← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Μάριου Κανελλόπουλου κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 3184/2013, 19/4/2017

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Μάριου Κανελλόπουλου κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 3184/2013, 19/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A71 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 3184/2013 Μεταξύ :- Hellenic Bank Public Company Limited Ενάγουσα Και

  1. Μάριου Κανελλόπουλου
  2. Χρυσοβαλάντη Παπαϊωάννου
  3. Ανδρούλλα Παλάσκα Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 20/3/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Πέμπτη 19η Απριλίου 2018 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Αρίστη Κορακίδου για Aristi Korakidou Makridou L.L.C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ιωάννα Ζίγκα Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κα. Άντρη Κακογιάννη για κο. Ανδρέα Χαραλάμπους Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Δημήτρης Σαββίδης Ενδιάμεση Απόφαση 1 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο εκφράζει τη λύπη του για την καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης, η οποία οφείλεται κυρίως στο φόρτο και είδος εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης. 2 Αιτείται η εναγόμενη 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») συνένωση της αγωγής 3184/2013 με τις αγωγές 3185/2013 και 3186/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τη Δ.14 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ενώ τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρονται εντός της αίτησης δίχως αυτή να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. 3 Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενώ τα γεγονότα προς υποστήριξη της αναφέρονται πολύ συνοπτικά εντός της ίδιας της αίτησης. Παρά και τη λανθασμένη αναφορά τόσο στην εναγόμενη ως η εναγόμενη 4 όσο και στην έκδοση απόφασης για τους εναγόμενους 1 έως και 3, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι όντως στην αγωγή 3186/2013 υπάρχουν τέσσερεις εναγόμενοι με την εναγόμενη να είναι η εναγόμενη 4 ως επίσης και το δεδομένο πως έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των υπόλοιπων εναγόμενων στις άλλες δύο αγωγές με εξαίρεση την αγωγή 3186/2013 στην οποία απόφαση έχει εκδοθεί μόνο για τους εναγόμενους 2 και 3 ενώ δεν έχει επιτευχθεί ακόμη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη
  4. Τονίζεται με τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης η περίσωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων ως επίσης και η αποφυγή του κινδύνου έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων σε περίπτωση ξεχωριστής εκδίκασης των αγωγών από διαφορετικούς Δικαστές για το ίδιο επίδικο θέμα. 4 Ουσιαστικά η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης είναι πως οι τρεις αγωγές των οποίων η εναγόμενη αιτείται τη συνένωση (στο εξής θα καλούνται οι «αγωγές») έχουν κοινά πραγματικά γεγονότα και νομικά σημεία με ιδιαίτερη αναφορά στην κοινή για τις αγωγές ενυπόθηκη εξασφάλιση. 5 Η ενάγουσα έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 12 λόγους ένστασης αν και ο λόγος ένστασης 1 εμπεριέχει 8 ξεχωριστούς λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητη την επανάληψη των λόγων ένστασης προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Σημασία έχει περισσότερο το γεγονός ότι αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης. Όπως επίσης ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. 6 Αναφορικά με τη νομική πτυχή της αίτησης το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τα όσα προνοούνται σχετικά από τη Δ.14 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία ως προς τον τρόπο εφαρμογής της συγκεκριμένης πρόνοιας. 7 Σύμφωνα με τη Δ.14 θ. 2 (σε ελεύθερη μετάφραση) όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, είτε από τον ίδιο ή διαφορετικούς ενάγοντες, εναντίον του ίδιου ή διαφορετικούς εναγόμενους, και οι αξιώσεις αυτών των αγωγών αφορούν κοινό νομικό ερώτημα ή γεγονός τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα τα οποία υπάρχουν σε τέτοιες αγωγές έτσι ώστε να καθιστούν επιθυμητό όπως οι αγωγές συνενωθούν τότε το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται να διατάξει όπως αυτές συνενωθούν. 8 Σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία έχει δοθεί στη συγκεκριμένη πρόνοια από τη νομολογία μας, κατά την εξέταση αιτήματος συνένωσης το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία λαμβάνει υπόψη του ως ουσιώδες κριτήριο την ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης ((βλ. σχετικά την απόφαση Samata Enterprises Ltd. v. Γεώργιου Σταύρου

(1998)1Γ Α. Α. Δ. 1876). 9 Το ίδιο ουσιώδες κριτήριο τονίζεται και στην απόφαση Lukoil Cyprus Ltd v. Ανδρέα Μυλωνά κ. ά.
(2011)1 Α. Α. Δ. 1962 στην οποία η επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης βασίζεται και στην διαπίστωση πως ήταν προφανές από τα γεγονότα ότι οι δύο αγωγές στη συγκεκριμένη περίπτωση συνεπάγονταν κοινών ζητημάτων τέτοιας σημασίας έτσι ώστε να καθίστατο επιθυμητή η συνένωση τους, με αναφορά και σε κοινό νομικό ερώτημα ως προς το δικαίωμα κατοχής ενός πρατηρίου. Επίσης τονίστηκε και ο στόχος της συγκεκριμένης συνένωσης, δηλαδή η αποφυγή πολλαπλότητας στις δικαστικές διαδικασίες, ο περιορισμός των εξόδων και η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. 10 Αξίζει να σημειωθεί πως στη Samata Enterprises Ltd. v. Γεώργιου Σταύρου (βλ. πιο πάνω) βασική θέση των εφεσειόντων εναντίον της απορριπτικής απόφασης ως προς το αίτημα συνένωσης ήταν η εξής. Ότι δηλαδή θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να είχε εξετάσει και το περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης προτού αποφανθεί εάν η αίτηση για συνένωση πληρούσε τις πρόνοιες της Δ.14 θ.
  1. Θέση την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο εφαρμογής της Δ.14 θ.
  2. 11 Όντως η αναφορά εντός της Δ.14 θ. 2 είναι στις αξιώσεις των αγωγών των οποίων ζητείται η συνένωση και παρά το γεγονός πως θα μπορούσε μία ανταπαίτηση να θεωρηθεί επίσης ως αξίωση ή ουσιαστικά ανταξίωση εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία μας σαφώς περιορίζεται η εμβέλεια εφαρμογής της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας σε περιπτώσεις όπου το κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος προκύπτει από τις εκθέσεις απαίτησης και όχι από το δικόγραφο των εναγόμενων. 12 Σχετικά με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αναφέρονται επίσης στις σελίδες 1726 έως 1727 της απόφασης Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. APAK Agro industries κ. ά.
(1999)1Γ Α. Α. Δ. 1721 τα ακόλουθα,:- "Διάταγµα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναµένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγµατος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συµφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονοµή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισµός των εξόδων καθώς και η οικονοµία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσµετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέµατος." Κρίθηκε στη πιο πάνω περίπτωση πως η συνεκδίκαση των αγωγών θα βοηθούσε στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης και θα εξοικονομούσε χρόνο και έξοδα. Παρά και το γεγονός πως εντός της απόφασης υπάρχει αναφορά και σε διαπίστωση πως κοινά είναι τα περισσότερα ζητήματα τα οποία είχαν εγείρει οι εναγόμενοι στις υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις των, οι οποίες εμφάνιζαν ταυτοσημία επί όλων σχεδόν των ζητημάτων, νομικών και πραγματικών, εντούτοις δεν ανατρέπεται με οποιοδήποτε τρόπο η σαφής προσέγγιση επί του θέματος από το Ανώτατο Δικαστήριο ως προς το ότι αυτό το οποίο προσμετρά καθοριστικά σε αιτήσεις συνένωσης είναι το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης και όχι αυτό των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 13 Επί του ιδίου θέματος αναφέρει σχετικά ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φωτίου Δ. στην απόφαση της Υπόθεσης 1656/2007, Ττοφής Κυριάκου & Υιός Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4/6/2010, πως το όλο θέμα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα έχει και το δικαίωμα να διατάξει αν όχι την πλήρη συνένωση έστω και μερική, αν με αυτό το τρόπο ικανοποιείται ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Επίσης με αναφορά στην απόφαση Κυριάκου Μενελάου κ. ά. ν. Χενοφώντος
(1989)1 Α. Α. Δ. (Ε) 371 υπενθυμίζει πως ο βασικός σκοπός της Δ.14 είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι ώστε να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα ενώ η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Δ.14 εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση. Επίσης με γενικότερη αναφορά στους διάφορους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προσθέτει όχι μόνο την πολυπλοκότητα των εγειρομένων θεμάτων αλλά και τη δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ίδιου δικηγόρου. Παραπέμποντας σχετικά και στην αγγλική αυθεντία Lewis v. Daily Telegraph Ltd. (No. 2)
(1964)1 All E. R. 705 όπου το θέμα της ξεχωριστής εκπροσώπησης των διαδίκων εξετάζεται εκτενώς. Δίχως όμως να κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης όπως το Δικαστήριο αναφερθεί σε περισσότερες λεπτομέρειες. 14 Αναφορικά με τους λόγους ένστασης γενικά παρατηρούνται τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς πέραν από την γενικότερη εισήγηση ως προς την αβασιμότητα της αίτησης καταβάλλεται προσπάθεια επισήμανσης της διαφορετικότητας είτε της ιδιότητας της ίδιας της εναγόμενης ως διάδικος είτε οποιουδήποτε άλλου σχετικού στοιχείου το οποίο, σύμφωνα με την ένσταση της ενάγουσας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο έτσι ώστε η αίτηση να μην γίνει δεκτή. Τελικά κανείς από τους λόγους ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος από το Δικαστήριο έτσι ώστε βάσει αυτού να μην γίνει δεκτή η αίτηση της ενάγουσας. Αντιθέτως, όπως επεξηγείται πιο κάτω, ακριβώς τα στοιχεία τα οποία αναδεικνύονται από τους ίδιους τους λόγους ένστασης αποτελούν παράγοντες οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της αίτησης. 15 Κατ΄ αρχάς ως προς το γενικό ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.14 (λόγος ένστασης 1.α), διατηρώντας υπόψη την εξειδίκευση των διαφόρων σημείων τα οποία εγείρονται με τους λόγους ένστασης, ασφαλώς ούτε η έγερση ενός γενικού λόγου ένστασης αλλά ούτε και μια γενική εξέταση και στη συνέχεια αποδοχή ή απόρριψης του θα ήταν δυνατό να κριθεί ως ορθή και δίκαιη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Λαμβάνονται βεβαίως υπόψη από το Δικαστήριο οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η ύπαρξη και εξέταση των οποίων όμως εντοπίζεται εντός του πλαισίου εξέτασης τόσο των λόγων ένστασης όσο και των ίδιων των προϋποθέσεων σε περίπτωση κατά την οποία αυτό δεν καθίσταται εφικτό κατά την εξέταση των λόγων ένστασης. Συνεπώς θα αποτελούσε απλά γενικολογία για το Δικαστήριο να κρινόταν συλλήβδην είτε η ύπαρξη είτε η απουσία των συγκεκριμένων προϋποθέσεων. 16 Προβάλλεται η θέση ότι η εναγόμενη δεν έχει την ίδια ιδιότητα και στις τρεις αγωγές καθότι σε δύο από αυτές είναι πρωτοφειλέτρια αν και σε μια από τις δύο η ιδιότητα αυτή συνυπάρχει μαζί με άλλα πρόσωπα ενώ στην τρίτη είναι εγγυήτρια. Ο εντοπισμός αυτής της διαφοράς παραβλέπει όμως την εξής απλή ομοιότητα και η οποία βεβαίως καθορίζει δικονομικά και τη θέση της εναγόμενης ως διάδικος. Η εναγόμενη και στις τρεις περιπτώσεις είναι αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας σε σύμβαση παροχής τραπεζικής διευκόλυνσης εξ ου και ενάγεται από την ενάγουσα με αξίωση στην κάθε περίπτωση ανάλογα με τις υποχρεώσεις τις οποίες η εναγόμενη έχει κατ΄ ισχυρισμό αναλάβει στην κάθε συμφωνία μεταξύ της και της ενάγουσας. 17 Υπάρχει αναφορά στους λόγους ένστασης και στην ιδιότητα και στις τρεις αγωγές της εναγόμενης ως ενυπόθηκη οφειλέτρια «.δυνάμει διαφορετικών υποθηκών.», τονίζοντας και πάλι τη διαφορά η οποία αναμφίβολα υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβλέποντας όμως παράλληλα και την ομοιότητα η οποία επίσης υπάρχει. Το γεγονός δηλαδή ότι ανεξαρτήτως και του δεδομένου πως στις τρεις αγωγές η εναγόμενη όντως είναι ενυπόθηκη οφειλέτρια «.δυνάμει διαφορετικών υποθηκών.» εντούτοις το ενυπόθηκο ακίνητο είναι το ίδιο στην κάθε περίπτωση. 18 Καθότι βεβαίως, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης της κάθε αγωγής η ενάγουσα αποδεχόταν ως εξασφάλιση από την εναγόμενη το ίδιο ενυπόθηκο ακίνητο και μάλιστα σε δύο περιπτώσεις στις δύο από τις τρεις αγωγές. Μία φορά στην αγωγή 3184/13 (με την υποθήκη Υ2341/10 ημερομηνίας 19/5/10 για το ποσό των €84.000,00), δύο φορές στην αγωγή 3185/13 (με την υποθήκη Υ5165/07 ημερομηνίας 18/9/07 για το ποσό £133.000,00 ισόποσο με το ποσό των €227.243,99 και με την υποθήκη Υ4556/08 ημερομηνίας 7/8/08 για το ποσό των €165.000,00) και άλλες δύο φορές στην αγωγή 3186/13 (με την υποθήκη Υ5097/09 ημερομηνίας 28/12/09 για το ποσό των €40.000,00 και την υποθήκη Υ1678/11 ημερομηνίας 3/6/11 για το ποσό των €80.000,00). 19 Έχει σημασία βεβαίως και το δεδομένο πως στην κάθε αγωγή αποτελεί βασική θεραπεία στην κάθε περίπτωση η έκδοση διατάγματος εκποίησης της κάθε υποθήκης ενώ παρά και το γεγονός πως ασφαλώς η κάθε σύμβαση υποθήκης είναι διαφορετική εντούτοις το ενυπόθηκο ακίνητο παραμένει το ίδιο. 20 Επιπλέον, παρά και το γεγονός πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας το Δικαστήριο σε περίπτωση εξέτασης αίτησης συνένωσης δεν εξετάζει το περιεχόμενο του δικογράφου του εναγόμενου, δηλαδή είτε την έκθεση υπεράσπισης είτε την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, εντούτοις δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον αναφορικά με τον παράγοντα της εξοικονόμησης χρόνου κατά την εκδίκαση συνενωμένης αγωγής, να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο το γεγονός πως στην καθεμία από τις πέντε συνολικά περιπτώσεις προβολής του ισχυρισμού ως προς την ύπαρξη υποθήκης η εναγόμενη, με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, αποδέχεται την παραχώρηση προς όφελος της ενάγουσας της κάθε υποθήκης. Συνεπώς, τουλάχιστον ως προς την απόδειξη της σύναψης της κάθε σύμβασης υποθήκης η ενάγουσα δεν θα χρειάζεται να παρουσιάσει μαρτυρία ως προς την ύπαρξη της κάθε σύμβασης υποθήκης. Διευκρινίζεται δηλαδή πως παρά και την αναφορά στο περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο σκοπός αυτής της αναφοράς έχει σχέση ακριβώς με το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης και των ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται εντός αυτών. 21 Μάλιστα αναφορικά με τον ίδιο παράγοντα εξοικονόμησης δικαστικού χρόνο κατά την εκδίκαση συνενωμένης αγωγής σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης της εναγόμενης δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο γενικά η αποδοχή από την εναγόμενη εντός των δικογράφων της τόσο της υπογραφής των διαφόρων επίδικων συμφωνιών όσο και άλλες σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με αυτές. Όπως, παραδείγματος χάριν, της ημερομηνίας υπογραφής ή το ποσό το οποίο συνδέεται με την κάθε περίπτωση. Οφείλει να παρατηρήσει γενικά το Δικαστήριο, όπως αναμφίβολα θα είναι κοινά γνωστό και σε δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται υποθέσεις στις οποίες πιστωτικό ίδρυμα ενάγει δανειολήπτη ή εγγυητή, πως στις περισσότερες περιπτώσεις προβάλλεται εντός του δικογράφου του εναγόμενου άρνηση ακόμη και ως προς την ύπαρξη καν της επίδικης συμφωνίας δανείου ή άλλης παροχής τραπεζικής διευκόλυνσης με παράλληλη άρνηση βεβαίως της υπογραφής από τον εναγόμενο του οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου. Προκαλώντας με αυτό τον τρόπο, στις περισσότερες περιπτώσεις, αχρείαστη ανάλωση δικαστικού χρόνου προς απόδειξη εν τέλει του αυταπόδεικτου. 22 Ουσιαστικά με τις συγκεκριμένες παραδοχές εντός των δικογράφων της αναδεικνύεται και ενισχύεται ταυτόχρονα η καλοπιστία του αιτήματος της εναγόμενης. Καθώς δηλαδή κάθε άλλο παρά σύγχυση ή ταλαιπωρία είναι δυνατό να προκληθεί από τον τρόπο με τον οποίο εντός των δικογράφων της η εναγόμενη διευκολύνει ουσιαστικά την ενάγουσα ως προς την απόδειξη βασικών ισχυρισμών της. Βεβαίως το ίδιο δεν ισχύει αναφορικά με τη λήψη αλληλογραφίας από την ενάγουσα, ιδιαίτερα δε επιστολών τερματισμού, δίχως όμως αυτό από μόνο του είτε να αποκλείει την ύπαρξη συγκεκριμένης εκδοχής από την εναγόμενη επί του συγκεκριμένου θέματος είτε αυτό το δεδομένο από μόνο του να αναδεικνύει την ύπαρξη του στοιχείου της κακοπιστίας στο αίτημα της εναγόμενης για συνένωση των συγκεκριμένων αγωγών. 23 Αναφέρεται ως μέρος του λόγου ένστασης 1 (παράγραφος (ε)) πως η άρνηση των όρων των επίδικων συμφωνιών στα δικόγραφα της εναγόμενης και παράλληλα η προβολή αόριστων και ασαφών ισχυρισμών αναφορικά με την ύπαρξη παράνομων και καταχρηστικών όρων, παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων και δόλιες και παράνομες χρεώσεις εκ μέρους της ενάγουσας, καθιστά αναγκαίο όπως η ενάγουσα αποδείξει τα γεγονότα και τις χρεώσεις στους λογαριασμούς της κάθε αγωγής ξεχωριστά. Αναμφίβολα, διατηρώντας υπόψη τις παραδοχές της εναγόμενης ως προς την ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών, δεν καθίσταται αναγκαία η απόδειξη της ίδιας της ύπαρξης των συγκεκριμένων συμφωνιών ενώ ως προς τις χρεώσεις αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η άρνηση, στην κάθε περίπτωση, είναι ως προς τις συνέπειες των όρων, δηλαδή ως προς τη νομική πτυχή αυτών και παρά και το γεγονός πως δεν είναι δυνατό να γίνει προβλεπτό από το Δικαστήριο κατά πόσο κατά την εκδίκαση της συνενωμένης αγωγής, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος της εναγόμενης, θα γίνει δεκτή δίχως ένσταση, η κατάθεση των σχετικών καταστάσεων λογαριασμού στην κάθε περίπτωση, εντούτοις λογικά, εφόσον αυτό το οποίο ευθέως αμφισβητείται δεν είναι η ύπαρξη των συγκεκριμένων χρεώσεων αλλά η νομιμότητα τους, δεν αποκλείεται η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων να επικεντρωθεί όχι στο ύψος των συγκεκριμένων χρεώσεων αλλά στο κατά πόσο αυτές ήταν νόμιμες και όχι καταχρηστικές ή παράνομες. 24 Αναφορικά με τη θέση της ενάγουσας ως προς την απουσία κοινών πραγματικών γεγονότων αν και αυτή ασφαλώς είναι ορθή ως προς την ύπαρξη διαφορετικών συμφωνιών οι οποίες είχαν συνομολογηθεί σε διαφορετικές ημερομηνίες εντούτοις δεν παύουν οι συμφωνίες αυτές στην κάθε περίπτωση να αφορούν μια γενικότερη συμβατική σχέση με την ενάγουσα να ενεργεί ως πιστωτικό ίδρυμα και την ιδιότητα της εναγόμενης ως αντισυμβαλλόμενη αναλόγως να είναι είτε αυτή της πελάτισσας ουσιαστικά της ενάγουσας ως δανειολήπτρια είτε αυτή να περιορίζεται σε παροχή εξασφάλισης για άλλο πελάτη της ενάγουσας ως εγγυήτρια ή ενυπόθηκη οφειλέτρια. 25 Πραγματικά το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση, δεν θεωρεί πως το γεγονός και μόνο της διαφορετικότητας της χρονικής πτυχής των επίδικων συμφωνιών από μόνο του εξαλείφει τη γενικότερη ύπαρξη των υπόλοιπων στοιχείων ως μέρος της συμβατικής σχέσης της ενάγουσας με την εναγόμενη και τα οποία καθορίζουν επαρκώς μια κοινή βάση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα των αγωγών. Ασφαλώς, η μαρτυρία και τα έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας εντός των εκθέσεων απαίτησης αναμένεται να είναι διαφορετικά όπως βεβαίως και η μαρτυρία προς απόδειξη αυτών των ισχυρισμών αναμένεται να είναι διαφορετική. Όμως δεν παύει το γενικότερο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης στην κάθε περίπτωση να αφορά τους ίδιους συμβαλλόμενους. Ούτε και αποκλείεται κατά την εκδίκαση της συνενωμένης αγωγής, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος συνένωσης, οι ίδιοι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων μεταξύ τους αλλά και με τη βοήθεια του Δικαστηρίου, να εξεύρουν τρόπους εξοικονόμησης χρόνου σε σχέση με την παρουσίαση μαρτυρίας. Τέτοια πιθανότητα παράλληλου επηρεασμού και στις τρεις αγωγές ασφαλώς αποκλείεται εάν η κάθε αγωγή εκδικαστεί ξεχωριστά έστω και εάν δεν αποκλείεται η ύπαρξη παρόμοιας προσπάθειας εξοικονόμησης χρόνου στην κάθε περίπτωση. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς αναφορικά με τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών στην κάθε περίπτωση. Ουσιαστικά μόνο με τη συνεκδίκαση των τριών αγωγών θα μπορούσε να υπάρχει η πιθανότητα τέτοιας εξοικονόμησης χρόνου. 26 Ήδη με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το σκεπτικό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αναδεικνύεται η διαφωνία του Δικαστηρίου σε σχέση με τους λόγους ένστασης βάσει των οποίων προβάλλεται η εισήγηση πως η αίτηση έχει καταχωρισθεί καταχρηστικά ή ότι αυτή είναι κακόπιστη ή ακόμη πως αυτή καταχωρίσθηκε με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση των αγωγών. Μάλιστα, διατηρώντας υπόψη το πρόγραμμα εργασίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου σε συνάρτηση και με το έτος καταχώρισης των αγωγών αναφορικά με τη πιθανότητα έναρξης της ακρόασης οποιασδήποτε από τις τρεις αγωγές παρά και την αδυναμία να δοθεί η οποιαδήποτε προτεραιότητα στην εκδίκαση οποιασδήποτε εξ αυτών η πραγματικότητα είναι πως με τη συνένωση των αγωγών αυξάνεται ουσιαστικά η πιθανότητα αποφυγής επιπρόσθετης καθυστέρησης στην εκδίκαση τους. Καθότι βεβαίως σε περίπτωση έναρξης της ακρόασης της συνενωμένης αγωγής σε περίπτωση συνένωσης των τριών αγωγών τότε θα εκδικάζονται παράλληλα και οι υπόλοιπες δύο αγωγές. 27 Ως προς τη θέση πως δεν συγκεκριμενοποιούνται με την αίτηση τα κοινά νομικά και πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο θεωρεί πως παρά και την πραγματικά συνοπτική αναφορά στην αίτηση ως προς το ότι οι αγωγές έχουν κοινά πραγματικά και νομικά σημεία εντούτοις αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από εξέταση του περιεχομένου των εκθέσεων απαίτησης των αγωγών έτσι ώστε να διαπιστωθεί πως όντως η θέση αυτή ευσταθεί. Καθότι ανεξαρτήτως και των όσων θα μπορούσαν να αναφερθούν εντός της αίτησης και πάλι κυρίως σημασία θα είχε το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης των αγωγών. Ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί πιο πάνω στις δικές του διαπιστώσεις αναφορικά με αυτό το θέμα και ως προς την ύπαρξη όντως κοινών πραγματικών γεγονότων και νομικών σημείων. 28 Προτάσσεται επίσης η θέση πως το γεγονός ότι η αιτήτρια είναι εναγόμενη και στις τρεις αγωγές αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι υπάρχουν κοινά πραγματικά γεγονότα. Βεβαίως το γεγονός και μόνο πως η αιτήτρια είναι εναγόμενη και στις τρεις αγωγές και μάλιστα η μοναδική ως διάδικος εναντίον της οποίας να έχει γίνει επίδοση και να μην έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της, αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα ως προς την ύπαρξη όντως κοινών πραγματικών γεγονότων. Παράγοντας ο οποίος ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από το γεγονός της ύπαρξης του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγόμενης και υποθηκευμένο συνολικά πέντε φορές προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων σύμφωνα με τις επίδικες συμφωνίες. Ούτε και είναι δυνατό να αγνοηθεί και η ιδιότητα της εναγόμενης στην κάθε περίπτωση όχι μόνο ως η ενυπόθηκος οφειλέτρια αλλά και η γενικότερη συμβατική της σχέση στην κάθε περίπτωση με την ενάγουσα. Συνεπώς πραγματικά όσο και να μην σημαίνει γενικά πως εάν ένας διάδικος είναι εναγόμενος σε πέραν της μιας αγωγής αυτόματα υπάρχουν κοινά πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο δεν περιορίζεται και μόνο στο γεγονός ότι η αιτήτρια είναι εναγόμενη και στις τρεις αγωγές αλλά λαμβάνει υπόψη του και τα υπόλοιπα σχετικά γεγονότα έτσι ώστε να αποφασίσει ως προς το αίτημα της εναγόμενης. 29 Υπάρχει αναφορά στον λόγο ένστασης 7 στη νομική βάση της υπεράσπισης με προβολή της θέσης πως αυτή δεν επιτρέπει την συνεκδίκαση. Βεβαίως σύμφωνα με τη νομολογία μας το Δικαστήριο σε αιτήσεις συνένωσης δεν λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης. Εντός του ιδίου λόγου ένστασης αναφέρεται επίσης πως τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την κάθε υπόθεση δεν ομοιάζουν σε βαθμό που να υφίσταται ουσιαστική ταύτιση μεταξύ τους. Το Δικαστήριο παρά και την αναγνώριση πως η κάθε αγωγή έχει σχέση με διαφορετικές συμφωνίες δεν δέχεται ως ορθή τη θέση πως δεν υπάρχουν επαρκείς ομοιότητες ως προς τη συμβατική σχέση της εναγόμενης με την ενάγουσα και στις τρεις αγωγές. Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης 8 ως προς το ότι θα προσκομιστεί διαφορετικό μαρτυρικό υλικό έχοντας υπόψη τη διαφορετικότητα στη βάση της κάθε αγωγής ισχύουν τα όσα ήδη αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το γεγονός όντως ότι η αξίωση της ενάγουσας βασίζεται στην κάθε περίπτωση σε διαφορετικές συμφωνίες δίχως όμως αυτό να κρίνεται αποτρεπτικό ως προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνένωσης. 30 Διαφωνεί επίσης το Δικαστήριο ως προς το ότι η συνένωση των αγωγών θα περιπλέξει την ακροαματική διαδικασία σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να μην κρίνεται δικαιολογημένη η συνένωση των αγωγών. Ασφαλώς η έκβαση της κάθε αγωγής δεν θα επηρεάζει την έκβαση των υπόλοιπων δύο, δίχως όμως αυτό το δεδομένο να κρίνεται ως σχετικό με την από κοινού εκδίκαση των τριών αγωγών. Καθότι βεβαίως τα πλεονεκτήματα τα οποία εντοπίζονται στη νομολογία από τη συνένωση αγωγών δεν ανατρέπουν με οποιοδήποτε τρόπο την ξεχωριστή έκβαση της κάθε αγωγής μετά και από τη συνεκδίκαση της με άλλες αγωγές. Ούτε και κρίνεται πως τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα θα επηρεάσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την ξεχωριστή αντιμετώπιση από το Δικαστήριο της κάθε αγωγής αναφορικά με το αποτέλεσμα της μετά και από τη συνεκδίκαση της μαζί με τις υπόλοιπες δύο αγωγές. 31 Πραγματικά το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση πως η αιτούμενη συνένωση μόνο σύγχυση, ταλαιπωρία και δαπάνη του δικαστικού χρόνου θα επιφέρει. Αντιθέτως, όπως κρίνεται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα γεγονότα, η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης με την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, περιορισμό των εξόδων καθώς και εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του το Δικαστήριο κρίνει δικαιολογημένη την αίτηση της εναγόμενης και εκδίδει διάταγμα συνένωσης της αγωγής 3184/13 με τις αγωγές 3185/13 και 3186/13. Το χειρισμό της συνενωμένης αγωγής θα έχει η ενάγουσα στην αγωγή 3184/13. Στη συνέχεια θα δοθεί ημερομηνία ορισμού ακρόασης της συνενωμένης αγωγής με ξεχωριστό πρακτικό του Δικαστηρίου. 32 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου αυτά να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου σύμφωνα και με το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα πληρωμής των εξόδων της αίτησης υπέρ της εναγόμενης και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της συνενωμένης αγωγής. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Συνένωσης Αγωγών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.