← Κύπρος

ROULA KEFALA PHARMACY LTD ν. ΜΑΙΡΗ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 921/2011, 19/1/2017

ROULA KEFALA PHARMACY LTD ν. ΜΑΙΡΗ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 921/2011, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 921/2011 Μεταξύ: ROULA KEFALA PHARMACY LTD Ενάγουσας - και - ΜΑΙΡΗ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 19/01/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Μαρία Στέκκου Χατζηκωσταντή για την Γ. Φ. Πιττατζης Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη: κα Άντρια Γ. Παναγιώτου για την Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Η Ενάγουσα, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει εναντίον της Εναγομένης, τις ακόλουθες θεραπείες: «(α) €2.628,
  2. (β) Νόμιμο Τόκο.». [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  3. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση της Ενάγουσας
  4. Η Ενάγουσα, δικογραφικά, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Η Ενάγουσα, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρεί φαρμακείο στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Ασχολείται, βασικά, ή και μεταξύ άλλων, µε την εμπορία ή και πώληση φαρμάκων και/ή ιατρικών ειδών και/ή ειδών προσωπικής φροντίδας και/ή καλλυντικών και/ή συναφών ειδών. Κατά τις συναλλαγές της µε τους πελάτες ή και αγοραστές της, χρησιμοποιούσε και την επωνυμία Roulla Kefala Pharmacy Ltd ή και την επωνυμία Φαρμακείο Ρούλλα Κεφάλα Λτδ. ii. Η Εναγόμενη, είναι κάτοικος Λευκωσίας. iii. Από, ή περί, τον Αύγουστο του έτους 2001, μέχρι, ή και περί, τον Αύγουστο του έτους 2005, η Ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε στην Εναγομένη στο φαρμακείο της στο Παραλίμνι, διάφορα από τα εμπορεύματα της εμπορίας της, σε λογικές, ή και συμφωνημένες τιμές, με τον ρητό, ή και εξυπακουόμενο όρο, ότι, η Εναγομένη θα την πλήρωνε το συντομότερο δυνατό, ή μόλις θα της ζητείτο. iv. Κατά διαστήματα, η Εναγόμενη, κατέβαλλε κάποια ποσά έναντι του λογαριασμού της προς την Ενάγουσα. Κατά, ή περί, την 20/08/2005, το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, ήταν €2.628,
  5. v. Παρά τις εκκλήσεις της Ενάγουσας, η Εναγομένη, κανένα ποσό δεν την πλήρωσε. Η υπόθεση της Εναγομένης
  6. Η Εναγομένη, δια της εκθέσεως υπεράσπισης της, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται περί της οντότητας της ως εταιρείας, τις ασχολίες της από το φαρμακείο που διατηρεί στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και τις επωνυμίες που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές της. ii. Παραδέχεται ότι είναι κάτοικος Λευκωσίας. iii. Αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι, από, ή περί, τον Αύγουστο του έτους 2001, μέχρι, ή και περί, τον Αύγουστο του έτους 2005, η Ενάγουσα της πωλούσε και παρέδιδε στο φαρμακείο της στο Παραλίμνι, διάφορα από τα εμπορεύματα της εμπορίας της, σε λογικές, ή και συμφωνημένες τιμές, με τον ρητό, ή και εξυπακουόμενο όρο, ότι, αυτή θα την πλήρωνε το συντομότερο δυνατό, ή μόλις θα της ζητείτο. Ισχυρίζεται, ότι, κατά τα έτη από 2001 μέχρι και 2005, υπήρξε συνεργασία µε κάποια κυρία με το όνομα Ρούλα Κεφάλα, αλλά ουδέποτε συνεργάστηκε µε οποιαδήποτε εταιρεία. iv. Αρνείται, ότι, κατά διαστήματα, κατέβαλλε στην Ενάγουσα κάποια ποσά έναντι λογαριασμού της με την Ενάγουσα, αρνείται ότι οφείλει στην Ενάγουσα το οποιοδήποτε ποσό, καθώς επίσης αρνείται και ότι υπήρξαν οποιεσδήποτε εκκλήσεις προς αυτήν από πλευράς Ενάγουσας για εξόφληση. v. Περί τα μέσα του έτους 2010, η Εναγομένη, άρχισε να δέχεται κάποια τηλεφωνήματα από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο της ανάφερε ότι όφειλε κάποιο ποσό σε κάποια κα. Ρούλα Κεφάλα και την απείλησε ότι, αν δεν εξοφλούσε, θα έκανε κακό, τόσο στην ίδια, όσο και στην οικογένεια της. Κατήγγειλε το συμβάν στην αστυνομία. Οι μάρτυρες
  7. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Η κα Ρούλλα Κεφάλα (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1»). ii. Ο κ. Παναγιώτης Τριανταφυλλίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). Και iii. Η κα Μαρία Βαλιαντή (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ3»).
  8. Προς υπεράσπιση της Εναγομένης, μαρτυρία προσφέρθηκε, μόνο από την ίδια. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, γενικά
  9. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
  10. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
  11. Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου, κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό, και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές, σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται επίσης από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
  12. Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
  13. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
  14. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
  15. Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
  16. Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Η μαρτυρία της ΜΕ1
  1. Η ΜΕ1, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι αδειούχος φαρμακοποιός και διατηρεί φαρμακείο στο Παραλίµνι, στο όνομα της εταιρείας της, Φαρμακείον Ρούλλα Κεφάλα Λτδ, η οποία είναι η Ενάγουσα σε αυτή την Αγωγή. Την επιχείρηση του φαρμακείου, της οποίας είναι υπεύθυνη, την ασκεί, µέσω της εν λόγω εταιρείας της. Είναι δε διευθυντής και κύριος μέτοχος της. ii. Η Ενάγουσα, κατά τις συναλλαγές της, χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί και τις επωνυμίες, Roulla Kefala Pharmacy Ltd και Φαρμακείο Ρούλλα Κεφάλα Λτδ. iii. Γνώρισε την Εναγομένη ως πελάτη του φαρμακείου και ακολούθως, ανέπτυξαν και προσωπική φιλία. iv. Η Εναγομένη, αν και είναι κάτοικος Λευκωσίας, είναι συχνός επισκέπτης του Παραλιμνίου, καθότι, διατηρεί με τον σύζυγο της εξοχικό σπίτι στην περιοχή του. v. Η Εναγομένη, ψώνιζε από το φαρμακείο, καλλυντικά, είδη περιποίησης προσώπου και αρώματα. Συνήθως, η Εναγομένη, προτιμούσε για τις αγορές της, προϊόντα γνωστά, που είναι και πιο ακριβά. vi. Στην αρχή, η Εναγομένη, πλήρωνε για τα προϊόντα που προμηθευόταν, αμέσως και με μετρητά, όμως σταδιακά άφηνε υπόλοιπο και της ζητούσε πίστωση χρόνου για την εξόφληση του. Η ΜΕ1, το δεχόταν αυτό µε ευχαρίστηση, γιατί με την Εναγομένη ήταν φίλες και πίστευε, ότι, παρά το γεγονός ότι η τελευταία ήταν κάτοικος Λευκωσίας, ψώνιζε από αυτήν τα προϊόντα της από το Παραλίμνι, λόγω της φιλικής τους σχέσης. vii. Όταν μεγάλωσε το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγομένης, άρχισε να ανησυχεί λίγο και για αυτό την παρακαλούσε φιλικά και ευγενικά να την πληρώσει. Η Εναγομένη, την διαβεβαίωνε τότε να µην ανησυχεί και ότι θα την εξοφλούσε. Στην συνέχεια, κάποια ημέρα, πήγανε μαζί με την Εναγομένη ψώνια στην Λεμεσό. Η Εναγομένη, προμηθεύτηκε εμπορεύματα (ενδύματα) και δεν πλήρωσε, ζητώντας πίστωση, όπως έκαμνε και με την ίδια (ΜΕ1). Τότε ήταν που πραγματικά άρχισε να ανησυχεί και να είναι πιο επίμονη στο να εξοφληθεί ο λογαριασμός της Εναγομένης. viii. Τελικά, η Εναγομένη σταμάτησε να ψωνίζει από το φαρμακείο της και δεν πήγαινε να την πληρώσει, παρά τις επίμονες, φιλικές της εκκλήσεις. ix. Όλες τις πωλήσεις που έκαμνε στην Εναγομένη, τις καταχωρούσε η ίδια στην ταμειακή της μηχανή, που είναι και ηλεκτρονικός υπολογιστής και το αρχείο της επιχείρησης της Ενάγουσας στο οποίο καταγράφονται οι χρεώστες της, όπου και είχε ξεχωριστή σελίδα για την Εναγομένη. Στη σελίδα αυτή της Εναγομένης, κατέγραφε και όλες τις πληρωμές που η Εναγομένη της έδιδε έναντι του τιμήματος των αγορών της και ήταν πάντοτε ενήμερη του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης. Σε όλες τις καταχωρίσεις που έκανε, η Εναγομένη ήταν παρούσα και ήταν ενήμερη για το εκάστοτε χρεωστικό της υπόλοιπο. x. Με βάση τα δεδομένα του εν λόγω ηλεκτρονικού υπολογιστή (ταμιακής μηχανής), από την 05/08/2001, που η Εναγομένη ξεκίνησε να ψωνίζει επί πιστώσει, μέχρι και την 20/08/2005, που έκαμε την τελευταία αγορά της, το χρεωστικό της υπόλοιπο ήταν €2.628,
  2. Έκτοτε, η ΜΕ1, έκανε δεκάδες τηλεφωνήματα και εκκλήσεις στην Εναγομένη για να την πληρώσει και ενώ η Εναγομένη αρχικά της έλεγε να της δώσει πίστωση χρόνου, τελικά της είπε ότι δεν της χρωστά τίποτε. xi. Προβληματίστηκε πολύ, αν θα έπαιρνε δικαστικά μέτρα εναντίον της Εναγομένης, για να διεκδικήσει τα χρωστούμενα μιας πρώην φίλης της. Για αυτό τον λόγο, πρώτα, παρακάλεσε τους δικηγόρους της να στείλουν στην Εναγομένη επιστολή, µε την προσδοκία ότι η Εναγομένη θα ανταποκρινόταν και θα εξοφλούσε το χρέος της και να αποφευγόταν αντιδικία τους στο Δικαστήριο. Οι δικηγόροι της, µε επιστολή ημερομηνίας 08/08/2011, που ταχυδρομήθηκε στην Εναγομένη διπλοασφαλισµένη και παραλήφθηκε δια του μέσου αυτού από την τελευταία, την 02/09/2011, καλούσαν την Εναγομένη να της εξοφλήσει το οφειλόμενο της υπόλοιπο. Εντούτοις, η Εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε καθόλου. xii. Η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, κατάσταση λογαριασμού της ταμιακής της μηχανής - τις καταχωρήσεις στην οποία, γενικά, επεξήγησε -, στην οποία, ως ισχυρίστηκε, παρουσιάζονται όλες οι αγορές που έγιναν από την Εναγομένη και όλα τα ποσά που της είχε πληρώσει έναντι, στην οποία φαίνεται το χρεωστικό υπόλοιπο που η Εναγομένη δεν εξόφλησε ποτέ (Τεκμήριο ΡΚ1). Η μαρτυρία του ΜΕ2
  3. Ο ΜΕ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι εγκεκριμένος λογιστής, ελεγκτής, στην KPST Auditors Ltd στο Παραλίμνι, από το έτος
  4. Η Ενάγουσα, είναι πελάτης της KPST Auditors Ltd από την ημερομηνία της σύστασης της, περί το έτος
  5. Ως ελεγκτές της Ενάγουσας, στα καθήκοντα τους είναι, η ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας για κάθε έτος, κάθε 31η Δεκεμβρίου (για το προηγούμενο έτος), που υποβάλλονται σε όλες τις αρμόδιες αρχές, - συμπεριλαμβανομένων του τμήματος Εφόρου Εταιρειών του κράτους και μέρος τους και στο τμήμα του Έφορου Φορολογίας -, στις οποίες παρουσιάζονται όλα τα πάγια στοιχεία, όλες οι υποχρεώσεις και όλες οι απαιτήσεις της για το έτος (μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου), - εμπορικά εισπρακτέα, εμπορικά πληρωτέα -. ii. Ως ελεγκτές της Ενάγουσας, ελέγχουν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που η Ενάγουσα εκδίδει, βάσει καταστάσεως της Ενάγουσας που τους παραδίδεται για τα εμπορικά εισπρακτέα και εμπορικά πληρωτέα του έτους. Επιβεβαιώνεται η ορθότητα της και ως ορθή υιοθετείται και παρουσιάζεται στις εξελεγμένες οικονομικές τις καταστάσεις. iii. Αυτή η εργασία, έγινε για την Ενάγουσα και για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004,
  6. Στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα συγκεκριμένα έτη, το όνομα της Εναγομένης, παρουσιάζεται ως καταχώριση στα εμπορικά εισπρακτέα της, για ποσό £53 - για το έτος 2001, £961,90 - για το έτος 2003, £1.482,47 - για το έτος 2004 και £1.538,15 - για το έτος
  7. Το ισόποσο σε ευρώ, είναι το αποτέλεσμα από την πράξη διαίρεσης του ποσού σε κυπριακές λίρες, με την ισοτιμία της κυπριακής λίρας προς το ευρώ, 0,
  8. Το όνομα της Εναγομένης δεν παρουσιάζεται ως καταχώριση στα εμπορικά εισπρακτέα της Ενάγουσας για το έτος
  9. Για το έτος 2002, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο, λόγω κάποιου προβλήματος στην εκτύπωση καταστάσεως, έλεγξε όμως το σχετικό αρχείο για το έτος, τα στοιχεία του οποίου υποστηρίζουν σχετική καταχώριση. iv. Αναγνώρισε το Τεκμήριο ΡΚ1, ως κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από το έτος 2001 έως το 2005, διευκρινίζοντας ότι οι καταχωρήσεις παρουσιάζονται βάσει της ισοτιμίας λίρας Κύπρου και ευρώ, αντί σε λίρες Κύπρου, σε ευρώ. Η μαρτυρία της ΜΕ3
  10. Η ΜΕ3, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι εργοδοτούμενη στην Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί της Ενάγουσα σε αυτή την Αγωγή. Στα καθήκοντα της, είναι και η ετοιμασία επιστολών και η ταχυδρόμησης τους. ii. Την 08/08/2011, κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας, απέστειλε επιστολή με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο στην Εναγομένη. Συμπλήρωσε το έντυπο παραλαβής των Κυπριακών Ταχυδρομείων, που επιστρέφεται από το εν λόγω κρατικό φορέα, υπογεγραμμένο από τον παραλήπτη της επιστολής. Η εν λόγω επιστολή, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο μαζί με τις σχετικές αποδείξεις κατάθεσης και παραλαβής, στάλθηκε στην Εναγομένη ταχυδρομικώς την 10/08/2011 και παραλήφθηκε από την Εναγόμενη την 02/09/
  11. Η μαρτυρία της Εναγομένης
  12. Η Εναγομένη, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα για εικοσιπέντε χρόνια. ii. Την ΜΕ1, την γνωρίζει, περίπου, από το έτος 1998 περίπου. Την γνώρισε στο φαρμακείο που διατηρεί στο Παραλίμνι, από όπου ξεκίνησε να αγοράζει διάφορα φάρμακα και προϊόντα λόγω του ότι εκεί βρίσκεται η εξοχική της κατοικία. Με την ΜΕ1 ανέπτυξαν πολύ στενή φιλιά, μιλούσαν σχεδόν καθημερινά στο τηλέφωνο και όταν πήγαινε στο εξοχικό της, πάντα περνούσε να την επισκεφτεί, έστω και αν δεν ψώνιζε κάτι από το φαρμακείο της. iii. Την θεωρούσε πολύ καλή της φίλη, αφού σαν φίλες είχαν αναπτύξει, θεωρούσε, πολύ στενές διαπροσωπικές σχέσεις. iv. Ουδέποτε γνώρισε την Ενάγουσα. Γνώριζε µόνο την ΜΕ1 ως τη φαρμακοποιό που διαχειριζόταν το συγκεκριμένο φαρμακείο και µε την οποία συναλλασσόταν. v. Κατοικεί μόνιμα στην Λευκωσία, αλλά λόγω του ότι το εξοχικό της βρίσκεται στον Πρωταρά, είχε αναπτύξει πολύ στενές και φιλικές σχέσεις µε την ΜΕ
  13. Πήγαινε στο φαρμακείο της, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όταν πήγαινε στο εξοχικό της για διακοπές, αφού εργαζόταν και κατοικούσε στη Λευκωσία. Ψώνιζε από την ΜΕ1 για να τη στηρίζει, αλλά και επειδή οι τιμές που της έκανε ήταν καλύτερες από άλλα φαρμακεία. Από το φαρμακείο της ΜΕ1, αγόραζε, κυρίως, ενέσεις, λόγω χρόνιων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, καθώς και διάφορα φάρμακα, καλλυντικά και είδη περιποίησης. Κάθε φορά πλήρωνε την ΜΕ1 το ποσό που της ζητούσε για τα προϊόντα που αγόραζε, έστω και αν αυτή δεν της έδινε πάντοτε σχετικές αποδείξεις είσπραξης. vi. Κάποιες φορές, λόγω πίεσης χρόνου, είτε από την πλευρά της, είτε από την πλευρά της ΜΕ1 και καθότι είχε αναπτυχθεί πλέον οικειότητα και εμπιστοσύνη μεταξύ τους, έτυχε να πάρει προϊόντα από το φαρμακείο της ΜΕ1 χωρίς να τα πληρώσει εκείνη ακριβώς τη στιγμή και έλεγαν ότι θα διευθετείτο η οφειλή της την επόμενη φορά που θα συναττόντουσαν. Όπως και γινόταν, πάντοτε. vii. Όταν ψώνιζε από το φαρμακείο της ΜΕ1, η ΜΕ1 ουδέποτε της εξέδωσε τιμολόγια ή οτιδήποτε προς αυτή τη κατεύθυνση, αλλά και ουδέποτε της έδωσε οτιδήποτε να υπογράψει. Αμφισβητεί την ύπαρξη όλων των αποδείξεων (μέρος του Τεκμηρίου ΠΤ1) που η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε στο Δικαστήριο, οι οποίες φαίνεται να τυπώθηκαν από ηλεκτρονικό σύστημα και αφορούν διάφορες ημερομηνίες κατά τα έτη 2001 μέχρι
  14. viii. Πάντοτε διευθετούσε τυχόν υπόλοιπα της με την ΜΕ1 και για αυτό, ουδέποτε χρειάστηκε να την υπενθυμίσει ότι της οφείλει οποιοδήποτε ποσό, αφού, πάντοτε διευθετούσε τα υπόλοιπα της και πολύ σύντομα. Μάλιστα, ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες η ίδια δεν μπορούσε να μεταβεί στο φαρμακείο της ΜΕ1 λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, έστελνε τον πατέρα της να πληρώσει την ΜΕ1, χωρίς ουδέποτε να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. ix. Η μόνη φορά που η ΜΕ1 της έκανε αναφορά για οφειλόμενο υπόλοιπο, ήταν γύρω στο καλοκαίρι του έτους
  15. Εκείνη την συγκεκριμένη φορά, είχε πάει στο φαρμακείο της ΜΕ1 και η ΜΕ1 της ανέφερε ότι υπήρχε ένα υπόλοιπο. Η ίδια, της ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο, αλλά της ζήτησε να της τεκμηριώσει τι της οφείλει, αν όντως υπήρχε, για να το διευθετήσει. Η ΜΕ1, της είπε ότι δεν ήξερε συγκεκριμένα ποιο ήταν το οφειλόμενο ποσό, γιατί δεν είχε μπροστά της οποιαδήποτε στοιχεία εκείνη τη στιγμή. Η ίδια, είπε στη ΜΕ1, αν τελικά έβρισκε οφειλόμενο υπόλοιπο να την ειδοποιήσει αμέσως και συγκεκριμένα της ανέφερε, ότι, ακόμα και αν δεν κατάφερνε να περάσει από το φαρμακείο της, να της τηλεφωνούσε για να της πει αν είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο. Η ΜΕ2, ουδέποτε την ειδοποίησε για οποιοδήποτε υπόλοιπο και η ίδια υπέθεσε ότι δεν βρήκε κάτι και πως επρόκειτο για λάθος, αφού γνώριζε, πως, ότι είχε αγοράσει, το είχε ξοφλήσει. Η ΜΕ1, ουδέποτε της υπέδειξε κατάσταση λογαριασμού ή τιμολόγιο που να αναφέρει τις οφειλές της. x. Αμφισβητεί την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο ΡΚ1), την οποία δεν την θεωρεί επαρκή, αφού δεν αναφέρει καν τα προϊόντα που αφορούν οι παρουσιασθείσες εις αυτήν, πιστώσεις. Ουδέποτε συμπλήρωσε η ίδια οποιοδήποτε έντυπο ανοίγματος λογαριασμού και ουδέποτε έδωσε στοιχεία για να ανοιχτεί λογαριασμός. Ουδέποτε της υποδείχθηκε ή παραδόθηκε οποιοσδήποτε λογαριασμός στο όνομα της που να αναφέρει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αλλά ούτε και υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ως προς τούτο. xi. Ποτέ δεν κατάλαβε τη στάση της ΜΕ1, εφόσον αυτή ουδέποτε αρνήθηκε να της πληρώσει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αν πραγματικά οφειλόταν. Αντιθέτως, είχε όλη την καλή διάθεση να εξοφλήσει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αλλά η ΜΕ1, αντί να την ειδοποιήσει και να της αναφέρει ότι βρήκε κάποιο υπόλοιπο για να το συζητούσαν αν συμφωνούσαν, όχι μόνο έβαλε κάποιο να την απειλήσει αναφέροντας στο πρόσωπο αυτό και όλα της τα προσωπικά στοιχεία, προχώρησε με την καταχώριση αυτής της Αγωγής, χωρίς καμία προειδοποίηση. xii. Ουδέποτε αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, όπως έκανε και στο παρελθόν. Πώς να το έκανε εξάλλου, αφού ουδέποτε της υποδείχθηκε οποιοδήποτε πραγματικά οφειλόμενο τιμολόγιο, κατάσταση λογαριασμού ή κάτι προς αυτή τη κατεύθυνση. Ζήτησε από την ΜΕ1 πολλές φορές, τόσο κατά την περίοδο του 2010, όταν της ανέφερε πρώτη φορά για υπόλοιπο, όσο και μετά την καταχώριση αυτής της Αγωγής, μέσω των δικηγόρων της, να της προσκομίσει σχετικά τιμολόγια και να τα πληρώσει, αν πραγματικά όφειλε, κάτι που ουδέποτε έπραξε η ΜΕ1, γεγονός το οποίο ενισχύει την θέση της πως κανένα ποσό της όφειλε και πως κακώς κινήθηκε η Αγωγή αυτή εναντίον της. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
  16. Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο, στο σύνολο της, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι ενέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για να καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί, για κάθε ένα από τους μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας, είναι ότι, αυτοί, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν και τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς, είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που πραγματικά ή και αρμοδίως και κατά τον τρόπο που εξήγησαν, έλαβαν γνώση, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι λόγοι, πίσω από την κατάληξη μου αυτή, σε γενικές γραμμές, είναι οι ακόλουθοι: i. Η ΜΕ1, κατά τον τρόπο που εξήγησε, χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, είχε άμεση εμπλοκή στα γεγονότα της επίδικης διαφοράς κατά την εξέλιξη τους και ως εκ τούτου, προσωπική γνώση των συναλλαγών της Ενάγουσας με την Εναγομένη, ώστε να ήταν σε θέση να μαρτυρήσει σε ότι αφορά το υπόβαθρο του χρέους της Εναγομένης προς την Ενάγοσυα, βάσει του λογαριασμού που η Ενάγουσα τηρούσε στο όνομα της Εναγομένης αναφορικά με τις συναλλαγές τους, κατάσταση του οποίου (Τεκμήριο ΡΚ1) η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014, Γεώργιος & Σπυρος Τσαππή Λτδ. ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Μαστρής Λτδ. ν Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 728). ii. Η ΜΕ1, μαρτύρησε για την εξέλιξη της σχέσης της με την Εναγομένη: ότι δηλαδή, αρχικά, αυτή ήταν καθαρά πελατειακή και ότι, ακολούθως, εξελίχθηκε και σε φιλική, οπόταν κυριαρχούσε πλέον μεταξύ των δύο και το στοιχείο της εμπιστοσύνης; και πως κατέληξε με τον χρόνο να υπάρξει η επίδικη οφειλή που έφερε σε ρήξη την σχέση της με την Εναγομένη. Αυτά, δεν αμφισβητήθηκαν από την Εναγομένη, η οποία, ως επί το πλείστον, επιβεβαίωσε την μαρτυρία της ΜΕ1, αμφισβητώντας την μοναχά ως προς τον ισχυρισμό της τελευταίας, για ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου προς την Ενάγουσα. Η ΜΕ1, όμως, σε αντίθεση με την Εναγομένη, - που γενικόλογα, αλλά και ως στην συνέχεια επεξηγώ, αντιφατικά και παράλογα, απλώς ισχυρίστηκε, ότι εξοφλούσε κάθε οικονομική υποχρέωση της προς την ΜΕ1 σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να αρνείται ότι εξασφάλιζε από αυτήν προϊόντα επί πιστώσει -, σε όλα τα στάδια της συναλλακτικής σχέσης της Ενάγουσας με την Εναγομένη, διατηρούσε οργανωμένο σύστημα αρχείου, που, επέτρεπε, την τήρηση, ξεχωριστά, των επί πιστώσει συναλλαγών τους. Κάτι, που, εκτός του ότι, στις μέρες μας, είναι λογικό και αναμενόμενο από μία οργανωμένη επιχείρηση ενός φαρμακείου, επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ2, που, ως ελεγκτής στο επάγγελμα, έχει συγκεκριμένες δια νόμου υποχρεώσεις, που, στην απουσία στοιχείων που θα δικαιολογούσαν να κριθεί αναξιόπιστος, δύσκολα δεν γίνεται πιστευτός, από την στιγμή, που, και αυτός (όπως και η ΜΕ1), είχε προσωπική εμπλοκή σε ότι αφορούσε τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (στον βαθμό που αναφέρθηκε), αλλά και γνώση από δεδομένα και στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε, η ύπαρξης των οποίων είναι, υπό τις περιστάσεις, πολύ λογική (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462 [[x]]). Ειδικότερα, ως προς το γεγονός, ότι, στις εξελεγμένες καταστάσεις της Ενάγουσας, - που μάλιστα, ως ισχυρίστηκε, υπεβλήθησαν, ως υπάρχει δια νόμου υποχρέωση, και σε όλα τα αρμόδια κρατικά τμήματα -, υπάρχει στο μέρος τους που αφορούν τα εμπορικά εισπρακτέα της Ενάγουσας, καταχωρήσεις με το όνομα της Εναγομένης για χρεωστικά υπόλοιπα της, που, κατά το τέλος του κάθε οικονομικού έτους είχαν ελεγχθεί μέσα από στοιχεία (καταστάσεις λογαριασμού και αποδείξεις - Τεκμήριο ΠΤ1), οι οποίες δείχνουν, ως ισχυρίστηκε και η ΜΕ1, πως, σταδιακά, από το έτος 2001 έως και το έτος 2005, είχε αυξηθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης προς την Ενάγουσα και κατέληξε να είναι το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας σε αυτή την Αγωγή (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ. ν Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 728). Δεν βρίσκω λογικό, η ΜΕ1, χωρίς να έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγομένης κάποιος ειδικός προς τούτο λόγος, επί σειρά ετών, να τηρούσε ψευδή, ως υποστήριξε η Εναγομένη, στοιχεία (Τεκμήριο ΠΤ1), τα οποία να παρέδιδε προς έλεγχο από τους ελεγκτές της εταιρείας στο τέλος κάθε οικονομικού έτους, ώστε, σε κάποιο στάδιο και μετά από χρόνια, να μπει στην διαδικασία της δικαστικής αντιδικίας, για να αξιώσει από αυτήν, ένα ποσό της τάξης των €2.628,
  1. Ή εναλλακτικά, ως και πάλι υποστήριξε η Εναγομένη, η Ενάγουσα, να έμπαινε στην διαδικασία να κατασκευάσει την δέσμη αποδείξεων (μέρος του Τεκμηρίου ΠΤ1) που επιβεβαιώνουν τις καταχωρήσεις της κατάστασης λογαριασμού με περισσότερη λεπτομέρεια (ως προς τα προϊόντα που αγοράστηκαν, την ημερομηνία, ακόμη και την ώρα της συναλλαγής) - την οποία, η Εναγομένη, δεν πέτυχε να αμφισβητήσει ουσιαστικά-, απλά και μόνο για να υποστηρίξει αυτή της την απαίτηση, όταν, ο όγκος και η έκταση των λεπτομερειών που έκαστη απόδειξη περιλαμβάνει, καταδεικνύουν και το παράλογο του συγκεκριμένου ισχυρισμού της. Τοσούτο, σε κάτι τέτοιο, να έχει συνδράμει και ο ελεγκτής της Ενάγουσας, ΜΕ2, ο οποίος, για να καταθέσει τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, αν όσα η Εναγομένη ισχυρίστηκε είναι η πραγματικότητα, πρέπει να κατέθεσε μόνο ψεύδη. Όταν κάθε άλλη, παρά τέτοια, ήταν η εντύπωση μου από την ενώπιον μου παρουσία του στο ειδώλιο του μάρτυρα. Μου είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθώ κάτι τέτοιο.
  2. Συνεπώς, χωρίς να εντοπίζονται στην μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν για την υπόθεση της Ενάγουσας, ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας τους, έπειθαν με την ειλικρίνεια τους, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, φαίνεται, ως έχει προαναφερθεί να επιβεβαιώνονται, να συμπλέκουν ή να ενισχύονται, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία τους στο σύνολο της προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για την κατάληξη μου που ακολουθεί.
  3. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί της Εναγομένης, δεν παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Παραθέτω, ενδεικτικά, κάποιους από τους λόγους για την κατάληξη μου για την απόρριψη της μαρτυρίας της: i. Ενώ η θέση που υποβλήθηκε στην ΜΕ1 κατά την αντεξέταση της από την συνήγορο της Εναγομένης, ήταν, ότι, (α) μετά τον Ιούνιο - Ιούλιο του έτους 2010 που επικοινώνησε με την Εναγομένη αναφέροντας της ότι είχε «ένα υπόλοιπο» και η Εναγομένη της είπε «ψάξτε, βρέστε το και ενημερώστε με», και ότι, (β) η ΜΕ1, ακολούθως αυτού του γεγονότος, «ένα μεσημέρι του Ιούνη», επικοινώνησε με την Εναγομένη και την ενημέρωσε ότι «δεν βρήκε κανένα υπόλοιπο» (θέση, μάλιστα, που υποβλήθηκε στην ΜΕ1, τουλάχιστον δύο φορές)•, η Εναγομένη, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, υποστήριξε κάτι το εντελώς αντίθετο - ότι, η δηλαδή, η ΜΕ1, δεν της απάντησε ποτέ ποιο ήταν το χρέος της -, ενώ, μέσα από τις τοποθετήσεις της κατά την εξέλιξη της αντεξέτασης της, επιπρόσθετα, παρατηρείται, ότι, και σε σχέση με αυτή της την θέση η Εναγομένη αυτοαναιρέθηκε, αφού, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της, παραδέχθηκε ότι σε κάποια επικοινωνία της με την ΜΕ1, η ΜΕ1 της είχε αναφέρει «το υπόλοιπο» της, μεταθέτοντας το όλο θέμα κατά την συνέχεια, στην μη τεκμηρίωση του εν λόγω ποσού από πλευράς Εναγομένης. Οι ακόλουθες περικοπές από τα πρακτικά της δίκης, αποτελούν την βάση των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου: «Ε: . πότε ήταν η πρώτη φορά που σας ενόχλησε για το υπόλοιπο η κυρία Ρούλλα, ότι χρωστάτε στους ενάγοντες; Πότε σας είπε; Α: Μου είχε πει τον Σεπτέμβρη του 2010 η ίδια συγκεκριμένα, μετά ναι, με ενόχλησε το
  4. Ε: . ποιόν Σεπτέμβρη; Α: Του 2010; Ε: Και από τότε, εσύ τι έκαμες; Επήρες τηλέφωνο την κυρία Ρούλλα; Α: Μίλησα με την κυρία Ρούλλα, μου είπε ότι χρωστώ και της είπα, ότι χρωστώ, να το διευθετήσουμε. Ε: Σεπτέμβρη του 2010; Α. Και από τότε, δεν επανήλθε να μου πει τι της χρωστώ και μετά το καλοκαίρι του 2011 ξεκίνησαν κάποιοι τρίτοι να με απειλούν ότι χρωστώ στην Ρούλλα την Κεφάλα, με δάφορες απειλές. . Ε: Εγώ σου υποβάλλω ότι η κυρία Ρούλλα σε έπαιρνε τηλέφωνο για να διευθετήσεις το υπόλοιπο και γνώριζες το υπόλοιπο που είχε. Τι έχει να πεις; Α: Όχι δεν με πήρε και σας λέω με πήρε κάποιος άγνωστος και μου είπε . . Ε: Και εγώ σου υποβάλλω κυρία μάρτυς, ότι η τελευταία φορά που μιλήσατε με την κυρία Κεφάλα, ήταν Δεκέμβρη του 2010, τι έχεις να πεις; Α: Δεν θυμούμαι να μου έδωσε υπόλοιπο και να αρνήθηκα να της το πληρώσω . Ήθελα να τα βρούμε με την κυρία Κεφάλα. Αν υπήρχε οτιδήποτε όπως σας είπα, ποτέ δεν μου έστειλε οτιδήποτε. . . Ε: Και εγώ σου υποβάλλω, ότι πάντα ήσουν ενήμερη για το εκάστοτε υπόλοιπο σου, τι έχεις να πεις; Α: Δεν ήμουν ενήμερη για το υπόλοιπο, εκτός από το απειλητικό τηλεφώνημα που δέχτηκα, εκεί έμαθα το υπόλοιπο. Ε: Εφόσον κυρία μάρτυς ισχυρίζεσαι ότι υπήρχε θέση ότι έχεις ένα υπόλοιπο, γιατί σαν καλή φίλη, εν επήες μια μέρα στο φαρμακείο της ενάγουσας να λύσετε το θέμα; Α: Σας είπα, η τελευταία φορά που την είδα και μου είχε πει το υπόλοιπο, δεν είχα ξαναπάει Πρωταρά, δεν είχα ξαναεπικοινωνήσει μαζί της και μετά ξαναξεκίνησαν τα απειλητικά τηλεφωνήματα. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ii. (α) Η Εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, κατά την δίκη - και συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση της -, μετακινήθηκε ουσιωδώς από την θέση της ως προς τον λόγο που η απαίτηση της Ενάγουσας οδήγησε στην καταχώριση αυτής της Αγωγής - δηλαδή, μετέβαλε τον ισχυρισμό της, ότι, είχε ενημερωθεί από την ΜΕ1 ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό και ότι, λόγω αυτής της παράστασης από την ΜΕ1, εντελώς αδικαιολόγητα, απροειδοποίητα και απρόσμενα καταχωρήθηκε αυτή η Αγωγή εναντίον της• ισχυριζόμενη τελικά, ότι, το «υπόλοιπο» (/ χρέος), της είχε αναφερθεί από την ΜΕ1, χωρίς όμως να της αναλυθεί / τεκμηριωθεί ώστε να το αποδεχθεί για σκοπούς εξόφλησης του - κατά τρόπο αντιφατικό και αδικαιολόγητο, που στιγματίζει αρνητικά την μαρτυρία της. Ανεξάρτητα όμως τούτου ([1]), ο εν λόγω ισχυρισμός της Εναγομένης, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως στην συνέχεια, είναι και παράλογος. Η Εναγομένη, αντεξεταζόμενη, αποδέχθηκε ότι υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες είχε αγοράσει από την ΜΕ1 προϊόντα επί πιστώσει, σημειώνοντας παράλληλα, ότι, κάτι τέτοιο, όταν ελάμβανε χώρα, γινόταν «χωρίς η ΜΕ1 να της δώσει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την πίστωση ή η ίδια να υπογράψει οτιδήποτε σχετικό». Στην συνέχεια, κατά την δίκη, υποστήριξε, ότι, ήταν έτοιμη να πληρώσει την ΜΕ1, οτιδήποτε της χρωστούσε, αν η τελευταία της παρουσίαζε οποιοδήποτε έγγραφο είχε που να της έδειχνε τι χρωστούσε. Και ενώ διαφάνηκε από την μαρτυρία της Εναγομένης (κυρίως αυτή που προέκυψε από την αντεξέταση της), ότι αυτό που ουσιαστικά ζητούσε για να διευθετήσει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο, ήταν μία κατάσταση λογαριασμού, - όπως το Τεκμήριο ΡΚ1 και το Τεκμήριο ΠΤ1 (που, ουσιαστικά, είναι το ίδιο έγγραφο)• που δεν βρίσκω καμία λογική, η Ενάγουσα, που είχε μια τέτοια κατάσταση (βλ. σχετική μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2), να μην της την απέστελλε αν η εκφρασθείσα πρόθεση της Εναγομένης προς την ΜΕ1, ήταν η εξόφληση της οφειλής, ή έστω η συζήτηση διευθέτησης της -, στην πορεία της αντεξέτασης της, φαίνεται να αναζητούσε έγγραφα υπογραμμένα από την ίδια - όταν ενωρίτερα υποστήριξε ότι δεν γινόταν ποτέ κάτι τέτοιο -, και να αμφισβητεί το Τεκμήριο ΠΤ1, μέρος του οποίου είναι μια τέτοια κατάσταση λογαριασμού, επειδή αυτή δεν φέρει σφραγίδα της Ενάγουσας ή υπογραφή της ΜΕ1 - όταν παράλληλα ισχυρίζεται ότι αγνοεί την οντότητα της Ενάγουσας -, την ίδια στιγμή, που, το Τεκμήριο ΡΚ1, που είναι κατάσταση λογαριασμού - η ίδια ουσιαστικά με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο ΠΤ1 -, την γνησιότητα της οποίας, όπως και όσων εγγράφων παρουσιάστηκαν προς τεκμηρίωση των καταχωρήσεων της, η Εναγομένη (κατά την δίκη), επίσης αμφισβήτησε, είναι σφραγισμένη από την Ενάγουσα και φέρει την υπογραφή της ΜΕ
  5. Παραθέτω, ενδεικτικά, προς τον σκοπό επεξήγησης του σκεπτικού μου για τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις και κατάληξη μου, κάποιες περικοπές από την μαρτυρία της Εναγομένης κατά την δίκη, από τα σχετικά πρακτικά: «Ε: . όταν πήγαινες να ψωνίσεις, συμφωνείς μαζί μου ότι έβγαζε σου πάντα απόδειξη η κυρία Ρούλλα, αν πλήρωνες μετρητά; Α: Ναι. . Ε: Αγόραζες και προϊόντα επί πιστώσει, έτσι δεν είναι; Α: Έτυχε να μου δώσει προϊόντα επί πιστώσει, αλλά χωρίς να μου δώσει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την πίστωση ή να υπογράψω οτιδήποτε σχετικό. Ε: Δηλαδή έπιανες προϊόντα και έφευγες που το φαρμακείο; Α: Δεν ήταν πάντα στο φαρμακείο, μπορούσε να βρεθούμε και εκτός ή και να ερχόταν κάποιες φορές Λευκωσία και να μου φέρει κάποια προϊόντα. Αλλά ουδέποτε είχα υπογράψει οτιδήποτε, γιατί κατέγραφε τα η ίδια και μετά την αποπλήρωνα. Ε: Που το γνωρίζεις ότι τα κατέγραφε η ίδια; Α: Έβλεπα ότι κάτι έγραφε κάπου, τα κατέγραφε, αλλά όχι ηλεκτρονικά, όπως μας έχει φέρει αποδείξεις. . Α: . Είχε σταλεί μια επιστολή η οποία δόθηκε στον δικηγόρο, για να διαπραγματευτεί με την κυρία Κεφάλα ο δικηγόρος. Ε: Τι οδηγίες είχε δηλαδή; Να διαπραγματευτεί με το υπόλοιπο; Α: Να στείλει οτιδήποτε είχε στην κατοχή της η κυρία Κεφάλα, για να πληρωθεί όπως ήταν η θέση και εξακολουθούσε να ήταν, πριν ξεκινήσει την διαδικασία, να παρουσίαζε οτιδήποτε έγγραφο είχε και να έρθουμε σε μια συνεννόηση. . Ε: Γιατί δεν ξαναμιλήσατε με την κυρία Ρούλλα Κεφάλα; Α: Ξαναμιλήσαμε το καλοκαίρι του 2011, μετά που πήραμε τα απειλητικά τηλεφωνήματα και ξαναείχα την ίδια στάση, να μας φέρει κάτι ότι της χρωστούσαμε και να την πληρώσουμε. Όταν την επήρα να της κάμω παράπονα, την παρακάλεσα να τους πει να σταματήσουν να με παρενοχλούν εμένα και την οικογένεια μου, . και της ξαναείπαμε ότι αν σου χρωστούμε οτιδήποτε, βρες τα και έλα φέρμας τα, να πληρωθείς. . Ε: Και σας υποβάλλω ότι έχετε υπόλοιπο στην ενάγουσα εταιρεία, το ποσό που αναφέρετε στην κατάσταση λογαριασμού και στην επιστολή την οποία σας στάληκε. Τι έχετε να πείτε; Α: Εγώ σας είπα ότι αμφισβητούσα το ποσό. Από την στιγμή που δεν ήρθε να μου το παραδώσει η κυρία Κεφάλα, όταν της ζητήθηκε επανειλημμένα. . Ε: Και σας υποβάλλω ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος η ενάγουσα να σας χρεώσει με προϊόντα τα οποία εσείς ποτέ δεν πήρατε και είχατε πληρώσει. Τι έχετε να πείτε; Α: Και εγώ σας λέω ότι όταν η ενάγουσα είχε τόσα χρόνια την κατάσταση λογαριασμού μπροστά της, μπορούσε να την παρουσιάσει για να κλείσουμε και να μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε. Έχουμε ζητήσει επανηλημμένα να μας παρουσιάσει κατάσταση λογαριασμού και ποτέ δεν αρνήθηκα οτιδήποτε στην κυρία Κεφάλα. Απλά έτυχε πολλές φορές, να μου παρουσιάσει κάτι πειστικό με υπογραφές. Ένα έγγραφο το οποίο να μου λέει αυτά εν τα χρέη σου και να κάτσουμε να τα συζητήσουμε, ουδέποτε είχα αρνηθεί κάτι τέτοιο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (β) Αίσθηση προκαλεί (σε συνδυασμό και με τα προαναφερόμενα) και το γεγονός, ότι, ενώ η Εναγομένη ισχυρίστηκε (κατά την αντεξέταση της), ότι, οι επί πιστώσει αγορές της από την ΜΕ1, δεν πρέπει να ήταν πέραν των δύο ή τριών (χωρίς δηλαδή να αποκλείει το ενδεχόμενο να οφείλει κάποιο ποσό, όταν με την έκθεση υπεράσπισης της, εντελώς αντίθετα, υποστήριζε ακράδαντα ότι δεν οφείλει κανένα ποσό), ζητούσε κατάσταση λογαριασμού για να έχει ανάλυση του ισχυριζόμενου χρέους. Κάτι, που, λογικό θα ήταν η Εναγομένη να το ζητούσε, μόνο στην περίπτωση που ο αριθμός των επί πιστώσει αγορών της ήταν μεγαλύτερος. Λογαριασμό στο όνομα της, που, επίσης πρέπει να σημειωθεί, την ίδια στιγμή που η Εναγομένη ισχυρίζεται τα όσα έχουν προαναφερθεί, αμφισβητεί την τήρηση του από την ΜΕ1, ή εν πάση περιπτώσει, ότι είχε η ίδια εξουσιοδοτήσει το άνοιγμα και την τήρηση του από την ΜΕ1 (με όποια αξία και αν θα μπορούσε να έχει ο ισχυρισμός της αυτός). Αυτός ο ισχυρισμός της Εναγομένης, σε συνδυασμό με την κατάθεση της κατά την δίκη, ότι, κατά καιρούς, είχε οφειλόμενα προς την ΜΕ1 από αγορές της επί πιστώσει, τις οποίες όμως τις εξοφλούσε, εύλογα εγείρεται το ερώτημα, ως προς το πως θα μπορούσε η ΜΕ1 να παρακολουθεί τα όσα επί πιστώσει πωλούσε στην Εναγομένη, - κάτι που η τελευταία παραδέχεται ότι γινόταν -, αν, η Ενάγουσα, δεν είχε ένα σύστημα τήρησης λογαριασμού για τα όσα η Εναγομένη προμηθευόταν χωρίς να πληρώνει, ως η ΜΕ1 ισχυρίστηκε κατά την δίκη και ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε, σε συμφωνία με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας.
  6. Με δεδομένη, πλέον, αυτή την θετική εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας, και την απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγομένης, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  7. Η απαίτηση της Ενάγουσας, αφορά υπόλοιπο λογαριασμού, - δηλαδή χρέος -, και συνεπώς, η Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυριζόμενων εμπορικών εισπρακτέων, χρέους της Εναγομένης (βλ. Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). 24. Κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων, νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται, ή, οι εις αυτήν καταχωρήσεις παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (βλ. Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). 25. Σύμφωνα με την νομολογία, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). 26. Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) και όχι το χρέος, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, Ηρακλής Μιχαηλίδης ν Φάνος Ν. Επιδανίου Λτδ.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494 και Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 [[xi]]).
  1. Φυσικά, όπως και σε κάθε υπόθεση, ο εναγόμενος διάδικος, που αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαδίκου, φέρει το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης τους («evidencial burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ανωτέρω). [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
  2. Με δεδομένο, ότι, η μαρτυρία της Εναγομένης έχει απορριφτεί ως αναξιόπιστη και δεδομένης της διαπίστωσης μου, ότι, η Ενάγουσα, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία που υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της και κατ' επέκταση την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό (στην βάσει των νομικών αρχών που μόλις έχουν αναλυθεί), βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, και της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων των Εναγόντων την οποία έχω αποδεχθεί, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα ευρήματα μου, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου.
  3. Τα βασικά μου ευρήματα και η αξιολόγησης τους βάσει των προαναφερόμενων νομικών αρχών, έχουν ως εξής: i. Πριν από το έτος 2001, η Εναγομένη, ξεκίνησε να επισκέπτεται ως πελάτης το φαρμακείο της Ενάγουσας, επιχείρηση που ήταν υπό την διαχείριση της ΜΕ1, που ήταν και είναι αξιωματούχος και μέτοχος της Ενάγουσας και αδειούχος φαρμακοποιός. ii. Η Εναγομένη, αγόραζε από την Ενάγουσα, εμπορεύματα της εμπορίας της, κυρίως φαρμακευτικά και καλλυντικά προϊόντα. iii. Μεταξύ της ΜΕ1 και της Εναγομένης, μέχρι και το έτος 2001, είχε αναπτυχθεί σχέση φιλίας, κύριος λόγος για τον οποίο, η ΜΕ1, για λογαριασμό της Ενάγουσας, πωλούσε στην Εναγομένη, κατά παράκληση της τελευταίας, επί πιστώσει, εμπορεύματα της εμπορίας της Ενάγουσας. iv. Η Ενάγουσα, διατηρούσε για την περίοδο των ετών από 2000 έως 2005, αρχείο για την επιχείρηση της (συμπεριλαμβανομένων σε αυτό και των εμπορικών εισπρακτέων και πληρωτέων της), στην οποία τηρούσε δευτερεύον αρχείο, υποφάκελλο, για τις επί πιστώσει τρεχούμενες συναλλαγές της με την Εναγομένη. Οι καταχωρήσεις αυτές, γίνονταν αποκλειστικά από την ΜΕ1, δια της οποίας αποκλειστικά γινόντουσαν και οι συναλλαγές της Ενάγουσας με την Εναγομένη. Η Εναγομένη, ήταν ενήμερη για το γεγονός της τήρησης από πλευράς Ενάγουσας, λογαριασμού στο όνομα της, σε σχέση με τις επί πιστώσει συναλλαγές της με αυτήν. v. Κατά την περίοδο των ετών από 2000 έως 2005, η Εναγομένη, αγόρασε από την Ενάγουσα τα εμπορεύματα, που, κατά είδος, ποσοτικά, σε αξία (σε λίρες Κύπρου) και στον χρόνο, ως εκεί καταγράφεται, αναφέρονται στις αποδείξεις καταχωρήσεων 1 έως 60 του Τεκμηρίου ΠΤ1, που αντιστοιχούν στις καταχωρήσεις (της 2ης στήλης, με αναφορά «Rec. no.») της κατάστασης λογαριασμού πελάτη στο Τεκμήριο ΠΤ1 που αφορά την Εναγομένη, τις οποίες επεξηγούν. Η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο ΡΚ1, είναι η απεικόνιση της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο ΠΤ1 για την ίδια περίοδο, και οι εις αυτό καταχωρήσεις αφορούν τις ίδιες συναλλαγές της Ενάγουσας με την Εναγομένη, αλλά σε ευρώ, βάσει της ισοτιμίας της λίρας Κύπρου στο ευρώ, ως αυτή κλείδωσε για σκοπούς ένταξης της Δημοκρατίας στην οικονομική και νομισματική Ένωση ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. τον περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και ειδικότερα τα Άρθρα 15 και 16 αυτού). vi. Βάσει του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας, η Ενάγουσα ετοίμαζε, βάσει της νόμιμης υποχρέωσης της, λογαριασμούς, οι οποίοι ελέγχονταν από τον ελεγκτικό οίκο KPST Auditors Ltd για σκοπούς υποβολής τους, μεταξύ άλλων, στον Έφορο Φορολογίας και Εταιρειών. Στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, το όνομα της Εναγομένης, παρουσιάζεται ως καταχώριση στα εμπορικά εισπρακτέα της Ενάγουσας, για ποσό £53 - για το έτος 2001, £961,90 - για το έτος 2003, £1.482,47 - για το έτος 2004 και £1.538,15 - για το έτος
  4. Καταχωρήσεις που συνάδουν με τις καταχωρήσεις της καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο ΠΤ1 και των αντίστοιχων αυτής σε ευρώ, του Τεκμηρίου ΡΚ
  5. vii. Για τις αγορές της αυτές, η Εναγομένη, εξασφάλισε πίστωση από την Ενάγουσα για εξόφληση τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η Εναγομένη, ενημερωνόταν κατά καιρούς για το υπόλοιπο της κατάστασης του λογαριασμού της από την ΜΕ1 και μάλιστα, προς τούτο, ελάμβανε κατά καιρούς και εκτυπωμένα αντίγραφα του. Ποτέ η Εναγομένη δεν είχε αμφισβητήσει τις καταχωρήσεις στην κατάσταση του λογαριασμού της από πλευράς Ενάγουσας, ή το υπόλοιπο οφειλόμενο που αυτή κατά καιρούς παρουσίαζε, όταν ενημερωνόταν σχετικά από την ΜΕ
  6. Μέχρι και την 20/08/2005, το χρέος της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, βάσει της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο ΡΚ1 και μέρος του Τεκμηρίου ΠΤ1), ήταν €2.628,09 (£1.538,15). Το χρέος της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, εξακριβώθηκε προφορικά, δια επικοινωνιών, που, η ΜΕ1 είχε με την Εναγομένη μετά την 20/08/2005 και πριν την 02/09/
  7. Γραπτώς, η Ενάγουσα, εξακρίβωσε αλλά και απαίτησε από την Εναγομένη το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της, την 02/09/2011, δια της επιστολής της ημερομηνίας 08/08/2011, Τεκμήριο ΜΒ1, που παραλήφθηκε από την Εναγομένη σε εκείνη την ημερομηνία, την οποία, εν συνεχεία, λόγω παράλειψης και πάλι της Εναγομένης να εξοφλήσει το χρέος της, διεκδίκησε με την καταχώριση αυτής της Αγωγής την 19/09/
  8. Η Εναγομένη, μετά την 20/08/2005, αλλά πριν την 08/08/2011, είχε επανειλημμένως κληθεί από την ΜΕ1 να εξοφλήσει το εν λόγω χρέος της προς την Ενάγουσα, και παρά το γεγονός ότι δεν το είχε ποτέ αμφισβητήσει, αλλά, αντίθετα, υποσχόταν εξόφληση του, δεν το εξόφλησε και στην συνέχεια απέκοψε κάθε σχέση με την Ενάγουσα και επικοινωνία με την ΜΕ1 προς αποφυγή εξόφλησης του. [Ε]. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
  9. Κατά την δίκη, υπήρξε έντονη η διαφωνία της πλευράς της Εναγομένης, περί της κατάθεσης κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, του Τεκμηρίου ΠΤ1, όταν ενωρίτερα, είχε, εγκριθείσας ένστασης της πλευράς της Εναγομένης, αποκλειστεί η παρουσίασης τους κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, για τον λόγο ότι, αυτά, δεν είχαν αποκαλυφτεί από πλευράς Ενάγουσας, σε συμμόρφωση με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου, εκδοθείσας πριν από την δίκη, δυνάμει των προνοιών της Δ.28, κ. 1 των Θ. Π. Δ., για γενική αποκάλυψη εγγράφων. Και τούτο, ως ήταν προφανές, καθότι, δεν είχε ζητηθεί από την συνήγορο της Εναγομένης η κατάθεσης τους. Ο μάρτυρας όμως, είχε, αντεξεταζόμενος, ερωτηθεί σε σχέση με τα έγγραφα που το Τεκμήριο ΠΤ1 περιλαμβάνει, γεγονός, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επέβαλλε την κατάθεση τους, όπως και έγινε, δεδομένης της θέσης της Ενάγουσας ότι επιθυμούσε την κατάθεση τους. Το γεγονός, ότι, ενωρίτερα, είχε αποκλειστεί η παρουσίασης τους, για τον λόγο που προαναφέρθηκε, δεν είχε καμία απολύτως σημασία στην απόφαση του Δικαστηρίου, δεδομένων των ερωτήσεων που επακολούθησαν κατά την αντεξέταση, που διερευνούσε για αυτά και ειδικότερα το περιεχόμενο τους (βλ. Ανδρέας Παπά ν Νόνας Α. Οικονομίδου κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 928 [[xii]], Walker v Walker [1937] HCA 44;
(1937)57 CLR 630, Stroud v Stroud (No. 1) ([1963] 1 W.L.R. 1080; [1963] 3 All ER 539, Governor and Company of the Bank of Scotland v Nel (The) [1999] 2 FCR 417, Anastasiou a. a. v Mouyia
(1983)1 CLR 14, Ανδρέας Προκοπίου Λτδ ν Δημήτρη Τουμάζου
(2001)1 ΑΑΔ 1125). [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  1. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €2.628,09, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την καταχώριση αυτής της Αγωγής (την 19/09/2011) μέχρι εξόφλησης.
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διδακτήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] - αλλά επιπροσθέτως τούτου για σκοπούς εκτίμησης της μαρτυρίας της Εναγομένης - [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
  3. [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974. [iv] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ
  1. [v] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
  2. [vi] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vii] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [viii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [ix] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [x] Από την υπόθεση Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αξίζει να παρατεθεί, γιατί σχετίζεται με την εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΕ2, η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών που αφορούσαν τους εφεσείοντες-εναγομένους και αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών, τεκμήρια 24 και 25, ανέφερε ότι ο ίδιος τα ετοίμασε, με βάση τα επίσημα αρχεία της εταιρείας. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι ως οικονομικός υπεύθυνος είχε πρόσβαση και έλεγχο τόσο στα βιβλία των εφεσιβλήτων όσο και στους υπαλλήλους, οι οποίοι ενημέρωναν τα βιβλία αυτά. Θεωρούμε ότι με βάση τα όσα ανέφερε, ότι είχε την αναγκαία προσωπική γνώση των όσων αναφέρονταν στις καταστάσεις λογαριασμού και ορθά το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του». [xi] Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά πως αποδεικνύεται απαίτηση που βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated): «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». [xii] Στην υπόθεση Ανδρέας Παπά ν Νόνας Α. Οικονομίδου κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 928 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Πρέπει να λεχθεί και μάλιστα έντονα ότι ήταν εντελώς λανθασμένη η όλη διαδικασία και στάση που τήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο αφήνοντας τη διαδικασία αντεξέτασης επί των τιμολογίων να προχωρεί χωρίς προηγουμένως να είχαν κατατεθεί αυτά ως τεκμήρια. Ήταν δικαίωμα του εφεσείοντος να παρουσιάσει την υπόθεση του κατά τον τρόπο που ήθελε, που περιελάμβανε βεβαίως και τη μη παρουσίαση εγγράφων ή τιμολογίων, όπως ήταν δικαίωμα και των εφεσιβλήτων μέσω του δικηγόρου τους, να ζητήσουν κατά την αντεξέταση λεπτομέρειες επί διαφόρων εγγράφων περιλαμβανομένων και τιμολογίων. Πλην όμως δεν ήταν δυνατή τέτοια αντεξέταση χωρίς την προηγούμενη κατάθεση των εγγράφων ως τεκμηρίων. Το ίδιο το Δικαστήριο έπρεπε να διασφαλίσει με σχετική απόφαση του ότι δεν θα επιτρεπόταν ερώτηση επί εγγράφου που δεν ήταν ενώπιον του ως τεκμήριο.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.