Σπύρου Μαυρομίχαλου ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Μαυρονικόλα ν. Λίζας Λουκαϊδου Θεοφάνους ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Μαυρονικόλα, Αρ. Αγωγής: 775/16, 20/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A201 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 775/16 Μεταξύ: Σπύρου Μαυρομίχαλου ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Μαυρονικόλα Ενάγοντα-Αιτητή και Λίζας Λουκαϊδου Θεοφάνους ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Μαυρονικόλα Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση ---------------------------- Αίτηση ημερ. 20.4.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ---------------------------- Ημερομηνία: 20.11.2017 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Ν. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC (κ. Σ. Κυριάκου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Τσαπούτζιη για Λ. Λουκαίδου-Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. (κα Σ. Ζαχαρία για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.5.2016 και αξιώνεται: - Ανάκληση του παραχωρητηρίου το οποίο δόθηκε στην Εναγόμενη στα πλαίσια της διαχείρισης με αρ. 86/2016 Ε.Δ. Πάφου. - Ακύρωση του διατάγματος διαχείρισης. - Διορισμό του Ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Μαυρονικόλα η οποία απεβίωσε στις 5.1.2016 στο Boksburg της Νότιας Αφρικής και/ή διαζευκτικά διορισμό της Εναγόμενης κας Λίζας Λουκαίδου Θεοφάνους και της κας Πηνελόπης Αθηνοδώρου-Μάντη από κοινού διαχειρίστριες της περιουσίας της ανωτέρω. Με την κρινόμενη αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 20 Απριλίου 2017, αρχικά μονομερώς, πλην όμως με αίτημα του ιδίου του συνηγόρου του Ενάγοντα, ζητήθηκε όπως επιδοθεί και επιδόθηκε στην Εναγόμενη, αξιώνεται η έκδοση αριθμού διαταγμάτων ως κάτωθι καταγράφονται: «Α. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος σύμφωνα με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός της καθ΄ ης η αίτηση ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος διορισμού διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Β. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να διατάσσει την καθ΄ ης η αίτηση όπως αναστείλει και/ή παύσει και/ή διακόψει τις εργασίες τις οποίες εκτελεί και/ή ασκεί και/ή οφείλει να εκτελέσει και/ή να ασκήσει και/ή άλλως πως στα πλαίσια του διορισμού της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος διορισμού διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Γ. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύσει στην καθ΄ ης η αίτηση όπως προβεί στις οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες και/ή πράξεις και/ή συναλλαγές και/ή την οποιαδήποτε καταχώρησης εγγράφων και/ή λογαριασμών και/ή εντύπων και/ή άλλως πως επί σκοπούς και/ή στα πλαίσια του διορισμού της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος διορισμού διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Δ. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στην καθ΄ ης η αίτηση όπως παυθεί και/ή παραιτηθεί και/ή αποδεσμευθεί από τα καθήκοντα και/ή τις υποχρεώσεις της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος διορισμού διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016 με απώτερο σκοπό τον διορισμό τρίτου και/ή άλλου ατόμου ως διαχειριστή στην θέση της και/ή προς αντικατάσταση της καθ΄ ης αίτηση, χωρίς την προγενέστερη έγκριση του αιτητή. Ε. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Πρωτοκολλητή και/ή στον οποιονδήποτε αρμόδιο υπάλληλο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπως αποδεχθεί τα οποιαδήποτε περαιτέρω διαβήματα και/ή ενέργειες και/ή πράξεις και/ή την οποιαδήποτε καταχώρηση εγγράφων και/ή λογαριασμών και/ή εντύπων από μέρους της καθ΄ ης η αίτηση ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Στ. Την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Πρωτοκολλητή και/ή στον οποιονδήποτε αρμόδιο υπάλληλο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπως αποδεχθεί την παύση και/ή την παραίτηση και/ή την αποδέσμευση της καθ΄ ης η αίτηση από τα καθήκοντα και/ή τις υποχρεώσεις της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής του αιτητή, Μαρίας Μαυρονικόλα, στην αίτηση διαχείρισης με αριθμό 86/2016 και την αντικατάσταση αυτής από τρίτο και/ή άλλο άτομο ως διαχειριστή στην θέση της χωρίς την προγενέστερη έγκριση του αιτητή.» Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή μέσα από την οποία προσφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Είναι αδελφός και νόμιμος κληρονόμος της αποβιωσάσης στις 5.1.2016 στο Boksburg της Νότιας Αφρικής, Μαρίας Μαυρονικόλα (Τεκμήριο Α πιστοποιητικό θανάτου). Η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση εξασφάλισε στην Αίτηση Διαχείρισης 86/16 διάταγμα με το οποίο διορίζεται διαχειρίστρια της περιουσίας της ανωτέρω (Τεκμήριο Β). Ο διορισμός αυτός, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έγινε παρά τη θέληση και την αντίθεση του. Είναι ο μόνος κληρονόμος που διαμένει μόνιμα στην Κύπρο ενώ οι λοιποί κληρονόμοι, που είναι τα άλλα τρία αδέλφια του, διαμένουν στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στη Νότιο Αφρική (Τεκμήριο Γ πιστοποιητικό κληρονόμων). Οι υπόλοιποι κληρονόμοι έχουν δώσει τις συγκαταθέσεις τους για το διορισμό της Καθ΄ ης η αίτηση, παρά την αντίθετη δική του γνώμη και χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεση του. Η οποία, όπως λαμβάνει νομική συμβουλή, ήταν απαραίτητη. Ισχυρίζεται πως το εκδοθέν διάταγμα διαχείρισης δόθηκε παράτυπα διότι του επιδόθηκε απλά ένα αντίγραφο της αίτησης διαχείρισης και όχι το Έντυπο 13 του Παρ. Α (εννοεί των Κανονισμών του Κεφ. 189). Συνεπώς δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία για υποβολή ένστασης εκ μέρους του. Έχει υποβάλει στις 24.3.2016 (Τεκμήριο Δ) ένσταση μέσω της δικηγόρου του, η οποία παραδόθηκε αυθημερόν στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου και κοινοποιήθηκε στην Καθ΄ ης η αίτηση. Η δικηγόρος του προσπάθησε με επιστολές και την επικοινωνία με την Καθ΄ ης η αίτηση να εξεύρει φιλική διευθέτηση προτείνοντας και το διορισμό από κοινού των δύο δικηγόρων ως διαχειριστριών, πλην όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση και/ή συγκατάθεση στο ανωτέρω αίτημα (Τεκμήριο Ε δέσμη επιστολών). Συνεπεία της μη εξεύρεσης κοινά αποδεκτού διακανονισμού καταχωρήθηκε από τη δικηγόρο του στις 12.4.2016 στα πλαίσια της διαχείρισης 86/16 Ειδοποίηση Ανακοπής Παραχώρησης Παραχωρητηρίου (caveat - Τεκμήριο ΣΤ). Παρά τις ανωτέρω ενέργειες του η Καθ΄ ης η αίτηση συνεχίζει να ενεργεί ως διαχειρίστρια και να καταχωρεί έγγραφα τα οποία ο Πρωτοκολλητής αποδέχεται. Έχει δε τη δυνατότητα να συνεχίζει να καταχωρεί έγγραφα, έντυπα και λογαριασμούς με σκοπό την ολοκλήρωση της διαχείρισης, εν αγνοία, όπως ισχυρίζεται, τόσο δικής του όσο και του Πρωτοκολλητείου για τη μη εξασφάλιση της συγκατάθεσης του για διορισμό της. Δεν υπάρχει τίποτα το οποίο να εμποδίζει την Καθ΄ ης η αίτηση να ολοκληρώσει τη διαχείριση προς όφελος των λοιπών κληρονόμων-πελατών της και εις βάρος δικό του. Η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με την οποίαν προβάλλονται δέκα
(10)λόγοι για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Οι λόγοι αυτοί άπτονται κυρίως των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης η οποία υποστηρίζει πως: Έχει διοριστεί νομότυπα, αφού έλαβε τη συγκατάθεση των τριών εκ των τεσσάρων κληρονόμων. Η Ειδοποίηση Ανακοπής Παραχώρησης Παραχωρητηρίου (caveat) καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την έκδοση του διαχειριστικού διατάγματος. Εξ΄ όσων πληροφορείται από τους υπόλοιπους κληρονόμους, ο Ενάγων-Αιτητής ζητά το διορισμό του ως διαχειριστή για εξυπηρέτηση δικών του συμφερόντων. Όταν η αποβιώσασα βρισκόταν στη ζωή εκμεταλλεύτηκε την κακή κατάσταση της υγείας της, άσκησε πίεση και κατάφερε να εξασφαλίσει μεγάλα χρηματικά ποσά. Έχει επίσης πληροφορηθεί από τους λοιπούς κληρονόμους ότι: «περί τον Αύγουστο του 2012, ο Ενάγοντας ταξίδεψε με την αποβιώσασα στο Λουξεμβούργο με μοναδικό σκοπό να εξαναγκάσει, να επηρεάσει την αποβιώσασα να μεταφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία η αποβιώσασα κληρονόμησε από τον σύζυγο της στον λογαριασμό της αποβιώσασας στην Τράπεζα Πειραιώς στην Κύπρο. Κατά ή περί τις 6 Αυγούστου 2012, τα ποσά αυτά μεταφέρθηκαν υπό μορφή γραμματίου στον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 885369 που διατηρούσε η αποβιώσασα στην Τράπεζα Πειραιώς και ήταν της τάξεως των €355.638,
- Περί τις 8 Αυγούστου 2012 το εν λόγω ποσό μεταφέρθηκε στον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 885353 και μετατράπηκαν σε ΕΥΡΩ της τάξεως των €285.981,
- Όταν το γραμμάτιο έληξε, κατόπιν αίτησης για εσωτερικές μεταφορές κεφαλαίων, το ποσό των €147.184,35 μεταφέρθηκε στον λογαριασμό που διατηρεί ο Ενάγοντας μαζί με την σύζυγο του κάτω από συνθήκες που συνιστούσαν εξαπάτηση της αποβιώσασας, απόκρυψη από αυτή και έγινε χωρίς τις οδηγίες της και ενώ αυτή δεν ήταν σε θέση να δώσει την συγκατάθεση της και κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης εκ μέρους του Ενάγοντα της ιατρικής κατάστασης της αποβιώσασας με αποτέλεσμα οι πράξεις αυτές να καθίστανται άκυρες και/ή ακυρώσιμες». Περί τον Οκτώβριο του 2015 ο Αιτητής εξασφάλισε από την αποβιώσασα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες εκ μέρους της. Το πληρεξούσιο αυτό βρίσκεται κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Για τούτο οι λοιποί κληρονόμοι δεν τον εμπιστεύονται και δεν επιθυμούν το διορισμό του. Εξάλλου, ο Αιτητής είναι μεγάλος σε ηλικία, χωρίς μόρφωσε και πάσχει από τη νόσο Hodgkins. Η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση είναι δικηγόρος, γνωρίζει το Νόμο, έχει εμπειρία σε τέτοιου είδους υποθέσεις και έχει την πλήρη συγκατάθεση και εμπιστοσύνη των υπόλοιπων κληρονόμων. Υποστηρίζει περαιτέρω πως το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, τα οποία δεν έχουν νομικό και πραγματικό έρεισμα και αντιστρατεύονται το Νόμο. Δηλώνει δε πως δεν πρόκειται να αποσυρθεί από διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα και δεν υπήρχε ποτέ τέτοια πιθανότητα. Ότι θα ενεργήσει σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας της αποβιωσάσης και εκμετάλλευσης της προς όφελος των υπόλοιπων κληρονόμων, εκτός του Αιτητή, όπως αυτός ισχυρίζεται. Οι συνήγοροι ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων τις θέσεις και επιχειρηματολογία τους, αναφορά στις οποίες γίνεται κατωτέρω. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του Ν.14/
- Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32 (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 269-270). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση. Οι ίδιοι ισχυρισμοί και γεγονότα διατυπώνονται και στο ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Ο κύριος ισχυρισμός του Ενάγοντα είναι η κατά παράβαση του Νόμου και Κανονισμών, διορισμός της Εναγόμενης ως διαχειρίστριας, η μη ενημέρωση του και ο αποκλεισμός εκείνου από διαχειριστής της περιουσίας. Με την αγόρευση του συνηγόρου του επαναλαμβάνει και τονίζει τις εισηγήσεις που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Από την αντίπερα όχθη προτείνεται η θέση πως δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Υποδεικνύεται στην αγόρευση της συνηγόρου πως ο Ενάγων ενώ ισχυρίζεται δόλο, καταχώρησε ειδικό και όχι γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Ότι δεν καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση πριν την καταχώριση της αγωγής. Ότι η καταχωρηθείσα ένορκος δήλωση είναι χωρίς υπογραφή. Αναφορικά με την πρώτη εισήγηση παρατηρείται ότι υπάρχει και ανάλογη προδικαστική ένσταση στα δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης. Για τούτο, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι του παρόντος να εξετασθεί και επιλυθεί ένα τέτοιο νομικό ζήτημα. Όπως έχει λεχθεί, το Δικαστήριο πρέπει να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 284). Αναφορικά με τη δεύτερη εισήγηση μπορεί να δοθεί απάντηση όπως αυτή εξάγεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Υπάρχει καταχωρημένη ένορκη δήλωση η οποία φέρεται να καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία καταχώρισης του Κλητηρίου Εντάλματος και είναι υπογεγραμμένη από τον Ενάγοντα. Είναι νομολογημένο πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όπως λέχθηκε στην Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων. Αυτό, συνεχίστηκε στην ίδια απόφαση, συχνά παραγνωρίζεται σε Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά. Συνεπώς κρίνεται πως θεμελιώνεται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η πρώτη προϋπόθεση. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση εξετάζεται στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν του κοινοποιήθηκε η ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο 13 του Παρ. Α των Κανονισμών, αλλά του επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης διαχείρισης. Η Εναγόμενη δηλώνει πως επιδόθηκε στον Αιτητή η αίτηση διαχείρισης και ότι εκείνος καταχώρισε caveat μετά την έκδοση του διαχειριστικού διατάγματος. Δεν δηλώνεται ούτε ο χρόνος επίδοσης της αίτησης ούτε ο χρόνος έκδοσης του διατάγματος. Σύμφωνα με τους περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμούς του 1955, άρθρο 31, η προτεραιότητα δικαιώματος παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης όταν ο αποβιώσας απέθανε άνευ διαθήκης θα είναι ως ακολούθως: «
- Σύζυγος
- Παιδιά ή άλλοι απόγονοι κατά ρίζας
- Πατέρας ή μητέρα
- Αμφιθαλείς αδελφοί και αδελφές ή αμφιθαλείς απόγονοι αυτών κατά ρίζας.». Με το άρθρο 33 των Κανονισμών υπό τον πλαγιότιτλο «άρση της προτεραιότητας», προνοείται πως: «
- Εκτός και αν το Δικαστήριο λόγω ειδικών περιστάσεων διατάξει διαφορετικά, οιονδήποτε πρόσωπο έχον προτεραιότητα σε παραχωρητήριο θα πρέπει να προτιμάται εκτός αν:- α) Έχει αποποιηθεί του δικαιώματος και τέτοια αποποίηση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το Έντυπο 11 και 12 του Παραρτήματος Α, ανάλογα με την περίπτωση ή β) Δεν έχει εντός 7 ημερών μετά την επίδοση ειδοποίησης σ΄ αυτόν της αίτησης για παραχώρηση, καταχωρήσει ένσταση ή γ) Κατοικά εκτός Κύπρου ή δεν μπορεί να ανευρεθεί.» Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει αφενός ισχυρισμός ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση και αφετέρου εκ μέρους της Εναγόμενης ότι επέδωσε την αίτηση και δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα ένσταση. Ο Αιτητής με την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του αποδέχεται ότι του επεδόθη αντίγραφο της αίτησης, αποφεύγοντας να καθορίσει την ημερομηνία επίδοσης. Εκ του Νόμου η τιθέμενη υποχρέωση είναι η επίδοση της ειδοποίησης, η οποία παρέχει και την απαιτούμενη προειδοποίηση για έκδοση διατάγματος διαχείρισης εάν δεν υποβληθεί ένσταση. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι έπρεπε να γίνει δημοσίευση σύμφωνα με το άρθρο 32 και να καταβληθούν σχετικά έξοδα, δεν ευσταθεί, αφού με το συγκεκριμένο άρθρο παρέχεται η δυνητική ευχέρεια και όχι η υποχρέωση στον Πρωτοκολλητή, να το ζητήσει. Η ένσταση εναντίον της έκδοσης παραχωρητηρίου caveat καταχωρήθηκε στις 12.5.2016 (Τεκμήριο ΣΤ). Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι το caveat καταχωρήθηκε μετά την έκδοση του διαχειριστικού διατάγματος δεν μπορεί να εξεταστεί αφού καμιά πλευρά αναφέρει την ημερομηνία έκδοσης του. Η αναφερόμενη από τον Αιτητή ως ένσταση (Τεκμήριο Δ), είναι επιστολή προς το Πρωτοκολλητείο στην οποίαν καταγράφεται ότι ο Αιτητής έχει ένσταση στο διορισμό της Εναγόμενης ως διαχειρίστριας. Δεν έχει βέβαια τη μορφή του Εντύπου 10 που προνοούν οι Κανονισμοί για τον τύπο της ένστασης που πρέπει να λαμβάνει και να θεωρείται ως ένσταση. Στο σημείο αυτό μνημονεύεται εκείνο που υπεδείχθη στην Επίσημος Παραλήπτης κ.α. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653: «.....το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .. θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Όπως επιβεβαιώθηκε στην Parico Aluminium Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015: «..... Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. Προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και στην περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς ακόμα προτού το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγομένου. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. Η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση. Πλήρης δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη ...........». Η τρίτη προϋπόθεση, όπως ανωτέρω καταγράφηκε, εξετάζεται και σε συνάρτηση με την επάρκεια της καταβολή των αποζημιώσεων. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο Αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων π.χ. οχληρία, παραβίαση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια κ.α. (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1 (B) A.A.Δ. 1040). H επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Αιτητή προτείνει πως ικανοποιείται η προϋπόθεση αυτή αφού: «Αν δεν εκδοθεί διάταγμα και με βάση τα πολλά χρόνια που χρειάζεται να δικαστεί μια υπόθεση το πιο πιθανό είναι να τελειώσει η διαχείριση και άρα οι θεραπείες που ζητά ο αιτητής-ενάγοντας ήτοι ακύρωση του παραχωρητηρίου και διορισμό του ιδίου ως διαχειριστή η διαζευκτικά διορισμό των δικηγόρων των διαδίκων ως από κοινού διαχειριστών δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί». Από την αντίπερα όχθη η συνήγορος της Εναγόμενης απορρίπτει τη θέση ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα και προβάλλει τη θέση ότι οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί στον Αιτητή μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ότι στην αίτηση διαχείρισης κατονομάζονται οι κληρονόμοι και η υπολογιζόμενη αξία της περιουσίας και ότι η Εναγόμενη είναι υποχρεωμένη δυνάμει του Νόμου να καταχωρίσει λογαριασμούς αναφορικά με τη διαχείριση. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση ο Ενάγων-Αιτητής θα πρέπει με την ένορκη δήλωση του να πείσει το Δικαστήριο. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του τύπου «αν εν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά» δεν αρκούν (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (αρ. 2)
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 628, Penderhill Holdings Ltd v. Abramchyk, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.2014). Τέτοιοι ισχυρισμοί χρειάζονται να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. Αναφέρει ο Αιτητής στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του: «Περαιτέρω θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον καθότι θα προκληθεί σημαντική ζημιά σε εμένα, αφού δεν θα έχω την ευκαιρία να ενστώ και να έχω άποψη για τον καταμερισμό της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αποβιώσασας αδελφής μου». Μπορεί σε αυτή την παράμετρο να ενταχθεί κα η παράγραφος 16 αν και την θέτει κάτω από την προϋπόθεση του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού υπάρχει ξεκάθαρος κίνδυνος αποξένωσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αποβιώσασας και εκμετάλλευσης της περιουσίας της προς όφελος των υπόλοιπων κληρονόμων. Σε τέτοια περίπτωση, θα δυσκολευτώ μελλοντικά από του να λάβω τα οποιαδήποτε ποσά θα δικαιούμουν, ή τα όποια μερίδια επί της περιουσίας της αποβιώσασας αδελφής μου.». Το ζητούμενο στην κρινόμενη υπόθεση είναι ο ορθός και σύννομος διαμοιρασμός και διανομή της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αποβιωσάσης. Η Καθ΄ ης η αίτηση δηλώνει ότι θα διαχειριστεί και θα διανέμει την περιουσία σύμφωνα με το Νόμο. Ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αποξένωσης της περιουσίας δεν είναι κατανοητός, αφού υπάρχει υποχρέωση διαμοιρασμού της περιουσίας σε ίσα μέρη στους κληρονόμους και έλεγχος των λογαριασμών και πράξεων του διαχειριστή από τον Πρωτοκολλητή. Ο Αιτητής-κληρονόμος διατηρεί το δικαίωμα της αναζήτησης πληροφοριών και γνώσης του φακέλου της διαχείρισης και πράξεων του διαχειριστή. Με την ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν εξηγείται γιατί οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή λύση και απόδοση δικαιοσύνης στην παρούσα περίπτωση. Ούτε διατείνεται ότι υπάρχει αδυναμία ή ανικανότητα για απόδοση αποζημιώσεων. Συνεπώς κρίνεται πως δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση. Παρά ταύτα θα εξεταστεί και η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ήτοι αν είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατά την άσκηση αυτής του της διακριτικής ευχέρειας, το Δικαστήριο στην ουσία ισοζυγίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των διαδίκων ή τον κίνδυνο αδικίας ο οποίος θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (Melouskia Commercial Ltd v. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Ε71/13, ημερ. 30.9.2014). Λαμβάνεται επίσης υπόψιν εάν υπάρχει ενδεχόμενο επηρεασμού δικαιωμάτων τρίτων προσώπων ανεξάρτητα εάν είναι άσχετα ή όχι με την επίδικη διαφορά. Θεωρώ πως στην παρούσα περίπτωση η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει τα δικαιώματα των λοιπών κληρονόμων, δεδομένου πως θα υπάρξει καθυστέρηση στην προώθηση της διαχείρισης. Ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης η οποία έλαβε χώραν έναν έτος μετά την καταχώρηση της αγωγής προσμετρά εναντίον της χορήγησης των διαταγμάτων καθόσον δεν είναι πρόσφορο να εκδοθούν τα διατάγματα αναστολής ουσιαστικά της διαδικασίας διαχείρισης, όταν όπως αμφότεροι οι διάδικοι αναφέρουν έχουν εκτελεσθεί κάποιες πράξεις, έχουν κατατεθεί έγγραφα, έχουν ληφθεί απαλλακτικά από διάφορα κυβερνητικά τμήματα. Σημειώνεται πως η καθυστέρηση η οποία ουδόλως έχει αιτιολογηθεί δεν μπορεί να αγνοηθεί αφού ήδη ο Ενάγοντας ήταν ενήμερος όλων των γεγονότων από τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής (Χριστοδούλου v. Vraets
(19991)1 Γ Α.Α.Δ. 1475, Bacondi & Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788). Κρίνεται συνεπώς πως ούτε η προϋπόθεση αυτή πληρείται. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά στο τέλος της διαδικασίας θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: (Interim order) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο