← Κύπρος

Νίκης Θεμιστοκλέους κ.α. ν. Μαρούλλας Νικόλα Αριστοδήμου κ.α., Συνενωμένες Εφέσεις/Αιτήσεις: 239/11, 240/11 και 241/11, 2/11/2017

Νίκης Θεμιστοκλέους κ.α. ν. Μαρούλλας Νικόλα Αριστοδήμου κ.α., Συνενωμένες Εφέσεις/Αιτήσεις: 239/11, 240/11 και 241/11, 2/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Συνενωμένες Εφέσεις/Αιτήσεις: 239/11, 240/11 και 241/11 Έφεση/Αίτηση: 239/11 Μεταξύ:

  1. Νίκης Θεμιστοκλέους, από την Έμπα
  2. Σοφίας Μόρρου, από την Ελλάδα Εφεσειουσών/Αιτητριών και Μαρούλλας Νικόλα Αριστοδήμου, από την Έμπα Εφεσίβλητης/Καθ' ης αίτηση ---------------------- Έφεση/Αίτηση: 240/11 Μεταξύ:
  3. Νίκης Θεμιστοκλέους, από την Έμπα
  4. Σοφίας Μόρρου, από την Ελλάδα Εφεσειουσών/Αιτητριών και Σταυρούλλας Χ'' Λαμπρή, από την Έμπα Εφεσίβλητης/Καθ' ης αίτηση --------------------- Έφεση/Αίτηση: 241/11 Μεταξύ:
  5. Νίκης Θεμιστοκλέους, από την Έμπα
  6. Σοφίας Μόρρου, από την Ελλάδα Εφεσειουσών/Αιτητριών και Γεωργίου Αριστοδήμου, από την Έμπα Εφεσίβλητου/Καθ' ου αίτηση ---------------------------- Ημερομηνία: 2.11.2017 Εμφανίσεις: Για εφεσείουσες/αιτήτριες: κα Καρακώστα για κ. Αγγελίδη Για εφεσίβλητους/καθ' ων η αίτηση: κ. Νεοφύτου για κ. Καλογήρου ΑΠ Ο Φ Α Σ Η Οι εφεσείουσες είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες, με μερίδιο ½ έκαστη, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7526, τεμάχιο 788 που βρίσκεται στην Έμπα. Η εφεσίβλητη στην έφεση 239/11 που είναι και η βασική είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9639, τεμάχιο 777, η εφεσίβλητη στην έφεση 240/11 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9747, τεμάχιο 785 και τέλος, ο εφεσίβλητος στην έφεση 241/11 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 10087, τεμάχιο
  7. Και τα τρία αυτά ακίνητα βρίσκονται στην Πέγεια και συνορεύουν με το ακίνητο των εφεσειουσών. Οι τελευταίες, με την αίτησή τους ΑΧ2100/06 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ζήτησαν την επίλυση συνοριακής διαφοράς που είχαν με τα παραπάνω ακίνητα των εφεσίβλητων. Η επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς διεξάχθηκε στις 13/11/2007 και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «ο Διευθυντής»), με σχετικές ειδοποιήσεις του, ημερομηνίας 18/2/2011, τις οποίες απέστειλε σ' όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα πληροφόρησε για την απόφασή του, με την οποία έκρινε ότι συγκεκριμένη έκταση γης που αποτελούσε διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο ακίνητο των τριών εφεσίβλητων στις υπό κρίση εφέσεις. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των όλων των πλευρών. Οι εφεσείουσες, με τις υπό κρίση εφέσεις που καταχώρησαν ζητούν διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, πρώτο, που να κηρύσσει άκυρες και/ή παράνομες και/ή στερούμενες οποιουδήποτε αποτελέσματος τις παραπάνω αποφάσεις του Διευθυντή, με τις οποίες καθορίζεται το σύνορο του ακινήτου τους με τα ακίνητα των τριών εφεσίβλητων και δεύτερο, που να ακυρώνει και/ή τροποποιεί και/ή διορθώνει τις εν λόγω αποφάσεις, αναγνωρίζοντας ότι η διαφιλονικούμενη έκταση γης (η οποία σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο σχέδιο, στην απόφαση στην έφεση 239/11, με πράσινο χρώμα, στην απόφαση στην έφεση 240/11 και τέλος, με κίτρινο χρώμα, στην απόφαση στην έφεση 241/11) ανήκει στις ίδιες. Οι εφέσεις βασίζονται στα άρθρα 50, 58, 61, 80 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 3, 8

(1),
(2),
(3),
(4),
(9)(h),(n) και Δ.64 Θ.Θ.1 και 2, στα άρθρα 2, 21, 31 και 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι έφεσης (ίδιοι ακριβώς και στις τρεις εφέσεις) ακολουθούν αυτούσιοι: «
  1. Ο Διευθυντής έλαβε την Απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.
  2. Η Απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, εσφαλμένη και αυθαίρετη, δεν στηρίζεται επί όλων των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένα κριτήρια και/ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα.
  3. Η Απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται στους παράγοντες και/ή κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
  4. Ο Διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως προέβηκαν σε λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν εσφαλμένα και αυθαίρετα ότι το διαφιλονικούμενο τεμάχιο ανήκει στην Εφεσίβλητη.
  5. Ο Διευθυντής και/ή ο Λειτουργός χαρτογραφήσεων και/ή ο αντιπρόσωπος του αγνόησαν παντελώς την επί τόπου κατάσταση, την μαρτυρία και/ή τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση και, ειδικότερα, αγνόησαν άλλα ορόσημα τα οποία είχαν τεθεί στο παρελθόν σε προηγούμενη διαδικασία οριοθέτησης.
  6. Ο Διευθυντής και/ή ο Λειτουργός χαρτογραφήσεων και/ή ο αντιπρόσωπος του λανθασμένα ή/και αυθαίρετα οριοθέτησε το επίδικο σύνορο κατά τρόπο που δεν συνάδει με την πραγματική κατάσταση που υφίστατο και/ή απεικονίζετο με βάση το επίσημο χωρομετρικό σχέδιο τη Γενικής Χωρομετρίας.
  7. Η επιτόπια εξέταση που έγινε στις 13/11/2007 από το Διευθυντή και/ή τον αντιπρόσωπο του και/ή άλλως πως έγινε με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό και/ή άλλως πως, ήτοι δεν χρησιμοποίησε σταθερά σημεία για την καταμέτρηση επί του εδάφους και/ή χρησιμοποίησε λανθασμένα σταθερά σημεία.
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση στις 13/11/2007 δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και/ή συντεταγμένες και/ή λανθασμένες μετρήσεις και/ή λανθασμένες μεθόδοι και/ή ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης.
  9. Κατά την επιτόπια εξέταση δεν ακολούθησε η ορθή και/ή κανονική διαδικασία και/ή πρακτική ή/και τα ληφθέντα σημεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προς προσδιορισμό του συνόρου μεταξύ των δύο τεμαχίων ήτο λανθασμένα.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι εφέσεις - που είναι ίδια και στις τρεις - εκτίθενται σε ξεχωριστές ένορκες δηλώσεις της εφεσείουσας 1 (μια σε κάθε έφεση), η οποία προέβη σ' αυτές υπό την προσωπική της ιδιότητα και κατόπιν εξουσιοδότησης της εφεσείουσας
  10. Επιπλέον, στην έφεση με αριθμό 239/11, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβη σε «πρόσθετη ένορκη δήλωση» και ο τοπογράφος μηχανικός, Κώστας Ταλιώτης. Και οι τρεις εφεσίβλητοι καταχώρησαν ξεχωριστά ένσταση στην έφεση (εννοείται ο καθένας στην έφεση που τον αφορά). Οι λόγοι των τριών ενστάσεων, που είναι ίδιοι ακριβώς ακολουθούν αυτούσιοι: «(α) Η Αίτηση Έφεση των Εφεσειουσών στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου και είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. (β) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και/ή η ειδοποίηση του διευθυντή ημερομηνίας 18/2/2011 είναι ορθή και νόμιμη και βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και στους τίτλους ιδιοκτησίας και οι καταμετρήσεις είναι απόλυτα ακριβείς με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα. (γ) Ο διευθυντής με την απόφαση του δεν τροποποιεί το εγγεγραμμένο και/ή νόμιμο σύνορο των κτημάτων. (δ) Ο διευθυντής με την απόφαση του, αφού μελέτησε και/ή εξέτασε και/ή έλαβε υπ' όψη του όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα, αποφάσισε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στην εφεσίβλητη - καθ' ής η αίτηση. (ε) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη και/ή πλήρως και/ή ικανοποιητικά αιτιολογημένη. (στ) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, δίκαιη και αμερόληπτη και/ή ο διευθυντής ορθά εκτίμησε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και γενικά ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές του φυσικού δικαίου και της επιείκειας. (ζ) Κατά την επιτόπια εξέταση ακολουθήθηκε η ορθή και/ή κανονική και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και/ή πρακτική και/ή τα ληφθέντα σημεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προς προσδιορισμό του συνόρου μεταξύ των δύο τεμαχίων ήταν ορθά και/ή κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς και/ή χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά και/ή ενδεδειγμένα κριτήρια και/ή μετρήσεις και/ή συντεταγμένες και/ή μέθοδοι και/ή χρησιμοποιήθηκαν ορθά και/ή επαρκή και/ή ακριβή και/ή σύγχρονα και/ή επιστημονικά όργανα και/ή προγράμματα μέτρησης. (η) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και/ή ειδοποίηση του διευθυντή είναι ορθή και νόμιμη και εναρμονίζεται πλήρως με τον Νόμο και την Νομολογία.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι ενστάσεις εκτίθενται σε τρεις ένορκες δηλώσεις - με ίδιο περιεχόμενο -, στις οποίες προέβησαν εφεσίβλητοι - ξεχωριστά ο καθένας σε κάθε έφεση - καθώς και στην απαντητική - στην πρόσθετη ένορκη δήλωση του Κώστα Ταλιώτη - ένορκη δήλωση της τοπογράφου - μόνιμης τεχνικού μηχανικού στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Ασημίνας Δινεράκη. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση, παρότι έγινε στο πλαίσιο της έφεσης 239/11 αφορά και τις τρεις εφέσεις. Αντίθετα, η ένορκη δήλωση του Κώστα Ταλιώτη αφορά μόνο την έφεση 239/
  11. Η ακρόαση των εφέσεων, σε εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να κάνει χρήση της δυνατότητας που της παρέχει ο εν λόγω κανονισμός σε συνδυασμό με τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς, επί του περιεχομένου οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. ΄Οταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 A.A.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 A.A.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 A.A.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 A.A.Δ. 1944).» Ομοίως και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859 σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982 στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Παραπέμπω τέλος και στη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2535 στην οποία απορρίφθηκε η έφεση επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απότυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, οι εφεσείουσες, μεταξύ άλλων υποβάλλουν ότι οι εκκαλούμενες αποφάσεις είναι εσφαλμένες και αυθαίρετες, δε στηρίζονται επί όλων των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και/ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα. Με τον τρίτο λόγο έφεσης υποβάλλουν ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν είναι δεόντως αιτιολογημένες και/ή πάσχουν από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης υποβάλλουν ότι ο Διευθυντής και/ή ο λειτουργός χαρτογραφήσεων και/ή ο αντιπρόσωπός του αγνόησαν παντελώς την επί τόπου κατάσταση. Ο τοπογράφος Κώστας Ταλιώτης, στην πρόσθετη ένορκη δήλωση στην οποία προέβη - για να επαναλάβω - κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της έφεσης 239/11, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ανέλαβε την μελέτη της υπόθεσης συνοριακής διαφοράς μεταξύ των επίδικων τεμαχίων στην έφεση 239/
  1. Του δόθηκαν από το ΤΚΧ (υποθέτω αναφέρεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας) οι σχετικοί φάκελοι, τους οποίους μελέτησε και πήρε πιστά αντίγραφα για ό,τι χρειαζόταν για την υπόθεση. Μετά από τη μελέτη των σχετικών φακέλων και τις επί τόπου μετρήσεις διαπίστωσε τα εξής: Τα επίδικα τεμάχια προέκυψαν από το διαχωρισμό των αρχικών τεμαχίων με αριθμό 669 και 670 και φαίνονται στο αρχικό σχέδιο του 1923 (τεκμήριο 1), με τους φακέλους Α551/41 (τεκμήριο 2) και Α1076/50 (τεκμήριο 3). Στο φάκελο Α1076/50 που φαίνεται ο διαχωρισμός που προέκυψαν τα επίδικα τεμάχια διαπιστώνεται ότι στο διαχωριστικό των δυο τεμαχίων δεν αναγράφεται οποιαδήποτε απόσταση, που αυτό, κατά κύριο λόγω υποδηλώνει την ύπαρξη επί τόπου κάποιου φυσικού συνόρου, όπως δόμη ή όκτος. Απ' ό,τι γνωρίζει αυτό εφαρμόζεται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε επί τόπου δόμη μέσα στο τεμάχιο των εφεσειουσών - η οποία φαίνεται στις αεροφωτογραφίες του 1963 (τεκμήριο 4) και 1993 (τεκμήριο 5) - η οποία χαλάστηκε από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου της εφεσίβλητης. Σε κάποιο σημείο του τεμαχίου των εφεσειουσών φαίνεται εσωτερική δόμη η οποία υπάρχει ακόμη (τεκμήρια 6 μέχρι 10). Με το φάκελο Β459/85 έχουν καταχωρηθεί στο χωρομετρικό βιβλίο Μ82 σελ. 20-21 (τεκμήριο 11), στοιχεία (αποστάσεις) που αφορούν τα επίδικα τεμάχια (στην έφεση 239/11). Στη σχετική διαδικασία, ο χωρομέτρης ερμηνεύει το εν χρήσει σχέδιο, δηλαδή σχεδιάζει (χωρίς κλίμακα) το υπό εξέταση τεμάχιο ή τεμάχια, βάζοντας αποστάσεις (τις οποίες διαβάζει με κλίμακα από το εν χρήσει σχέδιο) στο σχέδιο του χωρομετρικού βιβλίου και λαμβάνοντας υπόψη την επί τόπου κατάσταση με μετρήσεις. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι ερμήνευσε μόνο το εν χρήσει σχέδιο, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη την επί τόπου κατάσταση. Με το φάκελο Β699/01 έχουν καταχωρηθεί στο χωρομετρικό βιβλίο Μ2457 σελ. 16-17 (τεκμήριο 12) και τα υπόλοιπα στοιχεία που αφορούν τα επίδικα τεμάχια (788 και 777) με την ίδια διαδικασία όπως πιο πάνω, χωρίς και πάλι να ληφθεί υπόψη η επί τόπου κατάσταση. Μετά από αυτά, οποιοσδήποτε φάκελος ανοίχτηκε, όπως ο φάκελος ΑΧ2100/2006 (πρόκειται για το φάκελο που περικλείει την αίτηση των εφεσειουσών για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων και στις τρεις εφέσεις) βασίζεται στα χωρομετρικά βιβλία Μ82 και Μ2457, με τις οποιεσδήποτε ασάφειες ή και λάθη που παρουσιάζονται. Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης του για την υπόθεση της έφεσης 239/11 έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ενώ υπήρχε φυσικό σύνορο και συγκεκριμένα δόμη στο νοτιοδυτικό σύνορο μεταξύ των επίδικων τεμαχίων στην εν λόγω έφεση, αγνοήθηκε παντελώς. Η οριοθέτηση των εν λόγω τεμαχίων βασίστηκε μόνο στο εν χρήσει σχέδιο. Εάν είχε ληφθεί υπόψη η θέση της δόμης, τότε η διαφορά με το υποδειχθέν σύνορο από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι μέσα στα επιτρεπόμενα όρια σφάλματος της κλίμακας του εν χρήσει σχεδίου. Το διαφιλονικούμενο μέρος έχει μέσο όρο διαφοράς από την υπόδειξη της θέσης του συνόρου από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, 3.65 μ. που είναι μέσα στα επιτρεπόμενα όρια του σφάλματος της κλίμακας 1:5000 του εν χρήσει σχεδίου. Σε σεμινάρια που οργάνωσε το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για τους αρμόδιους χωρομέτρες από το 2007 και μέχρι σήμερα, πάντα τους τόνιζαν ότι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την επιτόπου κατάσταση, την ακρίβεια της κλίμακας του εν χρήσει σχεδίου, τις συνθήκες και τα μέσα της εποχής που έγιναν τα αρχικά σχέδια και να καταλήγουν στην τελική τους μελέτη. Αυτό εφαρμόζει από το 1991 που εργάζεται στην Κύπρο, χωρίς να δημιουργήσει σε καμιά περίπτωση παρόμοιο πρόβλημα. Με τη σειρά της, η Ασημίνα Δινεράκη στην απαντητική της ένορκη δήλωση, η οποία αφορά και τις τρεις εφέσεις, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κλήθηκε κατόπιν αίτησης οριοθέτησης με το φάκελο ΑΧ649/04 να υποδείξει τα σύνορα του τεμαχίου της εφεσίβλητης στην έφεση 239/
  2. Η χωρομετρική της εργασία βασίστηκε σε προηγούμενη χωρομετρική εργασία που φαίνεται στα χωρομετρικά βιβλία Μ2457, σελ. 16-17 (τεκμήριο 6) και έλαβε υπόψη και παλαιότερη χωρομετρική εργασία που φαίνεται στο χωρομετρικό βιβλίο Μ82, σελ. 20-21 (τεκμήριο 7). Κατά την επιτόπια εξέταση εφάρμοσε την παραπάνω χωρομετρική εργασία, εξαρτώμενη από τριγωνομετρικά σημεία της περιοχής και τοποθέτησε 6 ορόσημα, τα οποία υπέδειξε στην αιτήτρια - εφεσίβλητη στην έφεση 239/
  3. Δεν υπήρχε ισχυρή επί τόπου κατάσταση. Στις 26/10/2006 ανοίχτηκε ο φάκελος διευθέτησης συνοριακής διαφοράς ΑΧ2100/06, με αιτήτρια την εφεσείουσα 1, ιδιοκτήτρια του επίδικου τεμαχίου με αριθμό 788 στα σύνορα με τα επίδικα τεμάχια των τριών εφέσεων καθώς και ακόμη ενός τεμαχίου
(773). Κατά την επιτόπια εξέταση στις 13/11/2007, παρόντες ήταν η εφεσείουσα 1, η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 773, το οποίο στην πορεία εξαιρέθηκε της διαδικασίας, οι εφεσίβλητες στις εφέσεις 239/11 και 240/11 και εκ μέρους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η ίδια και ο Γεώργιος Παχίτης. Κατά την προεργασία ανέτρεξε στο αρχείο του τμήματός της, μελέτησε όλους τους παλαιούς κτηματολογικούς φακέλους και όλες τις παλαιότερες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια, αλλά και την προηγούμενη χωρομετρική εργασία η οποία της δόθηκε αρχικά και ήταν καταχωρημένη στην χωρομετρική βάση δεδομένων του τμήματός της. Κατά την επιτόπια εξέταση μελέτησε με προσοχή την επί τόπου κατάσταση, προέβηκε σ' όλες τις απαραίτητες μετρήσεις και έλαβε όλα τα αναγκαία δεδομένα και πληροφορίες (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης). Από τη μελέτη των σχετικών φακέλων, την επιτόπια εξέταση, τις μετρήσεις και τα δεδομένα που έχει συλλέξει διαπίστωσε τα πιο κάτω: (α) Κατά την επιτόπια εξέταση και με το φάκελο οριοθέτησης ΑΧ649/04 στις 27/9/2006 και με το φάκελο διευθέτησης της - επίδικης - συνοριακής διαφοράς ΑΧ2100/06 στις 13/11/2007, δεν υπήρχε δόμη στο κοινό σύνορο των επίδικων τεμαχίων στην έφεση 239/
  1. (β) Η χωρομετρική της εργασία συμφωνεί με το επίσημο κτηματικό σχέδιο (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης). Υπεισέρχομαι τώρα και σε αυτά που αναφέρει ο Διευθυντής και στις τρεις εκκαλούμενες «αιτιολογημένες αποφάσεις» του, ημερομηνίας 4/5/2011, σε απάντηση των ισχυρισμών των εφεσειουσών, για να καταλήξει ότι με βάση αυτά, οι αποφάσεις του είναι καθόλα νόμιμες και βασίζονται στις διατάξεις του άρθρου 58 του Κεφ.
  2. Το σχετικό μέρος, που είναι ίδιο και στις τρεις αποφάσεις - κάτι που ισχύει για ολόκληρο το κείμενο των αποφάσεων - ακολουθεί αυτούσιο: «
  3. Η απόφαση βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι εγγραφές των ακινήτων και όχι σύμφωνα με την επιτόπου κατάσταση.
  4. Έχει ληφθεί υπόψη ο φάκελος με τον οποίο έχει γίνει ο διαχωρισμός του κτήματος με βάση τον οποίο εκδόθηκαν οι εγγραφές.
  5. Η χωρομετρική εργασία όπως έχει διεξαχθεί και τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί έγιναν με τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο.»
  6. Η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και καμιά αυθαιρεσία δεν έγινε.» Παρατηρώ τα εξής: Οι εκκαλούμενες αποφάσεις πάσχουν και για τους τρεις λόγους που υποβάλλουν οι εφεσείουσες, όπως αυτοί εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ακολουθεί το σκεπτικό: Ενώ η Ασημίνα Δινεράκη που προέβη στην επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς η οποία οδήγησε στις εκκαλούμενες αποφάσεις, κατά την προεργασία μελέτησε όλους τους σχετικούς παλαιούς κτηματολογικούς φακέλους και όλες τις παλαιότερες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια, αλλά και την προηγούμενη χωρομετρική εργασία που της δόθηκε αρχικά και κατά την επιτόπια εξέταση μελέτησε με προσοχή την επί τόπου κατάσταση, κ.ο.κ. και όπως αναφέρει στην παράγραφο 5 της ένορκης της δήλωσης, από τη μελέτη των σχετικών φακέλων, την επιτόπια εξέταση, τις μετρήσεις και τα δεδομένα που έχει συλλέξει διαπίστωσε (α) ότι δεν υπήρχε δόμη στο κοινό σύνορο των επίδικων τεμαχίων στην έφεση 239/11 και (β) ότι η χωρομετρική της εργασία (που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων, προσθέτω με τη σειρά μου) συμφωνεί με το επίσημο κτηματικό σχέδιο, ο Διευθυντής και στις τρεις εκκαλούμενες αποφάσεις του, σε απάντηση των ισχυρισμών των εφεσειουσών ότι αυτές είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή στερούμενες οποιουδήποτε αποτελέσματος (μεταξύ άλλων και για τους παραπάνω - τρεις - λόγους έφεσης που υποβάλλουν) αναφέρει ότι οι αποφάσεις του βασίστηκαν στο εν χρήσει σχέδιο, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι έγραφες των ακινήτων και όχι σύμφωνα με την επί τόπου κατάσταση. Και βέβαια, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: πώς μπορεί οι εκκαλούμενες αποφάσεις να είναι ορθές, νόμιμες και αιτιολογημένες, τη στιγμή που, καταρχήν, δε βασίστηκαν στην επί τόπου κατάσταση, την οποία - μαζί με διάφορα άλλα - έλαβε υπόψη η χωρομέτρης που προέβη στην επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων; Ακολούθως - σε συνέχεια του προηγούμενου -, πόσο ορθές μπορεί να θεωρηθούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις, με το αιτιολογικό ότι βασίστηκαν στο εν χρήσει σχέδιο, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων, τη στιγμή που η χωρομέτρης η οποία προέβη στην επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων επικαλείται τη συμφωνία της χωρομετρικής της εργασίας με το επίσημο κτηματικό σχέδιο, απλώς ένα στοιχείο, για σκοπούς επιβεβαίωσης της ορθότητας της χωρομετρικής της εργασίας; Έπειτα, πώς αιτιολογεί ο Διευθυντής, το γεγονός ότι, ενώ ο ίδιος δεν έλαβε υπόψη όλα όσα έλαβε υπόψη η χωρομέτρης που προέβη στην επιτόπια εξέταση και ιδιαίτερα την επί τόπου κατάσταση, την οποία μάλιστα, όπως αναφέρει μελέτησε με προσοχή, εντούτοις, το αποτέλεσμα της εργασίας της συνάδει απόλυτα με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του; Ουδεμία απάντηση δίδεται από το Διευθυντή στις αποφάσεις του ή προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία, σ' αυτά τα, τόσο καίριας - κατά τη γνώμη μου - σημασίας, ερωτήματα. Ο Διευθυντής, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του ότι οι εκκαλούμενες αποφάσεις του είναι καθ' όλα νόμιμες και βασίζονται στις διατάξεις του άρθρου 58 του Κεφ. 224 και τούτο και πάλι σε απάντηση των ισχυρισμών των εφεσειουσών ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι άκυρες και παράνομες και για τους παραπάνω τρεις λόγους έφεσης, όπως αναφέρει σ' αυτές «Έχει ληφθεί υπόψη ο φάκελος με τον οποίο έχει γίνει ο διαχωρισμός του κτήματος και με βάση τον οποίο εκδόθηκαν οι εγγραφές.» Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει και πάλι είναι το εξής: η παραπάνω αναφορά του Διευθυντή, σε ποιο φάκελο και σε ποιο κτήμα παραπέμπει; Και τούτο, έχοντας υπόψη ότι η εν λόγω αναφορά περικλείεται και στις τρεις εκκαλούμενες αποφάσεις καθώς και τα εξής, τα οποία αναφέρει η Ασημίνα Δινεράκη στην παράγραφο 5(γ) της ένορκης της δήλωσης: Με το φάκελο Α551/41 έγινε ένας πρώτος διαχωρισμός του αρχικού τεμαχίου
  7. Με το φάκελο Α1076/50 έγινε ένας δεύτερος διαχωρισμός των τεμαχίων 723/1, το οποίο προέκυψε με το φάκελο Α551/41 και του αρχικού τεμαχίου
  8. Ανάμεσα στις εγγραφές που προέκυψαν είναι και οι εγγραφές 7526 που είναι η ισχύουσα εγγραφή του τεμαχίου 788 - δηλαδή του επίδικου ακίνητου των εφεσειουσών -) και 7525 που είναι η προηγούμενη (ιστορική) εγγραφή του τεμαχίου 777 - δηλαδή του επίδικου ακινήτου της εφεσίβλητης στην έφεση 239/11 -. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, ενώ η χωρομέτρης που προέβηκε στην επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων αναφέρεται σε δυο κτηματολογικούς φακέλους και, σε κάθε περίπτωση, στα επίδικα τεμάχια στην έφεση 239/11, ο Διευθυντής και στις τρεις αποφάσεις του - για να επαναλάβω - προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του περί της ορθότητας και νομιμότητας των εν λόγω αποφάσεών του αναφέρει γενικά και αόριστα ότι έχει ληφθεί υπόψη ο φάκελος με τον οποίο έχει γίνει ο διαχωρισμός του κτήματος και με βάση τον οποίο εκδόθηκαν οι εγγραφές. Κατά πόσο η σχετική αναφορά του συναρτάται με το παραπάνω απόσπασμα της ένορκης δήλωσης της Ασημίνας Δινεράκη - στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω, προέβηκε στις 3/2/2017, ενώ οι εκκαλούμενες αποφάσεις είναι ημερομηνίας 4/5/2011 - είναι παντελώς άγνωστο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας και οι τρεις εκκαλούμενες αποφάσεις πάσχουν και για τους τρεις λόγους έφεσης (οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω) για τους οποίους οι εφεσείουσες ζητούν την ακύρωσή τους. Είναι γεγονός ότι αυτές είναι λανθασμένες και, κυρίως, αυθαίρετες, δεν στηρίζονται επί όλων των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα. Όλα αυτά, εξ αντικειμένου τις καθιστούν και ελλειμματικές σε επίπεδο δέουσας αιτιολογίας. Ενώ η χωρομέτρης η οποία προέβη στην επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων, κατά την επιτόπια εξέταση, μεταξύ άλλων μελέτησε με προσοχή και έλαβε υπόψη και την επί τόπου κατάσταση, ο Διευθυντής, μολονότι όπως αναφέρει και στις τρεις εκκαλούμενες αποφάσεις του, αυτές δε βασίζονται στην επί τόπου κατάσταση, αλλά στο εν χρήσει σχέδιο, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι εγγραφές των ακινήτων, εντούτοις, ουδεμία εξήγηση ή αιτιολογία δίδει, γιατί απέκλεισε αυτό το στοιχείο - το οποίο έλαβε υπόψη η χωρομέτρης - μα ούτε και έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιοδήποτε στοιχείο που μου επιτρέπει να συμπεράνω ότι αν δεν απέκλειε την επί τόπου κατάσταση, θα κατέληγε στις ίδιες αποφάσεις, οι οποίες ταυτίζονται με το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας της Ασημίνας Δινεράκη. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για το γεγονός ότι ο Διευθυντής, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του ότι και οι τρεις εκκαλούμενες αποφάσεις του είναι καθ' όλα νόμιμες αναφέρει σ' αυτές γενικά και αόριστα ότι έχει ληφθεί υπόψη ο φάκελος με τον οποίο έχει γίνει ο διαχωρισμός του κτήματος, δηλαδή ενός κτήματος, τη στιγμή που με τις εν λόγω αποφάσεις του επιλύθηκε η συνοριακή διαφορά μεταξύ τεσσάρων ακινήτων και η χωρομέτρης που προέβη στην επιτόπια εξέταση για σκοπούς επίλυσης της εν λόγω συνοριακής διαφοράς, στην ένορκη της δήλωση αναφέρεται σε δυο φακέλους διαχωρισμού και όπως αναφέρει στη σχετική παράγραφο 5(γ), από το δεύτερο φάκελο προέκυψαν και οι εγγραφές των επίδικων τεμαχίων στην έφεση 239/
  9. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου και οι τρεις εφέσεις γίνονται αποδεκτές. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσής τους και απόφαση σε όλες, ως η παράγραφος Α αυτών. Έχοντας υπόψη ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να μπορώ να αντικαταστήσω την κρίση του Διευθυντή με τη δική μου, σε εφαρμογή όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Πατσαλίδης, Κουντουρίδη και Είκοσι (ανωτέρω), η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων αποφάσεων, να επανεξεταστεί τάχιστα από άλλο κτηματολογικό υπάλληλο. Δεδομένης της συνένωσης και συνεκδίκασης των τριών εφέσεων, τα έξοδά τους, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειουσών και σε βάρος των εφεσίβλητων, ως ακολούθως: Μέχρι και τη συνένωση των εφέσεων, χωριστά σε κάθε έφεση. Μετά τη συνένωσή τους, ένα σετ εξόδων, τα οποία θα βαραίνουν εξίσου τους εφεσίβλητους, με εξαίρεση όσα έξοδα αφορούν αποκλειστικά οποιοδήποτε από αυτούς, τα οποία θα βαραίνουν μόνο εκείνο. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία επέλυσε συνοριακή διαφορά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.