← Κύπρος

JAMES WHYTE MCDONALD κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΕΤΡΙΔΗ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 103/2011, 13/1/2017

JAMES WHYTE MCDONALD κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΕΤΡΙΔΗ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 103/2011, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 103/2011 Μεταξύ: JAMES WHYTE MCDONALD SHIONA MCDONALD Εναγόντων - και - ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΕΤΡΙΔΗ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 13/01/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Μαρία Στέκκου Χατζηκωσταντή για την Φώτος Γ. Πιττατζης Δ. Ε. Π. Ε. Εναγόμενος: Παρών [Σημείωση: Ο Εναγόμενος, κατά την δίκη, δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο] --------------------- ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ............................. σελίδα 2 [Β]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ...................................... σελίδα 3 - Η υπόθεση των Εναγόντων ....................... σελίδα 3 - Η υπόθεση του Εναγομένου....................... σελίδα 7 - Οι μάρτυρες ............................... σελίδα 12 - Η εκτίμηση της μαρτυρίας, γενικά ................... σελίδα 13 - Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 / ΜΕ1 ................... σελίδα 16 - Η μαρτυρία της ΜΕ2 .......................... σελίδα 22 - Η μαρτυρία της ΜΕ3 .......................... σελίδα 24 - Η μαρτυρία της ΜΕ4 .......................... σελίδα 25 - Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ1 .................. σελίδα 25 - Η μαρτυρία της ΜΥ2 ......................... σελίδα 29 - Η μαρτυρία της ΜΥ3 ......................... σελίδα 33 - Η εκτίμηση της μαρτυρίας ......................... σελίδα 33 - Η μαρτυρία της ΜΕ2 ....................... σελίδα 33 - Η μαρτυρία της ΜΥ2 ....................... σελίδα 34 - Η μαρτυρία της ΜΥ3 ....................... σελίδα 35 - Η μαρτυρία της ΜΕ3 ..................... σελίδα 37 - Η μαρτυρία της ΜΕ4 ..................... σελίδα 39 - Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ1 ............... σελίδα 40 - Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 / ΜΕ1 ................ σελίδα 56 [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ .......................... σελίδα 64 - Ασφάλεια («deposit») και πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») ...................... σελίδα 64 - Παράβαση σύμβασης και αποζημιώσεις................ σελίδα 68 [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ............ σελίδα 71 - Ευρήματα ................................ σελίδα 71 - Αξιολόγηση ............................... σελίδα 76 [Ε]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ............................ σελίδα 80 --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Οι Ενάγοντες, με αυτή την Αγωγή, αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Ποσό €25.000 που κατέβαλαν στον εναγόμενο ή και απέσπασε από αυτούς ο εναγόμενος. B. €5.000 ειδικές ζημιές. Γ. Τόκο προς 9% επί €10.000 από 22/9/2009 μέχρι εξόφλησης. Δ. Τόκο προς 9% επί €15.000 από 8/6/2010 μέχρι εξόφλησης. Ε. Τιµωρητικές ή και Γενικές αποζημιώσεις για απάτη. Ζ. Δήλωση ότι η επίδικη συμφωνία ηµερ. 8/6/2010 ήτο προϊόν απάτης του εναγομένου. Η. Δήλωση ότι η επίδικη συμφωνία των διαδίκων 8/6/2010 ετερµατίσθηκε νόμιμα από τους ενάγοντες. Θ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγµα ή απόφαση κριθούν δίκαια. Ε. Έξοδα συν Φ. Π. Α.».
  2. Ο Εναγόμενος, πρόβαλε υπεράσπιση στις απαιτήσεις των Εναγόντων και παράλληλα, υποστήριξε ότι έχει το δικαίωμα στην εξής ανταπαίτηση: «Α) Ποσό €15.000 το οποίο κατέβαλε δια την αγορά νέων επίπλων για την κατοικία του αφού τα παλαιά τα δώρισε και/ή χάρισε για να παραδώσει την κατοικία του στους Ενάγοντες. Β) Ποσό €2.500 που κατέβαλε ως δικηγορικά έξοδα στους δικηγόρους των Εναγόντων. Γ) Εκτιμητικά έξοδα. Δ) Γενικές αποζημιώσεις για τη ζημιά την οποία υπέστη από την απώλεια δύο αγοραστών οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τότε την κατοικία του. Ε) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία. Στ) Έξοδα και Φ. Π. Α.».
  3. Εισαγωγικά, σημειώνεται περαιτέρω, ότι, όλες οι υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου, αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου στην υπόθεση αυτή, που τώρα ανακοινώνεται. [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  4. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση των Εναγόντων
  5. Οι Ενάγοντες, δικογραφικά, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Οι Ενάγοντες είναι σύζυγοι και Άγγλοι υπήκοοι. ii. Οι Ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες ή/και κάτοχοι μίας οικίας τριών υπνοδωματίων, που αγόρασαν µε συμβόλαιο ημερομηνίας 02/11/2005 από την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons Development Ltd, σε σχέση με την οποία δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. iii. Ο Εναγόμενος, που είναι Κύπριος υπήκοος και κάτοικος Αγίας Νάπας, ήταν ιδιοκτήτης μίας οικίας που έχει οικοδομηθεί στο ακίνητο µε αριθμό εγγραφής 0/850, αριθμός τεμαχίου 188, σχέδιο 2-292-374 στην Αγία Νάπα. Σε ότι αφορά την οικία του Εναγομένου, δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, αλλά είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα του, 223/2073 μερίδια του προαναφερόμενου ακινήτου, τα οποία, ρητά ή/και εξυπακουόμενα αντιστοιχούσαν µε την οικία. iv. Κατά ή περί το Σεπτέμβριο του έτους 2009, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά να ανταλλάξουν τις οικίες τους, με ανταλλάγματα και όρους που θα περιλαμβάνονταν σε γραπτή συμφωνία. v. Επειδή μέσα στα πλαίσια του τι είχε συμφωνηθεί προφορικά, οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν στον Εναγόμενο επιπρόσθετα της οικίας που θα αντάλλασσαν, ποσό €225.000, ο Εναγόμενος παρακάλεσε τους Ενάγοντες και του πλήρωσαν €10.000 έναντι αυτού του ποσού των €225.000, μέχρις ότου γινόταν η γραπτή συμφωνία, µε τη διαβεβαίωση του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες ή/και παραστάσεις του, ότι, τα μερίδια του επί του ακινήτου δεν ήταν υποθηκευμένα. vi. Ακολούθως, έγινε, μεταξύ των διαδίκων, γραπτή συμφωνία για ανταλλαγή των δύο οικιών, που φέρει ημερομηνία 08/06/2010, στην οποία περιλαμβάνονταν όλοι οι όροι της συμφωνίας τους, μεταξύ των οποίων, οι κυριότεροι, ήταν οι εξής: Α. Οι διάδικοι θα αντάλλασσαν τις οικίες τους. Β. Οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν στον Εναγόμενο πρόσθετο ποσό €225.
  6. Γ. Αναγνωριζόταν ότι είχε προκαταβληθεί από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο το ποσό των €10.000 και ότι το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης θα ήταν πληρωτέο ως εξής: (α) €15.000 θα ήταν πληρωτέο µε την υπογραφή της συμφωνίας. (β) Το υπόλοιπο ποσό θα ήταν πληρωτέο ταυτόχρονα µε την παράδοση κατοχής. Δ. Η αμοιβαία παράδοση κατοχής των δύο οικιών προς την άλλη πλευρά θα γινόταν εντός περιόδου τριάντα ημερών. Ε. Η εγγραφή στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και ανταλλαγή θα γινόταν όταν και οι δύο οικίες θα αποκτούσαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Ζ. Ο Εναγόμενος, διαβεβαίωνε, δια της συμφωνίας και γραπτώς, προς τους Ενάγοντες, ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του στο ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένα και ότι δεν θα είχε δικαίωμα να τα υποθηκεύσει. Η. Όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις. vii. Από έρευνα που έγινε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, διαπιστώθηκε ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του Εναγομένου ήταν βεβαρυμμένα µε δύο υποθήκες για εξασφάλιση δανείων ή και χρεών του στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, για συνολικό ποσό €276.290,
  7. viii. Οι Ενάγοντες, αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν για το γεγονός ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του Εναγομένου ήταν βεβαρυμμένα με υποθήκες, έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο ή/και αντιπρόσωπους τους να τερματίσουν την συμφωνία και να καταγγελθεί ο Εναγόμενος στην αστυνομία. ix. Ενημερώθηκε τότε ο Εναγόμενος για την θέση των Εναγόντων και υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα, ήτοι τις €25,000 που του είχαν καταβληθεί από αυτούς και θα δεχόταν αμοιβαίο τερματισμό της συμφωνίας. Ζήτησε δε από τους Ενάγοντες χρόνο για την επιστροφή των χρημάτων τους. Ακολούθως, ο Εναγόμενος υπαναχώρησε και δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές εκκλήσεις των αντιπροσώπων των Εναγόντων ή και των ιδίων των Εναγόντων. x. Αυτός ήταν και ο λόγος, που, κατόπιν οδηγιών των Εναγόντων, καταγγέλθηκε η υπόθεση στην αστυνομία για απάτη σε βάρος των Εναγόντων από τον Εναγόμενο και µε επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 18/01/2011, η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 28/01/2011, οι Ενάγοντες κατήγγειλαν και τερμάτισαν την συμφωνία τους με τον Εναγόμενο και αξίωσαν επιστροφή των χρημάτων τους. xi. Ο Εναγόμενος, δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στην απαίτηση των Εναγόντων και κατακράτησε τα χρήματα τους. xii. Οι Ενάγοντες είχαν δανειστεί τα χρήματα που είχαν καταβάλει στον Εναγόμενο, έναντι των οποίων πληρώνουν τόκο ετησίως προς 9% τουλάχιστον, ή εναλλακτικά, θα μπορούσαν να καταθέσουν τα χρήματα αυτά σε κάποιο τραπεζικό ίδρυμα και να έχουν τόκο, τουλάχιστον, προς 9%. xiii. Για τον καταρτισμό της συμφωνίας, αλλά και για συναφείς προς την συναλλαγή τους με τον Εναγόμενο υπηρεσίες και συμβουλές, οι Ενάγοντες κατέβαλαν ως δικηγορικά έξοδα, το ποσό των €5.000, τα οποία διεκδικούν σαν συνακόλουθη ζημιά. xiv. Είναι η θέση των Εναγόντων, ότι, εξαπατήθηκαν στην σύναψη της συμφωνίας, µε ψευδείς διαβεβαιώσεις ή/και παραστάσεις του Εναγομένου ότι τα μερίδια του στο ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένα και δια του τρόπου αυτού απέσπασε από τους Ενάγοντες €25.000, ή/και ότι ο Εναγόμενος διέρρηξε ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους, την οποία οι Ενάγοντες, συνεπεία τούτου, νομίμως την τερμάτισαν. Η υπόθεση του Εναγομένου
  8. Ο Εναγόμενος, δια της εκθέσεως υπεράσπισης του, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περί του ότι είναι σύζυγοι και Άγγλοι υπήκοοι και ότι ήταν ιδιοκτήτες ή/και κάτοχοι μίας οικίας τριών υπνοδωματίων που αγόρασαν µε συμβόλαιο ημερομηνίας 02/11/2005 από την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons Development Ltd, σε σχέση με την οποία δεν εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Για τον λόγο αυτό, τους αρνείται. Αποδέχεται όμως, ότι, το µόνο που γνώριζε, ήταν ότι οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει µία οικία στην Αγία Νάπα από την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons DeveIopment Ltd, η οποία και θα ανταλλασσόταν με την δική του. ii. Παραδέχεται τον ισχυρισμό των Εναγόντων ως προς το ότι: (α) ο ίδιος είναι Κύπριος υπήκοος και κάτοικος Αγίας Νάπας και ιδιοκτήτης μίας οικίας που έχει οικοδομηθεί στο ακίνητο µε αριθμό εγγραφής 0/850, αριθμός τεμαχίου 188, σχέδιο 2-292-374 στην Αγία Νάπα, (β) ότι, σε ότι αφορά την οικία του, δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, αλλά είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα του 223/2073 μερίδια του προαναφερόμενου ακινήτου τα οποία ρητά ή/και εξυπακουόμενα αντιστοιχούσαν µε την οικία του, και (γ) ότι, κατά ή περί το Σεπτέμβριο του έτους 2009, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά να ανταλλάξουν τις οικίες τους με ανταλλάγματα και όρους που θα περιλαμβάνονταν σε γραπτή συμφωνία. Σε ότι αφορά τα εν λόγω γεγονότα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι, τα 223/2073 μερίδια του στο ακίνητο όπου βρίσκεται ανεγερμένη η οικία του στην Αγία Νάπα, του μεταβιβάστηκαν κατόπιν συμφωνίας διανομής στην οποία προσήλθε µε τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες του ακινήτου, με την οποία συμφωνήθηκε ότι, στο προαναφερόμενο μερίδιο του, αντιστοιχεί οι οικία του που συμφώνησε να ανταλλάξει µε τους Ενάγοντες. iii. Αρνείται τον ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι, επειδή μέσα στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας ανταλλαγής, οι Ενάγοντες θα του κατέβαλλαν πρόσθετο ποσό €225.000, αυτός τους παρεκάλεσε και του έδωσαν €10.000 έναντι αυτού του ποσού των €225.000 μέχρις ότου γινόταν η γραπτή συμφωνία, µε τη διαβεβαίωση του προς τους Ενάγοντες ή/και παραστάσεις του ότι τα μερίδια του επί του ακινήτου δεν ήταν υποθηκευμένα. Πραγματικά, το τι διαδραματίστηκε, ήταν το εξής: Α. Στην αρχή, είχε προφορικά συμφωνηθεί να γίνει η ανταλλαγή των οικιών τους, και οι Ενάγοντες θα του κατέβαλλαν, επιπλέον της ανταλλαγής, το ποσό των €225.
  9. Β. Στην βάση αυτής της συμφωνίας ήταν που οι Ενάγοντες κατέβαλαν προς τον Εναγόμενο έναντι του προαναφερόμενου ποσού των €225.000, ως προκαταβολή, το ποσό των €10.
  10. Γ. Συμφωνήθηκε δε, περαιτέρω, ότι, η ανταλλαγή και παράδοση της κατοχής των οικιών τους, θα γινόταν το αργότερο σε τρεις μήνες, οπότε και οι Ενάγοντες θα του κατέβαλλαν το υπόλοιπο ποσό των €215.
  11. Δ. Οι Ενάγοντες, του παρέδωσαν αντίγραφο της σύμβασης πώλησης που είχαν υπογράψει µε την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons Development Ltd όταν αγόρασαν από την εν λόγω εταιρεία την οικία τους, για να το δώσει στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας για σκοπούς εκτίμησης της, ούτως ώστε να εγγραφεί επί αυτής υποθήκη και να εξαλειφθεί η υποθήκη από την δική του οικία, την οποία θα αντάλλασσε µε τους Ενάγοντες. Ε. Ουδέποτε διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι τα μερίδια του στο ακίνητο ή/και η οικία του δεν είναι υποθηκευμένα αλλά εξ αρχής της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, οι Ενάγοντες ήταν ενήμεροι και/ή γνώριζαν για την ύπαρξη υποθήκης. ΣΤ. Αργότερα, μεταξύ του και των Εναγόντων, υπογράφηκε στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, η συμφωνία ημερομηνίας 08/06/2010 και οι Ενάγοντες του κατέβαλαν ποσό €15.000 έναντι του ποσού των €225.000 που συμφωνήθηκε ότι θα του κατέβαλλαν. Ζ. Το υπόλοιπο ποσό των €200.000, οι Ενάγοντες θα του το κατέβαλλαν εντός περιόδου μίας εβδομάδας, όταν θα γινόταν και η παράδοση της κατοχής, δια ανταλλαγής, των οικιών τους. Η. Τόσο ο ίδιος, όσο και οι Ενάγοντες, εντός μίας εβδομάδας, παρουσιάσθηκαν στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, έτοιμοι για την ανταλλαγή των κλειδιών και παράδοση των οικιών τους, πλην όμως, του ελέχθη, ότι, το ποσό των €200.000 δεν θα του καταβαλλόταν, καθ' ότι, η κατοικία των Εναγόντων δεν είχε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου, η ανταλλαγή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί άμεσα. Θ. Συνεπεία αυτού του γεγονότος, ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να προχωρήσει στην παράδοση της οικίας του, χωρίς προηγουμένως να πάρει το υπόλοιπο ποσό των €200.000, ως είχε συμφωνηθεί στην γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 08/06/
  12. iv. Αρνείται, ότι, μεταξύ του και των Εναγόντων, δια της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 08/06/2010, συμφωνήθηκαν όροι, αντίθετοι από τα όσα αυτός ισχυρίζεται. Ειδικότερα σε ότι αφορά τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης, τον χρόνο ανταλλαγής των κατοικιών και τα της ισχυριζόμενης διαβεβαίωσης του προς τους Ενάγοντες ότι τα μερίδια του στην ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποία είναι ανεγερμένη η οικία του δεν ήταν υποθηκευμένα. Αρνείται ότι είναι από έρευνα που έγινε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από πλευράς των Εναγόντων που διαπιστώθηκε ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του ήταν βεβαρυμμένα µε δύο υποθήκες για εξασφάλιση δανείων ή και χρεών του στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας για συνολικό ποσό €276.290,26 και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν από την αρχή ότι το ακίνητο του ήταν υποθηκευμένο στο εν λόγω συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα. v. Αγνοεί τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περί καταγγελίας του στην αστυνομία για απάτη και ότι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 18/01/2011, που του επιδόθηκε την 28/01/20116, οι Ενάγοντες κατήγγειλαν και τερμάτισαν την συμφωνία τους και αξίωσαν επιστροφή των χρημάτων τους. Ένεκα αυτής του της άγνοιας, αρνείται τους εν λόγω ισχυρισμούς των Εναγόντων. vi. Αρνείται ότι δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στους Ενάγοντες και ότι κατακρατεί τα χρήματα τους. vii. Αγνοεί τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί του ότι: (α) είχαν δανειστεί τα χρήματα που του είχαν καταβάλει, έναντι των οποίων πληρώνουν τόκο ετησίως προς 9% τουλάχιστον, ή/και από τα οποία θα μπορούσαν να έχουν τόκο προς 9%, τουλάχιστο, αν τα είχαν καταθέσει σε κάποιο τραπεζικό ίδρυμα, και (β) ότι, για τον καταρτισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, καθώς επίσης και για άλλες συναφείς προς την συναλλαγή τους υπηρεσίες και συμβουλές, οι Ενάγοντες κατέβαλαν €5.000 δικηγορικά έξοδα, με τους οποίους ισχυρισμούς σε κάθε περίπτωση διαφωνεί και για αυτό τον λόγο τους αρνείται. Ισχυρισμός του, είναι ότι είναι ο ίδιος που υπέστη ζημιά ύψους πέραν των €25.000 από τη διάρρηξη της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων, οι οποίοι αρνήθηκαν να του καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των €200.000, καθότι κατέβαλε και ο ίδιος €2.500 ως δικηγορικά έξοδα στους δικηγόρους των Εναγόντων, δώρισε και/ή χάρισε τα έπιπλα που είχε στην κατοικία του για να είναι έτοιμος να την παραδώσει στους Ενάγοντες και υπεβλήθη σε έξοδα εκτίμησης της κατοικίας των Εναγόντων για την εγγραφή υποθήκης σε αυτήν µε την υλοποίηση της ανταλλαγής. Περαιτέρω, δε, απώλεσε δύο άλλους αγοραστές οι οποίοι ενδιαφέρονταν τότε να αγοράσουν την κατοικία του. Ζημιές που αξιώνει από τους Ενάγοντες ανταπαιτητικά. viii. Αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως προς το ότι: (α) τους εξαπάτησε να προσέλθουν στην συμφωνία τους µε ψευδείς διαβεβαιώσεις ή/και παραστάσεις του, (β) ότι τα μερίδια του στο ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένα, και (γ) ότι, δια του τρόπου αυτού απέσπασε από τους Ενάγοντες €25.000, ή/και ότι ήταν αυτός που διέρρηξε ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους, την οποία, για αυτό τον λόγο οι Ενάγοντες νομίμως την τερμάτισαν. Θέση του, είναι ότι είναι οι Ενάγοντες που διέρρηξαν την συμφωνία τους, οι οποίοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η εν λόγω ανταλλαγή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί άμεσα επειδή οι ίδιοι δεν είχαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας τους την οποία ήθελαν να ανταλλάξουν και επειδή είναι οι ίδιοι οι Ενάγοντες που δεν κατέβαλαν το ποσό των €200.000 ως ήταν υποχρέωση τους βάσει του εγγράφου το οποίο υπέγραψαν. Οι μάρτυρες
  13. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Ο κ. James Whyte McDonald, που είναι ο Ενάγοντας 1 σε αυτή την Αγωγή (στο εξής καλούμενος «ο Ενάγοντας 1», ή, ανάλογα της περίπτωσης, «ο ΜΕ1»). ii. Η κα Ειρήνη Ποσπορίδου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»). iii. Η κα Μαρία Ζάρτηλα (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ3»). Και iv. Η κα Εύα Κουρρή (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ4»).
