Α. N. STASIS ESTATES PLC ν. Αναστασίας Κλεάνθους κ.α., Aρ. Αίτησης: 180/2017, 21/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αίτησης: 180/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139
(1)/2015 Αναφορικά με την αίτηση των: Α. N. STASIS ESTATES PLC Αιτητών - Εφεσειόντων και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου
- Αναστασίας Κλεάνθους Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητων ------------------ Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 4.8.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.11.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές - εφεσειόντες: κ. Μ. Τελώνης Για καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητο 1: καμιά εμφάνιση Για καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη 2: κ. Α. Πολυδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εφεσείοντες, με την έφεσή τους ζητούν την έκδοση: «Α. Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση/απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 03/07/2017 για την οποία η Αιτήτρια - Εφεσείουσα έλαβε γνώση την 01/08/
- Β. Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου υπό τον Τύπο «ΙΕ» ημερ. 27/07/
- Γ. Διατάγματος του Δικαστηρίου και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου και/ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στην ειδοποίηση/απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 03/07/2017 και στην αντίστοιχη ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, υπό τον τύπο «ΙΕ» ημερ. 27/07/
- Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Με την υπό κρίση αίτηση, οι εφεσείοντες ζητούν την έκδοση: «Α. Διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 03/07/17, η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές την 01/08/17, με την οποία αποφάσισε να απορρίψει την ένσταση των αιτητών, και να μεταβιβάσει επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 2, το ακίνητο με Αριθμό Εγγραφής 0/39226, Φ/Σχ. 51/02, Τεμάχιο 782, στον Μούταλο της Επαρχίας Πάφου, από την έκδοση του διατάγματος μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η αντίστοιχη προκαταρκτική ειδοποίηση, υπό τον τύπο «ΙΕ», του Διευθυντή του Κτηματολογικού γραφείου Πάφου, ημερομηνίας 27/07/2016, από την έκδοση του διατάγματος μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα ή απόφαση ή θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Στο σημείο αυτό επισημαίνεται το εξής: Η υπό κρίση αίτηση, αν και καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, στις 9/8/2017 που ήταν ορισμένη για εξέταση, όλοι οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Η κα Κυριάκου που εμφανίστηκε για τον εφεσίβλητο 1 προέβη σε δήλωση ότι αυτός δε θα καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, ως επίσης και ότι από τη στιγμή που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δε θα προχωρήσει σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Για να συνεχίσω, η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139
(1)/2015, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εφεσειόντων Ανδρέα Στασή. Η εφεσίβλητη 2 (στο εξής «εφεσίβλητη») καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «Α. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Β. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει ο Νόμος για το αδύνατο απονομής της δικαιοσύνης στο μέλλον πρέπει να ισχύει στην παρούσα γενική αίτηση και όχι να ισχύει ή εξαρτάται από τυχόν απόφαση σε άλλη αγωγή και συγκεκριμένα στην αγωγή με αριθμό 2256/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Γ. Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν όλα τα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Δ. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη. Ε. Η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη Νο. 2 έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Στ. Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα την ύπαρξη της αγωγής 999/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και την απόφαση που εκδόθηκε που διάτασσε μεταξύ άλλων την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 17/3/
- Ζ. Οι αιτητές δεν αναφέρουν οτιδήποτε για την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα της καθ' ης η αίτηση Νο.
