ΜΙΧΑΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΘΗΝΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 641/15, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 641/15 Μεταξύ:- ΜΙΧΑΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντα και ΑΘΗΝΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία: 28.4.2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Νικόλας Γ. Νικολάου. Για την Εναγομένη: κ. Μάριος Μαρκουλλής για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε.. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Στην παρούσα υπόθεση, επιφυλάχθηκε απόφαση κατόπιν που αυτή εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης στη βάση της νέας Δ.30 θ.6 ως τροποποιήθηκε και με γραπτές, ολοκληρωτικά, μαρτυρίες. Αντικείμενό της είναι η διαφορά μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης σε σχέση με την προμήθεια και εγκατάσταση εκ του Ενάγοντα στο σπίτι της Εναγόμενης ντεπόζιτου νερού και ηλιακού θερμοσίφωνα έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, βάσει τιμολογίου, για ποσό Λ.Κ.655,50, ήτοι €1.119,99. Το ποσό αυτό αξιώνεται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα «ως μη πληρωθέν τίμημα για πωληθέντα παραδοθέντα αγαθά ή και υπόλοιπο λογαριασμού ή και δυνάμει τιμολογίων ή και ως αναλυτικά ανωτέρω αναφέρεται». Οι δικογραφημένες θέσεις των μερών έχουν ως εξής: Ο Ενάγων ασχολείται με την κατασκευή ηλιακών θερμοσιφώνων και εμπορεύεται υπό την επωνυμία ΑΚΤΙΛ. Ισχυρίζεται ότι προμήθευσε και εγκατέστησε τον ηλιακό αυτό θερμοσίφωνα σε οικία ιδιοκτησίας της Εναγόμενης κατά ή περί το έτος 2007 και κατόπιν που η Εναγόμενη του έδωσε ρητές προς τούτο οδηγίες. Ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι τριάντα
(30)ημέρες μετά την έκδοση του σχετικού τιμολογίου, το ποσό αυτό θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 8% ετησίως. Ουδέν ποσό κατέβαλε η Εναγόμενη έναντι του χρέους της. Δια του ότι η Εναγόμενη αρνείται τη συμφωνία περί πληρωμής τόκου μετά πάροδο τριάντα
(30)ημερών από την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου, έμμεσα δέχεται ότι γνώριζε για το σχετικό τιμολόγιο και παραδέχεται ότι οφείλει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Η Εναγόμενη αναφέρει στην Υπεράσπισή της ότι, ουδέποτε έχει κάμει τέτοια συμφωνία ή/και συναλλαγή με τον Ενάγων. Ποτέ δεν του ζήτησε να κατασκευάσει και εγκαταστήσει ηλιακό θερμοσίφωνα ή και ντεπόζιτο στο σπίτι της. Ενδεχομένως, ο Ενάγων να είχε κάμει τέτοια συμφωνία ή/και συναλλαγή με τον εν διαστάσει σύζυγό της, αλλά η ίδια δεν γνωρίζει θετικά κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε συμφωνία για πληρωμή τόκου στην περίπτωση που το ποσό του τιμολογίου δεν πληρώνετο εντός τριάντα
