← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος Εταιρειών κ.α., Αρ. Αγωγής: 596/16, 22/5/2017

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος Εταιρειών κ.α., Αρ. Αγωγής: 596/16, 22/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 596/16 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ Ενάγουσα -και-

  1. Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος Εταιρειών
  2. Παπαγεωργίου Τάκης Παπαγεωργίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13.12.16 για παραμερισμό της απόφασης 22 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κ. Γιάγκου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση : κ. Κ. Μάρκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Στις 14.10.16 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 για το ποσό των €229.349,76 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 1 για το ποσό των €50.000.- με τόκο 7,75% από 14.1.16 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου πλέον €936.- έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον €21.- έξοδα επίδοσης. Επίσης εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αρ. 162/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου.
  4. Ο εναγόμενος 2 - αιτητής επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 12.10.
  5. Επισημαίνεται ότι κατ΄ εκείνη την ημέρα δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση και όπως έχει ήδη επισημανθεί η απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 - αιτητή εκδόθηκε στις 14.10.
  6. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.17 θ.10 και στην Δ.48 θ1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι στις 12.10.16 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €229.349,76 με τόκο 9,25% μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές το χρόνο. Επίσης εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που περιγράφεται πιο πάνω. Αναφέρει ότι μόλις του επιδόθηκε το κλητήριο διαπίστωσε ότι δεν συμφωνούσε με την αξίωση. Επισήμανε ότι αποτελούσε μέρος συνολικής διευθέτησης των δανείων που είχε με την ενάγουσα και τα οποία συζητούν για εξεύρεση λύσης. Έτσι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του και ως τον διαβεβαίωσε ο κ. Α. Γιάγκου ήρθε σε επικοινωνία τόσο με την ενάγουσα όσο και με το δικηγόρο τους, τον οποίο ενημέρωσε σχετικά με τα πιο πάνω θέματα. Έτσι θεώρησε ότι η αγωγή δεν θα προχωρούσε μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις τους. Περαιτέρω αναφέρει ότι υφίστανται παράνομες και/ή υπερβολικές χρεώσεις και/ή τόκοι. Έτσι προβάλει ότι η τυχόν οφειλή του δεν συνάδει με το ποσό για το οποίο εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον του. Αναφέρει επίσης ότι το ποσό που πιθανόν να οφείλει είναι μικρότερο του εξ αποφάσεως χρέους και ο μόνος τρόπος να επέλθει δικαιοσύνη είναι με τον παραμερισμό της εν λόγω δικαστικής απόφασης.
  7. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι, μεταξύ άλλων, η αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση ως επίσης δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  8. Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες και στο στάδιο των αγορεύσεων ο μεν συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε αντίθεση με το συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση. 6.1 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». 6.2 Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air εναντίον Πούλλικα

(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647).» 6.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 6.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 6.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης. .................................................................................................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 7. Καταρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο οι αιτητές έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415. Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743).
  1. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι στις 12.10.16 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €229.349,76 με τόκο 9,25% από 14.1.16 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση δυο φορές το χρόνο. Περαιτέρω εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε στις 14.10.16 για το ποσό των €50.000.- με τόκο 7,75% από 14.1.16 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης πλέον έξοδα όπως περιγράφονται πιο πάνω. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 - αιτητής αναφέρει ότι στο οφειλόμενο ποσό υφίστανται «παράνομες και/ή υπερβολικές χρεώσεις και ή τόκοι». Διαφαίνεται ότι στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 υφίστανται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ανεξάρτητα όμως απ΄ αυτό, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Δεν έχει παραθέσει με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια σε τι συνίσταται οι παράνομες και ή υπερβολικές χρεώσεις και ή τόκοι. Η παράλειψη αυτή, αφήνει τους ισχυρισμούς του μετέωρους χωρίς οποιαδήποτε αξία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος απόδειξης ήταν στον αιτητή και δεν το έχει αποσείσει. (Βλ. υπόθεση Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω.
  2. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
  3. Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 11. Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 12. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη.
  1. Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 26.7.16 και παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Στις 23.9.16 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω της πιο πάνω παράλειψης του και έτσι στις 14.10.16 εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση εναντίον του. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.12.16, δηλαδή 5 περίπου μήνες μετά την επίδοση και 2 περίπου μήνες μετά την έκδοση απόφασης. Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι ο αιτητής αδιαφόρησε από την επίδοση του κλητηρίου σ΄αυτόν μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της επίδικης αίτησης. Τα όσα σχετικά αναφέρει ο εναγόμενος 2 για την παράλειψη του να καταχωρίσει εμφάνιση δεν αποτελούν συναφή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του που είχε ως συνέπεια την έκδοση απόφασης. Παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν το χρόνο που διέρρευσε. Η όλη συμπεριφορά της ήταν ασύγγνωστη, πλήττει την ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης και καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
  3. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 2 - αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ................................ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.