← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κωστάκης Ξιούρος κ.α., Αρ. Αγωγής: 860/10, 10/5/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κωστάκης Ξιούρος κ.α., Αρ. Αγωγής: 860/10, 10/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 860/10 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-

  1. Κωστάκης Ξιούρος
  2. Ελένη Κωνσταντίνου Εναγομένων 10 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Πελεκάνος Για τους Εναγόμενο 1: κ. Ν. Νικολάου Για την Εναγόμενη 2: κ. Α. Αιμιλιανίδης μαζί με την κα Η. Αιμιλιανίδου ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγομένους 1 και 2 το ποσό των €196.649,37.- πλέον τόκους και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους ως οφειλόμενο ποσό για δάνειο που παραχώρησε στον εναγόμενο 1 και η εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του. Περαιτέρω επιζητεί την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ2142/06 που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου.
  4. Στην Έκθεση Απαίτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι κατά ή περί την 16.12.05 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των Λ.Κ.105.000.- μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 το οποίο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίως δόσεις ή σε πρώτη ζήτηση. Οι εναγόμενοι 1 και 2 για εξασφάλιση του δανείου παραχώρησαν την υποθήκη Υ2142/06 και εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 7.12.05 το οποίο όμως αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο. Ο δε εναγόμενος 1 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του στην ασφάλεια ζωής που διατηρεί. Περαιτέρω η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου
  5. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις και έτσι η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξιώνει τις πιο πάνω θεραπείες.
  6. Ο εναγόμενος 1, στην Έκθεση Υπεράσπισής του, αρνείται στην ολότητα τα όσα εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης και περαιτέρω προβάλλει ότι ουδέποτε συμφώνησε στην παραχώρηση του πιο πάνω δανείου ως επίσης ουδέποτε παραχώρησε οποιαδήποτε υποθήκη και εκχώρησε οποιαδήποτε δικαιώματά του στην ενάγουσα. Περαιτέρω αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό και προβάλλει ότι εξόφλησε δάνειο άλλης ημερομηνίας με διαφορετικούς όρους.
  7. Η εναγόμενη 2 στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησής της, εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητεί είναι την εγκυρότητα της εγγύησης που παραχώρησε. Προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι εξωθήθηκε ή και πείσθηκε τόσο από την ενάγουσα όσο και από τον εναγόμενο 1 να υπογράψει ως εγγυήτρια στο επίδικο δάνειο στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις τους, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη, χωρίς να παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα καθότι υπογράφηκε υπό καθεστώς πίεσης και/ή πλάνης και/ή εξαναγκασμού τόσο της ενάγουσας όσο και του εναγομένου
  8. Αναφέρεται ότι η ενάγουσα ήταν αμελής ή/και παρέβηκε τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Έτσι ανταπαιτητικώς αξιώνει, μεταξύ άλλων, απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η συμφωνία δανείου και εγγύησης ημερ.16.12.
  9. Επισημαίνεται όμως ότι, στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 2 συμφώνησε στην έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης που παραχώρησε τόσο η ίδια όσο και ο εναγόμενος
  10. Η ενάγουσα προς στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, τους κ. Μ. Σωφρονίου, Μ. Στυλιανού και κα Φ. Καπαρή. Η τελευταία ήταν η τραπεζίτης των εναγομένων και είχε εμπλοκή στην παραχώρηση του επίδικου δανείου, σε αντίθεση με τον κ. Μ. Στυλιανού και κ. Μ. Σωφρονίου. Ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε στην κατοχή του το φάκελο της τράπεζας σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο και ως επίσης ετοίμασε τις καταστάσεις λογαριασμού. Ο δε κ. Στυλιανού, υπάλληλος της ενάγουσας στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, με οδηγίες δικές του στάληκαν οι επιστολές τερματισμού (βλ. Τεκμ.7.1, 7.2, 8.1 και 8.2) και είχε επικοινωνία με τους εναγόμενους. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την ενάγουσα έχει ως ακολούθως: (α) Στις 16.12.05 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ. 1) μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 για το ποσό των Λ.Κ.105.000 (€179.403,15). Η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το πιο πάνω ποσό του δανείου θα αποπληρωνόταν σε 120 μήνες χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα της ενάγουσας να απαιτήσει άμεση εξόφληση καθοιονδήποτε χρόνο. Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 21 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.948,11 η κάθε μία αρχής γενομένης την 12.4.06 και στη συνέχεια με 96 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.1.029,31 αρχής γενομένης την 12.1.08 μέχρι εξόφλησης του δανείου. Περαιτέρω η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο 4,150% ετησίως για περίοδο 24 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το ισχύον βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,75%. Ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε 6 μήνες την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (β) Η ενάγουσα με επιστολή ημερ. 15.12.05 (βλ.Τεκμ. 9) ενημέρωσε μεταξύ άλλων την εναγομένη 2 ότι πριν υπογράψει τα έγγραφα που σχετίζονται με την εγγύηση που θα δώσει δικαιούται να τα εξετάσει είτε μόνη της είτε με τη βοήθεια του δικηγόρου της ή άλλου συμβούλου. Περαιτέρω με έγγραφο ημερ. 16.12.05 το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της ενάγουσας, ο κ. Π. Παπαμιχαήλ, δικηγόρος, δήλωσε ότι εξήγησε στην εναγομένη 2 τις συνέπειες και τους κινδύνους οι οποίοι δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης και αυτή ελεύθερα και χωρίς καμία πίεση εκ μέρους οποιουδήποτε υπέγραψε στην παρουσία του (βλ.Τεκμ. 10). Η εναγομένη 2 στις 16.12.05 για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 (βλ.Τεκμ. 4). Η πιο πάνω εγγύηση ήταν για το ποσό των Λ.Κ.126.000.- πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα. Με γραπτή δήλωσή της ανέφερε ότι η εγγύηση η οποία έδωσε ήταν ελεύθερη και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβανόταν πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν από την εγγύηση (βλ. Τεκμ. 11). (γ) Στις 16.12.05 οι εναγόμενοι 1 και 2 για περαιτέρω εξασφάλιση, του πιο πάνω δανείου, παραχώρησαν προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη με αρ. Υ2142/06 (βλ. Τεκμ. 5). Με την πιο πάνω σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου υποθήκευσαν ολόκληρο το μερίδιο τους επ΄ ακινήτου στο Παραλίμνι και περαιτέρω δήλωναν ότι οφείλουν να καταβάλουν στις 19.12.05 στην ενάγουσα, ενυπόθηκο δανειστή, το ποσό των Λ.Κ.126.000.- πλέον τόκους. (δ) Ο εναγόμενος 1 για περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας τα δικαιώματά του από την ασφάλεια ζωής που διατηρούσε στην Eagle Star Insurance Co Ltd. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι 1 και 2 την 16.12.05 για περαιτέρω εξασφάλιση εκχώρησαν προς όφελος της ενάγουσας τα δικαιώματά τους που απορρέουν από πωλητήριο έγγραφο ημερ. 7.12.05 (βλ.Τεκμ. 12) που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και τον Κώστα Αναστάση Σωκράτη και Μαρία Παναγιώτη Σωκράτη. Το εν λόγω πωλητήριο αφορά το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/14874 στον Δήμο Παραλιμνίου στο οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι ιδιοκτήτες 1/16 μερίδιο έκαστος (βλ.Τεκμ. 6.1 και 6.2 αντίστοιχα) και το οποίο αφορά το πιο πάνω ενυπόθηκο ακίνητο. (ε) Η ενάγουσα στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας δανείου κατέβαλε στον εναγόμενο 1 την 16.12.05 το ποσό των Λ.Κ.105.000.- (€179.403,15) (βλ. Τεκμ. 2). Η ενάγουσα άνοιξε στο όνομα του εναγομένου 1 λογαριασμό στον οποίο γίνονταν διάφορες χρεοπιστώσεις και παρουσιάστηκαν σχετικά πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35

(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 (βλ.Τεκμ. 3.1 και 14) ως επίσης και καταστάσεις λογαριασμού (βλ.Τεκμ. 3.2 και 14). Η κατάσταση λογαριασμού αφορά την περίοδο από 16.12.05 μέχρι 31.12.09 και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αφορά την περίοδο από 31.12.09 μέχρι 14.1.
