← Κύπρος

Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Tony Green κ.α., Αγωγή αρ.: 2693/2010, 30/11/2017

Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Tony Green κ.α., Αγωγή αρ.: 2693/2010, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A210 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2693/2010 Μεταξύ: Αlpha Bank Cyprus Ltd Eναγόντων - και -

  1. Tony Green, (Aρ. Διαβατηρίου GB. 451844364), Black Swan (Jackfield) Ltd, Lloyd Head, Jackfield, Ironbridge, Teleford, TF8 7LZ, U.K.
  2. Teresa Anne Green, (Αρ. Διαβατηρίου GB 450085192), Black Swan (Jackfield) Ltd, Lloyd Head, Jackfield, Ironbridge, Teleford, TF8 7LZ, U.K.
  3. Pachalis Holdings Limited, (H/E 160041), Aποστόλου Παύλου 100, Flat/Office 2, 8046 Πάφος.
  4. Κυριάκος Σάββα Λογγίνος, (ΑΤ 42711), Τρικούπη 15, Άγιος Βασίλειος, 2039 Στρόβολος, Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------- (Ως ετροποποιήθη δυνάμει Διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.02.2011) ---------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 05.05.2017 Ημερομηνία: 30.11.2017 Εμφανίσεις Για Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές: κα. Ε. Θεμιστοκλέους για L. G. ZAMBARTAS L.L.C. Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα. Ε. Θεοδώρου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τροποποιημένο στις 28.02.2011, ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρημένο στις 08.04.2011, οι Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, το ποσό των CHF 370.943,63 πλέον τόκους και έξοδα, καθώς και διατάγματα για ειδική εκτέλεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου, καθώς και διατάγματα με τα οποία να υποκαθίστανται στη θέση των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι αντλούν δικαιώματα από το εν λόγω συμβόλαιο, καθώς και δικαίωμα κατοχής ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 ενάγονται ως συμβαλλόμενα μέρη, μαζί με τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους 1 και 2, σε δύο τριμερείς συμφωνίες οι οποίες υπογράφτηκαν ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες. Οι πιο πάνω αξιώσεις των Εναγόντων έχουν ως έρεισμα συμφωνία ημερομηνίας 01.12.2006 για παραχώρηση, από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1 και 2, δανείου για το ποσό των CHF 333.000,00, το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατ΄ ισχυρισμό δεν αποπλήρωσαν. Με την Υπεράσπισή τους, καταχωρηθείσα στις 18.11.2011, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι έγινε συμφωνία ημερομηνίας 01.12.
  5. Διαζευκτικά, ωστόσο, προβάλλουν τη θέση ότι η ισχυρισθείσα συμφωνία είναι άκυρη και/ή παράνομη και μη συνάδουσα με τη νομοθεσία και/ή ότι έγινε χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας και/ή έγινε κατά παράβαση των οδηγιών της και/ή ότι υπάρχουν επαχθείς και/ή παράνομοι όροι μη συνάδοντες με τη νομιμότητα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι το αναφερόμενο, στην παράγραφο

(4)της Έκθεσης Απαίτησης, πληρεξούσιο έγγραφο, φερόμενο ως παραχωρημένο από αυτούς, είναι άκυρο και/ή παράνομο καθότι δεν υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντα υπάλληλου. Ακόμη, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες, κατά παρέκκλιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Συμπεριφοράς για στεγαστικά δάνεια, δεν τους έδωσαν πληροφορίες για το ισχυρισθέν στεγαστικό δάνειο. Αποδέχονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 ωστόσο, ότι στις 27.06.2006 αγόρασαν 2 διαμερίσματα από τους Εναγόμενους 3 και 4 τα οποία όταν επιθεωρήθηκαν για σκοπούς παραλαβής είχαν μικρότερο εμβαδόν από το συμφωνηθέν, και δεν είχαν παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, οπότε αρνήθηκαν να τα παραλάβουν. Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αναφερόμενη στην έκθεση απαίτησης συμφωνία ημερομηνίας 01.12.2006, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους Εναγόμενους 1 και 2, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να επιβλέπουν την ανέγερση του συγκροτήματος στο οποίο ανήκαν τα 2 διαμερίσματα και να αρνηθούν πληρωμή στους Εναγόμενους 3 και
  1. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι έλαβαν τις επιστολές ημερομηνίας 17.02.2009, 06.08.2009 και 13.04.2009 ο τερματισμός δεν έγινε βάσει της ισχυρισθείσας συμφωνίας. Η δε αλλαγή του ποσοστού του επιτοκίου σε 3 μηνών Libor και προσαύξηση προς 3.12% είναι παράνομη και αυθαίρετη. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι η συμφωνία ημερομηνίας 01.12.2006 είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους Εναγόμενους 1 και 2, αυτοί ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο του αιτούμενου, καθότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε ανατοκισμούς και/ή χρεώσεις μη επιτρεπόμενων τόκων και/ή προμηθειών και/ή τραπεζικών δικαιωμάτων. Με αίτησή τους ημερομηνίας 05.05.2017 (στο εξής η Επίδικη Αίτηση) οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται όπως τους επιτραπεί:
  2. Με διάταγμα του Δικαστηρίου, να τροποποιήσουν την Υπεράσπισή τους, προσθέτοντας νέες παραγράφους μετά την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης που έχουν καταχωρήσει στις 18.11.
  3. Οι προτεινόμενες να προστεθούν παράγραφοι, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια, έχουν ως ακολούθως: "
  4. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 2 , 3 , 4 , 5 και 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και τις λεπτομέρειες αυτής. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι έγινε η αναφερόμενη γραπτή συμφωνία κατά/ή περί την 01/12/2006 με το ισχυριζόμενο περιεχόμενο και/ή οιονδήποτε άλλο περιεχόμενο/όρους. Διαζευκτικά οι Εναγόμενοι 1 και 2 λέγουν ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες αποδείξουν την σύναψη των ισχυριζόμενων συμφωνιών, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτές είναι άκυρες και/ή παράνομες και μη συνάδουσες με την εν ισχύ νομοθεσία η οποία διέπει τη σύναψη συμφωνιών σε ξένο νόμισμα και/ή υπάρχουν σ' αυτές όροι επαχθείς και/ή παράνομοι και/ή μη συνάδοντες με την νομιμότητα γι' αυτό και τις καθιστούν εξ' υπαρχής άκυρες. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και/ή παράνομο λόγω του ότι υπογράφηκε παράτυπα και/ή χωρίς την παρουσία πιστοποιών υπάλληλου και ως εκ τούτου οποιαδήποτε συμφωνία δανείου έχει υπογραφεί αυτή έχει συναφθεί παράνομα και/ή παράτυπα και/ή με βάση πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ήταν εξ' αρχής άκυρο, και/ή ότι είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο. Oι Εναγόμενοι συναίνεσαν και/ή συμφώνησαν να παραχωρήσουν τις εξουσίες που καταγράφονται στο Πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς την ελεύθερη τους βούληση και/ή ένεκα των ψευδών και/ή ατελών και/ή ασαφών και/ή αμελών παραστάσεων στις οποίες οι Ενάγοντες μετά των εναγόμενων 3 και 4 προέβησαν και/ή ένεκα της απόκρυψης ουσιωδών και βασικών πληροφοριών και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν έχουν το δικαίωμα να διεκδικούν τις εν λόγω θεραπείες και/ή τα διάταγματα και/ή τις αποφάσεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
  5. Από τις δοσοληψίες των Εναγόντων με των Εναγομένων, εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων προκλήθηκε ζημιά και απώλεια στους Eναγόμενους απο τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του νομίσματος του ευρώ και των ελεβτικών φράγκων γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν και να προσκομίσουν μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία.
  6. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί η σύναψη των επίδικων συμφωνών ως αναφέρονται στις παραγράφους 2 , 3 , 4 , 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης αυτές είναι άκυρες και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Ο λόγος έγκειται στο ότι οι Ενάγοντες κατά την παροχή των πιο πάνω αναφερόμενων πολύπλοκων χρηματοοικονομικών προϊόντων ενέργησαν αμελώς και/ή χωρίς τη πρέπουσα επιμέλεια και/ή την αναμενόμενη επαγγελματική επιμέλεια και/ή ικανότητα κατά παράβαση θέσμιων και εμπιστευτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων της έναντι των Εναγομένων και/ή διαζευκτικά οι δοσοληψίες αυτές έγιναν με ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων και/ή υποχρεώσεων και/ή καθηκόντων που έχουν τραπεζίτες όταν ταυτόχρονα επιλέγουν να ενεργούν ως σύμβουλοι ή και ως εμπειρογνώμονες. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ α) Κατά παράβαση του σχετικού νόμου οι Ενάγοντες δεν επιβεβαίωσαν στους Εναγόμενους ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα που τους παρείχαν ήταν συμβατά και κατάλληλα για αυτούς. β) Οι Ενάγοντες παρείχαν στους Εναγόμενους τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένης συμβουλής η οποία δόθηκε με αμέλεια επηρέασε δυσμενώς τους Εναγομένους. γ) Οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν αθέμιτες πρακτικές και/ή παραπλάνησαν τους Εναγομένους 1 και 2, με στόχο τη επίτευξη κέρδους σε βάρος των Εναγομένων 1 και 2 που δεν κατείχαν τις απαραίτητες γνώσεις για να αξιολογήσουν τους συνεπαγόμενους κινδύνους απο τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας ένεκα της σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα. δ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν κατά τη παροχή των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στους Εναγομένους 1 και 2, να ενεργήσουν δίκαια και/ή με εντιμότητα και/ή με τον αναμενόμενο επαγγελματισμό, ούτως ώστε να εξυπηρετεί με το καλύτερο τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα των Εναγομένων 1 και 2 και να μη παραβλάπτει τα συμφέροντα τους. ε) Οι πληροφορίες που παρείχαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγομένους 1 και 2, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων που απευθύνονταν από τους Ενάγοντες σε πελάτες και/ή πιθανούς πελάτες και/ή στους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν ασαφείς, ανακριβείς και παραπλανητικές. ζ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παρέχουν στους Εναγομένους 1 και 2 τη κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με (α) τους Ενάγοντες και τις υπηρεσίες τους (β) τα χρηματοοικονομικά μέσα που πρόσφεραν στους Εναγόμενους 1 και 2 (γ) τις προτεινόμενες στρατηγικές αναφορικά με τη λήψη δανείων και/ή τη λήψη δανείων σε ξένο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τη λήψη δανείων και/ή τη λήψη δανείων σε ξένο νόμισμα (δ) τους τρόπους και χρόνους λήψης δανείων (ε) το κόστος, τους τόκους και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις ώστε οι Εναγόμενοι να είναι σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση. η) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αντλήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και τη πείρα των Εναγομένων 1 και 2, σε σχέση με το μέγεθος της ευθύνης που αναλάμβαναν με τη σύναψη του δανείου σε ξένο νόμισμα. θ) Οι Ενάγοντες αποσιώπησαν και/ή απέκρυψαν το γεγονός απο τους Εναγομένους 1 και 2 οτι το ύψος του τόκου εδύναντο να μεταβληθούν και να αυξηθούν με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά και παρέλειψαν να ενημερώσουν αυτούς για τους κινδύνους που διέτρεχαν σχετικά με την λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα. ι) Οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι της που συμβούλευσαν τους Εναγομένους δε κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά που προβλέπονται από το σχετικό νόμο και ούτε ήσαν εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο δυνάμει του σχετικού νόμου. κ) Οι πληροφορίες που παρείχαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγομένους 1 και 2 (α) δεν ήταν ακριβείς και δεν παρείχαν δίκαια και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο, (β) δεν ήταν επαρκείς και δε παρουσιάστηκαν με τρόπο ώστε η κατανόηση των δεδομένων και των ρίσκων από τους Εναγομένους 1 και 2 στο οποίο απευθυνόταν να καταστεί δυνατή (γ) απόκρυψαν , υποβάθμισαν και/ή συγκάλυψαν σημαντικά στοιχεία και κινδύνους. λ) Οι Ενάγοντες δεν παρείχαν στους Εναγομένους (α) τους κινδύνους που σχετίζονται με τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα , με επεξηγήσεις με τη σχετική μόχλευση (leverage) και τα αποτελέσματα της , καθώς και για το κίνδυνο μέγεθος της ευθύνης που ανελάβαναν (β) τη μεταβλητότητα της τιμής και/ή του συναλλάγματος του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και το μέγεθος ευθύνης που αυτό συνεπάγετο(γ) το γεγονός ότι οι Εναγομένοι ενδέχεται να αναλάβουν, ως αποτέλεσμα συναλλαγών στα μέσα αυτά επιπρόσθετες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις και άλλες πρόσθετες υποχρεώσεις περιλαμβανομένων ενδεχόμενων οφειλών επιπρόσθετων από το κόστος απόκτησης των εν λόγω μέσων. μ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν από τους Εναγομένους τις απαραίτητες πληροφορίες με σκοπό την ορθή εκτίμηση των οικονομικών δεδομένων της Εναγόμενων και τη δημιουργία ορθής πεποίθησης ότι η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα και οι πιθανές συνέπεις της παροχής εξασφαλίσεων από αυτούς (α) ήταν σύμφωνη με την πρόθεση των Εναγομένων (β) ότι οι Εναγόμενοι μπορούσαν να επωμισθούν το βάρος κάθε σχετικού κίνδυνου ο οποίος θα προέρχετο από τους επενδυτικούς στόχους και ότι (γ) οι Εναγόμενοι με τη πείρα και τη γνώση που διέθεταν, μπορούσαν να κατανοήσουν τους κινδύνους που συνεπαγόταν από τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα. ν) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παραχωρήσουν τη δυνατότητα και να επεξηγήσουν τη μεγάλη σημασία στους Εναγόμενους να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν τη σύναψη της συμφωνίας. ξ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν πληροφορίες και να αξιολογήσουν ορθά την περιουσιακή κατάσταση των Εναγόμενων. ο) Οι Ενάγοντες συμβούλευσαν τους Εναγομένους να παράσχουν στους Ενάγοντες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. π) Ήταν περαιτέρω η συμβουλή και/ή γνώμη και/ή παράστασης και/ή διαβεβαίωσης των Εναγόντων ότι η δοσοληψία που θα υλοποιούσαν οι Εναγόμενοι ήταν ωφέλιμη γι' αυτούς και ότι η εκχώρηση δικαιωμάτων προς τους Ενάγοντες δεν εγκυμονούσε κινδύνους για τους Εναγομένους. ρ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να γνωστοποιήσουν στους Εναγομένους εναλλακτικούς τρόπους δανειοδότησης εκτός απο τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα. σ) Οι Ενάγοντες προέβηκαν σε υπερεκτίμηση της αξίας των ακινήτων που προτίθεντο να αγοράσουν οι εναγόμενοι με σκοπό την ικανοποίηση δικών τους οικονομικών συμφερόντων εις βάρος των Εναγόμενων. τ) Παράλογα και/ή αντικανονικά και/ή ετσιθελικά, οι Ενάγοντες καταχώρησαν τη παρούσα αγωγή και επίσπευσαν την αποπληρωμή της αφήνοντας με αυτό το τρόπο εκτεθειμένους τους Εναγόμενους για τις ισχυριζόμενες οφειλές τους.
  7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται έκαστους τους ισχυρισμούς και/ή τους όρους οι οποίοι εκτίθενται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι εάν οι Ενάγοντες ήθελε αποδείξουν την ύπαρξη των ισχυριζόμενων συμφωνιών και/ή δοσοληψιών, αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγόμενων, και είναι το προϊόν αμέλειας και ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή σύγκρουσης καθηκόντων που άσκησαν οι Ενάγοντες σε βάρος των Εναγομένων και είναι άκυροι και/ή ακυρώσιμοι και/ή δεν είναι δεσμευτικοί για τους Εναγομένους αφού μεταξύ άλλων συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ 6.1 Οι όροι των παραγράφων 2 , 3 , 4, 5 και 6 αποτελούν όρους κακής πίστης και/ή δεν είναι δίκαιοι κατά παράβαση της Ευρωπαϊκή Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις Αθέμιτες Εμπορικές Πρακτικές καθώς επίσης και το νόμο Περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο. 6.2 Οι όροι των παραγράφων 2 , 3 , 4, 5 και 6 δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικής ανισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων καθιστάμενοι έτσι καταχρηστικοί και κατά συνέπεια άκυροι. 6.3 Οι όροι των παραγράφων 2 , 3 , 4, 5 και 6 είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από τους Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους με αποτέλεσμα η συμφωνία θα πρέπει να ερμηνεύεται στη βάση της αρχής του contra preferentum. 6.4 Εναγόμενοι δεν είχαν διαπραγματευτική δύναμη έναντι των Εναγόντων.
  8. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στις παράγραφούς παραγράφων 2 , 3 , 4, 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης ένεκα του ότι είναι αντίθετοι με τις παράλληλες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις (collateral warranties) και/ή συμβουλές των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους.
  9. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφων 2 , 3, 4, 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους ένεκα του ότι οι όροι είναι άκυροι και/ή ακυρώσιμοι και/ή δεν είναι δεσμευτικοί για τους Εναγομένους αφού μεταξύ άλλων συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες.
  10. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης καλώντας τους Ενάγοντες προς αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ως αυτά αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, είναι άκυρα και/ή παράνομα λόγω του ότι υπογράφηκαν παράτυπα και/ή χωρίς την παρουσία πιστοποιών υπάλληλου και ως εκ τούτου οποιαδήποτε συμφωνία δανείου έχει υπογραφεί αυτή έχει συναφθεί παράνομα και/ή παράτυπα και/ή με βάση πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ήταν εξ' αρχής άκυρο, και/ή ότι είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο. Oι Εναγόμενοι συναίνεσαν και/ή συμφώνησαν να παραχωρήσουν τις εξουσίες που καταγράφονται στο Πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς την ελεύθερη τους βούληση και/ή ένεκα των ψευδών και/ή ατελών και/ή ασαφών και/ή αμελών παραστάσεων στις οποίες οι Ενάγοντες και /ή οι Εναγόμενοι 3 και 4 προέβησαν και/ή ένεκα της απόκρυψης ουσιωδών και βασικών πληροφοριών και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν έχουν το δικαίωμα να διεκδικούν την εν λόγω θεραπεία και/ή τα διάταγμα και/ή τις αποφάσεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί η σύναψη των εν λόγω πληρεξουσίων εγγράφων , αυτά είναι άκυρα και/ή ακυρώσιμα ένεκα του συνάφθηκαν κατά παράβαση της νομοθεσίας για όλους τους λόγους που οι Εναγόμενοι προτίθενται να αναφερθούν με λεπτομέρειες κατά την ακροαματική διαδικασία.
  11. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οιαδήποτε έγγραφα έχουν υπογράφει δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου πραγματοποιήθηκαν με άνευ έννομου και/ή δεσμευτικού πληρεξουσίου εγγράφου, καθιστώντας όλα τα συμβόλαιά και τις έγγραφες συμφωνίες άκυρες και/ή ακυρώσιμες και συνεπώς καθόλου δεσμευτικές για τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για την ύπαρξη και/ή υπογραφή οιονδήποτε συμφωνιών και/ή συμβολαίων και ουδέποτε ενημερώθηκαν για οιοσδήποτε όρους που εμπεριέχονταν σε αυτές και ουδέποτε συναίνεσαν και/ή εξουσιοδότησαν οιονδήποτε για την υπογραφή των. Διαζευκτικά λέγουν ότι σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί η σύναψη οιονδήποτε συμφωνιών και/ή συμβολαίων αυτή είναι άκυρα και /ή ακυρώσιμα και/ή και παράνομα για όλους τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 3 μέχρι και 15 της ρηθείσας Υπεράσπισης, συγκεκριμένα όι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις ισχυριζόμενες συμφωνία και /ή συμβόλαια, ουδέποτε έλαβαν οιεσδήποτε ανεξάρτητες νομικές και/ή οικονομικές συμβουλές και/ή οι συμβουλές και/ή οι διαβεβαίωσες που έλαβαν από τους Ενάγοντες ήτο καθόλα παραπλανητικές και εξαναγκάστηκαν να ενδώσουν στις παροτρύνσεις των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι Χωρίς επηρεασμό των ως άνω αναφερομένων λέγουν ότι οι ρηθήσες συμφωνίες και/ή συμβόλαια και/ή εξασφαλίσεις που υπεγράφησαν με βάση τα ισχυριζόμενα πληρεξούσια έγγραφα είναι άκυρες και παράνομες για όλους τους λόγους και τις λεπτομέρειες αμέλειας που αναφέρονται στις παραγράφους 9 και 10 της ρηθείσας υπεράσπισης, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με λεπτομέρεια ως προς τις παροτρύνσεις και/ή παραλείψεις και/ή αμέλειας και/ή διαβεβαιώσεων των Εναγόντων και/ή μετα των εναγόμενων 3 και 4 κατά τη δικάσιμο.
  12. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες προς αυστηρή απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών τους. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης της πιο πάνω γενικής τους άρνησης οι Εναγόμενοι συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι εάν οι Ενάγοντες αποδείξουν τη σύναψη των ισχυριζόμενων τριήμερών συμφωνιών ότι αυτες είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή ακυρώσιμη για τους λόγους που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους και συγκεκριμένα στις παραγράφους 3-10 ανωτέρω καθότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση από μόνοι τους χωρίς επαγγελματική συμβουλή, μελέτη και γνώμη να αξιολογήσουν τους κινδύνους τους οποίους ενείχε η χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων τέτοιου τύπου καθώς επίσης και η παροχή εγγυήσεων και ενυπόθηκων εξασφαλίσεων και ή εκχωρήσεων προς τους Εναγόμενους 1 και
  13. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 κα 2 δηλώνουν ότι στηριζόταν στις συμβουλές και εισηγήσεις των Εναγόντων καθώς επίσης και ότι ενεργούσαν σύμφωνα με τις υποδείξεις των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 1 κα 2 ισχυρίζονται ότι δεν έτυχαν ανεξάρτητης και πλήρης νομικής συμβουλής. Χωρίς επηρεασμό των ως άνω αναφερομένων, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τη νομιμότητα και την εγκυρότητα της Εκχώρησης και υποθήκευσης του Αγοραπωλητήριου Έγγραφου καθώς τέτοιες εκχωρήσεις αποτελούν παραβίαση του νόμου, είναι αντίθετες προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και είναι ουσιαστικά άδικες, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
  14. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης και τις λεπτομέρειες αυτών. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε προειδοποίηση και/ή επιστολή και καθώς επίσης και τον ισχυριζόμενο τερματισμό, δυνάμει των ισχυριζόμενων. Σε περαιτέρω υπεράσπιση τους οι Εναγομένοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν τις ισχυριζόμενες , ο τερματισμός αυτός δεν έγινε βάσει της ισχυριζόμενης συμφωνίας ούτε και έχει ακολουθηθεί η υπό της συμφωνίας και του νόμου προνοούμενη διαδικασία.
  15. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 7 , 8 , και 9 της έκθεσης απαίτησης καλώντας τους Εναγόμενους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους ήτοι ανάλυση του οφειλόμενου ποσού και του διεκδικούμενου τόκου κατά την ακροαματική διαδικασία. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης όλων των ανωτέρω και σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία ημερομηνίας 01/12/2006 η οποία αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους Εναγόμενους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο του αιτουμένου γιατί οι Ενάγοντες προέβαιναν σε ανατοκισμούς και/ή χρέωναν μη επιτρεπόμενους τόκους και/ή προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα, πράγμα παράνομο και/ή αυθαίρετο, γι' αυτό και θα πρέπει να αφαιρεθούν από το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι υπερχρέωναν το λογαριασμό των Εναγόμενων με αποτέλεσμα αυτοί να υποστούν περαιτέρω σημαντική οικονομική ζημιά γεγονός για το οποίο επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
  16. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αυξημένο επιτόκιο μετά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας είναι παράνομα και/ή αποτελούν ποινικές ρήτρες και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν έχουν το δικαίωμα να τα αξιώνει ως οφειλόμενα ποσά, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί η αποστολή της επιστολής τερματισμού, οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν σε νόμιμο τερματισμό αλλά αντίθετα προέβηκαν σε αυθαίρετο, παράνομο, ετσιθελικό, αδικαιολόγητο καταχώρηση αγωγής χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ειδοποίηση. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους καθώς επίσης και σε λεπτομερή επεξήγηση των λόγων δια των οποίων προέβηκαν στο τερματισμό του επίδικου λογαριασμού κατά την ακροαματική διαδικασία.
  17. Οι Εναγόμενοι αγνοούν και συνεπώς απορρίπτουν το περιεχόμενο στις παραγράφους 7 , 8 , και 9 της έκθεσης απαίτησης και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται στη προβολή των εν λόγω ισχυρισμών ένεκα του ότι προέβηκαν σε σωρεία αμελών ενεργειών καθώς επίσης και οτι άμεσα και/ή έμμεσα προκάλεσαν το τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ο οποίος επέφερε σημαντική οικονομική ζημιά στους Εναγόμενους.
  18. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το σύνολο των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης πέραν αυτών που ρητά παραδέχονται καθώς επίσης και το παρακλητικό και/ή τις αξιώσεις που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης ως αυτές σημειώνονται στην παράγραφο 7 , 8 , και 9 καλώντας τους Ενάγοντες όπως προβούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Πέραν των ως άνω αναφερομένων, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αποτελεί σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων μερών η αξίωση των Εναγόντων για επιδίκαση του αιτούμενου τόκου ως αυτός αξιώνεται στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης και/ή αιτούμενος τόκος που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο πέραν του νόμιμου τόκου. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση κατ΄ αυτην οποία αποδειχθεί η παραβίαση της επίδικης συμφωνίας από τη πλευρά των Εναγομένων και η ύπαρξη απαιτητού χρέους εναντίον τους ένεκα του ότι το χρέος εκπηγάζει από δικαστική απόφαση αυτό θα πρέπει να επιβαρυνθεί με νόμιμο τόκο γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
  19. Οι Εναγόμενοι πέραν των ως άνω αναφερομένων ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και/ή της νομοθεσίας της Ευρωπαικής Ένωσης αιτούνται σωρευτικά από τους Εναγομένους τις αξιώσεις ως αυτές σημειώνονται υπό την αρίθμηση 7, 8, και 9 της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ρηθείσες αξιώσεις των Εναγόντων αποτελούν προσπάθεια να ικανοποιηθούν με διαφορετικού είδους και σωρευτικές θεραπείες, αποτέλεσμα των οποίων θα είναι να πλουτίσουν αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγομένων, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι προτίθενται να αναφερθούν με λεπτομέρεια κατά την ακροαματική διαδικασία.
  20. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους που εκτίθενται εις την παρούσα Υπεράσπιση τους, απορρίπτουν κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που δεν συνάδουν με τους δικούς τους ως επίσης και τις αιτούμενες θεραπείες και διατάγματα και εξαιτούνται την απόρριψη της έκθεσης απαίτησης ως νόμο και ουσία αβάσιμη με έξοδα υπέρ τους και εις βάρος των Εναγόντων.
  21. Είναι περεταίρω η θέση των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες παράβηκαν το θέσμιο καθήκον τους προς τους εναγόμενους καθότι χωρίς να επιβλέπουν τις εργασίες για την ανέγερση των ακινήτων, αυθαίρετα και αμελώς παραχωρούσαν τις δόσεις οι οποίες είχαν συμφωνηθεί ότι θα διδοντο ανα στάδια εκτέλεσης των εργασιών και χωρίς να επιβεβαιώνονταν ότι εκτελούνταν οι εργασίες ως τα αγοραπωλητηρια έγγραφα , αυτοί προχωρούσαν με τις πληρωμές για τα ακίνητα που δεν συνάδαν με τα αγωραπωλητήρια έγγραφα αφου τα ακίνητα έχουν κατασκευασθεί κατά πολύ μικρότερα από τα ρητώς συμφωνημένα , μειώννοντας την αξία τους και γιαυτό δεν δύναται να αξιούνται τις εν λόγο θεραπείες αφού ο ίδιοι τους παράβηκαν βασικούς όρους των ισχυριζόμενων συμφωνιών. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με πάσα λεπτομέρεια ως προς τις αμέλειες των εναγόντων κατά την δικάσιμο.
  22. Περαιτέρω είναι θέση των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο με την χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο αφού είχαν ήδη αγοράσει το εν λόγο νόμισμα προτού το παραχωρήσουν σε οιαδήποτε δάνεια , και γιαυτό κωλύονται να αποζητούν από τους εναγόμενους τις χρεώσεις που επέβαλαν σε αυτούς που προέρχονται από τις διακυμάνσεις τις ισοτιμίας του νομίσματος. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με πάσα λεπτομέρεια ως προς τούτο κατά την δικάσιμο."
  23. Διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται η αρίθμηση της Υπεράσπισης με αναρίθμηση των παραγράφων 3 - 12 σε παραγράφους 21 -
  24. Η Επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Βαρβάρας Σοφοκλέους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση διαπίστωσε, κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση, ότι προέκυπτε επιβεβλημένη ανάγκη για καταχώρηση της επίδικης αίτησης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται η υπάρχουσα Υπεράσπιση, η οποία ετοιμάστηκε από άλλο δικηγόρο, παρουσίαζε καλόπιστες παραλείψεις. Η διαπίστωση έγινε περί τον Απρίλιο του
  25. Η επικοινωνία με τους Αιτητές ήταν δύσκολη λόγω της μόνιμης διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και λόγω ανικανότητάς τους, εξαιτίας οικογενειακών και προσωπικών λόγων, να επισκεφτούν την Κύπρο ώστε να γινόταν συνάντηση με τους δικηγόρους τους. Ενωρίτερα, περί τα τέλη του 2016, όταν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση ζήτησαν από τους Αιτητές να κάνουν έρευνα και να τους αποστείλουν όλα τα σχετικά με την αγωγή στοιχεία, τους παρουσιάστηκαν έγγραφα που ήταν στην κατοχή των Αιτητών αλλά και πληροφορίες που δόθηκαν από αυτούς. Σε κάθε περίπτωση η αίτηση γίνεται καλόπιστα καθότι καταχωρήθηκε αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη για τροποποίηση από τη νέα δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Μοναδικός σκοπός της αιτηθείσας τροποποίησης είναι η δικογράφηση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών προωθώντας έτσι πλήρως και ξεκάθαρα την εικόνα των θέσεων τους. Κρίνεται πως η έγκριση της αιτηθείσας τροποποίησης δεν θα παραβλάψει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση και η σε πρόκληση καθυστέρησης στη συνέχιση της αγωγής, ως ζημιά που θα υποστούν θα μπορεί να θεραπευθεί ή να αντιμετωπιστεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Οι Ενάγοντες (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση) καταχώρησαν, στις 03.11.2017, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης. Οι λόγοι ένστασης είναι, σε συντομία, οι ακόλουθοι: (α) η αίτηση είναι παράτυπη, ανεπίτρεπτη, αντίθετη, και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και ο τίτλος της είναι λανθασμένος. (β) Η αίτηση συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. (γ) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους και/ή άσχετους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Υπάρχει πρωτοφανής, υπέρμετρη, μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χωρίς να δίδεται σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Αιτητές από το Νοέμβριο του 2011 που καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους και/ή εν πάση περιπτώσει, προγενέστερα κατά τις ημερομηνίες που η αγωγή οριζόταν, πέραν των 10 φορών, για ακρόαση. (ε) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι απαραίτητες αλλά αποτελούν προσπάθεια διάσωσης μιας ελλιπούς υπεράσπισης, και προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. (στ) Η αιτηθείσα τροποποίηση δεν είναι καλόπιστη και/ή δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη και/ή δεν εξειδικεύει κάποιο νέο στοιχείο που να υποστηρίζει την ανάγκη για την έγκρισή της, αλλά αποτελεί προσπάθεια εισαγωγής νέας γραμμής και επαναπροσδιορισμού της υπεράσπισης με στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση των Αιτητών πριν την καταχώρηση της αγωγής και της υπεράσπισης. (ζ) Οι Αιτητές εισάγουν νέα θέματα αγωγής και εγείρουν νέους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται άρδην και/ή να τροποποιείται η ουσία της υφιστάμενης υπεράσπισής τους και αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων σε μία παλαιά αγωγή. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική, και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, καθότι θα εισαχθούν νέα επίδικα θέματα τα οποία τροποποιούν παντελώς την υφιστάμενη υπεράσπιση, γεγονός που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας. (θ) Δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα της αιτηθείσας τροποποίησης. (ι) Η αίτηση έχει μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει και/ή να δυσχεράνει και/ή να επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια, να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. (κ) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Κώστα Βρυώνη, υπάλληλου των Καθ΄ ων η Αίτηση, ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της Επίδικης Αίτησης στην ολότητά του. Εγείρονται δε στην εν λόγω ένορκη δήλωση προδικαστικές ενστάσεις, κατόπιν νομικής συμβουλής των νομικών συμβούλων των Καθ΄ ων η Αίτηση. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να παραθέσει τις προδικαστικές ενστάσεις αφού πρόκειται για επιχειρήματα και/ή δικανικούς συλλογισμούς και/ή νομικά ζητήματα. Παρατηρείται εν πάση περιπτώσει, πως το μεγαλύτερο μέρος της ένορκης δήλωσης του Κώστα Βρυώνη συνιστά επανάληψη των λόγων ένστασης. Τέτοιες αναφορές, δεν είναι αναμενόμενο να παρατίθενται σε ένορκες δηλώσεις, οι οποίες, θα πρέπει να περιορίζονται σε έκθεση γεγονότων-μαρτυρίας και μόνο. (Βλέπε Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας). Τέλος, μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση είναι διάχυτη η αμφισβήτηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Επίδικη Αίτηση. Οι συνήγοροι των Αιτητών ανέπτυξαν, μέσω γραπτής αγόρευσης, τα επιχειρήματα και τις θέσεις τους υποστηρίζοντας την επιτυχία της Επίδικης Αίτησης. Από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση η συνήγορος τους αρκέστηκε στην υιοθέτηση των λόγων ένστασης ζητώντας την απόρριψη της Επίδικης Αίτησης. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του από τις δυο πλευρές. Δεν προτίθεται να τα επαναλάβει αλλά θα τα συνυπολογίσει, κατά την αιτιολόγηση της απόφασης του, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφανθεί επί των επίδικων θεμάτων της παρούσας αίτησης. Νομική πτυχή: Η Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπουσα την τροποποίηση των δικογράφων ως ισχύει για τις αγωγές που έχουν καταχωρηθεί πριν το 2015 (Βλέπε Περί Πολιτικής Δικονομίας (τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014) έχει τύχει ερμηνείας από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, σε βαθμό που θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει τη θέση ότι υπάρχει εξαντλητική νομολογία για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου. Στην υπόθεση Δόμνα Ν. Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Ι. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, αναφέρθηκε ότι: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ. ά. ν. Α. & G. Leventis κ. ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, το Εφετείο επισήμανε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στην τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία δεν ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, αλλά με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στην υπόθεση Anna Latouf v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Συνοψίζοντας τις αρχές που καθιερώθηκαν μέσα από τη σχετική νομολογία (Βλέπε ενδεικτικά 1) Saba & Co. (T.M.P) v. T.M.P Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, 2) Gaber Alian Ali Al Somrani v. The Cyprus Ship "Poseidonia"
(1990)1 A.A.Δ. σελ. 990, 3) Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 4) Alexandra Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ., σελ. 11, προκύπτουν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:
  1. Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιβάλλεται, ως θεμελιακή αρχή, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
  2. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση, ωστόσο αυτός δεν είναι καταλυτικός, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε, ως καθοριστικούς στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  3. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση μόνο με τη διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία.
  4. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, και όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Έχοντας μελετήσει τους λόγους ένστασης, χωρίς να υποβαθμίζεται οποιοσδήποτε από αυτούς, προκύπτει, από τα νομολογηθέντα, πως τα καίρια ερωτήματα που πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση και αν η αίτηση των Αιτητών διαπνέεται εμφανώς από κακή πίστη ή αν η όποια βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί ή όχι να αποζημιωθεί χρηματικά. Σ' αυτά τα ζητήματα άλλωστε φαίνεται να επικεντρώνεται η ένσταση πρόσθετα με τις θέσεις για κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας και περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, πριν προχωρήσει στην εξέταση των προαναφερόμενων ερωτημάτων, κρίνει ορθό όπως αναφερθεί στο λόγο ένστασης (α) όπου γίνεται λόγος για αίτηση παράτυπη, ανεπίτρεπτη, και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και ότι ο τίτλος της είναι λανθασμένος. Διαπιστώνεται πως αυτός ο λόγος δεν εξειδικεύθηκε κατά την ακρόαση και συνεπώς το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι η επίδικη Αίτηση στηρίζεται στη Δ.25, και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με αναφορές σε γεγονότα, αδυνατεί να αντιληφθεί πως είναι δυνατό να κριθεί η αίτηση ως παράτυπη ή ανεπίτρεπτη. Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για την αναφορά ότι ο τίτλος της είναι λανθασμένος, εκτός και αν εννοείται το όνομα του Εναγόμενου 3 (Paschalis .), το οποίο ενδεχομένως να γράφτηκε λανθασμένα ή ενδεχομένως και ορθά (πάντως όχι ακριβώς όπως γράφτηκε στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος), οπότε αναλόγως της περίπτωσης ενδεχομένως να πρέπει οι Ενάγοντες να αντιμετωπίσουν θέμα διόρθωσης. Εν πάση περιπτώσει, παρατηρείται πως το όνομα του Εναγόμενου 3 ως γράφτηκε στον τίτλο της επίδικης Αίτησης το χρησιμοποίησαν και οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην ίδια μορφή, σε αιτήσεις τους, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, όπως στην αίτηση τους ημερομηνίας 07.07.2011 για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, στην αίτηση τους ημερομηνίας 04.11.2011 για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, στην αίτησή τους - επιστολή ημερομηνίας 16.12.2011 για ορισμό της αγωγής μετά το κλείσιμο των δικογράφων, στην αίτηση τους ημερομηνίας 02.02.2012 για εκ νέου ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και στην Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης επί της Επίδικης Αίτησης. Μελετώντας την ουσία της προτιθέμενης τροποποίησης προκύπτει πως οι Αιτητές επιχειρούν να προσθέσουν στην εκδοχή τους και ταυτόχρονα να καταστήσουν μέρος των επίδικων θεμάτων της αγωγής μια περιπτωσιολογική υπερασπιστική γραμμή αμφισβήτησης όλων των συμφωνιών και των συνθηκών που αυτές συνάφθηκαν ή υπογράφτηκαν δίδοντας λεπτομέρειες. Παράλληλα, αυτή η επιλογή τους συνεπάγεται προσθήκη νέων βάσεων υπεράσπισης. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ. ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005, όπου υποβλήθηκε πρωτόδικα αίτημα για τροποποίηση υπεράσπισης σε ανταπαίτηση, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί ισχυρισμός περί παραγραφής της ανταπαίτησης, αν και κρίθηκε πως επρόκειτο για εισαγωγή νέας βάσης στην υπεράσπιση, ωστόσο, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για τροποποίηση. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, προκύπτει άλλωστε από το φάκελο της υπόθεσης, πως η ακρόαση της παρούσας αγωγής είχε προγραμματιστεί τις δυο τελευταίες φορές στις 09.05.2017 και 07.11.2017, ενώ είχε αναβληθεί στο παρελθόν παρά πολλές φορές (12 φορές) για λόγους που σχετίζονται κάποιες φορές με την έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου, αλλά τις περισσότερες κατόπιν αιτήματος από πλευράς του δικηγόρου των Αιτητών. Ουδέποτε υπήρξε αίτημα αναβολής από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση. Παρ΄ ότι τα στοιχεία αυτά εγείρουν υποψίες για τα όσα θέτουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, περί προσπάθειας καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής ή και παρεμπόδιση στην έναρξη της ακρόασης, δεν ενέχουν εκείνη τη δυναμική ώστε να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτός είναι ο στόχος των Αιτητών. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης (ι) δεν αποδεικνύεται και απορρίπτεται. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Επίδικη Αίτηση ως χρονικό σημείο αναφοράς για την ανάγκη τροποποίησης προσδιορίζεται ο Απρίλιος του 2017, κατά την προετοιμασία της ακρόασης (προφανώς εννοείται για την ημερομηνία 09.05.2017), και αφού μελέτησαν τα έγγραφα που οι Αιτητές τους απέστειλαν από το εξωτερικό όπου διαμένουν νόμιμα, επομένως δίδεται εξήγηση ως προς το χρόνο και τις συνθήκες που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Η Επίδικη Αίτηση καταχωρήθηκε στις 05.05.
  1. Η ύπαρξη καθυστέρησης από την καταχώρηση της Υπεράσπισης είναι δεδομένη, ανησυχητική και απασχολεί έντονα. Δεν μπορεί όμως να γίνει λόγος για υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης από τη στιγμή που αποφασίστηκε η αναγκαιότητα της τροποποίησης. Ενδεχομένως να έπρεπε να γινόταν αντιληπτή η ανάγκη τροποποίησης πολύ πιο νωρίς, όπως συνέβηκε στην περίπτωση που οι καθ' ων η αίτηση ζήτησαν τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους, οπότε το ζήτημα θα αποφασιζόταν πιο νωρίς, ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία και αν ακόμη η καθυστέρηση οφείλεται σε λάθος η άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί, εκτός αν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλέπε υπόθεση Δόμνα Ν. Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Ι. Χριστοδούλου (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) το Εφετείο απεφάνθη πως, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το δικαίωμα διαδίκου από του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Ακόμη, αναφέρθηκε, στην εν λόγω υπόθεση, πως το γεγονός ότι το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και ότι δεν θα προκαλούνταν μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης (β) και (η) στους οποίους προωθείται η θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς την επίτευξη αλλότριων, προς τη δικαστική διαδικασία, σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση διαδικασίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί, από τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι επιχειρείται παράκαμψη προβλεπόμενης διαδικασίας. Το Δικαστήριο, συνοψίζοντας όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του διαπιστώνει ότι:
  2. Η ακρόαση της αγωγής δεν άρχισε.
  3. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Επίδικης Αίτησης από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Αιτητών δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ΄ ων η Αίτηση τέτοια, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση για πρόκληση ζημιάς που δεν αποζημιώνεται χρηματικά παρέμεινε γενική χωρίς πρόταξη συγκεκριμένων τέτοιων συνεπειών στα ουσιαστικά ή δικονομικά δικαιώματα τους. Στην υπόθεση ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΑΡΑΚΕΛΙΑΝ v.
  4. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ MARFIN ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση 51/2012, 11.02.2016 το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Κατ' αρχάς οι νέες αξιώσεις του αποβιώσαντα δεν είναι εντελώς άσχετες με τις αξιώσεις που ήδη προσέβαλλε με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Μπορεί ορισμένες από τις νέες αξιώσεις να θέτουν καινούργια θέματα, αλλά αυτά δεν έπρεπε να ήταν καθοριστικά στοιχεία στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α ΑΑΔ 704). Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627)».
  1. Τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούν με ασφάλεια συμπέρασμα για ύπαρξη εμφανούς κακής πίστης εκ μέρους των Αιτητών. Το εγχείρημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης των Αιτητών, έστω μετά που η αγωγή είχε προγραμματιστεί για ακρόαση παρά πολλές φορές, δεν κρίνεται από μόνο του ικανοποιητικό στοιχείο για στοιχειοθέτηση εμφανούς κακής πίστης.
  2. Η εισαγωγή νέων βάσεων υπεράσπισης δεν αποτελεί από μόνη της, κατά τη νομολογία, ικανό στοιχείο για απόρριψη αίτησης τροποποίησης. Στην παρούσα περίπτωση δεν μεταβάλλεται η Υπεράσπιση των Αιτητών αλλά προεκτείνεται. Η πάροδος επτά ετών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Αιτητών προβληματίζει και απασχολεί ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη σχετικών αναφορών που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδη κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Η μελέτη της εν λόγω υπόθεσης ωστόσο αποκαλύπτει πως, η πάροδος των επτά ετών από την ημερομηνία καταχώρησης Υπεράσπισης δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που λειτούργησε στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως και του Εφετείου που επικύρωσε την απόφαση, αλλά φαίνεται πως συνέτρεχε ακόμη ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε πως είχε βαρύνουσα σημασία. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, σε περίπτωση που αυτές εγκρίνονταν, το Δικαστήριο θα κατέληγε να εκδικάσει, εν' όψει των δικογραφημένων θέσεων του εφεσείοντα - Αιτητή, σε άλλη αγωγή, τα ίδια γεγονότα δύο φορές οπότε διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κατάχρηση διαδικασίας και σπατάλη δικαστικού χρόνου. Τέτοια όμως στοιχεία ή ανάλογα δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση. Αντίθετα κρίνεται πως δεδομένου ότι δεν υπάρχει κακή πίστη και μάλιστα εμφανής, καθώς επίσης, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς στους καθ' ων η αίτηση, τυχόν άρνηση του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αιτηθείσα τροποποίηση θα σήμαινε και άρνηση του δικαιώματος των Αιτητών να εγείρουν όλες τις θέσεις και ισχυρισμούς τους στη δίκη, γεγονός που δεν θα ήταν προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, παρότι το Δικαστήριο ουδόλως παραγνωρίζει το θέμα της καθυστέρησης, κρίνεται πως η μη στοιχειοθέτηση συμπεράσματος ότι, η επίδικη αίτηση διαπνέεται από κακή πίστη καθώς και ότι, η περαιτέρω αναμενόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, εξ' αιτίας της τροποποίησης, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, και δη με τη επιδίκαση εξόδων, αποτελούν στοιχεία τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο στο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση, ώστε να βρίσκονται ενώπιον του, κατά την ακρόαση, όλα τα επίδικα θέματα που προσδιορίζουν τη διαφορά των διαδίκων. Οι προαναφερόμενες τοποθετήσεις του Δικαστηρίου κρίνεται ότι απαντούν και καλύπτουν και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης στους οποίους το Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε εξειδικευμένα. Είναι προφανές ότι αυτοί άπτονται της ουσίας και των προϋποθέσεων έγκρισης ή μη της επίδικης Αίτησης. Ουδείς εξ' αυτών δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Συνακόλουθα όλων των προαναφερόμενων η Επίδικη Αίτηση εγκρίνεται ως τα αιτητικά 1 και
  2. Όλα τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί εξαιτίας της τροποποίησης που θα ακολουθήσει, καθώς και τα έξοδα της Επίδικης Αίτησης, είναι δίκαιο, να τα επιβαρυνθούν οι Αιτητές. Συνεπώς, αυτά επιδικάζονται εναντίον τους και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση από τους Αιτητές να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση των Αιτητών εντός 25 ημερών (λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της) από τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ενόψει του ότι πρόκειται για πολύ παλαιά υπόθεση, η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 08.01.2018 και 12.01.2018, η ώρα 10:
  3. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject : Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Διάταγμα με το οποίο να επιτραπεί Τροποποίηση της Ε/Υ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.