← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. P. KYPROU LTD κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 175/2016, 24/2/2017

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. P. KYPROU LTD κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 175/2016, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 175/2016 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας - και -

  1. P. KYPROU LTD
  2. ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΥΠΡΟΥ και/ή ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ Α. ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Φ. ΑΝΑΣΤΑΣΗ
  5. ΣΩΤΗΡΗΣ Γ. ΖΑΡΤΗΛΑ
  6. P.S.K.P. LTD
  7. A & PH. SELF DRIVE CARS LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 24/02/2017 Κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 01/06/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγομένους: κα Κυριακή Φ. Χαραλάμπους για τον κ. Φώτο Θ. Χαραλάμπους --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  8. Εισαγωγικά, θα ήθελα να παραθέσω κάτι το οποίο αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Νικήτα, στην απόφαση του που έδωσε προς υποστήριξη της κατάληξης της μειοψηφίας στην υπόθεση Re Γεώργιος Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ. α. (Αρ. 2)

(1996)1 Α.Α.Δ. 134, που εκρίθη τότε από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθότι, πολύ λακωνικά αλλά και εύστοχα ενθυλακώνει στον λόγο του την σπουδαιότητα των διαδικαστικών κανονισμών στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας: «Η δικαστική προβληματική δεν είναι απεριόριστη. Έχει τις δεσμεύσεις που η ίδια η δικαστική εξουσία έχει επιβάλει με τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκα. Για ένα πολύ καλό λόγο. Προσφέρει το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπλάθεται το δίκαιο. Είναι το αίμα του ουσιαστικού δικαίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Η απόφαση μου αυτή, αφορά ένα τέτοιο ζήτημα. Πως το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.») του παρέχουν, προς τον σκοπό ρύθμισης της αστικής διαδικασίας δια της οποίας καθορίζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων, ειδικότερα κατά το στάδιο της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών, σύμφωνα με την Δ.30 των Θ. Π. Δ. Σε ότι αφορά το θέμα αυτό, τομές έχουν πρόσφατα γίνει και πολλές άλλες αναμένονται από όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στα της απονομής της δικαιοσύνης, οπόταν και οφείλω, αφού το ζήτημα εγείρεται κατ' επανάληψη τον τελευταίο καιρό, να αναλύσω το σκεπτικό μου και να εμβαθύνω κάπως σε αυτό, σε ότι αφορά το πώς θεωρώ ότι η διαδικασία είναι ορθότερο και ουσιαστικότερο να ακολουθείται, ως διακρίνω ότι αυτή ορίζεται μέσα από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου διαδικαστικού κανονισμού.
  2. Παίρνω όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ολοκλήρωση της δικογραφίας.
  3. Σύμφωνα με την Δ.21, κ. 14 των Θ. Π. Δ.: «14.
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.
(2)No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same.». 5. Η επίδρασης των προνοιών του προαναφερόμενου κανονισμού στην διαδικασία, είναι, ότι, η δικογραφία, θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί / κλείσει, είτε (α) εντός επτά ημερών από την καταχώριση του δικογράφου της υπεράσπισης ή της απάντησης (βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ. 465, εάν υπάρχει), ή (β) εάν δικόγραφο μεταγενέστερο της απάντησης διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί και παραδοθεί και δεν υπάρξει συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας, μετά την λήξη της περιόδου αυτής. 6. Βλ. επίσης στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, στις σελίδες 613 και 614 και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, στην σελίδα 70. Στο τελευταίο αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου ο εναγόμενος υποβάλλει ανταπαίτηση, αποκαλυπτικά του πότε θεσμικά σε μια τέτοια περίπτωση ολοκληρώνεται η δικογραφία: «Where a pleading subsequent to a Reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or Reply (if any), the pleadings are deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered are deemed to have been denied and put in issue. This, however, does not apply to a Reply to a counterclaim; unless the plaintiff delivers this, the statements of fact contained in the counterclaim are, after fourteen days from its delivery, deemed to be admitted. The plaintiff can only remedy such a lapse by subsequently getting Ieave to deIiver a Reply, thus probably incurring a penalty by way of costs. (Order XXVΠ, r. 13.)». Η κλήση για οδηγίες και ο σκοπός της διαχρονικά. 7. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την διαδικασία που ίσχυε (και εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για συγκεκριμένες υποθέσεις), πριν την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ. (για πρώτη φορά) την 26/09/2014 (αναφορά στις τροποποιήσεις της γίνεται στην συνέχεια), και εντός περιόδου δέκα ημερών, γεννάτο η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες («to take out a summons for directions»), τεθείσα / επιστρεπτέα («returnable») ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση, εντός περιόδου που δεν εδύνατο να ήταν ολιγότερη των τεσσάρων ημερών. Αποτυχία του ενάγοντος να το πράξει, έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο (ή σε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους, εάν ήταν περισσότεροι του ενός), να το πράξει, ή διαζευκτικά, να αιτηθεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της Αγωγής, επί τίνος ο Δικαστής μπορούσε, είτε να απορρίψει την Αγωγή, είτε να διαχειριστεί την σχετική αίτηση ως αν να ήταν κλήση για οδηγίες (βλ. κ. 7 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 8. Οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονταν σε όλες τις Αγωγές που άρχιζαν με κλητήριο ένταλμα («writ of summons»), εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων. 9. Η κλήση για οδηγίες, αποσκοπούσε στο να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει την προετοιμασία των διαδίκων για την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε: (