  1. Το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας δανείου κατά την 31.12.09 ήταν €213.995,11 και την 30.6.10 ανερχόταν στο ποσό των €196.649,66.- αφού στις 18.5.10 πιστώθηκε το ποσό των €22.240.- και έκτοτε σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο κ. Μ. Σωφρονίου δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Επισημαίνεται ότι από την 12.12.06 δεν πιστώθηκε οποιοδήποτε ποσό στο πιο πάνω δάνειο παρά μόνο στις 18.5.10 όπως έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω. (στ) Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας δεν κατέβαλε τις δόσεις. Η ενάγουσα απέστειλε στους εναγομένους 1 και 2 επιστολές ημερ. 17.11.08 (βλ.Τεκμ. 7.1 και 7.2 αντίστοιχα) στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις επίδικες συμφωνίες με τις οποίες τερμάτιζε την επίδικη συμφωνία δανείου. Περαιτέρω η ενάγουσα με επιστολές ημερ. 30.4.10 που απέστειλε στους εναγομένους 1 και 2 (βλ. Τεκμ. 8.1 και 8.2 αντίστοιχα), στις ίδιες διευθύνσεις που αναφέρονται πιο πάνω, καλούσε τους εναγομένους για τελευταία φορά να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό εντός 7 ημερών. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι όλες οι πιο πάνω επιστολές ταχυδρομήθηκαν στους εναγόμενους στη διεύθυνση που αναφέρονται σ΄ αυτές. (ζ) Ο κ. Μ. Σωφρονίου ανέφερε ότι η ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες προέβη σε ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο (βλ.Τεκμ. 13) με τις οποίες ενημέρωνε την αύξηση του βασικού της επιτοκίου. Το επιτόκιο μεταβλήθηκε στις 4.9.06 σε 4,40%, στις 14.12.07 έγινε 6.25% και ακολούθως στις 27.12.07 μεταβλήθηκε σε 5.75%. (η) Η ενάγουσα στις 7.2.07 απέστειλε προς τον τότε συνήγορο της εναγομένης 2 επιστολή (βλ. Τεκμ.15) με την οποία δήλωνε τα ακόλουθα: «.Αναφορικά με τη τηλεφωνική μας επικοινωνία θέλω να βεβαιώσω την προθυμία της Τράπεζας για θετική ανταπόκριση στο πιο πάνω θέμα, παραμένει όμως ένα τεχνικό εμπόδιο καθ΄ ότι το ενυπόθηκο κτήμα είναι εγγεγραμμένο κατά εν δεύτερο στην κα Ελένη Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια με την ακύρωση της εγγύησης της κας Ελένης Κωνσταντίνου για το δάνειο .. δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε δικαστικώς για εκποίηση του μεριδίου της αν ποτέ καταστεί αναγκαίο. Πληροφορούμαστε όμως από τον κο Κωνσταντίνου ότι πιθανώς το θέμα να εκλείψει πολύ σύντομα λόγω διευθέτησης μεταξύ τους σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. .». (θ) Επισημαίνεται όμως ότι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 24.4.07 η οποία απεστάληκε στον τότε συνήγορο της εναγομένης 2 τον πληροφορούσε ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν με την ακύρωση της εγγύησης της εναγομένης 2 (βλ. Τεκμ. 16).
  2. Ο κ. Μ. Στυλιανού, υπάλληλος της ενάγουσας στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι με εντολές δικές του ετοιμάστηκαν οι επιστολές (βλ. Τεκμ.7.1, 7.2, 8.1 και 8.2) και στάληκαν στη διεύθυνση που αναγράφοντο στη συμφωνία αφού στο φάκελο της τράπεζας δεν υπήρχε οποιαδήποτε γνωστοποίηση αλλαγής της διεύθυνσης. Μετά που στάληκαν οι επιστολές τερματισμού (βλ. Τεκμ.7.1 και 7.2), ο εναγόμενος 1 επικοινώνησε μαζί τους και επιβεβαίωσε ότι παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ως επίσης ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς ότι η εναγόμενη 2 άλλαξε διεύθυνση και ζήτησε να της σταλούν οι πιο πάνω επιστολές με τηλεομοιότυπο, πράγμα το οποίο έγινε. Έτσι ο κ.Στυλιανού απέστειλε σ΄ αυτήν με τον πιο πάνω τρόπο την πρώτη επιστολή (βλ. Τεκμ.7.2). Ο εναγόμενος 1 συναντήθηκε μαζί του και του εξήγησε τους λόγους μη αποπληρωμής του δανείου και συμφώνησαν να ανοιχθεί άλλος λογαριασμός όπου θα κατέβαλλε τη δόση μέχρι να ολοκληρωθεί η οικογενειακή τους διαφορά. Στις 18.5.10 πίστωσαν το λογαριασμό του δανείου με το ποσό των €22.440.-. Όταν διαπίστωσαν ότι η οικογενειακή διαφορά δεν ολοκληρωνόταν αναθεώρησαν την απόφαση τους και έτσι στάληκαν στους εναγόμενους οι επιστολές ημερ. 30.4.10 (βλ. Τεκμ.8.1 και 8.2).
  3. Η κα Φ. Καπαρή, υπάλληλος της ενάγουσας, ήταν η τραπεζίτης των λογαριασμών των εναγομένων 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο εναγόμενος 1 περί τα τέλη του 2005 αγόρασε δύο κατοικίες και αιτήθηκε χρηματοδότηση από την ενάγουσα. Πρόκειτο για μια οικία στην Αγ. Νάπα για την οποία δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας και μια άλλη στο Παραλίμνι η οποία αγοράστηκε εξ ημισείας από τους εναγόμενους και θα μεταβιβαζόταν σ΄ αυτούς μερίδιο επί του όλου ακινήτου. Το αίτημα του εναγόμενου 1 έγινε αποδεκτό με τις ακόλουθες εξασφαλίσεις: (α) προσωπική εγγύηση της εναγόμενης 2 (β) εγγραφή πρώτης υποθήκης της οικίας στο Παραλίμνι, (γ) εκχώρηση δικαιωμάτων σε σχέση με το αγοραπωλητήριο έγγραφο της συγκεκριμένης κατοικίας και (δ) εκχώρηση δικαιωμάτων του εναγόμενου 1 σε σχέση με το ασφαλιστήριο ζωής. Ακολούθως καταρτίστηκε η συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.1) και την ίδια ημέρα έγινε ανάληψη του ποσού και κατατέθηκε σε λογαριασμό του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμ.2 και 14). Στη μαρτυρία επισήμανε ότι πριν υπογραφεί η συμφωνία δανείου παραδόθηκε στην εναγόμενη 2, σύμφωνα με την πρακτική της τράπεζας, συγκεκριμένο έντυπο όπου την πληροφορούσαν να λάβει νομική συμβουλή για την εγγύηση της (βλ. Τεκμ.9). Επισήμανε ότι το εν λόγω έγγραφο παραδίδεται στον πελάτη πριν υπογράψει. Περαιτέρω η ενάγουσα κατέχει δήλωση υπογεγραμμένη από δικηγόρο με την οποία γνωστοποιούσε ότι εξηγήθηκαν πλήρως στην εναγόμενη 2 οι συνέπειες και οι κίνδυνοι οι οποίοι δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης (βλ. Τεκμ.10). Αντεξεταζόμενη απέκλεισε το ενδεχόμενο να έδωσαν οι ίδιοι το εν λόγω έγγραφο σε δικηγόρο. Περαιτέρω η εναγόμενη 2 υπέγραψε δήλωση στην τράπεζα ότι την εγγύηση την δίδει ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν απ΄ αυτή (βλ. Τεκμ.11). Αντεξεταζόμενη επισήμανε ότι δεν μπορούσε να θυμάται 10 χρόνια προηγουμένως αν η ίδια επεξήγησε στην εναγόμενη 2 της συνέπειες της εγγύησης πλην όμως διευκρίνισε ότι αποτελεί πρακτική της τράπεζας να επεξηγούνται και πάντοτε το έπρατταν. Δήλωσε ότι η ενάγουσα δεν θα προχωρούσε στη διαδικασία του δανείου χωρίς να παραδοθεί το σχετικό έντυπο και χωρίς να παραληφθεί το έγγραφο συμπληρωμένο από δικηγόρο (βλ. Τεκμ.10). Στην παρουσία της, υπογράφηκαν η συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.1), η εγγύηση (βλ. Τεκμ.4), ως επίσης και άλλα έγγραφα. Δήλωσε ότι η εναγόμενη 2 τόσο πριν όσο και κατά τις υπογραφές είχε πλήρη επίγνωση των εγγράφων που υπέγραφε αφού πρόκειται για μορφωμένο άτομο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι όροι του εγγυητήριου είναι έτοιμοι και απλώς συμπληρώνονται τα αναγκαία στοιχεία σε κάθε περίπτωση, όπως π.χ. το ποσό της εγγύησης.