- Η. Οι αιτητές με την αίτηση τους κάνουν κατάχρηση της διαδικασίας.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης, ημερομηνίας 17/3/1987 (στο εξής «επίδικη σύμβαση») οι εφεσείοντες πώλησαν στην εφεσίβλητη μια μεζονέτα (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), η οποία ανεγέρθηκε σε ακίνητο ιδιοκτησίας των πρώτων, στο Block B του κτιριακού συγκροτήματος με την ονομασία «Kings Park» στο Μούτταλο. Το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ήταν £27.000,00 (€46.132,24) και καταβλήθηκε από την εφεσίβλητη. Η τελευταία, με την ΠΩΕ 117/1987 κατάθεσε την επίδικη σύμβαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Όσα ακολουθούν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εφεσειόντων: Δυνάμει των όρων της επίδικης σύμβασης, η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, θα γινόταν μετά την έκδοση χωριστού τίτλου καθώς και με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Επιπλέον, η εφεσίβλητη, προκειμένου να της μεταβιβαστεί ο ξεχωριστός τίτλος, θα έπρεπε να καταβάλει όλους τους φόρους, τέλη, κοινόχρηστα έξοδα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα προκύπτουν αναφορικά με την κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της. Οι εφεσείοντες διατηρούσαν χρεωστικούς λογαριασμούς για τους ιδιοκτήτες αναφορικά με τις υπηρεσίες που τους παρείχαν σε σχέση με τη συντήρηση και/ή διατήρηση των κοινόχρηστων χώρων του κτιριακού συγκροτήματος - στο οποίο ανήκει και το επίδικο ακίνητο - σε χρησιμοποιήσιμη και/ή λειτουργική και/ή βιώσιμη κατάσταση. Ο λογαριασμός της εφεσίβλητης, στις 30/11/2015 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους €62.333,95 για την περίοδο 17/3/1987 μέχρι 31/12/
- Η εφεσίβλητη, παρότι οχλήθηκε πολλές φορές από τους εφεσείοντες, εντούτοις παραλείπει και/ή αμελεί και/ή αρνείται να καταβάλει το ποσό αυτό. Οι εφεσείοντες εκπλήρωσαν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της και της παρέδωσαν κατοχή του επίδικου ακινήτου το Μάρτη του
- Περαιτέρω έχουν προβεί σ' όλες τις απαραίτητες ενέργειες και το 2015 εξέδωσαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας γι' αυτό, με αριθμό εγγραφής 0/39226, τεμάχιο
- Η εφεσίβλητη, παρότι κατέβαλε στους εφεσείοντες το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό των €62.333,95 (ανωτέρω), που ήταν πληρωτέο με την έκδοση του χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, ως προέβλεπε η επίδικη σύμβαση. Συνεπεία αυτού καταχώρησαν εναντίον της στο Ε. Δ. Πάφου, την αγωγή 2256/15 με την οποία αξιώνουν το ποσό αυτό. Η εφεσίβλητη, μετά την καταχώρηση της αγωγής αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, δυνάμει των δικαιωμάτων που της παρείχε ο Νόμος 9/65, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139
(1)/2015 (στο εξής «ο Νόμος») και καταχώρησε την αίτηση ΑΕΑ 841/
- Ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου (στο εξής «Διευθυντής»), στις 27/7/2016 εξέδωσε προκαταρκτική ειδοποίηση υπό τον Τύπο «ΙΕ» (στο εξής «επίδικη ειδοποίηση») και στη συνέχεια, παρότι οι εφεσείοντες στις 6/7/2016 καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τις οφειλές της εφεσίβλητης, στις 3/7/2017 εξέδωσε απόφαση (στο εξής «εκκαλούμενη απόφαση»), η οποία τους κοινοποιήθηκε την 1/8/2017, με την οποία απέρριψε την ένσταση και αποφάσισε ότι θα προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, εκτός εάν οι εφεσείοντες, εντός 30 ημερών προσκομίσουν δικαστικό διάταγμα που να διατάσσει διαφορετικά. Μέρος όσων αναφέρει στη συνέχεια ο διευθυντής των εφεσειόντων, θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο. Με τη σειρά της η εφεσίβλητη, στη δική της ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Λόγω του ότι οι εφεσείοντες παρέλειψαν να της μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο και τούτο, παρότι τους κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα αγοράς του από το 1987 καταχώρησε εναντίον τους στο Ε. Δ. Πάφου, την αγωγή 999/
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο, στις 24/11/2014 εξέδωσε απόφαση η οποία, μεταξύ άλλων διάτασσε την ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και εξέδωσε διάταγμα που διατάσσει τους εφεσείοντες όπως εντός 2 μηνών προβούν σ' όλες τις απαραίτητες ενέργειες για έκδοση ξεχωριστού τίτλου του επίδικου ακινήτου καθώς και διάταγμα που τους καταδίκαζε σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία που είχε υποστεί η ίδια, λόγω παράβασης εκ μέρους τους ουσιωδών όρων της επίδικης σύμβασης. Το Δικαστήριο τέλος, τους καταδίκασε και στα έξοδα. Η απόφαση τους επιδόθηκε στις 22/1/2015 και δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε έφεση. Παρόλο που παρήλθε χρονικό διάστημα, πέραν των 30 χρόνων μέχρι σήμερα δεν έχουν