HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Ιωάννη Σακέλλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2770/2014, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2770/2014 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
- Ιωάννη Σακέλλη, από τη Γεροσκήπου
- Δήμητρας Σακέλλη, από τη Γεροσκήπου
- Ευφροσύνης Πολεμίτη Σακέλλη, από τη Γεροσκήπου Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 2.11.2016 Ημερομηνία: 22.12.2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους 1 μέχρι 3 - αιτητές: Σ. Ζαννούπας Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την αγωγή, οι ενάγοντες που είναι τραπεζικός οργανισμός, δυνάμει δυο ξεχωριστών συμφωνιών, ημερομηνίας 20/6/2008 και 25/10/2011, αντίστοιχα παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δυο δάνεια, με την εγγύηση της εναγόμενης 2, στην πρώτη περίπτωση και με την εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3, στη δεύτερη περίπτωση, για το ποσό των €175.000,00, το πρώτο και για το ποσό των €8.000,00, το δεύτερο. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων για τα δυο αυτά δάνεια που του παραχώρησαν οι ενάγοντες, ο εναγόμενος 1, συμφώνησε μαζί τους, όπως χρησιμοποιήσουν την υποθήκη με αριθμό Υ3665/08, για το πρώτο δάνειο, για το ποσό των €175.000,00 και την υποθήκη με αριθμό Υ3174/11, για το δεύτερο δάνειο, για το ποσό των €8.000,00, πλέον έξοδα. Επειδή ο εναγόμενος 1 παράλειψε να συμμορφωθεί με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα εξόφλησης των δανείων, ολόκληρο το ποσό αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Συνεπεία αυτού, οι ενάγοντες, εξασκώντας τα δικαιώματά τους δυνάμει των σχετικών συμφωνιών δανείου, με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 10/11/2014, αφού τους υπενθύμισαν την παράλειψή τους να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της επιστολής τους, ημερομηνίας 15/10/2014 - με την οποία τους καλούσαν να πληρώσουν όλες τις καθυστερημένες δόσεις και να προβούν σε ομαλή λειτουργία των λογαριασμών, εντός 21 ημερών - τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών δανείων και τους κάλεσαν να προβούν σε πλήρη εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού, εντός 10 ημερών. Επειδή οι εναγόμενοι παράλειψαν να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες, στις 12/12/2014 καταχώρησαν εναντίον και των τριών την παρούσα αγωγή, η οποία τους επιδόθηκε νομότυπα, στις 16/12/
- Όπως προκύπτει από τις σχετικές ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη, Χάρη Αντωνίου, κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 3 καθώς και για τους εναγόμενους 1 και 2, υπό την ιδιότητά της ως μητέρας και συγκάτοικού τους. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας, των 10 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες, στις 9/4/2015 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους και στις 28/4/2015 εξασφάλισαν απόφαση εναντίον και των τριών, ως ακολούθως: Εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €214.873,24, με τόκο 7,65% το χρόνο επί του ποσού των €206.099,34, από 1/12/2014 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €10.561,14, με τόκο 11,50% το χρόνο επί του ποσού των €10.057,16, από 1/12/2014 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €1.385,00, έξοδα της αγωγής και απόφασης, με τόκο 5,50% το χρόνο, από 12/12/2014 μέχρι 31/12/2014 και 4% το χρόνο, από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €25,00 έξοδα επίδοσης. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η εκποίηση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακόλουθου ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1, δυνάμει των δυο υποθηκών που συμφώνησε να χρησιμοποιήσουν οι ενάγοντες, ως περαιτέρω εξασφάλιση, για τα δυο δάνεια που του είχαν παραχωρήσει: Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 21467, τεμάχιο 2725, μερίδιο το όλο, το οποίο αποτελεί ισόγειο κατοικία και βρίσκεται στην ενορία Άγιος Θεόδωρος στην Πάφο. Οι τρεις εναγόμενοι, στις 2/11/2016 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται και στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης
- Όπως αναφέρει αυτή στην παράγραφο 2, οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι παιδιά της και είναι εξουσιοδοτημένη από αυτά να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση και εκ μέρους τους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
- H αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας.
- Οι Εναγόμενοι στερούνται εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης και/ή δεν προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση της Ευφροσύνης Σακέλλη Εναγόμενης Νο.3 που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών, καλή και επαρκής Υπεράσπιση.
- Δεν παρέχονται επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά και σοβαρή και/ή εύλογη αιτία για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφανίσεως.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησης.
- Η Ένορκη Δήλωση της Ευφροσύνης Πολεμίτη Σακέλλη Εναγόμενης Νο.3 που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης.
- Θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να παραμεριστεί η Απόφαση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που αποκαλύπτονται στην Ένορκη Δήλωση της Ευφροσύνης Πολεμίτη Σακέλλη Εναγόμενης Νο.3 που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση για παραμερισμό.
- Η Αίτηση γίνεται σε πολύ αργοπορημένο στάδιο και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου έλαβαν γνώση για την έκδοση της απόφασης οι Εναγόμενοι.
