← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC LIMITED ν. Ανδρούλλας Κόκκινου - Σιμιλλίδου, Aρ. Αγωγής: 781/2015, 19/12/2017

BANK OF CYPRUS PUBLIC LIMITED ν. Ανδρούλλας Κόκκινου - Σιμιλλίδου, Aρ. Αγωγής: 781/2015, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 781/2015 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Ανδρούλλας Κόκκινου - Σιμιλλίδου, από την Πάφο Εναγόμενης ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 3.10.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.12.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Σιμιλλίδης Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστοφή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους είναι τα εξής: Οι ενάγοντες διεξάγουν τραπεζικές εργασίες και δυνάμει γραπτής συμφωνίας που συνήψαν με την εναγόμενη, ημερομηνίας 19/6/2012, με ενσωματωμένη την εγγύηση του Σίμου Σιμιλλίδη χορήγησαν στην εναγόμενη δάνειο, ύψους €45.000,00, πληρωτέο με 18 μηνιαίες δόσεις. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων, η εναγόμενη, στις 25/6/2012 συνήψε σύμβαση υποθήκης με επισυνημμένο έγγραφο υποθήκης, δυνάμει της οποία ανέλαβε να πληρώσει στους ενάγοντες, το ποσό των €54.000,00, πλέον τόκους. Επειδή η εναγόμενη παρέλειπε να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις, ως προέβλεπε η συμφωνία δανείου, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 17/10/2014, την κάλεσαν να καταβάλει όλες τις καθυστερημένες δόσεις, εντός 21 ημερών. Με την ίδια επιστολή, την πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός της θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας. Επειδή η εναγόμενη δε συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς αυτή, ημερομηνίας 29/12/2014 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου και πληροφόρησαν την εναγόμενη για την επιπρόσθετη χρέωση τόκου υπερημερίας, πλέον συμβατικού επιτοκίου και την κάλεσαν να πληρώσει το χρέος της. Η εναγόμενη, στις 12/2/2015 όφειλε στους ενάγοντες, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου, το ποσό των €56.105,89, πλέον τόκους προς 9,75% το χρόνο, από 12/2/2015 επί του ποσού των €55.460,20 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης (ως ανωτέρω) καθώς και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος της εναγόμενης. Η τελευταία καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Παραδέχεται ότι υπόγραψε τη συμφωνία δανείου, ωστόσο ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο αυτού που αξιώνουν οι ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα και/ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους επέβαλαν και/ή χρέωσαν ποσά, βασιζόμενοι σε συμβάσεις και έγγραφα άκυρα και/ή παράνομα και/ή απαγορευμένα από το Νόμο και/ή καταστρατηγώντας τις διατάξεις του περί Τόκου Νόμου και/ή συμβάσεις και πρακτικές εξωπραγματικές και/ή αντίθετες με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και ενεργώντας αντίθετα προς τις υποχρεώσεις τους ως τράπεζας έναντι του πελάτη τους και κατά τρόπο καταπιεστικό προς την ίδια. Ισχυρίζεται ακόμη η εναγόμενη ότι αμφισβητεί τη νομική εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των συμφωνιών και/ή δανείου, καθότι δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς και είναι επαχθείς για την ίδια και/ή αντισυμβατικοί και ως εκ τούτου, μη νόμιμες και/ή είναι δυσανάλογη δέσμευση για αυτή η αναφερόμενη συμφωνία. Επίσης ισχυρίζεται ότι στα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά υπάρχουν υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή ανατοκισμοί και/ή κεφαλαιοποιήσεις τόκων, κατά παράβαση της νομοθεσίας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου, εν πάση περιπτώσει είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη, επειδή πρώτο, οι ενάγοντες, έχοντας υπόψη το σκοπό του δανείου, την εξώθησαν και/ή παρότρυναν και/ή εξανάγκασαν να υπογράψει τη σχετική συμφωνία δανείου, που κάτω από όλες τις συνθήκες ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων και/ή δικαιωμάτων της και/ή δημιουργούσαν σ' αυτή σοβαρούς κινδύνους. Δεύτερο παρέλειψαν να τη συμβουλεύσουν ή κατευθύνουν να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή για προστασία των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων τους, προτού υπογράψει ο εναγόμενος 1 τη συμφωνία δανείου, η οποία τεκμαίρεται ότι έχει προκύψει από την αμέλεια και/ή δόλο και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτο επιρροή και/ή παράβαση εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος και/ή ψυχικής πίεσης που εξάσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος της εναγόμενης. Τρίτο, οι ενάγοντες και/ή υπάλληλοί και/ή αντιπρόσωποί τους, οι οποίοι διατελούσαν τραπεζίτες και/ή εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων και/ή άλλως πως και/ή τελούσαν σε θέση εμπιστευτική έναντι των εναγόμενων και/ή σε θέση υπεροχής, η οποία επηρέαζε τη βούληση της εναγόμενης για να την πείσουν να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου και της παρουσίασαν ότι δε διέτρεχε κανένα κίνδυνο αν το έπραττε. Αμφισβητεί τη νομική εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των συμφωνιών εγγύησης καθώς και τη σύμβαση υποθήκης, καθότι δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς και είναι επαχθείς για την ίδια και/ή αντισυμβατικοί και ως εκ τούτου, μη νόμιμες και/ή είναι δυσανάλογη δέσμευση για την ίδια οι εν λόγω συμφωνίες και/ή σύμβαση υποθήκης. Αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους η επίδικη σύμβαση υποθήκης είναι εν πάση περιπτώσει παράνομη, άκυρη και/ή ανεφάρμοστη εκτίθενται στις παραγράφους 9 και 10 της υπεράσπισης. Καταληκτικά, η εναγόμενη ζητά απόρριψη της αγωγής, με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Με την υπό κρίση αίτηση, η εναγόμενη ζητά: «

  1. Άδεια και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: Α. Διά της προσθήκης στο Προοίμιο μετά την Έκθεση Υπερασπίσεως των λέξεων «και Ανταπαίτησης». Β. Τροποποίηση της Υπεράσπισης των αιτητών - εναγομένων όπως στην συνέχεια αναφέρεται: Προσθήκη παραγράφου με αρ. 13 μετά την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως εξής: 13). Οι Ενάγοντες παρείχαν στους εναγόμενους πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα υπό μορφή δανείων και ή τραπεζικών διευκολύνσεων που λόγω των χαρακτηριστικών τους εμπεριείχαν κίνδυνους οι οποίοι δεν ήταν κατανοητοί από τους εναγόμενους και ενώ είχαν καθήκον παροχής συμβουλής παρέλειψαν να παρέχουν σ' αυτούς την αναγκαία συμβουλή αναφορικά με τους κινδύνους που αναλάμβαναν και/ή τους συμβούλευσαν εσφαλμένα και/ή οι ενάγοντες δεν είχαν κατάλληλα προσοντούχους και/ή διαπιστευμένους συμβούλους για την παροχή στους εναγόμενους στην δέουσα υπό τις περιστάσεις συμβουλή και/ή καθοδήγηση. Οι ενάγοντες παρέλειψαν να συμβουλεύσουν ή και να κατευθύνουν τους εναγόμενους να εξασφαλίσουν ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή για προστασία των δικαιωμάτων ή και συμφερόντων τους προτού υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες δανείων, εγγυήσεων και/ή συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων που ήτο καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων ή και των δικαιωμάτων των εναγομένων ή και δημιουργούσε σε αυτούς σοβαρούς κινδύνους. Γ. Αναρίθμηση των παραγράφων και προσθήκη παραγράφου 16 μετά την παρ. 14 της Ε/Υ ως εξής: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ -------------------- α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου και εγγυήσεων, καθώς και η δήλωση υποθήκευσης ακινήτου: Υ1458/12 ημερ. 25/6/12, είναι παράνομες, άκυρες ή και ανεφάρμοστες ή και ανυπόστατες για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στην έκθεση υπερασπίσεως. ......» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της εναγόμενης: «Η κάτωθι υπογεγραμμένη Ανδρούλλα Κόκκινου - Συμιλλίδου από την Πάφο, εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
  2. Είμαι η αιτητής - εναγόμενη στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα και την πορεία της υπόθεσης. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου μου.
  3. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις που ζητούνται με την αίτηση αφορούν την εισαγωγή πρόσθετων σχετικών γεγονότων και ισχυρισμών και δεν συνιστούν προσθήκη νέας βάσης αγωγής ούτε αποτελούν παρέκκλιση από την καθορισθείσα πορεία των πραγμάτων. Η προσθήκη των προαναφερθέντων σχετικών γεγονότων και θεραπειών απλά συνιστά διεύρυνση των υφιστάμενων ισχυρισμών της υπεράσπισης, γεγονός το οποίο εύκολα και χωρίς ζημιογόνα επακόλουθα μπορεί να αντιμετωπισθεί από τους καθ' ων η αίτηση.
  4. Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και μετά την αλλαγή του δικηγόρου μας διαφάνει ότι τα δικόγραφα μας δεν αποκαλύπτουν επακριβώς την φύση των ενεργειών των εναγόντων και την αιτούμενη θεραπεία τους και το οποίο θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να αναγραφεί για σωστή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης.
  5. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η βασική θέση της εναγομένης όπως φαίνεται γενικά στα δικόγραφα είναι ότι οι συμφωνίες δανείου και οι εγγυήσεις και οι υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες, ανεφάρμοστες και ανυπόστατες εκ παραδρομής δεν ζητείται με ανταπαίτηση η σχετική δήλωση του δικαστηρίου.
  6. Εξ' όσων με πληροφορεί ο Δικηγόρος μας η ζητούμενη τροποποίηση ουδεμία ζημιά θα επιφέρει εις την άλλη πλευρά και ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη να τροποποιηθεί η έκθεση υπεράσπισης ως λεπτομερώς αναφέρεται στην αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, είναι καλόπιστες και ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση.
  7. Μέχρι σήμερα δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 2/2/
  8. Πιστεύω ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης καταχώρησης της παρούσας αίτησης τροποποίησης αφού δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής. Περαιτέρω ακόμη και εάν το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει την ύπαρξη καθυστέρησης, το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να είναι καταληκτικό και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η προσθήκη όλων των ισχυρισμών των αιτητών.
  9. Η ζητούμενη τροποποίηση δεν επιφέρει εν πάσει περιπτώσει οιανδήποτε ζημιά που δεν αποζημιώνεται.
  10. Στην περίπτωση αυτή συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έγκριση του σχετικού αιτήματος των αιτητών - εναγομένων.
  11. Ορκίζομαι την δήλωση αυτή, προς τον σκοπό υποστήριξης της σχετικής αίτησης μου.» Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση: «
  12. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες και/ή κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς της, να προβεί στην παρούσα αίτηση.
  13. Η Αίτηση Τροποποίησης της Εναγόμενης είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο και προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας.
  14. Η Αίτηση Τροποποίησης είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  15. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Τροποποίησης είναι ελλιπής και/ή αντικανονική και/ή σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της δεν δικαιολογεί επ' ουδενί τις αιτούμενες θεραπείες.
  16. Υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με την οποία αιτείται η αιτήτρια τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης της καθώς και προσθήκη σχετικής Ανταπαίτησης αναφορικά με γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά και ή θα έπρεπε να είναι γνωστά στην Αιτήτρια, χωρίς η Αιτήτρια να δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την καθυστέρηση αυτή.
  17. Η Αιτήτρια δεν δίδει καμιά σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται γιατί μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης της την 2/11/15 περίμενε μέχρι την 3/10/17 για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης, ούτε επεξηγείται επαρκώς πότε ακριβώς προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση.
  18. Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης δεν αφορά νέα γεγονότα και ή ζητήματα τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων και τα οποία δεν είχαν αρχικώς δικογραφηθεί επειδή δεν ήταν στην σφαίρα της γνώσης της εναγόμενης, αντίθετα δε, τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα ήταν πάντοτε γνωστά στην εναγόμενη.
  19. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση της είναι αναληθείς, καθότι σε κανένα στάδιο δεν υπήρξε αλλαγή του δικηγόρου της. Από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης μέχρι την παρούσα αίτηση εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο, το οποίο διαφαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου.
  20. Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και ή να εκτροχιάσει και ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να εμποδίσει το ξεκίνημα της ακροαματικής διαδικασίας.
  21. Η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση τους και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων Ανδρόνικου Σταυρινού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ανδρόνικου Σταυρινού η οποία υποστηρίζει τους λόγους ένστασης των εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, καθαρά ως θέμα αρχής και στοιχειώδους αυτοσεβασμού ως Δικαστήριο, επειδή η ενάγουσα, προφανώς, υποτιμώντας και τη νοημοσύνη μας, προκειμένου να αιτιολογήσει την ανάγκη καθώς το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, ενώ ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και μετά την αλλαγή του δικηγόρου τους διαφάνηκε ότι τα δικόγραφά τους δεν αποκαλύπτουν επακριβώς τη φύση των ενεργειών των εναγόντων και την αιτούμενη θεραπεία τους κ.λ.π., από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ουδέποτε υπήρξε αλλαγή δικηγόρου εκ μέρους της. Δικηγόρος της από την πρώτη στιγμή ήταν και εξακολουθεί να είναι ο κ. Σιμιλλίδης. Ο δεύτερος και ακόμη πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί αφορά στο περιεχόμενο της πλέον ουσιώδους αιτούμενης τροποποίησης, που αν επιτραπεί θεωρώ ότι τα προβλήματα που θα ανακύψουν στην υπόθεση της εναγόμενης, θα είναι περισσότερα από το όποιο όφελος αναμένει να αποκομίσει συνεπεία αυτής. Το τι εννοώ με αυτό είναι το εξής: Παρότι η αγωγή στρέφεται εναντίον μόνο της εναγόμενης και με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η βάση της αγωγής αφορά σε μια συμφωνία δανείου, την οποία συνήψε η εναγόμενη με τους ενάγοντες, με ενσωματωμένη στην εν λόγω συμφωνία, τη σύμβαση εγγύησης που συνήψε ο αποβιώσας Σίμος Σιμιλλίδης με τους ενάγοντες, προς περαιτέρω εξασφάλιση των τελευταίων, για όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου και τέλος, στη σύμβαση υποθήκης που συνήψε η εναγόμενη, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή, προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων έναντι του δανείου που της είχε παραχωρηθεί εκ μέρους τους, η νέα προτεινόμενη παράγραφος 13 της υπεράσπισης αναφέρεται σε εναγόμενους, σε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα υπό μορφή δανείων και σε κινδύνους που δεν ήταν κατανοητοί από τους εναγόμενους, τους οποίους οι ενάγοντες συμβούλευσαν εσφαλμένα κ.λ.π. Περαιτέρω καταλογίζεται στους ενάγοντες, ότι παρέλειψαν να συμβουλέψουν ή και κατευθύνουν τους εναγόμενους να εξασφαλίσουν ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή για προστασία των δικαιωμάτων ή συμφερόντων τους, προτού υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες δανείων, εγγυήσεων και/ή συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων, που ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων ή και των δικαιωμάτων των εναγόμενων. Είμαι βέβαιος, ότι η εναγόμενη δε θα ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δικόγραφο κατά τη δίκη, το οποίο μάλιστα θα προκύψει μετά από τροποποίηση, την οποία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκει για σωστή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.