← Κύπρος

Φωτίου Φώτιο Γεωργίου, Γενική Αίτηση :- 204/2017, 20/11/2017

Φωτίου Φώτιο Γεωργίου, Γενική Αίτηση :- 204/2017, 20/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A202 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Γενική Αίτηση :- 204/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 9/1965, άρθρα 35, 36, 44Α - 44ΙΔ Αναφορικά με τον περί Τόκου Νόμο 2/1977 Αναφορικά με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999) και τις τροποποιήσεις αυτού Αναφορικά με τις υποθήκες Υ 1584 / 1997 και Υ 1176 /2000 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Αίτηση δια κλήσεως από τον Φωτίου Φώτιο Γεωργίου Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης :- Δευτέρα 20η Νοεμβρίου 2017 Για τον Αιτητή :- κος. Χάρης Φωτίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χάρης Φωτίου Για την καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Έλισα Θεοδώρου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθανασία Μιχαήλ Τελική Απόφαση 1 Έχει ειδοποιηθεί ο αιτητής με ειδοποίηση τύπου «ΙΑ», σύμφωνα με το εδάφιο

(2)του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/65 όπως αυτός τροποποιήθηκε) (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»), ότι ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο ανήκει στον ίδιο θα πωληθεί με πλειστηριασμό. Αυτός είναι και ο λόγος καταχώρισης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 2 Επί της αίτησης αναφέρονται 13 γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται. Η καθ΄ ης η αίτηση έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 19 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης ως επίσης και τα όσα αναφέρονται σχετικά στις αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. 3 Προκύπτουν διάφορα δικονομικά θέματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο αιτητής έχει επιλέξει να προωθήσει το αίτημα δίχως όμως να κρίνεται σκόπιμο όπως αυτά εξεταστούν από το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τόσο το στενό χρονικό περιθώριο στη διάθεση του Δικαστηρίου πριν από την καθορισμένη αυριανή ημερομηνία πλειστηριασμού όσο και το αποτέλεσμα εξέτασης της κύριας εισήγησης του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή ως προς τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα του. 4 Κατ΄ αρχάς, αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες, διευκρινίζει το Δικαστήριο πως εντός του νομικού πλαισίου βάσει του οποίου παρέχονται οι σχετικές εξουσίες από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου ασφαλώς δεν προνοείται η δυνατότητα ακύρωσης των επίδικων υποθηκών. Ούτε και τα άρθρα 35 και 36 του ίδιου Νόμου, τα οποία επίσης αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης προσφέρονται για αυτό τον σκοπό. Συνεπώς αυτό το μέρος του αιτήματος δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες ήδη έχουν εκδοθεί εντός δικαστικών αποφάσεων σχετικά διατάγματα εκποίησης προς το τέλος του έτους 2007 και αρχές του έτους 2008 στις αγωγές 670/04, 834/04 και 669/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. 5 Ούτε και εντός του ίδιου νομικού πλαισίου του Μέρους VIA παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης ενός τόσο γενικού και αόριστου διατάγματος όπως αυτό το οποίο ζητείται με τη θεραπεία στην παράγραφο Β της αίτησης, δηλαδή διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ΄ ης η αίτηση να ενεργοποιήσει τις διατάξεις 44Γ έως 44ΙΒ του σχετικού Νόμου. 6 Όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο η μοναδική εξεταστέα θεραπεία είναι αυτή της παραγράφου Α της αίτησης με την οποία ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ". 7 Όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ στον σχετικό Νόμο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ", να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στη συνέχεια. 8 Αναφορικά με αυτούς τους λόγους και συγκεκριμένα την παράγραφο (α) του εδαφίου
(3), παρά και την αναφορά στα γεγονότα στην παράγραφο 8 ότι η ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ" «. . . δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και τύπο και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρη. . . », εντούτοις η θέση αυτή δεν εξειδικεύεται αλλά ούτε και διευκρινίζεται με τα υπόλοιπα γεγονότα ή με την αγόρευση προς υποστήριξη του αιτήματος ή ακόμη και τη γενική και αόριστη αναφορά επί του προκειμένου στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. 9 Βεβαίως με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή αναφέρθηκε και σε διάφορες κατά την εισήγηση του παραλείψεις ή ουσιαστικά ελλείψεις σε σχέση με το περιεχόμενο γενικά των «ειδοποιήσεων» και συγκεκριμένα και για την ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ". 10 Όπως, σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, το επιτόκιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των τόκων ή κατά πόσο υπήρχε ανατοκισμός. Δεν διαπιστώνεται όμως από το Δικαστήριο να ευσταθεί η θέση ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ" «. . . δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και τύπο και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρη. . . » είτε ως προς το περιεχόμενο της είτε ως προς τον τύπο της. Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως η γενική και αόριστη αυτή θέση ουσιαστικά προτάθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή κυρίως με αναφορά στη γενικότερη θέση ως προς το ότι δεν ζητήθηκε από τον αιτητή να καταβάλει το ορθό ποσό αλλά άλλο ποσό το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το οφειλόμενο. 11 Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως το αίτημα του αιτητή βασίζεται στους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ στον σχετικό Νόμο και ιδιαίτερα δε την παράγραφο (α) αυτό δεν έχει υποστηριχθεί επαρκώς είτε επί της πραγματικής πτυχής είτε της νομικής πτυχής αυτού. 12 Βεβαίως, όπως προβλέπεται από το άρθρο 44ΙΓ του ίδιου Νόμου, σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του Μέρους VIA, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. 13 Αναφέρεται στην παράγραφο 11 των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση πως οι δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές 834/04, 669/04 και 670/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου «. . . δεν παράγουν πλέον καμία έννομη συνέπεια - αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον χρέος και εν πάση δε περιπτώση το κατ΄ ισχυρισμό χρέος διέπεται από τον Νόμο 2/1977 και έχει εξοφληθεί». 14 Έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης αξίζει να σημειωθεί το εξής. Πέραν και από το γεγονός ότι η θέση αυτή προβάλλεται εντός του πλαισίου μιας διαδικασίας στην οποία δεν καθίσταται ως επίδικο το ερώτημα της ίδιας της υπόστασης των συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων ασφαλώς η εντελώς μετέωρη - τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής άποψης - θέση ότι οι συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις όχι μόνο δεν παράγουν την οποιαδήποτε έννομη συνέπεια αλλά και ότι δεν υφίσταται πλέον οποιοδήποτε χρέος ή ότι αυτό, εξαιτίας της εφαρμογής του προαναφερόμενου Νόμου, έχει εξοφληθεί, πραγματικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως βάσιμη. Στο βαθμό στον οποίο το ποσό το οποίο αναφέρεται επί αυτών των δικαστικών αποφάσεων δεν έχει εξοφληθεί ασφαλώς και αυτές εξακολουθούν να ενέχουν έννομες συνέπειες. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε εισήγηση ως προς τον προγενέστερο παραμερισμό των συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων. 15 Διευκρινίζεται επίσης πως το ποσό το οποίο αναφέρεται επί των συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων έχει ως έχει και δεν μπορεί εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας να ελεγχθεί η νομιμότητα του ή ακόμη και η ορθότητα υπολογισμού του εξαιτίας της εφαρμογής συγκεκριμένης νομοθεσίας η οποία είχε καταργηθεί προ της έκδοσης των συγκεκριμένων αποφάσεων έστω και εάν αυτή ίσχυε κατά την ημερομηνία σύναψης των επίδικων συμβάσεων υποθήκης. 16 Επιπλέον, σε όλες τις περιπτώσεις ο αιτητής εκπροσωπείτο από δικηγόρο δίχως προφανώς αυτό το θέμα να είχε τεθεί ως επίδικο προ ή κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. 17 Παραδείγματος χάριν, η απόφαση στην αγωγή 670/04 εκδόθηκε σε σχέση με δεύτερη υποθήκη επί του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου για το ποσό των £18.000,00 με τόκο 8% από 1/6/2000 ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 29/10/07 για ποσό £21.000,00 με τόκο 9% το χρόνο από 1/7/2006 μέχρι εξόφλησης, δίχως να αναφέρεται ως μέρος της απόφασης οποιοσδήποτε περιορισμός αναφορικά με το ποσό του τόκου το οποίο θα μπορούσε να ανακτήσει η ενάγουσα βάσει αυτής της απόφασης. Τονίζεται βεβαίως και η έλλειψη ουσιαστικά όχι μόνο της δυνατότητας αλλά και εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να διερευνήσει εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας κατά πόσο όντως εξαιτίας της εφαρμογής ενός καταργημένου Νόμου το ποσό της απόφασης έχει εξοφληθεί. 18 Βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης σαφώς αναφέρει πως το ποσό της απόφασης στην αγωγή 670/04 έχει όντως εξοφληθεί όμως το γεγονός αυτό της εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους προκύπτει από παραδοχή της καθ΄ ης η αίτηση ως το πιο άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δηλαδή, ως εξ αποφάσεως πιστώτρια του αιτητή. 19 Επομένως, η συγκεκριμένη θέση πως οι δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές 834/04, 669/04 και 670/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου «. . . δεν παράγουν πλέον καμία έννομη συνέπεια - αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον χρέος και εν πάση δε περιπτώση το κατ΄ ισχυρισμό χρέος διέπεται από τον Νόμο 2/1977 και έχει εξοφληθεί». - η οποία αποτελεί και βασικό μέρος του όλου υπόλοιπου σκεπτικού επί του οποίου βασίζεται η γενικότερη θέση επί της οποίας στηρίζεται το αίτημα του αιτητή - δεν προσφέρεται προς «θεμελίωση» του οποιουδήποτε προτεινόμενου επιχειρήματος προς υποστήριξη της αίτησης. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να μην γίνει δεκτή η θέση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης ως προς το ότι ο αιτητής δεν έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του στις αγωγές 669/04 και 834/04 παράλληλα τονίζοντας βεβαίως και πάλι πως το θέμα αυτό, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, δεν εντάσσεται στα θέματα προς εξέταση από ένα Δικαστήριο μετά και από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ". 20 Διατηρώντας υπόψη και την αναφορά του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη ειδοποίηση η οποία αποτελεί μέρος της όλης διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή κρίνεται χρήσιμο όπως, προτού προχωρήσει το Δικαστήριο σε παράθεση του όλου σκεπτικού του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή βάσει και του οποίου επιδιώκεται η έγκριση της αίτησης όπως υπενθυμίσει και τα όσα αναφέρονται σε σχέση με αυτή τη διαδικασία εντός του σχετικού Νόμου. Καθότι, όπως διαπιστώνεται, οι σχετικές διατάξεις του Νόμου δεν λαμβάνονται υπόψη, όπως θα έπρεπε, ως μέρος της όλης επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης. 21 Κατ΄ αρχάς σύμφωνα με το άρθρο 44Β του σχετικού Νόμου ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται σε περίπτωση υπερημερίας να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται από το Μέρος VIA εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί βάσει των διατάξεων οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών. Βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει προηγηθεί τέτοια αναστολή. 22 Στη συνέχεια η ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου "Θ". Σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, η συγκεκριμένη ειδοποίηση Τύπου "Θ" συνοδεύει και την ειδοποίηση Τύπου "Ι" αλλά δεν συνοδεύει οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA. 23 Βεβαίως υπάρχει και μία σημαντική πρόνοια στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Β σύμφωνα με την οποία εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο Μέρος VIA οι διατάξεις του άρθρου 44Β δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA. 24 Στη συνέχεια, αφού δηλαδή πρώτα ο ενυπόθηκος δανειστής τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 44Β, τότε σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο «...έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. . . ». Προστίθεται δε επιφύλαξη στο συγκεκριμένο εδάφιο σύμφωνα με την οποία νοείται ότι «. . . με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». 25 Βεβαίως όπως παρατηρείται, σύμφωνα και με το τεκμήριο ΣΤ το οποίο συνοδεύει την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, έχει επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπου "Ι" συνοδευόμενη από την ειδοποίηση Τύπου "Θ" και επί αυτής αναφέρονται, εντός κατάστασης του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, τα όσα προνοούνται εντός του εδαφίου
(1)του άρθρου 44Γ, δηλαδή το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, οι τόκοι και τα έξοδα για την είσπραξη του. Σύμφωνα με το ίδιο τεκμήριο οι ειδοποιήσεις Τύπου "Ι" και Τύπου "Θ" επιδόθηκαν την 1/3/2017, δίχως ο αιτητής να είχε πράξει οτιδήποτε σε σχέση με αυτή την επίδοση. 26 Με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου προνοείται η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ" σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου στην οποία αυτό το οποίο πλέον αναφέρεται δεν απαιτείται, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, να είναι το οποιοδήποτε ποσό ή κατάσταση λογαριασμού, αλλά ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Βεβαίως σύμφωνα με τον Τύπο "ΙΑ" αναφέρεται επίσης το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της υποθήκης πλέον ο τόκος και τα έξοδα. Όπως βεβαίως αναφέρεται και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ενώ με το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου παρατίθεται η δυνατότητα καταχώρισης έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. 27 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω παραλείπει πραγματικά η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης να λάβει υπόψη την νομοθετικά προβλεπόμενη διαδικασία σε περίπτωση έναρξης της όλης διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Βεβαίως σύμφωνα με την παράγραφο 9 των γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρεται σχετικά πως κατά τον «. . . χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων υποθήκης δεν ίσχυε ο νόμος 142(Ι)/2014 και οι τροποποιήσεις του και τα άρθρο (sic) 44Α - 44ΑΑ (sic) του Νόμου 9/1965 είναι αντισυνταγματικές καθότι ο νομοθέτης επεμβαίνει σε υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις». Όμως απλά και μόνο το γεγονός ότι ένας διάδικος προτείνει μία θέση ως προς την αντισυνταγματικότητα ενός Νόμου ασφαλώς δεν δικαιολογεί αυτόματα τις οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται από τον συγκεκριμένο Νόμο. 28 Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας και προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Βοard for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C. L. R. 640). Ουσιαστικά, όπως πολύ ορθά αναφέρεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση, κάθε Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός εκτός εάν αποφασισθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώ επιπλέον «. . . θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας πρέπει να εξειδικεύονται και ειδικότερα το άρθρο του οποίου η συνταγματικότητα αμφισβητείται πρέπει να τίθεται με απόλυτη ευκρίνεια, σε σχέση με τη συνταγματική διάταξη στην οποία προσκρούει. . . » ενώ στη συνέχεια υπάρχει βοηθητική αναφορά και στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ. ά. (Αρ. 3) 1996 1 Α. Α. Δ. 315 στην οποία τονίστηκε ιδιαίτερα ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Όπως διαπιστώνεται η όλη επιχειρηματολογία αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα του σχετικού Νόμου κάθε άλλο παρά ικανοποιεί αυτές τις απλές προϋποθέσεις. 29 Εντούτοις, έστω και να θεωρηθεί πως εφόσον ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή αναφέρθηκε στην αντισυνταγματική κατά τον ίδιο ισχύ του σχετικού Νόμου και προέβαλε επίσης τη θέση πως κάθε νόμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ρυθμίζει συμβατικές σχέσεις αναδρομικά, προφανώς η επιχειρηματολογία αυτή θα πρέπει να παραπέμπει στο άρθρο 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του Μέρους VIA «. . . εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Όντως, σύμφωνα και με την απόφαση στην Σάντης ν. Interfund Investments Ltd.
(2012)1 Α. Α. Δ. 1670, τεκμαίρεται ως γενική αρχή ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά. Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια. 30 Διατηρεί όμως υπόψη του το Δικαστήριο πως ουσιαστικά με την τροποποίηση του σχετικού Νόμου αυτό το οποίο επιτράπηκε πλέον δεν ήταν η οποιαδήποτε αλλοίωση υφιστάμενων συμβάσεων υποθήκης αλλά η εφαρμογή διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή αντί από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, σύμφωνα δηλαδή με το Μέρος VI του σχετικού Νόμου. Έχει δηλαδή και αυτό το σημείο τη δική του σημασία. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη πως δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου η αλλοίωση ή επηρεασμός οποιουδήποτε όρου οποιασδήποτε σύμβασης υποθήκης από το γεγονός και μόνο πως πλέον προβλέπεται νομοθετικά και η δυνατότητα πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Εάν βεβαίως - παρά και την αναφορά στην νομική βάση της αίτησης του άρθρου 23. 1 του Συντάγματος - η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή είναι ότι η παραβίαση του Συντάγματος διαπράττεται σε σχέση με το άρθρο 26 και το «. . . δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. . . ». 31 Ουσιαστικά, διατηρώντας υπόψη πως η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή δεν είναι, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, επαρκώς εξειδικευμένη, το Δικαστήριο περιορίζεται σε μία προσπάθεια να εξετάσει γενική ουσιαστικά θέση ως προς την αντισυνταγματική αναδρομικότητα του σχετικού Νόμου. Ούτε και παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή το Δικαστήριο σε οποιεσδήποτε σχετικές αυθεντίες καθότι σύμφωνα με την αόριστη του εισήγηση τη «. . . συνταγματικότητα . . . αναδρομικών νόμων την έχει κρίνει το Ανώτατο Δικαστήριο σε πάρα πολλές υποθέσεις οι οποίες είναι υπόψη του Δικαστηρίου». Τουλάχιστον όμως, ως προς την πραγματική πτυχή της εισήγησης του, διευκρινίστηκε με αναφορά στο ενυπόθηκο χρέος και ιδιαίτερα δε ως προς τον τόκο ο οποίος συμπεριλαμβάνεται σε αυτό, το εξής. Ουσιαστικά ότι η κατάργηση του περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν. 2/77)δεν εξυπακούει και την αλλαγή του καθεστώτος υπό το οποίο είχε συναφθεί μια σύμβαση. Προσθέτοντας πως οι συμβάσεις του αιτητή εξακολουθούν να διέπονται από τον περί Τόκου Νόμο του 1977 ο οποίος προβλέπει πως όταν το ποσό του τόκου διπλασιάσει το αρχικό κεφάλαιο τότε δεν τοκίζεται πλέον το κεφάλαιο. 32 Συγκεκριμένα το εδάφιο
(1)του άρθρου 6 του περί Τόμου Νόμου του 1977 αναφέρει πως το ποσό «. . . το οποίον δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». 33 Επιστρέφοντας στην επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή ουσιαστικά αυτή πλέον επικεντρώθηκε στην αριθμητική πτυχή της με αναφορά στα σχετικά ποσά με εισήγηση πως με την αποστολή των ειδοποιήσεων και τη ζήτηση ποσού μεγαλύτερου από το οφειλόμενο, οι ειδοποιήσεις και καταληκτικά η ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ" είναι παράτυπες και παράνομες. Όπως εισηγήθηκε εφόσον δεν ζητείται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη να καταβάλει το ορθό ποσό αλλά άλλο ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ το οφειλόμενο, η όλη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από την καθ΄ ης η αίτηση είναι παράνομη και δεν μπορεί να επιτραπεί ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου για ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στο οφειλόμενο χρέος. 34 Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο του αιτητή, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο η επιχειρηματολογία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως ορθή και βάσιμη έτσι ώστε η αποδοχή αυτή να οδηγήσει και σε έγκριση του αιτήματος του. Έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια Γ, Δ και Ε οι δικαστικές αποφάσεις σχετικά με το ενυπόθηκο χρέος. Μάλιστα σε μία από αυτές εμφανίστηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή (τεκμήριο Δ) ενώ σε όλες ο αιτητής ως εναγόμενος εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Αυτό το οποίο ζητείται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του αιτητή είναι για αυτό το Δικαστήριο να διερευνήσει θέματα εντελώς εκτός της διαδικασίας βάσει της οποίας ζητείται ο παραμερισμός της επίδικης ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ". 35 Ήδη αρμόδιο Δικαστήριο έχει αποφασίσει αναφορικά με το οφειλόμενο χρέος του αιτητή και πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι οι συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις όχι μόνο δεν παράγουν την οποιαδήποτε έννομη συνέπεια αλλά και ότι δεν υφίσταται πλέον οποιοδήποτε χρέος ή ότι αυτό, εξαιτίας της εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου του 1977, έχει εξοφληθεί. Ούτε και παρέχεται ουσιαστικά όχι μόνο η δυνατότητα αλλά ούτε και η εξουσία σε αυτό το Δικαστήριο να υπεισέλθει και εξετάσει είτε τη βασιμότητα είτε τη νομιμότητα των συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων. 36 Επιπλέον, υπενθυμίζεται πως εάν ο αιτητής διαφωνούσε με το οφειλόμενο χρέος του το κατάλληλο στάδιο έγερσης αυτού του ζητήματος δεν είναι αυτό το οποίο ακολούθησε την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου "ΙΑ" αναφορικά με τον παραμερισμό της οποίας τίθενται νομοθετικά καθορισμένες προϋποθέσεις. Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η σύνδεση στην οποία προβαίνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή έτσι ώστε να εισηγείται τέτοια σύνδεση μεταξύ των προγενέστερων ειδοποιήσεων έτσι ώστε «καταληκτικά» να καθίσταται η ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ" είτε παράτυπη είτε παράνομη. 37 Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εις βάρος του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ______________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:- Civil/General Application/Final (Αναφορά:- Αίτηση/Έφεση Παραμερισμού Διαδικασίας Πλειστηριασμού Ενυπόθηκου Ακινήτου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.