← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 20/17, 18/12/2017

ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 20/17, 18/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 20/17 Επί της αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ από την Πάφο Αιτητής-Εφεσείοντας και ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ από τη Λευκωσία Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη ___________________ 18.12.2017 Για τον Εφεσείοντα-Αιτητή: κ. Παναγιώτης Τσαγγάρης με κ. Άντρια Γεωργίου για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για την Εφεσείουσα-Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Αγγελίνα Φωκά για κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση Στις 06.09.2004, με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αρ. Υ3124/04 και του Εγγράφου Υποθήκης (Mortgage Contract) (που στο εξής θα καλούνται «υποθήκη»)[1], η εταιρεία Stone Heaven (Villages Houses) Limited (που στο εξής θα καλείται «ενυπόθηκη οφειλέτης») υποθήκευσε, προς όφελος της Arab Bank Plc, το χωράφι με αρ. εγγραφής 6999, Φ/Σχ. XLV/29, τεμάχιο 155, που βρίσκεται στο χωριό Καλλέπεια της Επαρχίας Πάφου και τα χωράφια με αρ. εγγραφής 8647, Φ/Σχ. XLV/63, τεμάχιο 282 και αρ. εγγραφής 8441, Φ/Σχ. XLV/63, τεμάχιο 281, αντίστοιχα, που βρίσκονται στο χωριό Επισκοπή της Επαρχίας Πάφου (που στο εξής θα καλούνται «ενυπόθηκα ακίνητα»). Η υποθήκη παραχωρήθηκε για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Arab Bank Plc χορήγησε στην εταιρεία Hemithea Trading Ltd (που στο εξής θα καλείται «πρωτοφειλέτης») και ειδικότερα υπό μορφή λογαριασμού παρατραβήγματος με όριο και λογαριασμού πιστωτικών επιστολών με όριο. Τόσο η πρωτοφειλέτης, όσο και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο εφεσείοντας στην παρούσα έφεση (που παραχώρησε την προσωπική του εγγύηση προς εξασφάλιση των προαναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι του ποσού των Λ.Κ. 24.000 πλέον τόκους και έξοδα), παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα. Αυτό είχε ως συνέπεια στις 09.10.2006 να καταχωρηθεί η αγωγή με αριθμό 3018/2006 Ε.Δ. Πάφου (που στο εξής θα καλείται «αγωγή») εκ μέρους της Arab Bank Plc και εναντίον της πρωτοφειλέτη, της ενυπόθηκης οφειλέτη και του εφεσείοντα και κάποιου Ανδρέα Φιλίππου, ως εγγυητών, στα πλαίσια της οποίας, στις 16.04.2007 εκδόθηκε δικαστική απόφαση (που στο εξής θα καλείται «δικαστική απόφαση») υπέρ της Arab Bank Plc και εναντίον της πρωτοφειλέτη, της ενυπόθηκης οφειλέτη και του εφεσείοντα (λόγω μη εμφάνισης, παρότι τους είχε επιδοθεί πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος), με την οποία διατάχθηκαν, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, να πληρώσουν το ποσό των Λ.Κ. 20.667,58, πλέον τόκους προς 10,5% το χρόνο από 01.07.2006 μέχρι την εξόφληση και το ποσό των Λ.Κ. 445,50 έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 09.10.2006 μέχρι την εξόφληση, πλέον ΦΠΑ, πλέον Λ.Κ. 13,50 έξοδα επίδοσης, ενώ ταυτόχρονα διατάχθηκε και η εκποίηση, με δημόσιο πλειστηριασμό των τριών ενυπόθηκων ακινήτων, που καλύπτονταν με την υποθήκη[2] (που στο εξής θα καλείται «διάταγμα εκποίησης»). Στα πλαίσια εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, στις 25.10.2007, η Arab Bank Plc απέστειλε επιστολή για εκποίηση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων της υποθήκης, σύμφωνα με το διάταγμα εκποίησης και ακολούθως στις 01.11.2007 καταχωρήθηκαν τρείς αιτήσεις αναγκαστικών πωλήσεων. Στη συνέχεια στις 24.02.2017 και στις 28.02.2017 η εφεσίσβλητη, η οποία είχε εξαγοράσει την Arab Bank Plc[3], προχώρησε στην εγγραφή της δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) στα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία Πάφου και Αμμοχώστου, αντίστοιχα, επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντα και στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου επί των ακινήτων της ενυπόθηκης οφειλέτη[4]. Παρεμβάλλεται, ότι στις 17.03.2017, στα πλαίσια της αγωγής, η εφεσίβλητη, με γραπτή αίτηση, ζήτησε την άδεια του δικαστηρίου για ανανέωση και εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, λόγω παρέλευσης του προβλεπόμενου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου για εκτέλεση, για περαιτέρω 10 χρόνια από τη λήξη της (μέχρι τις 15.04.2027), καθώς επίσης και για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, που είχε εκδοθεί από την Arab Bank Plc από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και ότι στις 30.03.2017 το δικαστήριο εξέδωσε αυτά τα διατάγματα[5]. Από την έκδοση της δικαστικής απόφασης μέχρι σήμερα κανένας από τους εξ' αποφάσεως οφειλέτες δεν έχει επιδείξει ενδιαφέρον, είτε για την εξεύρεση τρόπου διευθέτησης, είτε για την αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους και τα ενυπόθηκα, δυνάμει της υποθήκης[6], ακίνητα δεν έχουν πωληθεί, με αποτέλεσμα το εξ' αποφάσεως χρέος να παραμένει απλήρωτο. Ως εκ των ανωτέρω γεγονότων, η εφεσίβλητη, στην προσπάθειά της να εισπράξει το λαβείν της, προώθησε τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό από την ίδια, ως ενυπόθηκου δανειστή, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965)(ο οποίος στο εξής θα καλείται «Νόμος»), που εισήχθηκαν σε αυτόν με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014. Ειδικότερα, αφού απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση για το εξ' αποφάσεως οφειλόμενο χρέος, ημερομηνίας 13.04.2016, που συνοδευόταν από την ειδοποίηση Τύπου «Θ» (που προβλέπεται στο άρθρο 44Β

(2)(α) και αναφέρεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου) και από αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, στους εξ' αποφάσεως οφειλέτες (πρωτοφειλέτη, ενυπόθηκη οφειλέτη και εφεσείοντα) και στον Ανδρέα Φιλίππου, υπό την ιδιότητα του προσωπικού εγγυητή[7], στη συνέχεια επέδωσε στα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα και την Alpha Bank Cyprus Ltd (ως ενδιαφερόμενου προσώπου, καθώς είχε εγγράψει memo στα ενυπόθηκα ακίνητα), με ιδιώτη επιδότη, την ειδοποίηση Τύπου «Ι» (που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1)και αναφέρεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου), συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και των τόκων και από την ειδοποίηση Τύπου «Θ»[8]. Παρεμβάλλεται ότι, επειδή η ενυπόθηκη οφειλέτης τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης, με διαχειριστή και παραλήπτη, κάποιο Νίκο Χατζηρούσο[9], όλες οι ανωτέρω ειδοποιήσεις απεστάλησαν και/ή επιδόθηκαν σε αυτόν, υπό την εν λόγω ιδιότητά του. Ο εφεσείοντας, αφού παρέλαβε προσωπικά την ειδοποίηση Τύπου «Ι», συνοδευόμενη από την κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και των τόκων και από την ειδοποίηση Τύπου «Θ», στις 11.01.2017[10], επικοινώνησε με το δικηγόρο του και, κατόπιν σχετικής νομικής συμβουλής, καταχώρησε την υπό συζήτηση έφεση, με την οποία επιδιώκει την ακύρωση και τον παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης και την αναστολή και/ή την ακύρωση οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου[11]. Παρόλο που στην έφεση διατυπώνονται δεκαοκτώ υποστηρικτικοί λόγοι, κατά την ακρόαση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, προώθησε μόνο το λόγο έφεσης με αριθμό 17, εγκαταλείποντας τους υπόλοιπους. Με το συγκεκριμένο λόγο ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι «Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης - Stone Heaven (Village Houses) Limited - δεν είναι υπερήμερος με βάση το άρθρο 27 και 44 του Νόμου (Ν.9/1965) ένεκα του ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση και ως εκ τούτου πρόκειται περί εξ' αποφάσεως χρέους και όχι εξ' συμβάσεως ή και υποθήκης». Στη γραπτή ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της εφεσίβλητης εγείρονται δεκαεπτά λόγοι για απόρριψη της έφεσης. Ενόψει του περιορισμού των λόγων έφεσης, ως ανωτέρω, ουσιαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 4, 13 και
  1. Με το λόγο ένστασης με αριθμό 1 η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι «Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος») για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων», με το λόγο ένστασης με αριθμό 4 ότι «Η Αίτηση είναι αβάσιμη, αντικανονική και έχουν ερμηνευτεί εσφαλμένα οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου», με το λόγο ένστασης με αριθμό 13 ότι «Η ύπαρξη Δικαστικής Απόφασης και/ή διατάγματος για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που καλύπτονται από την Υποθήκη με Δημόσιο Πλειστηριασμό προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων της αγωγής υπ' αρ. 3018/2006 δεν εμποδίζει την Εφεσίβλητη να προχωρήσει με πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Υποθήκης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Αντιθέτως, η Εφεσίβλητη ενεργοποίησε και ακολούθησε δυνατότητα που της παρέχεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο» και με το λόγο ένστασης με αριθμό 14 ότι «Η ύπαρξη εξ' αποφάσεως χρέους και όχι οφειλόμενου χρέους εξ' συμβάσεως και/ή εξ' υποθήκης δεν ακυρώνει και/ή αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο την ουσία και ειδικότερα ότι παραμένει οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος απλά η υπερημερία του οποίου έχει επιβεβαιωθεί». Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν την καλοσύνη να εφοδιάσουν το δικαστήριο με γραπτό κείμενο των ικανών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους (τεκμήριο 1 και 2 αντίστοιχα), τις οποίες υποστήριξαν και με προφορικές εισηγήσεις, κατά την ακρόαση της έφεσης, με παραπομπή του δικαστηρίου σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων, σχετικών με τα υπό συζήτηση επίδικα ζητήματα. Πεδίο εφαρμογής του Μέρους VIA του Νόμου Όπως προαναφέρθηκε, με το λόγο έφεσης με αριθμό 17, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη και πρέπει να παραμερισθεί από το δικαστήριο, διότι η ενυπόθηκη οφειλέτης δεν είναι υπερήμερη, με βάση τα άρθρα 27 και 44 του Νόμου, καθώς έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και ως εκ τούτου πρόκειται για εξ΄ αποφάσεως χρέος και όχι για χρέος εκ συμβάσεως ή και υποθήκης. Το επιχείρημα είναι, ότι, για να μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, θα πρέπει να υφίσταται υπερημερία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Νόμου. Τέτοιας φύσεως υπερημερία συνίσταται στην καθυστέρηση πληρωμής δόσης ή τόκου, όπως προκύπτει από τους όρους της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης, αλλά και του Εγγράφου Υποθήκης - δηλαδή της συμφωνίας δανείου -. Από τη στιγμή που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για το συμβατικό χρέος δεν υφίσταται υπερημερία, ως ορίζεται στο άρθρο 27, αλλά αυτό που υπάρχει είναι εξ' αποφάσεως χρέος, το οποίο είναι άμεσα εκτελεστό και απαιτητό. Περαιτέρω με την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν καθυστερείται η πληρωμή δόσης ή τόκου, σύμφωνα τους όρους της σύμβασης, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης υπερημερίας της φύσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 27 του Νόμου. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του, αναφέρεται, ότι η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «Ι» θα πρέπει να παραμεριστεί για τον ξεκάθαρο λόγο, ότι τα άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν. 9/65, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση ή και διάταγμα εκποίησης, για τον απλούστατο λόγο ότι στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση ή και διάταγμα δεν υπάρχει ούτε και τίθεται πλέον θέμα υπερημερίας χρέους έτσι ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν τα εν λόγω άρθρα. Το μόνο που υπάρχει μετά την έκδοση τέτοιας δικαστικής απόφασης είναι εξ' αποφάσεως χρέος, δεν υπάρχει λογαριασμός ούτε συμφωνία για την δημιουργία ή την λειτουργία τέτοιου λογαριασμού έτσι ώστε να τίθεται θέμα υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Νόμου. Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω εισήγησης οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του εφεσείοντα παραπέμπουν το δικαστήριο στα άρθρα 37 - 44 του Ν.9/65 , που αφορούν τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου ή του Δικαστηρίου, υποδεικνύοντας, ότι με βάση αυτές τις διαδικασίες, που εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την τροποποίηση του Νόμου με την προσθήκη του Μέρους VIA, ο Νόμος προβλέπει δυο διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η πρώτη, όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 37, προνοεί για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου, λόγω υπερημερίας. Αναφορικά με αυτήν την διαδικασία επισημαίνουν ότι φαίνεται τόσο από πλευράς διαδικασίας όσο και από πλευράς λεκτικού να είναι παρόμοια με τη νέα διαδικασία που εισήχθη με την πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου και την προσθήκη του ΜΕΡΟΥΣ VIA, με τη μόνη εξαίρεση ότι μετά την τροποποίηση του Νόμου πλέον δεν έχει κάποιο ρόλο το Κτηματολόγιο στο πλαίσιο των νέων προνοιών αλλά η διαδικασία γίνεται απευθείας από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η άλλη διαδικασία που ίσχυε και ισχύει ακόμη και μετά την τροποποίηση του Νόμου είναι η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με πολιτική αγωγή, στη βάση του άρθρου
  2. Όπως εισηγούνται, από την ερμηνεία των άρθρων 37 και 44 του Ν.9/65 προκύπτει, ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δεν μπορεί να προχωρήσει με την διαδικασία του άρθρου 37, εφόσον έχει ήδη εξασφαλίσει διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πολιτική αγωγή στην βάση του άρθρου
  3. Ως εκ τούτου εφόσον έχει εκδοθεί διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σε πολιτική αγωγή, τότε δεν υπάρχει πλέον υπερημερία και δεν μπορεί το ενυπόθηκο ακίνητο να πωληθεί, δυνάμει υπερημερίας, στην βάση του άρθρου 37
(1)και 37
(2). Αναφορικά με τη νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί, επισημαίνουν, ότι αφορά μόνο διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας. Προς τούτο παραπέμπουν το δικαστήριο στα άρθρα 27, 44Β και 44Γ του Ν. 9/65 ως έχει τροποποιηθεί. Εισηγούνται ότι είναι εντελώς ξεκάθαρο από τη διατύπωση του άρθρου 27 ότι η ύπαρξη υπερημερίας προϋποθέτει την ύπαρξη χρέους εξ' συμβάσεως υποθήκης με συγκεκριμένους όρους, σύμβαση που είναι σε ισχύ. Αντίθετα στην περίπτωση που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης είναι η εισήγηση τους ότι δεν υπάρχει πλέον ούτε σύμβαση υποθήκης ούτε ενυπόθηκο χρέος αλλά υπάρχει απλώς και μόνο η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε, υποδεικνύοντας, ότι η νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, ως προνοείται στο ΜΕΡΟΣ VIA, αναφέρεται και αφορά αποκλειστικά και μόνο την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μετά την ύπαρξη «υπερημερίας», καθώς, όπως επισημαίνουν, αυτό προκύπτει από την ανάγνωση και ερμηνεία των διατάξεων 27, 44Β και 44Γ, αφού το άρθρο 44Β κάνει ιδιαίτερη μνεία στην υπερημερία και το άρθρο 44Γ αναφέρει ότι «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους,..». Επομένως, όπως υποστηρίζουν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει με την έναρξη της διαδικασίας, όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA, μόνο εφόσον υπάρχει υπερημερία, όπως αυτή καθορίζεται αυστηρά στο άρθρο 27 του Νόμου, υπογραμμίζοντας, ότι σε σχέση με τις διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το ΜΕΡΟΣ VI, ως ίσχυαν και ισχύουν μετά και την τροποποίηση του Νόμου, παρατηρείται, ότι από τη στιγμή που εκδίδεται διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής αγωγής παύει να υφίσταται οποιαδήποτε υπερημερία και τότε η διαδικασία που τίθεται σε εφαρμογή για τον πλειστηριασμό είναι αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 44 του Νόμου, για να υποδείξουν, ότι με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση που εκδίδεται απόφαση και διάταγμα εκποίησης εφαρμόζονται οι πρόνοιες μόνο του άρθρου 37
(3)και κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 37
(1)και 37
(2). Ως εκ τούτου, στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης και με παραπομπή σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων, υποστηρικτικών της ερμηνευτικής τους προσέγγισης, εισηγούνται, ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από το δικαστήριο στο πλαίσιο της αγωγής 3018/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, δεν υπάρχει ή και δεν υφίσταται πλέον υπερημερία ως ορίζεται στο άρθρο 27 και η εφεσίβλητη δεν μπορεί να προωθεί την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, στη βάση της νέας διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει του ΜΕΡΟΥΣ VIA, καθότι δεν υπάρχει υπερημερία και έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ότι για να προχωρήσει η εφεσίβλητη στην πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου θα πρέπει να το πράξει με βάση την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία του Νόμου, δηλαδή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και έχει διαταχθεί η εκποίηση της επίδικης υποθήκης, η παράλληλη και ταυτόχρονη προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA, με την αποστολή και επίδοση της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι» αποτελεί και συνιστά κατάχρηση, καθώς επιδιώκεται ουσιαστικά ο ίδιος σκοπός, που δεν είναι άλλος από την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσίβλητης, τόσο στη γραπτή της αγόρευση, όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με παραπομπή σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων, υποστηρικτικών της δικής της επιχειρηματολογίας, υποστήριξε, ότι η θέση του εφεσείοντα, ότι στην προκείμενη περίπτωση, δεν τυγχάνει καν εφαρμογής το Μέρος VIA του Νόμου, εφόσον αφορά εξ' αποφάσεως χρέος, θα πρέπει να απορριφθεί, ως παντελώς αβάσιμη, υποδεικνύοντας, ότι ο αποκλειστικός σκοπός του είναι η παρεμπόδιση της εφεσίβλητης να χρησιμοποιήσει μια νομοθετικά κατοχυρωμένη οδό πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, με την οποία έχει πλέον ελπίδες και καλές πιθανότητες να ανακτήσει το λαβείν της, για να καταλήξει, ότι όχι μόνο η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δεν είναι καταχρηστική, αλλά φαίνεται να είναι ουσιαστικά η μόνη οδός, που μπορεί να οδηγήσει άμεσα και αποτελεσματικά σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών που εξασφαλίζονται από την υποθήκη και εκκρεμούν από το 2006. Αντιθέτως, εισηγήθηκε, ότι η καταχώρηση της έφεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της εφεσίβλητης από την ενάσκηση των νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της και πως θα πρέπει να απορριφθεί για σκοπούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων της δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας, ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους οφειλέτες, είτε αυτοί είναι εξ' συμβάσεως, είτε εξ' αποφάσεων, να εκμεταλλεύονται την απουσία ρητών προνοιών και/ή τυπολατρικών διαδικασιών, για να αποφεύγουν τις συμβατικές και/ή εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις τους. Το άρθρο 27 του Νόμου, με τον παράτιτλο «Υπερημερία πληρωμής δόσεώς τινός ή τόκου», προνοεί ότι: «27.—
(1)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν θα αποπληρωθή διά δόσεων πληρωτέων κατά τας εν τη συμβάσει καθωρισμένας ημερομηνίας και η πληρωμή οιασδήποτε δόσεως καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ' ην η πληρωμή της δόσεως κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου.
(2)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι ο επί του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού πληρωτέος τόκος θα καταβάλληται εις τακτικά διαστήματα προ της καθωρισμένης διά την πληρωμήν του τοιούτου ποσού ημερομηνίας, και η πληρωμή τοιούτου τόκου καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ' ην η πληρωμή του τόκου κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου». Στην παράγραφο
(1)του άρθρου 44Β του Νόμου, με τον παράτιτλο «Υπερημερία», προνοείται ότι: «44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί». Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 27 και 44Β του Νόμου προκύπτει, ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προωθήσει τη διαδικασία, που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, για την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο, χωρίς την εμπλοκή του Διευθυντή του Κτηματολογίου, εφόσον (α) ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο, ως αποτέλεσμα υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 και (β) η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν η προώθηση της εν λόγω διαδικασίας ανασταλεί, με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών. Παρεμβάλλεται, ότι το Μέρος VIA εισήχθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/65)με τον τροποποιητικό Ν. 142(Ι)/2014, ο οποίος εκδόθηκε με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Συντάγματος, στις 09.09.2014[12] και τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία αυτή, με εξαίρεση ενυπόθηκο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία, που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2015[13]. Η αναδρομική εφαρμογή της διαδικασίας του Μέρους VIA, η οποία, ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται, προκύπτει, τόσο από το λεκτικό της παραγράφου
(1)του άρθρου 44Α του Νόμου, με τον παράτιτλο «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης», καθώς όπως, μεταξύ άλλων, προνοείται «οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.....», όσο και από την επιφύλαξη της παραγράφου
(3)του ίδιου άρθρου, όπου προβλέπεται ότι «..σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Επανερχόμενος στο επιχείρημα του εφεσείοντα, ότι το Μέρος VIA του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην υπό συζήτηση περίπτωση, επειδή έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και επομένως το χρέος δεν είναι υπερήμερο, αλλά εξ' αποφάσεως, το δικαστήριο κρίνει, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό με το ακόλουθο σκεπτικό. Στο άρθρο 27 καθορίζεται πότε ολόκληρο το χρέος, που εξασφαλίζεται με την υποθήκη, καθίσταται απαιτητό (με την υπερημερία οποιασδήποτε δόσης ή τόκου), ενώ το άρθρο 44Β προνοεί τις, κατ' ελάχιστο, προϋποθέσεις για την εφαρμογή του Μέρους VIA, στις περιπτώσεις χρεών που έχουν καταστεί υπερήμερα. Οι κανόνες ερμηνείας των Νόμων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, καθιερώνουν τη γραμματική ερμηνεία. Οι νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό, γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός εάν αυτό βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή εάν το νόημα αυτό θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα (βλέπε, μεταξύ άλλων, Marabou Floating Restaurant Ltd. v. Council of Ministers
(1973)3 C.L.R. 397, 405 - 406, Argolis Estates Ltd. v. Minister of Finance & Another
(1977)3 C.L.R. 441, 450, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus
(1985)3 C.L.R. 721, 722, Αθανασίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας
(1991)4Δ Α.Α.Δ 3204, Σολωμού κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας
(1991)4Ε Α.Α.Δ 3675). Όπως τονίστηκε στη Δημητριάδης κ.ά. ν. Πολυνείκη κ.ά.
(2008)3 Α.Α.Δ. 1, αλλά και σύμφωνα με την πάγια νομολογία (βλ. Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου
(2001)3 Α.Α.Δ. 164, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 και Craies on Statute Law, 17η έκδοση, σελ. 86 και 89), αναφορικά με τους κανόνες ερμηνείας των νόμων, όπου υπάρχει αμφιβολία ως προς την ερμηνεία, τότε, ο Νόμος, αφού διαβαστεί στο σύνολο του, πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να συνάδει με τη λογική, ώστε να αποφεύγονται παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα (βλέπε σχετικά, Exxon Mobil Cyprus Ltd κ.α. v. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού
(2011)3Α Α.Α.Δ 449 και D.N.P. Property Developers Ltd V. Εφόρου Φ.Π.Α., Τμήμα Τελωνείων Υπηρεσία Φ.Π.Α., Επαρχιακό Γραφείο Πάφου, ECLI:CY:AD:2017:C53, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 77/2011, ημερομηνίας 20.02.2017). Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη. Αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη (Βλ. Synek Ltd., v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162 και K.O.T. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86) (βλέπε σχετικά, Τροκκούδης v. Πέτρου κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ 683). Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας για την ερμηνεία νομοθετημάτων, όπου το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται είναι καθαρό και σαφές, δεν υπάρχει περιθώριο άλλης ερμηνείας για να διακριβωθεί η πρόθεση του νομοθέτη και σε περίπτωση που το νόημα των λέξεων, με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται, δεν καθιστά ξεκάθαρο για το τι εννοεί ο νομοθέτης, ο δικαστής, για να ερμηνεύσει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, πρέπει να ανατρέξει στον τελεολογικό κανόνα ερμηνείας νομοθετημάτων, ώστε να εξακριβώσει το σκοπό του νομοθέτη, καθώς είναι καλά εδραιωμένη η αρχή ότι οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα ερμηνεύονται με τρόπο λειτουργικό ώστε να συνάδουν με την πρόθεση του νομοθέτη και κατά τρόπο που η ερμηνεία να είναι σύμφωνη όχι μόνο με το γράμμα αλλά και με το σκοπό του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hermes Insurance Ltd. κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 406 «η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί» (βλέπε σχετικά, Κιτρομηλίδης v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 162). Ο τίτλος προσδιορίζει το θέμα της νομοθεσίας. Οι σκοποί της νομοθεσίας συνάγονται από το προοίμιο και το σύνολο των διατάξεών της (βλέπε σχετικά, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (ανωτέρω), Southfield Industries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, PPT Aviation Services Ltd. v. Δήμου Λάρνακας
(2012)2 Α.Α.Δ 13 και Κωμοδρόμος v. White Knight Holdings Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1903). Στην περίπτωση του Μέρους VIA δεν διαφαίνεται, ότι η πρόθεση του νομοθέτη, με την εισαγωγή του στο Ν.9/65, ήταν, είτε να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, εννοιολογικά, τα εκ δικαστικής αποφάσεως χρέη από τα υπερήμερα χρέη, είτε να περιορίσει την εφαρμογή του μόνο στις περιπτώσεις υπερήμερων χρεών για τα οποία δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Από το λεκτικό των άρθρων 27 και 44Β, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη διάταξη, είτε του Μέρους VIA, είτε του Νόμου, δεν προκύπτει, ότι το Μέρος VIA εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις υπερήμερων χρεών για τα οποία δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις υπερήμερων χρεών, για τα οποία έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Οποιαδήποτε αντίθετη ερμηνεία, κατά την ταπεινή κρίση του δικαστηρίου, δεν συνάδει, ούτε με το κείμενο των εν λόγω άρθρων, ούτε με το σύνολο των διατάξεων της υπ' αναφορά νομοθεσίας και έρχεται σε αντίθεση και με το σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος καταδεικνύεται στο άρθρο 44Α του Μέρους VIA (το πρώτο, κατά αριθμητική σειρά, άρθρο του, όπου καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του), που προνοεί ότι: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, το οποίο είναι σαφές, συνάγεται (α) ότι το Μέρος VIA του Νόμου τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις συμβάσεις υποθήκης, είτε αυτές εγγράφηκαν στο κτηματικό μητρώο πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του[14], (β) ότι καμιά διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να εφαρμόσει (προωθήσει) τη διαδικασία του Μέρους VIΑ, (γ) ότι καμιά διάταξη του Μέρους VIΑ δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να εφαρμόσει (προωθήσει) τη διαδικασία του Μέρους VI και (δ) ότι καμιά διάταξη του Μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Από τις ανωτέρω πρόνοιες είναι πρόδηλο, ότι σκοπός του νομοθέτη είναι η παροχή στον ενυπόθηκο δανειστή της δυνατότητας ενεργοποίησης και προώθησης της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο, ανεξάρτητα από την τυχόν ύπαρξη (ή προώθηση) άλλων διαδικασιών για την εκποίησή του, είτε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είτε ενώπιον του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, προκειμένου, προφανώς, η νέα διαδικασία να αποβεί χρήσιμη και ουσιαστική για τα τραπεζικά ιδρύματα και να παράσχει σε αυτά τη δυνατότητα απεγκλωβισμού των κεφαλαίων τους από προβληματικές υποθέσεις, ώστε να είναι δυνατή ακολούθως η χρηματοδότηση βιώσιμων επιχειρήσεων και αξιόχρεων ιδιωτών, με θετικά αποτελέσματα για τη ρευστότητα της αγοράς. Επιπρόσθετα είναι πασιφανές, ότι η υπό συζήτηση περίπτωση, όπου το ενυπόθηκο χρέος παραμένει απλήρωτο και οφειλόμενο μέχρι σήμερα, παρά την ύπαρξη δικαστικής απόφασης για την πληρωμή του και διατάγματος για εκποίηση της υποθήκης από το 2007 και παρά την προώθηση από το ίδιο έτος της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από το διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όπου ουδείς εκ των εξ' αποφάσεως οφειλετών (πρωτοφειλέτης, ενυπόθηκη οφειλέτης και εφεσείοντας) ενδιαφέρθηκε μέχρι σήμερα για τη διευθέτηση ή την πληρωμή του και η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, μέσω του Κτηματολογίου, έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική και ατελέσφορη, είναι μια κλασσική περίπτωση, που ο νομοθέτης είχε κατά νου να αντιμετωπίσει με την εισαγωγή της διαδικασίας του Μέρους VIA, έτσι ώστε να δώσει την ευκαιρία στην εφεσίβλητη να απεγκλωβιστεί από το επίδικο χρέος και να εισπράξει το λαβείν της. Κατάχρηση διαδικασίας Όπως προαναφέρθηκε, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, τόσο στη γραπτή του αγόρευση, όσο και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, εισηγήθηκε, ότι στην προκείμενη περίπτωση, όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και έχει διαταχθεί η εκποίηση της επίδικης υποθήκης, η παράλληλη και ταυτόχρονη προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA, με την αποστολή και επίδοση της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι» αποτελεί και συνιστά κατάχρηση, καθώς επιδιώκεται ουσιαστικά ο ίδιος σκοπός, που δεν είναι άλλος από την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσίβλητης υποστήριξε, ότι όχι μόνο η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δεν είναι καταχρηστική, αλλά φαίνεται να είναι ουσιαστικά η μόνη οδός, που μπορεί να οδηγήσει άμεσα και αποτελεσματικά σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών που εξασφαλίζονται από την υποθήκη και εκκρεμούν από το 2006, υποδεικνύοντας ότι αντίθετα η καταχώρηση της έφεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της εφεσίβλητης από την ενάσκηση των νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της. Το δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές, που διέπουν το υπό συζήτηση ζήτημα, δεν διαπιστώνει, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η ύπαρξη της δικαστικής απόφασης για εκποίηση της υποθήκης και η εκκρεμότητα των αιτήσεων στο διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου, καθιστούν καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA. Πέραν του ότι ο ίδιος ο Νόμος, όπως εξηγήθηκε, επιτρέπει κάτι τέτοιο, επί της ουσίας, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, καμιά παράλληλη διαδικασία, προς επίτευξη του ίδιου σκοπού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε εξέλιξη, εφόσον η διαδικασία, μέσω του Κτηματολογίου, ενόψει της παρέλευσης δέκα ετών από την έγερσή της, χωρίς οποιοδήποτε απτό αποτέλεσμα μέχρι σήμερα, κρίνεται ότι στην πράξη δεν υφίσταται. Επιπρόσθετα, η ενεργοποίηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου από την εφεσίβλητη, πάντοτε υπό τις περιστάσεις και το ιστορικό της παρούσης υπόθεσης, συνιστά ταυτόχρονα, επί της ουσίας, εγκατάλειψη οποιασδήποτε προηγούμενης αναποτελεσματικής προσπάθειάς της να εισπράξει το λαβείν της. Παραδεκτό έφεσης Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων, τόσο στις γραπτές αγορεύσεις τους, όσο και κατά τη συζήτηση της έφεσης, είναι το παραδεκτό της έφεσης, με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου, στο οποίο στηρίζεται δικονομικά η αίτηση και το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο: Νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα πιο πάνω άρθρα αναφέρεται η λέξη «Διευθυντής», για σκοπούς εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται με τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής»» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Από το λεκτικό του άρθρου 44ΙΓ προκύπτει ότι δικαίωμα καταχώρησης σε οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη του ενυπόθηκου δανειστή, δυνάμει του Μέρους VIA, έχει, εκτός από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα έννομα συμφέροντά του παραβλάπτονται από τη συγκεκριμένη ειδοποίηση ή πράξη. Στο άρθρο 44ΙΕ του Μέρους VIA προνοείται, ότι, για τους σκοπούς αυτού του Μέρους του Νόμου, ««ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείοντας, υπό την ιδιότητα του εγγυητή του ενυπόθηκου χρέους, αναμφίβολα είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εντός της έννοιας του άρθρου 44ΙΕ. Στο ζήτημα αυτό άλλωστε ομονοούν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων. Η διαφωνία τους έγκειται στο ότι η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της εφεσίβλητης είναι, μεταξύ άλλων, ότι από την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, που υποστηρίζει την έφεση, δεν καταδεικνύεται ότι έχουν παραβλαφτεί τα έννομα συμφέροντά του και ότι αυτή η παράλειψη καθιστά την αίτηση τυπικά απαράδεκτη, ενώ ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, στην αγόρευσή του, εισηγήθηκε, ότι παραβλάπτονται, εφόσον, στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA, η επιφυλασσόμενη τιμή, στην οποία μπορεί να πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα είναι το 80% της αγοραίας αξίας τους. Το δικαστήριο, μετά από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντα, που υποστηρίζει την έφεση, διαπιστώνει, ότι σε αυτή δεν περιλαμβάνεται καμιά αναφορά, σε σχέση με τη συγκεκριμένη δικονομική προϋπόθεση και δη πως και με πιο συγκεκριμένο τρόπο και ποια έννομα συμφέροντα του παραβλάφθηκαν από την αποστολή στην ενυπόθηκη οφειλέτη της επίδικης ειδοποίησης. Συναφώς, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, κρίνεται, ότι η έφεση πάσχει και θα πρέπει να απορριφθεί, όχι μόνο από άποψη ουσιαστικής, αλλά και τυπικής (δικονομικής) βασιμότητας. Παρέλκει η επισήμανση, ότι οι όποιες αναφορές του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα στο συγκεκριμένο ζήτημα, είτε στη γραπτή του αγόρευση, είτε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, καθώς, όπως είναι νομολογημένο, η αγόρευση δεν συνιστά μαρτυρία. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η έφεση απορρίπτεται, ως τυπικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος του εφεσείοντα. (Υπ.) ................................. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Έφεση από ενδιαφερόμενο πρόσωπο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «Ι» - Μέρος VIA Ν. 9/1965) [1] Τεκμήριο 1 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.06.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [2] Τεκμήριο 2 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.06.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [3] Τεκμήριο 5 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [4] Τεκμήριο 3 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [5] Τεκμήριο 4 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [6] Η υποθήκη στις 03.02.2016 μεταβιβάσθηκε από την Arab Bank Plc στην εφεσίβλητη (τεκμήριο 5A ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση), η οποία στις 30.03.2017 μετονομάσθηκε σε Astrobank Limited (τεκμήριο 6 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση) [7] Τεκμήρια 7 και 8 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [8] Τεκμήριο 10 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [9] Τεκμήριο 9 ένορκης δήλωσης, ημερ. 26.02.2017, που υποστηρίζει την ένσταση [10] παράγραφος 5 ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση [11] παράγραφος 7 ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση και αιτούμενες θεραπείες έφεσης [12] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), αρ. 4460, 09.09.2014 [13] άρθρο 5 Ν. 142(Ι)/2014 [14] όπως προαναφέρθηκε, το Μέρος VIA εισήχθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/65)με τον τροποποιητικό Ν. 142(Ι)/2014, ο οποίος εκδόθηκε με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Συντάγματος, στις 09.09.2014[14] και τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία αυτή, με εξαίρεση ενυπόθηκο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία, που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.