για να νομιμοποιούνταν να επιδιώξουν την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου των εφεσειόντων σε εφαρμογή του μέρους VIΑ του Νόμου, προηγουμένως, θα έπρεπε να είχαν αποσύρει την αξίωσή τους της παραγράφου 23 III Α. της αγωγής τους, με την οποία ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Αφ' ης στιγμής δεν το έκαναν, δεν είχαν δικαίωμα να τροχοδρομήσουν τις διαδικασίες πώλησης του ίδιου ακινήτου, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με την υπό κρίση έφεση, οι εφεσείοντες ζητούν διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης (κατά τον Τύπο «Ι») και διάφορα άλλα - παρεμφερή διατάγματα. Δικαιοδοτικό βάθρο για σκοπούς νομιμοποίησής τους να καταχωρήσουν την έφεση αποτελεί το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου. Όπως αναφέρεται στη σχετική επιφύλαξή του εν λόγω άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και όπου σ' αυτά αναφέρεται η λέξη «Διευθυντής», δηλαδή ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, αυτή αντικαθίσταται με τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής». Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, το Δικαστήριο, όπως συμβαίνει σ' όλες τις περιπτώσεις επιτυχίας έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, που έχει εξουσία να ακυρώσει την απόφαση του Διευθυντή, έτσι και εδώ, δεδομένης πλέον της επιτυχίας της έφεσης έχει εξουσία να διατάξει την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης. Με αυτό δεδομένο, που πρακτικά σημαίνει ότι οι εφεσίβλητοι, εκκρεμούσης της αγωγής τους με αριθμό 2412/13, ενόσω με αυτή αξιώνουν διάταγμα για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου των εφεσειόντων, δε νομιμοποιούνται να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για σκοπούς πώλησης του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, η έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος είναι περιττή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων η έφεση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα, ως παράγραφος Α. της έφεσης. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων 1 και 2 και σε βάρος των εφεσίβλητων. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση για ακύρωση του Τύπου «Ι») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο