← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση του ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΙΑ, Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED ν. Αναφορικά με την

Αναφορικά με την αίτηση του ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΙΑ, Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED ν. Αναφορικά με την Εταιρεία CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED, Αρ. Αίτησης: 73/2014, 22/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A204 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον : Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 73/2014 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 337 έως 344, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την Εταιρεία CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED από την Πόλη Χρυσοχούς και Αναφορικά με την αίτηση του ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΙΑ, Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED, ο οποίος διορίσθηκε δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερ. 27/08/1999, 27/04/2004 και 15/09/2010 προς όφελος της ALPHA BANK CYPRUS LIMITED. 22.11.2017 Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Για την Αιτήτρια : κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ε. Σαββίδου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση Στις 28.04.2017 η CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED (Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως αίτηση, ημερ. 19.09.2014 - που στο εξής θα καλείται «Αιτήτρια») καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προς υποστήριξη της ένστασής της στην κυρίως αίτηση, ημερ. 09.01.2015. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 Θ.1-4

(1)και
(2)και στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Μακρίδη, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας, στην οποία επεξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους επιχειρείται να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρεται είναι ανάγκη να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα για τα θέματα που αφορούν την υπό εκδίκαση αίτηση, από την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά, ενώ η μη παραχώρηση της άδειας, θα έχει ως αποτέλεσμα να μην τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου σημαντικά στοιχεία και ισχυρισμοί με τους οποίους αντικρούονται οι ισχυρισμοί των αντιδίκων και επεξηγούνται και διευκρινίζονται κάποια πράγματα και πραγματικοί ισχυρισμοί, που πιθανόν να καθορίσουν την περαιτέρω πορεία της υπό εκδίκαση αίτησης και διαδικασίας στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σκοπό έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο να έχει πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι δε αναγκαία η καταχώρησή της γιατί περιλαμβάνονται πραγματικοί ισχυρισμοί που προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ένσταση της Καθ' ης. Προς αντίκρουση της αίτησης καταχωρήθηκε στις 18.05.2017 ένσταση από την Alpha Bank Cyprus Limited στην οποία γίνεται επίκληση δεκατεσσάρων
(14)λόγων για τους οποίους η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και πιο συγκεκριμένα διότι: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Δεν υφίσταται καλός λόγος για έγκριση της αίτησης.
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης.
  4. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  5. Η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς οιανδήποτε δικαιολογία.
  6. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική.
  7. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για έκδοση του διατάγματος.
  8. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εισάξει ισχυρισμούς και θέσεις που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα ως αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου.
  9. Η αίτηση αποτελεί περιφρόνηση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου αφού επιδιώκει να εισάγει ισχυρισμούς άσχετους με τα επίδικα θέματα όπως έχουν καθοριστεί μέσα από την ενδιάμεση αίτηση του Δικαστηρίου.
  10. Η αίτηση επιδιώκει να εισάξει μαρτυρία για θέματα που αφορούν προσπάθειες διευθέτησης που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αίτησης και οι οποίες καλύπτονται από προνόμιο.
  11. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  12. Δεν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  13. Η αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση και ταλαιπωρίας.
  14. Η προτιθέμενη ένορκη δήλωση περιλαμβάνει άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς». Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Καλλία, Αιτητή στην κυρίως αίτηση (που στο εξής θα καλείται «Καθ' ου η αίτηση»), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται, ότι δεν υφίσταται καλός λόγος για έγκριση της αίτησης και ότι αντίθετα η επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα, όπως τα έχει καθορίσει το Δικαστήριο, στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασής του, ημερ. 22.02.2017, την οποία η παρούσα αίτηση περιφρονεί και προσπαθεί εμμέσως να αναιρέσει και επιπρόσθετα αφορά μια επιστολή που στάληκε σε μια άνευ βλάβης δικαιωμάτων προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης, κατόπιν παρότρυνσης του Δικαστηρίου υπό την τότε σύνθεση, με σκοπό να αποφευχθεί η ακρόαση της αίτησης. Περαιτέρω η αίτηση είναι καθυστερημένη αδικαιολόγητα με δεδομένο ότι η επιστολή που επιδιώκεται να εισαχθεί έχει συνταχθεί την 18.09.2015 και η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε, χωρίς καμιά δικαιολογία, δυο περίπου χρόνια μετά, προφανώς για να προκαλέσει καθυστέρηση και ως τέτοια η αίτηση είναι και καταχρηστική. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Στη Δ.48, Κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, προνοείται ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Από το λεκτικό της συγκεκριμένης διαταγής προκύπτει πως μοναδική προϋπόθεση για να επιτύχει προφορικό αίτημα ή γραπτή αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η ικανοποίηση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη καλού λόγου. Ο διάδικος, που υποβάλλει τέτοιο αίτημα και έχει το βάρος της απόδειξης, θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να το πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Για τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση ή αντίκρουση ισχυρισμών (που περιλήφθηκαν σε ένσταση), νοουμένου βέβαια ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48, Κ.4
(2), υπάρχει αρκετή νομολογία, όπως οι υποθέσεις Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ 269 και Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(2001)1 Α.Α.Δ 418. Το θέμα εμπίπτει σαφώς, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση ενδιάμεσης αίτησης, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 510). Στην Κοκκίνου v. Κοκκίνου, Έφεση 29/2014, ημερ. 03.11.2016, επισημάνθηκε ότι το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται ασφαλώς στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η έννοια της φράσης καλός λόγος πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση πάντοτε με το γενικότερο δικαίωμα κάποιου διαδίκου να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης με δεδομένη τη σχετικότητα των ισχυρισμών αυτών με τα επίδικα θέματα. Είναι προφανές ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, η φύση της διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται η προσαγωγή της μαρτυρίας και το περιεχόμενο της προτεινόμενης για κατάθεση μαρτυρίας. Είναι επίσης προφανές ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία, με τέτοιο τρόπο που να αποφεύγεται αχρείαστη επιχειρηματολογία, επανάληψη αρχικών ισχυρισμών και σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Από το σώμα της ένστασης προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτή καταχωρήθηκε από την Alpha Bank Cyprus Limited, η οποία δεν είναι διάδικος, ούτε εμφανίζεται ή εκπροσωπείται με οποιοδήποτε τρόπο, στην παρούσα διαδικασία. Από τη μελέτη δε του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει, ότι η αίτηση έχει επιδοθεί σε αυτή, ούτως ώστε να νομιμοποιείται, στη βάση των προνοιών της Δ.48 Κ.4
(1), να καταχωρήσει ένσταση. Συναφώς η υπ' αναφορά ένσταση έχει καταχωρηθεί παράτυπα και αντικανονικά και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Βεβαίως, στην προκείμενη περίπτωση, η μη υποβολή ένστασης, από τον Καθ' ου η αίτηση, που αναμφίβολα συνιστά δικονομική παράλειψη, δεν ισοδυναμεί με έλλειψη πρόθεσης εμφάνισης για διατύπωση των θέσεων του για την εν γένει πορεία της αίτησης, καθώς στην ακρόαση της αίτησης εμφανίσθηκε δικηγόρος από το δικηγορικό οίκο, που τον εκπροσωπεί εξαρχής στη διαδικασία, η οποία κατέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, και γραπτό κείμενο αγόρευσης, στο οποίο αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση. Σημειωτέον ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Aιτήτριας δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην πιο πάνω διαδικασία. Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη και θα συνυπολογίσει στην απόφασή του το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, ημερ. 15.11.2017 (βλέπε σχετικά, Μιχαήλ και άλλος v. Α/φοί Πούλλου Λτδ (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 684). Από την παράγραφο 4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης συνάγεται ότι ο σκοπός της πρόθεσης καταχώρησής της είναι η υποστήριξη του λόγου ένστασης με στοιχείο Ε της ένστασης της αιτήτριας στην κυρίως αίτηση, ότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και κατά κατάχρηση των διαδικασιών για να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης αναφέρεται, ότι: «Προς υποστήριξη του λόγου ένστασης Ε επιθυμώ να καταθέσω ως τεκμήριο 1 επιστολή που στάλθηκε από το γραφείο μας προς τους αντιδίκους και με την οποία οι πελάτες μας ήταν έτοιμοι να προβούν σε δεσμευτικές δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου με τις οποίες τόσο η τράπεζα όσο και ο αιτητής ήταν πλήρως εξασφαλισμένοι μέχρι την εκδίκαση των τριών αγωγών που εκκρεμούν στο Ε.Δ. Πάφου που αφορούν τις δανειοδοτήσεις τις οποίες εξασφαλίζουν τα 3 Ομόλογα. Οι αντίδικοι αρνήθηκαν την πρότασή μας γεγονός που αποδεικνύει τις προθέσεις τους να καταστήσουν άνευ αντικειμένου τις αγωγές αυτές και να πωλήσουν ακίνητη περιουσία της εταιρείας πριν αποφασισθεί εάν χρωστούν και τι χρωστούν στην τράπεζα πράγμα το οποίο το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων όπως με πληροφορεί ο κ. Μελάς». Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση δεν αποσκοπεί στη μεταγενέστερη συμπλήρωση κενού, αλλά στη συμπλήρωση μερικών ήδη υφιστάμενων ισχυρισμών, υποδεικνύοντας, προφανώς αναφερόμενος στην εν λόγω παράγραφο, ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται γεγονότα και πραγματικοί ισχυρισμοί που προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Ο καλός λόγος, σύμφωνα πάντα με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου της αιτήτριας, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, που δικαιολογεί την άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι η συμπλήρωση του ήδη υπάρχοντος στην ένσταση ισχυρισμού περί κακοπιστίας του Καθ' ου η αίτηση, των αλλότριων κινήτρων του και της προσπάθειάς του να εξυπηρετήσει αλλότρια κίνητρα, καθώς σκοπός του δεν είναι η προστασία της περιουσίας της Αιτήτριας, αλλά η πώλησή της, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αγωγών για τα δάνειά της, που εξασφαλίζονται, τόσο με υποθήκες, όσο και με τα Ομόλογα. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση, στην αγόρευσή της, εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται καλός λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθώς στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται λόγος για επιστολή, που, όπως διατείνεται, συντάχθηκε στις 18.09.2015 και ήταν έκτοτε σε γνώση της Αιτήτριας, υποδεικνύοντας την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης, η οποία συνιστά από μόνη της κατάχρηση της διαδικασίας. Περαιτέρω, η εν λόγω επιστολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, επειδή καλύπτεται από προνόμιο, καθώς σε αυτή γίνεται αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία, η οποία έγινε στα πλαίσια διευθετήσεων και εξεύρεσης μιας προσωρινής λύσης και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον από το περιεχόμενό της και παρόλο που δεν υπάρχει ρητή αναφορά περί τούτου, προκύπτει ότι πρόκειται για επιστολή άνευ βλάβης και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι αφορά γεγονότα που δεν είναι επίδικα στη διαδικασία στην οποία επιδιώκεται να καταχωρηθεί. Αποτελεί επίσης εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του Καθ' ου ότι η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης, όπως έχουν καθορισθεί από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 22.02.2017, την οποία, σε κάθε περίπτωση, η επίδικη αίτηση αγνοεί και έμμεσα περιφρονεί, υποδεικνύοντας ότι το εάν έγινε ή όχι συζήτηση για διευθέτηση δεν έχει καμιά σχέση με τα επίδικα θέματα. Όπως περαιτέρω επισημαίνεται, στην προκείμενη περίπτωση, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προκύπτει η ανάγκη για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (επομένως και η ύπαρξη καλού λόγου), καθώς, παρόλο που στην ένορκη δήλωση γίνεται λόγος ότι είναι αναγκαίο να καταχωρηθεί, εντούτοις δεν εξειδικεύονται οι λόγοι που στοιχειοθετούν αυτή την ανάγκη, υποδεικνύοντας επιπρόσθετα, ότι στην προτιθέμενη ένορκη δήλωση δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθώς γίνεται αναφορά σε ισχυρισμούς και στοιχεία, που μπορούν να αντικρούσουν ισχυρισμούς του Καθ' ου, χωρίς όμως να δίνονται λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών, που επιθυμεί να θέσει η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη αναφορά της να είναι γενική και αόριστη. Επιπλέον στην προτιθέμενη ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε στοιχεία και ισχυρισμούς, που μπορούν να επεξηγήσουν και να διευκρινίσουν ισχυρισμούς που είναι δυνατό να καθορίσουν την περαιτέρω πορεία της κυρίως αίτησης, χωρίς να γίνεται, από την Αιτήτρια, περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο των επεξηγήσεων και των διευκρινίσεων, που επιθυμεί να προσφέρει, υποδεικνύοντας, ότι σε κάθε περίπτωση διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, στη βάση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων επιτρέπονται μεν από τη νομολογία, αλλά με φειδώ και περιορισμούς και όταν δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ή επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών, κάτι που δεν μπορεί να διακριβωθεί στην παρούσα περίπτωση, καθώς δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε ισχυρισμό. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση. Επίσης έχει μελετήσει το περιεχόμενο της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης, σε συνάρτηση και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 22.02.2017. Η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση αφορούσε αίτηση του Καθ' ου η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με σκοπό την αντίκρουση ισχυρισμών της Αιτήτριας, που περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένστασής της στην κυρίως αίτηση. Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, απορρίπτοντας την αίτηση, για λόγους που εξηγούνται στο κείμενο της απόφασης, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης περιστρέφονται γύρω από την εκτέλεση των καθηκόντων του Μάριου Καλλία, ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της CHRISTOU CHR. ATLAS BETON LIMITED και την έκδοση σχετικών οδηγιών από μέρους του Δικαστηρίου, ότι, παρόλο που από το περιεχόμενο της ένστασης καθίσταται φανερό ότι η ανωτέρω εταιρεία αμφισβητεί το διορισμό του, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, θα περιορισθεί μόνο στην εξέταση των τυπικών μεν, απαραίτητων δε προϋποθέσεων του διορισμού του, στη βάση των άρθρων 97
(1)και 340
(1)(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και ότι δεν θα εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι συμφωνίες τραπεζικών διευκολύνσεων και τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που προνοούσαν για το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή, ούτε θα υπεισέλθει στον έλεγχο της ορθότητας των χρεωστικών υπολοίπων των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία, υποδεικνύοντας, ότι αυτά τα ζητήματα θα εξετασθούν και θα αποφασισθούν στα πλαίσια των αγωγών 3457/13 και 1162/14 Ε.Δ. Πάφου, που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων. Το δικαστήριο έχει καταλήξει να απορρίψει την αίτηση, καθώς δεν κρίνει ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει, ότι υφίσταται καλός λόγος για να της παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια. Οι ειδικότεροι λόγοι για τους οποίους αποφασίσθηκε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως ανωτέρω, είναι οι ακόλουθοι: Όπως προαναφέρθηκε, με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια επιδιώκει ουσιαστικά να καταθέσει μια επιστολή που στάληκε από τους δικηγόρους της στους δικηγόρους του Καθ' ου, με σκοπό την υποστήριξη του λόγου ένστασης με στοιχείο Ε, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και κατά κατάχρηση των διαδικασιών για να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί. Η εν λόγω επιστολή δεν επισυνάπτεται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, παρόλο που από το κείμενο της συνάγεται, ότι η πρόθεση της Αιτήτριας είναι να επισυναφθεί ως τεκμήριο 1, με αποτέλεσμα το περιεχόμενό της να είναι άγνωστο στο δικαστήριο. Επισημαίνεται, ότι, ούτε στο σώμα της αίτησης, ούτε στην ένορκη που την υποστηρίζει, ούτε στο κείμενο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ακριβές περιεχόμενό της, πέραν βεβαίως του γενικού ισχυρισμού στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, ότι με την επιστολή αυτή η Αιτήτρια ήταν έτοιμη να προβεί σε δεσμευτικές δηλώσεις ενώπιον του δικαστηρίου με τις οποίες τόσο η τράπεζα όσο και ο Καθ' ου ήταν πλήρως εξασφαλισμένοι μέχρι την εκδίκαση των τριών αγωγών που εκκρεμούν στο Ε.Δ. Πάφου που αφορούν τις δανειοδοτήσεις τις οποίες εξασφαλίζουν τα τρία Ομόλογα της εταιρείας πριν αποφασισθεί εάν χρωστούν και τι χρωστούν στην τράπεζα, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ερμηνεία που η ενόρκως δηλούσα, υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας, αποδίδει στη συγκεκριμένη επιστολή. Η παράλειψη αυτή αποστερεί από το δικαστήριο τη δυνατότητα να σχηματίσει ιδία άποψη για το περιεχόμενό της και κατά λογική συνέπεια για τη σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης και την αναγκαιότητα συμπερίληψής της στο μαρτυρικό υλικό της υπό συζήτηση υπόθεσης. Παρεμβάλλεται, ότι στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της προκείμενης υπόθεσης, με δεδομένο, ότι η προφανής πρόθεση της Αιτήτριας, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι, όπως εξηγήθηκε, όχι βεβαίως η ερμηνεία της ενόρκως δηλούσας του περιεχομένου της επιστολής, αλλά αυτή καθ' αυτή η επιστολή, η περίπτωση δυνατόν να ισοδυναμεί με την περίπτωση που δεν επισυνάπτεται η προτεινόμενη ένορκη δήλωση στην αίτηση για παραχώρηση της σχετικής άδειας, που, ως γνωστόν, συνιστά παράλειψη, δικονομικής φύσεως (βλέπε σχετικά και Παπακόκκινου κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ 643). Πέραν και ανεξαρτήτως τούτου, η τοιαύτη παράλειψη αποστερεί το δικαστήριο από τη δυνατότητα απόφανσης και επί του ειδικότερου ζητήματος που εγείρεται με την αγόρευση των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και έχει σχέση με την αποδεκτότητά της ως μαρτυρικού υλικού, ως καλυπτόμενη από προνόμιο. Ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρησή της. Από την αγόρευση των δικηγόρων του Καθ' ου προκύπτει ότι η επίμαχη επιστολή αποστάληκε στις 18.09.2015. Παρόλο που η αγόρευση δεν συνιστά μαρτυρία, το δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης και ειδικότερα για το ζήτημα της καθυστέρησης, θεωρεί δεδομένη την εν λόγω ημερομηνία, ενόψει της επιβεβαίωσής της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Αιτήτριας, κατά την ακρόαση της αίτησης. Το γεγονός, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ενάμιση χρόνο περίπου μετά και λαμβάνοντας υπόψη, ότι η αιτήτρια δεν έχει δικαιολογήσει το χρόνο που διέρρευσε, δεν αφήνει άλλη επιλογή στο δικαστήριο από τη διαπίστωση ότι αυτή καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα, όπως ορθά επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Καθ' ου στην αγόρευσή τους. Επιπρόσθετα, έχοντας κατά νου, τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης, όπως αυτά έχουν προσδιορισθεί στην ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 22.02.2017, το δικαστήριο, με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Αιτήτριας, δεν αντιλαμβάνεται τη σχετικότητα του περιεχομένου της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης και δη του όποιου περιεχομένου της επίμαχης επιστολής, με αυτά. Επισημαίνεται, ότι στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, που υποστηρίζει την ένστασή της στην κυρίως αίτηση, ο Χριστάκης Χρίστου, διευθυντής και μέτοχος της, αναφέρει, ότι είναι στα πλαίσια της αγωγής που θα κριθεί η νομιμότητα των δανείων, η συμπεριφορά της τράπεζας, εάν υπήρξε παράβαση της σύμβασης, οι συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής των συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων και του Ομολόγου, το ύψος του νομίμως οφειλόμενου ποσού και πως αυτό πρέπει να εξοφληθεί και με ποια δεδομένα και στην παράγραφο 34 ότι αντικείμενο της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να είναι η νομιμότητα και εγκυρότητα του διορισμού του Καθ' ου, αλλά μόνο οδηγίες του δικαστηρίου σε σχέση με τις εξουσίες και τα καθήκοντά του. Με το πιο πάνω σκεπτικό η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και σε βάρος της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης - Δ.48 Κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας-Εφαρμοστές Αρχές) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.