μεταβιβάσει επ' ονόματι της το επίδικο ακίνητο. Αντίθετα, με την υπό κρίση αίτηση ζητούν διάταγμα που να εμποδίζει το Διευθυντή να το εγγράψει στο όνομά της. Οι εφεσείοντες παρέλειψαν σκόπιμα να αναφέρουν στην αίτησή τους όλα τα παραπάνω γεγονότα. Με την επιστολή τους, ημερομηνίας 12/3/2015, την πληροφόρησαν ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το επίδικο ακίνητο και την κάλεσαν να τους καταβάλει το ποσό των €81.131,64, το οποίο δήθεν τους οφείλει ως φόρους ακινήτων, ΣΑΠΑ, κοινόχρηστα και άλλα τέλη για να της το μεταβιβάσουν. Μετά την άρνησή τους να της μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο που αγόρασε και ξόφλησε, προχώρησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου και αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου και κατάθεσε την αίτηση με αριθμό Α.Ε.Α 841/15 για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της, αφού προσκόμισε τα αναγκαία αποδεικτικά. Ακολούθως, οι εφεσείοντες καταχώρησαν την αγωγή με αριθμό 2256/15, με την οποία ζητούν διάταγμα ότι παρέβηκε την επίδικη σύμβαση, ενώ παρέλειψαν να αναφέρουν ότι το θέμα αποφασίστηκε τελεσίδικα στην αγωγή 999/09 και αξιώνουν το ποσό των €84.195,94 για δήθεν φόρους ακινήτων, ΣΑΠΑ, κοινόχρηστα και άλλα τέλη. Η εν λόγω αγωγή εκκρεμεί για εκδίκαση. Οι εφεσείοντες, μετά που ειδοποιήθηκαν από το Κτηματολόγιο για την πιο πάνω αίτησή της καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση και το Κτηματολόγιο, με επιστολή του, ημερομηνίας 7/6/2016, αφού την πληροφόρησε για την ένσταση, την κάλεσε να προσκομίσει τα δέοντα αποδεικτικά στοιχεία, όπως και έπραξε. Το επίδικο ακίνητο, μέχρι σήμερα δεν έχει μεταβιβαστεί στο όνομά της και παραμένει στο όνομα των εφεσειόντων. Όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της, στις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, προϋπόθεση για να εγγράψει αυτεπάγγελτα ο Διευθυντής το επίδικο ακίνητο στο όνομά της είναι, εφόσον εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος, να έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, γεγονός το οποίο έπραξε. Οι υπόλοιπες αξιώσεις των εφεσειόντων αποτελούν αντικείμενο της αγωγής 2256/15 και δεν έχουν σχέση με τις πρόνοιες του Νόμου. Οι εφεσίβλητη ισχυρίζεται και διάφορα άλλα με τα οποία, αν κριθεί αναγκαίο, θα ασχοληθώ αργότερα. Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της αίτησης. Προκαταρκτικά να πω τα εξής: H εφεσίβλητη δεν εγείρει - και πολύ ορθά - θέμα δικαιοδοσίας για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στο πλαίσιο έφεσης εναντίον οποιασδήποτε διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, κατά το άρθρο 51 του Νόμου. Δεδομένου ότι η έφεση, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία, με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 965), το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει και οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα με βάση το άρθρο 32 του ίδιου Νόμου. Και κάτι ακόμη. Δε συμφωνώ με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εφεσειόντων ότι στην υπό κρίση αίτηση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το συγκεκριμένο άρθρο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα που περιορίζει τη συναλλαγή σχετική με γη στο πλαίσιο αγωγής για χρέος ή αποζημίωση, που δεν είναι η περίπτωσή μας, η οποία αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, με βάση τις σχετικές πρόνοιες του μέρους VIB του Νόμου. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, με τίτλο «Συντηρητικό διάταγμα που περιορίζει τη συναλλαγή σχετικά με γη» ακολουθεί αυτούσιο: «Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.» Ακολουθεί ότι η αίτηση θα εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και που έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με τον τροποιητικό Νόμο 139
(1)/2015 προστέθηκαν στο Μέρος VIB του Νόμου που έχει τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ» τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ. Το άρθρο 44ΙΗ με πλαγιότιτλο «Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ» προνοεί ότι οι διατάξεις των εν λόγω άρθρων εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος του βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι και την 31/12/2014 με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΘ
(1)(α), η εν λόγω μεταβίβαση διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή ή κατόπιν υποβολής σ' αυτόν αίτησης από τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Το άρθρο 44Κ
(1)προνοεί ότι ο Διευθυντής «.προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.» Το άρθρο 44ΚΒ - μέρος - ακολουθεί αυτούσιο: «
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) .............:
(4)...............
(5).............
(6)...............
(7).............» Το άρθρο 44ΚΓ
(5)έχει ως εξής: «
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), υφιστάμενη υποθήκη, εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση η οποία βαρύνει το ακίνητο διαγράφεται από το Διευθυντή πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου: Νοείται ότι, ουδεμία μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή οι οποίες προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις του σε σχέση με την καταβολή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει του περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, καθώς και αποχετευτικών τελών δυνάμει του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου.» Τέλος, το άρθρο 44ΚΓΑ, με τίτλο «Καταβολή φόρων και τελών από τον αγοραστή», επίσης ακολουθεί αυτούσιο: «
(1)Ο αγοραστής καταβάλλει οποτεδήποτε πριν από τη δυνάμει του παρόντος Μέρους μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματί του τις οφειλές οι οποίες προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις του σε σχέση με την καταβολή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, καθώς και αποχετευτικών τελών δυνάμει των διατάξεων του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο φόρος και τα τέλη καταβάλλονται ως ακολούθως: (α) Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι του πωλητή της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας ο αγοραστής απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης, ο φόρος και τα τέλη που καταβάλλει ο αγοραστής καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές με βάση την αξία της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας. (β) σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι του πωλητή της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας ο αγοραστής απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης, ο φόρος και τα τέλη που καταβάλλει ο αγοραστής για τα έτη κατά τα οποία δεν υφίσταται ξεχωριστός τίτλος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές με βάση την αξία του φυσικού μεριδίου ιδιοκτησίας του επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας: Νοείται ότι η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας ο αγοραστής απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης ή του φυσικού μεριδίου ιδιοκτησίας του επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, ανάλογα με την περίπτωση, συνυπολογίζεται από τις αρμόδιες αρχές για τον καθορισμό της οφειλής του προς αυτές.
(3)Ο αγοραστής δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε τόκο ή/και χρηματική επιβάρυνση επί του οφειλόμενου φόρου ή/και τέλους τα οποία έχουν επιβληθεί στον πωλητή λόγω παράλειψης καταβολής τους από αυτόν εντός της καθορισμένης από τους οικείους νόμους προθεσμίας.
(4)Ανεξαρτήτως του φόρου που επιβλήθηκε στον πωλητή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου με βάση την αξία του συνόλου της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ο αγοραστής καταβάλλει φόρο με βάση την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης, καθώς και την αξία οποιασδήποτε άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης: Νοείται ότι για τα έτη κατά τα οποία δεν υφίσταται ξεχωριστός τίτλος της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας ο αγοραστής απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης ο αγοραστής καταβάλλει φόρο με βάση την αξία του φυσικού μεριδίου ιδιοκτησίας του επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας απέκτησε την κατοχή δυνάμει σύμβασης, καθώς και την αξία οποιασδήποτε άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης.» Παρατηρώ τα εξής: Η εφεσίβλητη, η οποία κατάθεσε την επίδικη σύμβαση στο Κτηματολόγιο από το 1987 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που της παρέχουν τα άρθρα 44ΙΗ και επόμενα του Νόμου υπόβαλε αίτηση στο Διευθυντή για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της. Με τη σειρά του ο Διευθυντής, ο οποίος επιλήφθηκε της αίτησης, προφανώς, επειδή έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Κ
