← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία Triadic Estates Ltd κ.α., Αριθμός Αίτησης :- 190/2017, 13/11/2017

Αναφορικά με την εταιρεία Triadic Estates Ltd κ.α., Αριθμός Αίτησης :- 190/2017, 13/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A196 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης :- 190/2017 Αναφορικά με την εταιρεία Triadic Estates Ltd, για την οποία διορίστηκε Παραλήπτης και Διαχειριστής Και Αναφορικά με την εταιρεία Rising City Holdings Ltd, για την οποία διορίστηκε Παραλήπτης και Διαχειριστής Και Αναφορικά με την εταιρεία T. K. Kouroushisplan Ltd, για την οποία διορίστηκε Παραλήπτης και Διαχειριστής Και Αναφορικά με την εταιρεία Capital Accomodation (Cyprus) Ltd, για την οποία διορίστηκε Παραλήπτης και Διαχειριστής Και Αναφορικά με την εταιρεία Kouroushis Lion Resorts Ltd, για την οποία διορίστηκε Παραλήπτης και Διαχειριστής Και Αναφορικά με το άρθρο 334-344 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 («ο Νόμος») Ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης :- 28η Αυγούστου 2017 Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης :- Δευτέρα 13η Νοεμβρίου 2017 Για τους Αιτητές :- κος. Γιώργος Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για να ακούσει απόφαση :- κα. Έλισα Θεοδώρου Για τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες :- κα. Μαριλένα Κάιζερ για κο. Ανδρέα Μαθηκολώνη Για να ακούσει απόφαση :- κος. Ανδρέας Κασιανής Ενδιάμεση Απόφαση 1 Εξετάζεται με αυτή την απόφαση η αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 28/8/2017 (στο εξής θα καλείται η «αίτηση υπό εξέταση») για την έκδοση διαταγμάτων προ της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. 2 Διευκρινίζεται από το Δικαστήριο πως παρά και το γεγονός ότι η έκδοση αυτών των διαταγμάτων ζητείται προ της εκδίκασης της κυρίως αίτησης ούτε εντός της αίτησης υπό εξέταση περιγράφονται τα αιτούμενα διατάγματα ως προσωρινά αλλά ούτε εκ της φύσης και της διατύπωσης αυτών είναι δυνατό τα συγκεκριμένα διατάγματα να θεωρηθούν ως προσωρινά (με μοναδική εξαίρεση το διάταγμα της παραγράφου Β παρά και το ότι ούτε και αυτό περιγράφεται ως προσωρινό). 3 Αναμφίβολα η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι όχι μόνο προστακτική αλλά η διάρκεια αυτών δεν περιορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο (με μοναδική και πάλι εξαίρεση το διάταγμα της παραγράφου (Β) τόσο ως προς τη φύση του διατάγματος όσο και ως προς το χρονικό περιορισμό του). 4 Ουσιαστικά, σύμφωνα με τις υπόλοιπες παραγράφους, τα υποκείμενα στα διατάγματα άτομα είτε διατάσσονται να παραδώσουν τον οικονομικό και γενικότερο έλεγχο των εταιρειών στους παραλήπτες και διαχειριστές είτε, σύμφωνα με την παράγραφο Β, τους απαγορεύεται να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες έχουν ως σκοπό ή δυνατό να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή παρακώλυση των παραληπτών και διαχειριστών από την άσκηση των καθηκόντων τους «. . . ως Διαχειριστές και Παραλήπτες των Εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Αντιστοιχεί η παράγραφος Β στην αίτηση υπό εξέταση, με την παράγραφο Ζ στην κυρίως αίτηση, δίχως όμως να υπάρχει ο οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός στην παράγραφο Ζ. 5 Κυρίως δηλαδή διατάσσονται τα άτομα τα οποία σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα υπόκεινται σε υποχρεώσεις όπως διευκολύνουν είτε με προστακτικό είτε με απαγορευτικό τρόπο την παράδοση του ελέγχου των εταιρειών στους παραλήπτες και διαχειριστές. 6 Έτσι ώστε να είναι δυνατό να καθίσταται πιο εύκολα αντιληπτή η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης παρατίθενται πιο κάτω μερικές παρατηρήσεις αναφορικά με ορισμένες λεπτομέρειες ως προς το αίτημα υπό εξέταση. 6.1 Κατ΄ αρχάς η αίτηση έχει καταχωρισθεί από δύο φυσικά πρόσωπα τα οποία κατονομάζουν τους εαυτούς τους ως παραλήπτες και διαχειριστές των πέντε εταιρειών οι οποίες αναφέρονται στον τίτλο της κυρίως αίτησης. 6.2 Διευκρινίζεται, παρά και την αμφισβήτηση από τους καθ΄ ων η αίτηση, ή ουσιαστικά από τους διοικητικούς συμβούλους των καθ΄ ων η αίτηση και των εταιρειών μέσω αυτών των διοικητικών συμβούλων, πως εντός αυτής της απόφασης, χάριν συντομίας το Δικαστήριο δεν θα αναφέρεται στους παραλήπτες και διαχειριστές ως τους κατ΄ ισχυρισμό ή υπό αμφισβήτηση παραλήπτες και διαχειριστές αλλά ως τους παραλήπτες και διαχειριστές δίχως όμως με αυτό τον τρόπο να προδικάζεται ή προοιωνίζεται το αποτέλεσμα της εκδίκασης της κυρίως αίτησης αναφορικά με τις θεραπείες σε σχέση με την εγκυρότητα των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης και της νομιμότητας και εγκυρότητας του διορισμού των συγκεκριμένων παραληπτών και διαχειριστών. Παραμένει δηλαδή ως επίδικο θέμα στην κυρίως αίτηση η επιδίκαση ή όχι των συγκεκριμένων θεραπειών. 6.3 Αξίζει δηλαδή να σημειωθεί πως με την κυρίως αίτηση επιδιώκεται και η έκδοση δηλώσεων του Δικαστηρίου ως προς την εγκυρότητα των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης και κατ΄ επέκταση - με αυτό τον τρόπο - της αναγνώρισης της νομιμότητας και εγκυρότητας του διορισμού των παραληπτών και διαχειριστών βάσει των συγκεκριμένων ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. 6.4 Ως προς τη σχέση μεταξύ της κυρίως αίτησης και της αίτησης υπό εξέταση αξίζει να σημειωθεί πως εκ των οχτώ

(8)συνολικά θεραπειών τις οποίες οι αιτητές ζητούν με την κυρίως αίτηση, οι τρεις
(3)είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται με την αίτηση υπό εξέταση. 6.5 Μάλιστα η μία από τις τρεις
(3)αυτές θεραπείες ουσιαστικά αποτελείται από πέντε
(5)συνολικά εν μέρει θεραπείες καθότι, περιληπτικά, στην κάθε περίπτωση, ζητούνται τα ακόλουθα, :- 6.5.1 η παράδοση ή διευθέτηση παράδοσης, πρώτο έως και τρίτο, ελεύθερης κατοχής υποστατικών ιδιοκτησίας των εταιρειών και εντός των οποίων οι εταιρείες διεξάγουν εργασίες, συμπεριλαμβανομένων υποστατικών σε τρεις συγκεκριμένες διευθύνσεις (χωρίς περιορισμό όμως των υποστατικών) ∙ 6.5.2 τέταρτο, κλειδιών, κωδικών συναγερμού, συστημάτων ασφάλειας και οποιωνδήποτε άλλων μέσων πρόσβασης στα υποστατικά ιδιοκτησίας των εταιρειών ή εντός των οποίων οι εταιρείες διεξάγουν εργασίες και 6.5.3 πέμπτο, όλων των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό) των λογιστικών βιβλίων, των τραπεζικών λογαριασμών, των χρεωστών και πιστωτών των εταιρειών, συμβολαίων καθώς και οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού των εταιρειών. 6.6 Ενώ με τις υπόλοιπες πέντε
(5)κύριες θεραπείες της κυρίως αίτησης - υπενθυμίζεται απλά πως η αίτηση έχει καταχωρισθεί σε σχέση με πέντε
(5)εταιρείες συνολικά - αυτό το οποίο ζητείται στην κάθε περίπτωση είναι η έκδοση δήλωσης του Δικαστηρίου ως προς το ότι το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ή, αναλόγως, τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης είναι έγκυρα και πως, κατ΄ επέκταση ουσιαστικά, ο διορισμός στην κάθε περίπτωση των παραληπτών και διαχειριστών της καθεμίας από τις πέντε εταιρείες είναι νόμιμος και έγκυρος. 7 Αξιοσημείωτο σε σχέση με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης είναι το γεγονός πως ένας και από τους λόγους ένστασης (λόγος ένστασης 5) είναι ότι οι αιτητές «.με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση τους εξαιτούνται ουσιαστικά τις ίδιες θεραπείες όπως αναφέρονται στην κυρίως αίτηση τους και κατά συνέπεια και στην πραγματικότητα επιχειρούν να εξασφαλίσουν τις κυρίως θεραπείες στην κυρίως αίτηση στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης χωρίς να έχει εκδικαστεί η κυρίως αίτηση». 8 Συγκεκριμένα η κυρίως αίτηση καταχωρίσθηκε στις 21/8/2017 και επί αυτής οι εταιρείες αναφέρονται ως οι καθ΄ ων η αίτηση. Απευθύνεται δηλαδή η κυρίως αίτηση προς αυτές και τον Έφορο Εταιρειών ενώ ο ρόλος τους ως διάδικοι στην κυρίως αίτηση γίνεται αντιληπτός ως αυτός των καθ΄ ων η αίτηση. 9 Αναφορικά με αυτό το ρόλο των εταιρειών, όπως αυτός είναι δυνατό να γίνει αντιληπτός από το Δικαστήριο, επισημαίνονται περιληπτικά τα ακόλουθα, δίχως βεβαίως σε καμία περίπτωση να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως η οποιαδήποτε εταιρεία, παρά και τη ξεχωριστή νομική οντότητα της, εφόσον πρόκειται για ένα τεχνητό και όχι φυσικό πρόσωπο, αναπόφευκτα ενεργεί ασφαλώς δια μέσω της αντιπροσωπείας φυσικών προσώπων (βλ. σχετικά την απόφαση Ferguson v. Wilson
(1866)L. R. 2 Ch. 77, 89). 10 Οι επισημάνσεις του Δικαστηρίου ασφαλώς προκύπτουν από την διατύπωση τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της αίτησης υπό εξέταση κυρίως βεβαίως σε σχέση με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της κάθε αίτησης. 10.1 Ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης αναφέρει συγκεκριμένα στην παράγραφο 60 της ένορκης δήλωσης του πως οι «.Εταιρείες αρνούνται να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή των ξενοδοχείων και άλλων υποστατικών καθώς και των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού των Εταιρειών.». 10.2 Βεβαίως υπάρχει αναφορά και σε δύο οικογένειες ως ιδιοκτήτες των εταιρειών (παράγραφος 30) αλλά και σε άρνηση συγκεκριμένης οικογένειας να παραδώσει κατοχή και έλεγχο των εταιρειών (παράγραφος 46) ως επίσης και πως σκοπός των αιτητών, κατά την επίσκεψη τους σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο το οποίο αποτελεί περιουσία μίας από τις πέντε εταιρείες, την ίδια ημέρα που είχαν διοριστεί ως παραλήπτες και διαχειριστές των εταιρειών, δεν ήταν να προκαλέσουν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία των ξενοδοχείων αλλά να βεβαιωθούν πως οι ιδιοκτήτες των εταιρειών δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε τυχόν παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων ή αλλοίωση των λογιστικών βιβλίων των εταιρειών (παράγραφος 48) ενώ προβάλλεται και ισχυρισμός ως προς το ότι διαφάνηκε πως οι ιδιοκτήτες των εταιρειών δεν θα συνεργάζονταν μαζί με τους αιτητές (παράγραφος 51). 10.3 Σε άλλη παράγραφο προβάλλεται η θέση πως οι αιτητές είχαν προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προς εξασφάλιση της συνεργασίας των εταιρειών (παράγραφος 56) ενώ όπως εξηγείται η κυρίως αίτηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των εταιρειών με το Νόμο και τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων ομολόγων (παράγραφος 61) και ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εμποδιστούν περαιτέρω δοσοληψίες των εταιρειών «.από τους Καθ΄ ων η Αίτηση.» (παράγραφος 62). 10.4 Τέλος, αν και προβάλλεται η θέση πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά «.είτε στις Εταιρείες είτε στους μετόχους τους.» παράλληλα προβάλλεται και η θέση πως αντίθετα «.με τη συμμόρφωση των Καθ΄ ων η Αίτηση στις πρόνοιες του Νόμου και δεδομένων των υποχρεώσεων μας ως Παραλήπτες και Διαχειριστές των περιουσιακών στοιχείων των Εταιρειών διασφαλίζεται ότι ουδεμία παρανομία ή άλλη ενέργεια δεν είναι δυνατόν να γίνει ή να συνεχισθεί από οποιονδήποτε σε βάρος των συμφερόντων των πιστωτών αλλά και των ίδιων των Εταιρειών». 11 Ουσιαστικά, αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως βάσει και της μαρτυρίας προς υποστήριξη τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της αίτησης υπό εξέταση, οι καθ΄ ων η αίτηση τόσο στην κυρίως αίτηση όσο και στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, είναι οι ίδιες οι εταιρείες και όχι οποιοδήποτε άλλο άτομο, ανεξάρτητα και από το βαθμό στον οποίο εύλογα μπορεί να θεωρηθεί πως επιδιώκεται με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και η συμμόρφωση αξιωματούχων των εταιρειών με συγκεκριμένες υποχρεώσεις. 12 Μάλιστα εάν εξεταστεί προσεχτικά το περιεχόμενο των αιτούμενων διαταγμάτων τα άτομα τα οποία διατάσσονται με αυτά είναι συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ο Κύπρος Κουρούσιης και ο Χρυσόστομος Κουρούσιης όπως βεβαίως και οι αξιωματούχοι, διευθυντές, υπάλληλοι, μέτοχοι και αντιπρόσωποι των εταιρειών. Ουσιαστικά τα υποκείμενα των αιτούμενων διαταγμάτων, ως τα άτομα δηλαδή τα οποία όπως επιδιώκεται με την αίτηση να διαταχτούν από το Δικαστήριο με προστακτικά διατάγματα δεν είναι οι ίδιες οι εταιρείες, αλλά είτε συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα τα οποία κατονομάζονται είτε οποιαδήποτε άλλα φυσικά κυρίως πρόσωπα υπό ιδιότητα όμως στην κάθε περίπτωση σχετική με τις εταιρείες όπως οι πέντε συνολικά ιδιότητες οι οποίες συγκαταλέγονται πιο πάνω. 13 Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται εκτεταμένα πιο πάνω στα όσα αναφέρονται σχετικά στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης είναι έτσι ώστε να διευκρινιστεί ακριβώς επί ποιας βάσης προκύπτει η αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς το ότι είναι οι εταιρείες οι οποίες έχουν συμπεριληφθεί ως οι καθ΄ ων η αίτηση τόσο στην κυρίως αίτηση όσο και στην αίτηση η οποία εξετάζεται με αυτή την απόφαση και όχι το οποιοδήποτε άλλο άτομο φυσικό ή νομικό (με εξαίρεση βεβαίως τον Έφορο Εταιρειών στην κυρίως αίτηση). 14 Έστω δηλαδή και εάν αυτό το οποίο αποσκοπείται με τα διατάγματα είναι η παράδοση του ελέγχου των εταιρειών από τα άτομα τα οποία όντως εξακολουθούν να ελέγχουν τις εταιρείες παρά και το διορισμό των παραληπτών. Διορισμός βάσει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης τα οποία ενεργοποιήθηκαν μετά και από τη παράλειψη των εταιρειών να ανταποκριθούν σε ειδοποιήσεις απαίτησης με την καταχώριση και σχετικών εντύπων στον Έφορο Εταιρειών. 15 Εκ μέρους των εταιρειών καταχωρίσθηκε στις 10/10/2017 ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση η οποία εξετάζεται με αυτή την απόφαση με 28 συνολικά λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους δίδοντας περισσότερη σημασία στα διάφορα σημεία τα οποία διαπιστώνεται να προκύπτουν από αυτούς παρά στην ίδια την αριθμητική διατύπωση και παράθεση τους. Παράλληλα βεβαίως η προσπάθεια του Δικαστηρίου είναι να ληφθούν υπόψη στο σύνολο τους οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτές προκύπτουν από τους λόγους ένστασης. 16 Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων τις οποίες ετοίμασαν προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους και η πληρότητα του οποίου διαπιστώνεται ως ιδιαίτερα βοηθητική για το έργο του Δικαστηρίου το οποίο δεν μπορεί παρά πραγματικά να εκφράσει την εκτίμηση του ως προς το χρόνο και επιμέλεια η οποία αφοσιώθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων για την ετοιμασία των γραπτών αγορεύσεων τους. Η δε διάσταση των νομικών θέσεων οι οποίες διατυπώνονται εντός αυτών προσθέτει παρά να αφαιρεί ως προς αυτή την πληρότητα εμβαθύνοντας μάλιστα με αναφορές και σε σημεία τα οποία μέχρι και σήμερα δεν έχουν απαντηθεί από την υπάρχουσα νομολογία. Βεβαίως το έργο του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη διαδικασία περιορίζεται στην επίλυση του ερωτήματος κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος προς έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων και όχι στο να δοθούν γενικές απαντήσεις αναφορικά με διάφορους τομείς του εταιρικού δικαίου ή διαδικασίες εάν, όπως είναι δυνατό να κριθεί, αυτές δεν θα επηρέαζαν και το αποτέλεσμα στο οποίο το Δικαστήριο οδηγείται με αυτή την απόφαση του. 17 Διατηρώντας υπόψη και το περιεχόμενο των λόγων ένστασης προκύπτουν ορισμένα βασικά ερωτήματα σε σχέση με το αίτημα των παραληπτών και διαχειριστών. 18 Κατ΄ αρχάς οφείλει το Δικαστήριο να διευκρινίσει πως σταθερά αποφεύγεται με την εξέταση της αίτησης για τα αιτούμενα διατάγματα προς έκδοση αυτής της απόφασης, η εξέταση της ουσίας της κυρίως αίτησης. Παρά και την οποιαδήποτε σύνδεση σε επιτρεπτό βαθμό της αίτησης υπό εξέταση με την κυρίως αίτηση. Παραδείγματος χάριν σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο οι παραλήπτες και διαχειριστές δικαιούνται να διεκδικούν τα όσα ζητούν με την κυρίως αίτηση τους και κατ΄ επέκταση με την αίτηση υπό εξέταση η οποία ασφαλώς εδράζεται επί της κυρίως αίτησης. Σχετική επί αυτού του ερωτήματος είναι και ο τρόπος με τον οποίο επέλεξαν να υποβάλλουν το αίτημα τους στο Δικαστήριο. Τονίζεται και πάλι η συνειδητή επιλογή του Δικαστηρίου αποφυγής τελικής εξέτασης θεμάτων τα οποία έχουν σχέση με την ουσία της κυρίως αίτησης. 19 Καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να κρίνει και την ουσία της κυρίως αίτησης με τους λόγους ένστασης 1, 2, 3, 4 και 6. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο θα μπορούσε να κριθεί πως θα πρέπει να εξετάζονται τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως και θέματα τα οποία εγείρονται σε λόγους ένστασης με τους οποίους όπως διαπιστώνεται καλείται και οδηγείται το Δικαστήριο σε εξέταση της ουσίας της κυρίως αίτησης ασφαλώς και εξετάζονται αυτά τα θέματα. Όχι όμως με τρόπο ασύνδετο με τις προϋποθέσεις τις οποίες η νομολογία μας θέτει ως προς την έγκριση αιτήσεων για την έκδοση διαταγμάτων μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής ή στη συγκεκριμένη περίπτωση της κυρίως αίτησης. 20 Συνεπώς διευκρινίζεται, όπως κρίνεται, πως θα ήταν πρόωρο να εξεταστεί κατά πόσο προκύπτει παρατυπία ή ακυρότητα και της αίτησης υπό εξέταση καθότι η κυρίως αίτηση έχει υποβληθεί σε σχέση με πέντε ξεχωριστές εταιρείες επί τη βάση διαφορετικών ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε σχέση με διαφορετικές συμφωνίες (λόγος ένστασης 1). Παράλληλα δεν διαπιστώνεται πως το δεδομένο αυτό καθιστά την αίτηση υπό εξέταση καταδικασμένη σε αποτυχία. 21 Αναφορικά δε με τη θέση πως η νομική βάση της κυρίως αίτησης αλλά και της αίτησης υπό εξέταση είναι εσφαλμένη (λόγος ένστασης 2) ασφαλώς το Δικαστήριο δεν εξετάζει το θέμα αυτό στο βαθμό στον οποίο αυτό έχει σχέση με την ουσία της κυρίως αίτησης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετικό σε περίπτωση κατά την οποία εξόφθαλμα η νομική βάση της κυρίως αίτησης δεν παρείχε το δικαίωμα στους παραλήπτες και διαχειριστές να διεκδικούν τις θεραπείες τις οποίες ζητούν με την αίτηση υπό εξέταση. Όπως το Δικαστήριο διαπιστώνει πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 35 αυτής της απόφασης) δεν μπορεί να οδηγηθεί σε τέτοιο συμπέρασμα έτσι ώστε με αυτό να επηρεάζεται και η τύχη της αίτησης υπό εξέταση. Περιορίζοντας δε την εξέταση του θέματος αυτό με αναφορά στη νομική βάση της αίτησης υπό εξέταση δεν διαπιστώνεται πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτή όντως παρέχει την αναγκαία νομική βάση προς θεμελίωση της αίτησης υπό εξέταση. 22 Αναφορικά δε με τη θέση πως οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν με την κυρίως αίτηση τους αναγνωριστική δήλωση για την εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων ομολόγων ή και του διορισμού καθώς και το δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στο εξής θα καλείται η «διορίζουσα τράπεζα») να τους έχει διορίσει ως παραλήπτες και διαχειριστές (λόγος ένστασης 3) εφόσον αυτά αμφισβητούνται από τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες, παρατηρείται το εξής. Αναμφίβολα η θέση αυτή έχει σχέση με την όλη αμφισβήτηση από τους καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με την ουσία της κυρίως αίτησης και θεραπείες οι οποίες δεν διεκδικούνται καν με την αίτηση υπό εξέταση. Συνεπώς, δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση ενώ παράλληλα, όπως διαπιστώνεται, η δυνατότητα υποβολής της αίτησης υπό εξέταση δεν επηρεάζεται από το γεγονός και μόνο της προαναφερόμενης αμφισβήτησης. 23 Με τον ίδιο τρόπο και οι θέσεις οι οποίες προβάλλονται εντός του λόγου ένστασης 4 παραπέμπουν ουσιαστικά στον λόγο ένστασης 2 εξειδικεύοντας ουσιαστικά δύο συγκεκριμένα σημεία τα οποία όμως ανήκουν και αυτά στην ίδια γενικότερη θέση έτσι ώστε και ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης να μην καθίσταται εξεταστέος για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης. 24 Ο λόγος ένστασης 5 (βλ. σχετικά την παράγραφο 7 αυτής της απόφασης) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση, ως μια από τις βασικότερες θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση και εξετάζεται σε περισσότερο βαθμό πιο κάτω. 25 Αναφορικά με τη θέση ως προς την μη συμπερίληψη της διορίζουσας τράπεζας ως διάδικο στην κυρίως αίτηση ως λόγο απόρριψης τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της αίτησης υπό εξέταση (λόγος ένστασης 6) ασφαλώς αυτή έχει σχέση και πάλι με την κυρίως αίτηση και εξέταση της ουσίας αυτής ενώ παράλληλα δεν διαπιστώνεται το δεδομένο αυτό να επηρεάζει τη δυνατότητα εξέτασης ή ακόμη και έγκρισης της αίτησης υπό εξέταση. 26 Η θέση η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνεται από τον λόγο ένστασης 3 και στον λόγο ένστασης 7 αναφορικά με τη μη αναγνώριση από τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων ομολόγων ή του δικαιώματος της διορίζουσας τράπεζας να διορίσει τους παραλήπτες και διαχειριστές ως λόγος ο οποίος να στερεί της εξουσίας στο Δικαστήριο να εξετάσει και χορηγήσει τις αιτούμενες θεραπείες παραπέμπει και πάλι στην ουσία της κυρίως αίτησης. Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως με την κυρίως αίτηση διεκδικούνται επίσης θεραπείες υπό μορφή δηλώσεων του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την παράγραφο 6.6 αυτής της απόφασης). Ασφαλώς το θέμα αυτό έχει σχέση με την ουσία της κυρίως αίτησης και θα κριθεί στο πλαίσιο εκδίκασης της. 27 Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 8 και 9 αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι ότι όντως οι αξιώσεις της διορίζουσας τράπεζας αποτελούν αντικείμενο συγκεκριμένων αγωγών όμως δεν κρίνει πως οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης υπό εξέταση. 28 Με τον ίδιο τρόπο καλείται το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση υπό εξέταση αφού πρώτα κρίνει την ουσία της κυρίως αίτησης ως προς διάφορα σημεία. Όπως, την επίδοση των ειδοποιήσεων (τεκμήριο 10) ή ακόμη και την εγκυρότητα αυτών (λόγος ένστασης 10), τον κατ΄ ισχυρισμό πρόωρο διορισμό των παραληπτών και διαχειριστών (λόγος ένστασης 11), την επίδοση της επιστολής διορισμού των παραληπτών και διαχειριστών (λόγος ένστασης 12), την κατάχρηση ή νομιμότητα ή εγκυρότητα των τεκμηρίων 10 και 11 (λόγοι ένστασης 13, 24, 25 και 26), την κρίση της εγκυρότητας των ομολόγων μόνο μέσα στο πλαίσιο σχετικών αγωγών (λόγος ένστασης 14), την νομιμοποίηση υποβολής τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της αίτησης υπό εξέταση (λόγος ένστασης 15, ο οποίος προσομοιάζει με τον λόγο ένστασης 3) και την έλλειψη δικαιοδοσίας εκδίκασης στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης ή και της αίτησης υπό εξέταση και απόφασης αναφορικά με τη νομιμότητα και εγκυρότητα των ομολόγων ή των διορισμών των παραληπτών και διαχειριστών με αναφορά και σε άλλες αγωγές (λόγοι ένστασης 16, 17, 18, 19, 20 και 21). 29 Υπάρχει και λόγος ένστασης άμεσα συνδεδεμένος με την αίτηση υπό εξέταση όπως το ερώτημα κατά πόσο «. . . συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων. . . » ή κατά πόσο «. . . είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα» (λόγος ένστασης 22) και ο οποίος βεβαίως εξετάζεται κατά την γενικότερη εξέταση της αίτησης. 30 Το ερώτημα το οποίο τίθεται με τον λόγο ένστασης 23 σε σχέση με την διορίζουσα τράπεζα επίσης έχει σχέση είτε με την ουσία της αίτησης είτε με άλλες σχετικές αγωγές ενώ η φερεγγυότητα των παραληπτών και διαχειριστών (λόγος ένστασης 27) ως θέμα το οποίο θα μπορούσε να είχε σχέση με την κάλυψη τυχόν αποζημιώσεων κρίνεται πως καλύπτεται επαρκώς από τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 89 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. 31 Αναφορικά δε με τη θέση πως τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η αίτηση υπό εξέταση είναι κακόπιστη και καταχρηστική (λόγος ένστασης 28), στο βαθμό στον οποίο αυτή έχει σχέση αποκλειστικά με την αίτηση υπό εξέταση, η θέση αυτή δεν κρίνεται ως βάσιμη. Ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη την καταχώριση της κυρίως αίτησης και δίχως αυτή να εξετάζεται σε αυτή την απόφαση, δεν διαπιστώνεται για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης πως οι παραλήπτες και διαχειριστές έχουν ενεργήσει κακόπιστα ή καταχρηστικά με την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση. 32 Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης οι οποίοι απομένουν προς εξέταση είναι ο λόγος ένστασης 5 (βλ. σχετικά την παράγραφο 7 αυτής της απόφασης) και ο λόγος ένστασης 22 (βλ. σχετικά την παράγραφο 29 αυτής της απόφασης) και οι οποίοι βεβαίως συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους εφόσον ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί πως ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα μπορούσε να κριθεί πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο λόγω της ομοιότητας των θεραπειών οι οποίες ζητούνται με την αίτηση υπό εξέταση με τις τελικές θεραπείες να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 33 Ο κίνδυνος δηλαδή ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο είναι να στερηθούν οι καθ΄ ων η αίτηση το δικαίωμα να αμφισβητήσουν στη δίκη η οποία θα ακολουθήσει σε σχέση με την ουσία της κυρίως αίτησης, το αίτημα των παραληπτών και διαχειριστών για τις τελικές θεραπείες οι οποίες διεκδικούνται με την κυρίως αίτηση τους. Καθώς ουσιαστικά το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης θα ισοδυναμούσε με απόφαση στην κυρίως αίτηση η εκδίκαση της οποίας θα καθίστατο ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Όπως αναφέρεται σχετικά στην Αβερκίου ν. 1 Θέο Κτηματική Λτδ κ. ά.
(2013)1 Α. Α. Δ. 222, με αναφορά σε σχετική νομολογία επί του θέματος, η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα εντός του πλαισίου εκδίκασης της αγωγής και η έκδοση των οποίων ουσιαστικά επιφέρει τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα με το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν θα πρέπει αυτά να παραχωρούνται ενώ προστίθεται και αναφορά στο ανεπιθύμητο στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. 34 Το Δικαστήριο είχε επίσης το ωφέλημα να μελετήσει το περιεχόμενο αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ αυτών τις αποφάσεις Cayne and another v. Global Natural Resources plc [1984] 1 All ER και Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp [1990] 3 All ER και σε μέρος του οποίου υπάρχει και αναλυτικότερη αναφορά πιο κάτω. 35 Αρχίζοντας όμως από εξέταση του λόγου ένστασης 22 αναμφίβολα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ερώτημα κατά πόσο η διαδικασία την οποία έχουν ακολουθήσει οι παραλήπτες και διαχειριστές προσφέρεται προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με αναφορά και στη νομική βάση επί της οποίας στηρίζουν το αίτημα τους. Επί αυτού του θέματος, με ειλικρίνεια παραπέμπει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των παραληπτών και διαχειριστών, στη σελίδα 5 της γραπτής αγόρευσης του, και σε αναφορά σε σχετικό σύγγραμμα (Lightman and Moss, "The Law of Receivers of Companies", παράγραφος 3-29) σύμφωνα με την οποία, εφαρμόζοντας αυστηρή ερμηνεία του αντίστοιχου αγγλικού άρθρου με το άρθρο 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφάλαιο 113 όπως αυτός τροποποιήθηκε (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»), με αυστηρή εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου θα μπορούσε να θεωρηθεί αμφίβολο κατά πόσο ένας παραλήπτης μπορεί με αίτημα του για οδηγίες να καλέσει ουσιαστικά το Δικαστήριο να καθορίσει την εγκυρότητα της επιβάρυνσης βάσει της οποίας ο ίδιος είχε διοριστεί. Εντούτοις, όπως το σχετικό απόσπασμα, συνεχίζει, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καθορίσει το συγκεκριμένο θέμα. Υπάρχουν παρόμοιες αναφορές και σε άλλα σχετικά συγγράμματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, στην παράγραφο 14.28 του συγγράμματος "Paget's Law of Banking" (13η Έκδοση) εντός της οποίας αναφέρεται, σε σχέση με τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο προκύπτει σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη ή διαχειριστή, το εξής. "The question of whether the receiver or manager has been properly appointed may also be the subject matter of an application although on a strict construction of the section a proper appointment is arguably a precondition of making an application under it". Βεβαίως η αναφορά έχει σχέση με διαφορετική νομοθεσία (Insolvency Act 1986) όμως αναδεικνύει και αυτή μια καθιερωμένη δυνατότητα η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο ως προς το να επιλαμβάνεται του συγκεκριμένου ερωτήματος ακόμη και εντός του πλαισίου αίτησης βάσει του άρθρου 337
(1)του σχετικού Νόμου. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να τύχει και περισσότερης εξέτασης κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης όμως για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης, σε σχέση δηλαδή με το κατά πόσο ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με αναφορά και στη νομική βάση της αίτησης υπό εξέταση, δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως θα πρέπει να κριθεί ως ανεπαρκής η νομική βάση της αίτησης υπό εξέταση για αυτό το λόγο. Αναφορικά δε με τη συνδεδεμένη ουσιαστικά θέση ως προς το ότι απουσιάζει από τη νομική βάση της αίτησης υπό εξέταση η Δ. 55 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε να νομιμοποιούνται οι παραλήπτες και διαχειριστές να αιτούνται αναγνωριστικές δηλώσεις οι οποίες να αναγνωρίζουν την εγκυρότητα και νομιμότητα των ομολόγων και του διορισμού τους, παρατηρείται το εξής. Στο βαθμό στον οποίο το Δικαστήριο κρίνει επιτρεπτή την εξέταση του αιτήματος υπό εξέταση βάσει και του άρθρου 337
(1)του σχετικού Νόμου, δεν διαπιστώνεται πως δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο περί Εταιρειών Διαδικαστικός Κανονισμός (346/1944) και συγκεκριμένα ο κανονισμός 6 (w) σε σχέση με την υποβολή αιτήσεων δια κλήσεως βάσει και του άρθρου 336
(1)σύμφωνα και με την αρίθμηση των άρθρων του Companies Law, 1951 και το οποίο προνοούσε τα ίδια όσα σήμερα προνοούνται από το άρθρο 337
(1). Δεν πείθεται πραγματικά το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης από την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ως προς το ότι θα έπρεπε στη νομική βάση τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της αίτησης υπό εξέταση να συμπεριλαμβανόταν και η Δ. 55 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, καθότι διαφορετικά η αίτηση υπό εξέταση καθίσταται, σύμφωνα με την εισήγηση του, απορριπτέα. 36 Υπάρχει αναφορά στην επιχειρηματολογία η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στην ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε). Έχοντας υπόψη τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αναφορά στην ενεργοποίηση των επίδικων ομολόγων και το διορισμό των παραληπτών και διαχειριστών το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αναδεικνύεται η ύπαρξη αυτή από τα γεγονότα όπως έχουν παρουσιαστεί από τους παραλήπτες και διαχειριστές αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο έχουν αντιμετωπιστεί από τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες. Οι παραλήπτες και διαχειριστές έχουν παραθέσει επαρκή στοιχεία, υπό μορφή κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων αλλά και συγκεκριμένων εγγράφων, βάσει των οποίων να κρίνεται ως δεδομένη η ύπαρξη ουσιαστικά «αγώγιμου δικαιώματος» τους και το οποίο παρεμποδίζεται από τις ενέργειες των καθ΄ ων η αίτηση. Ως προς την ύπαρξη της πιθανότητας επιτυχίας της κυρίως αίτησης των παραληπτών και διαχειριστών βάσει των ίδιων γεγονότων και εγγράφων διαπιστώνεται ως ορατή αυτή η πιθανότητα δίχως βεβαίως σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να υπεισέρχεται εις βάθος ως προς τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης. Αναφορικά δε με το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο διατηρώντας υπόψη πως οι παραλήπτες και διαχειριστές ήδη έχουν ενεργοποιήσει μια διαδικασία σύμφωνα και με τον σχετικό Νόμο η οποία όμως παραμένει ημιτελής εξαιτίας της άρνησης των καθ΄ ων η αίτηση να επιτρέψουν σε αυτούς να εκτελέσουν τα καθήκοντα και υποχρεώσεις τους ως εκ της θέσης τους ως διορισμένοι παραλήπτες και διαχειριστές από την διορίζουσα τράπεζα το Δικαστήριο, δίχως ασφαλώς να αποφασίζει είτε ως προς την εγκυρότητα ή νομιμότητα είτε των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης είτε του διορισμού των παραληπτών και διαχειριστών, κρίνει πως όντως ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση του άρθρου 32. Αναμφίβολα η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων των περιπτώσεων όπου παρέχεται η επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων καθότι ουσιαστικά οι παραλήπτες και διαχειριστές παρεμποδίζονται στην εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους με τρόπο ο οποίος δεν επιτρέπει με οποιαδήποτε προβλεπτή μέθοδο τη ζημιά την οποία ενδεχομένως οι ίδιοι ή η διορίζουσα τράπεζα να υποστούν σε περίπτωση κατά την οποία δεν εγκριθεί το αίτημα τους για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 37 Ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) υπενθυμίζεται απλά πως παρά και τη διαπίστωση από το Δικαστήριο ως προς την ικανοποίηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, εντούτοις διατηρείται η ευχέρεια άρνησης της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εάν κριθεί πως αυτό δεν είναι δίκαιο ή πρόσφορο σύμφωνα και με τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B Α. Α. Δ. 788 η αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. 38 Αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το ερώτημα κατά πόσο με την έγκριση της αίτησης ουσιαστικά διεκπεραιώνεται και η ουσία της κυρίως αίτησης. Υπό την έννοια βεβαίως πως εάν οι παραλήπτες και διαχειριστές εξασφαλίσουν τις θεραπείες τις οποίες ζητούν τότε ουσιαστικά παύει να έχει και οποιοδήποτε ιδιαίτερο αντικείμενο η κυρίως αίτηση εφόσον πλέον θα έχουν εξασφαλίσει τα ίδια, σχεδόν, διατάγματα τα οποία ζητούν και με την κυρίως αίτηση. Διαφαίνεται δηλαδή ο κίνδυνος τελεσίδικης διευθέτησης ουσιαστικά της κυρίως αίτησης με την έγκριση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 39 Καθότι εάν οι παραλήπτες και διαχειριστές εξασφαλίσουν τις αιτούμενες θεραπείες με την αίτηση υπό εξέταση, ουσιαστικά ακόμη και οι υπόλοιπες θεραπείες της κυρίως αίτησης, οι οποίες ναι μεν δεν επιδιώκονται με την αίτηση υπό εξέταση αλλά έμμεσα θα αναγνωρίζονται ως δεδομένες απλά και μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε αυτή τη διαδικασία. Η έκδοση των οποίων διαταγμάτων ασφαλώς δεν θα ήταν εφικτή παρά μόνο εάν όντως προϋπήρχε η αναγνώριση ουσιαστικά της νομιμότητας και εγκυρότητας τόσο των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης όσο και του διορισμού των παραληπτών και διαχειριστών. Πέραν όμως και αυτής της λογικής εντύπωσης η οποία δημιουργείται σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης υπό εξέταση παράλληλα αποδίδεται στα διατάγματα τα οποία θα εκδοθούν μια υπόσταση μονιμότητας. Παρά και το γεγονός πως με αυτή την απόφαση αυτό το οποίο εξετάζεται είναι η παροχή ή μη μιας ενδιάμεσης θεραπεία μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 40 Αναφέρονται σχετικά στη σελίδα 538 της απόφασης Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp [1990] 3 All ER 523 από τον Lord Justice Ralph Gibson τα ακόλουθα :- "In NWL Ltd v Woods [1979] 3 All ER 614 at 625, [1979] 1 WLR 1294 at 1306 Lord Diplock said that there was nothing in the decision in the American Cyanamid case to suggest that in considering whether or not to grant an interlocutory injunction the judge ought not to give full weight to all the practical realities of the situation to which the injunction will apply. NWL Ltd v Woods was exceptional, he said, in that the grant or refusal of an injunction at that stage would in effect dispose of the action finally in favour of whichever party was successful on the application, because there would be nothing left on which it was in the unsuccessful party's interest to proceed to trial. In such an exceptional case Lord Diplock said that there is brought into the balance of convenience an important additional element: when the grant or refusal of the interlocutory injunction will have the practical effect of putting an end to the action because the harm that will have been already caused to the losing party by its grant or its refusal is complete, and of a kind for which nothing can constitute any worthwhile recompense, then the degree of likelihood that the plaintiff would have succeeded in establishing his right to an injunction if the action had gone to trial is a factor to be brought into the balance by the judge in weighing the risks that injustice may result from his deciding the application one way rather than the other (see [1979] 3 All ER 614 at 625-626, [1979] 1 WLR 1294 at 1307. I do not regard Lord Diplock's words in NWL Ltd v Woods as modifying principles established by the decision in the House of Lords in the American Cyanamid case; but I do, with respect, regard them as pointing out the true meaning of that decision when, as Lord Diplock said, 'properly understood' (see [1979] 3 All ER 614 at 625, [1979] 1 WLR 1294 at 1306)." 41 Συγκεκριμένα αναφέρονται από τον Lord Diplock τα ακόλουθα στις σελίδες 625 έως 626 της απόφασης NWL Ltd v Woods [1979] 3 All ER 614 σε σχέση βεβαίως με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση σε εκείνη την περίπτωση αλλά και με εμβέλεια γενικότερης εφαρμογής, :- "My Lords, when properly understood, there is in my view nothing in the decision of this House in American Cyanamid Co v Ethicon Ltd to suggest that in considering whether or not to grant an interlocutory injunction the judge ought not to give full weight to all the practical realities of the situation to which the injunction will apply. American Cyanamid Co v Ethicon Ltd, which enjoins the judge on an application for an interlocutory injunction to direct his attention to the balance of convenience as soon as he has satisfied himself that there is a serious question to be tried, was not dealing with a case in which the grant or refusal of an injunction at that stage would, in effect, dispose of the action finally in favour of whichever party was successful in the application, because there would be nothing left on which it was in the unsuccessful party's interest to proceed to trial. By the time the trial came on the industrial dispute, if there were one, in furtherance of which the acts sought to be restrained were threatened or done, would be likely to have been settled and it would not be in the employer's interest to exacerbate relations with his workmen by continuing the proceedings against the individual defendants none of whom would be capable financially of meeting a substantial claim for damages. Nor, if an interlocutory injunction had been granted against them, would it be worthwhile for the individual defendants to take steps to obtain a final judgment in their favour, since any damages that they could claim in respect of personal pecuniary loss caused to them by the grant of the injunction and which they could recover under the employer's undertaking on damages would be very small. Cases of this kind are exceptional, but when they do occur they bring into the balance of convenience an important additional element. In assessing whether what is compendiously called the balance of convenience lies in granting or refusing interlocutory injunctions in actions between parties of undoubted solvency the judge is engaged in weighing the respective risks that injustice may result from his deciding one way rather than the other at a stage when the evidence is incomplete. On the one hand there is the risk that if the interlocutory injunction is refused but the plaintiff succeeds in establishing at the trial his legal right for the protection of which the injunction had been sought he may in the meantime have suffered harm and inconvenience for which an award of money can provide no adequate recompense. On the other hand there is the risk that if the interlocutory injunction is granted but the plaintiff fails at the trial the defendant may in the meantime have suffered harm and inconvenience which is similarly irrecompensable. The nature and degree of harm and inconvenience that are likely to be sustained in these two events by the defendant and the plaintiff respectively in consequence of the grant or the refusal of the injunction are generally sufficiently disproportionate to bring down, by themselves, the balance on one side or the other; and this is what I understand to be the thrust of the decision of this House in American Cyanamid Co v Ethicon Ltd. Where, however, the grant or refusal of the interlocutory injunction will have the practical effect of putting an end to the action because the harm that will have been already caused to the losing party by its grant or its refusal is complete and of a kind for which money cannot constitute any worthwhile recompense, the degree of likelihood that the plaintiff would have succeeded in establishing his right to an injunction if the action had gone to trial is a factor to be brought into the balance by the judge in weighing the risks that injustice may result from his deciding the application one way rather than the other." 42 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στις πιο πάνω αυθεντίες και διατηρώντας υπόψη τα γεγονότα υπό εξέταση, στα οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το βαθμό της πιθανότητας οι παραλήπτες και διαχειριστές να πετύχουν την εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων και καταλήγει σε συμπέρασμα πως αυτός είναι τέτοιος έτσι ώστε ακόμη και με την ισοζύγιση των κινδύνων προς αποφυγή πρόκλησης αδικίας είτε στους παραλήπτες και διαχειριστές είτε στις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες, η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Όμως σε μια προσπάθεια σύνδεσης της κατάστασης ως αυτή έχει σήμερα με αυτή η οποία θα προκύψει από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προς διατήρηση ουσιαστικά μιας όσο το δυνατό πιο ισορροπημένης κατάστασης ανάλογα και με τα δικαιώματα των διαδίκων προτού αυτά καθοριστούν τελικά με την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, το Δικαστήριο προτίθεται ουσιαστικά να προσθέσει σχετικές ασφαλιστικές δικλείδες στα διατάγματα αυτά έτσι ώστε να μην παύει να έχει νόημα και η εκκρεμότητα της εκδίκασης της κυρίως αίτησης αλλά επιπρόσθετα έτσι ώστε τα διατάγματα τα οποία θα εκδοθούν να αποκτούν σε κάποιο βαθμό και την υπόσταση της προσωρινότητας παρά και την αρχική διατύπωση τους εντός της αίτησης υπό εξέταση. 43 Σε σχέση τόσο με το δεδομένο ότι τα αιτούμενα διατάγματα προσομοιάζουν με τις θεραπείες τις οποίες οι παραλήπτες και διαχειριστές αιτούνται με την κυρίως αίτηση τους όσο και με τις πρακτικές πραγματικότητες της περίπτωσης υπό εξέταση το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα όσα αναφέρονται σχετικά τόσο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. 44 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί ως βαρύνουσας σημασίας πως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης υποστηρίζει σε σχέση με τις προθέσεις των παραληπτών και διαχειριστών ορισμένες βασικές θέσεις. Πρώτο, ότι σκοπός και πρόθεση των παραληπτών και διαχειριστών είναι να μην επηρεαστεί καθόλου ή εν πάση περιπτώσει να επηρεαστεί όσο το δυνατό λιγότερο η λειτουργία των εταιρειών και των ξενοδοχείων και πως για επίτευξη αυτού του σκοπού ζητούσαν και τη συνεργασία της οικογένειας Κουρούσιη (παράγραφος 28 της ένορκης δήλωσης). Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός έχει σχέση με την αρχική προσπάθεια των παραληπτών και διαχειριστών να αναλάβουν κατοχή και έλεγχο των εταιρειών και των ξενοδοχείων, δίχως όμως το Δικαστήριο να θεωρεί ότι αυτό αλλοιώνει μέχρι και σήμερα με οποιοδήποτε τρόπο τον σκοπό και πρόθεση των παραληπτών και διαχειριστών όπως είχε αρχικά εκφραστεί. Δεύτερο, ότι ο διορισμός των παραληπτών και διαχειριστών δεν εμπόδιζε τη συνέχιση της οποιασδήποτε τυχόν διαπραγμάτευσης με την διορίζουσα τράπεζα (παράγραφος 31). Τρίτο, ότι δεν επρόκειτο οι παραλήπτες και διαχειριστές εντός των ημερών μετά και το διορισμό τους να προβούν σε ενέργειες για πώληση των ξενοδοχείων (παράγραφος 34). Δίχως βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός να απέκλειε μελλοντικές ενέργειες με αυτό τον σκοπό. Τέταρτο, ότι σκοπός των παραληπτών και διαχειριστών κατά την αρχική προσπάθεια τους για να τους παραδοθεί κατοχή των ξενοδοχείων, δεν ήταν να προκαλέσουν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία των ξενοδοχείων αλλά να βεβαιωθούν ότι οι ιδιοκτήτες των εταιρειών δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε τυχόν παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων ή σε αλλοίωση των λογιστικών βιβλίων των εταιρειών (παράγραφος 50) και με γνώμονα πάντοτε την αποτροπή οποιασδήποτε παράνομης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων (παράγραφος 53). Πέμπτο, ότι οι παραλήπτες και διαχειριστές είχαν προβεί σε παγιοποίηση των λογαριασμών των εταιρειών με συγκεκριμένη τράπεζα (παράγραφος 65) με αποτέλεσμα οι τελευταίες δύο εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στον τίτλο αυτής της απόφασης να έχουν παραμείνει χωρίς ενεργό τραπεζικό λογαριασμό, γεγονός το οποίο οδηγεί σε τεράστια προβλήματα στη λειτουργία των ξενοδοχείων (παράγραφος 66). Έκτο, ότι η παγιοποίηση δεν έγινε για εκδικητικούς σκοπούς αλλά για να είναι σε θέση οι παραλήπτες και διαχειριστές να ελέγχουν όλες τις εξερχόμενες πληρωμές των εταιρειών (παράγραφος 67). Έβδομο, οι παραλήπτες και διαχειριστές έχουν προβεί σε δημοσιεύσεις για το διορισμό τους σε δύο εφημερίδες ημερήσιας κυκλοφορίας ενώ έχουν αποσταλεί και σχετικές επιστολές σε πέντε κυβερνητικούς και άλλους φορείς ενημερώνοντας για το διορισμό τους (παράγραφος 76) ενώ προτίθενται επίσης οι παραλήπτες και διαχειριστές όπως ενημερώσουν όλους τους γνωστούς πιστωτές και εμπορικούς συνεργάτες των εταιρειών. Τέλος, τα ποσά τα οποία εξασφαλίζονται από τα ομόλογα ανέρχονται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ (παράγραφος 79). Καταληκτικά, όπως τονίζεται, τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται ως τα ελάχιστα αναγκαία έτσι ώστε να διασφαλιστεί η ορθή, δίκαιη και αποτελεσματική διαχείριση των εταιρειών, να παρεμποδίσουν την αυθαιρεσία των εταιρειών αλλά και να εμποδίσουν την πιθανή αποξένωση ή οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών (παράγραφος 81) ενώ η συνδρομή του Δικαστηρίου επιδιώκεται έτσι ώστε όχι μόνο να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των εταιρειών με τον Νόμο αλλά και η προστασία της περιουσίας των εταιρειών από ενέργειες ή παραλείψεις οι οποίες θα έχουν ως στόχο ή αποτέλεσμα την μείωση της αξίας των εταιρειών ή την εξαπάτηση της διορίζουσας τράπεζας (παράγραφος 84). 45 Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης παρατηρούνται τα ακόλουθα σχετικά. Γίνεται παραδεκτή η παγοποίηση των λογαριασμών των εταιρειών και αναφέρεται επίσης πως ως αποτέλεσμα δημιουργούνται και προκαλούνται πολύ μεγάλα προβλήματα στην ομαλή λειτουργία των εταιρειών και στη διαχείριση των υποθέσεων τους (παράγραφος 39). Δεν υπάρχει άρνηση των ισχυρισμών της παραγράφου 76 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης προσθέτοντας όμως και θέση ως προς το ότι οι αιτητές επιδιώκουν με κάθε τρόπο να δυσφημίσουν τις εταιρείες και τους ίδιους τους προσωπικά (προφανώς τους διοικητικούς συμβούλους και μετόχους) και να προκαλέσουν ανυπέρβλητα προβλήματα στην ομαλή λειτουργία και διαχείριση των υποθέσεων των εταιρειών (παράγραφος 46). Προβάλλεται ισχυρισμός ως προς το ότι οι αιτητές αμέσως μετά το διορισμό τους προέβησαν σε δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο και μέσω του διαδικτύου διαδηλώνοντας την πρόθεση τους να προχωρήσουν άμεσα σε πώληση των ξενοδοχείων (παράγραφος 51). Ισχυρίζεται επίσης πως η κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε μετά από τον κατ΄ ισχυρισμό διορισμό των αιτητών και τις ενέργειες με το κλείσιμο λογαριασμών και διάφορα δημοσιεύματα ήδη έχει προκαλέσει στις εταιρείες τεράστια προβλήματα και ζημιές με κίνδυνο αυτές να επεκταθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό που οι ίδιοι οι αιτητές δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν (παράγραφος 53). 46 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω διαπιστώνεται για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης πως με εξαίρεση τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες, ήδη σε σημαντικό βαθμό ο διορισμός των παραληπτών και διαχειριστών πρακτικά τουλάχιστον αναγνωρίζεται από άτομα άλλα από τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες. Όπως και από τον Έφορο Εταιρειών με την καταχώριση των σχετικών εντύπων ΗΕ35 (τεκμήριο 12) αλλά και την επιλογή ο ίδιος να μην εμφανιστεί στη διαδικασία της κυρίως αίτησης στην οποία και ο ίδιος είναι ένας από τους καθ΄ ων η αίτηση. 47 Η αναγνώριση αυτή επιφέρει δραστικές συνέπειες στην καθημερινή λειτουργία των εταιρειών, όπως δηλαδή και στην περίπτωση της αναγνώρισης από την τράπεζα στην οποία οι εταιρείες Capital Accomodation (Cyprus) Ltd και Kouroushis Lion Resorts Ltd τηρούσαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους με αποτέλεσμα να καθίσταται προβληματική η καθημερινή λειτουργία των εταιρειών και των ξενοδοχείων και όντως να κινδυνεύει και ως αποτέλεσμα η καλή φήμη και η εκτίμηση της αξίας τόσο των εταιρειών όσο και των ξενοδοχείων από αυτό το δεδομένο. 48 Βεβαίως ο κίνδυνος αυτός έρχεται σε αντίθεση με τα όσα οι ίδιοι οι παραλήπτες και διαχειριστές ισχυρίζονταν αρχικά μετά και από το διορισμό τους. Θα ανέμενε λογικά το Δικαστήριο πως οι ίδιοι οι παραλήπτες και διαχειριστές θα προσπαθούσαν παρά και την άρνηση αναγνώρισης του διορισμού τους από τις καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες ή τους αξιωματούχους αυτών και πως θα κατέβαλαν προσπάθειες για διατήρηση και όχι μείωση της αξίας τόσο των εταιρειών όσο και των ξενοδοχείων ως βιώσιμες επιχειρήσεις. 49 Επιπρόσθετα το Δικαστήριο κρίνει πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο σε καμία περίπτωση όπως με την έγκριση της αίτησης να εκδοθούν διατάγματα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν ουσιαστικά στην αναίρεση της οποιασδήποτε προσωρινής φύσης αυτών των διαταγμάτων σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων των παραληπτών και διαχειριστών μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 50 Υπό την έννοια κυρίως της δυνατότητας οι παραλήπτες και διαχειριστές να είχαν και την εξουσία να πωλήσουν τις εταιρείες ή τα ξενοδοχεία ή ακόμη και τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών ή των ξενοδοχείων προτού αποφασιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης η νομιμότητα και εγκυρότητα τόσο των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης όσο και του διορισμού τους. 51 Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη την κατάσταση η οποία έχει δημιουργηθεί θα πρέπει να αφεθούν τα προβλήματα στη λειτουργία των εταιρειών και των ξενοδοχείων τα οποία αναπόφευκτα προκύπτουν από την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών να επαυξάνονται με κίνδυνο την επιπρόσθετη μείωση της αξίας των εταιρειών και των ξενοδοχείων ως βιώσιμες επιχειρήσεις. Μάλιστα, βασίζεται το Δικαστήριο και στις διαβεβαιώσεις ουσιαστικά των ίδιων των παραληπτών και διαχειριστών πως σκοπός τους δεν είναι η πρόκληση τέτοιων προβλημάτων ή η άμεση πώληση των ξενοδοχείων αλλά να μην επηρεαστεί καθόλου ή εν πάση περιπτώσει να επηρεαστεί όσο το δυνατό λιγότερο η λειτουργία των εταιρειών και των ξενοδοχείων. 52 Υπενθυμίζεται σχετικά επίσης πως οι ίδιοι οι παραλήπτες και διαχειριστές ισχυρίζονται πως σκοπός τους δεν ήταν να προκαλέσουν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία των ξενοδοχείων αλλά να βεβαιωθούν ότι οι ιδιοκτήτες των εταιρειών δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε τυχόν παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων ή σε αλλοίωση των λογιστικών βιβλίων των εταιρειών και με γνώμονα πάντοτε την αποτροπή οποιασδήποτε παράνομης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. 53 Δηλαδή, οι ίδιοι οι παραλήπτες και διαχειριστές ισχυρίζονται πως σκοπός τους είναι να διασφαλιστεί η ορθή, δίκαιη και αποτελεσματική διαχείριση των εταιρειών, να παρεμποδιστεί η αυθαιρεσία των εταιρειών, να εμποδιστεί η πιθανή αποξένωση ή οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών, να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των εταιρειών με τον Νόμο και να τύχει προστασίας η περιουσία των εταιρειών από ενέργειες ή παραλείψεις οι οποίες θα έχουν ως στόχο ή αποτέλεσμα την μείωση της αξίας των εταιρειών ή την εξαπάτηση της διορίζουσας τράπεζας. 54 Κρίνεται από το Δικαστήριο πως ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν τα όσα οι ίδιοι οι παραλήπτες και διαχειριστές διεκδικούν και προς αποφυγή των κινδύνων στους οποίους αναφέρονται και μάλιστα ουσιαστικά σε μια προσπάθεια διατήρησης των πραγμάτων ως αυτά είχαν πριν από το διορισμό τους αλλά με το να τους επιτραπεί πλέον η ανάληψη κατοχής και ελέγχου των εταιρειών επί προσωρινής ουσιαστικά βάσης θα πρέπει το οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο θα εκδοθεί να εμπεριέχει ως δικλείδα ασφαλείας προς προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων των καθ΄ ων η αίτηση, συγκεκριμένη πρόνοια διασφάλισης της προσωρινότητας της οποιασδήποτε ρύθμισης μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 55 Επί αυτού του θέματος υπενθυμίζεται σχετικά πως σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου οποιοδήποτε παρεμπίπτov διάταγμα εκδίδεται βάσει του εδαφίου
(1)«. . . δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα». Επισημαίνεται από το Δικαστήριο σε σχέση με αυτή την πρόνοια όχι μόνο η δυνατότητα στο παρόν έκδοσης διαταγμάτων υπό όρους αλλά και μεταγενέστερα η δυνατότητα στο μέλλον τροποποίησης ή ακόμη και ακύρωσης οποιουδήποτε διατάγματος το οποίο σήμερα θα εκδοθεί και το οποίο θα έχει προσωρινή διάρκεια. 56 Επομένως, διατηρώντας υπόψη το όλο σκεπτικό του Δικαστηρίου εντός αυτής της απόφασης, η αίτηση εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παράγραφοι Α, Α.Ι (α), (β) και (γ), Α.ΙΙ, Α.ΙΙΙ, Β και Γ με τις εξής διαφοροποιήσεις και προσθήκη σχετικής επιφύλαξης. 56.1 Η φράση «εντός 1 ώρας» στην παράγραφο Α διαγράφεται και αντικαθίσταται με τη φράση «εντός 48 ωρών». 56.2 Η λέξη «όλων» στην παράγραφο Α.Ι διαγράφεται και στις δύο περιπτώσεις όπως επίσης και η φράση «συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό) των υποστατικών». 56.3 Η φράση «σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο και την νομολογία, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της Εναρκτήριας Αίτησης» στην παράγραφο Β διαγράφεται και αντικαθίσταται με τη φράση «μέχρι την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της κυρίως αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 22/8/2017». 56.4 Προστίθεται ως επιφύλαξη μετά και από την παράγραφο Β η εξής παράγραφος με δύο συγκεκριμένους όρους τους οποίους οι παραλήπτες και διαχειριστές οφείλουν να τηρούν έτσι ώστε να εξακολουθεί να ισχύει το διάταγμα της παραγράφου Β. «Νοείται ότι οι παραλήπτες και διαχειριστές δεν θα έχουν το δικαίωμα όπως πωλήσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο είτε των καθ΄ ων η αίτηση εταιρειών είτε των ξενοδοχείων Capital Coast και Amphora Hotel μέχρι την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 22/8/
  1. Νοείται επίσης ότι οι παραλήπτες και διαχειριστές θα καταβάλλουν κάθε εύλογα δυνατή προσπάθεια για τη διατήρηση της συνέχισης και εύρυθμης λειτουργίας των ξενοδοχείων Capital Coast και Amphora Hotel χρησιμοποιώντας για αυτό τον σκοπό τα οποιαδήποτε εισοδήματα των εταιρειών Capital Accomodation (Cyprus) Ltd και Kouroushis Lion Resorts Ltd και τα οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών Capital Accomodation (Cyprus) Ltd και Kouroushis Lion Resorts Ltd στην τράπεζα USB Bank μέχρι την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 22/8/
  2. » 57 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αλλά παράλληλα και τον περιορισμό της εμβέλειας των διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν προς όφελος των παραληπτών και διαχειριστών, ως αποτέλεσμα ουσιαστικά αναγνώρισης από το Δικαστήριο της βασιμότητας της ουσίας του λόγου ένστασης 5 όχι ως λόγου απόρριψης αλλά ως λόγος για περιορισμό του βαθμού έγκρισης της αίτησης, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης αλλά με μείωση τους παράλληλα κατά 1/3 έτσι ώστε να αντανακλάται σε αυτή τη μείωση και ο προαναφερόμενος περιορισμός ο οποίος προκύπτει από αποδοχή από το Δικαστήριο βασικής θέσης των καθ΄ ων η αίτηση. 58 Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εις βάρος των καθ΄ ων η αίτηση εταιρειών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 22/8/2017 αλλά με μείωση τους κατά 1/3 αυτού του υπολογισμού. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil :- Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.