(30)ημερών. Πάντως, ο Ενάγων όχλησε την Εναγόμενη σχετικά με το εν λόγω θέμα, όχι μόνο με την επιστολή του δικηγόρου του που τον εκπροσωπεί στην παρούσα αγωγή, ημερ.27.7.2015, αλλά και προφορικά, καθώς και με επιστολή του προηγούμενου δικηγόρου του κ. Φ. Χαραλάμπους, ημερ.2.9.2009 στην οποία απάντησε η δικηγόρος της Εναγόμενης κα Μ. Χατζηκωνσταντή με επιστολή της ημερ.13.10.2009, αρνούμενη οποιαδήποτε οφειλή ή ευθύνη της καταλογίζει ο Ενάγων και προβάλλοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Β. Η μαρτυρία Για τον Ενάγων μαρτύρησε δια ένορκης δήλωσης μόνο ο ίδιος. Το ίδιο και για την πλευρά της Εναγόμενης∙ μαρτύρησε με ένορκη δήλωση μόνο η ίδια. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αναφέρεται ότι είναι κάτοικος Σωτήρας και εμπορεύεται υπό την επωνυμία ΑΚΤΙΛ με επιχείρηση κατασκευής ηλιακών θερμοσιφώνων. Η Εναγόμενη είναι κάτοικος Παραλιμνίου και ιδιοκτήτρια της οικίας υπ' αρ. 2 στην οδό 28ης Οκτωβρίου στο Παραλίμνι και ήταν κατά ή περί το έτος 2007 πελάτιδά του. Κατά το ίδιο έτος, τον επισκέφθηκε στην επιχείρησή του και του ζήτησε να κατασκευάσει για την ίδια και για λογαριασμό της ηλιακό θερμοσίφωνα και ντεπόζιτο με τα συναφή εξαρτήματα αυτών. Κάτι το οποίο ο Ενάγων έπραξε και εγκατέστησε στην οικία της Εναγόμενης και προς πλήρη ικανοποίησή της. Η Εναγόμενη τον επισκέφθηκε μαζί με τον τότε σύζυγό της Λευτέρη Χαραλάμπους. Η ίδια διαπραγματεύτηκε και έκλεισε τη συμφωνία, ως ιδιοκτήτρια της οικίας. Ο Ενάγων κατάλαβε ότι η Εναγόμενη και ο Λευτέρης Χαραλάμπους είχαν προβλήματα μεταξύ τους, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι την υποχρέωση έναντι του την ανέλαβε η Εναγόμενη και όχι ο Χαραλάμπους. Επισυνάπτει στη μαρτυρία του, ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο τιμολογίου της εταιρείας ΑΚΤΙΛ (στο εξής «το επίδικο τιμολόγιο» ή «ΤΕ1» (ήτοι Τεκμήριο Ενάγοντα 1), με αρ.0052, το οποίο είναι εκδομένο στο όνομα της Εναγόμενης και με διεύθυνση ως ο Ενάγων δήλωσε και ημερ.17.8.2007, στο οποίο φαίνεται ως πληρωτέο το συνολικό ποσό Λ.Κ.655,50. Αναφέρεται δε, επ' αυτού η εξής φράση «τιμολόγιο μη εξοφλούμενο εντός τριάντα ημερών επιβαρύνεται με τόκο 8%». Τονίζει ότι επισυνάπτει το αντίγραφο τιμολογίου εφόσον τα πρωτότυπα τα έχει παραδώσει στους λογιστές του για σκοπούς λογιστικού ελέγχου και λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει δεν ήταν εφικτό να εντοπιστεί. Διαθέτει το αντίγραφο τιμολογίου διότι όσα τιμολόγια εκκρεμούν προς πληρωμή τα φυλάει στο αρχείο της επιχείρησής του. Με το πέρας των εργασιών ο Ενάγων παρέδωσε το τιμολόγιο στην Εναγόμενη τονίζοντάς της ότι η πληρωμή έπρεπε να γίνει εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία έκδοσής του καθότι διαφορετικά θα επιβαρυνόταν με τόκο 8% ετησίως. Η ίδια αποδέχθηκε το τιμολόγιο που της παρέδωσε και υποσχέθηκε ότι θα το αποπλήρωνε μετά από λίγες μέρες. Εντούτοις, ουδέποτε το πλήρωσε και παρά τις οχλήσεις και εκκλήσεις του. Έστειλε μέσω του δικηγόρου του προειδοποιητική επιστολή ημερ.27.7.2015, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 (στο εξής «το ΤΕ2») και στην οποία δεν είχε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση. Την όχλησε και στο παρελθόν μέσω άλλου δικηγόρου, όμως δεν προχώρησε στη λήψη δικαστικών μέτρων διότι πληροφορήθηκε ότι εκείνη την περίοδο χώρισε με τον σύζυγό της και λυπήθηκε να προχωρήσει διότι είχαν τρία παιδιά. Στην ένορκη γραπτή μαρτυρία της, η Εναγόμενη αναφέρει ότι ουδέποτε επισκέφθηκε την επιχείρηση του Ενάγοντα ή του ζήτησε να κατασκευάσει οποιαδήποτε προϊόντα για λογαριασμό της, δεν του έδωσε παραγγελία, δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του