  1. i)όλα τα ζητήματα τα οποία θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδιάμεσα πριν από την δίκη και εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεπίλυτα, να εξετάζονταν κατά την διάρκεια μίας και μόνον συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όπως (
  2. ii)κατά την διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να εδίδοντο τέτοιες οδηγίες προς τον καθορισμό της πορείας της διαδικασίας μεταγενέστερα, για σκοπούς του όσο το δυνατό καλύτερου προγραμματισμού της δίκης, προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της. 10. Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, και Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540, αντίστοιχα, στα οποία καταγράφονται οι από το 1954 και 1964, αντίστοιχα, τροποποιήσεις της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ., O. 30 [[i]] και μεταγενέστερα O. 25 των αγγλικών Civil Procedure Rules, ένεκα των σχετικών εισηγήσεων της έκθεσης Evershed που είχε προηγηθεί. Σκοπός, που, ως διαφαίνεται και από τα όσα εν συνεχεία αναφέρονται στην απόφαση μου αναφορικά με το ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παρά τις όποιες διαφορετικές τροποποιήσεις της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξακολουθεί, κατά πολύ, να είναι ο ίδιος. 11. Εν προκειμένω, στο Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρονται τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all. Upon the first hearing of the summons one of the matters to be considered is the question of what, if any, discovery and inspection of documents is necessary in the action. If no general or substantial discovery of documents is necessary all the matters arising on the summons can probably be decided and full directions for the trial given. If, however, substantial discovery of documents is ordered, an order will be drawn up relating to that and as many other matters as it is reasonable in the circumstances to include, and the summons will then be directed to stand adjourned until after completion of discovery and inspection of documents. In these latter cases the final stocktaking will be dealt with at the stage intended by the recommendations of the Eversbed Report.». 12. Στο δε Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «This order replaces the former O. 30 which was itself entirely new when made in 1954 ... as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The former O. 30 did not follow this recommendation, for it had provided that the summons for directions was to be issued after the close o pleadings but before discovery had taken place. This new O. 25, however, indirectly embody the recomendation that the summons for directions shoyld be issued after discovery, for it provides for the issue of the summons one month after the close of pleadings or 14 days after any extended time for discovery. The result is that by the time of this first hearing of the summons, the parties should normally have completed their discovery, and this should enable the parties to fulfil their duties under r. 6, infa, to assist the Court to make a really thorough stocktaking of the action, and to enable the Court to exercise its robust power, particularly under rr. 3 and 4, infa. It should also enable the parties to reduce the number and scope of interlocutory applications, such as those for further and better particulars, for interrogatories, and further discovery. In this way, the new O. 25 has considerably strengthened the summons for directions and it should have the advantage of disposing of actions with grater expedition and a considerable saving of costs.». 13. Ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fredie Eleftheriades a.o. v Christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, που δόθηκε δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction. ....................................................................................................................................................... The role of a Judge under The adversarial system of the common Law is that of an impartial arbiter; in the discharge of his adjudicative duties, he must distance himself from the arena of litigation. This role is in no way cornpromised by ensuring that the dispute is properly defined before the Court. In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord. 30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r. 2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense. Consequently, we dismiss the submission that the trial Judge transgressed the limits of his discretion by indicating readiness to allow an amendment of the defence to counterclaim, by inclusion of, allegations of forgery. As earlier explained, it is desirable at the summons for directions stage to, deal with as many interlocutory matters as possible, preparing thereby the ground for the speedy progress of the action to trial. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 14. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, που άπτεται, ως έχει προαναφερθεί, του σκοπού που αυτή δικονομικά εξυπηρετεί, επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, στην οποία μάλιστα ξεκαθαρίστηκε, ότι, ένεκα ακριβώς του λόγου ότι η κλήση για οδηγίες συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο, το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ., αυτή εξαιρείται από την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ. [[ii]].
  1. Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και13/05/2015 αντίστοιχα, η προαναφερόμενη Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991, «ανασχεδιάστηκε» από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι τροποποιήσεις της, στοχεύουν, ως διαφαίνεται και από την γενικής εφαρμογής πρόνοια του κ. 9 της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ., στο να καταστήσουν πιο δίκαιη, ταχύτερη και ανέξοδη την διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης. Κατά πρώτον, με το να περιορίσουν τον αριθμό των ενδιάμεσων αιτήσεων, ή, εν πάση περιπτώσει, με το να επιβάλουν την υποβολή τους σε ένα σχετικά ώριμο, και από αυτή την άποψη, κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, δια της παροχής μίας διαδικασίας ανασκόπησης πριν η αγωγή οδηγηθεί στην ακρόαση της, μέσα από την οποία το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, πέραν από την εξέταση των όποιων αιτημάτων των διαδίκων, ακριβώς προς επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού, αυτεπάγγελτα, να εκδώσει και όποια άλλα διατάγματα ρυθμιστικά της διαδικασίας κρίνει απαραίτητα. Και, κατά δεύτερον, με το να παράσχουν στο Δικαστήριο, τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της (ειδικότερα ως προς τον τόπο παρουσίασης της μαρτυρίας). Αυτός ήταν διαχρονικά και εξακολουθεί να είναι ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και μέσα από το πνεύμα αυτού του σκοπού πρέπει να αντικρίζεται και η εφαρμογή του, τόσο από το Δικαστήριο που έχει το καθήκον εφαρμογής της, όσο και από τους διαδίκους που έχουν υποχρέωση υποβοήθησης του στην εξάσκηση των εξουσιών του κατά την εφαρμογή της.
  2. Με αυτό το πνεύμα, προχωρώ στην εξέταση του ζητήματος που έχει, στην προκείμενη περίπτωση, προκύψει στην διαδικασία, ένεκα της τροποποίησης, ως έχει προαναφερθεί, Δ.30 των Θ. Π. Δ.
  3. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του κ. 10 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 1.1.
  4. Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι 31.12.
  5. Από 1.1.2016 οι Διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν και θα καταχωρηθούν εντός της περιόδου της πιο πάνω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες των υφιστάμενων πριν την έναρξη ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30, θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους.».
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή καταχωρήθηκε την 25/02/
  7. Συνεπώς, τυγχάνει εφαρμογής η «νέα» Δ.30 των Θ. Π. Δ. Πρόκειται για απαίτηση που έχει ενταχθεί από πλευράς Ενάγουσας σε κλίμακα πέραν των €3.000 (ήτοι στην κλίμακα €50.000 - €100.000).
  8. Σύμφωνα με τον κ. 5 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «
(1)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων είναι μέχρι €3.000 ως στον Θεσμό 7 κατωτέρω αναφέρεται, εκδίδει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων λαμβάνοντας υπόψη: (α) τη δήλωση του διαδίκου ή του δικηγόρου αυτού ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθεται να καλέσει προς υποστήριξη της υπόθεσης του. (β) το χρόνο ετοιμασίας της μαρτυρίας από κάθε διάδικο.
(2)Τηρουμένων ειδικών οδηγιών που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της διαφοράς, περιλαμβανομένου και του βάρους απόδειξης, ο ενάγων καταχωρεί πρώτος τη μαρτυρία του μέσα στο χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, ακολουθούμενος από τον εναγόμενο και τον τριτοδιάδικο, όπου υπάρχει, μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο. Νοείται ότι όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου, ή άλλου διαδίκου, που δεν έχουν κοινή υπεράσπιση, ή θέσεις, το Δικαστήριο εκδίδει ανάλογες οδηγίες για κάθε ένα από αυτούς.
(3)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει τις €3.000 εκδίδει οδηγίες για την περαιτέρω πορεία και εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση των πιο κάτω δεδομένων: (
  1. i)οι διάδικοι υποχρεούνται κατά το στάδιο της έκδοσης οδηγιών να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο με τους μάρτυρες που προτίθεται κάθε πλευρά να παρουσιάσει μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου. (
  2. ii)κάθε διάδικος δύναται για καλό λόγο να καλέσει πριν κλείσει την υπόθεση του με σχετικό προφορικό αίτημα και πρόσθετο μάρτυρα ή μάρτυρες.
(4)Όπου οι διάδικοι συμφωνούν, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και αν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3.000, οπότε ακολουθούνται οι διατάξεις των Θεσμών 5
(1)και 5
(2)ανωτέρω.
(5)Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες: (
  1. i)λαμβάνει τη μορφή ένορκης δήλωσης. (
  2. ii)αποτελεί την όλη μαρτυρία του διαδίκου ή του μάρτυρα που την καταχωρεί. (iii) είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως. (
  3. iv)περιλαμβάνει αναφορά στα έγγραφα ή αντικείμενα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του διαδίκου ή μάρτυρα, τα οποία και επισυνάπτει σε πρωτότυπη ή δευτερογενή μορφή αποτύπωσης, κατά την κρίση του διαδίκου που καλεί το συγκεκριμένο μάρτυρα και τη φύση του εγγράφου ή αντικειμένου. (
  4. v)πλατειασμοί ή αναφορές σε γεγονότα που κρίνονται από το Δικαστήριο άσχετα με την αντίστοιχη δικογραφία, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει, πριν την έναρξη της ακρόασης, ποια γεγονότα ή αναφορές που καταγράφονται στη μαρτυρία κρίνονται ως άσχετα, επί των οποίων και δεν επιτρέπεται κυρίως εξέταση ή αντεξέταση. (
  5. vi)το Δικαστήριο δύναται κατά την έναρξη της ακρόασης να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί με τη μαρτυρία του να εισαγάγει άσχετα θέματα ή γεγονότα ή που πλατειάζει στην καταγραφή της ουσιαστικής μαρτυρίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 20. Οι δε κ. κ. 6 και 8(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. προνοούν, αντίστοιχα, ότι: «Όλες οι υποθέσεις, η χρηματική διαφορά των οποίων δεν υπερβαίνει τις €3.000, φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ταχείας Εκδίκασης», η δε εκδίκαση τους γίνεται στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει ως κατωτέρω στην παράγραφο 7 αναφέρεται την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, η υπόθεση ορίζεται για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού ακούσει προς τούτο προηγουμένως τους διαδίκους.», και «Όλες οι υποθέσεις, των οποίων το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις €3.000 φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ακροαματικής εκδίκασης», το δε Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση στη βάση των εγγράφων μαρτυριών που κατατέθηκαν ενώπιον του, επιτρέπει δε σε διάδικο να εξετάσει, αντεξετάσει ή επανεξετάσει μάρτυρα, καθορίζοντας προς τούτο χρονικά πλαίσια κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών σε ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο ημερομηνία.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). 21. Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις €3.000 και άρα, η υπόθεση αυτή, εμπίπτει στην κατηγορία υποθέσεων «ακροαματικής εκδίκασης», ως η προαναφερόμενη Δ.30 κ. 8(α) των Θ. Π. Δ. ορίζει. Συγκεντρώνω συνεπώς εδώ και αναφέρω, όλες τις διατάξεις της Δ.30 των Θ. Π. Δ. που αφορούν το στάδιο κατά το οποίο το Δικαστήριο εκδίδει οδηγίες προς τους διαδίκους σε ότι αφορά την μαρτυρία που θα παρουσιαστεί από πλευράς τους κατά την δίκη, που είναι και το υπό εξέταση ζήτημα. 22. Δ.30, κ. 8(α) των Θ. Π. Δ.: «Όλες οι υποθέσεις, των οποίων το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις €3.000 φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ακροαματικής εκδίκασης», το δε Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση στη βάση των εγγράφων μαρτυριών που κατατέθηκαν ενώπιον του, επιτρέπει δε σε διάδικο να εξετάσει, αντεξετάσει ή επανεξετάσει μάρτυρα, καθορίζοντας προς τούτο χρονικά πλαίσια κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών σε ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο ημερομηνία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 23. Απομονώνω εδώ για σκοπούς έμφασης, λόγω του σκεπτικού μου που ακολουθεί, την αναφορά του κ. 8(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. σε «κατατέθηκαν». Δηλαδή, σε χρόνο αόριστο. Που είναι, κατά την άποψη μου, οριστικός ως προς το ότι, το Δικαστήριο, «εκδικάζει την υπόθεση», στη βάση των «εγγράφων μαρτυριών», που, σε χρόνο αόριστο, «κατατέθηκαν» ενώπιον του. Μάλιστα, - συνεχίζει η διάταξης του κ. 8(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. -, το Δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, επιτρέπει στους διαδίκους «να εξετάσουν, αντεξετάσουν ή επανεξετάσουν» τους μάρτυρες αυτούς, των οποίων οι έγγραφες μαρτυρίες «κατατέθηκαν» ενώπιον του, «καθορίζοντας προς τούτο, χρονικά πλαίσια», όχι κατά την δίκη, αλλά, «κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών», και μάλιστα, «σε ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο ημερομηνία». 24. Δηλαδή: (α) αφού το Δικαστήριο έχει εκδώσει τις οδηγίες του δυνάμει του κ. 3(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. την πρώτη φορά που η κλήση ορίζεται ενώπιον του (ως τα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα - αποκάλυψη, λεπτομέρειες κ. τ. λ. - ή άλλα που δύναται να εξεταστούν κατά το στάδιο αυτό), και (β) αφού οι διάδικοι έχουν συμμορφωθεί με αυτές (κ. 4 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.), σε μία άλλη, ξεχωριστή ημερομηνία, «ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο», όταν και πάλι θα έχει επιστραφεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς αυτό τον σκοπό, η κλήση για τις οδηγίες του, και αφού: (α) οι διάδικοι θα έχουν ήδη συμμορφωθεί με την «υποχρέωση» τους «να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο με τους μάρτυρες» που προτίθενται να παρουσιάσουν κατά την δίκη, «μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου», και (β) αφού το Δικαστήριο τους έχει ήδη δώσει, στην βάση των προνοιών του κ. 8(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ., οδηγίες ως προς τον χρόνο που οι έγγραφες δηλώσεις μαρτυρίας θα παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, ώστε να μπορεί, έχοντας εξετάσει αυτές, και ακούοντας τις σχετικές τοποθετήσεις των διαδίκων, οι οποίες μπορούν να βασίζονται μόνον επί των όσων τους γνωστοποιούνται από τον αντίδικο από την σύνοψη της μαρτυρίας των προσώπων αυτών, να καθορίσει το ζήτημα της εξέτασης των μαρτύρων, καθορίζει τα χρονικά πλαίσια της κυρίως εξέτασης, αντεξέτασης και επανεξέτασης των μαρτύρων. Δεν βλέπω άλλωστε, πως αλλιώς θα μπορούσε το Δικαστήριο, αποτελεσματικά να ρυθμίσει το ζήτημα της εξέτασης των μαρτύρων και ειδικότερα αυτό της αντεξέτασης, που επιτακτικά βάσει της Δ.30 κ. 8(α) των Θ. Π. Δ. καλείται να πράξει, χωρίς οι «έγγραφες μαρτυρίες» και το περιεχόμενο τους να περιέλθουν εις γνώσιν του. Αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός της Δ.30 των Θ. Π. Δ. για τις υποθέσεις «ακροαματικής εκδίκασης», τότε ο σχετικός κανονισμός, θα καθόριζε κάποια ενδεικτικά χρονοδιαγράμματα, όπως και καθορίζει, χωρίς επιβολή ειδικής ρύθμισης του ζητήματος από το Δικαστήριο, για κάθε ένα από τα πρόσωπα, η μαρτυρία των οποίων, βάσει του ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων, προτίθεται να παρουσιαστεί κατά την δίκη. Αυτή είναι η διαδικασία, που, κατά την άποψη μου, εάν τηρηθεί αυστηρά από όλους τους παράγοντες της δίκης και δη από το Δικαστήριο κατά την διαδικασία της έκδοσης των οδηγιών βάσει της Δ.30 των Θ. Π. Δ., θα εξυπηρετήσει καλύτερα και θα είναι πιο αποδοτική. Κατά την δίκη, αυτό που θα απομένει, θα είναι, συμφώνως πάντοτε και των διατάξεων της Δ.33 των Θ. Π. Δ., οι γραπτές δηλώσεις της μαρτυρίας, αφού τα πρόσωπα που τους αφορούν πάρουν τον όρκο ή δώσουν την διαβεβαίωση τους στο Δικαστήριο, να υιοθετούνται από τα πρόσωπα αυτά και να «κατατίθενται» για σκοπούς δίκης και εκτίμησης από το Δικαστήριο, από αυτή πλέον την άποψη (παρά το γεγονός ότι ήδη καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο για σκοπούς της διαδικασίας έκδοσης των οδηγιών δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. ως απλές έγγραφες δηλώσεις μαρτυρίας)•, εξ ου και τα ενδεικτικά περιορισμένα χρονοδιαγράμματα που ορίζει ο κ. 8(γ) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. για κυρίως εξέταση (δεκαπέντε λεπτών). Δια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο, «εκδικάζει την υπόθεση», στη βάση των «εγγράφων μαρτυριών», που «κατατέθηκαν» ενώπιον του, σε σχέση με τις οποίες έχει ήδη καθορίσει τον χρόνο για την εξέταση κατά το στάδιο των οδηγιών, και οι οποίες κατά την δίκη, «κατατίθενται» από τα πρόσωπα που τους αφορούν, ως η μαρτυρία τους. Ας σημειωθεί εδώ, ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Δ.30, κ. 8(γ) των Θ. Π. Δ. (που πρέπει να διαβάζεται μαζί με την προαναφερόμενη Δ.30 κ. 8(α) των Θ. Π. Δ.) «ο χρόνος που διατίθεται για την κυρίως εξέταση είναι 15 λεπτά και ο χρόνος για την αντεξέταση και επανεξέταση μαρτύρων καθορίζεται υπό του Δικαστηρίου ανάλογα με την δήλωση και τα έγγραφα που κατατίθενται στην κύρια εξέταση, (ενδεικτικά ο χρόνος είναι μέχρι 60 λεπτά και 10 λεπτά για την αντεξέταση και επανεξέταση αντίστοιχα).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου), και δεν βρίσκω πως οι πρόνοιες αυτού του κανονισμού, είναι ενάντια στα όσα έχω προαναφέρει για τα της διαδικασίας πριν από την δίκη. 25. Υποστηρικτικά του προαναφερόμενου σκεπτικού μου, είναι και τα όσα η Δ.30, κ. 8(β) των Θ. Π. Δ. αμέσως στην συνέχεια της Δ.30, κ. 8(α) των Θ. Π. Δ. ορίζει ως προς το ζήτημα της έκδοσης των οδηγιών του Δικαστηρίου για την εξέταση των μαρτύρων: «(β) Η έκδοση οδηγιών ως ανωτέρω λαμβάνει υπόψη τις παραστάσεις των διαδίκων, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τα παραμένοντα επίδικα θέματα και τον αριθμό των μαρτύρων που απαραιτήτως δηλώνεται από τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του καταλόγου σύμφωνα με το Θεσμό 5
(3)και των οποίων ζητείται η παρουσία στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας ή διευκρίνισης αυτής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 26. Συνεπώς και στην βάση των προαναφερομένων, δεν μπορώ να αποδεχθώ την εισήγηση των συνηγόρων των διαδίκων ότι, μετά την συμμόρφωση τους ως προς την υποχρέωση τους κατά το στάδιο της έκδοσης των οδηγιών να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο με τους μάρτυρες που η κάθε πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει κατά την δίκη, μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου, η υπόθεση, χωρίς άλλο, ορίζεται για ακρόαση. Ούτε συμφωνώ με την εισήγηση ότι η προαναφερόμενη διαδικασία, που ως εγώ την αντιλαμβάνομαι και έχω προαναφέρει ότι καθορίζεται από την Δ.30 των Θ. Π. Δ., αποτελεί ουσιαστικά, ανταλλαγή της μαρτυρίας, κατά παράβαση της Δ.50 κ. 5
(4)των Θ. Π. Δ., που έχει την επίπτωση να καταστήσει την υπόθεση «ταχείας εκδίκασης». 27. Άλλωστε, εδώ συζητάμε για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση έκαστου διαδίκου, σε σχέση με τα οποία, οι διάδικοι, καλούνται να ετοιμάσουν τις έγγραφες δηλώσεις των προσώπων που θα τα παρουσιάσουν, βασιζόμενοι, όπως ανέκαθεν, στην δικογραφία που καθορίζει τα επίδικα, από πραγματικής άποψης, ζητήματα, για να είναι και οι ίδιοι, οποτεδήποτε, έτοιμοι, για την ακρόαση της υπόθεσης. Οπόταν και μπορούν να παρουσιάσουν όποιο από τους μάρτυρες στον ονομαστικό κατάλογο που έχουν ήδη αποκαλύψει επιθυμούν, του οποίου όμως η γραπτή δήλωση θα πρέπει να είναι έτοιμη. Γραπτές δηλώσεις μαρτυρίας, που, όπως ανέκαθεν, «καλύπτονται από το δίκαιο της απόδειξης» (βλ. Παναγιώτης Ζεβρού κ. α. ν Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1999)•, που σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, πρέπει κατά κανόνα, αν θα παρουσιαστούν, να δίδονται στον αντίδικο πριν από την δίκη (βλ. απόφαση του έντιμου, Π. Ε. Δ. (ως ήταν τότε), Κ. Κληρίδη, στην Αγωγή του Ε. Δ. Αμμοχώστου 849/03, Νίκου Βλίττη κ. α. ν Εκδόσεις Αρκτινος Λτδ κ. α. 09/11/2007)• και που, αν θα παρουσιαστούν έγγραφα προς τεκμηρίωση των γεγονότων που οι μάρτυρες αυτοί θα κληθούν να παρουσιάσουν δια των δηλώσεων τους, υπάρχει, τις πλείστες φορές, προδικαστικά (ακόμη και εάν οι διάδικοι δεν συμφωνούν στην ανταλλαγή τους), η δυνατότητα, δυνάμει των προνοιών της Δ.28 των Θ. Π. Δ., αυτά, αφού αποκαλυφθούν προς τον αντίδικο, να επιθεωρηθούν και αντίγραφα τους να εξασφαλιστούν. Όπως άλλωστε ανάφερε και ο έντιμος Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ κατά την παρουσίαση και της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ. στα μέλη του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, την 29ην/03/2016, «ένας από τους σκοπούς της νέας διαταγής, είναι να μην υπάρχουν εκπλήξεις. Να υπάρχει διαφάνεια. Εκ των προτέρων να υπάρχει γνώση της μαρτυρίας η μια πλευρά της άλλης. Δεν υπάρχουν μυστικά. Δικάζεται και το Δικαστήριο πρέπει να γνωρίζει το σύνολο της μαρτυρίας και κάθε διάδικος τον αντίδικο του τι λέει ή τι θα πει.».
  1. Αυτή είναι η δική μου άποψη περί της διαδικασίας της Δ.30 των Θ. Π. Δ. για υποθέσεις «ακροαματικής εκδίκασης» και των σχετικών εξουσιών του Δικαστηρίου και την καταθέτω, όχι για πρώτη φορά, πάντοτε με πολλή σεβασμό ως προς την όποια αντίθετη άποψη που μου έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί, την οποία έχω ακούσει με πολλή προσοχή.
  2. Στην βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού μου, και έχοντας υπόψη μου (α) την σύνοψη της μαρτυρίας που έχει δοθεί σε σχέση με τον κάθε μάρτυρα που ονομάζεται στον σχετικό ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων που έκαστος διάδικος κατέθεσε στο Δικαστήριο και τους οποίους, ως προκύπτει, επιμένουν να παρουσιάσουν, (β) τα ιδιαίτερα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, ως προκύπτουν και από την δικογραφία, αλλά και το σχετικό με αυτήν βάρος απόδειξης, (γ) τα παραμένοντα, ως προκύπτουν, επίδικα θέματα, και (δ) ότι οι διάδικοι επέλεξαν να μην τοποθετηθούν ειδικά ως προς το ζήτημα για το οποίο εκκλήθηκαν, θα εξέδιδα τις ακόλουθες Οδηγίες, ως προς την κατάθεση εγγράφως της μαρτυρίας των διαδίκων στο Δικαστήριο, ως ακολούθως: Α. Θα εξέδιδα διάταγμα καταχώρισης εγγράφως της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς της Ενάγουσας, το αργότερο εντός 90 ημερών από σήμερα. Β. Θα εξέδιδα διάταγμα καταχώρισης της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς των Εναγομένων, το αργότερο εντός 90 ημερών από σήμερα. Γ. Θα γινόταν πρόνοια, σε ότι αφορά την γραπτή μαρτυρία, για συμμόρφωση (στο βαθμό που εδώ αναλογεί) με τις πρόνοιες της Δ.30, κ. 5
(5)των Θ. Π. Δ. Και επειδή, δυνάμει των προνοιών της Δ.30, κ. 8 των Θ. Π. Δ., η ακρόαση της υπόθεσης αυτής, θα διεξαχθεί στη βάση των μαρτυριών που θα κατατεθούν από την κάθε πλευρά στο Δικαστήριο με ευχέρεια εξέτασης τους και ενώπιον του Δικαστηρίου, με δεδομένο τον χρόνο που θα έδιδα για την καταχώριση εγγράφως στο Δικαστήριο της μαρτυρίας της κάθε πλευράς, θα προγραμμάτιζα την υπόθεση για την έκδοση Οδηγιών, ως προς τα χρονικά πλαίσια της τυχόν εξέτασης, αντεξέτασης ή επανεξέτασης των μαρτύρων, σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, πριν προχωρήσω να προγραμματίσω την υπόθεση για την ακρόαση της. 30. Εντούτοις, μόλις προχθές, ο έντιμος Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνος, στην απόφαση του στην υπόθεση Re Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D59, Αίτηση Αρ. 23/17, 22/02/2017, σε αίτηση της εδώ Ενάγουσας στο Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά σε ότι αφορά άλλη υπόθεση της, για την εξασφάλιση άδειας για την καταχώριση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari, σε ότι αφορά οδηγίες μου που εξεδόθησαν, βάσει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. (στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας), στην βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού [και στην βάση της ίδιας όπως και εδώ εισήγησης της Ενάγουσας (ενώπιον μου), ότι η υπόθεση πρέπει να οριστεί απευθείας για ακρόαση], ανέφερε ότι, «Όσον αφορά τα υπόλοιπα παράπονα της Αιτήτριας, από το πρακτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 8.2.2017, φαίνεται ότι αυτό λανθασμένα προχώρησε να εκδώσει Διάταγμα καταχώρισης έγγραφης μαρτυρίας από πλευράς της Αιτήτριας παρόλο που αφορούσε αγωγή άνω των €3.000 και δεν υπήρχε συμφωνία αμφοτέρων των διαδίκων όπως προβλέπεται από τη Δ.30 θ.5
(4).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). 31. Στην υπόθεση Re Victor Nicolaevic Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20, αναφέρθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Κραμβή, σε ότι αφορά το ζήτημα του δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου: «Η αυστηρή προσήλωση στη νομολογία, stare decisis, συνιστά καθιερωμένη αρχή δικαίου θεμελιωμένη στο δόγμα της δεσμευτικότητας της νομολογίας (δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο) ως μέσου διασφάλισης της βεβαιότητας του δικαίου. Στην Κύπρο, το δικαστικό προηγούμενο λειτουργεί στη βάση αρχών που διέπλασε η νομολογία, σύνοψη των οποίων γίνεται στη συνέχεια, (α) οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου, είναι δεσμευτικές για τα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα Κακουργιοδικεία και όλα τα άλλα πρωτοβάθμια δικαστήρια των ειδικών δικαιοδοσιών. Οι αποφάσεις του Εφετείου είναι επίσης δεσμευτικές για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του. (β) Οι αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Πειστική μόνο είναι και η αξία των αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε σχέση προς άλλα Δικαστήρια. Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, η αξία των αγγλικών αποφάσεων είναι μόνο πειστική και όχι δεσμευτική, γεγονός το οποίο ενίοτε παραγνωρίζεται ή δεν εκτιμάται σωστά ώστε να αποδίδεται και η δέουσα σημασία. (γ) Στο Εφετείο παρέχεται η δυνατότητα απόκλισης από προηγούμενη απόφασή του για λόγους ανάλογους με εκείνους για τους οποίους η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην Αγγλία μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενες αποφάσεις της. Βλ. Practice Note [1966] 3 All E.R. 77. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στις Republic (Minister of Finance a.o.) v. Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 234.».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, αν και έχω την άποψη, ότι, το πλαίσιο δια του οποίου ετέθη ενώπιον του έντιμου Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου ανωτέρω (που δεν αφορούσε την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου επί των οδηγιών του), το ζήτημα των οδηγιών του Δικαστηρίου, βάσει της προαναφερόμενης Δ.30 των Θ. Π. Δ., δεν επέτρεπε εις βάθος εξέταση του, ούτε αντιλαμβάνομαι να εξετάστηκε εις κάθε του διάσταση, δεν θα επιμείνω, καθότι, ξεκάθαρα ο έντιμος Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνος αναφέρεται στο λανθασμένο της απόφασης μου σε ότι αφορά την προαναφερόμενη προσέγγιση μου. Για ένα ζήτημα διαδικαστικό, που έχει προσελκύσει έντονες συζητήσεις τον τελευταίο καιρό, αρκούμε από την τοποθέτηση του έντιμου Δικαστή για να αναθεωρήσω το σκεπτικό μου.
  2. Συνεπώς, μετά την και την απόφαση του έντιμου Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου ανωτέρω (βλ. Re Victor Nicolaevic Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20), και από την προαναφερόμενη ανάλυση των σχετικών με το στάδιο αυτό προνοιών της Δ.30 των Θ. Π. Δ., θα προχωρήσω, στην βάση των προνοιών του κ. 8(α) και (γ) της Δ.30 των Θ. Π. Δ. να ακούσω του συνηγόρους των διαδίκων, με δεδομένα τα όσα οι ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και η σύνοψης της μαρτυρίας των προσώπων αυτών παρουσιάζουν, για να καθορίσω, έστω και ενδεικτικά, τον χρόνο που κατά την δίκη η εξέτασης τους θα πρέπει να περιοριστεί.
  1. Οι οδηγίες του Δικαστηρίου:
  2. Έχοντας υπόψη μου (α) την σύνοψη της μαρτυρίας που έχει δοθεί σε σχέση με τον κάθε μάρτυρα που ονομάζεται στον σχετικό ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων που έκαστος διάδικος κατέθεσε στο Δικαστήριο και τους οποίους, ως προκύπτει, επιμένουν να παρουσιάσουν, (β) τα ιδιαίτερα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, ως προκύπτουν και από την δικογραφία, αλλά και το σχετικό με αυτήν βάρος απόδειξης, (γ) τα παραμένοντα, ως προκύπτουν, επίδικα θέματα, και (δ) ότι οι διάδικοι επέλεξαν να μην τοποθετηθούν ειδικά ως προς το ζήτημα για τον χρόνο της εξέτασης, εκδίδω τις ακόλουθες Οδηγίες: Α. Εκδίδεται διάταγμα καταχώρισης εγγράφως της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς της Ενάγουσας, κατά την ημερομηνία που κάθε μάρτυρας που παρουσιάζεται στον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, θα κληθεί στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει. Β. Εκδίδεται διάταγμα καταχώρισης εγγράφως της προτιθέμενης προς παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς της Εναγομένων, κατά την ημερομηνία που κάθε μάρτυρας που παρουσιάζεται στον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, θα κληθεί στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει. Γ. Αναμένεται, σε ότι αφορά την γραπτή μαρτυρία, συμμόρφωση (στο βαθμό που εδώ αναλογεί) με τις πρόνοιες της Δ.30, κ. 5
(5)των Θ. Π. Δ. Δ. Η εξέτασης των μαρτύρων, θα κινηθεί εντός των χρονικών πλαισίων που η Δ.30 κ. 8(γ) των Θ. Π. Δ. ορίζει, δεδομένης της εκεί επιφύλαξης.
  1. Η υπόθεση προγραμματίζεται, επιτρέποντος του προγράμματος του Δικαστηρίου ως θα διαμορφωθεί, για έναρξη της Ακρόασης, την 01/03/2018 και ώρα 10:30 π. μ.
  2. Τα έξοδα της 13ης/02/2017, θα είναι έξοδα δίκης. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. φαίνεται ότι ακολουθούν το πρότυπο της προαναφερόμενης O. 30 των αγγλικών Civil Procedure Rules, και ως εκ τούτου, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από συγγράμματα που πραγματεύονται αυτή, ως είχε τότε. [ii] Η Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ., προνοεί: «2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.
(2)Applications made ex parte shall be in Form 45; applications made by summons shall be in Form 46, and set out at the foot thereof the name of every person to be served therewith and the address at which service is to be effected, which in the case of any person who has given an address for service in the action may be such address.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.