← Κύπρος

A. SHIAPANIS FURNITURE'S LIMITED (HE 155956) κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πισ

A. SHIAPANIS FURNITURE'S LIMITED (HE 155956) κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 κ.α., Αρ. Αγωγής: 662/13, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 662/13 Μεταξύ:

  1. A. SHIAPANIS FURNITURE'S LIMITED (ΗΕ 155996)
  2. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΙΑΠΑΝΗΣ
  3. ΑΝΤΡΗ ΣΙΑΠΑΝΗ Εναγόντων -και-
  4. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17 (Ι)/2013
  5. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17 (Ι)/2013 Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ.30/6/2015 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγωγής: 662/13 Μεταξύ:
  6. A. SHIAPANIS FURNITURE'S LIMITED (HE 155956)
  7. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΙΑΠΑΝΗΣ
  8. ΑΝΤΡΗ ΣΙΑΠΑΝΗ Εναγόντων -και-
  9. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013
  10. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού Εναγομένων Ημερομηνία: 28.2.2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Π. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.. Για Προτεινόμενους Εναγόμενους 3: κα Κλ. Κραμβή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 29.9.2016 προσθήκης διαδίκου και συνακόλουθης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης) Α. Αντικείμενο Τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προκύπτουν από την απομείωση των καταθέσεων πέραν των €100.000, οι οποίες έγιναν στα κυπριακά πιστωτικά Ιδρύματα τον Μάρτιο του 2013 βάσει των διαταγμάτων Κ.Δ.Π.104/2013 με τίτλο «το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd Διάταγμα του 2013» και Κ.Δ.Π.103/13 με τίτλο «το περί της Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013» (στο εξής «τα διατάγματα 104/13 και 103/13» αντίστοιχα ή συλλογικά «τα Διατάγματα») και τα οποία εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης βάσει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 (στο εξής «ο Νόμος»). Δια της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησής τους οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι, πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd (στο εξής «η Λαϊκή Τράπεζα») επ' ονόματι των Εναγόντων 2 και 3, προτού υποστεί οποιαδήποτε απομείωση σύμφωνα με το Νόμο και των βάσει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων, συμψηφιστεί και/ή αλληλοσυμψηφιστεί και/ή συνυπολογιστεί για σκοπούς εξόφλησης του τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι των Εναγόντων 1 στη Λαϊκή Τράπεζα και ο οποίος φέρει χρεωστικό υπόλοιπο. Αξιώνουν, περαιτέρω, δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι, πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της Λαϊκής Τράπεζας επ' ονόματι των Εναγόντων 2 και 3 προτού υποστεί οποιαδήποτε απομείωση, σύμφωνα με το Νόμο και των βάσει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων, συμψηφιστεί και/ή αλληλοσυμψηφιστεί και/ή συνυπολογιστεί για σκοπούς εξόφλησης του τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι των Εναγόντων 2 και 3 στη Λαϊκή Τράπεζα και ο οποίος φέρει χρεωστικό υπόλοιπο. Αξιώνονται, επίσης, αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή κατόπιν δόλου και/ή απάτης εκ μέρους των Εναγομένων, πλέον έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.. Έχουν ήδη καταχωριστεί υπερασπίσεις εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 και αντίστοιχες απαντήσεις των Εναγόντων σε αυτές. Ιδιαίτερης σημασίας ως προς τα επίδικα με την παρούσα αίτηση θέματα έχουν οι παράγραφοι 11 και 12 της τροποποιημένης Υπεράσπισης της Εναγομένης 2, οι οποίες παρατίθενται εδώ αυτούσιες: «
  11. Η Εναγόμενη 2 αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/2013και του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013 που τιτλοφορείται «Το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013» η Εναγόμενη 2 έχει ήδη προβεί στα μέτρα εξυγίανσης στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η απομείωση των καταθέσεων πέραν των εξασφαλισμένων €100.
  12. Σε σχέση με τους λογαριασμούς των Εναγόντων 2 και 3 και συγκεκριμένα, σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού της επιβληθείσας απομείωσης στις καταθέσεις των Εναγόντων 2 και 3 η Εναγόμενη 2 αναφέρει τα ακόλουθα: (α) Από το ποσό των €171.045,62 που αποτελεί τις καταθέσεις του Ενάγοντα 2, το εξασφαλισμένο ποσό των €100.000 έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από το υπόλοιπο ποσό παραμένει δεσμευμένο το ποσό των €9.823,83 ως εγγύηση, το οποίο εξαιρείται της επιβληθείσας απομείωσης, ενώ έχει επιβληθεί απομείωση ύψους €60.402,
  13. (β) Από το ποσό των €202.826,79 που αποτελεί τις καταθέσεις της Ενάγουσας 3, το εξασφαλισμένο ποσό των €100.000 έχει μεταφερθείς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από το υπόλοιπο ποσό παραμένει δεσμευμένο το ποσό των €9.823,83 ως εγγύηση, το οποίο εξαιρείται της επιβληθείσας απομείωσης, ενώ έχει επιβληθεί απομείωση ύψους €91.706,
  14. Η Εναγόμενη 2 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της παραγράφου

(11)πιο πάνω. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται να προβούν σε συμψηφισμό είναι αδικαιολόγητος και/ή χωρίς καμία νομική υπόσταση εφόσον ο συμψηφισμός με βάση την εγγύηση (lien) μπορεί να γίνει μόνο μετά από σχετικό αίτημα των Εναγόντων έχει γίνει σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις. Οι Ενάγοντες με τα όσα ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους απαιτούν όπως τύχουν διαφορετικού χειρισμού. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε για τους λογαριασμούς των Εναγόντων αποτελεί τη νομότυπη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και οι Ενάγοντες δεν εξαιρέθηκαν της διαδικασίας αυτής.» Ας σημειωθεί δε, ότι στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 (βλ. παρ. 6(ε)) αναφέρεται επιπλέον ότι, ποσό εκ €8.192,61 ως ήταν κατά την 26-03-13, από το χρεωστικό λογαριασμό των Εναγόντων 1 εξαιρείται της επιβληθείσας απομείωσης (για τους λόγους που εκεί εξηγούνται) και μπορούν να το συμψηφίσουν, νοουμένου ότι το επιθυμούν και υποβάλουν σχετικό αίτημα στη Λαϊκή Τράπεζα, με αντίστοιχο ποσό στον καταθετικό λογαριασμό του Ενάγοντα 2, υπ' αριθμό 031-09-
  1. Στην παράγραφο 8(ε) της Υπεράσπισης των Εναγομένων 2, αναφέρεται επίσης ότι, ποσό εκ €11.455,05 ως ήταν κατά την 26-03-13, από το χρεωστικό λογαριασμό των Εναγόντων 2 και 3 εξαιρείται της επιβληθείσας απομείωσης (για τους λόγους που εκεί εξηγούνται) και μπορούν να το συμψηφίσουν, νοουμένου ότι το επιθυμούν και υποβάλουν σχετικό αίτημα στη Λαϊκή Τράπεζα, με αντίστοιχο ποσό στον καταθετικό λογαριασμό του Ενάγοντα 2, υπ' αριθμό 031-09-
  2. Αυτά, ως εισαγωγή στα επίδικα με την αγωγή θέματα, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την υπό εξέταση αίτηση. Δια της επίδικης αίτησης, ημερομηνίας 29.9.2016, οι Ενάγοντες-Αιτητές αξιώνουν: (Α) διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως συνεναγόμενης 3 στην αγωγή και (Β) διατάγματα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Β.1 με Β.9 της αίτησης, οι οποίες δημιουργούν στην αγωγή των Εναγόντων τις απαραίτητες τροποποιήσεις ώστε να ανταποκρίνεται στην προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής «η Τράπεζα Κύπρου») ως Εναγόμενης 3 στην αγωγή. Η αίτηση έχει ως νομική της βάση τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.Θ.10 και 11, Δ.25 Θ.Θ.1-4, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.63 Θ.Θ.1-2, Δ.64 ως επίσης τη συμφυής εξουσία και πρακτική των Δικαστηρίων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο Ενάγοντας 2, σύζυγος της Ενάγουσας 3 και διευθυντής της Ενάγουσας 1, αναφέρει ότι κατόπιν μελέτης της υπόθεσης από τους δικηγόρους του για σκοπούς ακρόασης διαπιστώθηκε ότι χρήζει η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου ως συνεναγομένης 3, η οποία δυνάμει σχετικού διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ως το αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά την Εναγόμενη 2 αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία που σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 που μεταβιβάζονται. Οι αιτούμενες δε, τροποποιήσεις είναι δικαιολογημένες και συνδεδεμένες με την ήδη υπάρχουσα βάση αγωγής, η οποία σε καμία περίπτωση διαφοροποιείται εάν αυτές εγκριθούν. Η παράλειψη της αρχικής προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου ως αναγκαίας διαδίκου είναι πλήρως θεραπεύσιμη και η προσθήκη άκρως απαραίτητη, καθώς αξιώνεται διάταγμα συμψηφισμού των πιστωτικών λογαριασμών Εναγόντων 1-3 με χρεωστικούς λογαριασμούς των Εναγόντων 1-3 που ευρίσκονταν στη Λαϊκή Τράπεζα και τώρα στην Τράπεζα Κύπρου. Η υπόθεση δεν έχει οριστεί ακόμα για ακρόαση και το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την αιτούμενη προσθήκη και τροποποίηση, αφού δε θα επιφέρει ζημιά στους Εναγόμενους, η οποία να μη μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα της διαδικασίας. Η καταχώρηση της αίτησης σε αυτό το στάδιο δεν έχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγομένων. Αντιθέτως, θα φωτίσει και θα διαλευκάνει τα επίδικα γεγονότα και νομικά σημεία. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει πιθανότητα, εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον των υφιστάμενων Εναγομένων να μη μπορέσει να εκτελεστεί εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Έτσι, εκτός εάν αυτή προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος, υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, η Τράπεζα Κύπρου μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους είναι το αρμόδιο νομικό πρόσωπο που πρέπει και μπορεί να συμψηφίσει το χρεωστικό τρεχούμενο λογαριασμό με το πιστωτικό γραμμάτιο της Ενάγουσας 2, εφόσον όλοι οι λογαριασμοί των Εναγόντων ευρίσκονται τώρα στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι δε, η θέση των Εναγόντων ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταξύ αυτών και της Λαϊκής Τράπεζας ότι οι πιστωτικοί λογαριασμοί τους στην εν λόγω τράπεζα κρατούνταν ως εξασφάλιση των χρεωστικών τους λογαριασμών στην ίδια τράπεζα. Είναι ορθό και δίκαιο, συνεχίζει, να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, έξοδα και θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα διαδικαστικών διαδικασιών. Δια της ένστασής της, η Τράπεζα Κύπρου αναφέρει τα εξής ως λόγους ένστασης: «
  3. Σύμφωνα με το Διάταγμα (Κ.Δ.Π.104/2013), που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω Διατάγματος. Η υπό κρίση απαίτηση των εναγόντων δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του εν λόγω Διατάγματος, και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αίτηση. Ειδικότερα, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται ότι βάσει των σχετικών Διαταγμάτων οι μοναδικές υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους είναι αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του σχετικού Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/13, οι υποχρεώσεις σε σχέση με την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα στη Λαϊκή, καθώς και οι υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε προσώπου εκτός όπου η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε τα €100.
  4. Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η παρούσα αίτηση σε σχέση με τους προτεινόμενους εναγόμενους 3 ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη και καθότι δεν παρουσιάζεται εναντίον αυτών οποιαδήποτε αιτία και/ή βάση αγωγής.
  5. Οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ουδέποτε αποτέλεσαν και/ή αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου η Τράπεζα Κύπρου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον διάδοχο της πρώτης. Αντιθέτως, η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και / ή λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάσει ανταλλάγματος σε αυτήν δυνάμει των αναφερόμενων Διαταγμάτων.
  6. Τα επίδικα Διατάγματα (Κ.Δ.Π.103 και 104/13, ως έχουν τροποποιηθεί, καθώς και αυτά που συνοδεύουν αυτά) μιλούν από μόνα τους και η εφαρμογή τους ανάγεται στην αρμοδιότητα της αρχής που το εξέδωσε, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης. Σημειώνεται ότι με βάση το Νόμο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013), Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση Ίδρυμα, όπως ήταν οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 μέχρι πρόσφατα, και τα θιγόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη, και επίσης εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης.
  7. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of the process of the court).
  8. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται, μεταξύ άλλων η προσθήκη των εναγομένων 3, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους ενάγοντες από τις 29.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα που ακολούθησαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 16.3.2013 και που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων και στη μεταβίβαση ορισμένων εργασιών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Cyprus Popular Bank Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
  9. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση του διατάγματος σε σχέση με την προσθήκη των εναγομένων 3 δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας καθότι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 δεν μπορούν να θεωρηθούν - σύμφωνα με τη νομολογία - ως αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση.
  10. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη.
  11. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους προτεινόμενους εναγόμενους 3/καθ΄ ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.
  12. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση σε σχέση πάντοτε με την αιτούμενη προσθήκη των εναγομένων 3.» Η ένσταση έχει ως νομική της βάση τα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules), Δ.19, Δ.25, Θ.1-6, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, θ.θ.1-9, Δ.55, Δ.58 και Δ.64, τα άρθρα 30, 31, 32 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.17 (Ι)/2013 (άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29), το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 96/2013, τον περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.103/2013), τον Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), το Διάταγμα ημερ.25.3.2013 (Αριθμός 198) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.3.2013 και με το οποίο διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης, τους περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2013, Κ.Δ.Π.92/2013, τον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδία Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 16(Ι)/2013, τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 έως 2013, Ν.66(Ι)/1997(άρθρα 30 και 32), το άρθρο 23 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, κα Μαλβίνα Ναθαναήλ, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Τράπεζα Κύπρου, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει λάβει γνώση ως προς τα γεγονότα από έγγραφα που έχει στην κατοχή της, από πληροφορίες που έχει λάβει από αρμόδιους λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου και αφού έχει τύχει συμβουλής από την κα Κλειώ Κραμβή που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Αναφέρει αυτολεξεί: «(α) Σύμφωνα με το Διάταγμα (Κ.Δ.Π.104/2013), που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω Διατάγματος. Η υπό κρίση απαίτηση των εναγόντων δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του εν λόγω Διατάγματος, και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αίτηση. Ειδικότερα, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται ότι βάσει των σχετικών Διαταγμάτων οι μοναδικές υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους είναι αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του σχετικού Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/13, οι υποχρεώσεις σε σχέση με την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα στη Λαϊκή, καθώς και οι υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε προσώπου εκτός όπου η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε τα €100.
  13. Είναι η θέση μου ότι ο αιτούμενος συμψηφισμός δεν θα έπρεπε να γίνει βάση των σχετικών Διαταγμάτων εφόσον το επίδικο δάνειο και η επίδικη κατάθεση δεν διατηρούνταν, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση και από την Έκθεση Απαίτησης, από το ίδιο άτομο. Εάν έπρεπε όμως να γίνει ο αιτούμενος συμψηφισμός ή όχι, ουδόλως αφορά τους προτεινόμενους εναγόμενους 3 εφόσον σε αυτούς περιήλθε απλά το εγγυημένο ποσό μετά από τον οποιονδήποτε συμψηφισμό που τυχόν πραγματοποιήθηκε από τους εναγόμενους 2 που είχαν και την ανάλογη ευθύνη με βάση τα σχετικά Διατάγματα. Ειδική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στο άρθρο 5.
(2)(β) του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.104/2013), και ειδικότερα το Παράρτημα 1 παράγραφος 4 είναι σαφές ότι δυνάμει του άρθρου 5
(1), εξαιρούνται της μεταβίβασης, ανάμεσα σε άλλα, «Στην περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου διατηρεί κατάθεση με την Λαϊκή Τράπεζα (...) έναντι του οποίου η Λαϊκή Τράπεζα έχει δανειακές απαιτήσεις, το ποσό των δανειακών αυτών απαιτήσεων που ισούται με το ποσό κατά το οποίο η κατάθεση με την Λαϊκή Τράπεζα στις 22.00 στις 26.3.2013 υπερβαίνει το ποσό της κατάθεσης που μεταφέρεται δια του παρόντος Διατάγματος.» Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η παρούσα αίτηση σε σχέση με τους προτεινόμενους εναγόμενους 3/καθ' ων η αίτηση 3, και ειδικότερα σε σχέση με την προσθήκη των εναγομένων 3, ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη και καθότι δεν παρουσιάζεται εναντίον αυτών οποιαδήποτε αιτία και/ή βάση αγωγής.» Η ομνύουσα επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης. Αναφέρει επίσης ότι, η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην υπόθεση, εφόσον τα νομικά της δικαιώματα ή τα οικονομικά της συμφέροντα δεν επηρεάζονται άμεσα και επαναλαμβάνει ότι: «(α) Οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 3 ουδέποτε αποτέλεσαν και/ή αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου η Τράπεζα Κύπρου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον διάδοχο της πρώτης. (β) Η υπό κρίση απαίτηση των εναγόντων δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του εν λόγω Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/
  1. (γ) Υπάρχει υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης σε σχέση πάντα με την προσθήκη των εναγομένων 3.» Β. Νομική πτυχή ως προς την προσθήκη διαδίκου Σύμφωνα με την Δ.9, Θ. 10: «
  2. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice. » Ως λέχθηκε στις Χ"Δαυίδ ν. Χ"Δαυίδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176 και αργότερα στην Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1372, το Δικαστήριο βάσει της Δ.9, Θ. 10 έχει ευθύνη να διαπιστώσει κατά πόσο, με βάση τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται στα δικόγραφα, όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, στη σελ. 1218, λέχθηκαν τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772). Η πρώτη μας διαπίστωση είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει άμεσο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Είναι δεχτό και από τον ίδιο ότι τέτοιο συμφέρον δεν υπάρχει και ούτε είναι μέσα στις προθέσεις του να υποστηρίξει τον ένα ή τον άλλο διάδικο. Εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι επηρεάζονται τα ευρύτερα συμφέροντα του Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και κατ' επέκταση του κράτους, γι' αυτό και το ενδιαφέρον του, περιορίζεται στο θεσμικό πλαίσιο των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα, όπως αυτές απορρέουν από τον Νόμο 139/91.» Στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, στη σελ. 778-779, με αναφορά στις Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422 και Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688, λέχθηκαν τα εξής από το Εφετείο: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων». Όπου δε, η προσθήκη εναγομένου θα έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει σχετική άδεια. Ως έχει ερμηνευθεί στα πλαίσια της Δ.9, Θ.10, «αγωγή» σημαίνει την ήδη υπάρχουσα αγωγή μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων (βλ. Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178). Γ. Επαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα εν προκειμένω Είναι σαφές ότι, στην περίπτωση που η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου ως Εναγομένης 3 στην αγωγή δεν επιτύχει, δε μπορούν να επιτύχουν ούτε και τα αιτήματα τροποποίησης υπό το (Β) της αίτησης, εφόσον είναι απολύτως εξαρτημένα και συνδεόμενα με την προσθήκη της ως διαδίκου. Έτσι, θα εξετάσω το θέμα της προσθήκης της Εναγόμενης 3 ως αναγκαίας διαδίκου κατά προτεραιότητα. Οφείλω εξαρχής να αναφέρω ότι, όλες οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η κα Κραμβή (βλ. Χριστάκη Ευστρατίου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ. Αγωγής 6080/05, Ε. Δ. Λευκωσίας, της κας Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ., ημερομηνίας 28.9.2016, Κώστας Καψός v. Marfin Popular Bank Public Co Limited, Αρ. Αγωγής 3917/10, Ε. Δ. Λευκωσίας της κας Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ., ημερομηνίας 9.12.2015, Χριστάκη Μιχαήλ v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Αρ. Αγωγής 2922/13 Ε. Δ. Λευκωσίας της κας Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ., ημερομηνίας 25.2.2016 και την Parcyp Holding Company Limited v. Marfin Popular Bank Public Company Limited, Αρ. Αγωγής 5903/10 Ε. Δ. Λευκωσίας της κας Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ., ημερομηνίας 9.11.2016) αφορούσαν σε αγωγές, στις οποίες η βάση αγωγής συντελέστηκε προγενέστερα της έκδοσης των Διαταγμάτων και του Νόμου. Αυτός ήταν εκ των βασικών λόγων, όχι όμως ο μόνος, που σε όλες τις πιο πάνω αγωγές κρίθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν αποτελούσε αναγκαίο διάδικο. Η περίπτωση εδώ είναι σαφώς διαφορετική, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα εν προκειμένω γεννήθηκε ως εκ της εφαρμογής των Διαταγμάτων και του Νόμου. Το πιο σημαντικό ερώτημα που πρέπει, επομένως, να απαντηθεί εν προκειμένω είναι, εάν βάσει της εφαρμογής των Διαταγμάτων και του Νόμου, τα νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις ή τα οικονομικά συμφέροντα της Τράπεζας Κύπρου δυνατόν να επηρεαστούν από την αγωγή εν προκειμένω ή εάν η παρουσία της ως διαδίκου είναι αναγκαία ώστε να αποφασιστούν τελεσίδικα και πλήρως τα επίδικα θέματα. Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε η αίτηση πρέπει να επιτύχει. Ας μου επιτραπεί η παράθεση εκτενούς αποσπάσματος από την πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή υπ' αρ 2922/13 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Χριστάκη Μιχαήλ ν. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά. της κας Εφραίμ, Π.Ε.Δ, της οποίας το σκεπτικό και η ανάλυση υιοθετείται για τους σκοπούς της παρούσας: «Με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13, και ειδικότερα το άρθρο 5, η Αρχή Εξυγίανσης, ήτοι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, έχει εξουσία να λαμβάνει και να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενα ιδρύματα. Στα πλαίσια άσκησης αυτών των εξουσιών η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 104/13, σύμφωνα με το οποίο ορισμένες εργασίες της Λαϊκής πωλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 προβλέπει για τη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων εκτός αυτών που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, και στη συνέχεια συγκεκριμενοποιεί τις υποχρεώσεις οι οποίες μεταβιβάζονται. Το άρθρο 6 προνοεί (
  1. i)για τον τρόπο καθορισμού της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων, καθώς επίσης και των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων και (
  2. ii)για την καταβολή αποζημίωσης στη Λαϊκή σε περίπτωση που η αξία των πρώτων υπερβαίνει την αξία των δεύτερων. Ακολούθησε η έκδοση τριών τροποποιητικών Διαταγμάτων, ήτοι των Κ.Δ.Π. 133/13 156/13 και 276/13, και τελικώς εκδόθηκε το περί της έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 279/13, σύμφωνα με το οποίο καταβλήθηκε η αποζημίωση μέσω της παραχώρησης και έκδοσης μετοχών από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή έτσι ώστε η Λαϊκή «να κατέχει το 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου». Αυτά τα δεδομένα ουδόλως καταδεικνύουν μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 στην Τράπεζα Κύπρου, ως ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως έγινε πώληση - μεταβίβαση μέρους των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου έναντι καταβολής αποζημίωσης. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης πως μεταβιβάστηκαν μόνο συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής και μάλιστα δυνάμει ανταλλάγματος είναι βάσιμοι. Αυτή η διαπίστωση καταρρίπτει το πραγματικό υπόβαθρο του μοναδικού ισχυρισμού τον οποίο ο Αιτητής προωθεί στην ένορκη δήλωση και στον οποίο βασίζει την αναγκαιότητα προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου ως Εναγομένης. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, η προέκταση αυτού του ισχυρισμού κατά την αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή και πάλι κρίνεται ανεδαφική. Και τούτο καθότι η προαναφερόμενη πώληση - μεταβίβαση δεν καθιστά την Τράπεζα Κύπρου διάδοχο της Λαϊκής έτσι ώστε σε περίπτωση επιτυχίας του Ενάγοντος η Τράπεζα Κύπρου να είναι υπόλογη για το όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ του και εναντίον της Λαϊκής. Εδώ ακριβώς έγκειται και η διαφορά μεταξύ της υπό κρίση περίπτωσης και της υπόθεσης Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω), στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως « . όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην ως άνω Αγγλική υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές έπρεπε να προστεθούν ως εναγόμενοι εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Τα δεδομένα στην προκειμένη περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικά ακριβώς για τον λόγο ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν έχει αναλάβει την υποχρέωση αποζημίωσης στην περίπτωση που ήθελε αποδοθεί ευθύνη στη Λαϊκή σε σχέση με τα αξιόγραφα της τελευταίας. Τα προαναφερόμενα Διατάγματα δεν επιφέρουν τέτοιες συνέπειες και αποτέλεσμα. Ο δικηγόρος του Αιτητή παρέπεμψε στην υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1) (ανωτέρω) προς υποστήριξη της θέσης του. Με γνώμονα ότι το αντικείμενο της Αγωγής είναι τα αξιόγραφα της Εναγομένης 1 και ότι με τα Διατάγματα έχει πλέον ολοκληρωθεί η πώληση κάποιων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου με τη Λαϊκή να είναι μέτοχος της τελευταίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής δεν εγείρονται ζητήματα αναφορικά με ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία τα οποία να σχετίζονται και επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την Τράπεζα Κύπρου. Όσον αφορά τη δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος, αυτό αναμφίβολα είναι ξεχωριστό και ανεξάρτητο ζήτημα που δεν αφορά την Αγωγή και τα επίδικα θέματα αυτής. Αφορά άλλο στάδιο της διαδικασίας και επομένως δεν αποτελεί λόγο για εμπλοκή και απόδοση ευθύνης στην Τράπεζα Κύπρου για τις όποιες ζημιές του Ενάγοντος. Η δυνατότητα ή αδυναμία εκτέλεσης μελλοντικής απόφασης δεν θα μπορούσε και δεν συνιστά κριτήριο προσθήκης οικονομικώς ισχυρότερου διαδίκου. Εν πάση δε περιπτώσει έχει ήδη αναφερθεί πως η Λαϊκή απέκτησε ούτως ή άλλως το 18% των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου πράγμα που καταδεικνύει πως υπάρχει και περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε με κατάλληλες διαδικασίες να χρησιμοποιηθεί κατά την εκτέλεση.» (η έμφαση είναι στο πρωτότυπο και οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι, βάσει του άρθρου 5
(2)οι μόνες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου είναι: (α) οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την παροχή στη Λαϊκή Τράπεζα έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας (β) οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, μέχρι ποσού €100.000, και (γ) άλλες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως περιγράφονται στο Παράρτημα II, στο οποίο δεν εμπίπτει η αξίωση εν προκειμένω. Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 4 του Παραρτήματος 1 της Κ.Δ.Π. 104/13, εξαιρείται από τη μεταβίβαση των εργασιών και δικαιωμάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου οποιοδήποτε ποσό, το οποίο μετά από συμψηφισμό δανείων και καταθέσεων του ίδιου προσώπου στη Λαϊκή Τράπεζα υπερβαίνει του ποσού της κατάθεσης που μεταφέρεται στην Τράπεζα Κύπρου, ήτοι των εξασφαλισμένων €100.000. Με άλλα λόγια, το ποσό των εγγυημένων €100.000 μεταφέρεται στην Τράπεζα Κύπρου εις πίστην του ίδιου νομικού ή πραγματικού προσώπου (ως υποχρέωση πλέον της Τράπεζας Κύπρου έναντι του εν λόγω προσώπου), κατόπιν που αυτό έχει υποστεί τον όποιο συμψηφισμό από τη Λαϊκή Τράπεζα πριν την μεταφορά. Βάσει της Έκθεσης Απαίτησης είναι οι πιστωτικοί λογαριασμοί στη Λαϊκή Τράπεζα της Ενάγουσας 1 που αξιώνεται όπως συμψηφιστούν με τους χρεωστικούς λογαριασμούς των Εναγόντων 2 και 3 στην ίδια τράπεζα, λογαριασμοί δηλαδή όχι του ίδιου προσώπου. Εν πάση περιπτώσει, όλοι αυτοί οι λογαριασμοί των Εναγόντων 1, 2 και 3, πιστωτικοί και χρεωστικοί και στο βαθμό που δεν ενέπιπταν στο άρθρο 4 του Παραρτήματος 1 της Κ.Δ.Π.104/13 πιο πάνω, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Το γεγονός ότι τώρα οι λογαριασμοί αυτοί των Εναγόντων 1-3 τηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου, δε σημαίνει, όπως οι Αιτητές διατείνονται, ότι επηρεάζονται τα νομικά ή και οικονομικά δικαιώματα ή και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου. Ούτε σημαίνει ότι, εάν η παρούσα αγωγή επιτύχει είναι η Τράπεζα Κύπρου που θα κληθεί να εφαρμόσει την απόφαση ή εναντίον της οποίας η απόφαση θα εκτελεστεί. Και εξηγώ: Στην Τράπεζα Κύπρου, βάσει του άρθρου 5
(2)(β) της Κ.Δ.Π. 104/13, μεταβιβάστηκαν οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας προς οποιοδήποτε πρόσωπο μόνο μέχρι ποσού €100.
  1. Ουδέν άλλο πιστωτικό ποσό «εισέπραξε» η Τράπεζα Κύπρου, το οποίο οφείλει να τηρεί εις πίστη των Εναγόντων 1-
  2. Το εάν έγινε οποιοδήποτε λάθος ή οποιαδήποτε παρατυπία ή παρανομία στην εφαρμογή της Κ.Δ.Π. 104/13 κατά το στάδιο της απομείωσης των καταθέσεων των Εναγόντων 1-3 στη Λαϊκή Τράπεζα, αυτό μπορεί να αποδοθεί και αφορά και επηρεάζει μόνο τη Λαϊκή Τράπεζα, υφιστάμενη Εναγόμενη 2, όχι την Τράπεζα Κύπρου, στην οποία μεταφέρθηκαν μόνο οι χρεωστικοί λογαριασμοί των Εναγόντων 1-3 καθώς και οι πιστωτικοί τους λογαριασμοί, μετά τον οποιοδήποτε τυχόν συμψηφισμό τους, ύψους μέχρι €100.
  3. Ομοίως, το εάν έπρεπε να συμψηφιστούν οι χρεωστικοί και πιστωτικοί λογαριασμοί των Εναγομένων 1-3 στη Λαϊκή Τράπεζα προτού υποστούν απομείωση και προτού μεταβιβαστούν στην Τράπεζα Κύπρου, είναι θέμα το οποίο αφορά αμιγώς την διαδικασία συμψηφισμού και απομείωσης στο στάδιο της Λαϊκής Τράπεζας και όχι την Τράπεζα Κύπρου. Κρίνω, επομένως ότι, μέσα από τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή, δεν μπορεί να προκύψει οποιοσδήποτε επηρεασμός δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου έναντι των Εναγόντων, ώστε η Τράπεζα Κύπρου να προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος. Λαμβάνω δε, υπόψη μου σε τούτη μου τη κατάληξη ότι, πράγματι βάσει του Νόμου και των Διαταγμάτων η Τράπεζα Κύπρου δεν καθίσταται ως διάδοχος των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της Λαϊκής Τράπεζας εφόσον μεταβιβάζονται σε αυτήν συγκεκριμένες υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας, έναντι ανταλλάγματος. Έτσι, η θέση των Αιτητών ότι στην περίπτωση που η αγωγή τους πετύχει, δε θα μπορούν να την εκτελέσουν έναντι της Τράπεζας Κύπρου εκτός αν προστεθεί ως Εναγόμενη 3, είναι μεν αληθινή όμως, εν προκειμένω, ανεφάρμοστη. Δ. Κατάληξη Εφόσον ήδη κρίθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή, η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης απολήγει σε θεωρητικό εγχείρημα και παρέλκει. Βάσει όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, το αιτητικό ως (Α) της αίτησης απορρίπτεται. Συνακόλουθα, απορρίπτεται και το αιτητικό ως (Β) της αίτησης. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα, θα είναι υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.