και δεν ήλθε σε οποιαδήποτε συμφωνία με αυτόν. Ενδεχομένως, ο Ενάγων να είχε συμφωνήσει τα όσα αναφέρει με τον πρώην σύζυγό της, Λευτέρη Χαραλάμπους. Πρώτη φορά είδε το τιμολόγιο ΤΕ1 όταν ο Ενάγων το επισύναψε στη μαρτυρία του. Ουδέποτε ο Ενάγων της παρέδωσε τέτοιο τιμολόγιο και δεν φέρει την υπογραφή της. Με έκπληξη δε, διαπίστωσε ότι αναγράφεται το όνομά της επ' αυτού. Καθόσον χρόνο ήταν παντρεμένη με τον Λευτέρη Χαραλάμπους, τα οικονομικά θέματα και θέματα συναλλαγών τα χειριζόταν ο πρώην σύζυγός της, ενώ η ίδια ήταν οικοκυρά με τρία παιδιά. Αν είχε κάμει οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγων και του χρωστούσε λεφτά θα τον πλήρωνε. Εσκεμμένα ο Ενάγων δεν παρουσιάζει το πρωτότυπο τιμολόγιο. Δια της επιστολής ημερ.2.10.2009 που η Ενάγουσα επισυνάπτει στη μαρτυρία της ως Τεκμήριο Α (στο εξής «το Τεκμήριο Υπεράσπισης Α» ή «ΤΥΑ»), την οποία έλαβε από τον πρώην δικηγόρο του Ενάγοντα, αναφέρεται ως αξιούμενο ποσό €1.137,07 και όχι το ποσό που ζητείται δια της αγωγής. Διερωτάται γιατί, εφόσον απάντησε δια δικηγόρου σε εκείνη την επιστολή, με επιστολή ημερ.13.10.2009 (στο εξής «ΤΥΒ»), λέγοντας ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον Ενάγοντα και «εξ όσων γνωρίζει η οποιαδήποτε συναλλαγή έγινε με τον εν διαστάσει σύζυγό της Λευτέρη Χρυσοστόμου», ο Ενάγοντας την ξαναόχλησε, μέσω του δικηγόρου του, έξι και πλέον χρόνια αργότερα με νέα επιστολή του νέου δικηγόρου του ημερ.27.7.2015 (στο εξής «ΤΥΓ») και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αργότερα. Απάντησε και στην τελευταία αυτή επιστολή, δια επιστολής της δικηγόρου της ημερ.9.9.2015 (στο εξής «ΤΥΔ»), εντός της οποίας αναφέρεται ότι «το ποσό που διεκδικεί ο πελάτης σας το οφείλει ο πρώην σύζυγος της πελάτιδας μας Λευτέρης Χαραλάμπους γεγονός που αποδέχτηκε ο πελάτης σας». Στη συνέχεια της μαρτυρίας της διερωτάται γιατί, ο Ενάγων δεν αποκάλυψε και δεν παρουσίασε ως μαρτυρία τα έγγραφα που επικαλείτο ο πρώην δικηγόρος του εντός της επιστολής του ημερ.2.10.2009 (ΤΥΑ), ήτοι «έγγραφο παραγγελίας και ή συμφωνίας αρ.0052, ημερομηνίας 17.8.2007 με απόδειξη πληρωμής αρ. 0056 ημερομηνίας 17.8.2007 με ακάλυπτη επιταγή με αρ. 14861218». Είναι η θέση της ότι δεν το έπραξε γιατί αποκρύπτει την αλήθεια και διότι τα έγγραφα εκείνα θα ακύρωναν τις θέσεις του εν προκειμένω. Γ. Νομική πτυχή Προκύπτει, επομένως, από τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις και προσκομισθείσα μαρτυρία ότι, το πρωταρχικό ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον υπήρξε συμφωνία για αγορά των επίδικων προϊόντων μεταξύ των μερών. Αποτελεί θέμα δευτερεύον, που απαιτείται να απαντηθεί μόνο εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, το κατά πόσον το επίδικο τιμολόγιο, ΤΕ1, αποτελεί επαρκή απόδειξη του περιεχομένου του και της μεταξύ των μερών συναλλαγής. Κατ' αυτό τον τρόπο, επομένως, το θέμα αντιμετωπίζεται κατωτέρω. Προέχει, όμως, να κριθεί το κατά πόσον οι επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των μερών, ΤΥΑ μέχρι και ΤΥΔ, είναι προνομιούχες και δε μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία, ως η εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, 2014, στις σελ. 1004-1006, ο γενικός κανόνας είναι ότι, γραπτές ή προφορικές δηλώσεις που λαμβάνουν χώρα «άνευ βλάβης» ή άνευ επηρεασμού δικαιωμάτων, είτε κατά τη διευθέτηση μιας διαφοράς, είτε πριν, είτε μετά την έγερση της αγωγής, δε γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που προέβη σε αυτές. Ο λόγος για τη δημιουργία και εξέλιξη αυτού του κανόνα είναι η ενθάρρυνση των διαδίκων να συμβιβάζουν τις διαφορές τους. Πάντως, προνόμιο καλύπτει την άνευ βλάβης επικοινωνία μεταξύ διαδίκων που γίνεται με απώτερο σκοπό την επίλυση της επίδικης διαφοράς, είτε προσφέρει όρους για συμβιβασμό της, είτε αποτελεί απλά μέρος των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα δε, με την Paddock v. Forrester
(1842)3 Man & G 903, στην περίπτωση που διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών διεξάγονται δια αλληλογραφίας και σε μία ή περισσότερες επιστολές αναγράφονται οι λέξεις «άνευ βλάβης» και αποφασιστεί ότι η εν λόγω επιστολή ή επιστολές είναι προνομιούχες, όλες οι μετέπειτα σχετικές επιστολές καλύπτονται επίσης από προνόμιο, ακόμα και αν δεν αναγράφουν τις λέξεις «άνευ βλάβης». Σύμφωνα με την Θεολόγος Λαζούρας ν. Σέργη Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 500, αλλά και την μεταγενέστερη Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ 258, η «άνευ βλάβης» επικοινωνία επενεργεί προς όφελος του διαδίκου από τον οποίο προέρχεται η επικοινωνία, δίδοντας του προνόμιο να ενστεί στην παρουσίαση αυτής της επικοινωνίας και στην αποδεκτότητα του περιεχομένου της ως μαρτυρία στην υπόθεση. Το προνόμιο αυτό, μπορεί βεβαίως να εγκαταλειφθεί, αλλά μόνο από τον διάδικο ο οποίος προέβη στην άνευ βλάβης επικοινωνία. Η θέση στην Αγγλία είναι διαφορετική, αφού το προνόμιο της άνευ βλάβης επικοινωνίας μπορεί μόνο να εγκαταλειφθεί με τη συναίνεση και των δύο διαδίκων (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, παρ. 24-15, σελ. 655, με αναφορά στην Rush &Tompkins v GLC [1989] 1 AC 1280, HL). Το γεγονός βεβαίως ότι οι λέξεις «άνευ βλάβης» αναγράφονται επί επιστολής, δεν καθιστά αυτήν αυτομάτως και άνευ ετέρου προνομιούχα (βλ. South Shropshire District Council v. Amos
(1986)1 WLR 1271[1]). Ούτε και το ότι, οι λέξεις άνευ βλάβης δεν αναγράφονται σε επιστολή της οποίας πράγματι το περιεχόμενο αφορά σε διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, την καθιστά, αυτομάτως, αποδεκτή ως μαρτυρία (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, παρ. 24-17, σελ. 657). Εναπόκειται στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να αποφασίσει το θέμα έχοντας υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κατόπιν που θα κοιτάξει την εν λόγω επιστολή ως προς το περιεχόμενό της (βλ. In re Daintrey, ex parte Holt
(1893)2 QB 116). Πάντως, στην Buckinghamshire CC v. Moran [1990] Ch. 623, 635, παρόλο που η πρώτη επιστολή που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών ανέφερε τη φράση «άνευ βλάβης» δεν καλυπτόταν από προνόμιο επειδή αποφασίστηκε ότι δεν αποτελούσε προσφορά για διαπραγματεύσεις, αλλά απαίτηση για τα δικαιώματα του Εναγομένου, που συνοδευόταν από αναφορά σε λήψη νομικής συμβουλής εκτός εάν τα αναφερόμενα δικαιώματά του αναγνωρίζονταν από τον Ενάγων. Εν προκειμένω, η επιστολή ΤΥΑ αναφέρει τα ακόλουθα: «Προς:- Αθηνά Χρυσοστόμου Οδός 28ης Οκτωβρίου αρ.23 5280 Παραλίμνι ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ Ημερομηνία:- 02/10/2009 Κύριε, Κατ' εντολή του πελάτη μου Μιχάλη Ιωάννου Ηλιακοί Θερμοσύφωνες «ΑΚΤΙΛ» εκ Σωτήρας Αμμοχώστου, σας καλώ όπως εντός