  4. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ο εναγόμενος 1 έδωσε μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρες τις υπαλλήλους της ενάγουσας, Δ. Κιρμίτση και Χ. Πυρίλλη.
  5. Ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας ήταν σύζυγος με την εναγόμενη 2 και διέμεναν στο Παραλίμνι μέχρι και το καλοκαίρι του 2007 όπου επήλθε η διάσταση. Επισήμανε ότι συμφώνησαν μεταξύ τους, για το ποσό του δανείου που θα ζητούσε καθώς και για τις εξασφαλίσεις που θα πρότειναν στην τράπεζα και μεταξύ άλλων η εναγόμενη 2 θα εγγυάτο τις υποχρεώσεις του. Επισήμανε ότι είχε αναφερθεί στην εναγόμενη 2 ότι θα έπρεπε να υπογράψει δικηγόρος έντυπο που να βεβαίωνε ότι της εξηγήθηκαν οι συνέπειες και οι κίνδυνοι από την εγγύηση που θα έδινε. Έτσι του ζήτησε να της προτείνει κάποιο δικηγόρο από την περιοχή Αμμοχώστου ώστε να ολοκληρωθούν σύντομα οι διαδικασίες. Ο εναγόμενος 1 της εισηγήθηκε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο και η σύζυγος του μετέβηκε μόνη της και διεκπεραίωσε το συγκεκριμένο ζήτημα. Ήταν η θέση του ότι υπάλληλοι της ενάγουσας εξήγησαν επανειλημμένα στην εναγόμενη 2, σύζυγο του, όλα τα σχετικά θέματα για το δάνειο αλλά και για την εγγύηση της. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου και ότι του δόθηκε το ποσό των ΛΚ105.000.- αφού κατατέθηκε σε δικό του λογαριασμό. Διευκρίνισε ότι ο δικηγόρος Π. Παπαμιχαήλ δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Τα χρήματα του δανείου χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά οικίας. Ισχυρίστηκε ότι δεν διάβασε τους όρους της συμφωνίας που είναι αποτυπωμένοι με μικρά γράμματα τα οποία είναι και δυσανάγνωστα. Ο εναγόμενος 1 δήλωσε ότι κατά την πρώτη περίοδο σύναψης του δανείου αυτό εξυπηρετείτο από τον ίδιο όπου κατέβαλε τη μηνιαία δόση κάτι το οποίο συνεχίστηκε και μετά την οριστική διάσταση με τη σύζυγο του. Περαιτέρω μετά τη διάσταση κατέβαλε το ποσό των €22.400.-. Επισήμανε ότι σε αρκετές περιπτώσεις κατέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά έναντι του δανείου. Αντεξεταζόμενος δεν θυμόταν πότε σταμάτησε να καταβάλει τις δόσεις του. Ισχυρίστηκε όμως ότι σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του κατόπιν ανεπίσημης συμβουλής της ενάγουσας και όταν ρωτήθηκε σχετικά δεν θυμόταν το πρόσωπο που τον συμβούλεψε. Ο δε λόγος που τον συμβούλεψαν, ως ισχυρίστηκε, ήταν διότι δεν ήταν ορθό να πληρώνει τις δόσεις και η εναγόμενη 2 να έχει σπίτι. Περαιτέρω, στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι η ενάγουσα προχωρούσε σε εσωτερικές μετακινήσεις χρημάτων από τον ένα λογαριασμό του σε άλλο χωρίς να τον ενημερώνουν. Δήλωσε ότι η ενάγουσα ουδέποτε του έδωσε σαφείς εξηγήσεις και αναλυτική ενημέρωση για τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού και ουδέποτε ειδοποιήθηκε σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου. Επισήμανε ότι δεν έλαβε τις επιστολές ημερ. 17.11.08 και 30.4.10 (βλ. Τεκμ.7.1 και 8.1, αντίστοιχα). Ο εναγόμενος 1, στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι σε περίπτωση που διαφανεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο για το συγκεκριμένο δάνειο θα πρέπει να βαραίνει και την πρώην σύζυγο του, εναγόμενη 2, η οποία υπέγραψε εγγύηση. Η εναγόμενη 2 του δήλωνε ότι έχει τον τρόπο για να απαλλαγεί από την εγγύηση του συγκεκριμένου δανείου. Όταν του υποβλήθηκε από μέρους του συνηγόρου της ενάγουσας ότι ο λόγος που υπερασπίζεται την παρούσα αγωγή είναι για να μην απαλλαγεί η εναγόμενη 2 από τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια αυτός απάντησε ότι δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Όταν του υποβλήθηκε ότι ως πρωτοφειλέτης είχε την υποχρέωση να αποπληρώσει το χρέος του ακόμη και αν υπήρχε εγγυητής αυτός απάντησε: «Αντιλαμβάνομαι, νοουμένου ότι θα ήταν υγιής η διαδικασία της εξόφλησης του χρέους, όμως με τα εμπόδια που μου παρέμβαλε η πρώην σύζυγος, τα πράγματα άλλαξαν» και στη συνέχεια ανέφερε ότι τα εμπόδια εστιάζονταν στη διάσταση τους που επήλθε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης 2 και ακολούθως η διαδικασία διαζυγίου.
  6. Η κα Δ. Κιρμίτση στη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην επίδικη συμφωνία παρά μόνο ανέλαβε την υπόθεση αυτή όταν τέθηκε ενώπιον του τμήματος ανάκτησης χρεών της ενάγουσας. Ανέφερε ότι γύρω στις αρχές του Ιανουαρίου του 2016 η εναγόμενη 2 επικοινώνησε μαζί της και την ρώτησε κατά πόσο το σπίτι στην Αγ. Νάπα ήταν εκχωρημένο προς όφελος της τράπεζας. Η ίδια αφού το διερεύνησε, διαπίστωσε ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του ηλεκτρονικού συστήματος της τράπεζας και των συμφωνιών και ειδικότερα στο ηλεκτρονικό σύστημα φαινόταν ότι το εν λόγω σπίτι ήταν εκχωρημένο προς όφελος της τράπεζας ενώ στην πραγματικότητα εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου σε σχέση με την κατοικία στο Παραλίμνι. Ενόψει των πιο πάνω προέβηκε στη σχετική διόρθωση. Αντεξεταζόμενη μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 δεν της προέβαλε ότι η εγγύηση της ήταν άκυρη.