(1)του Νόμου, δηλαδή θεώρησε ότι καταβλήθηκε πλήρως το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου και ότι υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας αυτού, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, με την έγγραφη επίδικη ειδοποίησή του κατά τον Τύπο «ΙΕ», ημερομηνίας 27/7/2016, η οποία απευθύνεται στους εφεσείοντες (βλ. το τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή τους), τους πληροφόρησε για την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους να υποβάλουν ένσταση εναντίον της πρόθεσής του να προχωρήσει στην εν λόγω μεταβίβαση, εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επίδικης ειδοποίησης. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν ένσταση (βλ. το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή τους), η οποία εδράζεται στη βασική τους θέση ότι η εφεσίβλητη τους οφείλει το ποσό των €62,333,95 για κοινόχρηστα έξοδα, φόρους ιδιοκτησίας, τέλη ιδιοκτησίας, τέλη αποχετευτικών κ.λ.π., τα οποία κατέβαλαν οι ίδιοι εκ μέρους της. Με την ένστασή τους αναφέρουν και τα εξής: Έχουν καλέσει επανειλημμένα την εφεσίβλητη να μεταβεί στο Κτηματολόγιο αφότου πληρώσει τις παραπάνω οφειλές της έναντι τους, χωρίς αποτέλεσμα. Συνεπεία αυτού, εναντίον της καταχώρησαν την αγωγή 2256/15 με την οποία απαιτούν επίσης τα δικηγορικά τους έξοδα, πλέον νόμιμους τόκους και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο. Ο Διευθυντής, παρά την ένσταση των εφεσειόντων, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ημερομηνίας 3/7/2017 (βλ. το τεκμήριο 4, στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εφεσειόντων), τους πληροφόρησε ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, δυνάμει της επίδικης σύμβασης, εκτός εάν προσκομιστεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, εντός 30 ημερών από τη λήψη της απόφασή του, «.με το οποίο να απαγορεύεται η οποιαδήποτε μεταβίβαση ή/και αποξένωση του ακινήτου μέχρι και την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής.» Οι εφεσείοντες καταχώρησαν έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης και στο πλαίσιο της την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν αναστολή της εκκαλούμενης απόφασης καθώς και της επίδικης ειδοποίησης μέχρι και την εκδίκαση της έφεσης. Παρατηρώ τα εξής: Με απλή αντιπαραβολή της ενώπιον μου εκατέρωθεν μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των λόγων ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, θεωρώ ότι σε σχέση με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία (για έκδοση διατάγματος αναστολής της εκκαλούμενης απόφασης) υπάρχει τόσο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσο και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Το πρώτο, εν πάση περιπτώσει, το αναγνωρίζει και η εφεσίβλητη με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της. Το άρθρο 44ΚΒ
(3)(α) του Νόμου αναγνωρίζει ως ένα από τους λόγους ένστασης κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση ακινήτου το οποίο βαρύνεται με σύμβαση η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και για το οποίο έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή και το άρθρο 44ΚΓΑ
(1)του Νόμου προνοεί ότι ο αγοραστής καταβάλλει οποτεδήποτε πριν από τη μεταβίβαση ενός τέτοιου ακινήτου επ' ονόματι του, τις οφειλές οι οποίες προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις του σε σχέση με την καταβολή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας καθώς και αποχετευτικών τελών, όλα δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Η επίδικη σύμβαση διαλαμβάνει για την υποχρέωση της εφεσίβλητης για καταβολή τέτοιων οφειλών και η ένσταση των εφεσειόντων κατά της απόφασης του Διευθυντή να προβεί στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της έχει ως λόγο τη μη καταβολή εκ μέρους της των εν λόγω οφειλών της, που - για να επαναλάβω - αποτελεί νόμιμο λόγο ένστασης. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο βάσιμο ή μη του λόγου ένστασης των εφεσειόντων, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι στη βάση όλων των παραπάνω αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς και η ορατότητα επιτυχίας της έφεσης. Για το δεύτερο λαμβάνω υπόψη και την εσφαλμένη - νομική - θέση της εφεσίβλητης σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, η οποία, χωρίς να ισχυρίζεται ευθέως ότι κατέβαλε τις κατ' ισχυρισμό των εφεσειόντων οφειλές της, που αποτελούν και τη βάση της εναντίον της αγωγής των εφεσειόντων με αριθμό 2256/15 - παρά μόνο, στην παράγραφο 9 της ένορκης της δήλωσης αναφέρεται σε δήθεν φόρους ακινήτων, ΣΑΠΑ, κοινόχρηστα και άλλη τέλη - ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω οφειλές - αξιώσεις των εφεσίβλητων δεν έχουν σχέση με τις πρόνοιες του Νόμου, ως επίσης και ότι με την καταβολή του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της, η ίδια έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του Νόμου οπότε δε συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ο Διευθυντής να μην ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος και να εκδώσει τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομά της. Δε νομίζω πως χρειάζεται είτε ακόμη ότι θα ήταν ορθό να επεκταθώ και να υπεισέλθω στην ουσία όσων συνθέτουν τις αξιώσεις των εφεσειόντων εναντίον της εφεσίβλητης. Και τούτο, επειδή - για να επαναλάβω - γενικά η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, ως επίσης και ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. τις Bacardi, Γρηγορίου και Αβερκίου (ανωτέρω)). Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, σύμφωνα με την οποία, σε ενδιάμεση διαδικασία εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Στην περίπτωσή μας είναι σαφές, ότι, θεωρούμενα ως αληθή όσα συνθέτουν την ένσταση των εφεσειόντων κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, η οποία τους γνωστοποιήθηκε με την επίδικη ειδοποίησή του, θα οδηγήσουν σε ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασής του για μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου και κατ' επέκταση, σε επιτυχία της έφεσης. Απ' εκεί και πέρα, ο λόγος για τον οποίο θεωρώ πως δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση μα ούτε και πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία, αφορά στο γεγονός, ότι η εφεσίβλητη απώλεσε το δικαίωμά της να προσβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επίδικη ειδοποίηση. Αυτή είναι ημερομηνίας 27/7/2016 και η εφεσίβλητη εάν για οποιοδήποτε λόγο θεωρούσε ότι παραβλάπτονταν τα νόμιμα συμφέροντά της από αυτή, σε εφαρμογή του άρθρου 51 του Νόμου, όφειλε να την εφεσιβάλει αυτοτελώς, εντός 30 ημερών από την κοινοποίησή της στην ίδια, κάτι που προφανώς δεν έκανε, παρά μόνο αρκετό καιρό αργότερα και εκπρόθεσμα, στο πλαίσιο της έφεσής της κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ημερομηνίας 3/7/2017. Δηλαδή, περίπου ένα χρόνο αργότερα. Με αναφορά στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, έχοντας κατά νου ότι κατά την εξέτασή της - για να επαναλάβω -, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω)) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. (ανωτέρω επίσης) καθώς και τη Zena Co. Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 1848) παρατηρώ τα εξής: Οι εφεσείοντες συναρτούν το ανεπανόρθωτο της ζημιάς που θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, τόσο με την αδυναμία τους να εκτελέσουν ενδεχόμενη απόφαση που θα εξασφαλίσουν εναντίον της εφεσίβλητης στο πλαίσιο της αγωγής τους (ως ανωτέρω), δεδομένου και του ύψους της αξίωσής τους (€62.333,95 σύμφωνα με τους ίδιους, €84.195,94 σύμφωνα με την εφεσίβλητη) όσο και με τη θέση τους, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι αυτή, ως έχει πληροφορήσει το διευθυντή τους (βλ. την παράγραφο 20 της ένορκης του δήλωσης), θα προβεί σε μεταβίβαση/αποξένωση του εν λόγω ακινήτου, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο οι εφεσείοντες ισχυρίζονται πως δεν μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης. Η αίτηση καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της έφεσης και όχι της αγωγής των εφεσειόντων, επομένως, αυτοί δεν μπορεί να συναρτούν τη ζημιά που θα υποστούν - όπως είναι η θέση τους - σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με την έκβαση της αγωγής τους. Εάν ήθελαν να διασφαλίσουν την ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον της εφεσίβλητης στο πλαίσιο της εναντίον της αγωγής τους, θα έπρεπε να προβούν στη λήψη μέτρων στο πλαίσιο της αγωγής και όχι στο πλαίσιο της έφεσής τους η οποία έχει εντελώς διαφορετικό αντικείμενο. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι αντικείμενο της έφεσης αποτελεί η απόφαση του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης και το αίτημα των εφεσειόντων είναι η ακύρωση της εν λόγω απόφασης, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι βέβαιο ότι η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού, σε τέτοια περίπτωση, ο Διευθυντής θα προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης. Ότι αυτό θα συμβεί σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αναφέρεται από το Διευθυντή στην εκκαλούμενη απόφασή του. Συγκεκριμένα, ότι εκτός κι αν προσκομιστεί σχετικό δικαστικό διάταγμα, εντός 30 ημερών από τη λήψη της απόφασής του, με το οποίο να απαγορεύεται η μεταβίβαση και αποξένωση του επίδικου ακινήτου μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής (προφανώς της έφεσης ήθελε να πει) θα προχωρήσει στη μεταβίβασή του επ' ονόματι της εφεσίβλητης. Μολονότι παρήλθε η προθεσμία των 30 ημερών, αυτό δεν έγινε μέχρι σήμερα, απλώς και μόνο επειδή ο Διευθυντής, στις 9/8/2017 που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, με ρητή δήλωση της δικηγόρου του δεσμεύτηκε να μην προβεί σε τέτοια ενέργεια, εκκρεμούσης της αίτησης. Και, με δεδομένο ότι αυτό είναι το αντικείμενο της έφεσης και δεν τίθεται θέμα καταβολής αποζημιώσεων