(7)επτά ημερών από σήμερον να καταβάλετε εις το γραφείο μου, το ποσό των €1.137,07 (χίλια εκατόν τριάντα εφτά ευρώ και επτά σεντ) ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει αγοράς ηλιακού Θερμοσύφωνα και/ή δυνάμει εγγράφου παραγγελίας και/ή συμφωνίας αρ.0052 ημερομηνίας 17/08/07 με απόδειξη πληρωμής αρ.0056 ημερομηνίας 17/08/07 με ακάλυπτη επιταγή με αρ.14861218. Μετά λύπης μου σας πληροφορώ ότι εάν εντός της ως άνω προθεσμίας παραλείψετε να ανταποκριθείτε στην παρούσα πρόσκληση, τότε θα ληφθούν εναντίον σας, όλα τα δέοντα δικαστικά μέτρα άνευ νεωτέρας ειδοποιήσεως και εσείς θα υπόκεισθε στην καταβολή του ανωτέρω χρέους σας πλέον τόκους, δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. Έξοδα παρούσης ειδοποιήσεως €50 + ΦΠΑ Διατελώ Κατ' εντολή, .................. ΦΩΤΟΣ Θ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δικηγόρος» Προκύπτει, επομένως, σαφώς από το πιο πάνω περιεχόμενο ότι, η επιστολή ΤΥΑ, η πρώτη που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών σε σχέση με το επίδικο θέμα και ακολούθησαν οι επιστολές ΤΥΒ μέχρι και ΤΥΔ, παρόλο που φέρει την ένδειξη «άνευ βλάβης» και απεστάλη μεταξύ των μερών σε σχέση με την παρούσα διαφορά και πριν η παρούσα αγωγή κινηθεί, δεν είναι επιστολή που αποστάληκε με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των μερών, πριν την καταχώριση αγωγής, αλλά απλώς μία επιστολή δια της οποίας ο δικηγόρος του Ενάγοντος απαιτεί το λαβείν του πελάτη του. Ομοίως, και η επιστολή ΤΥΓ από τον τωρινό δικηγόρο του Ενάγοντα. Παρομοίως και οι απαντητικές επιστολές της δικηγόρου της Εναγόμενης, ΤΥΒ και ΤΥΔ. Δεν αναφέρονται σε πιθανή εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς ή συζήτηση οποιωνδήποτε όρων τέτοιας διευθέτησης, αλλά αποτελούν ολοκληρωτική άρνηση, εκ της Εναγόμενης, της ευθύνης που της καταλογίζει ο Ενάγων. Ουδέποτε, δηλαδή, υπήρξε συμπεφωνημένη διαφορά μεταξύ των μερών, η οποία έχρηζε διευθέτησης, έτσι ώστε να προχωρήσουν σε συνομιλίες για την πιθανή επίλυσή της. Η επιστολή ΤΥΑ, βάσει του λεκτικού της, δεν αποτέλεσε ούτε έδαφος, ούτε προσφορά για διαπραγματεύσεις επί δεδομένης διαφοράς, αλλά απαίτηση εκ του Ενάγοντα του λαβείν του. Παρομοίως, οι επιστολές της Εναγόμενης ΤΥΒ και ΤΥΔ ήταν άρνηση οποιασδήποτε ευθύνης και δεν περιείχαν οποιαδήποτε πρόταση προς εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Έτσι, κρίνω ότι ο κανόνας του προνομίου λόγω άνευ βλάβης συνομιλιών προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω και κρίνω ότι οι επιστολές ΤΥΑ μέχρι και ΤΥΔ είναι αποδεκτές ως μαρτυρία στην υπόθεση. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Το περιεχόμενό τους πρέπει να συνεκτιμάται με το σύνολο της μαρτυρίας στην υπόθεση (βλ. Demil Imports Exports Ltd v. Κωνσταντινίδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ. 962, Chitty on Contracts, 24th ed. p. 739 και Phipson on Evidence 12th ed. p. 1878). Ακόμα και στην περίπτωση που τα τιμολόγια δε φέρουν υπογραφή του παραλήπτη, αυτά δύναται να θεωρηθούν ως έγκυρα, εάν το Δικαστήριο με αναφορά στη μαρτυρία, κρίνει ότι αυτά παραδόθηκαν στον παραλήπτη και αντιστοιχούν στην αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων (βλ. Χριστοδουλίδου v. Mocassino shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Δ. Κρίση επί της μαρτυρίας Στην απουσία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων κάθε πλευράς ενώπιον του Δικαστηρίου, η κρίση επί των εκατέρωθεν θέσεων, δε μπορεί να περιλαμβάνει εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από έκαστο μάρτυρα. Έτσι, η κρίση του Δικαστηρίου, περιορίζεται στην αντιπαραβολή των θέσεων κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ., σελ. 506, υποδεικνύεται ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Η δύναμη, επομένως, και η πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από κάθε πλευρά, κρινόμενη κατ' αντιπαραβολή με το σύνολο της λοιπής μαρτυρίας, ή της απουσίας αυτής, είναι οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες στην κρίση του Δικαστηρίου. Στην Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελ. 1868, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγων σε κάθε αστική υπόθεση: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Ο κάθε διάδικος οφείλει βεβαίως να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Παράλειψη προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι, δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να δεχθώ το επίδικο τιμολόγιο ως μαρτυρία στην υπόθεση και ως αληθές ως προς το περιεχόμενό του. Παρόλο που πράγματι είναι αντίγραφο και επομένως εξ' ακοής μαρτυρία, δόθηκε επαρκής και πειστική εξήγηση γιατί το πρωτότυπο δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία αναφέρεται πιο πάνω, την οποία και δέχομαι. Εφαρμόζοντας, λοιπόν, τα κριτήρια που παρατίθενται στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κρίνω ότι μπορεί να αποδοθεί ικανή αποδεικτική βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω αντιγράφου, παρά το γεγονός ότι το πρωτότυπο χρονολογήθηκε το 2007 και είναι άγνωστο πόσα αντίγραφα δημιουργήθηκαν έκτοτε από το πρωτότυπο, που, εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω, δε, ότι επί του τιμολογίου, εκ μέρους του πωλητή υπάρχει μια υπογραφή την οποία ο Ενάγων διά της μαρτυρίας του δεν αναγνώρισε ως δική του. Ούτε και προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το σε ποιον ανήκει. Το θέμα, επομένως, από άποψη μαρτυρίας παρουσιάζει κενό. Κενό παρουσιάζεται και λόγω του ότι εκ του παραλήπτη του επίδικου τιμολογίου, δεν υπάρχει καμία υπογραφή. Ούτε δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση εκ του Ενάγοντα, δια μαρτυρίας, για την απουσία αυτή. Η απουσία της υπογραφής της Εναγόμενης τείνει να υποδείξει προς τη δική της εκδοχή, ότι δηλαδή ουδέποτε προέβη στην επίδικη συμφωνία με τον Ενάγων. Τα πιο πάνω κενά, δε μπορούν, όμως από μόνα τους να οδηγήσουν σε απόρριψη της υπόθεσης του Ενάγοντα. Παρουσιάζονται όμως και άλλα, ουσιαστικά, κενά στη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ του Ενάγοντα. Και εξηγώ. Το επίδικο τιμολόγιο αφορά σε ποσό Λ.Κ.655.50, δηλαδή Ευρώ €1.119,99. Δια της επιστολής ΤΥΑ, αξιώνεται από την Εναγόμενη ποσό €1.137,07, δηλαδή ποσό άλλο από το επίδικο, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση δια μαρτυρίας για τη διαφορά. Περαιτέρω, στο ΤΥΑ ο Ενάγων αναφέρεται πέραν του επίδικου τιμολογίου και σε απόδειξη πληρωμής με αρ.0056 ημερ.17.8.07 και ακάλυπτη επιταγή με αρ.14861218, τα οποία δεν προσκόμισε ως μαρτυρία στην υπόθεση. Εάν τα έγγραφα αυτά προσκομίζονταν ως μαρτυρία, θα μπορούσαν να παρέχουν καθοδήγηση ως προς τα επίδικα θέματα. Επ' ονόματι ποίου εκδόθηκε η απόδειξη πληρωμής με αρ.0056 ημερ.17.8.07, ίδια ημέρα με την έκδοση του επίδικου τιμολογίου; Της Εναγόμενης ή του πρώην συζύγου της; Από ποίου το λογαριασμό εκδόθηκε η σχετική επιταγή και για ποιο ποσό ήταν; Κατόπιν της ανακάλυψης ότι η επιταγή ήταν ακάλυπτη, κατά λογική συνέπεια, ο Ενάγων θα όχλησε τον εκδότη της. Ποιος ήταν αυτός; Η Εναγόμενη, ο πρώην σύζυγος της, τρίτο πρόσωπο; Τι διεμείφθη ή συμφωνήθηκε στη συνομιλία αυτή; Η παράθεση της πιο πάνω μαρτυρίας εκ του Ενάγοντα, θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην αποσαφήνιση των επιδίκων θεμάτων. Όμως, δεν παρουσιάστηκε και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία της. Η απουσία, επομένως, της πιο πάνω μαρτυρίας στην υπόθεση, σε σχέση με ουσιώδη στην υπόθεση γεγονότα, και ιδιαίτερα με γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόφαση επί του κύριου αμφισβητούμενου θέματος μεταξύ των μερών, ήτοι εάν συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου τιμολογίου, αφήνει την υπόθεση του Ενάγοντα μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Ο Ενάγων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του στο επίπεδο που απαιτείται σε αστικές υποθέσεις. Ε. Κατάληξη Κρίνω, επομένως, ότι ο Ενάγων δεν προσήγαγε ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχε στους ώμους του («legal burden of proof»). Έτσι, δεν απαιτείται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συζήτηση ως προς το εάν η Υπεράσπιση απέδειξε τους δικούς της ισχυρισμούς της προς αντίκρουση της προσκομισθείσας από τον Ενάγοντα μαρτυρίας («evidential burden of proof»). Ως εξ' όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Σελ. 1277-1278: «In order to avoid any possibility of future unnecessary disputes about such matters we conclude by stating that we agree with the judge (a) that the heading "without prejudice" does not conclusively or automatically render a document so marked privileged; (b) that, if privilege is claimed but challenged, the court can look at a document so headed in order to determine its nature; and (c) that privilege can attach to a document headed "without prejudice" even if it is an opening shot. The rule is however not limited to documents which are offers. It attaches to all documents which are marked "without prejudice" and form part of negotiations, whether or not they are themselves offers, unless the privilege is defeated on some other ground as was the case in In re Daintrey, Ex parte Holt [1893] 2 Q.B. 116».