  14. Προς υπεράσπιση του Εναγομένου, παρουσιάστηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Ο ίδιος ο Εναγόμενος (στο εξής καλούμενος «ο Εναγόμενος», ή, ανάλογα της περίπτωσης, «ο ΜΥ1»). ii. Η κα Άννα Βαλανίδου (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2»). Και iii. Η κα Αθηνά Καλλένου (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ3»). Η εκτίμηση της μαρτυρίας, γενικά
  15. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
  16. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κάθε πλευρά, παρουσίασε την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Τα πρόσωπα αυτά, αντεξετάστηκαν από την αντίδικη πλευρά, και, ως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, αρκετές θέσεις, αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που, καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο.
  17. Ως προς τα προαναφερόμενα, αναγκαία είναι η εξής επισήμανσης, που πρέπει να γίνει καθότι αφορά ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, προς μάρτυρες, κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Συνεπώς, ο τρόπος που προσεγγίστηκε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του αντιδίκου κατά την αντεξέταση των προσώπων που κλήθηκαν στο Δικαστήριο για τον σκοπό και ποιες θέσεις υποβλήθηκαν στα πρόσωπα αυτά ως ορθές σε ότι αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν και τι μαρτυρία τελικά κλήθηκε από πλευράς του διαδίκου αυτού προς τεκμηρίωση τους, συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε και τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς.
  18. Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[v]].
  19. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
  20. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου.
  21. Σε πρώτο στάδιο [[vi]], εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vii]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[viii]].
  22. Σε δεύτερο στάδιο [[ix]], εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 / ΜΕ1
  1. Ο Ενάγοντας 1, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης διαφοράς, ο ίδιος και η σύζυγος του ήταν ιδιοκτήτες και κάτοχοι μιας οικίας τριών υπνοδωματίων που είχαν αγοράσει με συμβόλαιο ημερομηνίας 02/11/2005 από την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons Development Ltd (Τεκμήριο 1). Για την εν λόγω οικία δεν είχαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. ii. Ο Εναγόμενος, που είναι Κύπριος υπήκοος και κάτοικος Αγίας Νάπας, κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης διαφοράς, ήταν ιδιοκτήτης μιας οικίας που ήταν κτισμένη στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/850, Αριθμός Τεμαχίου 188, Σχέδιο 2-292-374 στην Αγία Νάπα. Για την οικία του Εναγόμενου δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, αλλά είχαν μεταβιβασθεί στο όνομα του 223/2073 μερίδια του συγκεκριμένου ακινήτου πάνω στο οποίο βρισκόταν η οικία και ρητά ή και εξυπακουόμενα τα μερίδια αυτά αντιστοιχούσαν με την οικία (ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε προς υποστήριξη, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του Εναγομένου στο εν λόγω μερίδιο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας). iii. Για σοβαρούς προσωπικούς λόγους, περί τον Σεπτέμβριο του 2009, αποφάσισαν με την σύζυγο του να πωλήσουν την οικία τους και να αγοράσουν χωράφι για να κτίσουν κατοικία στην περιοχή Κόκκινες στην Αγία Νάπα. Στην προσπάθεια τους για εξεύρεση τέτοιου ακινήτου, κάποιος φίλος τους, με το όνομα Σάββας Παπακωνσταντίνου, τους ενημέρωσε ότι υπήρχε ένα σπίτι το οποίο ο ιδιοκτήτης του το πωλούσε και ήταν στην συγκεκριμένη περιοχή που επιθυμούσαν. Ενδιαφέρθηκαν για το ζήτημα αυτό αμέσως και συνάντησαν τον Εναγόμενο, ο οποίος του ανέφερε (στον Ενάγοντα 1), αρχικά, ότι ζητούσε το ποσό των €500.000, αλλά θα μπορούσε να σκεφτεί και το θέμα ανταλλαγής των κατοικιών τους. Στην συνάντηση τους εκείνη με τον Εναγόμενο, που έγινε στην κατοικία του Εναγόμενου, αυτός τους ρώτησε αν είχαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για την οικία τους και του ανέφεραν ότι μόνο πωλητήριο έγγραφο είχαν με τον επιχειρηματία ανάπτυξης του ακινήτου στο οποίο αυτή είχε ανεγερθεί. Τους ρώτησε αν η οικία τους ήταν υποθηκευμένη και αυτοί τον διαβεβαίωσαν ότι δεν ήταν. Ο Ενάγοντας 1 ρώτησε τότε τον Εναγόμενο αν ήταν η δική του υποθηκευμένη και αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν. iv. Επειδή τους άρεσε η κατοικία του Εναγόμενου, συμφωνήσαν μαζί του προφορικά να ανταλλάξουν τις οικίες τους, με ανταλλάγματα και συγκεκριμένους όρους που θα περιλαμβάνονταν σε γραπτή συμφωνία. v. Επειδή μέσα στα πλαίσια της προφορικής τους συμφωνίας για την ανταλλαγή των οικιών τους, οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν στον Εναγόμενο πρόσθετο ποσό €225.000, ο Εναγόμενος τους παρεκάλεσε να του δώσουν €10.000 έναντι αυτού του ποσού των €225.000 μέχρις ότου γινόταν η γραπτή συμφωνία και αυτοί, του κατέβαλαν το ποσό αυτό, αφού τους ενδιέφερε η ανταλλαγή να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Το ποσό αυτό στον Εναγόμενο καταβλήθηκε σε δύο δόσεις. vi. Ακολούθως, οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να ετοιμάσουν το συμβόλαιο και ο Εναγόμενος ανέλαβε να τους προμηθεύσει με όλα τα σχετικά στοιχεία και θα συζητούσαν σε ότι αφορούσε τους επιμέρους όρους της συμφωνίας τους για την ανταλλαγή των οικιών τους, όπως και έγινε. vii. Στο μεσοδιάστημα, οι Ενάγοντες είχαν μετατρέψει τις καταθέσεις που είχαν από στερλίνες σε ευρώ και ήταν έτοιμοι για να καταβάλουν στον Εναγόμενο το συμφωνηθέν τίμημα. viii. Κατά την 08/06/2010, μεταξύ τους και του Εναγομένου, έγινε γραπτή συμφωνία για την ανταλλαγή των δύο οικιών (Τεκμήριο 3), στην οποία περιλαμβάνονταν όλοι οι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας. Οι κυριότεροι, ήταν οι εξής: Α. Αντάλλασαν τις οικίες τους. Β. Οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν στον Εναγόμενο πρόσθετο (της ανταλλαγής) ποσό €225,
  2. Γ. Αναγνωριζόταν από πλευράς Εναγομένου ότι του είχε προκαταβληθεί το ποσό των €10.000 και συμφωνείτο ότι το υπόλοιπο θα ήταν πληρωτέο ως εξής: (α) €15.000 με την υπογραφή της συμφωνίας. (β) Το υπόλοιπο ποσό ταυτόχρονα με την παράδοση κατοχής. Δ. Η αμοιβαία παράδοση κατοχής των δύο οικιών προς την άλλη πλευρά θα γινόταν το αργότερο εντός τριάντα ημερών από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας. Ε. Η εγγραφή στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και ανταλλαγή, θα γινόταν όταν και οι δύο οικίες θα αποκτούσαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Ζ. Ο Εναγόμενος, διαβεβαίωνε και γραπτώς στην παράγραφο 21 της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) ότι τα μερίδια του στο ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένα και ότι δεν θα είχε δικαίωμα να τα υποθηκεύσει. Η. Όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις. ix. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, κατέβαλαν στον Ενάγοντα, επιπλέον, το ποσό των €15.000, ως προνοούσε ο όρος 3(b) της συμφωνίας. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες, που είχαν ήδη μετατρέψει τις καταθέσεις τους σε ευρώ, είχαν από τον Ιούνιο του 2010 μεταφέρει σε λογαριασμό των δικηγόρων τους, ολόκληρο το ποσό της συναλλαγής προκειμένου να καταβληθεί στον Εναγόμενο (ως Τεκμήριο 4, κατατέθηκε αντίγραφο εντολής πληρωμής του ποσού των €200.000 των Εναγόντων σε λογαριασμό των δικηγόρων τους). x. Επίσης, οι Ενάγοντες, κατέβαλαν €5.000 στους δικηγόρους τους για τον χρόνο που αφιέρωσαν, την παροχή προς αυτούς των νομικών τους συμβουλών και για τον καταρτισμό της συμφωνίας με τον Εναγόμενο (ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκαν αντίγραφο σχετικής επιταγής που εκδόθηκε προς όφελος του δικηγόρου Φώτου Πιττάτζη και η απόδειξη πίστωσης της εις τον λογαριασμό του). xi. Κατά την 11/06/2010, ο Εναγόμενος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά και του ανέφερε ότι πιθανόν να είχε πρόβλημα με την τήρηση των όρων της συμφωνίας και του ζήτησε να συναντηθούν. Όντως, στις 17/06/2010 συναντήθηκαν με τον Εναγόμενο στο γραφείο των δικηγόρων τους, όπου παρόντες ήταν αυτός, η σύζυγος του Ενάγουσα 2, ο Εναγόμενος και ο κ. Φώτος Γ. Πιττάτζης. Ο Εναγόμενος, τους ανάφερε ότι είχε κάποια προβλήματα με την τράπεζα του για να τους μεταβιβάσει τα μερίδια που είχε στο ακίνητο όπου αναγέρθηκε η οικία του. Τους ζήτησε να συναντηθούν ξανά την επόμενη μέρα για να προσπαθούσε, αν μπορούσε, να επιλύσει εκείνα τα προβλήματα. xii. Με τον Εναγόμενο, συναντηθήκαν ξανά, στις 18/06/2010, στο γραφείο των δικηγόρων τους, όπου παρόντες ήταν αυτός, η σύζυγος του Ενάγουσα 2, ο Εναγόμενος και ο κ. Φώτος Γ. Πιττάτζης. Ο Εναγόμενος τους ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τηρήσει την συμφωνία επειδή η τράπεζα του είχε την κατοικία του ως εξασφάλιση για μελλοντικές υποχρεώσεις της επιχείρησης του. Για αυτόν το λόγο, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι υπαναχωρούσε από την συμφωνία και υποσχέθηκε ότι θα τους επέστρεφε το ποσό των €25.000 που είχε ήδη εισπράξει από αυτούς και τους ζήτησε να του δώσουν χρόνο για να τους τα επιστρέψει. Του έδωσαν λίγο χρόνο. Ο Ενάγοντας 1, επικοινωνούσε μαζί με τον Εναγόμενο τακτικά και ο Εναγόμενος του υποσχόταν ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα που του είχαν καταβάλει. Ακολούθως όμως, ο Εναγόμενος υπαναχώρησε και δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές τους εκκλήσεις, ή στις εκκλήσεις των δικηγόρων και αντιπροσώπων τους. xiii. Αυτός ήταν ο λόγος που τους οδήγησε να δώσουν οδηγίες στους δικηγόρους τους, οι οποίοι έκαμαν έρευνα στο Κτηματολόγιο, οπόταν διαπιστώθηκε ότι τα μερίδια του Εναγόμενου βαρύνονταν με δύο υποθήκες για εξασφάλιση δανείων ή και χρεών του στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας για συνολικό ποσό €276.290,
  3. Αυτό το γεγονός τους αναστάτωσε, γιατί συνιστούσε απάτη, επειδή ο Εναγόμενος, τόσο προφορικά, όσο και στη γραπτή συμφωνία που είχαν προσέλθει, ρητά τους διαβεβαίωσε ότι τα μερίδια του δεν ήταν υποθηκευμένα. xiv. Έδωσαν τότε αμέσως οδηγίες στους δικηγόρους και αντιπροσώπους τους και κατάγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία για απάτη και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 18/01/2011, η οποία επιδόθηκε (ως πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του) στον Εναγόμενο την 28/01/2011 (Τεκμήριο 6), κατήγγειλαν και τερμάτισαν την συμφωνία τους με τον Εναγόμενο και ζήτησαν από αυτόν την επιστροφή των χρημάτων τους (ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε η επιστολή ημερομηνίας 20/01/2011 που κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντα 1 εστάλη στον Αστυνομικό Διευθυντή Αμμοχώστου). xv. Ο Εναγόμενος δεν έδειξε καμία ανταπόκριση και κατακρατεί τα χρήματα τους. xvi. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι: (α) εξαπατηθήκαν στην σύναψη της συμφωνίας με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του Εναγόμενου ότι τα μερίδια του στο ακίνητο δεν ήταν υποθηκευμένα, (β) ότι δια του τρόπου αυτού ο Εναγόμενος τους απέσπασε €25.000 και (γ) ότι ο Εναγόμενος διέρρηξε ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους, την οποία αυτοί, συνεπεία τούτου, νομίμως τερμάτισαν. xvii. Δήλωσε ότι διάβασε τους ισχυρισμούς του Εναγομένου στην έκθεση υπεράσπισης του και ιδιαίτερα τον ισχυρισμό του ότι τους ενημέρωσε ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο και διαφωνεί με αυτούς. Είναι η θέση του ότι, οι ισχυρισμοί αυτοί του Εναγομένου, είναι αναληθείς και επιπρόσθετα, συγκρούονται με τους όρους της συμφωνίας τους ημερομηνίας 08/06/
  4. Η μαρτυρία της ΜΕ2
  5. Η ΜΕ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι λειτουργός, κτηματολόγος, τοποθετημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. ii. Σε ότι αφορά το ακίνητο με Αριθμό Εγγραφής 0/850, Αριθμός Τεμαχίου 188, Σχέδιο 2-292-374 στην Αγία Νάπα, για το οποίο κλητεύθηκε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες, ανέφερε τα εξής. iii. Την 08/10/1999, καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης μεταξύ του Αναστάση Χ"Αναστάση και του Εναγομένου (μέρος του Τεκμηρίου 8), δια του οποίου, ο πρώτος, πώλησε στον δεύτερο, μερίδιο του στο εν λόγω ακίνητο (που ήταν συνιδιόκτητο με άλλα πρόσωπα) και οικία που είχε ανεγερθεί σε αυτό. Το έγγραφο αυτό, δεν είχε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνση για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της. iv. Επακολούθησε την 31/03/2010, συμφωνία μεταξύ του Αναστάση Χ"Αναστάση και των υπόλοιπων συνιδιοκτητών του εν λόγω ακινήτου, καθορισμού του μεριδίου έκαστου και διανομής του προς κάθε ένα από αυτούς (μέρος του Τεκμηρίου 8). v. Την 23/04/2010, με την δήλωση μεταβιβάσεως Π169/10, ο Αναστάσης Χ"Αναστάση, μεταβίβασε (με συγκατάθεση των υπόλοιπων συνιδιοκτητών του) στον Εναγόμενο (ένεκα της αγοράς του από τον τελευταίο) μερίδιο του στο ακίνητο (από το 14467/58044 μερίδιο του Αναστάση Χ"Αναστάση, μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 6244/58044 μερίδιο), ως αυτό παρουσιαζόταν με την αναφορά 2Β στο συνημμένο στην συμφωνία διανομής ημερομηνίας 31/03/2010, χωροταξικό σχέδιο. vi. Το 14467/58044 μερίδιο του Αναστάση Χ"Αναστάση ήταν ήδη υποθηκευμένο προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας με τις δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτου Υ1005/07 ημερομηνίας 26/04/2009 (εξασφάλισης ποσού £150.000 πλέον τόκου και εξόδων) (Τεκμήριο 9) και Υ2622/08 ημερομηνίας 06/11/2008 (εξασφάλισης ποσού €20.000 πλέον τόκου και εξόδων) (Τεκμήριο 10), για τις οποίες ο Εναγόμενος κατά την δήλωση της μεταβίβασης είχε ενημερωθεί και τις είχε αποδεχθεί, στο βαθμό που αφορούσαν το μερίδιο που του μεταβιβαζόταν (με την συγκατάθεση και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας). vii. Τον Ιούνιο του έτους 2010, οι εν λόγω υποθήκες εξακολουθούσαν να υφίστανται και να επιβαρύνουν το ακίνητο (περιλαμβανομένου και του μεριδίου του Εναγομένου). viii. Συνέχισαν να υφίστανται μέχρι που εξαλείφτηκαν την 30/08/