είναι σαφές, ότι, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, δε θα πρέπει να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση. Και για να γίνει τελείως κατανοητό γιατί θα συμβεί αυτό σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δεδομένου ότι σε τέτοια περίπτωση ο Διευθυντής θα έχει το δικαίωμα να προχωρήσει αμέσως στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, ακόμη και να μην ευσταθεί ο ισχυρισμός του διευθυντή των εφεσειόντων, ότι αυτή θα το αποξενώσει, διερωτώμαι τι νόημα θα έχει για την ίδιους, ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσή τους, με την οποία θα ακυρώνεται η απόφαση του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης, όταν αυτό, δηλαδή η μεταβίβαση, θα αποτελεί πια γεγονός; Ακολουθεί ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Προτού εξετάσω κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να το εκδώσω, θα ήθελα να απαντήσω και σε όσους από τους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί από την εφεσίβλητη - με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της -, οι οποίοι δεν έχουν απαντηθεί. Όπως αναφέρει ο κ. Πολυδώρου στη γραπτή του αγόρευση, θα πρέπει να λάβω σοβαρά υπόψη ότι στην αίτησή των εφεσειόντων, στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση καθώς και στην έφεσή τους, πουθενά δεν αναφέρεται η αγωγή 999/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και ότι στο πλαίσιό της εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση που διέτασσε την ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες και η σχετική παράλειψη των εφεσειόντων ισοδυναμεί με απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Με την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση, η εφεσίβλητη θεωρεί ότι έχει εκπληρώσει όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις που θέτει ο Νόμος. Δεδομένης της εν λόγω απόφασης, που διέτασσε την ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, οι εφεσείοντες, με την παρούσα αίτηση κάνουν κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης. Παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης η εν λόγω απόφαση, με την οποία εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο οι εφεσείοντες διατάσσονται όπως εντός δυο μηνών λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα και διαβήματα προς εξασφάλιση των απαιτούμενων από οποιοδήποτε σε ισχύ Νόμο πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το επίδικο ακίνητο. Με την προσθήκη βέβαια, ότι τα έξοδα για τη διενέργεια των πιο πάνω θα βαρύνουν τους εφεσείοντες, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων της εφεσίβλητης, όπως αυτές απορρέουν από τη μεταξύ τους (επίδικη) συμφωνία. Χωρίς να αποφαίνομαι εάν η παραπάνω απόφαση, όπως είναι διατυπωμένη αποτελεί απόφαση με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι αυτή, σ' ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις που δημιουργεί δεν είναι μονοσήμαντη, υπό την έννοια ότι, η υποχρέωση των εφεσειόντων για λήψη όλων των αναγκαίων διαβημάτων για διενέργεια χωριστής εγγραφής για το επίδικο ακίνητο συναρτάται με την υποχρέωση της εφεσίβλητης να καταβάλει τα σχετικά έξοδα που τη βαραίνουν δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Κατά πόσο αυτό έγινε ή όχι μου είναι άγνωστο και ούτε μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ενώ αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι διενεργήθηκε χωριστή εγγραφή για το επίδικο ακίνητο, επ' ονόματι των εφεσειόντων. Εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμή η υπό κρίση αίτηση, μολονότι καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, από την πρώτη στιγμή αντικρίστηκε σαν δια κλήσεως, δεν τίθεται θέμα ουσιώδους απόκρυψης οποιουδήποτε γεγονότος εκ μέρους των εφεσειόντων και ομολογώ, ούτε και θεωρώ ουσιώδες γεγονός την παραπάνω απόφαση που εξασφάλισε η εφεσίβλητη εναντίον των εφεσειόντων για σκοπούς διαπίστωσης κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό, πως δεν έλαβα υπόψη και αυτό το στοιχείο, κατά την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε και θέμα κατάχρησης τίθεται για τους εφεσείοντες από την ύπαρξη της παραπάνω απόφασης η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 999/
- Ειδικά αυτή η θέση της εφεσίβλητης απαντάται πολύ εύκολα, ακόμη και με απλή αντιστροφή της, με αναφορά στην ίδια. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Εάν η ενέργεια των εφεσειόντων να καταχωρήσουν έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης και στο πλαίσιο της έφεσης, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την αναστολή της εν λόγω απόφασης, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, διερωτώμαι: εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα πρέπει να θεωρηθεί η ενέργεια της εφεσίβλητης, η οποία, ενώ - όπως είναι η θέση της - στις 24/11/2014 εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, ακολούθως, αντί να επιδιώξει εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, καταχώρησε αίτηση στο Διευθυντή για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της, σε εφαρμογή των σχετικών προνοιών του μέρους VIB του Νόμου; Και γιατί από τη στιγμή που η ενέργειά της να ακολουθήσει τη διαδικασία αυτή η ίδια, δε συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, συνιστά η ενέργεια των εφεσειόντων, οι οποίοι, ασκώντας και αυτοί τα εκ του ίδιου Νόμου απορρέοντα δικαιώματά τους, καταχώρησαν έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης του Διευθυντή και στο πλαίσιό της την υπό κρίση αίτηση; Επί του ισχυρισμού της εφεσίβλητης ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκπρόθεσμη και τούτο, επειδή κατά τον κ. Πολυδώρου, εφόσον έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών και ενώ η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι ημερομηνίας 3/7/2017 η αίτηση καταχωρήθηκε στις 4/8/2017 παρατηρώ τα εξής: Η θέση αυτή, που αποτελεί και αυτοτελή λόγο ένστασης είναι αβάσιμη. Καταρχήν, θέμα προθεσμίας καταχώρησης με βάση το άρθρο 51 του Νόμου τίθεται σε σχέση με την έφεση και όχι με την υπό κρίση αίτηση που είναι ενδιάμεση και καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της έφεσης. Εν πάση περιπτώσει, τόσο η έφεση όσο και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, στις 4/8/2017, οπότε σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η έφεση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμου καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί δυνάμει του άρθρου 51 του Νόμου, οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Διευθυντή θα πρέπει να καταχωρούνται εντός 30 ημερών από την κοινοποίησή τους στα πρόσωπα που επηρεάζονται από αυτές. Στη προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούμενη απόφαση φέρει ημερομηνία 3/7/2017 και η έφεση καθώς και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν στις 4/8/
- Δηλαδή, εντός 32 ημερών από την ημερομηνία της απόφασης. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται ο διευθυντής των εφεσειόντων και νομίζω βάσιμα, η εκκαλούμενη απόφαση, τους κοινοποιήθηκε την 1/8/2017, κάτι το οποίο φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από την ίδια την απόφαση και συγκεκριμένα, από γεγονός ότι κάτω από την ημερομηνία της υπάρχει η χειρόγραφη φράση «Received 1/8/17» και ακριβώς κάτω από αυτή, μια υπογραφή, όμοια με την υπογραφή που έθεσε ο διευθυντής των εφεσειόντων στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Με όλα αυτά δεδομένα, η έφεση καθώς και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν μόλις 3 μέρες μετά την κοινοποίηση της εκκαλούμενης απόφασης στους εφεσειόντες, δηλαδή εμπρόθεσμα. Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η έκδοσή του έχουν ήδη αναφερθεί με αναφορά και στις επιπτώσεις για τους εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσής του. Απ' εκεί και πέρα, σ' ό,τι αφορά τις αρχές που διέπουν το θέμα, πέραν όσων αναφέρονται στην Αβερκίου (ανωτέρω) προστίθενται και τα εξής, από την Bacardi (ανωτέρω επίσης): «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."* Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo."*» Με υπαγωγή των δεδομένων της υπό κρίση αίτησης σ' όλες τις παραπάνω αρχές, θα έλεγα πως είναι πρόδηλα φανερό το δίκαιο και εύλογο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση, ουδεμία ουσιαστικά ζημιά ή αδικία θα υποστεί η εφεσίβλητη, η οποία, εκεί όπου αναμένει για 30 τώρα χρόνια την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της, θα αναμένει πολύ λίγο ακόμη να συμβεί αυτό, νοουμένου βέβαια ότι η έφεση των εφεσειόντων θα απορριφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η υπό κρίση έφεση, δεδομένης της φύσης της, ακόμη και να πετύχει, θα είναι χωρίς αντικείμενο, οπότε, η ζημιά και αδικία που θα προκληθεί στους εφεσείοντες, θα είναι ανεπανόρθωτη. Με όλα αυτά δεδομένα θεωρώ ότι η διατήρηση του status quo σε σχέση με το νομικό καθεστώς του επίδικου ακινήτου είναι από κάθε άποψη επιβεβλημένη και απολύτως αναγκαία. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η αίτηση, αναφορικά με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία (υπό «Β») απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και σε βάρος της εφεσίβλητης. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της έφεσης. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο