← Κύπρος

Αναφορικά με την υποθήκη Υ 5756/97 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ν. Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφ

Αναφορικά με την υποθήκη Υ 5756/97 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ν. Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αρ. Γενικής Αίτησης: 149/2017, 7/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A215 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 149/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965, 9/1965, άρθρα 35, 36, 44Α - 44ΙΔ Αναφορικά με τον Περί Τόκου Νόμο 2/1977 Αναφορικά με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999) και τις τροποποιήσεις αυτού Αναφορικά με την υποθήκη Υ 5756/97 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Αίτηση ημερομηνίας 23.11.2017 Ημερομηνία: 07.12.2017 Εμφανίσεις Για Αιτητές : κος Χ. Φωτίου για κα Άντρη Νεοφύτου Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Άντρη Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Αίτηση (στο εξής Κύρια Αίτηση) ο Χριστοφής Καλλή (στο εξής ο Αιτητής) αιτείται: A. Aκύρωση της ειδοποίησης τύπου «Θ» ημερομηνίας 21.04.

  1. Β. Διάταγμα που να απαγορεύει στην καθ΄ ης η αίτηση να ενεργοποιήσει τις διατάξεις 44Γ - 44ΙΒ. Γ. Ακύρωση της Υποθήκης 5756/1997 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Δ. Ακύρωση όλων των εμπραγμάτων βαρών που έχουν εγγραφεί επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Αιτητή δυνάμει της απόφασης στην αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 2.2.
  2. Τα γεγονότα, μεταξύ άλλων, που υποστηρίζουν την Κύρια Αίτηση παρατίθενται σε αυτήν αριθμούμενα από 1 -
  3. Τα ουσιώδη εκ των γεγονότων, σε ό,τι χρησιμεύει για σκοπούς συγγραφής της παρούσας απόφασης, εκτίθενται στις παραγράφους 8 - 12 και είναι τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια): "
  4. Η καθ΄ ης η αίτηση με γραπτή ειδοποίηση τύπου «Θ» η οποία επιδόθηκε στον αιτητή την 7/6/2017 τροχοδρόμησε παράνομα, και/ή παράτυπα, και ή καταχρηστικά, και ή άνευ δικαιώματος την κατ΄ ισχυρισμό διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου το οποίο επιβαρύνεται με τις επίδικες υποθήκες Υ 4042/96 και Υ 5756/97 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας.
  5. Η ειδοποίηση τύπου «Θ» που επιδόθηκε στον αιτητή δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και τύπο και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρη.
  6. Κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων υποθήκης δεν ίσχυε ο νόμος 142(Ι)/2014 και οι τροποποιήσεις του και τα άρθρα 44Α - 44ΑΑ του Νόμου 9/1965 είναι αντισυνταγματικές καθότι ο νομοθέτης επεμβαίνει σε υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις.
  7. Η καθ΄ ης η αίτηση έχει απεμπολήσει το δικαίωμα της και η υποχρέωση του αιτητή να συμμορφωθεί με τους όρους των συμβάσεων υποθηκών Υ 4042/1996 και Υ 5756/1997 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας έχει παραγραφεί και αποσβεστεί.
  8. Η Δικαστική απόφαση στην αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν παράγει πλέον καμία έννομη συνέπεια - αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον χρέος." Η Κύρια Αίτηση επιδόθηκε στους

(1)Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και
(2)Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Ο τελευταίος δεν καταχώρησε εμφάνιση στην Κύρια Αίτηση. Οι Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρησαν στις 22.11.2017, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, στην οποία προβάλλονται 24 λόγοι ένστασης, με τους οποίους αμφισβητείται η δυνατότητα επιτυχίας της Κύριας Αίτησης. Η Κύρια Αίτηση, ως εκ τούτου, προγραμματίστηκε για ακρόαση την 01.12.
  1. Στις 23.11.2017 ο Αιτητής καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση (στο εξής η Επίδικη Αίτηση), με την οποία ζητά από το Δικαστήριο όπως τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που εγείρονται στην παράγραφο 10 των γεγονότων της κύριας Αίτησης του καθώς και στην παράγραφο 11 της υποστηρίζουσας αυτήν ένορκης δήλωσης του, παραπεμφθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο για να τα αποφασίσει καθότι αυτά είναι ουσιώδη για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεσης. Η Επίδικη Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 144 του Συντάγματος. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή. Σε αυτή, ουσιαστικά δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα, που προφανώς λόγω της φύσης της δεν υπάρχουν, αλλά αναπτύσσεται επιχειρηματολογία την οποία το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό να παραθέσει στο παρόν στάδιο. Τη διατηρεί όμως κατά νου και θα την αξιολογήσει, κατά το στάδιο της αιτιολόγησης της απόφασής του, στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο. Στην Επίδικη Αίτηση οι Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση) καταχώρησαν, στις 05.12.2017, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: "
  2. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  3. (α) Απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. (β) Εν προκειμένω, η παρούσα περίπτωση δεν ενδείκνυται για την έκδοση διατάγματος ως το αιτούμενο, εφόσον το προωθούμενο θέμα αντισυνταγματικότητας είναι νομικό θέμα το οποίο μπορεί να εξεταστεί από κατώτερο Δικαστήριο, ως το παρόν Δικαστήριο, με τελικό κριτή το Ανώτατο Δικαστήριο, σε περίπτωση έφεσης.
  4. Ο Αιτητής δεν εξειδικεύει στο σώμα της Αίτησης του και/ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση το νομικό ερώτημα που ζητεί να παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο περί της αντισυνταγματικότητας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν.142(Ι)/2014 (εφεξής «Ν.9/1965» και/ή ο «Νόμος») και/ή δεν προσδιορίζει τις νομοθετικές διατάξεις του Νόμου που θεωρεί ότι πλήττουν τα συνταγματικά του δικαιώματα και που επιδιώκει να αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
  5. (α) Η ύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποτελεί γενικά κατάχρηση και ειδικά η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι ο Αιτητής προωθεί ταυτόχρονα στα πλαίσια δυο Γενικών Αιτήσεων αναφορικά με την ίδια υποθήκη, την ίδια ενδιάμεση αίτηση επιδιώκοντας το ίδιο αποτέλεσμα από δύο διαφορετικά Δικαστήρια. (β) Εν προκειμένω, η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης είναι καταχρηστική και/ή η προώθηση της από τον Αιτητή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι εκκρεμεί στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ΄ αριθμό 287/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αίτηση πανομοιότυπη ως η επίδικη, δια της οποίας ο Αιτητής επιδιώκει ταυτόχρονα, την έκδοση διατάγματος παραπομπής συνταγματικού σημείου στο Ανώτατο Δικαστήριο, από δύο διαφορετικά Δικαστήρια.
  6. (α) Η Γενική Αίτηση - στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα - είναι εκπρόθεσμη. Συγκεκριμένα, η Γενική Αίτηση καταχωρήθηκε στις 10/07/2017 ενώ η επίδικη ειδοποίηση τύπου «Ι» ημερ. 21/04/2017 (εφεξής η « Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ») επιδόθηκε δεόντως στον Αιτητή στις 07/06/2017, συνεπώς η προσβολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» γίνεται μετά την παρέλευση των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της συγκεκριμένης ειδοποίησης και είναι έκθετη σε απόρριψη. (β) Επιπλέον, η Γενική Αίτηση - στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα - πάσχει εξ υπαρχής και/ή είναι άκυρη καθότι Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση και/ή δεν είναι το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει την Γενική Αίτηση καθότι το επίδικο ακίνητο, για το οποίο ο Αιτητής επιδιώκει να προσβάλει και/ή να εμποδίσει την διαδικασία πλειστηριασμού, ευρίσκεται στην επαρχία Λευκωσίας δηλαδή εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Κατ΄ επέκταση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν κέκτηται αρμοδιότητα επίλυσης της υπό κρίση διαφοράς και/ή δεν δύναται να εκδικάσει και/ή να επιληφθεί την Γενική Αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή κατά τόπον αρμοδιότητας. (γ) Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το εγειρόμενο ζήτημα δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της υπό εκδίκαση υπόθεσης και συνακόλουθα δεν ενδείκνυται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασισθεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο και/ή η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων. Εν προκειμένω, τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς πράγμα που δεν φαίνεται να υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση.
  7. (α) Οι επίδικες ειδοποιήσεις και/ή το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 γενικότερα είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα και/ή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και/ή ο Αιτητής δεν επεξηγεί πως το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 ρυθμίζει και προνοεί την διαδικασία εκποίησης υποθήκης σε περίπτωση που το χρέος το οποίο εξασφαλίζεται με την συγκεκριμένη υποθήκη, καταστεί πληρωτέο και/ή υπερήμερο ως προνοεί ο Νόμος και δεν επεμβαίνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στις ήδη συμφωνημένες ή και δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη και του ενυπόθηκου δανειστή υποθήκης που δημιουργήθηκαν πριν την θέσπιση του Μέρους VIA του Ν. 9/
  8. (β) Το συγκεκριμένο μέρος του Νόμου, ουσιαστικά, έχει σχέση με την εφαρμογή ή και την εκπλήρωση του σκοπού μιας σύμβασης υποθήκης, σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει μετά και από την τήρηση των απαραίτητων προϋποθέσεων, η δυνατότητα έναρξης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. (γ) Το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 αποτελεί μια εναλλακτική μέθοδο στη διάθεση του ενυπόθηκου δανειστή δια της οποίας μπορεί να ικανοποιήσει τα οφειλόμενα εις αυτόν ποσά, η ενεργοποίηση της οποίας υφίσταται όταν ο ίδιος ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραλείπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι του ενυπόθηκου δανειστή.
  9. Ενόψει των πιο πάνω δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος επί του οποίου το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την διακριτική ευχέρεια που έχει υπέρ του αιτήματος του Αιτητή.
  10. Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί υπό τις περιστάσεις.
  11. Ο Αιτητής κωλύεται να προωθεί την υπό εξέταση Αίτηση στη βάση του δόγματος της αποδοκιμασίας και επιδοκιμασίας.
  12. (α) Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). (β) Ο Αιτητής καταχρηστικά και/ή κακόπιστα προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και/ή είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων του Αιτητή και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως γενικής αίτησης και/ή κατασπαταλεί το πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και/ή προκαλεί αχρείαστα έξοδα." Η Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, του Κυριάκου Ματσηκάρη, υποστηρίζουσας τους λόγους ένστασης. Ομοίως και σε αυτή την ένορκη δήλωση αναπτύσσονται νομικά επιχειρήματα τα οποία σχετίζονται τόσο με την ουσία της Επίδικης Αίτησης όσο και της κύριας Αίτησης αλλά και δικανικοί συλλογισμοί παρά γεγονότα - μαρτυρία η οποία θα πρέπει να παρατίθεται στις ένορκες δηλώσεις. (Βλέπε Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας). Και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις αναφορές, επί της εν λόγω ένορκης δήλωσης, και θα τις συνυπολογίσει κατά την αιτιολόγηση της απόφασής του, στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο. Κατά την ακρόαση της Επίδικης Αίτησης, η οποία διεξάχθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, αναπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα προς υποστήριξη της εκδοχής που η κάθε πλευρά προωθεί. Πυρήνας των επιχειρημάτων του Αιτητή αποτελεί η θέση (μεταφέρεται μέρος, επ' ακριβώς, από τη γραπτή αγόρευση Τεκμήριο Α) «ότι εφ' όσον το ζήτημα που ζητά ο Αιτητής να επιλυθεί δεν αφορά τα καθεαυτά επίδικα ζητήματα αλλά τον νόμο που τα κατέστησε επίδικα αυτό το ζήτημα θα πρέπει να επιλυθεί πριν το τέλος της παρούσας διαδικασίας και θα πρέπει να επιλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 144 του Συντάγματος το οποίο εξακολουθεί να ισχύει». Από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση εκφράστηκε έντονη άποψη περί κατάχρησης της διαδικασίας ενόψει της δυνατότητας, ως προκύπτει από τη νομολογία, των πρωτόδικων δικαστηρίων για απόφανση και επί συνταγματικότητας των Νόμων αλλά και λόγω της ύπαρξης ακόμη μιας Αίτησης (Υπ' αριθμό 287/17) καταχωρημένης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από τον Αιτητή στα πλαίσια της οποίας επίσης ζητείται (με ενδιάμεση Αίτηση) η παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο του ζητήματος αντισυνταγματικότητας της διάταξης - άρθρο 44Α
  13. Εκφράστηκε δε, ο προβληματισμός κατά πόσο ο Αιτητής δικαιολογείται να εμμένει στην προώθηση της Επίδικης Αίτησης ενόψει της θέσης του πως έχει εφαρμογή, στην παρούσα υπόθεση, το άρθρο 5 του Περί Πωλήσεως Διαδικαστικού (Τροποποιητικού) Κανονισμού του 2015 όπου προβλέπεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδίδει την απόφαση του εντός ενός μηνός, και άρα, κατά τον Αιτητή, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία πλέον να εκδικάσει τη διαφορά. Νομική Πτυχή Η διάταξη του άρθρου 144 του Συντάγματος αποτελεί τη νομική πτυχή του ζητήματος που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο εν λόγω άρθρο προβλέπεται ότι: "
  14. Πας διάδικος δικαιούται, καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ' έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Tο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ' αυτού το Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο." Η προαναφερόμενη διάταξη έχει τύχει ερμηνείας στην υπόθεση The Attorney General v. Imbrahim
(1964)C.L.R. 195. Αποφασίστηκε πως εφ' όσον οι εξουσίες των δύο δικαστηρίων της χώρας, ήτοι, του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, περιήλθαν στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η συνταγματικότητα των νόμων δύναται πλέον να αποφασίζεται από τα Επαρχιακά Δικαστήρια σε πρώτο βαθμό και να ελέγχεται κατ΄ έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τη διατύπωση της πιο πάνω αρχής ουσιαστικά επανέλαβε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναυσικά Νικολάου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1045 ωστόσο για τους λόγους που εξηγούνται αποφασίστηκε ότι: "Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, που καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, 1990 (Ν23/90), δεν εξομοιώνεται και δεν ταυτίζεται με το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά αποτελεί ξεχωριστό Δικαστήριο, έστω και αν αποτελείται από Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ορίζονται σαν τέτοιοι από το Ανώτατο Δικαστήριο για περίοδο δύο ετών. Η διαπίστωση στην υπόθεση Attorney General v. Ibrahim ότι η διαδικασία παραπομπής που προέβλεπε το άρθρο 144.1 του Συντάγματος είχε ατονήσει βασιζόταν στο γεγονός ότι, με την καθίδρυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είχε όλες τις εξουσίες του πρώην Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ήταν δυνατή η απόφαση θεμάτων συνταγματικότητας από οποιοδήποτε κατώτερο Δικαστήριο, εφόσο τελικός κριτής του θέματος θα ήταν, μέσω της διαδικασίας εφέσεως, το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην παρούσα όμως περίπτωση, και εφόσο το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο δεν εξομοιωνόταν με το Ανώτατο Δικαστήριο, η διαδικασία παραπομπής δυνάμει του άρθρου 144.1 του Συντάγματος ήταν ο μόνος τρόπος για να μπορούν να τεθούν θέματα αντισυνταγματικότητας σε έγκυρη δικαστική κρίση και, κατά συνέπεια, τα θέματα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο." Στην Ορφανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. όπου επιχειρήθηκε ενίσχυση των θέσεων του Εφεσείοντα για έγερση νομικών ζητημάτων - αντισυνταγματικότητας στο Εφετείο, τα οποία δεν είχαν τεθεί πρωτόδικα, το Εφετείο τοποθετήθηκε σταθερά και ξεκάθαρα ως προς την υπόθεση Imbrahim (ανωτέρω) διατυπώνοντας τα εξής: "Δεν έχουμε εντοπίσει στην απόφαση οτιδήποτε που να παρέχει θεωρητικό υπόβαθρο στην εισήγηση ή να αφήνει περιθώρια για χάραξη νέας γραμμής σύμφωνα με αυτήν. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει. Εγκαινίασε η απόφαση το διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων με αποτέλεσμα να καταστεί ουσιαστικά ανενεργός η διαδικασία παραπομπής του άρθρ. 144.1. Δεν ατόνησε όμως εντελώς. Όπως εξηγήσαμε στην αίτηση της Ναυσικάς Νικολάου και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1045 εφόσον το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με το Ανώτατο Δικαστήριο, η διαδικασία παραπομπής "ήταν ο μόνος τρόπος για να μπορούν να τεθούν θέματα αντισυνταγματικότητας σε έγκυρη δικαστική κρίση και, κατά συνέπεια, τα θέματα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι φανερό - και παραδεκτόν - ότι είναι αδύνατη εδώ η υπαγωγή της υπόθεσης στις διατάξεις του άρθρ. 135(β) του Κεφ.
  1. Ούτε έχει εφαρμογή το άρθρ. 144.1 του Συντάγματος. Έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της υπόθεσης Ibrahim, ανωτέρω. Το Ανώτατο Δικαστήριο, που ασκεί όλες τις εξουσίες του πρώην Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν υποκαθιστά τα κατώτερα δικαστήρια στην άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με πλήρη κατάργηση των δικονομικών θεσμίων και θα κατέφερε σοβαρό πλήγμα στα δικαιώματα του πολίτη. Εν πάση περιπτώσει ο πολίτης δεν έχει συνταγματικό δικαίωμα να ζητά μεταβολή των βασικών δομών απονομής της δικαιοσύνης για το μοναδικό λόγο ότι ο ίδιος ή ο νομικός του σύμβουλος είχε δεύτερες σκέψεις αναφορικά με τη διεξαγωγή της υπόθεσης του." Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα Δικαστηρίου Διερχόμενο το Δικαστήριο τους λόγους ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση διαφαίνεται πως στους υπ΄ αριθμό 3, 5 και 6 λόγους ένστασης προωθούνται θέσεις που άπτονται ζητημάτων της κύριας Αίτησης, ως εκ τούτου, κρίνονται άσχετοι με το αντιικείμενο της Επίδικης Αίτησης, απαράδεκτοι και απορρίπτονται. Οι υπ' αριθμό 4 και 10 λόγοι ένστασης αφορούν στη θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας. Τη θέση αυτή οι καθ' ων η Αίτηση την υποστηρίζουν και με επιχειρήματα αλλά και με μαρτυρία (Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τους λόγους ένστασης - Αίτηση υπ' αριθμό 287/17 Ε.Δ. Πάφου). Η εν λόγω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Προκύπτει πως πρόκειται για αίτηση του Αιτητή στην οποία επίσης ζητά την παραπομπή ίδιου ζητήματος για εξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο, και δη τη συνταγματικότητα του άρθρου 44 Α
  2. Είναι ωστόσο σαφές πως, παρότι οι δυο αιτήσεις καταχωρήθηκαν από τον Αιτητή διαφαίνεται ότι αποσκοπούν σε ακύρωση ξεχωριστών Ειδοποιήσεων, ως είναι κοινώς αποδεκτό, (στην μια περίπτωση Ειδοποίηση Τύπος Θ και στην άλλη Τύπος Ι ή ΙΑ). Με αυτό το στοιχείο ως δεδομένο κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται, με την απαραίτητη βεβαιότητα, κατάχρηση διαδικασίας. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς την επίτευξη αλλότριων, προς τη δικαστική διαδικασία, σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση διαδικασίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί, από τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι επιχειρείται παράκαμψη προβλεπόμενης διαδικασίας. Δεν αποδείχθηκε, συνεπώς, πως ο Αιτητής προωθεί παράλληλες διαδικασίες για το ίδιο ακριβώς θέμα - αντικείμενο διαφοράς. Συνακόλουθα οι λόγοι ένστασης αρ. 4 και 10 αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Αναφορικά με το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή για απώλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου να επιλύσει τη διαφορά των διαδίκων, καθότι δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που προνοούνται στον Περί Πωλήσεως (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Από το περιεχόμενο του εν λόγω Κανονισμού, διαφαίνεται πως η προθεσμία των 30 ημερών που προνοείται σε αυτόν, δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην παρούσα περίπτωση, αφού ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιζητείται αναστολή καθορισμένης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. Εξετάζοντας, επί της ουσίας, την Επίδικη Αίτηση, τους εναπομείναντες λόγους ένστασης, την επιχειρηματολογία των δύο ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και τη σχετική, επί του εγειρόμενου θέματος, νομολογία, προκύπτει πως, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προς τη φύση της διαφοράς όπως καθορίζεται με την Κύρια Αίτηση, δεν επιτρέπουν την επιτυχία της Επίδικης Αίτησης και δεν θα ήταν δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να ικανοποιηθεί το αίτημα του Αιτητή. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 2, 7 και 8 επιτυγχάνουν. Είναι προφανές ότι αυτό που ο Αιτητής επιζητεί με την Επίδικη Αίτηση δύναται να το προωθήσει, αφού το έχει προβάλει ήδη, με την Κύρια Αίτηση του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στη βάση βέβαια των προϋποθέσεων που η νομολογία επιβάλλει προκειμένου να ελεγχθεί η συνταγματικότητα νομοθετικής διάταξης. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η Επίδικη Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα στη διαδικασία που επιτυγχάνει, τα έξοδα της Επίδικης Αίτησης επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή για να εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης της Κύριας Αίτησης. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΓΑΚ/ΚΑ Subject : Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Άρθρο 144 του Συντάγματος, αίτημα παραπομπής στο Ανώτατο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.