  6. Η μεν υποθήκη Υ1005/07 ημερομηνίας 26/04/2009, εξαλείφτηκε δια της έγγραφης δήλωσης εξαλείψεως της ΥΑ1745/10 (αφού εξοφλήθηκε το ποσό των €256.290,22 που εξασφαλιζόταν από αυτή), της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας, την 30/08/2010 (Τεκμήριο 12). Η δε υποθήκη Υ2622/08 ημερομηνίας 06/11/2008, εξαλείφτηκε δια της έγγραφης δήλωσης εξαλείψεως της ΥΑ1744/10 (αφού εξοφλήθηκε το ποσό των €20.000 που εξασφαλιζόταν από αυτή), της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας, επίσης την 30/08/2010 (Τεκμήριο 13). Κατά την ίδια ημερομηνία, μερίδιο του Εναγομένου στο ακίνητο επιβαρύνθηκε προς εξασφάλιση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοχωρίων Λτδ (εξασφάλισης ποσού €450.000 πλέον τόκου και εξόδων), με την υποθήκη Υ2075/10 (Τεκμήριο 11). Η μαρτυρία της ΜΕ3
  7. Η ΜΕ3, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Το έτος 2010 εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο της Φώτος Πιττάτζης Δ. Ε. Π. Ε και εκτελούσε χρέη γραμματέα. ii. Γνωρίζει ότι οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της εργοδότη της, η οποία εργοδότης της είχε ετοιμάσει μια συμφωνία ανταλλαγής της κατοικίας τους με τη κατοικία του Εναγομένου. iii. Μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, ήτοι της συμφωνίας ημερομηνίας 08/06/2010, είχε αναλάβει να την χαρτοσημάνει και καταθέσει στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. iv. Χαρτοσήμανε την συμφωνία, την 15/06/2010 (αναγνώρισε ως τα έγγραφο που χαρτοσήμανε, το Τεκμήριο 3). v. Όταν πήγε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την κατάθεση της, της είχε αναφερθεί ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, λόγω προβλημάτων στο ακίνητο του Εναγομένου. vi. Λίγες μέρες μετά, πήρε οδηγίες από τον κ. Φώτο Πιττάτζη, όπως ζητήσει πιστοποιητικό έρευνας για το συγκεκριμένο ακίνητο, κάτι που έπραξε, και διαπίστωσε ότι αυτό ήταν υποθηκευμένο στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, για χρέη του Εναγομένου. Σχετικά, ενημέρωσε τον κ. Φώτο Πιττάτζη. Η μαρτυρία της ΜΕ4
  8. Η ΜΕ4, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι δικηγόρος και εργάζεται στην Φώτος Πιττάτζης Δ. Ε. Π. Ε. από το έτος
  9. Τον κ. Φώτο Πιττάτζη τον γνωρίζει προσωπικά. ii. Ο κ. Φώτος Πιττάτζης, παρά το γεγονός ότι η Φώτος Πιττάτζης Δ. Ε. Π. Ε. διατηρεί γραφείο στο Παραλίμνι, ο ίδιος, επειδή είναι νυμφευμένος με Ελληνίδα, τον περισσότερο καιρό διαμένει στην Ελλάδα. iii. Κατά την ημερομηνία της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, κ. Φώτος Πιττάτζης απουσίαζε από την Κύπρο. Αλλά, για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, επειδή οι Ενάγοντες, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί τους, του ζήτησαν να μαρτυρήσει για την υπόθεση τους, που όμως, λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό, αυτό δεν ήταν εφικτό, ετοίμασε ένορκη δήλωση την οποία η ΜΕ4 είχε στην κατοχή της και την παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 14). Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ1
  10. Ο Εναγόμενος, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2009 τον επισκέφτηκε ο Ενάγοντας 1 και τον ερώτησε εάν πωλούσε την οικία του. Ο ίδιος απάντησε καταφατικά στο ερώτημα και ο Ενάγοντας 1 του ανέφερε ότι θα επέστρεφε με την σύζυγο του (Ενάγουσα 2) για να το επιθεωρήσουν, όπως και τελικά έγινε. Ο Ενάγοντας 1 τον είχε ερωτήσει γιατί πωλούσε το σπίτι του και ο ίδιος του ανέφερε ότι επιθυμούσε να εξοφλήσει χρέος του από δανεισμό από τραπεζικό ίδρυμα και να αγοράσει μία πιο μικρή οικία. Ο Ενάγοντας 1, στο άκουσμα της απάντησης του, του ανέφερε ότι αυτό εξυπηρετούσε, καθότι, πολύ κοντά στην οικία του Εναγομένου, ο Ενάγοντας 1, είχε και αυτός μία κατοικία προς πώληση, την οποία ο Εναγόμενος μπορούσε, αν το επιθυμούσε, να την επισκεφτεί και να την επιθεωρήσει. Ο Εναγόμενος, μαζί και η σύζυγος του, επισκέφτηκαν την οικία του Ενάγοντα 1, η οποία τους κίνησε θετικά το ενδιαφέρον. Κάποιες ημέρες αργότερα, ο Ενάγοντας 1 τον ξανά-επισκέφτηκε, μεταφέροντας του την θέληση του να αγοράσει την οικία του. Ο ίδιος ζητούσε €550.000, αλλά τελικά συμφώνησαν με τον Ενάγοντα 1, ότι, με αντάλλαγμα την οικία του, ο Ενάγοντας 1 θα τον πλήρωνε σε μετρητά το ποσό των €225.000 «και το σπίτι του». Είχε αναφέρει τότε στον Ενάγοντα 1, ότι, το σπίτι του εκτίθετο προς πώληση σε διάφορα κτηματομεσιτικά γραφεία και ότι υπήρχαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Ο Ενάγοντας 1 του είπε ότι ήταν σίγουρος ότι ήθελε να αγοράσει το σπίτι του και ότι θα του έδιδε προκαταβολή «για να το βγάλει από την αγορά, για να μην πάθει ζημιά που θα έχανε αγοραστές». Ο Ενάγοντας 1, του ανέφερε ότι θα έπρεπε «να φτιάξει τον τίτλο» της οικίας του, γιατί ο δικηγόρος του τον είχε συμβουλέψει ότι, για να γινόταν ανταλλαγή των οικιών τους, θα έπρεπε και οι δύο «να έχουν τίτλους ιδιοκτησίας», ζήτημα με το οποίο συμφώνησε, είχε όμως δηλώσει στον Ενάγοντα 1 ότι για αυτό θα χρειαζόταν χρόνο. Τότε, ο Ενάγοντας 1 συμφώνησε μαζί του, αφού και ο ίδιος ο Ενάγοντας 1, ως του ανέφερε, θα απουσίαζε για κάποιο χρονικό διάστημα από την Κύπρο, αφού εργαζόταν στο εξωτερικό. Ζήτησε από τον Ενάγοντα 1 τα έγγραφα του σπιτιού του, για να τα πήγαινε στο τραπεζικό ίδρυμα με το οποίο συνεργαζόταν για να εξεταζόταν αν η οικία του Ενάγοντα 1 μπορούσε να υποθηκευτεί, αφού από την συναλλαγή τους, δεν θα μπορούσε να εξοφλήσει πλήρως τον δανεισμό του και θα παρέμενε ένα μικρό ποσό οφειλόμενο προς τον συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα. Ο Ενάγοντας 1, του πήρε, ως είχε συζητηθεί, τα έγγραφα, και ο ίδιος με την σειρά του τα παρέδωσε στο συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα. Κάποιες ημέρες μετά, έλαβε θετική απάντηση από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα, ότι, δηλαδή, «μπορούσε να προχωρήσω και ήταν πολύ καλή η πράξη του». ii. Ξεκίνησε τότε τις διαδικασίες με τον δικηγόρο του για «την έκδοση του τίτλου, επειδή το χωράφι που είναι το σπίτι του ήταν μουστερεκικο, υπήρχαν έντεκα συνιδιοκτήτες στο χωράφι αλλά ο καθένας είχε τον τόπο του». Έπρεπε να επισκεφτεί όλους τους ιδιοκτήτες για την εξασφάλιση υπογραφών, όπως και έγινε, αφού πρώτα πλήρωσε οφειλόμενες, σε σχέση με το ακίνητο, φορολογίες τους, τις οποίες οι ίδιοι δεν εξοφλούσαν για να ολοκληρωνόταν γρήγορα η όλη διαδικασία. Περί τον Απρίλιο του έτους 2010, ήταν όλοι έτοιμοι. Πήγαν στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αυτός, ο δικηγόρος του «και η κοπέλα από το γραφείο του κ. Πιττάτζη», γιατί, όπως τους είχε αναφερθεί εκείνη την ημέρα, «ήθελαν να σιγουρευτούν ότι είχαν τίτλο», για να τους δοθεί η προκαταβολή, πράγμα που έγινε. iii. Μετά «που πήρε τον τίτλο του», τηλεφώνησε στον Ενάγοντα 1 για να διευθετήσουν την ημερομηνία που θα αντάλλασαν τις οικίες τους. Ο Ενάγοντας 1 του είχε αναφέρει ότι απουσίαζε από το εξωτερικό αλλά θα επέστρεφε στην Κύπρο σύντομα, οπόταν και θα μπορούσαν να μετακομίσουν «και να υπογράψουν στις 08/06/2010». Ο Ενάγοντας 1 του ανέφερε ότι θα μπορούσε να πάρει τα υπόλοιπα λεφτά της προκαταβολής από το γραφείο του δικηγόρου του, του κ. Πιττάτζη. Οι ημέρες περνούσαν και αυτός με την σύζυγο του, που ήταν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης, άρχισαν την μετακόμιση. Επειδή το σπίτι τους είναι μεγάλο, άρχισαν να πακετάρουν τα προσωπικά τους αντικείμενα και βασανίστηκαν για να είναι όλα έτοιμα για την μετακόμιση. iv. Την 08/06/2010 «υπέγραψαν τα συμβόλαια» και θα ξανά-συναντιούνταν την 18/06/2010 στο γραφείο του κ. Φώτου Πιττάτζη «για τα λεφτά και την ανταλλαγή». Κατ' εκείνη την ημέρα (ήτοι, της 18/06/2010), όλοι ήταν «χαρούμενοι», μάλιστα έξω από το γραφείο του κ. Φώτου Πιττάτζη ο Ενάγοντας 1 του είχε αναφέρει ότι καλό θα ήταν αν χρησιμοποιούσαν το ίδιο φορτηγό για την μετακόμιση τους «αφού η απόσταση των σπιτιών τους ήταν κοντινή», κάτι με το οποίο συμφώνησε. Εισήλθαν μαζί με τους Ενάγοντες και τον κ. Πιττάτζη στο γραφείο του τελευταίου για την υπογραφή των συμβολαίων, όπως και έγινε, και την στιγμή που θα του παραδιδόταν η επιταγή με τα λεφτά, εισήλθε κάποια υπάλληλος του κ. Πιττάτζη, κάποια «Άντρη», και του ανέφερε ότι υπήρχε κάποιο «μικρό πρόβλημα». Όταν την ερώτησε για το πρόβλημα, του απάντησε ότι, επειδή αυτός είχε «τίτλο», όχι όμως και οι Ενάγοντες, «είχαν σκεφτεί με τον κ. Πιττάτζη», «να γινόταν η παράδοση αλλά τα λεφτά να παρέμεναν στο γραφείο μέχρι την ολοκλήρωση της», και ότι «η απόκτηση τίτλου από τους Ενάγοντες δεν θα έπαιρνε πάνω από έξι μήνες». Αυτός αρνήθηκε αυτό που του ζητήθηκε, δηλαδή, «να παρέδιδε στους Ενάγοντες το σπίτι του με τίτλο», αυτοί, «να του έδιναν ένα σπίτι χωρίς τίτλο και χωρίς τα λεφτά του». Τότε, η εν λόγω «Άντρη», του απάντησε στην αγγλική γλώσσα «sorry no deal». Όλοι απόρησαν για το τι είχε γίνει, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγόντων. Τότε, ο κ. Πιπάτζης, του είπε ότι δεν μπορούσε να γίνει «η ανταλλαγή», αλλά «θα κρατούσε το υπογραμμένο συμβόλαιο για έξι μήνες, αφού ήταν βέβαιος ότι θα έπαιρνε τίτλο». Παρά το γεγονός ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγόντων, απόρησαν για το τι είχε οδηγήσει τα πράγματα σε αυτό το σημείο, οι Ενάγοντες, του ζήτησαν να περιμένει λίγο να μην πωλήσει την οικία του και ότι όταν θα έπαιρναν «τίτλο» θα του τηλεφωνούσαν. Αυτό, για τον ίδιο ήταν καταστροφικό, επειδή είχε στο μεταξύ χάσει δύο αγοραστές που ήθελαν να αγοράσουν την οικία του, πλήρωσε φορολογίες άλλων προσώπων με λεφτά από δανεισμό, μπήκε στην διαδικασία μετακόμισης από την οικία του κατά την οποία δώρισε αρκετά αντικείμενα. Παρά το γεγονός ότι περίμενε τους Ενάγοντες για λίγο καιρό, αυτοί δεν επικοινώνησαν ξανά μαζί του. v. Η υπόθεση αυτή του κόστισε πάρα πολύ. Έχασε δύο άλλους σίγουρους αγοραστές, πλήρωσε πολλά σε φόρους για άλλα πρόσωπα, ταλαιπώρησε την εγκυμονούσα σύζυγο του και μετά προέκυψε η οικονομική κρίση και δεν μπορούσε να πωλήσει την οικία του γιατί δεν υπήρχαν πλέον αγοραστές. Χρειάστηκε «να ξαναβάλει υποθήκη την οικία του για να πληρώσει τα λεφτά που δανείστηκε». Κατά την διάρκεια της δίκης, τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγος του ήταν άνεργοι, συντηρούμενοι από το επίδομα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. «Το δάνειο του δεν έχει εξοφληθεί και το ποσό του δανείου που θα πληρωνόταν και θα παρέμενε ένα μικρό υπόλοιπο παραμένει και τοκίζονται οι €200.000 που θα πληρώνονταν στο τραπεζικό ίδρυμα, με τόκο». Η μαρτυρία της ΜΥ2
  11. Η ΜΥ2, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και είχε προσφέρει τις υπηρεσίες της προς τον Εναγόμενο όταν αυτός το έτος 1999 προσήλθε σε συμφωνία με τον Αναστάση Χ"Αναστάση για την αγορά της οικίας που ανεγέρθη στο ακίνητο με Αριθμό Εγγραφής 0/850, Αριθμός Τεμαχίου 188, Σχέδιο 2-292-374 στην Αγία Νάπα. ii. Επεξήγησε τα όσα αφορούσαν το ιδιοκτησιακό τότε καθεστώς του ακινήτου. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι, ο ιδιοκτήτης τότε της οικίας, κ. Αναστάσης Χ"Αναστάση, δεν είχε στο όνομα του ξεχωριστό τίτλο για την ιδιοκτησία της και ότι, σε ότι αφορούσε το ακίνητο, ήταν ένας εκ των συνδιοκτητών του. Επεξήγησε, ότι, για αυτό ακριβώς τον λόγο (της συνιδιοκτησίας και του αδιανέμητου του ακινήτου), και για να είναι σε θέση ο κ. Αναστάσης Χ"Αναστάση να μεταβιβάσει στον Εναγόμενο το μερίδιο που ο τελευταίος αγόρασε από αυτόν, το οποίο και θα αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου στο οποίο είχε ανεγερθεί η οικία, οι συνιδιοκτήτες του ακινήτου, το έτος 2010, προσήλθαν σε συμφωνία μεταξύ τους, δια της οποίας καθόρισαν το μερίδιο τους για σκοπούς διανομής του προς κάθε ένα από αυτούς (η μάρτυρας παρουσίασε το πρωτότυπο της σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 31/03/2010, ήτοι το Τεκμήριο 19, αντίγραφο του οποίου πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 8). Στην συνέχεια, ο κ. Αναστάσης Χ"Αναστάση, με την παρουσίαση της σχετικής συμφωνίας διανομής ημερομηνίας 31/03/2010 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μεταβίβασε στον Εναγόμενο μερίδιο της ιδιοκτησίας του στο ακίνητο, που αντιστοιχούσε στο μέρος που ο Εναγόμενος είχε αγοράσει από αυτόν προς τον σκοπό αγοράς και της οικίας. iii. Τις επαγγελματικές της υπηρεσίες, η ΜΥ2, τις παρείχε στον Εναγόμενο και στα αρχικά στάδια της συμφωνίας του Εναγομένου με τους Ενάγοντες, ως αυτή της είχε αναφερθεί από τον Εναγόμενο, μέχρι και λίγο πριν οι διάδικοι προσέλθουν στην γραπτή συμφωνία. iv. Ο Εναγόμενος την είχε επισκεφτεί στο γραφείο της και της ανέφερε ότι είχε εξεύρει αγοραστές για την οικία του. Σκοπός του από την πώληση της οικίας του, ήταν η εξόφλησης δανείου που είχε εξασφαλίσει από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας. v. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος, της είχε αναφέρει, ότι, είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες ότι θα αντάλλασε την οικία του με την δική τους. Λόγω του ότι, η οικία του Εναγομένου ήταν μεγαλύτερης αξίας από αυτής των Εναγόντων, οι Ενάγοντες θα του κατέβαλλαν επιπρόσθετα της ανταλλαγής και κάποιο χρηματικό ποσό. Το ποσό αυτό (€225.000), δεν θα ήταν αρκετό για να εξοφλήσει ο Εναγόμενος το δάνειο του στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας. Για αυτό τον λόγο, την οικία που ο Εναγόμενος θα καθίστατο ιδιοκτήτης της από την ανταλλαγή (δηλαδή την οικία των Εναγόντων), θα την υποθήκευε προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας, προς εξασφάλιση του υπολοίπου του δανείου του που θα παρέμενε ανεξόφλητο, ώστε να εξαλειφόταν η υποθήκη από το δικό του ακίνητο και να ανταλλάσσονταν οι οικίες. Για να γινόταν αυτό, δηλαδή προς τον σκοπό ικανοποίησης της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας για την εξασφάλιση που θα ελάμβανε (δηλαδή, για να αποδεχθεί την υποθήκευση της οικίας των Εναγόντων προς εξασφάλιση του υπόλοιπου του δανείου του Εναγομένου που θα παρέμενε ανεξόφλητο), ήταν αναγκαίο να εκτιμηθεί η κατοικία των Εναγόντων και ο Εναγόμενος της είχε παραδώσει για τα του ζητήματος αυτού, την σύμβαση δια της οποίας οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει την οικία τους από την εταιρεία Gregoris Yiasemis & Sons Development Ltd. Εξ όσων γνωρίζει, ακολούθως, για το εν λόγω ζήτημα, ο Εναγόμενος είχε επισκεφτεί την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας. vi. Για τα της συμφωνίας των διαδίκων, η ίδια είχε συνομιλήσει με δικηγόρο από την Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες για τα της συναλλαγής («με κάποια κοπέλα»), όταν ακόμη ο Εναγόμενος δεν είχε μεταβιβασμένο στο όνομα του το μερίδιο του ακινήτου επί του οποίου ήταν ανεγερμένη η οικία του. Σκοπός του Εναγομένου (αλλά και ενδιαφέρον, τόσο του ιδίου όσο και των Εναγόντων) και τα διαβήματα που είχαν τροχοδρομηθεί από πλευράς του Εναγομένου σχετικά, ήταν, ο Εναγόμενος, να καθίστατο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του μεριδίου του ακινήτου επί του οποίου ήταν ανεγερμένη η οικία του, ώστε να μπορούσε να το μεταβιβάσει στους Ενάγοντες προς υλοποίηση των όσων είχαν συμφωνηθεί. Ένεκα τούτου ήταν που η ΜΥ2 είχε την προαναφερόμενη συνομιλία με την δικηγόρο των Εναγόντων, στην οποία είχε αποστείλει και την φοροαπαλλαγή (σε ότι αφορούσε την φορολογία ακινήτου ιδιοκτησίας) που είχε εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο, σε ότι αφορούσε το μερίδιο του οποίου ήταν δικαιούχος στο ακίνητο και για την εγγραφή του οποίου στο όνομα του προέβαινε σε διεργασίες, για να δειχθεί στους Ενάγοντες η πρόοδος αυτών των διεργασιών που θα επέτρεπαν τελικά την μεταβίβαση του μεριδίου του προς του Ενάγοντες ως η συμφωνία των διαδίκων. Η μεταβίβαση στο όνομα του Εναγομένου, του μεριδίου του οποίου ήταν δικαιούχος στο ακίνητο, από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του, κ. Αναστάση Χ"Αναστάση, εξ όσων γνωρίζει η ΜΥ2, έγινε τελικά τον Απρίλιο του έτους
  12. vii. Το μερίδιο του ακινήτου επί του οποίου ήταν ανεγερμένη η οικία του Εναγομένου, του οποίου ήταν δικαιούχος ο Εναγόμενος μετά από την αγορά του από τον κ. Αναστάση Χ"Αναστάση, και για την εγγραφή του οποίου στο όνομα του προέβαινε σε διεργασίες, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Εναγομένου, είχε από προηγουμένως υποθηκευτεί προς τον σκοπό εξασφάλισης δανεισμού από τον Εναγόμενο, από τον τότε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του κ. Αναστάση Χ"Αναστάση. Εξ ου και κατά την μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου στον Εναγόμενο από τον κ. Αναστάση Χ'Αναστάση, που έγινε τελικά τον Απρίλιο του έτους 2010, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την μεταβίβαση, έχοντος του ακινήτου των εν λόγω επιβαρύνσεων (υποθηκών). viii. Η ΜΥ2, μετά την μεταβίβαση στο όνομα του Εναγομένου, του μεριδίου του οποίου ήταν δικαιούχος στο ακίνητο από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του, κ. Αναστάση Χ"Αναστάση, τον Απρίλιο του έτους 2010, αλλά πριν την υπογραφή της σύμβασης του Εναγομένου με τους Ενάγοντες την 08/06/2010, σταμάτησε να τον εκπροσωπεί. Η μαρτυρία της ΜΥ3
  13. Ο ΜΥ3, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: i. Το έτος 2010 ήταν υπάλληλος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας και εκτελούσε χρέη βοηθού γραμματέα. ii. Κατά το έτος 2010, θυμάται ότι ο Εναγόμενος είχε επισκεφτεί την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, «με πρόταση ότι είχε εξευρεθεί κάποιος πελάτης ο οποίος ενδιαφερόταν για την οικία του και ότι η πράξη θα είχε ανταλλαγή σπιτιού και ένα ποσό σε μετρητά για την τράπεζα». Πρόταση του Εναγομένου, που είχε αντικριστεί θετικά από την τράπεζα, επειδή εξυπηρετούσε καλύτερα τον δανεισμό του Εναγομένου. Η πρόταση όμως του Εναγομένου, είχε υποβληθεί στο τμήμα δανείων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας και όχι στην ίδια και για αυτόν τον λόγο, δεν γνωρίζει λεπτομέρειες, είτε σε ότι αφορούσε λεπτομέρειες της πρότασης αυτής, ή για έγγραφα που τυχόν ο Εναγόμενος να είχε παρουσιάσει προς τον σκοπό εξέτασης του αιτήματος του από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας. Υποθέτει όμως, ότι, αφού είχε υποβληθεί πρόταση από τον Εναγόμενο, κάποια έγγραφα θα είχαν παρουσιαστεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας Η μαρτυρία της ΜΕ2
  14. Η ΜΕ2, ένας καθαρά, από κάθε απόψεως, ανεξάρτητος μάρτυρας, αποστασιοποιημένος από τα όσα γεγονότα διαδραματίστηκαν και είναι επίδικα σε αυτή την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων, μαρτύρησε αποκλειστικά με γνώμονα τα όσα το μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας παρουσιάζει για το ακίνητο του Εναγομένου για το οποίο εκλήθη στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει. Ήταν σαφής στις απαντήσεις που έδιδε στα διάφορα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν κατά την δίκη, που ενέπιπταν στο πεδίο των γνώσεων της λόγω των καθηκόντων της στο εν λόγω Τμήμα του κράτους και τεκμηρίωσε την κατάθεση της με αριθμό εγγράφων τα οποία εξασφάλισε από το εν λόγω μητρώο. Η μαρτυρία της, σε κάθε περίπτωση, δεν διαπιστώνεται να αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τον Εναγόμενο. Και οι δύο διάδικες πλευρές, σημειώνεται, εξετάζοντας την ΜΕ2, επιχείρησαν, βασιζόμενες στην μαρτυρία της, να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε ότι αφορούσε τα της νενομισμένης πρακτικής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που αφορά την μεταβίβαση ακινήτων μεταξύ ιδιοκτητών και δη, της περίπτωσης κατάθεσης συμβάσεων ως επιβαρύνσεων, όταν δεν υπάρχει στο όνομα του δικαιούχου τους ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της, στην ολότητα της, προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για όσα γεγονότα παρέμειναν κατά την δίκη επίδικα μεταξύ των διαδίκων. Η μαρτυρία της ΜΥ2
  15. Η ΜΥ2 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Στο ειδώλιο του μάρτυρος, κατέθεσε χωρίς υπεκφυγές, ήταν σταθερή στις θέσεις της σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία ερωτήθηκε, διευκρινίζοντας σε κάθε στάδιο, τόσο σε ότι αφορούσε τον βαθμό της εμπλοκής της στα της υπόθεσης αυτής, όσο και σε ότι αφορούσε για ποια γεγονότα είχε ιδία προσωπική γνώση ή αλλιώς (ειδικότερα σε ότι αφορούσε ποια γεγονότα για τα οποία κατέθεσε, τα πληροφορήθηκε, ως τέτοια, από τον Εναγόμενο). Αντεξεταζόμενη, παρατηρώ, ότι, όχι μόνο δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις σε ότι αφορούσε τα αναφερόμενα της κατά την κυρίως εξέταση της, αλλά η μαρτυρία της, δεν αμφισβητήθηκε καν από πλευράς Εναγόντων. Η ίδια η μάρτυρας, παρατήρησα, παρά την σχέση της (επαγγελματική που είχε με τον Εναγόμενο) και όντας δικηγόρος και γνώστης της δικαστικής διαδικασίας, ήταν πάρα πολύ προσεκτική να διατηρήσει μία αμερόληπτη στάση, διακρίνοντας σε αυτήν μία ετοιμότητα και θετικότητα, για το οτιδήποτε ερωτάτο από απόψεως γεγονότων, αν ερωτάτο, και για το οποίο γνώριζε προσωπικά, να διαφώτιζε και να υποβοηθούσε το Δικαστήριο με την μαρτυρία της. Άλλωστε, τα όσα αυτή η μάρτυρας ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο και αφορούσαν το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικία του Εναγομένου, το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, την μετέπειτα διανομή του και τελική μεταβίβαση μεριδίου του στον Εναγόμενο και την διαδικασία που ακολουθήθηκε προς επίτευξη του, στα οποία ουσιαστικά περιορίστηκε η μαρτυρία της, συνάδουν και με την μαρτυρία της κτηματολογικής λειτουργού, ΜΕ
  16. Για δε τα όσα αφορούσαν την επίδικη συναλλαγή και τα συμφωνηθέντα του Εναγομένου με τους Ενάγοντες, η μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη ότι, στον βαθμό που είχε κάποια εμπλοκή σε αυτά, μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα ο Εναγόμενος της είχε αναφέρει σχετικά, από τις επαφές του με τους Ενάγοντες. Αποδέχομαι συνεπώς εξ ολοκλήρου την μαρτυρία της και βασίζομαι σε αυτήν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτή την υπόθεση, αποκλειστικά και μόνο σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα. Η μαρτυρία της ΜΥ3
  17. Θετική εντύπωση μου έκανε και η ΜΥ
  18. Η ΜΥ3, η οποία ως γίνεται αντιληπτό από την μαρτυρική κλήση που ο Εναγόμενος εξέδωσε εις αυτήν (ο οποίος επαναλαμβάνω εδώ, δεν είναι νομικός ή δικηγόρος), - κλήθηκε «να μαρτυρήσει για την πιο πάνω αγωγή» (παραπέμποντας προφανώς μόνο στον τίτλο της Αγωγής αυτής που αποτελεί μέρος και του κλητήριου που της επιδόθηκε από τον Εναγόμενο, για σκοπούς της μαρτυρίας της) -, στον βαθμό που μπορούσε να θυμηθεί για τα όσα ερωτήθηκε κατά την εξέταση της (κυρίως εξέταση και αντεξέταση), πιστεύω απάντησε με ειλικρίνεια. Δεδομένης της κλήσης που της επιδόθηκε, από την οποία, ως έχει προαναφερθεί, απουσίαζαν λεπτομέρειες σε ότι αφορούσε το τι αναμενόταν από αυτήν να μαρτυρήσει, ήταν αναμενόμενο, κρίνω, η μαρτυρία της, να χαρακτηριζόταν, ως διαπιστώνεται, από κάποια γενικότητα. Αυτό άλλωστε, το ξεκαθάρισε και ίδια η μάρτυρας, η οποία ήταν ξεκάθαρη όταν αντεξετάστηκε από την συνήγορο των Εναγόντων, ότι, δεν «εντόπισε» ([1]) για σκοπούς της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο οτιδήποτε ειδικό, ούτε και είχε οποιαδήποτε, σχετική με την μαρτυρία της, έγγραφη μαρτυρία να παρουσιάσει προς τεκμηρίωση της κατάθεσης της, και ότι απαντούσε στα διάφορα ερωτήματα που της υποβάλλονταν από τα όσα μπορούσε να θυμηθεί. Παρά ταύτα, η ΜΥ3, επεξήγησε με λεπτομέρεια τα όσα αφορούσαν την θέση και τα καθήκοντα της στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας και από πότε μέχρι και πότε εργαζόταν στο εν λόγω ίδρυμα, και διευκρίνισε για τα της γνωριμίας της με τον Εναγόμενο (ως πελάτη του ιδρύματος). Θυμόταν για τον δανεισμό (γενικά) του Εναγομένου, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι, το έτος 2010, ο Εναγόμενος είχε επισκεφτεί την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας με κάποια πρόταση (που της είχε αναφερθεί) που είχε να κάμει με αυτό του τον δανεισμό, η οποία πρόταση περιελάμβανε πώληση της οικίας του. Πρόταση που η μάρτυρας θυμόταν ότι είχε αντικριστεί θετικά από το ίδρυμα, γιατί αυτό θα εξυπηρετούσε καλύτερα το δανεισμό του Εναγομένου. Ήταν, διαπίστωσα, πολύ προσεκτική η μάρτυρας να αναφερθεί στα όσα γεγονότα πραγματικά θυμόταν, διευκρινίζοντας, ως προαναφέρθηκε, τους λόγους που η μαρτυρία της δεν μπορούσε να είναι πιο συγκεκριμένη ή λεπτομερής. Διευκρινίζοντας περαιτέρω και για ποια γεγονότα είχε προσωπική γνώση (όπως ήταν τα του δανεισμού του Εναγομένου και ότι κάποια πρόταση του Εναγομένου είχε γίνει το έτος 2010 προς καλύτερη εξυπηρέτηση του, που περιελάμβανε και πώληση της οικίας του), για ποια ζητήματα η ίδια δεν είχε προσωπική εμπλοκή (όπως ήταν η διαχείριση της πρότασης του Εναγομένου από το Τμήμα Δανείων, από άλλη συνάδελφο της, και την προώθηση της στην επιτροπεία του ιδρύματος ή τον γραμματέα του για την λήψη απόφασης) και για ποια ζητήματα υπέθετε γεγονότα στην βάση των όσων γνώριζε λόγω της πρακτικής του ιδρύματος (όπως ήταν η κατάθεση της αναφορικά με τα έγγραφα που ο Εναγόμενος πρέπει να είχε παρουσιάσει στο ίδρυμα για να αντικριστεί τελικώς θετικά η πρόταση του), χωρίς διακριτή πρόθεση υποβοήθησης ή βλάβης της υπόθεσης του οποιοιδήποτε διαδίκου, παρά την προσπάθεια της πλευράς των Εναγόντων να καταδείξει κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο μέσα από την αντεξέταση της. Άλλωστε, η μάρτυρας αυτή, δεν θα είχε αντικειμενικά, ούτε έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο μέσα από την αντεξέταση της, οποιοδήποτε λόγο να επιθυμεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα οποιουδήποτε από τους διαδίκους σε αυτή την υπόθεση, ή δικά της προσωπικά συνδεόμενα με αυτούς, ενώ είχε, λόγω της θέσης της τότε στο ίδρυμα και της επαφής της με τον Εναγόμενο, κάθε ευκαιρία να γνωρίζει για τα όσα μαρτύρησε. Εντούτοις, η γενικότητα της μαρτυρίας της, αξιολογείται ανάλογα στην συνέχεια της απόφασης μου, δεδομένης της θετικής εντύπωσης που η μάρτυρας αυτή άφησε στο Δικαστήριο, που επιτρέπει όπως, στην μαρτυρία της (και στο βαθμό που μπορεί να της δοθεί κάποια βαρύτητα), γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Η μαρτυρία της ΜΕ3
  19. Για την μάρτυρα αυτή, δεν έχω ενώπιον μου, στοιχεία, που θα δικαιολογούσαν αρνητική αντιμετώπιση της μαρτυρίας της. Άλλωστε, η μαρτυρία της, ήταν πολύ σύντομη και για τα όσα κλήθηκε να μαρτυρήσει και ισχυρίστηκε κατά την δίκη, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Εναγομένου κατά την αντεξέταση της. Δηλαδή, ως προς το ότι, ως υπάλληλος, εκτελούσα χρέη γραμματέως του κ. Φώτου Πιττάτζη, είχε ως καθήκον της την διεκπεραίωση «εξωτερικών εργασιών» του εργοδότη της, που σχετίζονταν με τα τμήματα φορολογίας και κτηματολογίου του κράτους. Και ότι, σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, (α) χαρτοσήμανε την σύμβαση ημερομηνίας 08/06/2010, Τεκμήριο 3, την 15/06/2010, (β) ότι, είτε την ίδια, είτε την επομένη ημέρα, είχε μεταβεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την «κατάθεση» της, οπόταν και πληροφορήθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο γιατί υπήρχαν «προβλήματα» με το ακίνητο του Εναγομένου και (γ) ότι, κάποιες ημέρες αργότερα, σίγουρα μετά την 18/06/2010, έλαβε οδηγίες από τον κ. Φώτο Πιττάτζη να ερευνήσει στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το μητρώο για το ακίνητο του Εναγομένου και να εξασφαλίσει σχετικό πιστοποιητικό, κάτι που έκαμε, με την έρευνα της να καταδεικνύει την υποθήκευση του ακινήτου του Εναγομένου προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας για «χρέη» του Εναγομένου προς αυτήν. Η δε αντεξέταση της ΜΕ3 από τον Εναγόμενο, δεν έχει αναδείξει οτιδήποτε που θα μπορούσε να λεχθεί ότι θα δικαιολογούσε το Δικαστήριο να εκτιμήσει αρνητικά την μαρτυρία της (χωρίς να εικάζει). Ίδια είναι η κατάληξης μου, εξετάζοντας την μαρτυρία της ΜΕ3, ενταγμένης αυτής στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Χωρίς όμως να διαφεύγει της προσοχής μου, το τι η ΜΕ2 κατέθεσε στην δίκη (και μάλιστα όχι κατά την κυρίως εξέταση της, αλλά κατά την αντεξέταση της) που σχετίζεται με την μαρτυρία της ΜΕ
  20. Ότι, δηλαδή, ακόμη και βεβαρυμμένο να ήταν το ακίνητο του Εναγομένου με υποθήκη (που όπως μαρτύρησε, τον Ιούνιο του έτους 2010, αυτό όντως ήταν βεβαρυμμένο), σύμβασης πώλησης της από τον Εναγόμενο μπορούσε να κατατεθεί από τον αγοραστή της, ως επιβάρυνση επί αυτής (τηρουμένων όμως των επιβαρύνσεων). Γεγονός που προβληματίζει ως προς το τι ακριβώς εννοούσε η ΜΕ3 όταν κατέθετε κατά την δίκη ότι, «όταν πήγα στο Κτηματολόγιο να την καταθέσω, μου ανέφεραν ότι δεν μπορεί να γίνει η κατάθεση της συμφωνίας λόγω προβλημάτων στο ακίνητο του κ. Πετρίδη» (η έμφαση είναι δική μου). Σε σχέση όμως με το ζήτημα αυτό, η ΜΕ3 δεν αντεξετάστηκε καθόλου και ως εκ τούτου, αν και η μαρτυρία της δεν μπορεί να μην γίνει αποδεκτή, αυτή η ασάφεια θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο αναλόγως όταν θα καταλήγει στα συμπεράσματα του. Όπως επίσης, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, το γεγονός, ότι, αν και η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, ως απλή γραμματέας των δικηγόρων των Εναγόντων που διεκπεραίωνε συγκεκριμένες εξωτερικές για αυτούς εργασίες, δεν είχε καμία σχέση με αυτή την συμφωνία, Τεκμήριο 3, παρουσιάζεται να την υπογράφει για λογαριασμό των Εναγόντων. Ενώ ξενίζει το γεγονός, ότι, θυμόταν τόσο καλά αυτή την υπόθεση και την επίδικη σύμβαση Τεκμήριο 3, ώστε να ήταν τόσο εύκολο για αυτή να την αναγνωρήσει κατά την δίκη, σχεδόν αμέσως, όταν τα καθήκοντα της, ως η ίδια τα παρουσίασε, ήταν γενικά. Γεγονός, που, λογικά, δεν θα της επέτρεπε ειδική θύμηση της περίπτωσης αυτής. Τοσούτο, να θυμάται συγκεκριμένα ότι, η έρευνα της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, έγινε σίγουρα μετά την συνάντηση της 18/06/2010 (Εναγόντων και Εναγομένου), που, αν και την ερώτησε ο Εναγόμενος αν ήταν παρούσα, ή αν θυμόταν για αυτήν, η μάρτυρας το αρνήθηκε. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της ΜΕ3 προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, αποδίδοντας σε αυτή την όποια βαρύτητα μπορεί υπό τις περιστάσεις να της αποδοθεί. Η μαρτυρία της ΜΕ4
  21. Η μάρτυρας αυτή, ανέφερε απλά ότι είναι υπάλληλος της Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες σε αυτή την Αγωγή, εργοδοτηθείσα μάλιστα, στην υπηρεσία της, μεταγενέστερα των επίδικων γεγονότων και καταχώρισης αυτής της Αγωγής, το έτος
  22. Η μαρτυρία της, περιορίστηκε στο να αναφερθεί στο γεγονός της απουσίας του κ. Φώτου Πιττάτζη στο εξωτερικό και ότι, λόγω αυτού του γεγονότος, το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την δίκη για να καταθέσει ως μάρτυρας για τους Ενάγοντες, παρουσιάζοντας αντ' αυτού, την ένορκο δήλωση του Τεκμήριο 14, που είχε στην κατοχή της. Ερωτούμενη, σχετικά, κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ4, ξεκαθάρισε ότι, η ίδια, δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε ότι αφορά τα επίδικα σε αυτήν την Αγωγή γεγονότα, ή τα όσα αναφέρει ο εν λόγω κ. Φώτος Πιττάτζης στην ένορκο του δήλωση του Τεκμήριο
  23. Αυτά τα δεδομένα, δεν δικαιολογούν αρνητική εκτίμηση της μαρτυρίας της ΜΕ4 από το Δικαστήριο, προσδιορίζουν όμως, την όποια βαρύτητα αυτή μπορεί να έχει (ειδικότερα σε ότι αφορά το Τεκμήριο 14), κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του Εναγομένου / ΜΥ1
  24. Προς τον σκοπό εκτίμησης της μαρτυρίας του Εναγομένου, ξεκινώ από την διαπίστωση των δύο βασικών χαρακτηριστικών που αυτός παρουσιάζει ως μάρτυρας. Αφενός στο ότι, είναι ο εναγόμενος διάδικος και ότι, όντας σε αυτή την θέση (από την οποία μάλιστα ανταπαιτεί), σε κάθε περίπτωση, έχει συμφέροντα δικά του να εξυπηρετήσει σε αυτή την δικαστική διαδικασία. Και αφετέρου, ότι, ακριβώς λόγω αυτής της ιδιότητας του, αφού αμφισβητεί την βασιμότητα των θέσεων και απαιτήσεων των Εναγόντων, είναι αναγκασμένος να υπερασπιστεί την υπόθεση που έχει παρουσιασθεί από πλευράς Εναγόντων εναντίον του στο Δικαστήριο. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά του Εναγομένου ως μάρτυρα, είναι, σε ότι αφορά το πώς αντικρίζεται η μαρτυρία του, εξισορροπητικά μεταξύ τους και καθιστούν ιδιαίτερα σημαντικό για να κριθεί η αξιοπιστία του, το εάν, ή και πώς, οι διάφοροι ισχυρισμοί που ενόρκως ο Εναγόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο, είχαν την απαραίτητη συνοχή και ευλογοφάνεια, εάν τεκμηριώθηκαν από άλλη αποδεκτή πραγματική μαρτυρία, ή και εάν έχουν υποστηριχτεί ή επιβεβαιωθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο η μαρτυρία του οποίου έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τα αντιστρόφως ανάλογα, φυσικά, ισχύουν και για τον Ενάγοντα 1 ως μάρτυρα, στην μαρτυρία του οποίου επανέρχομαι στην συνέχεια.
  25. Πρώτα, όμως, ξεκινώ με την εκτίμηση της μαρτυρίας του Εναγομένου κατ' απομόνωση, μέσα από τα όσα δια ζώσης κατέθεσε στο Δικαστήριο ενόρκως, υπό το φως των όσων τυχόν ήρθαν στο προσκήνιο κατά την αντεξέταση του, και αντιπαραβάλλοντας την ένορκη ομολογία του με τις δικογραφημένες στην έκθεση υπεράσπισης θέσεις του. Χτίζω το σκεπτικό μου σε ότι αφορά την εκτίμηση της μαρτυρίας του, με το να επεκταθώ παράλληλα, ή και στην συνέχεια, ανάλογα της περίπτωσης, και στην υπόλοιπη μαρτυρία που προσήχθη στο Δικαστήριο κατά την δίκη.
  26. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί ως παρατήρηση μου για το πρόσωπο του Εναγομένου, είναι, ότι, μου μετέδωσε την εικόνα ενός ατόμου με ευφυΐα. Από την αρχή της δίκης και παρά το γεγονός, ότι, ο ίδιος, που δεν είναι νομικός, καθ' όλη την διάρκεια της δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, έδειξε ότι αντιλαμβανόταν τα της διαδικασίας, αλλά πρωτίστως, το τι ήταν από απόψεως γεγονότων κρίσιμο στην υπόθεση αυτή και σημαντικό να αναδειχθεί προς υπεράσπιση του. Για δε τα όσα γεγονότα θα μπορούσε αντικειμενικά να λεχθεί ότι, ως πρόσωπο χωρίς νομικές γνώσεις, δεν θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί, έδειξε ότι τα αντιλαμβανόταν πάρα πολύ καλά. Το ζήτημα φυσικά, είναι, κατά πόσο, σε ότι αφορά τα γεγονότα, ο Εναγόμενος, δεδομένης αυτής της πολύ καλής αντίληψης και ευφυΐας του που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, μαρτύρησε την αλήθεια, ή σε κάθε περίπτωση, αν είναι τέτοιας ποιότητας η μαρτυρία του ώστε να μπορεί με ασφάλεια το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Η κατάληξης μου, είναι, ότι, για τα ουσιώδη για αυτή την υπόθεση γεγονότα, για τους ακόλουθους λόγους, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. i. Προδικαστικά, με την έκθεση υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος, ισχυριζόταν, ότι, μεταξύ του και των Εναγόντων, είχε αρχικά συμφωνηθεί ότι θα γινόταν ανταλλαγή των οικιών τους και ότι επιπρόσθετα τούτου, ως μέρος του ανταλλάγματος για την συναλλαγή τους, οι Ενάγοντες, θα του πλήρωναν και το ποσό των €225.
  27. Επιπρόσθετα, ισχυριζόταν, ότι, μέσα από τα πλαίσια αυτής της κατ' αρχήν συμφωνίας (που είχε συμφωνηθεί ότι θα καταρτιζόταν και γραπτώς σε ότι αφορούσε «τα ανταλλάγματα και τους όρους της») οι Ενάγοντες, έναντι του τιμήματος αγοράς που είχε συμφωνηθεί (ήτοι του επιπρόσθετου χρηματικού ποσού των €225.000), του κατέβαλαν το ποσό των €10.
  28. Καμία αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου δεν περιελήφθη ως ισχυρισμός, ως προς το ότι, επειδή είχε αναφερθεί στον Ενάγοντα 1 κατά την συνομολόγηση της κατ' αρχήν συμφωνίας τους, ότι η οικία του εκτίθετο προς πώληση σε διάφορα κτηματομεσιτικά γραφεία και ότι υπήρχαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές, το ποσό των €10.000 του πληρώθηκε προκαταβολικά «για να βγάλει την οικία του από την αγορά, για να μην πάθει ζημιά που θα έχανε αγοραστές», όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος κατά την δίκη. Ισχυρισμός, που, άλλωστε, δεν υποστηρίζεται ούτε και από τις αποδείξεις παραλαβής από τον Εναγόμενο του ποσού των €10.000 (που σημειώνεται, αναγνωρίστηκαν από τον Εναγόμενο ως τέτοιες), ημερομηνίας 21/09/2009 και 22/10/2009, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα, στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά ότι, τα παραλαμβανόμενα από τον Εναγόμενο ποσά (€5.000 έκαστη πληρωμή), αποτελούσαν «επιστρέψιμη προκαταβολή» («refundable deposit»). Είναι ξεκάθαρο από την έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου ότι, η πληρωμή του ποσού των €10.000, ήταν προπληρωμή έναντι του τιμήματος πώλησης της οικίας του Εναγομένου και όχι πληρωμή ασφάλειας σε ότι αφορούσε την προσχώρηση των μερών σε αυτήν. Ζήτημα, ως επεξηγώ στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής αυτής της υπόθεσης, ουσιώδες για την υπόθεση (εκατέρωθεν) των διαδίκων και από αυτή την άποψη σημαντική αντίφασης στις θέσεις του Εναγομένου (ως είχαν πριν την δίκη και διαμορφώθηκαν κατά την δίκη), που πλήττει την αξιοπιστία του. ii. Επιπρόσθετα, και πάλι με γνώμονα τα όσα ο Εναγόμενος ισχυριζόταν προδικαστικά με την έκθεση υπεράσπισης του, εντοπίζεται άλλη μία ουσιαστική ανακολουθία στις θέσεις του, ως αυτές διαμορφώθηκαν κατά την δίκη, σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, που συνηγορεί στην αρνητική εκτίμηση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ενώ με την έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος ισχυριζόταν ότι, την 08/06/2010, που υπογράφτηκε η συμφωνία (Τεκμήριο 3) στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, οι Ενάγοντες του πλήρωσαν το ποσό των €15.000, ως είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί• κατά την δίκη, ισχυρίστηκε ότι, το συγκεκριμένο ποσό, του πληρώθηκε περί τον Απρίλιο του έτους 2010, όταν στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας έγινε η μεταβίβαση στο όνομα του από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη των μεριδίων του ακινήτου που αντιστοιχούσαν στην οικία του (στην παρουσία και της τότε δικηγόρου του, ΜΥ2), από την «κοπέλα από το γραφείο του κ. Πιττάτζη», που είχε παραστεί κατά την εν λόγω διαδικασία, γιατί οι Ενάγοντες «ήθελαν να σιγουρευτούν ότι θα είχαν τίτλο». Αν και υπέβαλε στην ΜΕ3, κατά την αντεξέταση της, ότι αυτή ήταν το πρόσωπο που ήταν παρούσα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κατ' εκείνη την ημέρα και μάλιστα, ότι τούτο έγινε στην παρουσία της τότε δικηγόρου του, ΜΥ2, και η ΜΕ3 το αρνήθηκε, κληθείσα η ΜΥ2 στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο 2 να μαρτυρήσει κατά την δίκη, δεν την ερώτησε οτιδήποτε σχετικό, παρά μόνο η ίδια η ΜΥ2 κατά την κατάθεση της υποστήριξε για κάποια επικοινωνία που είχε με «κάποια κοπέλα» από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο. iii. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος, με την έκθεση υπεράσπισης του, προδικαστικά, προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι, είχε ζητήσει και του παραδόθηκαν από τον Ενάγοντα 1, αντίγραφο της σύμβασης δια της οποίας οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει την οικία τους από την εταιρεία Gregoris Yasemis & Sons Developments Ltd, για σκοπούς εκτίμησης της οικίας των Εναγόντων, ούτως ώστε να εγγραφόταν επί αυτής υποθήκη για να εξαλειφόταν υποθήκη που βάρυνε το δικό του ακίνητο για εξασφάλιση χρεών του. Ισχυρισμός του Εναγομένου, που, προβλήθηκε, σημειώνεται, εις απάντηση ισχυρισμού των Εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους, ότι, τους είχε αποκρύψει το γεγονός της υποθήκευσης του ακινήτου του. Αντεξεταζόμενος όμως, ο Εναγόμενος, που είχε ενωρίτερα (επίσης κατά την αντεξέταση του) υποστηρίξει ότι, από την συναλλαγή του με τους Ενάγοντες, θα επωφελείτο χρηματικά με ποσό πολύ μεγαλύτερο από το χρέος του που εξασφάλιζε η υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας (οπόταν λογικά θα μπορούσε να εξοφληθεί το χρέος του χωρίς ανάγκη υποθήκευσης του ακινήτου των Εναγόντων), απόκλινε από αυτή του την θέση (αντιλαμβανόμενος προφανώς στην πορεία των όσων ανέφερε κατά την αντεξέταση του, την παραδοξότητα των εν λόγω ισχυρισμών του) ισχυριζόμενος ότι, ο λόγος για τον οποίο είχε επιδιώξει εξέταση δανεισμού του από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, στα πλαίσια του οποίου θα ήταν αναγκαία η υποθήκευσης της οικίας των Εναγόντων (που με την συναλλαγή του με τους Ενάγοντες, θα καθίστατο δικαιούχος της), ήταν γιατί «ίσως μετά να χρειαζόταν λεφτά» και «αν το σπίτι των McDonald δεν μπορούσε μετά να χρησιμοποιηθεί για δανειοδότηση, δεν άξιζε τον κόπο να κάμει την ανταλλαγή». Ισχυρισμός, φυσικά, άκρως αντίθετος, και για σκοπούς εκτίμησης της μαρτυρίας του Εναγομένου, έκδηλα αντιφατικός, και με το τι πιο μετά κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος, επιπρόσθετα των προαναφερομένων, ισχυρίστηκε, όταν του υποβλήθηκε, ότι, εάν ήταν γνωστό στους Ενάγοντες το γεγονός της υποθήκευσης του ακινήτου του στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, η σύμβασης των μερών θα προνοούσε διαφορετικά για να διασφάλιζε την εξάλειψη της υποθήκευσης του από τον εν λόγω ίδρυμα, δια της απευθείας καταβολής του χρηματικού ανταλλάγματος για την συναλλαγή τους σε αυτό (στον βαθμό που αφορούσε το χρέος του), όταν ανέφερε, ότι, «ήταν η συμφωνία του με τον κ. Φώτο Πιττάτζη ότι θα έπαιρνε αυτός (ο Εναγόμενος δηλαδή) την επιταγή για να πάει στην ΣΠΕ». Ενώ, ενωρίτερα, είχε υποβάλει στον Ενάγοντα 1, αντεξετάζοντας τον, ότι «υπήρχε επιταγή να πάει απευθείας στην τράπεζα του. Η επιταγή των 200.000 στον κ. Πιττάτζη, ήταν να πάει ο ίδιος (ο κ. Πιττάτζης δηλαδή) με την επιταγή στην τράπεζα του και αυτό είχε να γίνει, δεν θα έπιανε μια επιταγή 200.000 στην πούγκα του .». Αυτές οι παρατηρήσεις μου, σε ότι αφορά την μαρτυρία του Εναγομένου, γίνονται, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου και ο ισχυρισμός του (που, αν και δεν συνάδει με τα όσα προαναφέρθηκαν, της μαρτυρίας του, συνάδει σε κάποιο βαθμό με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της έκθεσης υπεράσπισης του, τον οποίο κατά την κυρίως εξέταση του προώθησε, ο οποίος υποστηρίχθηκε και από την ΜΥ2, και είναι, σε κάθε περίπτωση, και πιο λογικός), ότι, από την συναλλαγή του με τους Εναγομένους, θα εξοφλείτο το μεγαλύτερο μέρος του χρέους του προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας και θα παρέμενε προς αυτήν χρέος της τάξης των €20.000 με €30.000 το οποίο θα μπορούσε, δεδομένης της αξίας της οικίας των Εναγόντων (ως μεταξύ τους είχε συμφωνηθεί για σκοπούς της συναλλαγής του, στις €250.000), να καλυπτόταν από την υποθήκευση της. Ισχυρισμός, που, μέσα από το σύνολο της δοθείσας από τον Εναγόμενο μαρτυρίας, - που δεν έχει, ως διαφαίνεται, την συνοχή που θα ανέμενε κανείς από μία αληθινή εκδοχή γεγονότων -, δεν γίνεται αποδεκτός. Μόνον όμως ως προς το ότι, η υποθήκευσης του ακινήτου για χρέος του Εναγομένου προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, που δεν θα εξοφλείτο πλήρως και θα ήταν αναγκαία η υποθήκευσης του ακινήτου των Εναγόντων έστω και για κάποιο μικρότερο ποσό, ήταν περίστασης γνωστή προς τους Ενάγοντες. Και αυτό, γιατί, κάτι τέτοιο θα ήταν ακροασφαλές. Ειδικότερα, δεδομένης της μαρτυρίας της ΜΥ2, της δικηγόρου που ενήργησε ως σύμβουλος του Εναγομένου μέχρι και λίγο μετά τον Απρίλιο του έτους 2010 (που έγινε η μεταβίβασης των μεριδίων του ακινήτου που αναλογούσαν στην οικία του Εναγομένου, στο όνομα του), αλλά σίγουρα πριν την υπογραφή της σύμβασης του Εναγομένου με τους Ενάγοντες αρχές Ιουνίου του έτους 2010 που κλήθηκε στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο για να υποστηρίξει την υπόθεση του, ότι η γνώση της σε ότι αφορά τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ του Εναγομένου και των Εναγόντων, περιοριζόταν στα όσα ο Εναγόμενος της είχε αναφέρει σχετικά και όχι από προσωπική γνώση, και, ότι, οι δικές της ενέργειες (στον βαθμό που ως προαναφέρθηκε είχε εμπλοκή στα της υπόθεσης αυτής) ήταν στην βάση των αναφερομένων και υποδείξεων του Εναγομένου. Μη υποστηρικτική, σε ότι αφορά τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς του Εναγομένου, ήταν και η μαρτυρία της ΜΥ3, η οποία, απλά επιβεβαίωσε ότι ο Εναγόμενος είχε, περί το έτος 2010, επισκεφτεί την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, «με πρόταση ότι είχε εξευρεθεί κάποιος πελάτης ο οποίος ενδιαφερόταν για την οικία του και ότι η πράξη θα είχε ανταλλαγή σπιτιού και ένα ποσό σε μετρητά για την τράπεζα» και ότι, η εν λόγω πρότασης του Εναγομένου, είχε αντικριστεί θετικά από το εν λόγω ίδρυμα, «επειδή εξυπηρετούσε καλύτερα τον δανεισμό του». Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο σε ότι αφορούσε την συμφωνία του Εναγομένου με τους Ενάγοντες, ή και πως συμπλεκόταν εις αυτήν, αυτή η, ως αναφέρθηκε από την μάρτυρα, «θετική αντιμετώπισης της πρότασης» του Εναγομένου από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, ώστε οι ισχυρισμοί του Εναγομένου σε ότι αφορά τα επίδικα σε αυτή την υπόθεση γεγονότα να μπορούσαν από την μαρτυρία της να υποστηριχθούν. iv. (α) Ως προαναφέρθηκε, ο Εναγόμενος, αρνούμενος με την έκθεση υπεράσπισης του την απαίτηση των Εναγόντων, ανταπαίτησε από αυτούς, μεταξύ άλλων θεραπειών, €15.000 «το οποίο κατέβαλε δια την αγορά νέων επίπλων για την κατοικία του αφού τα παλαιά τα δώρισε και/ή χάρισε για να παραδώσει την κατοικία του στους Ενάγοντες». Μαρτυρώντας όμως στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος, δεν ανέφερε εντελώς τίποτα για αυτό του τον ισχυρισμό προς απόδειξη της εν λόγω απαίτησης του, ενώ, αντεξεταζόμενος, εντελώς αντίθετα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ερωτηθείς σχετικά, υποστήριξε ότι «δεν αγόρασε έπιπλα γιατί περίμενε πρώτα να μπει μέσα στο σπίτι και μετά». (β)
(1)Παραδόξως, ο Εναγόμενος, αντί να ανταπαιτήσει από τους Ενάγοντες, υπό μορφή αποζημίωσης, τα ποσά που κατά την δίκη (αν και πολύ γενικά) έντονα υποστήριξε ότι κατέβαλε (λόγω της συμφωνίας) προς ζημιά του, ένεκα της από πλευράς Εναγόντων παράβασης των συμφωνηθέντων (βλ. Τεκμήρια 15 και 16) [και που, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορούσαν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό, ήτοι, ανεξόφλητες φορολογίες και τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας των συνιδιοκτητών του κτήματος για σκοπούς του διαχωρισμού του («μεταβιβαστικά») ([2]) (που τα κατέβαλε αυτός για να επισπεύσει την όλη διαδικασία)], καμία αναφορά δεν περιελήφθη στην έκθεση υπεράσπισης του ως προς το ισχυριζόμενο αυτό γεγονός, ενώ, η ανταπαίτηση του περιορίστηκε σε «ζημιά πέραν των €25.000 από την διάρρηξη της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων οι οποίοι αρνήθηκαν να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των €200.000 . καθότι κατέβαλε και ο ίδιος €2.500 ως δικηγορικά έξοδα στους δικηγόρους των Εναγόντων, δώρισε και/ή χάρισε τα έπιπλα που είχε στην κατοικία του για να είναι έτοιμος να την παραδώσει στους Ενάγοντες και υπεβλήθη σε έξοδα εκτίμησης της κατοικίας των Εναγόντων για την εγγραφή υποθήκης σ' αυτήν με την υλοποίηση της ανταλλαγής». Μάλιστα, ως διαπιστώνεται από την μαρτυρία, ο Εναγόμενος, σε μία προφανή προσπάθεια του να αναδείξει το μέγεθος της ισχυριζόμενης ζημιάς του, υποστήριξε ότι, για να γίνει ο διαχωρισμός του ακινήτου, κατέβαλε τα όσα έξοδα αναλογούσαν και στους συνδιοκτήτες του ακινήτου, κάτι που δεν υποστηρίχθηκε από την δικηγόρο (ΜΥ2) που τότε είχε χειριστεί το ζήτημα της όλης διαδικασίας «διανομής των μεριδίων του ακινήτου», η οποία όταν ερωτήθηκε περί αυτού κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι, ο Εναγόμενος, είχε πληρώσει μόνο τα όσα αναλογούσαν στην ιδιοκτησία του («στο μερίδιο που αγόρασε της ακίνητης περιουσίας»). (β)
(2)Αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, είναι και το γεγονός, ότι, ο Εναγόμενος, ενώ για το ζήτημα του κόστους αγοράς νέων επίπλων και της συνεπαγόμενης από αυτό ζημιάς του λόγω της ισχυριζόμενης παράβασης της σύμβασης από τους Ενάγοντες για το οποίο δικογραφικά ανταπαίτησε, δεν προσέφερε καμία μαρτυρία και αντεξεταζόμενος διέψευσε τις ίδιες του θέσεις της έκθεσης υπεράσπισης του, για το ποσό των «€2.500 ως δικηγορικά έξοδα στους δικηγόρους των Εναγόντων» δεν παρουσίασε καμία απολύτως απόδειξη. Κάτι, που, λογικά, δύσκολα θα μπορούσε πραγματικά να είχε αποτελέσει διαδραματισθέν γεγονός, δηλαδή, ο Εναγόμενος να πληρώσει αυτός τους δικηγόρους των Εναγόντων το εν λόγω ποσό των €2.500 «ως δικηγορικά έξοδα», όταν, οι Ενάγοντες, απέδειξαν ειδικά (βλ. Τεκμήριο 5), ότι, οι ίδιοι πλήρωσαν τους δικηγόρους τους (ήτοι, τον κ. Φώτο Πιττάτζη) για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν σχετικά με την όλη συναλλαγή τους με τον Εναγόμενο, το ποσό των €5.000. (β)
(3)Όταν, μάλιστα, ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ήταν, ότι, είχε εξαναγκαστεί από τον κ. Φώτο Πιττάτζη, να απολύσει την τότε δικηγόρο του, ΜΥ2, για να διορίσει ως δικηγόρο του, για σκοπούς της συναλλαγής του με τους Ενάγοντες, τον πατέρα του, κ. Γιώργο Πιττάτζη, τον οποίο μάλιστα, ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος κατά την δίκη, πλήρωσε (αφού του αποκόπηκε από τον κ. Φώτο Πιττάτζη από το ποσό των €15.000 που έπρεπε να του πληρωθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης με τους Ενάγοντες, Τεκμήριο 3), χωρίς να του παράσχει την οποιαδήποτε ουσιαστική νομική συμβουλή (ηθελημένα, ως άφησε να νοηθεί, προς βλάβη του), το ποσό των €3.000 (όπως, δηλαδή έγινε και με το προαναφερόμενο ποσό των €2.500). Ισχυρισμοί, που, εκτός του ότι δεν έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου, δεν μπορούν εύκολα να γίνουν πιστευτοί, καθότι, (α) παρέμειναν ατεκμηρίωτοι εν όψει της αμφισβήτησης τους από πλευράς Εναγόντων και (β) επειδή, κάτι τέτοιο, θα σήμαινε, ότι, δικηγόροι, που κατέχουν άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος της δικηγορίας, και που, εναντίον τους, δεν υποστηρίχθηκε από τον Εναγόμενο ότι υπήρξε η οποιαδήποτε σχετική επίσημη καταγγελία τους από πλευράς του, ενήργησαν (ως ο Εναγόμενος το παρουσιάζει) τουλάχιστον αντιδεοντολογικά, έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει ως αμοιβή τους, σίγουρα εις γνώσιν του Εναγομένου, το συνολικό ποσό των €10.
  1. Είναι άξιον απορροίας γιατί ο Εναγόμενος, ένας ευφυής, ως διαπίστωσα από τις ενώπιον μου τοποθετήσεις του, άνθρωπος, που, ναι μεν επιθυμούσε, για τους δικούς του προσωπικούς λόγους, πάρα πολύ την επίδικη συναλλαγή, εάν η «πράξη» του με τους Ενάγοντες «ήταν καθαρή» ως υποστήριξε, να αποδεχόταν τέτοιου είδους «εξαναγκασμό» του από τον εν λόγω δικηγόρο, κ. Φώτο Πιττάτζη, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος, γνωστός στον ίδιο, ή σε κάθε περίπτωση, χωρίς αυτός να διερωτηθεί προς τι μια τέτοια ενέργεια από πλευράς του εν λόγω δικηγόρου (ή δικηγόρων) και ποια τα κίνητρα της, και να αφεθεί να υποστεί μια τέτοιου είδους «αντιμετώπιση». Σίγουρα, ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι ο εν λόγω δικηγόρος, κ. Φώτος Πιττάτζης, «τον είχε απειλήσει ότι θα του χαλούσε την πράξη με τους Ενάγοντες», καθιστά ολιγότερο πιστευτή την εκδοχή του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, αφού, κάτι τέτοιο, εκτός του ότι καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες ήταν εντελώς αμέτοχοι στην όποια τέτοια «κατάσταση» (αυτό αφήνει άλλωστε να νοηθεί στην συνέχεια της μαρτυρίας του), θα έπρεπε να τον είχε εξεγείρει σε αντίθετη δράση. Σε κάθε περίπτωση, αν τέτοια ήταν η περίπτωσης (ως ο Εναγόμενος την ισχυρίζεται), θα ανέμενε κανείς, είτε καταγγελία του εν λόγω δικηγόρου (ή δικηγόρων) στο αρμόδιο σώμα, ή κάποια απαίτηση από πλευράς του Εναγομένου εναντίον τους (ακολουθούμενης, πάντοτε, της κανονικής, θεσμικά, προς επίτευξη τούτου, διαδικασίας) στα πλαίσια είτε της παρούσας Αγωγής ή άλλης διαδικασίας. Το γεγονός ότι καμία τέτοια δράση δεν υπήρξε από πλευράς του Εναγομένου, συνηγορεί στο ευφάνταστο των εν λόγω ισχυρισμών του, που δεν μπορούν παρά να απορριφτούν από το Δικαστήριο. Εδώ, επειδή λόγω των προαναφερομένων ισχυρισμών του Εναγομένου, στην δίκη, το ζήτημα που αμέσως τώρα καταγράφω ως παρατήρηση μου, απέκτησε, ειδικότερα σε ότι αφορά την εκτίμηση της μαρτυρίας, ιδιαίτερη σημασία, σημειώνω το εξής. Ο Εναγόμενος, δεδομένης της μαρτυρίας της ΜΕ4, που περιορίστηκε στο να παρουσιάσει μία ένορκο δήλωση του δικηγόρου κ. Φώτου Πιττάτζη ως προς τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης (Τεκμήριο 14) (που, αν και οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί του, μόνο ελάχιστη βαρύτητα μπορούν να έχουν για τους λόγους που αναφέρω στην συνέχεια της απόφασης μου), θα ανέμενε κανείς ότι, μετά και από την «υπόδειξη» του Δικαστηρίου (καθαρά ως προς ένα ζήτημα διαδικαστικό προς έναν μη νομομαθή διάδικο που δεν εκπροσωπείτο στην διαδικασία από κάποιο δικηγόρο) ως προς το δικαίωμα του να κλητεύσει το πρόσωπο αυτό για να το αντεξετάσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τους εν λόγω ισχυρισμούς του (της ένορκης δήλωσης Τεκμήριο 14), πριν το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγόντων, και την προς τούτο αναβολή της υπόθεσης, ο Εναγόμενος επέλεξε (παρά τους ισχυρισμούς της εν λόγω ένορκης δήλωσης) να μην το πράξει, αφήνοντας προς το Δικαστήριο και το ανάλογο περιθώριο συμπεράσματος. Κλείνω αυτή την ενότητα, με το να αναφέρω - χωρίς περαιτέρω σχολιασμό -, τα ακόλουθα αξιοσημείωτα που καταγράφτηκαν στα πρακτικά της δίκης κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα 1 από τον Εναγόμενο (το ακρωνύμιο «Ε» αντιστοιχεί στην λέξη «Ερώτηση» και το ακρωνύμιο «Α» αντιστοιχεί στην λέξη «Απάντηση»): «Ε: Το γνωρίζετε ότι ο κ. Πιττάτζης γνώριζε για την εγγύηση στην τράπεζα, ότι χρωστούσα στην τράπεζα το σπίτι; . [διευκρινίστηκε, ότι, η ερώτηση, αφορούσε χρονικά, τρείς μήνες πριν την γνωριμία του Εναγομένου με τους Ενάγοντες, που κατ' ισχυρισμό του Εναγομένου, ο κ. Πιττάτζης ήθελε ο ίδιος να αγοράσει την οικία του] . . Α: Όχι καθόλου, αν θα πούμε αυτό, είναι σαν ο κύριος Πιττάτζης να είναι μέρος απάτης με το να κάνει αυτό το συμβόλαιο. Ε: Συμφωνώ. Πιστεύετε ότι με αυτό το συμβόλαιο . . Ε: Δηλαδή πιστεύετε ότι η συμφωνία δεν έγινε δια τον λόγο ότι δεν σας είπα για την εγγύηση στην τράπεζα; . Γι' αυτό; Α: Εγώ δεν ήξερα ότι είχατε πρόβλημα έως τις
  2. Ε: Εγώ ποτέ δεν ανέφερα ότι δεν είχα πρόβλημα γιατί δεν είχα πρόβλημα. Είχα και τον τίτλο μου και η τράπεζα δέχτηκε την οικία τους για να μπει σαν υποθήκη. Γιατί να έχω πρόβλημα; Α: Έχετε πρόβλημα γιατί στο συμβόλαιο το λέει ξεκάθαρα ότι δεν μπορείτε να έχετε υποθήκη. Ε: Το γνωρίζετε ότι ο δικηγόρος σας με απείλησε τηλεφωνικώς ότι αν δεν άλλαζα δικηγόρο μπορούσε να χαλάσει την πράξη; .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) v. Μη υποστηρικτικό της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Εναγομένου, είναι το γεγονός, ότι, ενώ με την έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αρνιόταν τον ισχυρισμό των Εναγόντων της έκθεσης απαίτησης τους, ότι οι Ενάγοντες του επέδωσαν επιστολή ημερομηνίας 18/01/2011 με την οποία τερμάτισαν την μεταξύ τους σύμβαση (Τεκμήριο 3), στο Δικαστήριο, οι Ενάγοντες, παρουσίασαν δια του Ενάγοντα 1 μαρτυρία ότι, την 18/01/2011, επιδόθηκε στον Εναγόμενο, προσωπικά, μια τέτοια επιστολή (βλ. Τεκμήριο 6), χωρίς ο Εναγόμενος να αμφισβητήσει τελικά ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί γεγονός. vi. Ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία του με τους Ενάγοντες αποτυπώθηκε εγγράφως κατόπιν επιθυμίας και συμφωνίας προς τούτο, τόσο του ιδίου όσο και των Εναγόντων, επιχείρησε με την μαρτυρία του να αντικρούσει τα εις αυτήν αναφερόμενα ως συμφωνηθέντα. Το Δικαστήριο, επειδή ο Εναγόμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι νομομαθής και χειρίστηκε κατά την δίκη μόνος του την υπεράσπιση του, επέτρεψε να ακουστούν τοποθετήσεις του για τα συμφωνηθέντα, που, αν και ήταν σε αντίθεση με τους όρους της σύμβασης Τεκμήριο 3, πιθανόν να έθεταν ζητήματα είτε εγκυρότητας της, είτε προθέσεων (μη ρητά προνοηθέντων στην συμφωνία), είτε ερμηνείας των όσων αυτή κατέγραφε, ώστε να εκτιμούνταν τα συμφωνηθέντα ή και οι όροι της στο σωστό τους πλαίσιο (βλ. Leonidas Kyriakides v Antonis Kyriakides
(1976)1 CLR 76, Αγησίλαου Τσιαλή ν Δώρας Κ. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250), ειδικότερα σε ότι αφορούσε το ζήτημα της υποθήκευσης του ακινήτου του, που, με την έκθεση υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος, ρητά έθετε μία αντίθετη θέση από ότι το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει. Προέκυψε όμως ξεκάθαρα κατά την δίκη, ειδικότερα από την αντεξέταση του Εναγομένου, ότι, του ήταν ξεκάθαρα τα όσα οι όροι της σύμβασης και οι σχετικές με αυτούς δηλώσεις των διαδίκων κατέγραφαν, - ειδικότερα ως προς το ζήτημα (α) της υποθήκευσης του ακινήτου του, (β) το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν εγγεγραμμένο στο όνομα τους ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της δικής τους κατοικίας και με άγνωστο το πότε θα εξασφαλιζόταν τελικώς (καταβάλλοντας εύλογες προς επίτευξη τούτου προσπάθειες) και (γ) ότι παρά ταύτα θα γινόταν η ανταλλαγή των οικιών τους εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας (βλ. Τεκμήριο 3, ειδικότερα τις δηλώσεις 1, 2, 4, 5, 6, 7, 10 του προοιμίου και τους όρους 1, 2, 4, 5, 6, 8, 9, 10, 21 και 22) -•, και ότι αυτός επέλεξε να δεσμευτεί από τους όρους της, «επειδή ήθελε τόσο πολύ να γίνει η πράξη». Ο Εναγόμενος, σημειώνω εδώ, προδικαστικά, με την έκθεση υπεράσπισης του, δεν ισχυριζόταν ακυρότητα της συμφωνίας λόγω εξαπάτησης του από τους Ενάγοντες (απευθείας ή και μέσω των δικηγόρων τους, υπό την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα), ως ισχυρίστηκε κατά την δίκη, ώστε ένα τέτοιο ζήτημα να ετίθετο απευθείας προς εξέταση από το Δικαστήριο, δια της αποδοχής σχετικής προφορικής μαρτυρίας έξω από το πλαίσιο της γραπτής σύμβασης. Τουναντίον, ο Εναγόμενος ισχυριζόταν παράβαση των προνοιών της συμφωνίας Τεκμήριο 3 από τους Ενάγοντες και τούτο κατέστη ξεκάθαρο από το σύνολο των τοποθετήσεων του κατά την δίκη. Τελικά, όμως, ανεπιτυχώς, αφού, εκτός του ότι τα όσα ο Εναγόμενος υποστήριξε κατά την δίκη, αντικρούονται από τα όσα η συμφωνία ξεκάθαρα ρυθμίζει, αυτός απέτυχε να αποδείξει οτιδήποτε που να σχετίζεται με το ακίνητο των Εναγόντων (σχετιζόμενο με το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν για αυτό στο όνομα τους ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, αλλά πωλητήριο έγγραφο κατατιθέμενο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης), που θα μπορούσε να εμποδίσει την υλοποίηση των συμφωνηθέντων (που, ως ισχυρίστηκε, ήταν και ο λόγος που οι Ενάγοντες παραβίασαν τα συμφωνηθέντα). Τα όσα σχετικά με τα προαναφερόμενα αναφέρθηκαν από τον Εναγόμενο (που αντικρούονται από τα ρητώς ρυθμιζόμενα στην γραπτή σύμβαση ως συμφωνηθέντα), από την στιγμή που δεν αποκλείστηκαν από το Δικαστήριο κατά την δίκη, στην βάση των προαναφερόμενων παρατηρήσεων, λαμβάνονται υπόψη σε τούτο το στάδιο για να εκτιμηθεί αρνητικά η μαρτυρία του Εναγομένου, ως μη παρέχουσα ασφαλές υπόβαθρο για συμπεράσματα. Εξωγενής μαρτυρία, είναι, γενικά, μη αποδεκτή, όταν αποδοχή της θα είχε το αποτέλεσμα, να προσθέσει, διαφοροποιήσει, ή αντικρούσει στους/τους όρους, μεταξύ άλλων, ενός εγγράφου που αποτελεί μία έγκυρη και αποτελεσματική σύμβαση. Στην υπόθεση Bank of Australasia v Palmer [1897] AC 540, ο Λόρδος Δικαστής Morris αναφέρθηκε στην υπό αναφορά, αρχή, πλέον, κατά το δίκαιο της απόδειξης, ως εξής: «Parol testimony cannot be received to contradict, vary, add to or subtract from the terms of a written contract or the terms in which the parties have deliberately agreed to record any part of their contract.». Εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τα μέρη σε μία σύμβαση συμφώνησαν αποτελεσματικά ότι θα δεσμεύονταν από αυτήν, δεσμεύονται από τους όρους της, ακόμη και εάν είναι ασυνήθιστα (τα μέρη) σε αυτούς, και παρόλο που ένα από αυτά πιστεύει ότι κάτι το οποίο ελέχθη κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων εξακολουθεί να είναι δεσμευτικό, καθότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, το τι ελέχθη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είναι άσχετο. Ειδικότερα σε ότι αφορά συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης ακινήτων, όπου, η βεβαιότητα της συναλλαγής (ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής) είναι ότι πολυτιμότερο, εξωγενής μαρτυρία είναι ανεπιθύμητη. Μαρτυρία αναφορικά με προηγούμενες διαπραγματεύσεις είναι σχετική, και αποδεκτή, εάν (τα διαλαμβανόμενα κατά τις διαπραγματεύσεις) διατηρήσουν την συμβατική τους ισχύ ή νομική σημασία και μετά την συγγραφή της σύμβασης. Τέτοια μαρτυρία, είναι, σε κάθε περίπτωση, πάντοτε αποδεκτή, εάν προσφέρεται για να αποδείξει την ύπαρξη παράλληλης με την σύμβαση, προφορικής συμφωνίας, ή, μεταγενέστερα αυτής προφορικής συμφωνίας διαφοροποίησης ή εκπλήρωσης της, ή, εάν παρουσιάζεται προς απόδειξη της συνομολόγησης συμφωνίας που είναι μερικώς προφορική, και μερικώς γραπτή. Σημειώνεται, εδώ, ότι, προφορική μαρτυρία, που, αν και φαίνεται ότι είναι αντίθετη με τα όσα το γραπτό κείμενο της συμφωνίας περιλαμβάνει, αλλά είναι αναγκαία για σκοπούς που άπτονται του ουσιαστικού δικαίου της επίδικης διαφοράς, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως είναι για παράδειγμα το ζήτημα της έλλειψης αντιπαροχής. Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, ο Εναγόμενος, έχει ισχυριστεί, ότι, πριν από την συνομολόγηση της σύμβασης των μερών, Τεκμήριο 3, είχε συμφωνήσει με τον δικηγόρο των Εναγομένων διάφορα που αφορούσαν το γεγονός της υποθήκευσης του ακινήτου του και πως θα γινόταν η εξάλειψη της παράλληλα με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων του με τους Ενάγοντες (αφού θα πληρωνόταν από αυτούς το χρηματικό αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί, ήτοι, τις €225.000, θα εξοφλούσε κατά το πλείστον το χρέος του προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, και προς εξασφάλιση του υπολοίπου του θα υποθήκευε την οικία των Εναγόντων). Αυτά, όμως, όταν τα μέρη προσήλθαν στην γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 3, δεν περιελήφθησαν στους όρους της και ως εκ τούτου, και αλήθεια να ήταν τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε κατά την δίκη (που για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, κάτι τέτοιο δεν γίνεται αποδεκτό), δεν του επιτρέπουν, μετέπειτα της προσχώρησης του στην γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 3, να βασίζεται σε αυτά, ως αν να αποτελούν μέρος της συμφωνίας του με τους Ενάγοντες (βλ. Angell v Duke
(1875)32 LT 320 και Kaplan v Andrews [1955] 4 DLR 553). Σε κάθε περίπτωση, στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος, νομικά, εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται αντίθετα γεγονότα από τα όσα μνημονεύτηκαν στην συμφωνία για τους σκοπούς των λειτουργικών της διατάξεων («operative provisions») - ως είναι και ο όρος 21 της συμφωνίας, Τεκμήριο 3 -, επενεργούντος του δόγματος του κωλύματος λόγω δηλώσεως σε έγγραφο («legal estoppel, from agreement», βλ. στα συγγράμματα: Το Δίκαιο Της Απόδειξης Δικονομικές Και Άλλες Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, έκδοση 2014, σελίδες 936 και 937 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, παραγράφους 5-07 και 5-19 και τις υποθέσεις Gallie v Lee [1971] A.C. 1004, Polykarpou v Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182, Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989 και Γεώργιος Διόνα ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ.182/2011, 24/05/16). Το κώλυμα εκ δηλώσεως, γενικά, είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι, σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο, πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει. Στην προκείμενη περίπτωση, ο όρος 21 της συμφωνίας, Τεκμήριο 3 καταγράφει τα εξής: «21. The SECOND PARTY (δηλαδή ο Εναγόμενος) assures the FIRST PARTY (δηλαδή τους Ενάγοντες) that the above shares of the plot are not mortgaged and that he has no right to mortgage them until the registration takes place. .», από τα οποία είναι ξεκάθαρη η κατηγορηματική και ανεπιφύλακτη παράσταση και διαβεβαίωση του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες, ότι, το ακίνητο του, κατά την ημερομηνία της συνομολόγησης της (08/06/2010), δεν ήταν βεβαρυμμένο (υποθηκευμένο) και ότι συμφωνούσε να μην μεταβάλει αυτή την νομική του κατάσταση μέχρι και την ημερομηνία όπου θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβασης των ακινήτων τους, ως ρητά είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί•, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης της εγκυρότητας της εν λόγω παράστασης και διαβεβαίωσης (και κατ' επέκταση των συμφωνηθέντων των διαδίκων) (βλ. Goodtitle Edwards v Bailey
(1777)2 Cowp. 597), ή της επίπτωσης της ως προς το ότι, οι Ενάγοντες, δεν γνώριζαν περί του αντιθέτου. Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 / ΜΕ1
  1. Ο Ενάγοντας 1, επίσης μου φάνηκε ότι είναι ένας έξυπνος άνθρωπος. Τούτο, μου μεταδόθηκε από τις πρώτες κιόλας στιγμές της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο και την όλη στάση του στο ειδώλιο του μάρτυρα, αλλά υποστηρίζεται και από το γεγονός (που δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου) της διευθυντικής θέσης που κατέχει σε μία διεθνή πετρελαϊκή εταιρεία. Τούτο όμως, εκτιμάται ανάλογα, δεδομένης, ως έχει αναφερθεί, της ιδιότητας του ως ένας από τους Ενάγοντες διάδικους και το ίδιον συμφέρον που είχε να εξυπηρετήσει με την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Εστιάζω, συνεπώς, και σε ότι αφορά την περίπτωση του Ενάγοντα 1 ως μάρτυρα (όπως έκαμα και με την περίπτωση του Εναγομένου), για σκοπούς εκτίμησης της μαρτυρίας του, ποια άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά (ως έχουν προαναφερθεί) συγκεντρώνει ή δεν συγκεντρώνει η μαρτυρία του, για την κατάληξη μου ως προς το κατά πόσο αυτή παρέχει ασφαλές υπόβαθρο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Οι ακόλουθες διαπιστώσεις μου, με οδηγούν στο να αποδεχθώ την μαρτυρία του Ενάγοντα
  2. Κατ' αρχήν, σημειώνω τα εξής. Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1, συνάδει με τα όσα η σύμβασης Τεκμήριο 3 προνοεί και δεν αντικρούεται από την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, και ως έχει σε κάποιο βαθμό προαναφερθεί, η ΜΕ2, επιβεβαίωσε τον Ενάγοντα 1 ως προς τον ισχυρισμό του ότι το ακίνητο του Εναγομένου τον Ιούνιο του 2010 ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση δανείων του τελευταίου προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας. Τούτο όμως, ήταν εξ αρχής παραδεκτό από τον Εναγόμενο και επιβεβαιώθηκε και από την ΜΥ
  3. Η οποία, ΜΥ2, αν και κλήθηκε στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο προς υπεράσπιση του, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε προσωπικά οτιδήποτε για τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, παρά μόνο το τι της είχε αναφέρει περί αυτών ο ίδιος ο Εναγόμενος. Μάλιστα, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι, προς υλοποίηση της συμφωνίας Τεκμήριο 3, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του και των Εναγόντων να υποθηκευτεί η οικία τους για να εξαλειφόταν η υποθήκη από το δικό του ακίνητο επειδή θα παρέμενε κάποιο μικρό χρέος από τον δανεισμό του προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας (αφού το υπόλοιπο θα εξοφλείτο από το ποσό των €225.000 που θα του πλήρωναν οι Ενάγοντες ως αντιπαροχή), η ΜΥ2, κατά την αντεξέταση της, ξεκαθάρισε ότι, δεν γνώριζε κατά πόσο κάτι τέτοιο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ή εάν αποτελούσε απλά μέρος των προθέσεων του Εναγομένου, προώθησης της συναλλαγής του με τους Ενάγοντες. Μη αντικρούοντας, συνεπώς, τα όσα σχετικά ο Ενάγοντας 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο περί του ότι δεν είχε ποτέ κάτι τέτοιο συμφωνηθεί μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου. Το ίδιο προκύπτει, εξεταζόμενη η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 σε συσχετισμό με αυτήν της ΜΥ
  4. Παρά το γεγονός ότι, κληθείσα από πλευράς Εναγομένου να καταθέσει στην δίκη προς υπεράσπιση του, η ΜΥ3, μαρτύρησε περί του ότι, ο Εναγόμενος, είχε μεταβεί στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας (περί το έτος 2010) για να συζητήσει το ζήτημα της υφιστάμενης δανειοδότησης του ένεκα πρόθεσης του να πωλήσει την οικία του•, αυτή της η μαρτυρία, δεν διασυνδέθηκε σχεδόν καθόλου με την επίδικη συναλλαγή του Εναγομένου με τους Ενάγοντες. Και εξηγώ. Εκτός του ότι, κατά την δίκη, ο ίδιος ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε (αν και γενικά), ότι, την ίδια περίοδο, ενδιαφέρον για την οικία του (η πώληση της οποίας ήταν δημοσιοποιημένη από διάφορους μεσίτες) υπήρχε και από άλλους αγοραστές, ώστε αυτοί οι «πελάτες», - ως γενικά αναφέρθηκε σε αυτούς η ΜΥ3 - που της ανέφερε ο Εναγόμενος ότι θα πωλούσε την οικία του για να εξυπηρετηθεί καλύτερα ο δανεισμός του, να μπορούσαν να είναι τα οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα εκτός των Εναγόντων (που δεν υποστήριξε η ΜΥ3 ότι τα όσα της αναφέρθηκαν από τον Εναγόμενο το έτος 2010, αφορούσαν την επίδικη συναλλαγή του με τους Ενάγοντες)•, τίποτα δεν παρουσιάστηκε ως προς τον τρόπο που θα γινόταν η όλη συναλλαγή μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου, προς διασφάλιση και των συμφερόντων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας, που, για τον λόγο ότι το συμφέρον της αυτό ήταν αξίας €276.290,28, είναι λογικό, ότι, αν οι Ενάγοντες ήταν επίσης ενήμεροι και σύμφωνοι με μια τέτοια ρύθμιση και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας «θετική» σε αυτήν, θα έπρεπε να είχαν γίνει.
  5. Εντούτοις, σε σχέση με την μαρτυρία του Ενάγοντα 1, παρατηρούνται και τα εξής, τα οποία, αν και προβληματίζουν, δεν δικαιολογούν, - δεδομένων των επίδικων ζητημάτων σε αυτή την Αγωγή (που η γενικότητα στη δικογραφία και η δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων άφησαν ανοικτά προς εξέταση κατά την δίκη), τις παραδοχές του Εναγομένου, τα όσα η συμφωνία Τεκμήριο 3 ρητά και ξεκάθαρα καταγράφει και το πώς αυτά νομικά αντικρίζονται (ως έχει προαναφερθεί κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Εναγομένου) και την εμμονή του Εναγομένου στην εγκυρότητα αυτής -, το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Καταγράφω εν συνεχεία αυτές τις παρατηρήσεις μου.
  6. Ενώ οι Ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησης τους υποστήριζαν ότι, ήταν μετά από έρευνα τους που έγινε στο μητρώο της ακίνητης ιδιοκτησίας του ακινήτου του Εναγομένου που τηρείται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που διαπίστωσαν ότι αυτό ήταν βεβαρυμμένο με υποθήκες προς εξασφάλιση χρεών του Εναγομένου προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, ανερχόμενων στο συνολικό ποσό των €276.290,26, και ότι «αμέσως έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο ή/και αντιπροσώπους τους, να τερματίσουν την συμφωνία και να καταγγελθεί ο Εναγόμενος στην αστυνομία», οπόταν και ο Εναγόμενος, αφού ενημερώθηκε σχετικά, «υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα και θα αποδεχόταν αμοιβαίο τερματισμό της σύμβασης», κατά την δίκη, ο Ενάγοντας 1 υποστήριξε κάτι, που, αποκλίνει, θα μπορούσε να πει κανείς, από αυτή την θέση. Ότι, δηλαδή, ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος, που, αφότου την 08/06/2010 υπέγραψαν την συμφωνία Τεκμήριο 3, επικοινώνησε μαζί του, αρχικά την 11/06/2010, τηλεφωνικώς, για να του αναφέρει για τα της πιθανότητας προβλήματος του να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα (όπως ο Ενάγοντας 1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος του είπε ότι «εκείνο τον καιρό αντιμετώπιζε δυσκολίες με την τράπεζα του»), ακολούθως, την 17/06/2010, σε συνάντηση τους στο γραφείο των δικηγορών των Εναγόντων, όταν ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι «είχε κάποια προβλήματα με την τράπεζα του για να τους μεταβιβάσει τα μερίδια που είχε στο ακίνητο όπου αναγέρθηκε η οικία του» (όπως ο Ενάγοντας 1, χαρακτηριστικά, ανέφερε κατά την αντεξέταση του, «τότε ήταν που του εξηγήθηκε για πρώτη φορά ότι αυτό ήταν αντίθετο με την παράγραφο 21 της σύμβασης», οπόταν και είχε ζητήσει στον Εναγόμενο «να επιστρέψει πίσω στην τράπεζα και να το συζητήσει μαζί τους») και τελικώς, την 18/06/2010, όταν και πάλι σε συνάντηση τους στο γραφείο των δικηγόρων τους, τους πληροφόρησε ότι, «δεν μπορούσε να τηρήσει την συμφωνία επειδή η τράπεζα του είχε την κατοικία του ως εξασφάλιση για μελλοντικές υποχρεώσεις της επιχείρησης του» και ότι «υπαναχωρούσε» από αυτήν.
  7. Ισχυρισμοί, που, όχι μόνο αποκλίνουν, θα μπορούσε να λεχθεί, με τις σχετικές θέσεις της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, αναιρούνται σε κάποιο βαθμό και από τα όσα ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 παρουσίασε σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης του, σε συσχετισμό και με την μαρτυρία της μάρτυρος για τους Ενάγοντες, ΜΕ
  8. Και εξηγώ. Παρά τα όσα ο Ενάγοντας 1 ανέφερε στο Δικαστήριο σε ότι αφορά τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό του οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά το γεγονός της υποθήκευσης του ακινήτου από τους Ενάγοντες και την «υπαναχώρηση» του Εναγομένου από την σύμβαση την 18/06/2010, ο Ενάγοντας 1, κατά την δίκη, παρουσίασε επιστολή «τερματισμού» της σύμβασης ημερομηνίας 18/01/2011, Τεκμήριο 6, (δηλαδή, που ετοιμάστηκε έξι και πλέον μήνες μετά) - η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο 28/01/2011 -, από την οποία καθίσταται, τουλάχιστον αμφίβολο, το κατά πόσο, γνώση για τα της υποθήκευσης του ακινήτου του Εναγομένου, οι Ενάγοντες, έλαβαν, κατά τον τρόπο και τον χρόνο, που, δια του Ενάγοντα 1 υποστηρίξανε κατά την δίκη. Το λεκτικό της επιστολής «τερματισμού» της σύμβασης ημερομηνίας 18/01/2011 είναι, ως προς τα προαναφερόμενα, διαφωτιστικό: «Σας γράφουμε . σχετικά με το έγγραφο σας ημερ. 8/6/2010 για ανταλλαγή οικιών. Προτού υπογραφτεί το συμβόλαιο αποσπάσατε από αυτούς ποσό €10.000 έναντι του πρόσθετου τιμήματος της ανταλλαγής με παραστάσεις και διαβεβαιώσεις ότι τα μερίδια του ακινήτου που αντιστοιχούν με την οικία δεν ήτο υποθηκευμένα. Στο έγγραφο που έγινε 8/6/10 και με την παράγραφο 2 ρητά τους διαβεβαιώσατε ότι τα μερίδια του ακινήτου που αντιστοιχούσαν με την οικία δεν ήσαν υποθηκευμένα. Στα πλαίσια και σε εφαρμογή του συμβολαίου σας δώσαμε με οδηγίες των πελατών μας πρόσθετο ποσό €15.
  9. Μετά από έρευνα διαπιστώσαμε ότι τα μερίδια που αντιστοιχούσαν στην οικία ήσαν υποθηκευμένα και συνεπώς τα ποσά τα οποία σας εδόθηκαν ήταν προϊόν και αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων σας και που συνιστούν απάτη. Όταν σας ενημερώσαμε για την απάτη αρχικά υποσχεθήκατε επιστροφή €25.000 και μέχρι σήμερα δεν έχετε ανταποκριθεί. Οι πελάτες μας είναι έξαλλοι και μας έδωκαν οδηγίες να σας καταγγείλουμε στην αστυνομία και να πάρουμε οποιοδήποτε μέτρο είναι σωστό και νόμιμο για επιστροφή των χρημάτων τους και αποζημιώσεις. Με την παρούσα καταγγέλλουν και τερματίζουν την ανωτέρω συμφωνία σας και θα πάρουν δικαστικά μέτρα εναντίον σας και θα καταγγελθείτε και στην Αστυνομία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  10. Άλλωστε, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα 1, δεν συνάδουν σε απόλυτο βαθμό, ή τουλάχιστον, χωρίς να προβληματίζουν, συσχετιζόμενα και με τα όσα η ΜΕ3 ανέφερε για την υπόθεση τους. Η εν λόγω μάρτυρας, υποστήριξε, ότι, την 15/06/2010, κατόπιν οδηγιών των δικηγόρων των Εναγόντων στους οποίους τότε εργαζόταν, χαρτοσήμανε την σύμβαση, Τεκμήριο 3, προς τον σκοπό «κατάθεσης» της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ακολούθησε, όπως υποστήριξε η ΜΕ3, επίσκεψη της στο εν λόγω Τμήμα, ακριβώς για «να καταθέσει» την σύμβαση, Τεκμήριο 3, οπόταν και της ελέχθη από τους εκεί λειτουργούς, ότι, κάτι τέτοιο «δεν μπορούσε να γίνει λόγω προβλημάτων στο ακίνητο» του Εναγομένου (αντεξεταζόμενη επισήμανε ότι τούτο έλαβε χώρα είτε την 15/06/2010, είτε την 16/06/2010). Λίγες ημέρες μετά, υποστήριξε η ΜΕ3, έλαβε και πάλι οδηγίες από τους εργοδότες της, να «ζητήσει πιστοποιητικό έρευνας» αναφορικά με το ακίνητο του Ενάγοντα, από το οποίο διαπίστωσε για τα της υποθήκευσης του προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας «για χρέη του Εναγομένου», γεγονός για το οποίο ενημέρωσε σχετικά τον δικηγόρο κ. Φώτο Πιττάτζη. Αυτή η μαρτυρία της ΜΕ3, σε συνδυασμό (α) με τα όσα οι Ενάγοντες δικογράφησαν στην έκθεση απαίτησης τους σχετικά με το ζήτημα του πως διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο του Εναγομένου ήταν υποθηκευμένο, και (β) τα αναφερόμενα στην επιστολή «τερματισμού» της σύμβασης ημερομηνίας 18/01/2011, Τεκμήριο 6, σε κάποιο βαθμό προβληματίζουν για την αληθοφάνεια των όσων ο Ενάγοντας 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, πως είναι δυνατόν, οι Ενάγοντες, προδικαστικά, με την έκθεση απαίτησης τους να υποστήριζαν ότι, (α) γνώση για τα της υποθήκευσης του ακινήτου του Εναγομένου έλαβαν «από έρευνα που έγινε στο Κτηματολόγιο», (β) αυτή η έρευνα, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ3, να έγινε σε κάποια ημερομηνία κοντινή της 15/06/2010 που αυτή ισχυρίστηκε κατά την δίκη ότι χαρτοσήμανε την συμφωνία, Τεκμήριο 3 και παρουσιάστηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την «κατάθεση» της (ή, εν πάση περιπτώσει, κοντινή της 16/06/2010, αναλόγως του εάν αυθημερόν είχε επισκεφτεί το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, σύμφωνα με την αντεξέταση της), από την οποία ημερομηνία (15/06/2010 ή 16/05/2010) ήταν γνωστό το πρόβλημα της «κατάθεσης» της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, στο Κτηματολόγιο (που μόνο με το ζήτημα της υποθήκευσης του τούτο μπορεί να συνδεθεί), αλλά σίγουρα μετά την 18/06/2010 (ως ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση της) • και, κατά την δίκη, οι Ενάγοντες, δια του Ενάγοντα 1, να υποστηρίζουν ότι (α) πληροφορήθηκαν για τα του γεγονότος της υποθήκευσης του ακινήτου του Εναγομένου για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Εναγόμενο την 17/06/2010, (β) ο δικηγόρος των Εναγόντων, κ. Φώτος Πιττάτζης, να αναφέρει στην ένορκο του δήλωση, Τεκμήριο 14, ότι, μετά την συνάντηση της 18/06/2010 είχε δώσει οδηγίες στην ΜΕ3 να προχωρήσει με έρευνα στο Κτηματολόγιο, οπόταν και διαπιστώθηκε η υποθήκευσης του ακινήτου και (γ) ενώ, τόσο με την δικογραφία τους, όσο και δια της μαρτυρίας των, Ενάγοντα 1 και ΜΕ4 (βάσει της ένορκης δήλωσης του κ. Φώτου Πιττάτζη, Τεκμήριο 14), υποστηρίζουν ότι, «αμέσως», αφού έλαβαν γνώση από την έρευνα που διεξήχθη στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας περί τα μέσα Ιουνίου 2010 για τα της υποθήκευσης του ακινήτου, έδωσαν οδηγίες για τερματισμό της συμφωνίας, αυτός ο τερματισμός, τελικά, να λαμβάνει χώρα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, περί τα μέσα του Ιανουαρίου του 2011 (κάποιες ημέρες πριν από την καταχώριση αυτής της Αγωγής την 02/02/2011). Δηλαδή, με μία τόσο μεγάλη καθυστέρηση.
  11. Στο προαναφερόμενο σκηνικό, που, προβληματίζει, προσθέτει και η εξής πρόνοια, που περιελήφθη στην σύμβαση των διαδίκων Τεκμήριο 3 (που σημειώνω, υπογράφτηκε από την ΜΕ3, υπάλληλο των δικηγόρων των Εναγόντων, για λογαριασμό τους) και η οποία προσέλκυσε την μεγαλύτερη συζήτηση κατά την δίκη, που εάν η εκδοχή των Εναγόντων, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα 1 είναι η πραγματική, διερωτάται κανείς για την λογική πίσω από την ύπαρξη της. Προσθέτοντας σε αυτά και το εξής. Ότι, σε κάθε στάδιο αυτής της επίδικης συναλλαγής, οι Ενάγοντες, που ως ανέφερε ο Ενάγοντας 1 κατά την δίκη, μετά και την κατ' αρχήν προφορική τους συμφωνία με τον Εναγόμενο, είχαν αφήσει το ζήτημα της «ρύθμισης» της στον δικηγόρο τους, εκπροσωπούνταν από τον συγκεκριμένο δικηγόρο, ο οποίος, ως αντιπρόσωπος τους, τους δέσμευε σε κάθε στάδιο με τις ενέργειες του (όποιες και να ήταν αυτές και για τον όποιο λόγο αυτές λαμβάνονταν), και είναι άσχετο το πότε πραγματικά ελάμβαναν γνώση των διαφόρων γεγονότων (ως προς τις ενέργειες τους ή και για τα της συναλλαγής), από την στιγμή που με την συμπεριφορά τους και την εκδοχή που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, ειδικότερα δια του Ενάγοντα 1, έδωσαν εις αυτές κύρος ως αν να ήταν δικές τους. Έχει λοιπόν η συγκεκριμένη ρήτρα, ως εξής: «
  12. The SECOND PARTY (δηλαδή ο Εναγόμενος) assures the FIRST PARTY (δηλαδή τους Ενάγοντες) that the above shares of the plot are not mortgaged and that he has no right to mortgage them until the registration takes place. It is also understood that their lawyers have no liability for any such an event.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  13. Αυτά, ως προανέφερα, προβληματίζουν. Εντούτοις, η δικογραφία του Εναγομένου, από την οποία (όπως και από την μαρτυρία του στην δίκη) προκύπτει ότι ο Εναγόμενος, βασίζεται και ο ίδιος στην εγκυρότητα της συμφωνίας Τεκμήριο 3, στην βάση της οποίας, μάλιστα, ανταπαιτεί; τα όσα η εν λόγω σύμβαση προνοεί για τα λειτουργικά μέρη της συναλλαγής των διαδίκων και πως οι εκεί παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του Εναγομένου (αλλά και των Εναγόντων) νομικά αντιμετωπίζονται; η μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν για τους Ενάγοντες, που δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου, ουσιαστικά; η μαρτυρία του Εναγομένου και οι τοποθετήσεις του κατά την διάρκεια της δίκης, αλλά και η μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν προς υπεράσπιση του Εναγομένου, που δεν υποστήριξαν θετικά την, έστω και εκτός δικογράφων, ή σύμβασης, θέση του;• δεν δικαιολογούν το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία του Ενάγοντα
  14. Με δεδομένη, πλέον, αυτή την εκτίμηση μου, σε ότι αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των προσώπων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση των Εναγόντων, και την απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου, σε σχέση με τα επίδικα (ως προέκυπταν από την δικογραφία και εν συνεχεία τις υποβολές θέσεων από πλευράς του κατά την εξέταση των μαρτύρων για τους Ενάγοντες) γεγονότα, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξω ως προς το τελικό ζητούμενο. Ήτοι, κατά πόσο τα γεγονότα δικαιολογούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων ή και σε ποιο βαθμό. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  15. Κατά την τελική αγόρευση της στο Δικαστήριο, η συνήγορος των Εναγόντων, υποστήριξε, ότι, το δικαίωμα των εντολέων της στις αιτούμενες, με την έκθεση απαίτησης τους, θεραπείες, προκύπτει από το δίκαιο των συμβάσεων και ειδικότερα, ότι, βασίζεται στις πρόνοιες των Άρθρων 70, 73
(1)και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Έχω εξετάσει το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, και έχω ικανοποιηθεί, ότι, αυτό, περιλαμβάνει όλους εκείνους τους ισχυρισμούς γεγονότων, επί των οποίων, η πλευρά τους, θα μπορούσε να στηρίξει την επιχειρηματολογία της για διάρρηξη, έναντι των συμφερόντων τους, των συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς Εναγομένου, στην περίπτωση όπου η μαρτυρία που θα παρουσίαζαν προς υποστήριξη της υπόθεσης τους γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (όπως και έγινε) [[x]]. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται και η αρχή της νομολογίας μας, ότι, παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της, εάν τα γεγονότα που το σώμα της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνει, δικαιολογούν την απόδοση της [[xi]]. Ασφάλεια («deposit») και πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»)
  2. Η παρούσα Αγωγή, αφορά απαίτηση, που, ως έχει ο ισχυρισμός των Εναγόντων, απορρέει από σύμβαση τους με τον Εναγόμενο το αντάλλαγμα της οποίας έχει αποτύχει, σε σχέση με την οποία κάποια ποσά πληρώθηκαν στον Εναγόμενο από τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, τίθεται ευθέως προς εξέταση, ζήτημα κατά πόσο, στην βάση της ισχυριζόμενης αυτής σύμβασης, οι Ενάγοντες έχουν το δικαίωμα ανάκτησης επανορθωτικής ή και αντισταθμιστικής αποζημίωσης («restitutionary damage», «disgorgement damage» ή και «compensatory damage») από τον Εναγόμενο. Εστιάζω, κατ' αρχήν, την προσοχή μου, στο γεγονός ότι, τελικά, ως είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων, οι Ενάγοντες, δεν έλαβαν, ως έχει προαναφερθεί, το αντάλλαγμα της συμφωνίας τους με τον Εναγόμενο, σε συνδυασμό με το παραδεκτό γεγονός (από την δικογραφία), ότι, το διεκδικούμενο από τους Ενάγοντες ποσό των €25.000, προπληρώθηκε ή πληρώθηκε στον Ενάγοντα ως μέρος της αξίας της σύμβασης (ήτοι του τιμήματος για την αγορά της κατοικία του Εναγομένου), κατά πόσο τούτο δίδει το δικαίωμα στους Ενάγοντες να ανακτήσουν από τον Εναγόμενο, ως έχει προαναφερθεί, αποζημίωση επανόρθωσης του («restitutionary damage», «disgorgement damage»).
  3. Είναι σύνηθες σε σύμβαση, να περιλαμβάνεται πρόνοια ως προς το ότι, συγκεκριμένο ποσό, θα είναι πληρωτέο σε περίπτωση παράβασης της (ρήτρα προ-εκτίμησης ζημιάς «pre-liquated damages clause»). Συναντάται όμως εξίσου, η σύμβασης, να ορίζει ότι ένα ποσό θα είναι προπληρωτέο (πληρωτέο προκαταβολικά) και ότι δεν θα είναι επιστρεπτέο σε περίπτωση αποτυχίας του μέρους που προβαίνει στην πληρωμή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις («forfeiture clauses») (Βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, General Principles, παράγραφο 26-193, σελίδα 1879). Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση (προπληρωμής), το δικαίωμα του μέρους που έχει παραβιάσει τα συμφωνηθέντα να ανακτήσει την προπληρωμή του («affirmative relief»), εξαρτάται από την φύση της προπληρωμής που έλαβε χώρα. Όπου τα χρήματα έχουν καταβληθεί υπό τύπο ασφάλειας («deposit»), είναι λιγότερο πιθανό να ανακτηθούν, από ότι στην περίπτωση όπου πρόκειται για την πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»).
  4. Η προκαταβολή ασφάλειας («deposit»), ακριβώς επειδή πρόκειται περί ασφάλειας, είναι γενικά μη ανακτήσιμη, ενώ η μερική πληρωμή (έστω και προπληρωτέα), είναι πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») και ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε τα συμφωνηθέντα σε περίπτωση καταγγελίας (τερματισμού) της σύμβασης. Το κατά πόσο μία πληρωμή γίνεται υπό τύπο προκαταβολής ασφάλειας («deposit»), ή ως μέρος της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), είναι ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης, και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αμφιβολία, γενικά (ως έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί), θεωρείται ως πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») (βλ. Dies v British and International Mining and Finance Co [1939] 1 KB 715).
  5. Ο γενικός κανόνας, είναι ότι, πληρωμή υπό τύπο μερικής πληρωμής της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), είναι ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε τα συμφωνηθέντα, υπό την επιφύλαξη όμως της ευθύνης του μέρους αυτού να αποζημιώσει το αναίτιο μέρος για την όποια ζημιά του προκλήθηκε λόγω της παράβασης (βλ. Dies v British and International Mining and Finance Co [1939] 1 KB 715, Νίκος Οδυσσέως ν Χαρίτου Χαριτου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1061, Μάριος Αγαπίου κ. α. ν Ευαγγελίας Λεωνίδου
(2007)1Α Α.Α.Δ. 50 και Ζακχαίου Στέλλα Ανδρέα κ. α. ν Θεοδούλου Νικόλα Καλογήρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 174). Εντούτοις, το δικαίωμα του μέρους που έχει παραβιάσει τα συμφωνηθέντα να ανακτήσει την πληρωμή του, δεν είναι απόλυτο (ή και ανεπιφύλακτο). Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση όπου είναι ξεκάθαρο από την σύμβαση ότι ο κομιστής του ποσού θα πρέπει να επιβαρυνθεί με έξοδα («reliance exenditure») προτού ολοκληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή και ότι δικαιούται, δυνάμει σχετικής ρήτρας στην σύμβαση, μερική πληρωμή για υποχρεώσεις του που έχουν ήδη εκπληρωθεί, τότε, ελλείψει αντίθετης προς τούτο πρόνοιας στην σύμβαση, η πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.