- Η Αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών δημιουργεί αδικία στα συμφέροντα των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Μενέλαου Μενελάου, ο οποίος, στην παράγραφο 1 αναφέρει πως είναι υπάλληλος των εναγόντων, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο Μενέλαος Μενελάου, στις 5/7/2017 προέβη και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, θεμελιακή βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης υπάρχει πλούσια νομολογία. Ειδικότερα: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στις σελίδες 748 και 749 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος, στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, στη σελ. 31 αναφέρεται ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/09, ημερομηνίας 24/1/2014 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Ειδικά για το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Eric John Wakeham v. Audar Majid Bhatti κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 49/2011, ημερομηνίας 25/5/2016 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Στην θεμελιακή επί του θέματος ακύρωσης υπόθεση Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας πάντα τις δύο ουσιαστικές παραμέτρους, αφενός δηλαδή την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της κατά το δυνατό ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθη παράμετρος είναι και η επιβεβαίωση της αναγκαιότητας να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, με τους 1ο, 3ο, 6ο και 7ο λόγους ένστασης, βασικά υποβάλλουν ότι οι εναγόμενοι, αδικαιολόγητα παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή καθώς και ότι, αδικαιολόγητα επίσης καταχώρησαν πολύ καθυστερημένα την υπό κρίση αίτηση, αφότου έλαβαν γνώση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Η εναγόμενη 3, στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή εκ μέρους της καθώς και των παιδιών της - εναγόμενων 1 και 2, ισχυρίζεται τα εξής: Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής επιδόθηκε στην ίδια προσωπικά καθώς και για τα παιδιά της, στις 16/12/
- Την ίδια μέρα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη δικηγόρο κα Έλενα Ταλιώτου που είναι γνωστή της και της εξέφρασε την πρόθεσή της καθώς και των παιδιών της να τη διορίσουν ως δικηγόρο τους για να τους υπερασπιστεί στην αγωγή. Η κα Ταλιώτου, της ανάφερε ότι θα έπρεπε να περάσει από το γραφείο της το συντομότερο δυνατό για να παραλάβει τα έντυπα διορισμού δικηγόρου για να υπογραφούν καθώς και ότι ήθελε το ποσό των €900,00, τα οποία, όπως της είπε, ήταν τα χαρτόσημα για την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Μετέβηκε στο γραφείο της την επομένη, 17/12/2014 και η κα Ταλιώτου, της έδωσε τα διοριστήρια για να τα δώσει στα παιδιά της να τα υπογράψουν και ακόμη ένα που αφορούσε την ίδια. Πλήρωσε στην κα Ταλιώτου το ποσό των €450,00, χωρίς, ωστόσο, αυτή, να της δώσει καμιά απόδειξη. Στις 22/12/2014 επισκέφθηκε ξανά την κα Ταλιώτου στο γραφείο της όπου της παρέδωσε τα 3 διοριστήρια καθώς και το υπόλοιπο ποσό των €450,00, όπως είχαν συμφωνήσει. Η κα Ταλιώτου, ούτε και αυτή τη φορά της έδωσε απόδειξη. Από την ημέρα αυτή (22/12/2014) μέχρι και τις 5/10/2016, οι ενάγοντες, σε διάφορα διαστήματα της απόστειλαν διάφορα έγγραφα τα οποία και παρέδωσε στη δικηγόρο της. Την ίδια περίοδο, σε συχνά χρονικά διαστήματα ρωτούσε την κα Ταλιώτου σχετικά με την υπόθεση και αυτή, σ' όλες τις περιπτώσεις, τη διαβεβαίωνε πως είχε καταχωρήσει εμφάνιση στο Δικαστήριο και δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να ανησυχεί. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις, της έδινε και για τα διάφορα έγγραφα που έπαιρνε κατά καιρούς και της τα παρέδιδε. Και ενώ η ίδια και τα παιδιά της τελούσαν με την εντύπωση ότι η υπόθεσή τους είναι υπό έλεγχο, ξαφνικά, στις 6/10/2016 πληροφορήθηκε ότι στις 10/10/2016 και ώρα 10:30, θα γινόταν πλειστηριασμός της υποθήκης Υ3174/
- Επικοινώνησε αμέσως τηλεφωνικώς με την κα Ταλιώτου και τη ρώτησε πώς είναι δυνατό το αναφερόμενο ακίνητο να βγήκε σε πλειστηριασμό, τη στιγμή που όπως τη διαβεβαίωνε η ίδια, όλα έβαιναν καλώς. Η κα Ταλιώτου, της απάντησε ότι δεν τρέχει τίποτε και ότι αυτή είναι η τακτική που ακολουθούν οι τράπεζες. Μάλιστα, τη διαβεβαίωσε ότι έχει τις διασυνδέσεις ώστε να ανατραπεί η υλοποίηση του πλειστηριασμού. Τελικά, η κατοικία δεν πουλήθηκε διότι δε βρέθηκε προσφοροδότης. Μετά το πέρας του πλειστηριασμού αναζήτησε τρόπους να μάθει τι έγινε με την υπόθεσή της, αφού πλέον είχε σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τα όσα της μετέφερε η κα Ταλιώτου ότι έπραττε. Στις 20/10/2016 συναντήθηκε με το νυν δικηγόρο των εναγόμενων, ο οποίος της εξέφρασε τις ανησυχίες του σχετικά με το κατά πόσο είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Κατά τη συνάντηση, ο δικηγόρος τους τηλεφώνησε στην κα Ταλιώτου, η οποία δεν του έδωσε σαφείς απαντήσεις κατά πόσο είχε καταχωρήσει ή όχι εμφάνιση στην αγωγή, με αποτέλεσμα ο δικηγόρος τους να της εισηγηθεί όπως γίνει έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης, το συντομότερο δυνατό. Όντως, στις 24/10/2016, μετά από έρευνα που έκανε στο φάκελο της υπόθεσης με τη βοήθεια του νυν δικηγόρου της διαπίστωσε ότι ουδέποτε η κα Ταλιώτου καταχώρησε εμφάνιση εκ μέρους τους και ότι το Δικαστήριο είχε ήδη εκδώσει την απόφασή του, από τις 28/4/
- Τότε και μόνο διαπίστωσε ότι από τις 22/12/2014 που είχε παραδώσει τα διοριστήρια στην κα Ταλιώτου, αυτή, όχι μόνο δεν καταχώρησε εμφάνιση, αλλά, συστηματικά την κορόιδευε, διαβεβαιώνοντας την ψευδώς, ότι όλα έβαιναν καλώς. Η 24/10/2016 ήταν η πρώτη φορά που μάθαινε ότι είχε βγει απόφαση εναντίον της καθώς και των εναγόμενων 1 και
- Σε καμιά περίπτωση οι ενέργειες ή η συμπεριφορά τους ήταν τέτοια που να υποδεικνύει άγνοια ή καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους τους είναι τέτοιες, που δεν επιδεικνύουν οποιαδήποτε αμέλεια ή αδιαφορία για την υπόθεση τους, αλλά, ούτε μπορεί να λεχθεί είναι τέτοιες που καταδεικνύουν καταφρόνηση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε τρόπο. Παρατηρώ τα εξής: Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγόμενης 3 και κατ' επέκταση των εναγόμενων 1 και 2 στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ μέρος αυτών, προφανώς και είναι αναληθείς, αφού καταρρίπτονται από τη μαρτυρία του Μενέλαου Μενελάου που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης στην αίτηση, στην οποία επισυνάπτονται και σχετικά τεκμήρια. Καταρχήν, επειδή οι εναγόμενοι, για το γεγονός ότι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή αποδίδουν ακεραία την ευθύνη στη δικηγόρο κα Ταλιώτου, αντί οποιασδήποτε δικής μου απάντησης παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 698: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς την πρόθεση του διαδίκου την απάντηση έδωσε η απόφαση στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 102: "Η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφεαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου."» Ωστόσο, ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόμενων, ως προς το λόγο για τον οποίο παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή - και ότι αυτό αποτέλεσε συνειδητή επιλογή τους - καθώς και την υπό κρίση αίτηση, ενωρίτερα, αντί ενάμισι και πλέον χρόνο μετά την έκδοση απόφασης και, εν πάση περιπτώσει, ένα χρόνο μετά αφότου αποδεδειγμένα έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, που δεν είναι στις 24/10/2016, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η εναγόμενη 3 στην ένορκή της δήλωση, αποδεικνύεται από τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία, ίχνος αμφισβήτησης επιδέχονται και τούτο, επειδή προκύπτουν από το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Μενέλαου Μενελάου και παρέμειναν αναντίλεκτα: Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 28/4/
- Οι ενάγοντες, από τις 28/7/2015, δηλαδή, ακριβώς τρεις μήνες αργότερα, σε εφαρμογή του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή τροχοδρόμησαν τις σχετικές διαδικασίες, για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1 για το οποίο συνήψε με τους ενάγοντες τις δυο συμβάσεις υποθήκης, προς περεταίρω εξασφάλισή τους, για τα δυο δάνεια που του είχαν παραχωρήσει. Για να επαναλάβω, με την επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 28/4/2015 διατάχθηκε η εκποίηση και των δυο αυτών υποθηκών. Στο παραπάνω πλαίσιο, οι ενάγοντες, με ξεχωριστή επιστολή τους στους τρεις εναγόμενους, ημερομηνίας 28/7/2015, τους πληροφορούν για την πρόθεσή τους να ξεκινήσουν την παραπάνω διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1 και τους παρακαλούν όπως, προτού ξεκινήσει η εν λόγω διαδικασία, σημειώσουν τα προβλεπόμενα στη σχετική ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Θ», η οποία επισυνάπτεται και στις τρεις επιστολές. Τα εν λόγω έγγραφα, όπως αναφέρει ο Μενελάου στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αποστάληκαν στους εναγόμενους και δεν έχουν επιστραφεί. Στις 5/11/2015, όπως αναφέρει και πάλι ο Μενελάου στην ίδια ένορκη δήλωση, επιδόθηκαν στους εναγόμενους επιστολές και ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι», ημερομηνίας 21/10/
- Πρόκειται για το τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μενελάου τα εν λόγω έγγραφα, είναι ημερομηνίας 21/10/2015 και πράγματι αποτελούν ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι». Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Κάθε μία από τις τρεις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» απευθύνεται ονομαστικά στους τρεις εναγόμενους και έχει ως θέμα: «Δικαστική απόφαση δυνάμει Αγωγής αρ. 2770/2014 - Ε.Δ. Πάφου» Ανάμεσα στα διάφορα έγγραφα που επέδωσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους την ίδια μέρα είναι και η επιστολή τους, ημερομηνίας και αυτή, 21/10/2015, με περιεχόμενο, ίδιο με αυτό της επιστολής τους, ημερομηνίας 28/7/
- Ωστόσο, η επιστολή, ημερομηνίας 21/10/2015, η οποία, επίσης απευθύνεται ονομαστικά στους τρεις εναγόμενους έχει ως θέμα: «
- Εξ αποφάσεως οφειλή σας δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 28/04/2015 στην Αγωγή Αρ. 2770/2014
- Ενυπόθηκες εγγυήσεις σας (Υποθήκες Υ3665/2008 & Υ3174/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου), ημερομηνιών 25/06/2008 & 27/10/2011 προς όφελος της Τράπεζας για τα ποσά των €175.000 & €8.200 πλέον τόκους αντίστοιχα, για εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης που παραχωρήθηκε σε εσάς (στο εξής ο «Πρωτοφειλέτης»).
- Εξ αποφάσεως οφειλόμενο ποσό €243.954,40 πλέον τόκους προς 7.65% και 11.50% επί του ποσού των €227.822,15 και €11.352,70 αντίστοιχα πλέον του τόκου κεφαλαιοποιημένου φορές ετησίως, πλέον έξοδα €1.431,09 πλέον τόκους προς 5.59% από 01/10/2015 επί €1.385,00 (έξοδα απόφασης), πλέον άλλα έξοδα» (η έμφαση είναι δική μου) Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η Τράπεζα εξασφάλισε προς όφελός της δικαστική απόφαση στην παρούσα αγωγή, στις 28/4/
- Αντίγραφο της απόφασης που αποτελεί και το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, αποτελεί ακόμη ένα από τα διάφορα έγγραφα που επιδόθηκαν στους εναγόμενους την ίδια μέρα, Δηλαδή, στις 5/11/
- Σύμφωνα πάντοτε με το Μενελάου και το περιεχόμενο της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, στις 9/6/2016 επιδόθηκαν στους εναγόμενους οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Πρόκειται για το τεκμήριο 3 στην εν λόγω ένορκη δήλωση οι υπό αναφορά ειδοποιήσεις και είναι ημερομηνίας, 1/6/
- Η πρώτη απευθύνεται και στους τρεις εναγόμενους και η δεύτερη, μόνο στον εναγόμενο
- Με την πρώτη (Τύπος «ΙΑ»), οι εναγόμενοι ειδοποιούνται για την πρόθεση των εναγόντων να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1 με τη διαδικασία πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στις 10/10/
- Έξι μόνο μέρες πριν από την ημερομηνία πλειστηριασμού (στις 4/10/2016), η δικηγόρος κα Ταλιώτου απέστειλε με τηλεομοιότυπο επιστολή προς τους ενάγοντες (βλ. το τεκμήριο 4 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μενελάου), με θέμα: «πελάτης μου κος Σακελλης Ιωαννης αγωγή 2770/14 Ε.Δ. Πάφου» στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ενεργεί εκ μέρους του πιο πάνω πελάτη της, εναγόμενου στην αγωγή 2770/14 Ε. Δ. Πάφου. Με αναφορά στην επίδοση σ' αυτόν, προφανώς, της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», αυτός επιθυμεί να τους ενημερώσει ότι προτίθεται να αρχίσει το συντομότερο δυνατό να πληρώνει το οφειλόμενο χρέος του με μηνιαίες δόσεις των €2.000,
- Ο πελάτης της σήμερα εργάζεται ως καθηγητής έκτακτος και παράλληλα είναι καλλιτέχνης. Το σπίτι που θα εκποιήσει η τράπεζα, το έχει αγοράσει για να ζει με την οικογένειά του. Σήμερα ζει αλλού και πληρώνει ενοίκιο. Σε περίπτωση που πωληθεί η περιουσία του δε θα μπορέσει να αγοράσει ξανά περιουσία. Περιουσία η οποία τυχόν εμφαίνεται στο όνομά του έχει δοθεί σ' αυτόν και στην αδελφή του, αλλά, με τον όρο να μένουν διά βίου οι γονείς του. Η εν λόγω περιουσία είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη και Memo, το οφειλόμενο ποσό εκ μέρους του πελάτη της δεν υπερβαίνει το ποσό των €350.000,00 που απαιτείται εκ του νόμου για λόγους εκποίησης. Επίσης, η συγκεκριμένη κατοικία θεωρείται ότι αποτελεί την πρώτη του κατοικία, καθότι δεν έχει κατοικία και ενοικιάζει. Η θέση του είναι ο πλήρης διακανονισμός του χρέους του και σαφώς, όχι η πώληση της περιουσίας του η οποία θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα του. Απ' όλα τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: Καταρχήν, ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης 3, πως έμαθε για πρώτη φορά ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον της καθώς και των εναγόμενων 1 και 2, στις 24/10/
- Η αλήθεια είναι ότι τόσο αυτή όσο και οι εναγόμενοι 1 και 2, εκτός κι αν εθελοτυφλούσαν, έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους καθώς και για το περιεχόμενο της απόφασης, το αργότερο, στις 5/11/2015 που τους επιδόθηκαν από τους ενάγοντες, οι επιστολές και ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» καθώς και αντίγραφο της ίδιας της απόφασης (βλ. το τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μενελάου - ανωτέρω - ). Ακολούθως, ακόμη και να ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγόμενης 3 και κατ' επέκταση και των εναγόμενων 1 και 2, ότι, ενώ ανάθεσαν δήθεν στη δικηγόρο κα Ταλιώτου να καταχωρήσει εκ μέρους τους εμφάνιση στην αγωγή, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις της ότι το είχε κάνει, εντούτοις, δεν το έκανε και συστηματικά κορόιδευε την εναγόμενη 3, ότι όλα έβαιναν καλώς, αυτό, σε καμιά περίπτωση αποτελεί αποδεκτό λόγο παραμερισμού της επίδικης απόφασης (βλ. τη Βαρδιάνος, ανωτέρω). Σε συνέχεια του προηγούμενου, από το περιεχόμενο της επιστολής της κας Ταλιώτου προς τους ενάγοντες (τεκμήριο 4, ανωτέρω), την οποία τους απηύθυνε εκ μέρους μόνο του εναγόμενου 1 είναι φανερό, ότι, αυτός, συνειδητοποιώντας το γεγονός της επικείμενης πλέον πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του σε τακτό χρόνο και συγκεκριμένα, στις 10/10/2016, γεγονός για το οποίο, τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν λάβει σχετικές προ - ειδοποιήσεις από τους ενάγοντες, τότε - και μόνο αυτός - αποφάσισε να αντιδράσει και τούτο, στην προσπάθειά του απλώς να σώσει την κατοικία του. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής αδυνατώ να δεχθώ ότι η κα Ταλιώτου, που για 2 σχεδόν χρόνια ενώ δεν είχε καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή υποτίθεται ότι κορόιδευε τους εναγόμενους πως είχε καταχωρήσει, με αποτέλεσμα την έκδοση ερήμην απόφασης εναντίον τους, συμπτωματικά, 6 μόλις μέρες πριν από την ημερομηνία πώλησης με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1, ενεργώντας εκ μέρους του, απέστειλε στους ενάγοντες την παραπάνω επιστολή, με την οποία, αυτός, αναγνωρίζοντας ότι του επιδόθηκε η ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία έλαβε γνώση για την ημερομηνία, ώρα και τόπο πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου του καθώς και για το χρέος του, την ίδια ώρα προτείνει στους ενάγοντες να πληρώνει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων κάθε μήνα, απλώς για να σώσει το σπίτι του από την επικείμενη εκποίησή του. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής είναι τέτοιο, που ίχνος αμφιβολίας δημιουργεί ότι η κα Ταλιώτου, προτού τη συντάξει συνεννοήθηκε με τον εναγόμενο
- Δεν μπορώ εξηγήσω αλλιώς, για παράδειγμα, το γεγονός ότι με αυτή, η κα Ταλιώτου πληροφορεί τους ενάγοντες για την πρόθεση του εναγόμενου 1 να αρχίσει να τους καταβάλλει το συντομότερο δυνατό, το ποσό των €2.000.00, για εξόφληση του οφειλόμενου χρέους του. Τα παραπάνω γεγονότα συνθλίβουν τον ισχυρισμό της εναγόμενης 3, ότι από τις 22/12/2014 μέχρι και τις 5/10/2016, τα διάφορα έγγραφα που της απέστειλαν οι ενάγοντες, τα παράδωσε στη δικηγόρο της, την οποία, σε συχνά χρονικά διαστήματα ρωτούσε σχετικά με την υπόθεση και αυτή, σ' όλες τις περιπτώσεις, τη διαβεβαίωνε πως είχε καταχωρήσει εμφάνιση στο Δικαστήριο και δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να ανησυχεί. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι η κα Ταλιώτου συμπεριφέρθηκε με τόση ελαφρότητα έναντι της εναγόμενης 3, ώστε, κάθε φορά που αυτή τη ρωτούσε για την υπόθεση, τη διαβεβαίωνε πως είχε καταχωρήσει εμφάνιση και δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να ανησυχεί, τη στιγμή που, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγόμενης 3 ότι της ανάθεσαν την υπόθεση από την αρχή και ακολούθως, η εναγόμενη 3, της παρέδιδε τα διάφορα έγγραφα που της απέστειλαν οι ενάγοντες, ανάμεσά τους και αντίγραφο της δικαστικής απόφασης εναντίον και των τριών εναγόμενων, η κα Ταλιώτου, προφανώς ήξερε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν για την έκδοση απόφασης εναντίον τους και δε θα μπορούσε να τους διαβεβαιώνει πως είχε καταχωρήσει εμφάνιση. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η εναγόμενη 3, σε κανένα σημείο στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται πως δε διάβαζε τη διάφορα έγγραφα που τους απέστελλαν οι ενάγοντες προτού τα παραδώσει στη δικηγόρο τους. Και κάτι ακόμη. Πόσο πειστική μπορεί να είναι η εναγόμενη 3, ισχυριζόμενη ότι, ενώ η ίδια καθώς και οι εναγόμενοι 1 και 2 τελούσαν με την εντύπωση ότι η υπόθεσή τους είναι υπό έλεγχο, ξαφνικά, στις 6/10/2016 πληροφορήθηκε ότι στις 10/10/2016 και ώρα 10:30 θα γινόταν πλειστηριασμός της υποθήκης Υ3174/11, τη στιγμή που η σχετική ειδοποίηση για το γεγονός αυτό επιδόθηκε και στους τρεις εναγόμενους στις 9/6/2016, δηλαδή, περίπου 4 μήνες προηγουμένως, γεγονός το οποίο, ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζει με την επιστολή της κα Ταλιώτου, ημερομηνίας 4/10/2016; Για να καταλήξω, το τι έγινε στην πραγματικότητα από τη στιγμή που επιδόθηκε η αγωγή στους εναγόμενους μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι το εξής: οι εναγόμενοι, αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός ότι καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον τους, ουδέποτε ανάθεσαν είτε στην κα Ταλιώτου είτε σ' οποιοδήποτε άλλο δικηγόρο την αγωγή για να τους υπερασπιστεί με αποτέλεσμα την έκδοση καθ' όλα νόμιμης απόφασης εναντίον τους. Απ' εκεί και πέρα, τηρώντας την ίδια στάση αδιαφορίας για το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, για το οποίο, οι ενάγοντες τους είχαν ενημερώσει γραπτώς, από τις 5/11/2015, ουδέν έπραξαν μέχρις ότου ορίστηκε η ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 1, οπότε - μόνο - αυτός αντέδρασε και απευθύνθηκε στη δικηγόρο κα Ταλιώτου, η οποία απέστειλε στους ενάγοντες την επιστολή, ημερομηνίας 4/10/2016, απλώς για να ανακόψει τη διαδικασία πλειστηριασμού της κατοικίας του, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στη συνέχεια εκ μέρους και των τριών εναγόμενων, με άλλο δικηγόρο και τα όσα αποδίδουν στην κα Ταλιώτου, αποβλέπουν στο να μετακυλήσουν τις βαρύτατες ευθύνες που φέρουν για την πλήρη αδιαφορία που επέδειξαν όλη αυτή την περίοδο, από την επίδοση σ' αυτούς της αγωγής και για 18 μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον τους, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκαν αρκετό καιρό προηγουμένως. Συγκεκριμένα, ένα χρόνο προτού καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, με αίτημα τον παραμερισμό της απόφασης. Οι εναγόμενοι, θα έλεγα πως, όχι απλώς παρέλειψαν άνευ αποχρώντος λόγου να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή και καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να αποταθούν στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης (βλ. τη Milouca, ανωτέρω), αλλά, αντίθετα, η διαγωγή τους αποτελεί κλασσική περίπτωση διαγωγής ασυγχώρητης, περιφρονητικής μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, οπότε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας αρνούμαι να παραμερίσω την απόφαση (βλ. τη Phylactou, ανωτέρω). Παρότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο που ήθελε κριθεί σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης ότι οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου είναι εσφαλμένες, θα συνεχίσω και θα εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή ή εάν ευσταθεί και ο 2ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι στερούνται εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Η εναγόμενη 3, προκειμένου να με πείσει ότι η ίδια καθώς και οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, στην παράγραφο 31 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει τα εξής: «
- Ως προς την υπεράσπιση των Εναγομένων Αρ. 1, 2 και 3 νομική συμβουλή πήρα από τον νυν δικηγόρο των Εναγομένων και θα ήθελα να αναφέρω τα εξής: I. Oι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση στην προώθηση της παρούσας αγωγής, καθ' ότι οι Ενάγοντες λόγω της αφερεγγυότητας τους έχουν τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης και προ του φάσματος κατάρρευσης τους, χρηματοδοτούνται συστηματικά από τα ταμεία του κύπριου φορολογούμενου. Το δε ενδεχόμενο διάλυσης και κατάρρευσης τους είναι ορατό να επισυμβεί εντός των επόμενων μηνών. Ενδεικτικό είναι ότι στο τέλος του 2015, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των Εναγόντων ανέρχονταν σε 7 Δισεκατομμύρια Ευρώ δηλαδή το 53% των δανείων. II. Οι Εναγόμενοι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη και διεξάγει τραπεζικές εργασίες δυνάμει του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 - Ν.66(Ι)/
- Οι Εναγόμενοι δεν γνωρίζουν καν που είναι τα γραφεία των Εναγόντων αφού σε κανένα σημείο της έκθεσης απαιτήσεως δεν αναφέρεται που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγόντων. Αυτό το οποίο πιστεύουν οι Εναγόμενοι, χωρίς όμως να γνωρίζουν ότι όντως έτσι είναι, είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν υποκαταστήματα στην Κύπρο και διεξάγουν εργασίες κατά παράβαση όμως όλων των Άρθρων του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 - Ν.66(Ι)/
- III. Μεγάλο μέρος της Έκθεσης Απαιτήσεως θα πρέπει να διαγραφεί και/ή αποκλειστεί καθ' ότι τόσο ο τρόπος που είναι συνταγμένος αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο αποτελεί μαρτυρία και η οποία είναι αντίθετη με τη Διάταξη 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. IV. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους στην διεκδίκηση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για οποιοδήποτε ποσό βάσει των αναγνωρισμένων κωλυμάτων με τις νομικές ορολογίες laches και waiver. Με την υπέρμετρη καθυστέρηση τους (10 χρόνια) στην διεκδίκηση οποιονδήποτε δήθεν δικαιωμάτων τους, οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν την διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού. Αυτό σε συνδυασμό με την απραξία που επέδειξαν εναντίον των Εναγομένων με τη μη - λήψη οποιονδήποτε Δικαστικών ή άλλων μέτρων οι Ενάγοντες αποποιήθηκαν τυχόν οποιεσδήποτε ευθύνες των Εναγομένων από διάρρηξη οποιασδήποτε συμφωνίας μαζί τους. Πόσο μάλλον αν ληφθεί υπόψιν ότι για όλη αυτή την περίοδο των 10 χρόνων κανένα πρόβλημα, αδυναμία ή δυσκολία δεν αντιμετώπιζαν στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. V. Είναι θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της αξίωσης τους εναντίον των Εναγομένων βάσει της νομικής αρχής volenti non fit injuria (οικιοθελής ανάληψη ρίσκου). VI. Είναι επίσης θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της αξίωσης τους εναντίον των Εναγομένων βάσει της νομικής αρχής ex turpi causa non oritur action (από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή). VII. Είναι τέλος θέση των Εναγομένων ότι τα αιτούμενα από τους Ενάγοντες ποσά και/ή αξιώσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως έχουν χρεωθεί από τους Ενάγοντες αυτόβουλα, παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντινομικά χωρίς ουδέποτε να έχει υπάρξει οποιαδήποτε νόμιμη ή έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, άρα και καμία υποχρέωση δεν έχουν οι Εναγόμενοι να πληρώσουν οτιδήποτε στους Ενάγοντες. VIII. Τα δε διεκδικούμενα από τους Ενάγοντες ποσά ¨φουσκώθηκαν¨ και ¨μαγειρεύτηκαν¨ αφού πρώτα οι Ενάγοντες παραβίασαν όλα τα Άρθρα και τους Κανονισμούς του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο - Ν.138(Ι)/2001, όλα τα Άρθρα του Περί Συνεργατικών Νόμου - Ν.22/1985, των Άρθρων 2, 3, 5, 6, 7 και 8 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 - Ν.93(Ι)/1996, του Άρθ. 3 του Ν.160(Ι)/1999, του Άρθ.4 του Ν.167(Ι)/2006, όλα τα Άρθρα του Ν.66(Ι)/1997, των Άρθρων 82-105 του περί Συμβάσεων Νόμου και των Άρθ. 2, 3, 4, 12 και 13 του Περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου - Ν. 197(Ι)/2003ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα οι προαναφερθέντες Νόμοι. IX. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης στην περί δήθεν έγκυρη σύναψης συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και με διαφορετικούς όρους σύμβασης αυτοί απορρίπτονται καθ' ότι όχι μόνο δεν υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους αλλά και αν αποδειχθεί ότι υπογράφηκαν, αυτό έγινε κατά παράβαση νομοθετικών διατάξεων όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. X. Τέλος, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος των Εναγομένων, επειδή το παρόν έγγραφο δεν είναι έκθεση υπεράσπισης αλλά αίτηση όπου το μόνο το οποίο απαιτείται είναι η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης, εκτεταμένη αναφορά θα γίνει με την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει δικαιολογημένο το αίτημα της παρούσας αίτησης.» Παρατηρώ τα εξής: Η επίκληση γενικά και αόριστα διαφόρων υπερασπίσεων που δυνητικά μπορούν να εγερθούν στην παρούσα αγωγή, δεδομένης της βάσης της και των αιτούμενων θεραπειών, για τις οποίες οι ενάγοντες εξασφάλισαν καθ' όλα νόμιμα και κανονικά απόφαση εναντίον των εναγόμενων, χωρίς την προβολή ισχυρισμών γεγονότων που να στοιχειοθετούν εξ αντικειμένου τις εν λόγω βάσεις υπεράσπισης και χωρίς να παραγνωρίζω ότι μερικές από αυτές τις βάσεις, δεν μπορούν καν να αποτελέσουν βάση υπεράσπισης, ουδόλως αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Και φυσικά, το κενό αυτό δεν μπορεί να συμπληρωθεί με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των εναγόμενων, αφού, όπως είναι πολύ καλά γνωστό, η αγόρευση ενός δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία. Ειδικότερα: Ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι από πού αντλεί γνώση η εναγόμενη 3 για πλείστα όσα συνθέτουν την προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι εναγόμενοι υπό μορφή υπεράσπισης, ως επίσης, ακόμη και να ισχύει οτιδήποτε από αυτά, για ποιο νομικό λόγο εμποδίζονται οι ενάγοντες στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Η άγνοια των εναγόμενων - την οποία η εναγόμενη 3 μετατρέπει σε άρνηση - του νομικού καθεστώτος των εναγόντων δεν αποκαλύπτει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής και εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι προβάλλεται με ένορκη δήλωση είναι και σε αντίθεση με την προδικαστική ένσταση. Οι ενάγοντες, είτε είναι τράπεζα και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες, οι οποίοι λόγω της αφερεγγυότητάς τους έχουν τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης με ορατό το ενδεχόμενο διάλυσης και κατάρρευσής τους εντός των επόμενων μηνών, οι οποίοι, στο τέλος του 2015 είχαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια που ανέρχονται σε 7 δισεκατομμύρια ευρώ, όπως υποβάλλεται με την προδικαστική ένταση είτε δεν είναι νόμιμα εγγεγραμμένοι και δε διεξάγουν τραπεζικές εργασίες, σε βαθμό που οι εναγόμενοι, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη 3 με την υποπαράγραφο II στην ένορκη της δήλωση, δε γνωρίζουν καν που είναι τα γραφεία τους. Η υπεράσπιση της υποπαραγράφου ΙΙΙ, σε καμιά, απολύτως, περίπτωση συνιστά υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Το ίδιο ισχύει και για την επόμενη «υπεράσπιση», της υποπαραγράφου IV στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 3, με την οποία υποβάλλεται ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων στη διεκδίκηση των δήθεν δικαιωμάτων τους με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Είναι καλά γνωστό, ότι ο χρόνος που μεσολαβεί από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι και την καταχώρηση της σχετικής αγωγής δε δημιουργεί άνευ άλλου κώλυμα στη δικαστική διεκδίκηση του δικαιώματος. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι που επικαλούνται αυτό το στοιχείο ως υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή - χωρίς να εξετάζω κατά πόσο ευσταθεί η θέση τους ότι οι παρήλθε περίοδος 10 χρόνων από την γένεση του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής -, δεν αναφέρουν κατά πόσο υπέστηκαν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό ή ζημιά στην υπεράσπισή τους, συνεπεία αυτού και σε τι συνίστανται αυτά. Αναφορικά με το γενικό και αόριστο ισχυρισμό της εναγόμενης 3 (της υποπαραγράφου V στην ένορκη της δήλωση), ότι οι ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της αξίωσής τους εναντίον των εναγόμενων, βάσει της νομικής αρχής «volenti non fit injuria» που στα ελληνικά μεταφράζεται με τη φράση «στο συναινούντα δεν προκαλείται βλάβη» περιορίζομαι να πω τούτο∙ η συγκεκριμένη ειδική υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία ο ενάγοντας εξέθεσε εκούσια τον εαυτό του σε κατάσταση πραγμάτων που προκαλεί αστικό αδίκημα, συνιστά υπεράσπιση σε αγωγή για αστικό αδίκημα, δυνάμει του άρθρου 59 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και δεν έχει θέση σε αγωγή για παράβαση σύμβασης. Αναφορικά με τον επίσης γενικό, αόριστο και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμό της εναγόμενης 3 (της υποπαραγράφου VI στην ένορκη της δήλωση) ότι οι ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της αγωγής τους εναντίον των εναγόμενων βάση της νομικής αρχής «ex turpi causa non oritur actio», το οποίο στα ελληνικά μεταφράζει η ίδια με τη φράση «από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή», ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι ποια είναι και σε τι συνίσταται η παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά των εναγόντων στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με το γενικό και αόριστο ισχυρισμό της εναγόμενης (της υποπαραγράφου VII στην ένορκη της δήλωση) ότι τα αιτούμενα από τους ενάγοντες ποσά και/ή αξιώσεις τους έχουν χρεωθεί από αυτούς αυτόβουλα, παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντινομικά, χωρίς ουδέποτε να υπάρξει οποιαδήποτε νόμιμη ή έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, παρατηρώ τα εξής: καταρχήν, δεδομένου ότι, όπως πολύ ορθά αναφέρει η εναγόμενη στην υποπαράγραφο ΙΧ της ένορκης της δήλωσης, όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγόμενων «..το παρόν έγγραφο δεν είναι έκθεση υπεράσπισης ..», αλλά ένορκη δήλωση, προσθέτω με τη σειρά μου, ο δικηγόρος της, θα έπρεπε να την είχε συμβουλεύσει και για το εξής: ότι σε ένορκη δήλωση δεν επιτρέπεται η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών. Πολλώ μάλλον, που η εναγόμενη δεν επεξηγεί σε τι συνίστανται οι κατ' ισχυρισμό της παράνομες και/ή παράτυπες και/ή αντινομικές χρεώσεις καθώς και για ποιο λόγο ουδέποτε έχει υπάρξει νόμιμη ή έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Τα όσα συνθέτουν την υπεράσπιση της υποπαραγράφου VIIΙ της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 3 αποτελούν το πλέον κραυγαλέο παράδειγμα της γενικότητας και αοριστίας που διακρίνει την ούτω καλούμενη υπεράσπιση των εναγόμενων στην αγωγή. Καταρχήν, ομολογώ πως δεν έχει αντιληφθεί τι θέλει να πει η εναγόμενη με τη φράση «Τα δε διεκδικούμενα από τους Ενάγοντες ποσά "φουσκώθηκαν" και "μαγειρεύτηκαν"» Ακολούθως διερωτώμαι κατά πόσο μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη μια υπεράσπιση του τύπου, οι ενάγοντες παραβίασαν όλα τα άρθρα και κανονισμούς, σωρεία νομοθετημάτων (τα οποία αναφέρονται), χωρίς να επεξηγείται σε τι συνίσταται η παράβαση έστω ενός από τα άρθρα οποιουδήποτε από τα εν λόγω νομοθετήματα. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της αδυναμίας των εναγόμενων να αποδείξουν ότι έχουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης αποτελεί η τελευταία από τις κατ' ισχυρισμό τους υπερασπίσεις που έχουν. Περικλείεται στην υποπαράγραφο ΙΧ της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 3 η εν λόγω υπεράσπιση και οι εναγόμενοι με αυτή, μεταξύ άλλων, ενώ από τη μια ισχυρίζονται πως δεν υπόγραψαν τις επίδικες συμβάσεις που αποτελούν και τη βάση της αγωγής των εναγόντων, από την άλλη ισχυρίζονται ότι εάν αποδειχθεί ότι υπογράφηκαν οι εν λόγω συμβάσεις, αυτό έγινε κατά παράβαση των νομοθετικών διατάξεων που αναφέρουν πιο πάνω. Προφανώς, οι εναγόμενοι δεν μπορεί να μη γνωρίζουν κατά πόσο υπόγραψαν ή όχι τις επίδικες συμβάσεις - στις οποίες είναι συμβαλλόμενοι - για να τηρούν αυτή την επαμφοτερίζουσα στάση, υπό μορφή προβολής υπεράσπισης, πλην όμως, όχι σε επίπεδο δικογράφων, αλλά μαρτυρίας, στην οποία - για να επαναλάβω - δεν έχουν θέση διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά τα γεγονότα, αλλά, ο ενόρκως δηλών οφείλει να καταθέτει με θετικό τρόπο συναφώς με αυτά. Από την άλλη, εάν υπόγραψαν τις επίδικες συμβάσεις όφειλαν να το παραδεχτούν και να αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους αποτελεί θέση τους ότι αυτές υπογράφτηκαν κατά παράβαση νομοθετικών διατάξεων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα απορριφθεί, ουσιαστικά, για όλους τους λόγους της ένστασης των εναγόντων σ' αυτή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο