← Κύπρος

Derek Anthony Jones κ.α. ν. G. & V. Hadjidemosthenous Ltd., Αριθμός Αγωγής :- 40/2009, 30/11/2017

Derek Anthony Jones κ.α. ν. G. & V. Hadjidemosthenous Ltd., Αριθμός Αγωγής :- 40/2009, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A211 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 40/2009 Μεταξύ :- 1. Derek Anthony Jones 2. Kathleen Patricia Jones Ενάγοντες Και G. & V. Hadjidemosthenous Ltd. Εναγόμενη Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Πέμπτη 30η Νοεμβρίου 2017 Για τους Ενάγοντες 1 και 2 :- κος. Παύλος Ευθυμίου για Paul (Pavlos) G. Efthymiou L. L. C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Σιμιλλίδης Για την εναγόμενη :- κα. Μαριέλλα Θεοφάνους για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Τελική Απόφαση Εισαγωγή 1 Είναι παραδεκτό σύμφωνα με τα δικόγραφα των διαδίκων πως δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 2/6/2003 (στο εξής θα καλείται η «επίδικη συμφωνία») η εναγόμενη εταιρεία είχε πωλήσει στους ενάγοντες μια κατοικία η οποία θα κτιζόταν σε μέρος δύο τεμαχίων για το ποσό των ΛΚ94.000 (στο εξής θα καλείται η «κατοικία»). 2 Επίσης παραδεκτός είναι και ο τρόπος πληρωμής αυτού του τιμήματος ενώ όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης δεν γίνονται παραδεκτοί παρά μόνο, όπως αναφέρεται και στο δικόγραφο της εναγόμενης, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει ρητή παραδοχή εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 3 Βεβαίως ισχυρισμοί όπως αυτός στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου όρου εντός της επίδικης συμφωνίας ελέγχονται από την ίδια τη μαρτυρία την οποία οι διάδικοι παρουσίασαν. Ο ισχυρισμός ως έχει εντός της παραγράφου 3 είναι ότι ήταν «. . . ρητός και/ή εξυπακουόμενος ουσιώδης όρος. . . » της επίδικης συμφωνίας ότι η εναγόμενη εταιρεία θα έπρεπε να μεταβιβάσει την κατοικία στους ενάγοντες ελεύθερη από εμπράγματα βάρη και/ή να είχε εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για αυτή εντός 3 ½ χρονών από την παράδοση της κατοχής της. 4 Όντως εντός του εγγράφου της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 2) υπάρχει σχετικός όρος, δηλαδή ο όρος 9, αναφορικά με τη μεταβίβαση και εγγραφή ιδιοκτησίας της κατοικίας στο όνομα των αγοραστών. Ο όρος αυτός αποτελείται από τέσσερεις ξεχωριστές παραγράφους. 4.1 Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αναφέρεται το νομικά αυτονόητο μεν αλλά παράλληλα συμφωνημένο βεβαίως δεδομένο ως προς το ότι η μεταβίβαση και εγγραφή της ιδιοκτησίας της κατοικίας θα γίνει μετά και από την έκδοση ξεχωριστών τίτλων εγγραφής από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 4.2 Νοείται βεβαίως ότι με την αναφορά εντός της επίδικης συμφωνίας σε ξεχωριστούς τίτλους εγγραφής αυτό το οποίο οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν, εντός του πλαισίου της Κυπριακής νομοθεσίας και νομικής πραγματικότητας αναφορικά με θέματα μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας και οτιδήποτε συνεπάγεται πως θα πρέπει να προηγηθεί ως προς την έκδοση αυτών, όχι μόνο από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αλλά και από άλλες αρμόδιες υπηρεσίες ή αρχές. 4.3 Όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση την αρμόδια πολεοδομική αρχή, δηλαδή τον Δήμο Πάφου. Καταβλήθηκε από την εναγόμενη προσπάθεια αναβάθμισης της σημασίας της αρμόδιας αρχής ως προς την εξασφάλιση ξεχωριστής εγγραφής. Ή ουσιαστικά ως προς τη δυσκολία αναφορικά με την εξασφάλιση ξεχωριστής εγγραφής. Καθότι η εναγόμενη στηρίχτηκε και σε ισχυρισμό ως προς την απώλεια συγκεκριμένου φακέλου από τη συγκεκριμένη αρμόδια αρχή προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. 4.4 Διευκρινίζεται απλά πως εντός αυτής της απόφασης το Δικαστήριο θα χρησιμοποιεί και την περιγραφή του «ξεχωριστού τίτλου» ή τίτλου εγγραφής ως αντιπροσωπευτική και ισοδύναμη σε έννοια με αυτή του πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, εφόσον η περιγραφή αυτή χρησιμοποιείται τόσο στα δικόγραφα των διαδίκων όσο και στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. 4.5 Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο η εναγόμενη ως πωλήτρια θα έπραττε στο μέγιστο βαθμό ότι απαιτείται έτσι ώστε να μην καθυστερήσει την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων εγγραφής. 4.6 Στην τρίτη παράγραφο προνοείται η δυνατότητα μεταβίβασης εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ενώ με την τέταρτη παράγραφο αναφέρεται γενικά πως το πιστοποιητικό εγγραφής της κατοικίας θα εκδοθεί εντός 3 ½ ετών από την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής της κατοικίας. 5 Παρά τη γενική άρνηση και της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης (βλ. σχετικά την παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης) αξίζει να σημειωθεί πως η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της δεν προβάλει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό αναφορικά με τη σημασία ή ερμηνεία του προαναφερόμενου όρου 9 της επίδικης συμφωνίας. Ή ως προς το ότι αυτός ήταν ουσιώδης ή κατά πόσο όντως ισχύουν τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης ως προς την ύπαρξη ρητού ή εξυπακουόμενου ουσιώδη όρου. Δηλαδή, δεν προβάλει οποιαδήποτε εκδοχή είτε ως προς την ύπαρξη είτε ως προς τη φύση του συγκεκριμένου όρου. 6 Βεβαίως, ανεξάρτητα και από την άρνηση και της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, ασφαλώς, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ο συγκεκριμένος όρος υπάρχει και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες σύμφωνα και με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, δηλαδή το έγγραφο της επίδικης συμφωνίας, την ύπαρξη της οποίας η εναγόμενη παραδέχεται (παράγραφος 2 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης). 7 Αυτό το οποίο όντως ισχυρίζεται η εναγόμενη στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης έμμεσα αναγνωρίζει την ύπαρξη κάποιου όρου εντός της επίδικης συμφωνίας αλλά κατ΄ επέκταση και κάποιας υποχρέωσης από την ίδια ως προς την εξασφάλιση της μεταβίβασης και εγγραφής της ιδιοκτησίας της κατοικίας στο όνομα των εναγόντων. Καθότι όπως ισχυρίζεται σε αυτή την παράγραφο, η ίδια είχε λάβει ή είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ή διαβήματα για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου έτσι ώστε να είχε καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα των εναγόντων. 8 Βασική θέση των εναγόντων είναι ότι παρά και το γεγονός της παρόδου της χρονικής περιόδου η οποία ρητά προβλέπεται εντός της συμφωνίας εντούτοις η εναγόμενη παρέλειψε να μεταβιβάσει την κατοικία σε αυτούς και εξαιτίας αυτής της παράλειψης οι ίδιοι τερμάτισαν τη συμφωνία. Ως αποτέλεσμα καταχωρίσθηκε η αγωγή υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Η Μαρτυρία 9 Προς απόδειξη της αξίωσης κατέθεσαν ως Μ. Ε. 1 ο ενάγων 1 και ως Μ. Ε. 2 ο εκτιμητής Χάρης Χαραλάμπους ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης και απόδειξη της ανταπαίτησης κατέθεσαν ως Μ. Υ. 1 ο εκτιμητής Κώστας Φιλίππου και ως Μ. Υ. 2 ο αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Γεώργιος Καλαϊτζίδης. 10 Ως προς τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ο ενάγων 1 κατέθεσε γενικά καλύπτοντας με τη μαρτυρία του το σύνολο των ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης ενώ ο Μ. Ε. 2 κατέθεσε ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα του αναφορικά με την αξία της κατοικίας. Ο Μ. Υ. 1 κατέθεσε βεβαίως υπό την ιδιότητα του ως εκτιμητής εξηγώντας πως κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα τόσο σε σχέση με την αξία της κατοικίας όσο και το αγοραίο ενοίκιο της κατοικίας κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο. Ο δε Μ. Υ. 2 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως αρχιτέκτονας και πολεοδόμος αλλά και υπάλληλος της εναγόμενης αναφορικά με τη διαδικασία έκδοσης ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας 11 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του την μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τους διάδικους στο σύνολο της εστιάζοντας την προσοχή του στα δύο βασικά σημεία σε σχέση με τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των εκδοχών των διαδίκων. Παραδείγματος χάριν, όπως εξηγείται και πιο κάτω, αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον ενάγοντα, πραγματικά το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε αυτή να μην γίνει δεκτή ως αξιόπιστη στο σύνολο της. 12 Ουσιαστικά η αξιολόγηση της μαρτυρίας εντός αυτής της απόφασης επικεντρώνεται και κατανέμεται σε δύο ξεχωριστά και ανεξάρτητα μέρη. Με το πρώτο μέρος αυτής της αξιολόγησης εξετάζεται το βασικότερο σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως προς τον λόγο δηλαδή για την καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Ενώ με το δεύτερο μέρος εξετάζεται η μαρτυρία των εκτιμητών των διαδίκων. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Πρώτο Μέρος 13 Βασικό σημείο διαφωνίας με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την εναγόμενη είναι βεβαίως ο ισχυρισμός εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης (παράγραφος 5) σύμφωνα με τον οποίο η καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων οφειλόταν σε ενέργειες των εναγόντων ενώ η ίδια είχε λάβει όλα τα δέοντα μέτρα προς έκδοση των ξεχωριστών τίτλων. Καθότι, σύμφωνα με το δικογραφημένο ισχυρισμό της εναγόμενης, οι ενάγοντες είχαν προκαλέσει καθυστέρηση στην έκδοση αυτή. Θέση της εναγόμενης είναι πως αφού πρώτα είχαν πάρει κατοχή της κατοικίας είχαν προβεί σε προσθήκη γκαράζ κατά παράβαση της ήδη εκδοθείσας άδειας οικοδομής. Εξαιτίας αυτού του κατ΄ ισχυρισμό γεγονότος η εναγόμενη αναγκάστηκε να καταχωρίσει αίτηση για προσθηκομετατροπές στις 26/1/2006 και η οποία εγκρίθηκε στις 15/12/2014. Δηλαδή, περίπου εννέα χρόνια αργότερα. 14 Επί αυτού του θέματος βεβαίως δόθηκε αρκετή μαρτυρία από τον Μ. Υ. 2 υπό μορφή ιστορικής αναδρομής παρουσιάζοντας παράλληλα διάφορα τεκμήρια. Μαρτυρία στην οποία αναφέρεται σε λεπτομέρεια το Δικαστήριο πιο κάτω. Εντούτοις, μετά και από ανάλυση της μαρτυρίας αυτής και παράλληλα διατηρώντας υπόψη τα όσα σχετικά ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων, η απλότητα του ισχυρισμού του ενάγοντα (ο οποίος αναφέρεται πιο κάτω) κρίνεται απόλυτα πειστική καθώς όχι μόνο αυτή διαπιστώνεται να συνάδει περισσότερο με την όλη διαδικασία ανέγερσης από την εναγόμενη της κατοικίας ως μέρος ενός συγκροτήματος κατοικιών προτού η κατοχή αυτής παραδοθεί στους ενάγοντες, αλλά επίσης παραδόξως ενισχύεται και από τα όσα σχετικά κατέθεσε και ο Μ. Υ. 2. 15 Διατηρώντας υπόψη πως δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάσταση ως προς τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι ενάγοντες είχαν παραλάβει κατοχή της κατοικίας είτε κατά ή περί τον Μάιο του 2004 (παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης) είτε κατά ή περί την 1/6/2004 (παράγραφο 3 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης) σε συνάρτηση και με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 2 το Δικαστήριο δέχεται ως αξιόπιστη την εκδοχή του ενάγοντα ως προς το ότι η ανέγερση του γκαράζ είχε γίνει πριν από την παράδοση κατοχής της κατοικίας και μάλιστα με τη συγκατάθεση της εναγόμενης ως μέρος ουσιαστικά της όλης διαδικασίας ανέγερσης της κατοικίας, δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της ανέγερσης της. Πείθει ουσιαστικά ο ενάγων ως προς το ότι κατά την ανέγερση της κατοικίας οι ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει την άδεια της εναγόμενης για την ανέγερση χώρου στάθμευσης (παράγραφος 3.Α στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση). 16 Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 2 αλλά και τις φωτογραφίες στις εκθέσεις εκτίμησης (τεκμήρια 7 και 9) η αναφορά στα δικόγραφα είτε σε «προσθήκη γκαράζ» (παράγραφος 5 στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης) είτε σε «ανέγερση χώρου στάθμευσης» (παράγραφος 3. Α στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση) δεν παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο παρά στην τοποθέτηση ενός στεγάστρου πάνω από χώρο στάθμευσης και όχι δηλαδή σε ανέγερση οποιουδήποτε άλλου κτηρίου ή μέρους κτηρίου υπό την έννοια προσθήκης οικοδομήματος ή μέρους οικοδομής στο υφιστάμενο κτήριο της κατοικίας. 17 Αναφορικά με την αποδοχή ως αξιόπιστης της θέσης του ενάγοντα ότι είχαν εξασφαλίσει την άδεια της εναγόμενης για την ανέγερση χώρου στάθμευσης, αξίζει να υπενθυμίσει το Δικαστήριο - και μάλιστα σε λεπτομέρεια - τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ. Υ. 2 επί του προκειμένου καθότι η όλη προσπάθεια του να πείσει πως οι ενάγοντες ευθύνονται για την καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων για την επίδικη έπαυλη παραδόξως ανέδειξε την αναξιοπιστία της εκδοχής της εναγόμενης αν και όχι και του ιδίου ως μάρτυρα. Ο ίδιος ο Μ. Υ. 2 κατέθεσε με ευθύτητα και άμεση ετοιμότητα δίχως οποιοδήποτε δισταγμό ή υπεκφυγή περιγράφοντας τα όσα ήταν σε θέση να καταθέσει βάσει βεβαίως της δικής του αντίληψης ή γνώσης. 18 Παρέθεσε σειρά εγγράφων ως τεκμήρια προς απόδειξη της όλης εκδοχής της εναγόμενης ως προς την πορεία της εξασφάλισης των απαιτούμενων αδειών για την ανέγερση όχι μόνο της επίδικης κατοικίας αλλά και άλλων κατοικιών εντός του ίδιου συγκροτήματος. Αρχίζοντας από πολεοδομική άδεια για διαχωρισμό δύο τεμαχίων σε τέσσερα οικόπεδα (τεκμήριο 10) ως επίσης και άδεια διαίρεσης γης/κατασκευής δρόμου (τεκμήριο 11) και καταλήγοντας με την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης (τεκμήριο 12). Στη συνέχεια αναφέρθηκε και στην αναγκαιότητα εξασφάλισης και άλλης πολεοδομικής άδειας καθότι στο χώρο πρασίνου της οικοπεδοποίησης είχε ανεγερθεί ναός, έτσι ώστε να αποκτούσε και η εκκλησία, ο ναός δηλαδή, δημόσια πρόσβαση (τεκμήριο 13). 19 Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στην παράλληλη με την προηγούμενη διαδικασία κατάθεση και αίτησης για ανέγερση οχτώ κατοικιών (τεκμήριο 15). Βεβαίως αυτή η αίτηση κατατέθηκε στις 8/8/2002 και η γνωστοποίηση χορηγήσεως πολεοδομικής άδειας εκδόθηκε στις 5/12/2002 ενώ η αίτηση για την συμπληρωματική άδεια διαχωρισμού είχε κατατεθεί στις 19/1/2012 και η γνωστοποίηση χορηγήσεως πολεοδομικής άδειας εκδόθηκε στις 16/7/2012. Ενδεχομένως βεβαίως ο μάρτυρας αυτός να αναφερόταν στην όλη διαδικασία η οποία είχε προηγηθεί σε σχέση με τον διαχωρισμό της γης σε οικόπεδα. 20 Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην έκδοση άδειας οικοδομής (τεκμήριο 16) από το φωτοαντίγραφο της οποίας λείπει το κάτω μέρος (το οποίο μέρος όμως είναι ορατό στο τεκμήριο 11) και στο οποίο βεβαίως θα πρέπει να καταγραφόταν και η ημερομηνία έκδοσης. Παρά και την αναφορά εντός του τεκμηρίου 16 ως προς την ύπαρξη επισυναπτόμενων αρχιτεκτονικών σχεδίων εντούτοις η εναγόμενη δεν παρουσίασε τα συγκεκριμένα σχέδια. Εάν αυτά είχαν παρουσιαστεί τότε θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει εάν όντως η άδεια η οποία είχε εκδοθεί δεν κάλυπτε και χώρους στάθμευσης. 21 Μάλιστα ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως η κάτοψη του χώρου ανέγερσης της κατοικίας και άλλων κατοικιών στο συγκρότημα η οποία επισυνάπτεται στο τεκμήριο 17 φέρει ως ημερομηνία προφανώς ετοιμασίας της, τον μήνα Ιούνιο του 2002. 22 Τέλος, αναφέρθηκε ο μάρτυρας αυτός και στην εξασφάλιση άλλης άδειας καθότι, όπως εξήγησε, λίγο πριν από τις αρχές του 2006 έγινε επί τόπου έλεγχος στο έργο καθώς του είχε αναφερθεί προφορικά από τη Δημοτική Αρχή ότι στο σύνολο της ανάπτυξης υπήρχε πλήθος προσθηκομετατροπών. Για αυτό ακριβώς το λόγο η εναγόμενη κατέθεσε στις 26/1/2006 την αίτηση 218/2002Α και η οποία αφορούσε νομιμοποίηση των προσθηκομετατροπών. 23 Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός - όπως αυτό καταγράφεται επί του τεκμηρίου 17 και όπως επισημάνθηκε και από τον μάρτυρα - ότι η συγκεκριμένη άδεια εκδόθηκε σχεδόν εννέα χρόνια αργότερα καθότι, όπως ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε, ο φάκελος της αίτησης είχε χαθεί, σύμφωνα και με τα όσα είχαν κατ΄ επανάληψη αναφερθεί στον ίδιο τον μάρτυρα. Αναφέρθηκε και στο είδος των προσθηκομετατροπών διευκρινίζοντας πως αυτές αφορούσαν κάλυμμα χώρου στάθμευσης και δύο αποθήκες εκ των οποίων η μία πρέπει να είναι μηχανοστάσιο. Διευκρίνισε σε καθοδηγητική ερώτηση, κατά πόσο υπήρχαν προσθηκομετατροπές και στην κατοικία, πως αυτές υπήρχαν σε όλες τις κατοικίες. 24 Ερωτήθηκε και σε σχέση με την προοπτική μελλοντικά της όλης διαδικασίας. Όμως αυτό το οποίο εξετάζεται από το Δικαστήριο σε αυτό το μέρος της απόφασης είναι η θέση της εναγόμενης ή ουσιαστικά το ερώτημα κατά πόσο είναι οι ενάγοντες οι οποίοι φέρουν ευθύνη για την καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Σαφώς η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική. Προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 2 πρόβλημα με ολόκληρο το συγκρότημα, στο οποίο η κατοικία αποτελούσε απλά ένα μέρος ως μία από τις κατοικίες. Υπενθυμίζεται σχετικά η αναφορά του ίδιου του μάρτυρα σε πλήθος προσθηκομετατροπών ως επίσης και η σαφής απάντηση του ως προς το ότι προσθηκομετατροπές υπήρχαν σε όλες τις κατοικίες. 25 Επιπλέον, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι το εξής δεδομένο. Παρά και τη δυνατότητα να είχε παρουσιάσει η εναγόμενη σαφώς πειστικότερη μαρτυρία επέλεξε να περιοριστεί στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Μαρτυρία η οποία αν και δεν χαρακτηρίζεται από αναξιοπιστία ως προς τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας εντούτοις υποστηρίζει περισσότερο την εκδοχή των εναγόντων παρά αυτή της εναγόμενης. Αναφέρει το Δικαστήριο ως πιθανή μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να είχε διαλευκάνει το όλο θέμα των προσθηκομετατροπών την παρουσίαση των αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία συνόδευαν την άδεια οικοδομής (τεκμήριο 16). 26 Αναμφίβολα απορία προκαλεί και η ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί της κάτοψης του χώρου ανέγερσης του συγκροτήματος η οποία συνοδεύει το τεκμήριο 17. 27 Επιπλέον, το γεγονός ότι επί αυτής της κάτοψης του χώρου ανέγερσης της κατοικίας μαζί με άλλες κατοικίες υπάρχουν σε έξι από τις εφτά κατοικίες, χρωματισμένοι χώροι στάθμευσης, προφανώς ως ένδειξη ότι αυτοί ήταν καλυμμένοι χώροι στάθμευσης, ασφαλώς κάθε άλλο παρά αποτελεί ένδειξη ότι οι ενάγοντες ευθύνονται για την καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων, διότι είχαν προβεί σε προσθήκη γκαράζ κατά παράβαση της ήδη εκδοθείσας άδειας οικοδομής. Ούτε και έχει τεθεί με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρισμός υπό μορφή μαρτυρίας πως οι ενάγοντες και μόνο ή από μόνοι τους είχαν προβεί σε τέτοια κατασκευή σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους αγοραστές ή ιδιοκτήτες κατοικιών στο ίδιο συγκρότημα κατοικιών. 28 Ανεξάρτητα δηλαδή και από την παραδοχή του ίδιου του ενάγοντα ως προς την κατασκευή ενός στέγαστρού για το χώρο στάθμευσης της κατοικίας. Το οποίο όπως εξήγησε κτίστηκε καθώς είχε άδεια για αυτό από τον Ιανουάριο του 2004 όταν ακόμη το κτίσιμο της κατοικίας δεν είχε ολοκληρωθεί. Μάλιστα ισχυρίστηκε και αναντίλεκτα επί του προκειμένου ο ενάγων πως όχι μόνο είχε άδεια για να κτιστεί αυτό το γκαράζ αλλά επιπλέον του είχε ζητηθεί μετά και από την ολοκλήρωση του να ενημέρωνε σχετικά τους υπαλλήλους της εναγόμενης έτσι ώστε να προσθέσουν αυτό το γκαράζ στα σχέδια. Προφανώς εννοώντας τα σχέδια τα οποία θα υποβάλλονταν για την εξασφάλιση σε τελική ανάλυση ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, αφού δηλαδή θα είχαν προηγηθεί οι οποιεσδήποτε άλλες απαραίτητες διαδικασίες, όπως παραδείγματος χάριν, η εξασφάλιση άδειας οικοδομής. 29 Προκαλεί εντύπωση πραγματικά, έχοντας υπόψη τόσο το συγκεκριμένο τεκμήριο από μόνο του όσο και την απλή αναφορά του Μ. Υ. 2 ότι κατ΄ επανάληψη ο ίδιος έδειχνε ενδιαφέρον για την πορεία της αίτησης, το γεγονός ότι η εναγόμενη προφανώς θεωρούσε ικανοποιητική την εξήγηση η οποία διδόταν από τα αρμόδια άτομα στην πολεοδομική αρχή, δηλαδή τον Δήμο Πάφου, ως προς το ότι ο σχετικός φάκελος είχε χαθεί, δίχως παράλληλα η ίδια η εναγόμενη για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να είχε προβεί σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. 30 Το Δικαστήριο παρά και τη θετική εικόνα την οποία έχει σχηματίσει ως προς την αξιοπιστία του Μ. Υ. 2 εντούτοις δεν παύει να θεωρεί πως αναφορικά και με αυτό τον ισχυρισμό θα μπορούσε να είχε παρουσιαστεί καλύτερη μαρτυρία, ενδεχομένως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πολεοδομικής αρχής, παρά να περιοριζόταν η εναγόμενη στη μαρτυρία του Μ. Υ. 2 με κίνδυνο αυτή να μην κρινόταν αξιόπιστη. 31 Έστω όμως και αποδεχόμενο το Δικαστήριο πως ο μάρτυρας αυτός όντως έλεγε την αλήθεια ως προς την ενημέρωση την οποία είχε αναφορικά με την απώλεια του συγκεκριμένου φακέλου αυτό δεν δικαιολογεί την αδράνεια της εναγόμενης για μια περίοδο σχεδόν εννέα χρόνων από τον Ιανουάριο του 2006 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2014. Ούτε και παρέχεται οποιαδήποτε σαφής εξήγηση ως προς το τι είχε προηγηθεί της έκδοσης μετά από τόσο χρονικό διάστημα της πολεοδομικής έγκρισης. Δηλαδή, ως προς το τι είχε ακριβώς συμβεί. Βρέθηκε ξαφνικά ο απολεσθείς φάκελος; Ανασυστάθηκε νέος φάκελος; Άγνωστο τι πραγματικά είχε συμβεί έτσι ώστε να παρέχεται και οποιοδήποτε περιθώριο να ιδωθεί η όλη πάροδος του προαναφερόμενου χρόνου ως δικαιολογημένη. 32 Κατά την αντεξέταση του Μ. Υ. 2 ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε αντί να αμφισβητηθεί η μαρτυρία η οποία δόθηκε κατά την κύρια εξέταση του. Προφανώς ο ευπαίδευτος δικηγόρος είχε αντιληφθεί την προοπτική και δυναμική ενίσχυσης της εκδοχής των εναγόντων από την μαρτυρία του Μ. Υ. 2. Επιβεβαιώθηκε η αναφορά του μάρτυρα σε σχέση με το τεκμήριο 17 στο πλήθος προσθηκομετατροπών τις οποίες σκοπό είχε να καλύψει η σχετική αίτηση. Επιβεβαιώθηκε και η ύπαρξη αναγκαιότητας για προσθηκομετατροπές όχι μόνο σε σχέση με την επίδικη κατοικία αλλά και τις υπόλοιπες κατοικίες. Περιέγραψε μάλιστα, αφού ερωτήθηκε, και το είδος αυτών των προσθηκομετατροπών εξηγώντας ότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε προσθήκη καλυμμένων χώρων στάθμευσης, καλυμμένες βεράντες και κάποια μηχανοστάσια. Συμφώνησε μάλιστα ότι περίπου και οι οχτώ κατοικίες είχαν της ίδιας φύσης προσθηκομετατροπές χωρίς μάλιστα να διαχωρίζει την οποιαδήποτε περίπτωση από άποψης σοβαρότητας. 33 Επίσης κατά την αντεξέταση του ο Μ. Υ. 2 απάντησε πως δεν είχε οτιδήποτε γραπτώς από την αρμόδια αρχή αναφορικά με την απώλεια του φακέλου προσθέτοντας επίσης ότι ήταν παρών πολλές φορές και ως μάρτυρας ουσιαστικά των προσπαθειών να βρεθεί ο φάκελος δίχως όμως αυτός τελικά να εντοπίζεται. Αν και απάντησε ότι ο χρόνος ο οποίος χρειάζεται για εξέταση αίτησης για προσθηκομετατροπές εξαρτάται από την κάθε περίπτωση απάντησε ότι δεν χρειαζόταν χρόνος οχτώ χρόνων για εξέταση της επίδικης περίπτωσης και μάλιστα υπολόγισε ως εύλογο χρόνο αυτό του ενός έως ενάμιση χρόνου. Μάλιστα στη συνέχεια όχι μόνο συμφώνησε με σχετική υποβολή ως προς το ότι ο χρόνος ο οποίος χρειαζόταν ήταν από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο αλλά ακόμη και λιγότερος. Αν και γνώριζε ότι οι ενάγοντες είχαν συζητήσει με την εναγόμενη το θέμα των προσθηκομετατροπών δεν γνώριζε κατά πόσο αυτό είχε συζητηθεί προτού γίνουν οι προσθηκομετατροπές. 34 Επίσης αν και επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη θέματος οριοθέτησης στο χώρο ανέγερσης του συγκροτήματος με γειτονικό τεμάχιο έσπευσε να προσθέσει πως αυτό διευθετήθηκε αμέσως. Όπως διαπιστώνεται δεν έχει παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία αναφορικά με αυτό το θέμα έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αναλόγως τα όσα ο ενάγων ανέφερε επί του συγκεκριμένου θέματος βάσει της πληροφόρησης την οποία είχε, έτσι ώστε δηλαδή το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τη χρονική πτυχή αυτού του θέματος. 35 Αν και υποβλήθηκε στον Μ. Υ. 2 πως ήταν αναληθές ο ισχυρισμός του ότι είχε χαθεί ο σχετικός φάκελος το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό του Μ. Υ. 2 πως έλεγε την αλήθεια. Εντούτοις επί του συγκεκριμένου θέματος το Δικαστήριο οφείλει να παρατηρήσει πως σημασία δεν κρίνεται να έχει τόσο η ίδια η απώλεια του φακέλου αλλά οι ενέργειες ή ουσιαστικά οι παραλείψεις της εναγόμενης αναφορικά με αυτή την απώλεια. 36 Μάλιστα σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 2 ως προς τη χρονική πτυχή της αίτησης, δηλαδή τη δυνατότητα εξέτασης της σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αναδεικνύεται η ύπαρξη επαρκές χρόνου εντός του χρονικού διαστήματος για υποβολή και εξέταση νέας αίτησης. Μάλιστα, βάσει της ίδιας μαρτυρίας, χρόνος υπήρχε αρκετός για εξέταση όχι μόνο μίας παρόμοιας αίτησης αλλά έξι αιτήσεων παρόμοιας φύσης. 37 Βεβαίως μόνο αναφορικά με τη χρονική δυνατότητα υπάρχει μαρτυρία δίχως να γνωρίζει το Δικαστήριο τις οποιεσδήποτε άλλες πτυχές τέτοιας διαδικασίας ελλείψει σχετικής μαρτυρίας. Αυτό το οποίο όμως είναι δυνατό να διαπιστωθεί από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε είναι ότι η εναγόμενη δεν έπραξε οτιδήποτε σε σχέση με αυτή την καθυστέρηση πέραν από του να αναμένει άπρακτα για το αποτέλεσμα εξέτασης της αίτησης της σε σχέση με ένα απολεσθέντα φάκελο και δίχως καν με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε να προσφέρεται οποιαδήποτε εξήγηση είτε ως προς την ανεύρεση του τελικά είτε ως προς την εξέταση της αίτησης ανεξάρτητα και από το κατά πόσο όντως είχε ή δεν είχε ανευρεθεί ο συγκεκριμένος φάκελος. 38 Ενώ σε σχέση με τις προσθηκομετατροπές έχοντας υπόψη και την ύπαρξη αυτών για οχτώ κατοικίες σαφώς το πρόβλημα δεν συνδεόταν άμεσα και μόνο με τους ενάγοντες. Πραγματικά οποιαδήποτε διάσταση να δοθεί από το Δικαστήριο στο θέμα του απολεσθέντος φακέλου κάθε άλλο παρά δικαιολογεί αυτό το γεγονός την όλη ανυπαρξία αποτελεσματικής αντιμετώπισης του από την εναγόμενη. 39 Επιπλέον, όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του Μ. Υ. 2 και ανεξάρτητα και από τη θετική αξιολόγηση της ως προς την αξιοπιστία του ίδιου του μάρτυρα, κάθε άλλο παρά αποδεικνύει αυτή η μαρτυρία την ευθύνη των εναγόντων για την πρόκληση καθυστέρησης στην όλη διαδικασία προς έκδοση ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας της κατοικίας ή δικαιολογεί την όλη καθυστέρηση στην έκδοση της πολεοδομικής έγκρισης για τις προσθηκομετατροπές στο συγκρότημα των οχτώ κατοικιών εκ των οποίων και η επίδικη κατοικία αποτελούσε μία από αυτές τις κατοικίες. 40 Συνεπώς, επί του συγκεκριμένου σημείου το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη βασιμότητα της θέσης των εναγόντων ως προς το ότι οι ίδιοι δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη αναφορικά με την πρόκληση της οποιασδήποτε καθυστέρησης σε σχέση με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί η ευθύνη για την πρόκληση αυτής της καθυστέρησης βαραίνει αποκλειστικά την εναγόμενη. 41 Αυτή και μόνο η διαπίστωση κρίνεται ως επαρκής προς απόδειξη της παράβασης της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα της παραγράφου (
  2. b)του όρου 9 καθώς σαφώς η εναγόμενη ως η πωλήτρια εταιρεία δεν έπραξε στο μέγιστο βαθμό ότι θα έπρεπε να πράξει έτσι ώστε να είχε αποφευχθεί η καθυστέρηση στην έκδοση των ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας ενώ ούτε και τηρήθηκε βεβαίως και η πρόνοια της παραγράφου (
  3. d)ως προς την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας εντός 3 ½ ετών από την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής της κατοικίας προς τους ενάγοντες. 42 Απορρίπτεται δηλαδή από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη και αβάσιμη η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ως προς το ότι η ίδια είχε λάβει ή είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ή διαβήματα για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου έτσι ώστε να είχε καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα των εναγόντων. Ιδιαίτερα δε εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Δεύτερο Μέρος 43 Ξεχωριστό κεφάλαιο σε σχέση με τη μαρτυρία αποτελεί το μέρος αυτής το οποίο προέκυψε από την προφορική κατάθεση των μαρτύρων Μ. Ε. 2 και Μ. Υ. 1, δηλαδή, αντίστοιχα, των εκτιμητών Χάρη Χαραλάμπους και Κώστα Φιλίππου. 44 Ασφαλώς η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης τόσο σε σχέση με την αξίωση αλλά και την ανταπαίτηση. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή αυτή τη μαρτυρία έτσι ώστε να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα. Προσεγγίζει αυτή τη μαρτυρία διατηρώντας υπόψη του πως ουσιαστικά ο Μ. Ε. 2 και ο Μ. Υ. 1 δεν είναι μάρτυρες γεγονότων αλλά μάρτυρες οι οποίοι, ως εμπειρογνώμονες, αναμένεται όπως δώσουν στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες έτσι ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. 45 Όπως έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. σχετικά την απόφαση Cybarco Ltd. v. Kovascik

(2001)1 Γ Α. Α. Δ. 2013). 46 Υπενθυμίζεται απλά πως οι μάρτυρες αυτοί πέραν και από τα όσα ανέφεραν προφορικά ετοίμασαν, ο καθένας ξεχωριστά, δική τους έκθεση εκτίμησης και οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 7 και
  1. Διευκρινίζεται πως παρά και την έμφαση η οποία δίδεται από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εκτιμητών στο περιεχόμενο των εκθέσεων εκτίμησης εντούτοις λαμβάνεται υπόψη βεβαίως και η προφορική κατάθεση των εκτιμητών στην κάθε περίπτωση, δηλαδή και τα όσα ανέφεραν σχετικά οι μάρτυρες αυτοί κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης τους είτε προς επεξήγηση του περιεχομένου της δικής του έκθεσης εκτίμησης είτε προς αντίκρουση του περιεχομένου της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή της αντίδικης πλευράς. 47 Αναφορικά με την εκτίμηση της αξίας της κατοικίας κατά τις ημερομηνίες οι οποίες αναφέρονται επί των εκθέσεων εκτίμησης, δηλαδή στις 8/12/2008 στην περίπτωση της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή των εναγόντων και στις 5/1/2009 στην περίπτωση της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης, παρατηρούνται τα ακόλουθα. 47.1 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί πως η χρονική διαφορά περίπου ενός μηνός μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών είναι ελάχιστη και δεν αποδίδεται οποιαδήποτε σημασία σε αυτή ως σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης του αποτελέσματος στην κάθε εκτίμηση. 47.2 Υπενθυμίζεται πως και στις δύο εκθέσεις εκτίμησης έχει χρησιμοποιηθεί από τους εκτιμητές η ίδια μέθοδος εκτίμησης, δηλαδή η συγκριτική μέθοδος. Όπως ο εκτιμητής της εναγόμενης την περιγράφει αυτή βασίζεται σε «. . . συγκριτικές συναλλαγές παρόμοιων ακινήτων που έχουν πραγματοποιηθεί στην άμεση περιοχή». 47.3 Βεβαίως, αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση και με τις δύο εκθέσεις εκτίμησης είναι πως παρά και την αναφορά του εκτιμητή της εναγόμενης ότι επί των «. . . συγκριτικών συναλλαγών έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες αναπροσαρμογές, χρονικές και μη» εντούτοις ούτε ο εκτιμητής της εναγόμενης αλλά ούτε και ο εκτιμητής των εναγόντων όντως έχουν προβεί σε οποιαδήποτε αναπροσαρμογή αναφορικά με τις ημερομηνίες των συγκριτικών πωλήσεων και η οποία τουλάχιστον να είναι εμφανής εντός του περιεχομένου των πινάκων των συγκριτικών πωλήσεων στην κάθε περίπτωση. Έστω δηλαδή και εάν οι ίδιοι οι εκτιμητές ισχυρίστηκαν προφορικά πως όντως είχαν προβεί σε τέτοια χρονική αναπροσαρμογή. 47.4 Αναφορικά με την επιλογή των συγκριτικών πωλήσεων διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως αυτή δεν διαφέρει ιδιαίτερα μεταξύ των δύο εκθέσεων εκτίμησης καθώς αυτή έγινε (με εξαίρεση μία περίπτωση, δηλαδή τη συγκριτική πώληση αριθμός 8 στην έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης) από τα ίδια τεμάχια γης με αναφορά μάλιστα και στο ίδιο συγκρότημα ανάπτυξης γης στο οποίο ανήκει και η κατοικία. 47.5 Βεβαίως ο εκτιμητής των εναγόντων ορθά, όπως κρίνει το Δικαστήριο, επέλεξε πέντε αντί μόνο δύο πωλήσεις όπως επέλεξε ο εκτιμητής της εναγόμενης, από το ίδιο συγκρότημα. Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την επιλογή ως αντιπροσωπευτική της αξίας της κατοικίας. Ιδιαίτερα βοηθητική είναι και η παράθεση εντός του πίνακα των συγκριτικών πωλήσεων στην έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή των εναγόντων, της αξίας ανά τετραγωνικό μέτρο. 47.6 Παρατηρείται επίσης μια διαφορά στο εμβαδόν της συγκριτικής πώλησης αριθμός 1 στην έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή των εναγόντων με αυτή του εκτιμητή της εναγόμενης με αριθμό 2 και η οποία προφανώς αναφέρεται στην ίδια πώληση, έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων και το τίμημα πώλησης (€234.078,00). Διαφορά η οποία εντοπίστηκε επίσης και από τον εκτιμητή της εναγόμενης. Ενδεχομένως αυτή η διαφορά να εξηγεί και τη διαφορά στην αξία ανά τετραγωνικό μέτρο δίχως όμως να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο βάσει της μαρτυρίας, τουλάχιστον υπό μορφής εγγράφων, η οποία παρουσιάστηκε να κρίνει ποιο ακριβώς μεταξύ των δύο είναι το ορθό εμβαδόν με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προσεγγίζει με επιφύλαξη τη συγκεκριμένη συγκριτική πώληση. 47.7 Διαπιστώνεται επίσης μια βασική διαφορά ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αγοραίας αξίας της κατοικίας. Καθότι ενώ ο εκτιμητής των εναγόντων υπολογίζει την αξία της γης ξεχωριστά σύμφωνα με το εμβαδόν του «οικοπεδικού» χώρου και λαμβάνει υπόψη του ξεχωριστά την αξία των κτιρίων βάσει του εμβαδού του κλειστού χώρου της κατοικίας ο εκτιμητής της εναγόμενης λαμβάνει υπόψη του μόνο το εμβαδό του κτηρίου της κατοικίας με διαφοροποιήσεις ανάλογα με το κατά πόσο ο κλειστός χώρος είναι εσωτερικός ή εξωτερικός με επιπρόσθετη διαφοροποίηση δηλαδή μεταξύ καλυμμένης και ακάλυπτης βεράντας. Η θέση της εναγόμενης επί του προκειμένου και του εκτιμητή της ήταν ότι ουσιαστικά ο εκτιμητής των εναγόντων είχε λανθασμένα χρησιμοποιήσει την ούτω καλούμενη μέθοδο αντικατάστασης. 47.8 Αξιοσημείωτο μάλιστα επί του ιδίου θέματος ουσιαστικά είναι και το γεγονός πως ο εκτιμητής της εναγόμενης υπολογίζει την αξία του εμβαδού των κλειστών χώρων της κατοικίας ανά τετραγωνικό μέτρο σε €1.650,00 ενώ ο εκτιμητής των εναγόντων σε €1.050,00 έτσι ώστε ακόμη και εάν προστεθεί σε αυτό το ποσό η αξία του οικοπέδου ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή €300.00 ακόμη και έτσι η αξία της κατοικίας ανά τετραγωνικό μέτρο υπολογίζεται σε χαμηλότερο ποσό, δηλαδή €1.350,00 ανά τετραγωνικό μέτρο. 47.9 Η διαφορά βεβαίως έγκειται στο γεγονός ότι ο εκτιμητής της εναγόμενης δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του το εμβαδόν του οικοπέδου. Παρά και την εισήγηση ως προς τη λανθασμένη χρήση από τον εκτιμητή των εναγόντων της ούτω καλούμενης μεθόδου αντικατάστασης, το Δικαστήριο θεωρεί πως η προσέγγιση του εκτιμητή της εναγόμενης δεν είναι ορθότερη σε αντίθεση με τη μέθοδο η οποία εφαρμόστηκε από τον εκτιμητή των εναγόντων και η οποία αντικατοπτρίζει με περισσότερη ακρίβεια την πραγματική αξία της κατοικίας ως ακίνητη ιδιοκτησία. 47.10 Άλλη αναμφίβολα βασική διαφορά είναι το γεγονός πως ενώ ο εκτιμητής των εναγόντων λαμβάνει υπόψη του την αξία της πισίνας και τη διαμόρφωση των εξωτερικών χώρων εντούτοις ο εκτιμητής της εναγόμενης δεν αποδίδει οποιαδήποτε ξεχωριστή αξία στο γεγονός τουλάχιστον και μόνο της ύπαρξης της πισίνας. 47.11 Διατηρώντας υπόψη τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις το Δικαστήριο κρίνει πως η εκτίμηση του εκτιμητή των εναγόντων είναι ορθότερη. Βεβαίως, υπενθυμίζεται πως η διαφορά μεταξύ των δύο εκτιμήσεων δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη καθότι η διαφορά μεταξύ της εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης και αυτής του εκτιμητή των εναγόντων είναι €27.000,00, δηλαδή με αφαίρεση ποσοστού περίπου 11% από την εκτίμηση του εκτιμητή των εναγόντων. 48 Θεωρείται από το Δικαστήριο πως αξίζει να γίνει αναφορά και στο γεγονός πως παρά και την ύπαρξη ανταπαίτησης για ποσό €1.000,00 μηνιαίως από 1/6/2004 μέχρι παράδοσης της κατοχής της κατοικίας, η έκθεση εκτίμησης η οποία ετοιμάστηκε από τον Μ. Ε. 2 δεν συμπεριλαμβάνει εκτίμηση της ενοικιαστικής αξίας ή του αγοραίου ενοικίου της κατοικίας, όπως και στην περίπτωση της έκθεσης εκτίμησης του Μ. Υ. 1.. Προφανώς καθότι αυτή αρχικά ετοιμάστηκε για έκδοση απόφασης ερήμην των εναγόμενων και πριν από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης. Βεβαίως υπήρχε άφθονος χρόνος στη διάθεση των εναγόντων, εάν οι ίδιοι το επεδίωκαν, για την ετοιμασία και σχετικής εκτίμησης αναφορικά με το ενοίκιο. Όμως δεν το έπραξαν αυτό με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει μόνο τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1 ως προς το θέμα αυτό. 49 Η μοναδική μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από τους ενάγοντες επί αυτού του θέματος ήταν η απάντηση η οποία δόθηκε από τον ενάγοντα, εφόσον βεβαίως ερωτήθηκε επί του προκειμένου, ως προς το κατά πόσο γνώριζε το μηνιαίο ενοίκιο για περίοδο από το 2009 έως
  2. Απάντησε από €400,00 έως €500,00 με το δεύτερο να είναι το μέγιστο ποσό το οποίο θα μπορούσε κανείς να αναμένει. Ανεξάρτητα και από το γεγονός πως ο ενάγων ασφαλώς δεν παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας σε σχέση με την ενοικιαστική αξία ακινήτων το Δικαστήριο θεωρεί πως έχει έστω κάποια αξία η μαρτυρία του ως ιδιοκτήτη και κάτοχου ακινήτου στη συγκεκριμένη περιοχή για μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο ή ακόμη και ως τοποθέτηση του επί του συγκεκριμένου θέματος ως διάδικος. 50 Η πραγματικότητα βεβαίως είναι πως ουσιαστικά ακόμη και ο ενάγων δεν διαφώνησε ιδιαίτερα με τη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από τον Μ. Υ. 1 επί του προκειμένου, σύμφωνα δηλαδή και με τα όσα αναφέρονται σχετικά σε πίνακα στη σελίδα 10 της έκθεσης εκτίμησης του (τεκμήριο 9). 51 Απλά ενδεικτικά ως προς την εξεύρεση ενός μέσου όρου ενοικίου το Δικαστήριο προσθέτοντας τα ποσά μηνιαίου ενοικίου από το 2009 έως και 2015 και διαιρώντας το σύνολο δια των αριθμών των ετών (δηλαδή, €
  3. 058,00 ÷ 7 = €436,86) θα μπορούσε να καταλήξει σε ένα στρογγυλοποιημένο ποσό περίπου €437,00 τον μήνα για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. 52 Σημειώνεται επίσης πως το Δικαστήριο αποδέχεται ως εύλογη την μέθοδο την οποία ο εκτιμητής της εναγόμενης χρησιμοποίησε προς εξεύρεση του αγοραίου ενοικίου, όπως χαρακτηριστικά το αποκάλεσε, δηλαδή ως προς την επιλογή των στοιχείων τα οποία χρησιμοποίησε, στο βαθμό όμως στον οποίο τα ενοίκια ήταν όντως υπαρκτά και όχι ζητούμενα σε σχέση δηλαδή με τα έτη 2013 έως και
  4. Όμως βάσει αυτών των στοιχείων ένας μέσος όρος ενοικίου θα ήταν αυτός των €360,00 και όχι €408,00 ή €390,00 όπως ο ίδιος καταλήγει για τα δύο αυτά έτη λανθασμένα λαμβάνοντας υπόψη και το ζητούμενο ενοίκιο των €600,
  5. 53 Βεβαίως η αποδοχή αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1 παρέχει με επαρκή ασφάλεια καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας μόνο για μία χρονική περίοδο δύο ετών από το σύνολο των εφτά για τα οποία δόθηκε μαρτυρία και ετοιμάστηκε και ο σχετικός πίνακας στη σελίδα 10 της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης. Απέχει βεβαίως πολύ ακόμη και η έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης από το ποσό της ανταπαίτησης της (δηλαδή, €
  6. 000,00 ενοίκιο τον μήνα). Όμως ουσιαστικά για τα έτη 2009 έως και 2012 ο εκτιμητής της εναγόμενης δεν είχε παρόμοια στοιχεία υπόψη του όπως είχε από το 2013 έως και 2014 και βεβαίως και μετέπειτα. 54 Το Δικαστήριο σε μια προσπάθεια εντοπισμού ενός εύλογου ποσού ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας και λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της και ιδιαίτερα δε ως προς την αυξημένη αξία ακίνητης ιδιοκτησίας γενικά κατά το έτος 2008 θεωρεί ως ορθό και δίκαιο όπως για τα έτη 2009 έως 2012 λάβει υπόψη του ένα αυξημένο ενοίκιο για αυτά τα έτη ύψους €450,00 για τα πρώτα δύο έτη και ύψους €400,00 για τα επόμενα δύο έτη. Υπολογίζοντας δηλαδή το ποσό των €5.400,00 ετήσιο ενοίκιο για τα έτη 2009 και 2010, το ποσό των €4.800,00 για τα έτη 2011 και 2012 και το ποσό των €4.320,00 για τα έτη 2013, 2014 και 2015, ποσό ετήσιου ενοικίου το οποίο επίσης κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως ληφθεί υπόψη και στη συνέχεια ανά έτος. 55 Διαφοροποιείται συνεπώς με αυτό τον τρόπο το ποσό του συνόλου το οποίο αναφέρεται στον πίνακα αγοραίου ενοικίου στη σελίδα 10 της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή της εναγόμενης και διαμορφώνεται αναλόγως σε ποσό ύψους €33.360,00 (δηλαδή, (
  7. 400 × 2) + (
  8. 800 × 2) + (
  9. 320 × 3) =
  10. 800 +
  11. 600 +
  12. 960 =
  13. 360) αντί €
  14. Για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης κρίνεται ως ορθό και δίκαιο όπως το ίδιο μηνιαίο ενοίκιο ισχύει και για το έτος 2016 (δηλαδή, ποσό €
  15. 320,00) και για το έτος 2017 μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης (δηλαδή, ποσό €
  16. 960,00). Ευρήματα του Δικαστηρίου 56 Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα κύρια ευρήματα ως προς την πραγματική πτυχή της αγωγής και της ανταπαίτησης. Διευκρινίζεται πως οι παραδοχές εντός των δικογράφων ως προς την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, τις λεπτομέρειες αυτής και τους όρους πληρωμής θεωρούνται ως δεδομένες και δεν επαναλαμβάνονται εντός των ευρημάτων του Δικαστηρίου. 56.1 Εντός της επίδικης συμφωνίας αγοράς της επίδικης κατοικίας για το ποσό των £94.000,00 (€160.608,00) υπάρχει όρος σύμφωνα με τον οποίο το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας θα εκδοθεί εντός 3 ½ ετών από την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής της κατοικίας. 56.2 Η παράδοση της επίδικης κατοικίας έγινε μεταξύ των μηνών Μάιο και Ιούνιο του
  17. 56.3 Παρά και τη ρητή συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης όπως πράξει το μέγιστο δυνατό για να μην καθυστερήσει η έκδοση του πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας αυτή παρέλειψε να πράξει αναλόγως σύμφωνα και με αυτή την υποχρέωση. 56.4 Η καθυστέρηση στην έκδοση του ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας οφειλόταν κυρίως σε αυτή την παράλειψη της εναγόμενης. 56.5 Εξαιτίας αυτής της εκ μέρους της εναγόμενης καθυστέρησης οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία με σχετική επιστολή ημερομηνίας 5/1/2009 η οποία στάλθηκε στην εναγόμενη. 56.6 Παρά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες δεν παρέδωσαν την επίδικη κατοικία στην εναγόμενη. 56.7 Η αξία της επίδικης κατοικίας κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ήταν €238.000,
  18. 56.8 Η ενοικιαστική αξία της κατοικίας κατά τα έτη 2009 και 2010 ήταν €450,00 τον μήνα, κατά τα έτη 2011 και 2012 ήταν €400,00 τον μήνα ενώ κατά τα έτη 2013 έως και 2015 και μετέπειτα ήταν €360,00 τον μήνα. 56.9 Το σύνολο των ενοικίων από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης είναι €41.640,00 ενώ στη συνέχεια αυτό θα μπορούσε να συνεχίσει να υπολογίζεται επί της βάσης του μηνιαίου ενοικίου των €360,
  19. Η Νομική Πτυχή της Αγωγής και της Ανταπαίτησης 57 Αναφορικά με την νομική πτυχή της αγωγής και ανταπαίτησης το Δικαστήριο κρίνει πως ο όρος 9 της επίδικης συμφωνίας ήταν ουσιώδης όρος αυτής και πως η παράβαση του από την εναγόμενη, δεδομένου ότι δεν εκπληρώθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας η υποχρέωση μεταβίβασης της κατοικίας στους ενάγοντες, έδιδε το δικαίωμα στους ενάγοντες να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία. Κρίνεται δηλαδή πως η επίδικη συμφωνία δικαιωματικά τερματίστηκε από τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 5/1/
  20. 58 Το βασικό ερώτημα το οποίο τίθεται στη συνέχεια είναι ως προς το ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του δικαιωματικού τερματισμού; 59 Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία, όπως αναφέρει ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πικής Π., «. . . η ακύρωση της συμφωνίας την αποστερεί ισχύος από την ημερομηνία του τερματισμού της∙ παύει η συμφωνία να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων για οποιοδήποτε από τα μέρη. Διασφαλίζεται όμως το δικαίωμα του αναίτιου μέρους να αξιώσει αποζημιώσεις για την ζημιά την οποία υπέστη λόγω της παράβασης της συμφωνίας η οποία οδήγησε στην ακύρωση της. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  21. . .» (βλ. σχετικά την απόφαση Α. Ν. Stasis Estates Co. Ltd v. George Evans Edwards κ. ά.
(1995)1 Α. Α. Δ. 385, 393). 60 Επίσης, στην απόφαση Καταφυγιώτης Κώστας κ. ά. ν. Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1 Α. Α. Δ. 1746, παρατηρείται στη σελίδα 1751, από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολάου Δ., προς συμπλήρωση της εικόνας - με αναφορά στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε συμπέρασμα ότι ο αγοραστής δικαιούτο την επιστροφή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος συν τόκους - ότι μαρτυρία για την αξία του διαμερίσματος κατά τον χρόνο της παράβασης ή του τερματισμού δεν είχε δοθεί κατά την ακροαματική διαδικασία,. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε πως η διατήρηση κατοχής δεν απέκλειε τον αποτελεσματικό τερματισμό της συμφωνίας ανεξάρτητα και από την άνευ δικαιώματος παραμονή εντός του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Διευκρινίστηκε δηλαδή πως παρέχεται η δυνατότητα στον δικαιούχο στην κατοχή όπως την διεκδικήσει. Επιπλέον, όπως αναφέρεται, εντός της ίδιας απόφασης, παρά και την απουσία μαρτυρίας ως προς την αξία του διαμερίσματος, ο ενάγων σε εκείνη την περίπτωση, θα δικαιούτο σε ψηλότερες αποζημιώσεις εάν είχε αποδείξει κατά την ακροαματική διαδικασία, αύξηση στην αξία του διαμερίσματος. Δηλαδή, η αποζημίωση θα συνίστατο στο ποσό που είχε καταβάλει πλέον τη διαφορά στην αξία αλλά όχι βεβαίως τόκους δεδομένου ότι εκείνη η δαπάνη θα είχε καταστεί, από δικής του πλευράς, αναγκαίο μέρος της δικαιοπραξίας που απέληγε στο δικαίωμα διεκδίκησης της διαφοράς στην αξία του διαμερίσματος. 61 Επισημάνθηκαν επίσης τα ακόλουθα στις σελίδες 1753 έως και 1754 (ο τονισμός των γραμμάτων είναι αυτού του Δικαστηρίου και όχι του Ανωτάτου Δικαστηρίου),:- «Απομένει μόνο να προσθέσουμε ότι το όφελος που απεκόμισε ο εφεσίβλητος από την κατοχή του διαμερίσματος κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, δεν αποτελούσε στοιχείο που προσμετρούσε στον καθορισμό αποζημιώσεων. Η ανεδαφικότητα της όποιας άλλης αντίκρυσης του ζητήματος αναδεικνύεται από το ακόλουθo απλό παράδειγμα. Ο αγοραστής διαμερίσματος διατηρεί κατοχή από τη σύναψη της σύμβασης μέχρι τον νόμιμο υπ' αυτού τερματισμό μερικά χρόνια αργότερα, κατόπιν παράβασης από τον πωλητή. Η αξία του διαμερίσματος παραμένει στο μεταξύ η ιδία. Ο αγοραστής εγκαταλείπει το διαμέρισμα και αγοράζει άλλο της ίδιας αξίας. Το ίδιο και ο ιδιοκτήτης πωλεί αμέσως το δικό του στην ίδια τιμή. Δεν επιστρέφει όμως στον πρώτο αγοραστή ολόκληρο το εισπραχθέν τίμημα. Αφαιρεί το μέρος που, κατά τον ίδιο, αντιπροσωπεύει το οφέλημα κατοχής που ο αγοραστής είχε αποκομίσει. Έτσι ο πωλητής, με την παράβασή του, κερδίζει το ποσό της αφαίρεσης. Το ίδιο βέβαια θα ίσχυε και όπου η αξία του διαμερίσματος μεταβαλλόταν. Είναι νομίζουμε αυτονόητο ότι τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να συνάδει με οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Ως ζήτημα γενικής αρχής, το αναίτιο μέρος το οποίο, κατόπιν τερματισμού διεκδικεί αποζημιώσεις, δεν δικαιούται να διατηρεί στο εξής οφελήματα που του παρέχονταν μόνο στη βάση ισχύος της σύμβασης. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό σημαίνει την απόδοση κατοχής του διαμερίσματος στο άλλο μέρος. Και αν δεν το πράξει αυτόβουλα, το άλλο μέρος δύναται να κινήσει μηχανισμό για θεραπεία. Η προηγούμενη όμως κατοχή, που αποτελούσε έκφανση λειτουργίας της συμβατικής σχέσης και που εξαντλείται ως αποτέλεσμα τερματισμού της σύμβασης με υπαιτιότητα του πωλητή, δεν μπορεί να μεταφραστεί σε οικονομικό στοιχείο προς απόδοση στον πωλητή. Εξ άλλου, δεν προβλεπόταν στη σύμβαση ο,τιδήποτε που να διαφοροποιούσε αυτή την, ως ζήτημα αρχής, επιβαλλόμενη θεώρηση.» Εν τέλει το Ανώτατο Δικαστήριο καταλήγει στη συγκεκριμένη απόφαση, διατηρώντας υπόψη βεβαίως τα δικά της δεδομένα, όπως, παραδείγματος χάριν, το γεγονός πως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αναφορικά με την αξία του διαμερίσματος κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, πως ορθά αντίκρυσε το πρωτόδικο Δικαστήριο το θέμα των αποζημιώσεων και η κατάληξη του ήταν πλήρως δικαιολογημένη. 62 Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν και στην απόφαση A. N. Stasis Estates Co Ltd. v. Norbert Paul Eugen Waldner κ. ά.
(1998)1 Α. Α. Δ. 250 δίχως να κρίνεται απαραίτητη η οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης, σε αυτό το σημείο της απόφασης. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση A. N. Stasis Estates Co Ltd. v. Edward Michael Tomlin κ. ά.
(1998)1 Α. Α. Δ. 788 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος των αγοραστών ως αποζημιώσεις τόσο την επιστροφή του τιμήματος αγοράς όσο και τη διαφορά στην αξία της μεζονέτας μεταξύ της ημερομηνίας της συμφωνίας και της ημερομηνίας τερματισμού. Αν και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε αυτή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου εντούτοις διαφώνησε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την ανταπαίτηση για ενοίκια μεταξύ άλλων, ως προς το ότι δηλαδή οι αγοραστές κατείχαν τη μεζονέτα νόμιμα βάσει σύμβασης που οι ίδιοι δεν διέρρηξαν. Με αναφορά του Ανώτατου Δικαστηρίου και πάλι τόσο σε προηγούμενη νομολογία (η οποία αναφέρεται πιο πάνω) αλλά και στο δεδομένο πως δεν υπήρχε οτιδήποτε στην επίδικη σύμβαση το οποίο να διαφοροποιούσε την ως ζήτημα αρχής, επιβαλλόμενη θεώρηση, συμφώνησε πως δεν μπορούσε να απασχολήσει το Δικαστήριο θέμα αποζημίωσης της πωλήτριας εταιρείας για το διάστημα κατοχής διαρκούσας της ισχύος της σύμβασης. Προσθέτοντας όμως και το εξής αξιοσημείωτο. Ότι δηλαδή ως προς τον χρόνο μετά τον τερματισμό θα μπορούσε να τεθεί θέμα αποζημίωσης για παράνομη κατοχή αλλά όχι βέβαια θέμα ενοικίων που προϋποθέτει ενοικίαση. Θέμα όμως το οποίο δεν τέθηκε με την ανταπαίτηση και ως εκ τούτου «ενοίκια» δεν μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να επιδικαστούν. Καταλήγει συνεπώς το Ανώτατο Δικαστήριο στη συγκεκριμένη απόφαση σε συμπέρασμα πως η απόρριψη αυτού του μέρους της ανταπαίτησης καθίστατο αναπόφευκτη. 63 Βεβαίως επί του ιδίου θέματος ουσιαστικά στην απόφαση A. N. Stasis Estates Co Ltd. v. Norbert Paul Eugen Waldner κ. ά. επιδικάστηκε ποσό ενοικίων μετά την ημερομηνία τερματισμού όμως η έφεση ασκήθηκε μόνο σχετικά με την απόρριψη του μέρους της ανταπαίτησης το οποίο είχε σχέση με την κατοχή του διαμερίσματος πριν από την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης. Συνεπώς, ουσιαστικά το θέμα αυτό δεν εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση A. N. Stasis Estates Co Ltd. v. Norbert Paul Eugen Waldner κ. ά.. 64 Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με την ανταπαίτηση της εναγόμενης είναι πως αν και δεν διεκδικεί ευθέως αποζημίωση για παράνομη κατοχή εντός της ανταπαίτησης της εντούτοις θέτει το θέμα αυτό στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπό την έννοια της κατοχής και εκμετάλλευσης της κατοικίας από τους ενάγοντες. Αν και βεβαίως αυτό τίθεται ως λόγος βάσει του οποίου να κωλύονται οι ενάγοντες λόγω διαγωγής ή συμπεριφοράς να αξιώνουν από την εναγόμενη την επιστροφή του τιμήματος αγοράς. Ενώ η ίδια η αξίωση στην ανταπαίτηση δεν περιορίζεται ή ουσιαστικά δεν αναφέρεται σε ενοίκια παρά και την αναφορά σε ενοικιαστική αξία αλλά σε απώλεια χρήσης από την εναγόμενη και ποσό το οποίο επωφελήθηκαν οι ενάγοντες ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. 65 Η αναφορά δηλαδή σε ποσό €1. 000,00 μηνιαίως από 1/6/2004 μέχρι παράδοσης της κατοχής της κατοικίας αν και καθορίζεται με αναφορά στην ενοικιαστική αξία της κατοικίας, είτε ως ένας εύλογος τρόπος καθορισμού της αξίας της απώλειας χρήσης είτε καθότι προφανώς αυτή θα ήταν μια πιθανή χρήση της κατοικίας από την εναγόμενη σε περίπτωση κατά την οποία οι ενάγοντες είχαν παραδώσει την κατοικία σε αυτή κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, εντούτοις αυτό το οποίο όντως διεκδικεί η εναγόμενη δεν είναι ενοίκια αλλά αποζημίωση λόγω απώλειας χρήσης της κατοικίας και η οποία υπολογίζεται έχοντας ως βάση την ενοικιαστική αξία της κατοικίας. 66 Επιπλέον, όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 1843 της απόφασης Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α. Α. Δ. 1836, όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας. Υπάρχει επίσης εντός της ίδιας απόφασης αναφορά και σε άλλη σχετική αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία ως θέμα αρχής αλλά και σχετικών αυθεντιών ο ιδιοκτήτης, αφού αποδείξει ότι ο κάτοχος παραμένει παράνομα σε ακίνητη ιδιοκτησία, δικαιούται, χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία ότι θα μπορούσε ή ότι επροτίθετο να ενοικιάσει την ιδιοκτησία σε κάποιον άλλον αν αυτή δεν κατεχόταν παράνομα, να ανακτήσει ως αποζημιώσεις από την παράνομη επέμβαση την αξία της περιουσίας όπως αυτή θα μπορούσε δίκαια να υπολογιστεί ενώ, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, η συνήθης ενοικιαστική αξία της ιδιοκτησία καθορίζει και το ποσό της αποζημίωσης. 67 Υπάρχει επίσης αναφορά σε αυτή τη νομολογία και στην αρχή της χρήσης. Δηλαδή, παρά και το γεγονός πως ο ενάγων μπορεί να μην έχει υποστεί οποιαδήποτε πραγματική απώλεια με το να έχει στερηθεί τη χρήση της περιουσίας του, βάσει της αρχής της χρήσης δικαιούται να ανακτήσει ένα λογικό ενοίκιο για την παράνομη χρήση της περιουσίας του από τον παρανόμως επεμβαίνοντα. Παρομοίως ακόμη και εάν εκείνος ο οποίος επεμβαίνει παράνομα μπορεί να μην έχει αποκομίσει οποιοδήποτε πραγματικό όφελος από την χρήση της περιουσίας εντούτοις βάσει της αρχής της χρήσης υποχρεούται να πληρώσει εύλογο ενοίκιο για τη χρήση της οποίας επωφελήθηκε. 68 Συνεπώς, βάσει και των όσων αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει πως δεν θα ήταν είτε ορθό είτε δίκαιο η ανταπαίτηση ως έχει διατυπωθεί να απορριφθεί επειδή θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αυτό το οποίο η εναγόμενη διεκδικεί είναι «ενοίκια». Κρίνεται ουσιαστικά πως η αναφορά σε ενοικιαστική αξία στην ανταπαίτηση παρατίθεται ως μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης την οποία η εναγόμενη αξιώνει από τους ενάγοντες και την οποία αποζημίωση το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη τη σχετική νομολογία επί του θέματος, κρίνει ότι δικαιούται όπως επιδικαστεί προς όφελος της. Συμπέρασμα του Δικαστηρίου 69 Επομένως, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση έχουν αποδειχθεί επαρκώς έτσι ώστε στην κάθε περίπτωση να επιδικαστεί ποσό αποζημίωσης τόσο σε σχέση με τους ενάγοντες εξαιτίας της παράβασης ουσιώδη όρου της επίδικης συμφωνίας από την εναγόμενη όσο και σε σχέση με την εναγόμενη καθώς παρά και τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες παρέμειναν εντός και κατείχαν την κατοικία δίχως να είχαν παραδώσει αυτή στην εναγόμενη. 70 Συνεπώς, σε σχέση με την αγωγή εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος της εναγόμενης για το ποσό των €238.345,00, το οποίο αποτελείται από επιστροφή του τιμήματος αγοράς €160.608,00 πλέον η διαφορά της αξίας της κατοικίας κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας συν το ποσό των εκτιμητικών εξόδων του εκτιμητή των εναγόντων, με νόμιμο τόκο επί αυτού του ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, δηλαδή 5,5% ετησίως από τις 8/1/2009 ή αναλόγως στη συνέχεια σύμφωνα με διάταγμα αναθεώρησης εκδιδόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, όπως, στις περιπτώσεις του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2014 (4%), του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2015 (4%) και του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2016 (3,5%), μέχρι εξοφλήσεως. 71 Ενώ σε σχέση με την ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγόμενης και εις βάρος των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €41.640,00 με νόμιμο τόκο επί αυτού του ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της ανταπαίτησης, δηλαδή 5,5% ετησίως από τις 8/4 /2009 ή αναλόγως στη συνέχεια σύμφωνα με διάταγμα αναθεώρησης εκδιδόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, όπως, στις περιπτώσεις του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2014 (4%), του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2015 (4%) και του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2016 (3,5%), μέχρι εξοφλήσεως, ως επίσης για το ποσό των €360,00 πληρωτέο μηνιαίως από τις 30/12/2017 μέχρι την παράδοση της κατοχής της κατοικίας από τους ενάγοντες προς την εναγόμενη. 72 Εκδίδεται επίσης, ως μέρος της απόφασης σε σχέση με την ανταπαίτηση, αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου βάσει της οποίας αναγνωρίζεται πως η εναγόμενη δικαιούται την επιστροφή της επίδικης κατοικίας από τους ενάγοντες με την εξής επιφύλαξη. Νοείται ότι η εναγόμενη θα είναι σε θέση να εφαρμόσει αυτό το δικαίωμα μόνο σε περίπτωση κατά την οποία πρώτα πληρώσει το ποσό της απόφασης σε σχέση με την αγωγή προς τους ενάγοντες. Νοείται επίσης πως σε περίπτωση κατά την οποία η εναγόμενη πληρώσει προς τους ενάγοντες το ποσό της απόφασης για την αγωγή με αφαίρεση του ποσού της απόφασης για την ανταπαίτηση τότε και πάλι θα θεωρείται ότι αυτή θα έχει εξοφλήσει το ποσό της απόφασης για την αγωγή και θα δικαιούται την επιστροφή της επίδικης κατοικίας. 73 Επιπλέον, νοείται ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι ενάγοντες προσφέρουν προς την εναγόμενη τόσο την παράδοση της κατοχής της κατοικίας όσο και την πληρωμή του ποσού της απόφασης για την ανταπαίτηση, με προϋπόθεση την ταυτόχρονη πληρωμή του ποσού της απόφασης για την αγωγή από την εναγόμενη, αλλά η εναγόμενη αρνείται να πληρώσει το ποσό της απόφασης για την αγωγή τότε οι ενάγοντες δεν θα έχουν πλέον την υποχρέωση πληρωμής ενοικίου για το ποσό των €360,00 μηνιαίως. 74 Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής ή της ανταπαίτησης το Δικαστήριο βεβαίως λαμβάνει υπόψη του το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) ενώ υπενθυμίζεται σχετικά πως οι ενάγοντες ρητά διεκδικούν νόμιμο τόκο με την αγωγή τους (βλ. σχετικά τη διευκρίνιση επί αυτού του θέματος στη σελίδα 256 της απόφασης A. N. Stasis Estates Co Ltd. v. Norbert Paul Eugen Waldner κ. ά.
(1998)1 Α. Α. Δ. 250) ενώ σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημία, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση, ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης, όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών (βλ. σχετικά την απόφαση 1. Δάφνος Δρυάδης κ. ά. ν. Κώστα Καλησπέρα
(1998)1 Α. Α. Δ. 881). Τα Δικηγορικά Εξοδα 75 Αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα, διατηρώντας υπόψη πως η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και είχαν ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης προς όφελος τόσο των εναγόντων όσο και της εναγόμενης κρίνεται ως ορθό και δίκαιο όπως ανάλογα και με αυτό το αποτέλεσμα τόσο η εναγόμενη όσο και οι ενάγοντες επωμιστούν το ήμισυ των εξόδων στην κάθε περίπτωση ανάλογα και με το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση για την αγωγή και την ανταπαίτηση όπως τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 76 Συνεπώς, εκδίδεται σχετική διαταγή σε σχέση με την κάθε περίπτωση. Βεβαίως όπως και το υπόλοιπο της απόφασης έτσι και στην κάθε περίπτωση τα δικηγορικά έξοδα θα φέρουν νόμιμο τόκο όπως αυτός καθορίζεται πιο πάνω. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Final/Breach of Contract (Αναφορά :- Δίκαιο Συμβάσεων/Σύμβαση Μεταβίβασης Ακίνητης Ιδιοκτησίας /Παράβαση Σύμβασης/Θεραπείες / Αποζημίωση / Αναγνωριστική Δήλωση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.