  7. Η κα Χ. Πυρίλλη, υπάλληλος της ενάγουσας, στη μαρτυρία της ανέφερε ότι τόσο η συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.1) όσο και το εγγυητήριο έγγραφο (βλ. Τεκμ.4) υπογράφηκαν στην παρουσία της και αυτή υπέγραψε ως μάρτυρας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 υπέγραψε ενώπιον της έγγραφο (βλ. Τεκμ.11) με το οποίο δήλωσε ότι η εγγύηση δόθηκε ελεύθερη και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ως επίσης και ότι αντιλήφθηκε πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν από αυτήν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν θυμάται στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσο έχει επεξηγήσει στην εναγόμενη 2 το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εγγράφων πλην όμως διευκρίνισε ότι επεξηγεί πάντοτε όταν υπογράφουν μπροστά της το τι γράφει το κάθε έγγραφο. Περαιτέρω αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο στάληκε στην εναγόμενη 2 το έγγραφο ημερ. 15.12.05 (βλ. Τεκμ.9) και δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν παρών ο κ. Π. Παπαμιχαήλ. 12.1 Η εναγόμενη 2 πέραν της δικής της μαρτυρίας κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Κ. Βαρδάκη. 12.2 Η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Ο σύζυγος της, εναγόμενος 1, τον Οκτώβρη του 2005 της ανάφερε ότι θα ήταν καλό να αγοραστούν συνολικά δυο κατοικίες, στο Παραλίμνι και στην Αγ. Νάπα, πράγμα το οποίο έγινε. Η μία κατοικία στο Παραλίμνι αγοράστηκε για το ποσό των ΛΚ85.000.- και μερίδιο 1/16 είναι εγγεγραμμένο τόσο στην ίδια όσο και στο σύζυγο της. (β) Ο εναγόμενος 1 αιτήθηκε την εξασφάλιση δανείου ουσιαστικά για το ακίνητο στην Αγ. Νάπα. Επισήμανε ότι της ανέφερε ότι θα συναπτόταν συμφωνία δανείου από τον ίδιο και θα απαιτείτο να υποθηκευθεί και το επ΄ ονόματι της 1/6 μερίδιο του ακινήτου στο Παραλίμνι. Η εναγόμενη 2 συμφώνησε στην παραχώρηση υποθήκης και τίποτε άλλο. Έτσι δεν αμφισβητεί το κύρος της. Ο πρώην σύζυγος της ουδέποτε συζήτησε μαζί της ζητήματα εξασφαλίσεων ή ότι θα δεσμευόταν ως εγγυήτρια. (γ) Αντεξεταζόμενη επισήμανε ότι στην τράπεζα μετέβησαν στις 14.12.05 και όχι στις 16.12.
  8. Όπως αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου αυτή υπογράφηκε στις 16.12.
  9. Όταν μετέβησαν στο υποκατάστημα της ενάγουσας αντιλήφθηκε το σύζυγο της να ομιλεί με τον κ.Κατσιαντώνη διευθυντή της τράπεζας με συνωμοτικό τρόπο. Ακολούθως υπάλληλος της τράπεζας της ζήτησε να υπογράψει και μία τυπική εγγύηση. Η ίδια αντέδρασε αναφέροντας ότι μετέβη στην τράπεζα για να υπογράψει υποθήκη και όχι εγγύηση. Τότε ο πιο πάνω διευθυντής της ενάγουσας της ανέφερε ότι ήταν τυπική διαδικασία και ότι ήταν καλά γνωστό ότι ο τότε σύζυγος της και η οικογένεια του ήταν πελάτες της τράπεζας με καταθέσεις και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Επίσης της ανέφερε ότι η υπογραφή της εγγύησης ήταν αναγκαία για την κατοχύρωση της υποθήκης και δεν θα είχε κάποιες άλλες συνέπειες. Διευκρίνισε ότι και ο σύζυγος της επανειλημμένα της δήλωσε ότι είχε αρκετές καταθέσεις στο όνομα του. Επισήμανε ότι ο κ. Κατσιαντώνης, διευθυντής της ενάγουσας, σε συνεννόηση με τον πρώην σύζυγο της, την έβαλε να υπογράψει ως εγγυήτρια αποκρύβοντας της, τις συνέπειες και υποσχόμενος ότι η υπογραφή της θα ήταν τυπική και να μην ανησυχούσε. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν έβαλαν ως εξασφάλιση την οικία στην Αγ. Νάπα. (δ) Δήλωσε ότι δεν της είχε αποσταλεί προηγουμένως οποιαδήποτε επιστολή ότι θα υπέγραφε εγγυητήριο και ότι δικαιούτο να εξετάσει τα έγγραφα και να χρησιμοποιήσει δικηγόρο. Ανέφερε με εμφαντικό τρόπο ότι η πρώτη φορά που της αναφέρθηκε για εγγύηση ήταν την ημέρα που πήγε για να υπογράψει τα έγγραφα υποθήκης και ουδέποτε της επεξηγήθηκαν από οποιονδήποτε τραπεζιτικό οι συνέπειες της εγγύησης. Αναγνώρισε ότι υπέγραψε το έγγραφο ημερ. 16.12.05 (βλ. Τεκμ.11) στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι η εγγύηση δόθηκε χωρίς οποιαδήποτε πίεση και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν απ΄ αυτή πλην όμως ως χαρακτηριστικά δήλωσε «.. με έβαλαν να υπογράψω για την υποθήκη». (ε) Ανέφερε ότι δεν της δόθηκε να διαβάσει το εγγυητήριο αλλά απλώς της υποδείχθηκε πού να υπογράψει. Δήλωσε ότι ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή ημερ. 15.12.05 (βλ. Τεκμ.9) και ουδέποτε ο κ. Π. Παπαμιχαήλ της εξήγησε τους κινδύνους οι οποίοι δυνατό να προκύψουν από την υπογραφή της εγγύησης όπως περιγράφει το έγγραφο ημερ. 16.12.05 (βλ. Τεκμ.10). Επισήμανε ότι δεν γνώριζε το εν λόγω πρόσωπο και δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Για πρώτη φορά έλαβε γνώση του περιεχομένου της πιο πάνω επιστολής το 2012 όταν ζήτησε από την ενάγουσα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει συγγένεια με τον πρώην σύζυγο της. (στ) Επισήμανε ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές της ενάγουσας ημερ. 17.11.08 και 30.4.10 (βλ. Τεκμ. 7.2 και 8.2, αντίστοιχα) καθότι ουδέποτε διέμενε στο Παραλίμνι και άλλωστε από τις 22.9.07 βρισκόντουσαν σε οριστική διάσταση. Ανέφερε ότι τη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου, τη δήλωσε ο εναγόμενος 1 και τότε δεν υπήρχε λόγος να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα. Επισήμανε ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές αυτές με τηλεομοιότυπο ως ισχυρίστηκε ο κ. Στυλιανού. Αναγνώρισε ότι έδωσε στο εν λόγω πρόσωπο την 8.5.14 τον αριθμό του τηλεομοιότυπου της όταν ζήτησε κατάσταση λογαριασμού του δανείου. (ζ) Αναγνώρισε ότι στις 16.12.05 μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου (βλ. Τεκμ.5) στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα στις 19.12.05 το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους. Αντεξεταζόμενη αρχικά ανέφερε ότι αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι υπέγραψε στο Κτηματολόγιο χωρίς να τη διαβάσει. (η) Όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα της με τον εναγόμενο συμβουλεύτηκε για πρώτη φορά τον δικηγόρο κ.Χρυσοστομίδη ο οποίος της εξήγησε τις συνέπειες της εγγύησης που υπέγραψε. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της να επικοινωνήσει με την τράπεζα για να την απαλλάξουν από εγγυήτρια, πράγμα το οποίο έπραξε. Ο δικηγόρος της στις 11.9.06 με επιστολή του (βλ. Τεκμ.17) πληροφορούσε την ενάγουσα μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη 2 αποσύρει την εγγύηση της και με άλλη επιστολή του της ίδιας ημέρας (βλ. Τεκμ.18) προέβηκε, μεταξύ άλλων, σε σχετική καταγγελία αναφορικά με περιστατικό που επισυνέβηκε στις 8.9.
  10. Η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές ημερ. 7.2.07 (βλ. Τεκμ.15) και 24.4.07 (βλ. Τεκμ.16) με τις οποίες, ως ισχυρίστηκε η εναγόμενη 2, συμφωνούσε με την ακύρωση της εγγύησης της. (θ) Δήλωσε ότι στις 15.12.15 η κα Δέσπω Κυρμίτση, της ανέφερε ότι στην ιστοσελίδα της τράπεζας φαινόταν ότι ήταν εκχωρημένο όχι μόνο το ακίνητο στο Παραλίμνι αλλά και το ακίνητο στην Αγ. Νάπα. (ι) Αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε γιατί να μην πληρώσει ενόψει του γεγονότος ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια αυτή απάντησε: «πρώτα πληρώνει ο πρωτοφειλέτης, ο πρωτοφειλέτης δεν έχει πληρώσει τίποτε έχει πληρώσει μηδαμινά ποσά» και συνέχισε δηλώνοντας ότι η ενάγουσα θα πρέπει να εξαντλήσει τα περιθώρια από τον πρωτοφειλέτη για να έρθει να ζητήσει χρήματα από την ίδια.
  11. Ο κ. Κ. Βαρδάκης στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι τον εναγόμενο 1 τον γνώριζε για αρκετά χρόνια και ο τελευταίος του ζήτησε να μαρτυρήσει σε μια άλλη ποινική υπόθεση πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Διατηρούσαν στενές σχέσεις και για κάποια περίοδο ήταν οδηγός του. Επισήμανε ότι μετέβησαν στην Τράπεζα Κύπρου στο Παραλίμνι και συναντήθηκε στην παρουσία του με τον διευθυντή του καταστήματος. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε στον τελευταίο «κάνε ότι μπορείς να την πατήσεις στο λαιμό ως εγγυήτρια γιατί αλλιώς η οικογένεια μου θα φύγει τα λεφτά της από την τράπεζα σου». Ο διευθυντής, ως ισχυρίστηκε, συμφώνησε με τον εναγόμενο
  12. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετέβησαν στο γραφείο του διευθυντή τον Σεπτέμβριο του 2006 δηλ. μετά τον καταρτισμό της επίδικης συμφωνίας και δεν γνώριζε αν τα θέματα που συζήτησαν αφορούν την παρούσα αγωγή. Ανέφερε ότι πλέον οι σχέσεις του με τον εναγόμενο 1 δεν είναι καλές και αντιλήφθηκε ότι του έλεγε ψέματα για την εναγόμενη
  13. Αποδέχθηκε να καταθέσει στην παρούσα διαδικασία διότι αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη 2 υπήρξε θύμα του στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντεξεταζόμενος επισήμανε ότι ο λόγος που ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο ήταν διότι ο εναγόμενος 1 εξαπάτησε τόσο τον ίδιο όσο και την εναγόμενη
  14. Αναγνώρισε ότι στις 26.2.16 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του εναγόμενου 1 στην παρούσα και εναντίον του για το ποσό των €50.000.- πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκμ.19) και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία πτώχευσης του. Παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του ήταν πλαστογραφημένη και το ποσό που του οφείλει δεν ανέρχεται στις €50.000.-.
  15. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της είναι αξιόπιστη σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, της εναγόμενης 2 και του μάρτυρα που κλήθηκε απ΄ αυτή. Επισήμανε ότι η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου 1 ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι οι επιστολές τερματισμού αποστάληκαν από την ενάγουσα και ότι παραλήφθηκαν απ΄ αυτόν και περαιτέρω δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου ως η απαίτηση. Ήταν η θέση του ότι η εναγόμενη 2 δεν εξαπατήθηκε και με τη θέληση της υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 αγορεύοντας, δεν αμφισβήτησε τον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών, το κύρος της σύμβασης υποθήκης και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε είναι η εγκυρότητα της εγγύησης, ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εναγόμενη 2 αλλά και του γεγονότος ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τη σχετική νομοθεσία. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι η συμφωνία δεν τερματίστηκε από την ενάγουσα.
  16. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  1. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Κατ΄ αρχήν οι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας, κ. Μ. Σωφρονίου, κ. Μ. Στυλιανού και κα Φ. Καπαρή ως επίσης και οι μάρτυρες κα Δ. Κιρμίτση και Χ. Πυρίλλη που κλήθηκαν από τον εναγόμενο 1 μου έκαναν καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας. 17.1 Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος 1, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε συμφώνησε ή με οποιοδήποτε τρόπο αποδέχθηκε την παραχώρηση του δανείου και αρνείται την ύπαρξη της γραπτής συμφωνίας ημερ. 16.12.
  2. Περαιτέρω αρνείται ότι παραχώρησε οποιαδήποτε υποθήκη στην ενάγουσα για εξασφάλιση οποιουδήποτε χρέους. Ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του αναγνώρισε ότι υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες και του δόθηκε το ποσό ΛΚ105.000.- τα οποία χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά οικίας. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλλε χρηματικά ποσά στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας. Συνεπώς μέρος της ουσιώδης μαρτυρίας του, έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων όπως φαίνονται με το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης (βλ. Ayia Napa NIssi Development Ltd κ.ά. ν Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 ΑΑΔ 549 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24, Βραχίμη ν Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836 και Παφίτης κ.ά. ν Κουκουρή κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1154 ). 17.2 Περαιτέρω αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 επισημαίνονται τα ακόλουθα: (α) Ισχυρίστηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις κατέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά έναντι του δανείου, χωρίς όμως να προσδιορίσει με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια που απαιτείται, το χρόνο που τα κατέβαλε ως επίσης και το ύψος τους. Πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Παρά το γεγονός ότι ανέφερε ότι κατείχε κάποιες αποδείξεις για τις καταθέσεις που διενήργησε δεν τις παρουσίασε στο Δικαστήριο. (β)Στο πλαίσιο της προσπάθειας του να πείσει ότι κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά, δήλωσε ότι η ενάγουσα προχώρησε σε μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό του σε άλλο χωρίς να τον ενημερώσουν. Και πάλιν πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Δεν καθόρισε τα ποσά, το χρονικό διάστημα που μεταφέρθηκαν και λεπτομέρειες των λογαριασμών. (γ) Σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του κατόπιν ανεπίσημης συμβουλής της ενάγουσας καθότι δεν ήταν ορθό να πληρώνει τις δόσεις και η εναγόμενη να έχει σπίτι. Δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το πρόσωπο που τον συμβούλεψε. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου ως επίσης και τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως και η ενάγουσα του παραχώρησε το ποσό των ΛΚ105.000.-. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του όχι μόνο δεν εμπίπτει στη σφαίρα της λογικής αλλά και στερείται σοβαρότητας. (δ) Ανέφερε ότι δεν διάβασε τους όρους της συμφωνίας που είναι αποτυπωμένοι με μικρά γράμματα τα οποία είναι δυσανάγνωστα. Από την όψη της, η επίδικη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.1) δεν διαφαίνεται ότι είναι δυσανάγνωστη. (ε) Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 οι οποίοι ήταν σύζυγοι εξακολουθούν να έχουν διαφορές. Ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του με εμφατικό τρόπο επισήμανε ότι στην περίπτωση που διαφανεί ότι υφίσταται οποιοδήποτε υπόλοιπο στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών θα πρέπει να βαραίνει και την πρώην σύζυγο του, εναγόμενη
  1. Όταν δε του υποβλήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι ο λόγος που υπερασπίζεται την παρούσα αγωγή είναι για να μην απαλλαγεί η εναγόμενη 2 από τις υποχρεώσεις της στα πλαίσια της εγγύησης που παραχώρησε, αυτός δήλωσε ότι δεν είναι μόνον αυτός ο λόγος. Αναγνώρισε ότι ένας από τους λόγους που υπερασπίζεται είναι για να μην απαλλαγεί η εναγόμενη
  2. Όταν του τέθηκε ότι ως πρωτοφειλέτης είχε την υποχρέωση να αποπληρώσει το χρέος του ακόμη και αν υπήρχε εγγυητής αυτός απάντησε: «Αντιλαμβάνομαι, νοουμένου ότι θα ήταν υγιής η διαδικασία της εξόφλησης του χρέους, όμως με τα εμπόδια που μου παρέμβαλε η πρώην σύζυγος, τα πράγματα άλλαξαν». Τα εμπόδια ως ο ίδιος δήλωσε, εστιάζονταν στη διάσταση τους που επήλθε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης 2 και ακολούθως η διαδικασία διαζυγίου. Επισημαίνεται ότι η ενάγουσα δεν ευθύνεται για τις μεταξύ τους οικογενειακές διαφορές και γενικότερα για τα όποια μεταξύ τους προβλήματα. Ο εναγόμενος 1 δεν μπορεί να επικαλείται τα μεταξύ τους προβλήματα για ν΄ απαλλαγεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω άλλοτε αποστασιοποιείτο από τα γεγονότα προς όφελος του και άλλοτε προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εμπλέξει την πρώην σύζυγο του. (στ) Γενικά η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης δεν ήταν θετική. (ζ) Ο εναγόμενος 1 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν υφίσταται οποιαδήποτε περί τούτου αμφιβολία. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του εν λόγω προσώπου και να εξάγει συμπεράσματα καθότι η μαρτυρία του κατατάσσεται κατ΄ ελάχιστον ως μη πειστική και κατ΄ ανώτατον ως ψευδής. Έτσι η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.
  3. Η μαρτυρία της εναγόμενης 2 έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη ενδελέχεια τη μαρτυρία της και επισημαίνονται τα ακόλουθα: (α) Διαφαίνεται από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τόσο η επίδικη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκμ.1) που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 όσο και το εγγυητήριο που παραχώρησε η εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμ.4) στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, υπογράφηκαν την 16.12.
  4. Παρά ταύτα η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι μετέβηκε στην τράπεζα στις 14.12.05 και όχι στις 16.12.
  5. (β) Ήταν η θέση της ότι όταν μετέβησαν στο κατάστημα αντιλήφθηκε το σύζυγο της να συνομιλεί με τον διευθυντή της τράπεζας με συνωμοτικό τρόπο. Στη συνέχεια υπάλληλος της τράπεζας, της ζήτησε να υπογράψει και μια τυπική εγγύηση. Όταν η ίδια αντέδρασε, τότε ο διευθυντής της τράπεζας, της δήλωσε μεταξύ άλλων ότι η εγγύηση ήταν τυπική και ότι η οικογένεια του συζύγου της ήταν πελάτες της τράπεζας με καταθέσεις και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας ως επίσης η υπογραφή της εγγύησης ήταν αναγκαία για την κατοχύρωση της υποθήκης. Κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα. Η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι μετά που ξεκίνησαν τα προβλήματα της με τον εναγόμενο 1 συμβουλεύτηκε δικηγόρο τον Ιούλιο του 2006 ο οποίος στις 11.9.06 απέστειλε επιστολή στην ενάγουσα (βλ. Τεκμ.17) με την οποία την πληροφορούσε ότι αποσύρει την εγγύηση η οποία αφορά το προσωπικό δάνειο του εν διαστάσει συζύγου της. Περαιτέρω δε με επιστολή του της ίδιας ημέρας, (βλ. Τεκμ.18) κατάγγελλε ενέργειες του διευθυντή της ενάγουσας που διαδραματίστηκαν στις 8.9.
  6. Διαπιστώνεται ότι στις πιο πάνω επιστολές δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τα όσα ουσιώδη προέβαλε στη μαρτυρία της όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω. Τα όσα ανέφερε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις σε μια προσπάθεια της να απαλλαχθεί από τις συμβατικές της υποχρεώσεις. (γ) Η εναγόμενη 2 ανέφερε ότι ο κ. Βάσος Σιαρλή, γενικός διευθυντής του συγκροτήματος ανάπτυξης τραπεζικών εργασιών της ενάγουσας με επιστολές του ημερ. 7.2.07 (βλ. Τεκμ.15) και 24.4.07 (βλ. Τεκμ.16) προς τον τότε δικηγόρο της, επιβεβαίωνε ότι η ενάγουσα συμφωνούσε με την ακύρωση της εγγύησης πλην όμως δεν θα ακυρωνόταν καθότι απαιτείτο η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων δεν εξάγεται το πιο πάνω συμπέρασμα της εναγόμενης 2 και ειδικότερα ότι η ενάγουσα συγκατατέθηκε στην ακύρωση της εγγύησης της. Αντιθέτως με την επιστολή ημερ. 24.4.07 η ενάγουσα πληροφορούσε μεταξύ άλλων ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν με την ακύρωση της εγγύησης της εναγόμενης
  7. Συνεπώς το πιο πάνω συμπέρασμα της εναγόμενης 2 κατατάσσεται κατ΄ ελάχιστον ως αυθαίρετο και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την απάντηση της ενάγουσας. (δ) Ήταν η θέση της ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στα πλαίσια της εγγύησης που υπέγραψε ενώ αντιθέτως αναγνώρισε ότι η σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης του ακινήτου είναι καθόλα νομότυπη. Η εναγόμενη 2 δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της σύμβασης υποθήκης (βλ. Τεκμ.5) με την οποία μεταξύ άλλων αναγνωρίζει ότι οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους. Όταν ρωτήθηκε γιατί να μην πληρώσει ενόψει του γεγονότος ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια αυτή απάντησε: «πρώτα πληρώνει ο πρωτοφειλέτης, ο πρωτοφειλέτης δεν έχει πληρώσει τίποτε έχει πληρώσει μηδαμινά ποσά» και συνέχισε δηλώνοντας ότι η ενάγουσα θα πρέπει να εξαντλήσει τα περιθώρια από τον πρωτοφειλέτη για να έρθει να ζητήσει χρήματα από την ίδια. Διαφαίνεται από την πιο πάνω αναφορά της ότι η ενάγουσα θα πρέπει να εξαντλήσει τα περιθώρια είσπραξης εναντίον του πρώην συζύγου της και ακολούθως να ζητήσει απ΄ αυτήν το οφειλόμενο ποσό. Αναγνωρίζει ότι οφείλει να πληρώσει αφού εξαντληθούν τα πιο πάνω περιθώρια. (ε) Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα μπορούσε να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό από τον εναγόμενο 1 αλλά δεν το επιθυμούσε. Πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν υπέγραφε την εγγύηση νόμιζε ότι υπέγραφε για την υποθήκη. Από τη μια προέβαλε τη θέση ότι υπέγραψε κατόπιν παρότρυνσης υπαλλήλων της ενάγουσας ότι πρόκειται για μια τυπική εγγύηση και από την άλλη ισχυρίστηκε ότι όταν υπέγραφε πίστευε ότι αφορούσε την υποθήκη. Πέραν δε τούτου υπέγραψε έγγραφο ημερ. 16.12.05 (βλ. Τεκμ.11) με το οποίο δήλωνε ότι την εγγύηση, την δίνει ελεύθερη και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε ως επίσης και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν απ΄ αυτή. (στ) Όταν ρωτήθηκε πώς αντιλαμβάνεται τι συνέπειες υφίστανται από την υπογραφή εγγυητηρίου εγγράφου στα πλαίσια δανείου αυτή δήλωσε ότι με αυτή κατοχυρώνεται η υποθήκη. Η απάντηση της όχι μόνο δεν ήταν πειστική αλλά έρχεται σε αντίθεση με τα όσα η ίδια ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα θα πρέπει να εξαντλήσει τα περιθώρια από τον πρωτοφειλέτη και ακολούθως να ζητήσει χρήματα από την ίδια. (ζ) Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Και εξηγώ. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αποδέχεται το υπόλοιπο δάνειο όπως αυτό παρουσιάστηκε, η εναγομένη όχι μόνο πλατείασε γεγονός που δεν είναι ικανό να καταρρίψει την αξιοπιστία της αλλά δεν έδωσε απάντηση σε μια απλή ερώτηση. (η) Γενικά η όλη παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν πειστική και για όλους τους πιο πάνω λόγους αθροιστικά αποτυπούμενους αλλά και για κάθε ένα ξεχωριστά δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της.
  8. Η μαρτυρία του κ. Κ. Βαρδάκη έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια στην παρ. 13 ανωτέρω. Επισημαίνονται τα ακόλουθα σε σχέση με αυτόν: (α) Ανέφερε ότι μαζί με τον τότε φίλο του εναγόμενο 1 μετέβησαν στην Τράπεζα Κύπρου στο Παραλίμνι όπου ο τελευταίος συναντήθηκε στην παρουσία του με τον διευθυντή του καταστήματος. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε στον τελευταίο «κάνε ότι μπορείς να την πατήσεις στο λαιμό ως εγγυήτρια γιατί αλλιώς η οικογένεια μου θα φύγει τα λεφτά της από την τράπεζα σου» και ο διευθυντής συμφώνησε με αυτόν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετέβησαν στο γραφείο του διευθυντή τον Σεπτέμβριο του
  9. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν στις 16.12.
  10. Και κάτι ακόμη. Δεν γνώριζε αν τα θέματα που συζήτησαν αφορούσαν την παρούσα αγωγή. (β) Διαπιστώνεται από τη μαρτυρία του ότι υφίστανται διαφορές με τον εναγόμενο
  11. Στις 26.2.16 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του εναγόμενου 1 και εναντίον του κ.Κ. Βαρδάκη για το ποσό των €50.000.- πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκμ.19). Περαιτέρω εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία πτώχευσης του. Παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του, ισχυρίστηκε ότι το ποσό που οφείλει σ΄ αυτόν είναι πολύ μικρότερο και ότι η υπογραφή του ήταν πλαστογραφημένη. (γ) Διαφαίνεται ότι οι σχέσεις του με τον εναγόμενο 1 δεν είναι καλές και ως ανέφερε ο λόγος που αποδέχθηκε να καταθέσει στην παρούσα διαδικασία ήταν διότι εξαπατήθηκαν από τον εναγόμενο 1 τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη
  12. Εμφανής ήταν η πρόθεση του να βοηθήσει την εναγόμενη 2 ενόψει των διαφορών του με τον εναγόμενο 1 αφού όπως και ο ίδιος αναγνώρισε μεταξύ των λόγων που τον οδήγησαν να δώσει μαρτυρία ήταν διότι εξαπατήθηκε απ΄αυτόν. (δ) Η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν νεφελώδης και μη πειστική. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου.
  13. Εισήγηση σε σχέση με το κύρος της σύμβασης εγγύησης που παραχώρησε η εναγόμενη
  14. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση απόφασης εναντίον της για το αξιούμενο ποσό ενόψει των γεγονότων ως αυτά έχουν εκτεθεί από την εναγόμενη 2 ως επίσης η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με νομοθετικές πρόνοιες και ειδικότερα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197
(1)/03). Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η μαρτυρία της εναγόμενης 2 δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καταδεικνύει επιλήψιμη συμπεριφορά τόσο από μέρους της ενάγουσας όσο και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Midland Bank Plc v Shephard
(1988)3 All E.R. 17, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Σιάτη ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1Γ ΑΑΔ 1598, η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ συζύγων δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο αφ' εαυτού για άσκηση αθέμιτης επιρροής. Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι τέτοια συναλλαγή δεν μπορεί να επικυρωθεί εκτός αν καταδειχθεί ότι η σύζυγος είχε εξασφαλίσει ανεξάρτητη συμβουλή (Shears & Sons Ltd v Jones
(1922)2 Ch. 802). Ακόμα δε και αν εγειρόταν τέτοιο νομικό τεκμήριο μεταξύ συζύγων μια συναλλαγή δεν θα ήταν ακυρώσιμη εκτός αν καταδεικνυόταν ότι ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων της συζύγου (National Westminster Bank v Morgan
(1985)1 All E.R. 821). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Barclays Bank v O Brien
(1993)3 All E.R.
  1. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι εκτός εάν η πιστωτής τράπεζα κατάφερνε να αποδείξει ότι η εγγυητής - σύζυγος είχε συμμετάσχει στη συναλλαγή με ελεύθερη βούληση και γνωρίζοντας τα αληθή γεγονότα, άλλως δεν θα επιτύγχανε. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σιάτη ανωτέρω, επισήμανε ότι αυτή η υποχρέωση της τράπεζας αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου υπήρξε άσκηση παράνομης, αθέμιτης επιρροής δόλου κ.λ.π. από το σύζυγο. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν επισυνέβη κάτι τέτοιο όπως έχει ήδη επισημανθεί. Η μαρτυρία της εναγόμενης 2 δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Περαιτέρω η ενάγουσα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε αθέμιτη επιρροή ή και οτιδήποτε επιλήψιμο που να επηρεάζει την εγκυρότητα της εγγύησης που παραχώρησε η εναγόμενη
  2. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν σύζυγοι και δεν υφίσταται οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει επιλήψιμη συμπεριφορά του εναγόμενου 1 έναντι της εναγόμενης
  3. Διαπιστώνεται επίσης ότι την περίοδο που συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες αγοράστηκαν συνολικά δύο κατοικίες, στην Αγ. Νάπα και στο Παραλίμνι. Στις 7.12.05 οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν με άλλα πρόσωπα να αγοράσουν κατοικία στο Παραλίμνι (βλ. Τεκμ.12). Οι εναγόμενοι τότε ήταν σύζυγοι και οι συναλλαγές στις οποίες προέβηκαν όχι μόνο δεν ήταν εναντίον των συμφερόντων τους αλλά τους εξυπηρετούσαν. Ακολούθως στις 16.12.05 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμ.1). Η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του (βλ. Τεκμ.4). Περαιτέρω η τελευταία στις 16.12.05 υπέγραψε έγγραφο (βλ. Τεκμ.11) με το οποίο δήλωνε ότι η εγγύηση που παραχώρησε (βλ. Τεκμ.4), την έδωσε ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβανόταν πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν από την πιο πάνω εγγύηση. Στην κατοχή της ενάγουσας τράπεζας υπήρχε το έγγραφο ημερ. 16.12.05 (βλ. Τεκμ.10) με το οποίο δικηγόρος δήλωνε ότι εξήγησε σ΄ αυτήν τις συνέπειες και τους κινδύνους οι οποίοι δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης της. Περαιτέρω όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω η πρακτική της τράπεζας ήταν να επεξηγεί τις συνέπειες από μια εγγύηση. Συνεπώς η εγγύηση της εναγόμενης 2 δόθηκε με ελεύθερη τη βούληση της και χωρίς οποιαδήποτε πίεση από οποιονδήποτε. Η ίδια αντιλήφθηκε, ως δήλωσε στο έγγραφο ημερ. 16.12.05 (βλ. Τεκμ.11) τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν από την εγγύηση που έδωσε. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (197
(1)/03). Το άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου ρητά προνοεί ότι, προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των ΛΚ5.000.- ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει στον προτιθέμενο εγγυητή επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται, μεταξύ άλλων, το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, το ποσό της κάθε δόσης, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ως επίσης και γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση διαφαίνεται ότι η ενάγουσα δεν έχει παραδώσει επιστολή στην εναγόμενη 2 σε σχέση με τα όσα απαιτούνται από το άρθρο 5 του Νόμου. Παρά ταύτα, στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη 2, με την ελεύθερη βούληση της, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 για το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους (βλ. Τεκμ.4) ως επίσης με σχετική σύμβαση υποθήκευσε ολόκληρο το μερίδιο της επί ακινήτου στο Παραλίμνι και αναγνώρισε με αυτήν ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα στις 19.12.05 το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους. Η παράλειψη της ενάγουσας να παραδώσει επιστολή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5 δεν είναι ικανά να πλήξουν την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης (βλ. Τεκμ.4). Δεν είναι η περίπτωση όπου υφίσταται παράνομη σύμβαση και έτσι το Δικαστήριο θα αρνηθεί θεραπεία (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν Μουσκάλλη κ.ά.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1595). Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ενημερώσει την εναγόμενη 2 με επιστολή για την καθυστέρηση καταβολής τουλάχιστον τριών δόσεων από τον εναγόμενο 1. Ο πιστωτής σε κάθε σύμβαση εγγύησης, υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που τέθηκε στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου (βλ. άρθρο 12
(1)του πιο πάνω Νόμου). Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 12 θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου και απαλλάσσει τον εγγυητή που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 12
(3)(α) του πιο πάνω Νόμου). Η συμφωνία δανείου ημερ. 14.12.05 παρείχε το δικαίωμα στην ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία και να καταστήσει απαιτητό το δάνειο και να ζητήσει από τον εναγόμενο 1 να πληρώσει όλα τα οφειλόμενα ποσά (βλ. άρθρο 4 των Γενικών Όρων του τεκμ.1). Η ενάγουσα στις 17.11.08 με επιστολή που απέστειλε στον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμ.7.1) τερμάτισε την επίδικη συμφωνία σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 4 και αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού και περαιτέρω με επιστολή, της ίδιας ημέρας, που απέστειλε στην εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμ.7.2) την πληροφορούσε ότι ζήτησε την εξόφληση του δανείου το οποίο εγγυήθηκε και την καλούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Όπως διαφαίνεται από τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δανείου η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να ζητήσει την άμεση εξόφληση του δανείου πράγμα το οποίο έπραξε. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Η εναγόμενη 2 πριν τον πιο πάνω τερματισμό με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 11.9.06 (βλ. Τεκμ.17) προς την ενάγουσα απέσυρε την εγγύηση της. Με βάση το εγγυητήριο (βλ. Τεκμ.4) η εναγόμενη 2 σε περίπτωση, τερματισμού της εγγύησης είτε από την ίδια είτε από την τράπεζα, ευθύνεται για το ποσό που οφείλεται. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα δεν ενημέρωσε και γραπτώς την εγγυητή, εναγόμενη 2, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων από μέρους του εναγόμενου 1 στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου. Η πιο πάνω παράλειψη τέλεσης πράξης της ενάγουσας δεν απαλλάσσει την εγγυητή στην προκείμενη περίπτωση καθότι δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση της εναγόμενης 2 από τον πρωτοφειλέτη ως ρητά προνοεί το άρθρο 12
(3)(α) του πιο πάνω Νόμου και το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παραβλάφθηκαν καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της εναγόμενης 2 συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης της ενάγουσας. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οι σχετικές εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 2 δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτονται. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Όπως έχει νομολογηθεί η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1771). Η σύμβαση υποθήκης (βλ. Τεκμ.5) δεν είναι ανεξάρτητη από το δάνειο αφού ως αναφέρεται σ΄ αυτή παραχωρήθηκε καθότι η ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει δάνειο στον εναγόμενο και η εγγύηση είναι άμεσα συνυφασμένη με το δάνειο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 δεν αμφισβητεί το κύρος της σύμβασης υποθήκης. Με αυτήν όπως έχει ήδη επεξηγηθεί η εναγόμενη 2 αναγνωρίζει ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα την 19.12.05 το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους. 21. Εισήγηση ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση επιτοκίου πέραν του συμβατικού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 1 εισηγήθηκε ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση επιτοκίου ως αξιώνεται από την ενάγουσα. Η συμφωνία δανείου (Τεκμ.1) ρητά προνοεί ότι το δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 4,150% το οποίο ίσχυε για περίοδο 24 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το ισχύον βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,75%. Ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Η ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες προέβη σε ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο (βλ. Τεκμ.13) με τις οποίες ενημέρωνε την αύξηση του βασικού επιτοκίου. Το επιτόκιο μεταβλήθηκε στις 4.9.06 σε 4,40%, ακολούθως στις 14.12.07 έγινε 6,25% και στις 27.12.07 μεταβλήθηκε σε 5,75%. Όπως έχει νομολογηθεί, επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου (βλ. Κόμπου ν Universal Bank Ltd
(2009)1Α ΑΑΔ 194) και έτσι έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση. Το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι)/99) επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα να ενημερώνουν, μεταξύ άλλων, κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης το βασικό επιτόκιο, τον τρόπο που θα υπολογίζεται, να παρέχουν σ΄ αυτόν λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ως επίσης να τον ενημερώνουν με γραπτή ειδοποίηση για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο. Στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι συμφώνησαν το επιτόκιο και η ενάγουσα με γραπτές ειδοποιήσεις της, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στον ημερήσιο τύπο ενημέρωσε τους οφειλέτες για την αλλαγή στο βασικό επιτόκιο. Έτσι η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 1 δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου προς 6%. 22. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 1 αμφισβήτησε το υπόλοιπο του δανείου σε αντίθεση με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 2. Όπως έχει νομολογηθεί η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην προκείμενη περίπτωση οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ.3.2 και 14) είναι αναλυτικές και δείχνουν τις χρεοπιστώσεις και τον τόκο ως επίσης έχουν επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια από τον κ.Μ. Σωφρονίου. Έτσι η παρούσα διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Σταυρινού
(2005)1 ΑΑΔ 1390, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δικαιωματικά δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Στην προκείμενη περίπτωση τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ικανά να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας δανείου κατά την 31.12.09 ήταν €213.995,11 και κατά την 30.6.10 ήταν €196.649,66 αφού προηγουμένως και ειδικότερα στις 18.5.10 πιστώθηκε το ποσό των €22.240.-. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  2. Εισήγηση ότι δεν υπήρξε τερματισμός και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στις 16.12.05 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 για το ποσό των ΛΚ105.000.- (βλ. Τεκμ.1) και η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του (βλ. Τεκμ.4). Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ως όφειλε. Με βάση τη συμφωνία δανείου η ενάγουσα μπορούσε να την τερματίσει και ν΄ αξιώσει την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Η ενάγουσα στις 17.11.08 με επιστολές της, που απέστειλε ταχυδρομικώς στους εναγόμενους 1 και 2 (βλ. Τεκμ.7.1 και 7.2, αντίστοιχα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στις επίδικες συμφωνίες, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω με επιστολή της ημερ. 30.4.10 η οποία αποστάληκε στους εναγόμενους 1 και 2 ζητούσε για τελευταία φορά να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό (βλ.Τεκμ. 8.1 και 8.2, αντίστοιχα) πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Όλες οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν στους εναγόμενους 1 και 2 στις διευθύνσεις που περιγράφονται στις επίδικες συμφωνίες και δεν επιστράφηκαν. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 επιβεβαίωσε στον υπάλληλο της ενάγουσας, κ. Μ. Στυλιανού, την παραλαβή της επιστολής. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι η συμφωνία δεν τερματίστηκε νομότυπα. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η εναγόμενη 2 πριν την επιστολή τερματισμού με επιστολή της ημερ. 11.9.06 απέσυρε την εγγύηση της (βλ. Τεκμ.17) όπως έχει ήδη επισημανθεί και πιο πάνω. Πέραν δε τούτου η ενάγουσα επέλεξε να αποστείλει όλες τις πιο πάνω επιστολές μεταξύ αυτών και την επιστολή τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου όπως εκτίθεται πιο πάνω και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν γνωστοποίησαν στην ενάγουσα οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση τους. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές στάληκαν στους εναγόμενους 1 και 2 και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Τα πιο πάνω γεγονότα όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται καθιστούν υπό τις περιστάσεις νομότυπο τον τερματισμό. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις των εναγόμενων, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  1. Στην παρούσα υπόθεση με βάση όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι στις 16.12.05 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμ.1) με τους όρους που εμφαίνονται σ΄ αυτήν. Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου την ίδια ημέρα η εναγόμενη 2 με ελεύθερη τη βούληση της και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή και επηρεασμό από μέρους οποιουδήποτε, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμ.4). Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη με αρ. Υ2141/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου (βλ. Τεκμ.5). Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ως όφειλε. Η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε το οφειλόμενο ποσό αφού προηγουμένως η εναγόμενη 2 με επιστολή απέσυρε την εγγύηση της πλην όμως έχει ευθύνη για το οφειλόμενο ποσό του δανείου το οποίο κατά την 30.6.10, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, ανέρχεται στις €196.649,66 με τόκο 6% από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω δικαιολογείται η κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
  2. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της ενώ αντιθέτως για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η Ανταπαίτηση της εναγόμενης 2 είναι έκθετη σε απόρριψη.
  3. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €196.649,66 με τόκο 6% από 30.6.10 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως η παρ. Β του αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται όμως ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα αφού τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.): ........ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.