← Κύπρος

Capital Accomodation (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Κύπρος Κουρούσιης κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1161/2017, 27/12/2017

Capital Accomodation (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Κύπρος Κουρούσιης κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1161/2017, 27/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A232 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 1161/2017 Μεταξύ :-

  1. Capital Accomodation (Cyprus) Ltd
  2. Kouroushis Lion Resorts Ltd Ενάγουσες Και
  3. Κύπρος Κουρούσιης
  4. Χρυσόστομος Κουρούσιης
  5. A. G. N. Constructions Ltd Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 18/12/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τετάρτη 27η Δεκεμβρίου 2017 Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Γιώργος Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλισα Θεοδώρου Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια :- κος. Κωνσταντίνος Καλλής με κο. Νίκο Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Λοίζος Χατζηνεοφύτου Παρών ο διευθυντής της εναγόμενης 3, κος. Γεώργιος Κουρούσιης Ενδιάμεση Απόφαση 1 Ταυτόχρονα με καταχώριση της αγωγής οι ενάγουσες εξασφάλισαν με μονομερή αίτηση τους και προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγόμενη 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») η αποξένωση ή μεταφορά ή μεταβίβαση οποιουδήποτε ποσού χρημάτων το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο σε τέσσερεις συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς σε δύο κατονομαζόμενες τράπεζες αλλά επιπλέον και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό τόσο στις δύο συγκεκριμένες τράπεζες όσο και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι του ποσού των €2.219.821,68 με επιφύλαξη του δικαιώματος να ξοδεύει οποιοδήποτε εύλογο ποσό το οποίο δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 μηνιαίως έτσι ώστε να καλύπτονται τα λειτουργικά της έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων συμβούλων και δικηγόρων. 2 Επισημαίνεται από το Δικαστήριο η ιδιαίτερη σημασία του περιορισμού της απαγόρευσης στο προαναφερόμενο ποσό των €2.219.821,
  6. Παρά και το αναμενόμενο γεγονός πως λογικά το ποσό αυτό θα έπρεπε να αντιπροσώπευε και το ποσό της αξίωσης των εναγουσών δεν αποκλείεται λόγω λανθασμένης αναγραφής ενός ψηφίου στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ενός συγκεκριμένου ποσού ως αποτέλεσμα το σύνολο το οποίο προκύπτει με την αξίωση να είναι αυτό των €2.282.821,
  7. Σχετικό επί του θέματος είναι και το τεκμήριο 17 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το συγκεκριμένο διάταγμα και το ποσό το οποίο αναφέρεται εντός αυτού (δηλαδή, €907.000,00) αντί του ποσού το οποίο αναφέρεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (δηλαδή το ποσό των €970.000,00). Βεβαίως το θέμα αυτό δεν είναι του παρόντος και ούτε και κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστεί εις βάθος εντός αυτής της απόφασης. Περιορίζεται απλά το Δικαστήριο στην επισήμανση του ως προς τον περιορισμό του ποσού το οποίο καθορίζεται από την απαγόρευση του επίδικου προσωρινού διατάγματος. 3 Παράλληλα με την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος εκδόθηκε και επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης με σκοπό την επιτήρηση της εφαρμογής του απαγορευτικού διατάγματος σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να καταχωρισθεί ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτονται, πρώτο, τα στοιχεία όλων των τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους η εναγόμενη τηρεί ή τηρούσε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από συγκεκριμένη ημερομηνία (10/2/2016) και εντεύθεν με οποιοδήποτε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα περιλαμβανομένων (αλλά όχι εξαντλητικά) των αριθμών λογαριασμού και δεύτερο, τα πιστωτικά και/ή χρεωστικά υπόλοιπα όλων των τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους τηρούσε κατά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα. 4 Παρατηρείται απλά πως ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης προφανώς προς συμμόρφωση με το επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης υπέγραψε σχετική ένορκη δήλωση την 1/12/2017 και ανυπόγραφο αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται σε ένορκη δήλωση επίδοσης αυτής προς δικηγόρο ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγουσών. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν εντοπίζεται εντός του φακέλου της αγωγής το πρωτότυπο της ένορκης δήλωσης εάν και εφόσον βεβαίως αυτό έχει καταχωρισθεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Το γεγονός αυτό ήδη έχει αναφερθεί στον δικηγόρο ο οποίος εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου μετά και από την παράταση η οποία είχε δοθεί ως προς την καταχώριση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Αναμένεται βεβαίως όπως οι δικηγόροι της εναγόμενης μεριμνήσουν έτσι ώστε όντως το πρωτότυπο της ενυπόγραφης ένορκης δήλωσης ή αντίγραφο αυτής καταχωρισθεί εντός του φακέλου της αγωγής. 5 Έστω όμως και έχοντας ως βάση το περιεχόμενο του αντιγράφου της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης αλλά και των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται σε αυτή είναι εφικτό όπως το Δικαστήριο οδηγηθεί σε βάσιμο συμπέρασμα ως προς το σύνολο του ποσού το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος βρισκόταν στην κατοχή της εναγόμενης υπό μορφή βεβαίως καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Το ποσό αυτό όχι μόνο δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο επίδικο διάταγμα των €2.219.821,68 αλλά αντιθέτως δεν αποτελεί παρά μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό αυτού, περίπου δηλαδή ποσοστό 13.6%. Όπως υπολογίζεται από το Δικαστήριο, το ποσό αυτό είναι το ποσό των €301.664,34 παρά και το γεγονός πως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης στην παράγραφο 5 αναφέρεται σε ένα ποσό κατά €3.000,00 ψηλότερο, δηλαδή το ποσό των €304.664,
  8. 6 Με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η εναγόμενη αιτείται την τροποποίηση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος έτσι ώστε να επιτραπούν σε αυτή πράξεις οι οποίες διαφορετικά θα αποτελούσαν είτε άμεση είτε έμμεση παράβαση του συγκεκριμένου διατάγματος, υπό την έννοια δηλαδή είτε πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από τους υφιστάμενους τραπεζικούς λογαριασμούς της είτε δημιουργίας νέου τραπεζικού λογαριασμού έτσι ώστε αυτός να χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της. 7 Οι πληρωμές για τις οποίες η εναγόμενη αιτείται την τροποποίηση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος για αποδέσμευση από τους παγοποιημένους λογαριασμούς των ακόλουθων ποσών καθορίζεται ως εξής,:- 7.1 €35.042,65 για πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της για το μήνα Δεκέμβριο του
  9. 7.2 €12.334,57 για πληρωμή της εισφοράς κοινωνικών ασφαλίσεων εργοδότη για το μήνα Νοέμβριο του
  10. 7.3 €73.334,21 για πληρωμή της φορολογίας της προς Υπουργείο Οικονομικών - Τμήμα Φορολογίας μέχρι την 31/12/
  11. 8 Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγόμενη αιτείται την αποδέσμευση συνολικά ποσού €120.711,43 δηλαδή περίπου 40% του ποσού το οποίο έχει όντως δεσμευτεί από το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα δεν αποτελεί έκπληξη η καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης των εναγουσών, το αίτημα των οποίων για έκδοση προσωρινού διατάγματος αρχικά στόχευε σε δέσμευση ποσού τουλάχιστον €2.219.821,
  12. 9 Συνεπώς, η προοπτική να απομείνει υπό δέσμευση ένα ποσό ακόμη χαμηλότερο και από το ποσό το οποίο όντως έχει δεσμευτεί των €301.627,60, δηλαδή το υπόλοιπο ποσό των €180.916,17, είναι μια εξέλιξη στην οποία ενίστανται όπως βεβαίως ενίστανται και στην παράλληλα ανεπιθύμητη για αυτές της δυνατότητας της εναγόμενης να δημιουργήσει νέο τραπεζικό λογαριασμό για τις ανάγκες της, προφανώς ως επιχείρηση, στον οποίο να καταθέτει τις οποιεσδήποτε εισπράξεις της με απώτερο στόχο βεβαίως την μη δέσμευση αυτών των ποσών από το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα. 10 Αμφότερες οι δύο πράξεις αποδέσμευσης συγκεκριμένων ποσών και δημιουργίας νέου τραπεζικού λογαριασμού ουσιαστικά μειώνουν τόσο την οποιαδήποτε εξασφάλιση την οποία οι ενάγουσες θεωρούν ότι έχουν αποκτήσει με την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος ενώ παράλληλα εξανεμίζουν και την προοπτική ή ουσιαστικά την πιθανότητα της οποιασδήποτε αύξησης του συνόλου των καταθέσεων της εναγόμενης. 11 Πέραν και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση και της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης τόσο υπό μορφή λόγων ένστασης όσο και μαρτυρίας, ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων όπως αυτή παρατίθεται εντός των γραπτών αγορεύσεων τους. 12 Το Δικαστήριο διατηρεί σταθερά υπόψη του το γεγονός ότι με αυτή την απόφαση δεν εξετάζεται η κυρίως αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα του οποίου ζητείται η τροποποίηση και προς το σκοπό αυτό αποφεύγει να υπεισέλθει σε θέματα τα οποία θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Ούτε και αποτελεί επιδίωξη του να δημιουργήσει καν την εντύπωση είτε ότι προδικάζει θέματα τα οποία θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης είτε ότι καθορίζει κατευθυντήριες γραμμές για την όλη προσέγγιση του κατά ή μετά και από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Αναπόφευκτα όμως εφόσον αυτό το οποίο ζητείται είναι η τροποποίηση του διατάγματος το οποίο θα αποτελεί και το αντικείμενο της κυρίως αίτησης ασφαλώς το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να μην λάβει υπόψη του το όλο πλαίσιο βάσει του οποίου εκδόθηκε και πλέον υφίσταται αυτό το διάταγμα. 13 Υπενθυμίζεται σχετικά το αυτονόητο γεγονός πως εφόσον η έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος έγινε μετά από την υποβολή μονομερούς αιτήματος ασφαλώς το Δικαστήριο δεν είχε υπόψη του κατά την έκδοση του τα όσα στοιχεία, έστω και υπό μορφή ισχυρισμών της εναγόμενης έχουν πλέον τεθεί υπόψη του. Τα μοναδικά στοιχεία τα οποία είχε την ευχέρεια να λάβει υπόψη του βεβαίως ήταν τα όσα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα οι ενάγουσες είχαν θέσει υπόψη του υπό μορφή της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης, δίχως βεβαίως να είχε δοθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τις δικές της θέσεις και ισχυρισμούς. 14 Πλέον όμως το Δικαστήριο έχει υπόψη του και τη γενικότερη θέση της εναγόμενης επί της οποίας βασίζεται τόσο η καταχώριση ένστασης αναφορικά με το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα όσο και η προτεινόμενη αναγκαιότητα τροποποίησης του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος, όπως αυτή αναλύεται εντός της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Όπως και οι ενάγουσες κάλεσαν το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος έτσι τώρα και η εναγόμενη καλεί το Δικαστήριο να διατηρήσει μεν τα όσα είχαν τεθεί υπόψη του κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος αλλά παράλληλα να λάβει υπόψη του και τους δικούς της ισχυρισμούς και θέσεις έτσι ώστε να τροποποιηθεί το επίδικο διάταγμα με συγκεκριμένο τρόπο, όπως αυτός περιγράφεται πιο πάνω. 15 Η πραγματικότητα είναι πως η πρώτη φορά κατά την οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της εναγόμενης ως επιχείρηση ήταν με την καταχώριση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης της στην κυρίως αίτηση αλλά και με τα όσα αναφέρονται επίσης σχετικά στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία ασφαλώς δεν ήταν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. Τονίζεται και πάλι η σημασία του γεγονότος πως ασφαλώς το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε έχοντας υπόψη του μόνο τα όσα στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία έκδοσης του, ενώ υπενθυμίζεται παράλληλα πως συνειδητά αποφεύγεται η εξέταση θεμάτων τα οποία αναμένεται να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Επισημαίνεται ουσιαστικά το δεδομένο πως όπως και το επίδικο διάταγμα βασίστηκε σε ορισμένα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα έτσι και σήμερα το Δικαστήριο βασίζεται στο σύνολο των επιπρόσθετων κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων έτσι ώστε να αποφασίσει κατά πόσο το συγκεκριμένο διάταγμα χρήζει τροποποίησης έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη και ο επηρεασμός της εναγόμενης ως επιχείρηση μέχρι βεβαίως και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 16 Επιπλέον, οφείλει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει πως παρά και την εξασφάλιση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος από τις ενάγουσες βάσει και της εκδοχής η οποία προτάθηκε κατά την ακρόαση της μονομερούς αίτησης, ασφαλώς όπως και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ένα προσωρινό διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, ουσιαστικά αυτό γίνεται κατ΄ εξαίρεση και κατά παρέκκλιση του κανόνα να ακούγονται αμφότεροι οι διάδικοι προτού αυτό εκδοθεί. Όπως προνοείται σχετικά και από το εδάφιο

(3)του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε) κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλουν ένσταση σε αυτό. 17 Συνεπώς δεν θα πρέπει οι ενάγουσες να θεωρούν το επίδικο διάταγμα ως ένα κεκτημένο δικαίωμα μέχρις ότου εκδικαστεί η αγωγή τους εναντίον τόσο της εναγόμενης και των εναγόμενων 1 και 2 αλλά αντιθέτως ως ένα προσωρινό μέτρο προστασίας μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης το οποίο ανάλογα με το αποτέλεσμα εκδίκασης είτε θα διατηρηθεί μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής είτε θα ακυρωθεί. 18 Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη και πάλι τη φύση αυτού του προσωρινού μέτρου προστασίας και διαφύλαξης των συμφερόντων των εναγουσών - και ενδεχομένως και περιουσίας η οποία ανήκει στην ίδια - δεν θα πρέπει παράλληλα να θεωρείται το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα ως ένας τρόπος όχι μόνο διατήρησης αλλά και αύξησης των ποσών των οποίων απαγορεύεται η διάθεση από την εναγόμενη. 19 Συνεπώς, συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται το αίτημα της εναγόμενης εντός του πλαισίου της δυνατότητας η οποία παρέχεται σε οποιοδήποτε διάδικο ή και άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προβάλει τη δική του θέση σε σχέση με ένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στην απουσία του με την εύλογη προσδοκία πως η θέση αυτή θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο το οποίο θα ασκήσει τη δική του κρίση ως προς το κατά πόσο είτε αυτό το διάταγμα θα παραμένει σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής είτε θα ακυρωθεί ή - όπως και στην περίπτωση υπό εξέταση - μέχρις ότου δηλαδή απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα διατήρησης ή μη σε ισχύ του διατάγματος, θα κριθεί προηγουμένως - κατόπιν υποβολής βεβαίως σχετικού αιτήματος - κατά πόσο θα πρέπει το συγκεκριμένο διάταγμα να τροποποιηθεί προσωρινά μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα τα οποία επίσης δεν υπήρχαν στη διάθεση του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και την έγκριση μονομερούς αίτησης έκδοσης του. 20 Αναφορικά με τους λόγους ένστασης παρά και το γεγονός πως αυτοί έχουν υποστηριχθεί από ικανή επιχειρηματολογία πραγματικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει πως οποιοσδήποτε από αυτούς ή ακόμη και μετά και από συνδυασμό του οποιουδήποτε λόγου ένστασης με άλλο ή άλλους λόγους ένστασης αυτός ευσταθεί ή αυτοί ευσταθούν σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε εξαιτίας αυτού ή του συνδυασμού αυτών το αίτημα της εναγόμενης να μην γίνει δεκτό εξ ολοκλήρου. 21 Κυρίως ο λόγος για αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι με αυτή την απόφαση παρά και το γεγονός ότι διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου το πλαίσιο στο οποίο αυτό ανήκει, δηλαδή αυτό της εκκρεμότητας προς εκδίκαση της κυρίως αίτησης, εντούτοις το αίτημα εξετάζεται διατηρώντας υπόψη τόσο το γεγονός ότι ακόμη και κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της αγωγής και αξιολόγησης αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά λαμβάνοντας υπόψη και άλλους βασικούς παράγοντες οι οποίοι έχουν σχέση με την επίδραση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος στη λειτουργία της εναγόμενης μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 22 Συνεπώς το Δικαστήριο προσεγγίζει το όλο θέμα εξέτασης της αίτησης, μέρος της οποίας βεβαίως αποτελεί και η εξέταση των λόγων ένστασης, διατηρώντας υπόψη του τους προαναφερόμενους παράγοντες καταβάλλοντας παράλληλα προσπάθεια εφαρμογής της σχετικής νομικής πτυχής επί του θέματος υπό εξέταση. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης υπενθυμίζεται σχετικά το περιεχόμενο του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε στις 22/12/2017 και δεν κρίνεται σκόπιμο όπως το Δικαστήριο προσθέσει οτιδήποτε περισσότερο. Παράλληλα το Δικαστήριο συγχαίρει τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγουσών για την μη προώθηση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, επιλογή η οποία αναμφίβολα οδήγησε σε εξοικονόμηση χρόνου σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 23 Με τον δεύτερο λόγο καλείται το Δικαστήριο όπως δεχτεί τη θέση ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και ότι η εναγόμενη δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ουσιαστικά με αυτό τον λόγο ένστασης καλείται το Δικαστήριο όπως υπεισέλθει σε μια εις βάθος ανάλυση της όλης εκδοχής της εναγόμενης και ακόμη και σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης. Μάλιστα αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης θα συνεπαγόταν και αποδοχή της βασιμότητας της αξίωσης των εναγουσών προτού καν εκδικαστεί η αγωγή τους. Ούτε και οι αυθεντίες οι οποίες έχουν παρουσιαστεί κρίνεται πως είναι εφικτό να τύχουν εφαρμογής στην περίπτωση υπό εξέταση με αναφορές, παραδείγματος χάριν, στην διεκδίκηση του αιτούμενου διατάγματος με σκοπό να επιτελεσθεί απάτη από την εναγόμενη. 24 Καλείται, παραδείγματος χάριν, το Δικαστήριο από τον ενόρκως δηλούντα (παράγραφος 28) όπως θεωρήσει ως δεδομένο ουσιαστικά και μάλιστα κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης και όχι καν της κυρίως αίτησης, στην οποία επίσης είναι αμφίβολο εάν παρέχεται τέτοια δυνατότητα κρίσης του Δικαστηρίου στο συγκεκριμένο στάδιο, ότι η εναγόμενη παρέλαβε ποσό €205.000,00 γνωρίζοντας ότι αυτό αποτελούσε προϊόν υπεξαίρεσης από τις ενάγουσες και ότι συνεπώς δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ενώ τυχόν έγκριση της αίτησης της θα ισοδυναμούσε με την παροχή βοήθειας από το Δικαστήριο σε διάδικο ο οποίος ενεργεί εντελώς κακόπιστα. Υποστηρίζεται μάλιστα, εντελώς λανθασμένα, με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγουσών του οποίου η επιχειρηματολογία ιδωμένη στο σύνολο της αποτελεί ένα πραγματικά εύχρηστο βοήθημα προς το Δικαστήριο ως προς τη λήψη της απόφασης του, πως το Δικαστήριο έχει ήδη πεισθεί ότι το ποσό των €497.000,00 τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως ανήκει στις ενάγουσες. 25 Παρά και την χρήση της φράσης «εκ πρώτης όψεως» προς μετριασμό ουσιαστικά της οποιασδήποτε κατάληξης του Δικαστηρίου, διευκρινίζεται πως ασφαλώς σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί έστω και εκ πρώτης όψεως αναφορικά με το συγκεκριμένο δεδομένο. Η έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος βασίστηκε σε μια εκ πρώτης όψεως συνολική εικόνα της εκδοχής η οποία είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία έκδοσης του και όχι διότι το Δικαστήριο είχε πεισθεί αναφορικά με την ύπαρξη του συγκεκριμένου κατ΄ ισχυρισμό δεδομένου. 26 Συνεπώς, έχοντας υπόψη την υπόλοιπη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης, τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αλλά και το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτά εξετάζονται, πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα ή ότι η εναγόμενη δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. 27 Ως προς τον τρίτο λόγο ένστασης και τη θέση ότι με την έγκριση της αίτησης και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστραγηθεί πλήρως και θα καταστεί άνευ ουσίας το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα, αυτή υποστηρίζεται με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης, με αναφορά σε παρότρυνση από την εναγόμενη των αντισυμβαλλομένων της να μην την πληρώνουν μέχρις ότου επιτύχει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στο επίδικο διάταγμα, θέση με την οποία το Δικαστήριο δεν συμφωνεί καθότι αυτή βασίζεται σε μία λανθασμένη αντίληψη των όσων αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης στην παράγραφο 17.4 της ένορκης δήλωσης του. Δηλαδή, με αναφορά κατ΄ αρχάς, στην επιχειρηματολογία, στη θέση ότι το επίδικο διάταγμα δεν απαγορεύει στην εναγόμενη να δέχεται πληρωμές με μορφή εμβάσματος ή να καταθέτει τραπεζικές επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα της σε τραπεζικούς λογαριασμούς της, ότι εμμέσως πλην σαφώς η εναγόμενη παραδέχεται ότι μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος παρότρυνε τους αντισυμβαλλομένους της να μην την πληρώνουν καθότι οποιοδήποτε ποσό πληρωμής αυτόματα θα δεσμευόταν. 28 Η θέση αυτή αποτελεί μια εικασία και όσο εύλογη και να είναι δυνατό να θεωρηθεί έστω και ως ένας πιθανός τρόπος ενέργειας της εναγόμενης υπό τις περιστάσεις αυτό το οποίο κυρίως έχει σημασία αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 17.4 είναι η προτεινόμενη αδυναμία διεκπεραίωσης συναλλαγών καθότι όπως ουσιαστικά αναγνωρίζεται από την εναγόμενη σε περίπτωση κατάθεσης οποιουδήποτε ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της, τότε ασφαλώς δεν θα μπορεί η ίδια να το χρησιμοποιήσει για τις οποιεσδήποτε συναλλαγές της, εφόσον βεβαίως δεν θα μπορεί στη συνέχεια να προβεί σε οποιεσδήποτε πληρωμές ακόμη και εάν αυτές θα προέκυπταν από εισροή νέων κεφαλαίων εντός των τραπεζικών λογαριασμών της. Όπως σχετικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης εντός της ίδιας παραγράφου, με δεδομένο ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της είναι παγοποιημένοι (όπως όντως αυτό προκύπτει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος) η εναγόμενη δεν μπορεί να συναλλάσσεται, με αποτέλεσμα να προκαλούνται και να υπόκειται σε τεράστιες οικονομικές ζημιές. 29 Παρά και το γεγονός ότι το Δικαστήριο, εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας, δεν εξετάζει την έκταση ή ακόμη και την ύπαρξη πρόκλησης ζημιών στην εναγόμενη, ασφαλώς και δεν αποκλείει, έχοντας ως βάση τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης στην κυρίως αίτηση, την ύπαρξη των δυσκολιών τις οποίες, βάσει αυτών των ισχυρισμών, εύλογα αναμένεται να αντιμετωπίζει σήμερα η εναγόμενη από το γεγονός της παγοποίησης όλων ανεξαιρέτως των τραπεζικών λογαριασμών της. 30 Διευκρινίζεται δηλαδή επί αυτού του θέματος ότι το Δικαστήριο, καταλήγοντας σε μια προκαταρκτική αναγνώριση αυτών των δυσκολιών, είναι παράλληλα σε θέση να αντιληφθεί και την αναγκαιότητα, υπό τις περιστάσεις, ενός αποδεσμευμένου τραπεζικού λογαριασμού με την λειτουργία του οποίου η εναγόμενη θα μπορούσε να διεκπεραιώνει τις συναλλαγές της μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Παρέχοντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα σε αυτή τουλάχιστον τα οποιαδήποτε νέα εισερχόμενα κεφάλαια να είναι ελεύθερα προς χρήση για την λειτουργία της επιχείρησης της. 31 Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως σαφώς η αξίωση των εναγουσών έχει σχέση με κεφάλαια τα οποία ήδη είχαν κατατεθεί προηγουμένως στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης και σύμφωνα με τη θέση τους η εναγόμενη είχε καταστεί σε σχέση με αυτά εξ υπαγωγής καταπιστευματοδόχος. Τονίζεται παράλληλα πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε λεπτομερή εξέταση αυτής της θέσης στο πλαίσιο έκδοσης αυτής της απόφασης. 32 Επιπλέον, καθόλου πρακτική δεν κρίνεται η εισήγηση εντός της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης, ότι η καλή πίστη απαιτεί όπως η εναγόμενη να προβαίνει σε κατάθεση των οποιωνδήποτε πληρωμών στους υφιστάμενους τραπεζικούς λογαριασμούς της και ακολούθως να αιτείται την αποδέσμευση τους. Διατηρείται δε υπόψη του Δικαστηρίου πως εφόσον πλέον οι ενάγουσες τελούν υπό τον έλεγχο των παραληπτών και όχι των εναγόμενων 1 και 2 λογικά δεν αναμένεται η επανάληψη των ενεργειών για τις οποίες εκφράζεται παράπονο όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με υπεξαίρεση ποσών τα οποία ανήκουν στις ενάγουσες από τους εναγόμενους 1 και 2 και στη συνέχεια πληρωμή αυτών προς την εναγόμενη. 33 Γενικότερη κατάληξη του Δικαστηρίου προς έκδοση αυτής της απόφασης είναι η διαφωνία του ουσιαστικά με την απόλυτη θέση των εναγουσών ως προς το ότι είτε με τη μείωση του ποσού υπό δέσμευση είτε με την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται το άνοιγμα νέου τραπεζικού λογαριασμού θα καταστρατηγείται ο σκοπός του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Τονίζεται παράλληλα πως πρόθεση του Δικαστηρίου είναι η εκδίκαση το συντομότερο δυνατό της κυρίως αίτησης έτσι ώστε να δοθεί μία τελική απόφαση επί του ερωτήματος κατά πόσο το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα θα παραμείνει ή όχι σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. Συνεπώς, διευκρινίζεται πως ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου δεν είναι να αφεθεί να διαρρεύσει χρόνος με σκοπό την επανάληψη παρόμοιας αίτησης τροποποίησης του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος έτσι ώστε να δημιουργείται ο κίνδυνος ουσιαστικά σταδιακής μείωσης του ποσού το οποίο έχει δεσμευτεί με αυτό. 34 Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης και τη θέση η οποία προβάλλεται εντός αυτού ως προς το ότι μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος όχι μόνο δεν διαφοροποιήθηκαν οι συνθήκες και τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης έτσι ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση του επίδικου διατάγματος αλλά μάλιστα διαφοροποιήθηκαν κατά τρόπο που να καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη διατήρηση του αρχικού διατάγματος υπό τη μορφή την οποία είχε αρχικά εκδοθεί, παρατηρούνται τα ακόλουθα. 35 Ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης σε σχέση με εξελίξεις μετά και από την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος αλλά και αναφορικά με την προβαλλόμενη κακοπιστία της εναγόμενης. Υπάρχει αναφορά στην επιχειρηματολογία, υπό τον τίτλο «Παραπλάνηση του Δικαστηρίου», σε ανακάλυψη από τον ενόρκως δηλούντα διάφορων λογιστικών πράξεων στα βιβλία της ενάγουσας 1 βάσει των οποίων αναδεικνύεται σοβαρότατη πιθανότητα το κατ΄ ισχυρισμό χρέος της προς την εναγόμενη να είναι πλασματικό. Όσο ενδιαφέρον και να προκαλούν τα συγκεκριμένα στοιχεία υπενθυμίζεται και πάλι πως το Δικαστήριο εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης δεν είναι δυνατό να υπεισέλθει εις βάθος ως προς τα επίδικα θέματα της αγωγής (αναφορικά με τα οποία, όπως επισημαίνεται, εκκρεμεί προς το παρόν και η καταχώριση σχετικών δικογράφων) και να προβεί σε μια ανάλυση αυτών ή να αξιολογήσει την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης αναφορικά με ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής. 36 Συνεπώς, όσες αμφιβολίες και να διατηρεί ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αναφορικά με τη γνησιότητα των πλείστων από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης (ο οποίος βεβαίως στην παράγραφο 4 υιοθετεί το περιεχόμενο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση για την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος και της ένορκης δήλωσης η οποία την συνοδεύει) αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης ασφαλώς δεν καλύπτει γενικότερα θέματα ή, στο βαθμό στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα, να υπεισέλθει εις βάθος σε εξέταση της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να δεχτεί ως δεδομένα θέματα τα οποία θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής. Όπως, παραδείγματος χάριν, να δεχτεί ως δεδομένη και αυταπόδεικτη ουσιαστικά ακόμη και πριν την εκδίκαση της αγωγής, τη θέση (σελίδα 7 της γραπτής αγόρευσης) ότι καθίσταται προφανές ότι τουλάχιστον τα ποσά των τριών εμβασμάτων τα οποία αναφέρονται στα τεκμήρια 6 και 8 της ένορκης δήλωσης στην πράξη καταβλήθηκαν στην εναγόμενη ενώ ουδέποτε οφείλονταν από την ενάγουσα 1 προς την εναγόμενη και κακώς τα εισέπραξε. 37 Πραγματικά το Δικαστήριο θεωρεί πως η όλη θέση η οποία διατυπώνεται στον τέταρτο λόγο ένστασης δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή έτσι ώστε κατ΄ επέκταση να κριθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης ευσταθεί. Ουσιαστικά μετά και από την καταχώριση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην κυρίως αίτηση πλέον το Δικαστήριο έχει υπόψη του λεπτομέρειες, έστω και κατ΄ ισχυρισμό μεν αλλά εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετημένες λεπτομέρειες, δίχως προς το παρόν να κρίνεται τελεσίδικα η επάρκεια τους, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της εναγόμενης έτσι ώστε ουσιαστικά να κρίνεται δικαιολογημένη η τροποποίηση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτή κρίνεται δικαιολογημένη. 38 Ως προς τον πέμπτο λόγο ένστασης και αναφορικά με τη θέση η οποία διατυπώνεται εντός αυτού ότι το επίδικο διάταγμα δεν είναι διάταγμα τύπου Mareva αλλά διάταγμα που αφορά περιουσιακή απαίτηση (proprietary claim) το Δικαστήριο διατηρεί σταθερά υπόψη του τη νομολογία η οποία υπάρχει σε σχέση με αυτή τη θέση. Παραδείγματος χάριν, λαμβάνεται υπόψη του η ακόλουθη αναφορά του Sir Thomas Bingham MR, αναφορικά με αυτή τη διαφοροποίηση μεταξύ υποθέσεων στις οποίες ο ενάγων έχει περιουσιακή απαίτηση και άλλες όπου αυτή δεν υπάρχει, στην απόφαση Sundt Wrigley Co Ltd v Wrigley (unreported, 23 June 1993), :- "In the Mareva case, since the money is the defendant's subject to his demonstrating that he has no other assets with which to fund the litigation, the ordinary rule is that he should have to resort to the frozen funds in order to finance his defence. In the proprietary case, however, the judgment is a more difficult one because in the plaintiff's contention the money on which the defendant wishes to rely to finance his litigation is not the defendant's money at all but represents money which is held on trust for the plaintiff. That, of course, gives rise to an obvious risk of injustice if the plaintiff, successful at the end of the day, finds that his own money has been used to finance an unsuccessful defence. As these authorities make plain, a careful and anxious judgment has to be made in a case where a proprietary claim is advanced by the plaintiff as to whether the injustice of permitting the use of the funds by the defendant is out-weighed by the possible injustice to the defendant if he is denied the opportunity of advancing what may of course turn out to be a successful defence." 39 Βεβαίως η αναφορά στην υπόθεση Sundt Wrigley Co Ltd v Wrigley εστιαζόταν στο ερώτημα αποδέσμευσης ποσού για την πληρωμή των δικηγόρων του αιτητή. Όμως, στην απόφαση Halifax plc v Chandler [2001] EWCA Civ 1750, o Clarke LJ παραθέτει το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα "Mareva Injunctions and Anton Piller Relief" (Gee, 4th Edition) και το οποίο περιγράφει ως ορθή αποτύπωση των σχετικών αρχών. "The Court will always be concerned to ensure that a Mareva injunction does not operate oppressively and that a defendant will not be hampered in his ordinary business dealings any more than is absolutely necessary to protect the plaintiff from the risk of improper dissipation of assets. Since the plaintiff is not in the position of a secured creditor, and has no proprietary claim to the assets subject to the injunction, there can be no objection in principle to the defendant's dealing in the ordinary way with his business and his other creditors, even if the effect of such dealings is to render the injunction of no practical value." 40 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν αποκλείεται η δυνατότητα έγκρισης πληρωμής ποσού έστω και σε περίπτωση περιουσιακής απαίτησης αν και το έργο του Δικαστηρίου καθίσταται πιο δύσκολο ως προς την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των διαδίκων σε σχέση με το θέμα αυτό. 41 Θεωρείται από αυτό το Δικαστήριο πως μέρος αυτής της εξισορρόπησης λογικά είναι και ο περιορισμός του οποιουδήποτε ποσού του οποίου θα μπορούσε να διαταχθεί η πληρωμή ή ουσιαστικά η αυστηρότερη επιλογή ως προς το επιχειρησιακό έξοδο για το οποίο θα μπορούσε να διαταχθεί η τροποποίηση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. 42 Αναφορικά δε με το επιχείρημα πως το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του θα πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη έχει αποδείξει «συζητήσιμη υπόθεση» ότι τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία δεν ανήκουν στις ενάγουσες κρίνεται πως αντιθέτως το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια έστω και εάν δεν αποκλείεται το δεσμευμένο ποσό να ανήκει όντως στις ενάγουσες. Ούτε και κρίνεται αναγκαία η κατάληξη εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας σε τέτοια διαπίστωση. 43 Βεβαίως η εναγόμενη έχει παρουσιάσει διάφορα στοιχεία ως προς το ότι το ποσό το οποίο έχει δεσμευτεί ανήκει στην ίδια και όχι στις ενάγουσες αλλά το θέμα αυτό δεν θα κριθεί εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας. Μαρτυρία προς αυτή τη κατεύθυνση όμως έχει όντως παρουσιαστεί από την εναγόμενη. Με τον ίδιο τρόπο συνάγεται ουσιαστικά ότι η εναγόμενη διατείνεται πως δεν έχει άλλους πόρους προς πληρωμή των ποσών αναφορικά με τα οποία έχει υποβάλει το αίτημα τροποποίησης του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. 44 Συνεπώς ως προς τον έκτο λόγο ένστασης και τη θέση ότι η εναγόμενη δεν αποκαλύπτει κατά πόσο έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία να δύναται να διενεργήσει τις αιτούμενες πληρωμές διευκρινίζεται πως και πάλι το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα αλλά βασίζεται στα όσα στοιχεία η εναγόμενη αποκαλύπτει στο Δικαστήριο προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του, όπως βεβαίως βασίστηκε και στα στοιχεία τα οποία οι ενάγουσες αποκάλυψαν προς έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. 45 Δεν κρίνεται πως η εναγόμενη δεν έχει αποκαλύψει κατά πόσο έχει τέτοια άλλα περιουσιακά στοιχεία όπως και δεν κρίνεται πως έχει αποκρύψει τέτοια στοιχεία. Βασίζεται το Δικαστήριο στα όσα στοιχεία όντως έχουν αποκαλυφθεί από την εναγόμενη αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της ως επιχείρηση και από τα οποία όπως συνάγεται τέτοια περιουσιακά στοιχεία δεν υπάρχουν ως επίσης και στην όση μαρτυρία βεβαίως και οι ενάγουσες ήταν σε θέση να παρουσιάσουν έτσι ώστε να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της εναγόμενης αναφορικά με την ύπαρξη τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. 46 Αναφορικά δε με τη θέση στον έβδομο λόγο ένστασης ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί παρακλάδι του αμέσως προηγούμενου λόγου ένστασης και η οποία ουσιαστικά αποτελεί επιχείρημα ως προς την ύπαρξη όντως άλλων περιουσιακών στοιχείων και πάλι το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει πως βάσει και τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί υπόψη του, θα πρέπει να βασιστεί σε αυτό το επιχείρημα και μόνο έτσι ώστε να κρίνει ότι η εναγόμενη αποκρύπτει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή πόρους χρημάτων. Εάν αυτά ή αυτοί υπάρχουν τότε οι ενάγουσες είναι ελεύθερες να υποβάλουν σχετικό αίτημα δέσμευσης τους δίχως όμως να κρίνεται ορθό για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του να βασίζεται σε μια εικασία έτσι ώστε να απορρίψει το αίτημα της εναγόμενης. 47 Όντως θα ήταν πιο ισχυρό το αίτημα της εναγόμενης εάν είχε προσφέρει εξήγηση ως προς την πηγή ή τον τρόπο εξασφάλισης των ποσών με τα οποία, μετά και από την επίδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος, κατάφερε να πληρώσει τους μισθούς για τον μήνα Νοέμβριο του 2017 και τις εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για τον Οκτώβριο του 2017. Δίχως όμως παράλληλα να κρίνεται πως το αίτημα της θα πρέπει να απορριφθεί για αυτό το λόγο και μόνο. Αναφέρεται η εναγόμενη σε μία υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων η οποία βεβαίως θα μπορούσε να κρινόταν σαφέστερη εάν είχε προσφερθεί και εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε καταφέρει να προβεί στις προαναφερόμενες πληρωμές δίχως να είχε κριθεί αναγκαία η καταχώριση παρόμοιας αίτησης τροποποίησης του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. 48 Διατηρείται παράλληλα υπόψη πως οι προαναφερόμενες πληρωμές είχαν γίνει μερικές μέρες μετά και από την επίδοση του επίδικου διατάγματος, πριν από την καταχώριση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην κυρίως αίτηση και εντός της οποίας παρατίθεται μια γενική εικόνα της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης η οποία μάλιστα είναι δυνατό να συνδυαστεί από το Δικαστήριο και με το σύνολο των όσων στοιχείων έχουν τεθεί υπόψη του και με την ένορκη δήλωση η οποία προέκυψε με σκοπό τη συμμόρφωση της εναγόμενης με το επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης. 49 Ούτε και συμφωνεί το Δικαστήριο ότι αποτελεί εμπόδιο προς έγκριση της αίτησης η απουσία εξήγησης αναφορικά με το είδος πληρωμών από κάθε ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης. Η γενική και αόριστη θέση ως προς το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και νομολογίας προς έγκριση της αίτησης δεν έχει προωθηθεί με πειστική επιχειρηματολογία έτσι ώστε ο συγκεκριμένος ένατος λόγος ένστασης να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. Ως προς τον δέκατο λόγο ένστασης διαπιστώνεται πως αυτός δεν αποτελεί λόγο ένστασης αλλά εισήγηση σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης και σε σχέση με τον οποίο η εναγόμενη δηλώνει ετοιμότητα να συμμορφωθεί με τυχόν όρο για παρουσίαση λεπτομερειών των πληρωμών που θα γίνουν εάν το αίτημα της γίνει δεκτό. 50 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και τα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα όπως αυτά έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τους διάδικους και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων κρίνεται πως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο, όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται, επηρεάζεται η λειτουργία της ως επιχείρηση από την εφαρμογή του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Σκοπός του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος ασφαλώς δεν είναι η αχρείαστη πρόκληση ζημιάς στην εναγόμενη 3 σε σχέση με τη λειτουργία της ως επιχείρηση ή η συσσώρευση, με οποιοδήποτε κόστος αυτό συνεπάγεται ως προς την επιβίωση της ως επιχείρηση, κεφαλαίων στους τραπεζικούς λογαριασμούς της προς εξόφληση της αξίωσης των εναγουσών σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. 51 Συνεπώς, όπως κρίνεται, το αίτημα της θα πρέπει να τύχει της έγκρισης του Δικαστηρίου αν και όχι στο σύνολο του αναφορικά με όλες τις πληρωμές αλλά σε σχέση μόνο με την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της καθότι, παρά και τις αναφορές του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης ως προς τις συνέπειες μη πληρωμής και των υπόλοιπων ποσών, αυτή κρίνεται ως σημαντικότερη σε σχέση με τη συνέχιση της λειτουργίας της ως επιχείρηση μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 52 Αναφορικά με τη δημιουργία ενός νέου τραπεζικού λογαριασμού διατηρώντας υπόψη πως σκοπός του Δικαστηρίου είναι η εκδίκαση της κυρίως αίτησης το συντομότερο δυνατό θα μπορούσε να κριθεί πως αυτός δεν είναι απαραίτητος. Εντούτοις έστω και για αυτό το εύλογα αναμενόμενο σύντομο χρονικό διάστημα, έχοντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα (βλ. σχετικά τις παραγράφους 27 έως και 30 αυτής της απόφασης) το Δικαστήριο κρίνει πως θα ήταν όντως πρακτικό και πως θα εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες της εναγόμενης ως επιχείρηση όπως ανοίξει νέο τραπεζικό λογαριασμό. Διευκρινίζεται δηλαδή πως η έγκριση της αίτησης θεωρείται από το Δικαστήριο ως μια προσωρινή ρύθμιση όπως και το ίδιο το επίδικο διάταγμα αποτελεί προσωρινή ρύθμιση εκτός εάν βεβαίως καταστεί απόλυτο μετά και από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. 53 Επομένως, εκδίδονται διατάγματα ως η αίτηση, παράγραφοι Α.1 και Β. Νοείται πως σε σχέση με το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε βάσει της παραγράφου Α.1 η εναγόμενη θα πρέπει να προβεί σε όλες τις πληρωμές με δίγραμμη επιταγή στο όνομα του δικαιούχου της κάθε πληρωμής ενώ αντίγραφα όλων των επιταγών θα πρέπει να επιδοθούν στους δικηγόρους των εναγουσών εντός εφτά ημερών από την ημερομηνία της έκδοσης της κάθε επιταγής. 54 Προστίθεται επίσης, αναφορικά με το αίτημα για άνοιγμα ξεχωριστού λογαριασμού, υπενθύμιση από το Δικαστήριο πως με την έγκριση του αιτήματος για την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών της εναγόμενης δόθηκε ουσιαστικά η μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα στις ενάγουσες όπως με την καταχώριση της αγωγής τους, σε περίπτωση κατά την οποία όντως υπήρχε κατατεθειμένο στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης είτε το ποσό της αξίωσης της (δηλαδή, το ποσό των €2.219.821,68 ) είτε ποσό μεγαλύτερο από αυτό, όπως το ποσό της αξίωσης διατηρηθεί μέχρι και την εκδίκαση τουλάχιστον της αίτησης βάσει της οποίας είχε εκδοθεί το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα. 55 Η προσδοκία των εναγουσών επί αυτού του σημείου δεν ευδοκίμησε δίχως όμως αυτό να οδηγεί και σε συμπέρασμα πως θα πρέπει να διατηρηθεί έστω και το οποιοδήποτε ποσό σήμερα όντως υπάρχει στους συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς με πιθανό κόστος την ανατροπή ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας της εναγόμενης ως επιχείρηση και η οποία λειτουργία μακροπρόθεσμα, σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης των εναγουσών, θα ήταν προς όφελος των εναγουσών καθώς θα είχε ενδεχομένως και ως αποτέλεσμα την ύπαρξη της δυνατότητας εξόφλησης της οποιασδήποτε απόφασης θα μπορούσε να εκδοθεί προς όφελος των εναγουσών. 56 Θέτοντας το διαφορετικά πραγματικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχτεί ως ορθή και δίκαιη την υπονόμευση ουσιαστικά ή ακόμη και την εξαναγκαστική διακοπή της εύρυθμης λειτουργίας της εναγόμενης ως επιχείρηση προς διατήρηση ενός μέρους του ήδη χαμηλού ποσοστού της αξίωσης των εναγουσών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης. 57 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης έχοντας υπόψη και την μερική έγκριση της αλλά και το γεγονός πως η εναγόμενη οδηγήθηκε στην καταχώριση της εξαιτίας του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος σε συνδυασμό και με την υπάρχουσα εκκρεμότητα ως προς την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, κρίνεται πως η ορθότερη και δικαιότερη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα εκδίκασης της κυρίως αίτησης. 58 Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα πληρωμής των εξόδων αυτής της αίτησης σύμφωνα με το οποίο τα έξοδα της θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εκδίκασης ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης. _________________________ Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.