← Κύπρος

NESTORAS HOTELS LTD ν. BIBLIO GLOBUS κ.α., Αρ. Αγωγής: 945/16, 11/5/2017

NESTORAS HOTELS LTD ν. BIBLIO GLOBUS κ.α., Αρ. Αγωγής: 945/16, 11/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 945/16 Μεταξύ: NESTORAS HOTELS LTD, HE 38605, ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ Ενάγοντες -και-

  1. BIBLIO GLOBUS, από τη Ρωσία
  2. J.T.A. TRAVEL LTD, από τη Λάρνακα
  3. PERLATA LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγομένων Ημερομηνία: 11.5.2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Άδωνις Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία. Για Καθ' ων η αίτηση/Ενάγοντες: κα Παντελή Βασιλική για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 23.1.2017) Α. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Στις 21.12.2016 καταχωρίστηκε αγωγή εκ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων για €32.971,25σεντ ως ποσό οφειλόμενο ως αντάλλαγμα παροχής υπηρεσιών ή/και εργασιών ή/και συμφωνίας ή/και ως υπόλοιπο τιμολογίων ή/και λογαριασμού ή/και άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.. Στις 22.12.2016 εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στους Εναγόμενους 1 και 3 να επιβαρύνουν, προβούν σε συναλλαγή, αποσύρουν, αποξενώσουν ή εκταμιεύσουν οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό τους ή/και επ' ονόματι ή/και προς πίστη τους στην Τράπεζα Πειραιώς μέχρι €32.971,25σεντ μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Την ίδια μέρα εκδόθηκε επίσης μονομερώς διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση του διατάγματος και της αίτησης βάσει της οποίας αυτό εκδόθηκε, στους Εναγόμενους 1 και 3, δια διπλοσυστημένης επιστολής ή/και με υπηρεσία courier, για τους Εναγόμενους 1 στη Μόσχα, Ρωσία και για τους Εναγόμενους 3 στην Tortola, British Virgin Islands. Η αίτηση, στο βαθμό που διατάχθηκε να επιδοθεί, ορίστηκε για οδηγίες στις 4.1.
  4. Την ίδια ημερομηνία ορίστηκε επιστρεπτέο το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παγοποίησης των λογαριασμών των Εναγομένων 1 και
  5. Στις 4.1.2017 ο συνήγορος για τους Ενάγοντες εμφανίστηκε λέγοντας ότι δεν κατέστη ακόμη δυνατή η επίδοση στους Εναγόμενους 1 και 3 εκτός δικαιοδοσίας, βάσει του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης αφού τα προς επίδοση έγγραφα βρίσκονταν καθοδόν στους τόπους παράδοσής τους. Σε σχέση με την Εναγόμενη 3, την προηγουμένη μέρα, 3.1.2017, βρίσκονταν στη Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών και σε σχέση με την Εναγόμενη 1, στις 2.1.2017 βρίσκονταν στη Δημοκρατία της Τσεχίας, καθοδόν προς την Tortola των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και τη Μόσχα της Ρωσίας, αντίστοιχα. Προς επιβεβαίωση τούτων, παρέδωσε στο Δικαστήριο αντίγραφο εντύπου ενημέρωσης της εταιρείας ταχυμεταφορών στην οποία οι Ενάγοντες ανέθεσαν τις αντίστοιχες επιδόσεις, στο οποίο φαίνεται ότι τα έγγραφα στάλθηκαν με "επιστολή προτεραιότητας" ήτοι με "priority letter". Ζήτησε νέα ημερομηνία ώστε να καταστεί εφικτή η επίδοση. Ο κ. Πετρίδης, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, εμφανίστηκε για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση 3, αναφέροντας ότι εμφανίζεται όχι για την Εναγόμενη 3 ως διάδικο στην υπόθεση, αλλά για την Εναγόμενη 3 ως επηρεαζόμενο μέρος και αιτήθηκε ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος βάσει του ότι αυτό δεν επιδόθηκε εντός ευλόγου χρόνου, ως επιτάσσει το άρθρο 9

(3)του Κεφ.
  1. Οι πελάτες του, ανέφερε, πληροφορήθηκαν από την κυπριακή τους τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς ότι, δε μπορούσαν να τιμηθούν οποιεσδήποτε επιταγές, οι οποίες θα μείωναν το ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο επ' ονόματι τους κάτω από αυτό το οποίο προνοούσε το διάταγμα. Συνέχισε ότι, μόνο το διάταγμα έχει στην κατοχή της η Εναγόμενη 3 και αυτό διότι το προμηθεύθηκε από την Τράπεζά της. Η κα Παντελή, εκ μέρους των Εναγόντων, ανέφερε ότι καμία κωλυσιεργία ή καθυστέρηση υπήρξε στην προώθηση των εγγράφων για επίδοση, το διάταγμα εκδόθηκε και συντάχθηκε στις 22.12.2016, η Ενάγουσα το έλαβε στις 23.12.2016, έγινε πιστή μετάφραση των προς επίδοση εγγράφων και, ως εκ τούτου, στις 27.12.2016 η Ενάγουσα έδωσε τα έγγραφα για επίδοση σε εταιρεία ταχυμεταφορών με επιστολή προτεραιότητας (priority letter). Το γεγονός ότι δεν έχουν φτάσει ακόμα στον προορισμό τους δε μπορεί να επενεργήσει εναντίον των Εναγόντων, οι οποίοι ενήργησαν με κάθε σπουδή και επιμέλεια. Εφόσον οι Εναγόμενοι 3 έχουν λάβει γνώση του διατάγματος μπορούν μόνο να ενστούν στην ουσία αυτού. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των Εναγομένων 3 να ακυρωθεί το διάταγμα λόγω μη σύντομης επίδοσής του και έτσι έδωσε παράταση για σκοπούς επίδοσης μέχρι και τις 16.1.2017, οπόταν και το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και η αίτηση για οδηγίες. Στο ενδιάμεσο και στις 10.1.2017, εκδόθηκε διάταγμα για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των εγγράφων της αγωγής, ήτοι (α) ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος (β) της παρούσας μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας (γ) του διατάγματος που δύναται να εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας (δ) της μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 21.12.2016 η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (ε) του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22.12.2016 που εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 21.12.2016 και την υποκατάστατη επίδοση αυτών σε σχέση με την Εναγόμενη 3, μέσω ιδιώτη επιδότη σε δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία. Ως φαίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, οι Ενάγοντες θεώρησαν ότι εφόσον η Εναγόμενη 3 έλαβε γνώση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος μέσω της κυπριακής τράπεζάς της και οι δικηγόροι της δεν εμφανίστηκαν υπό διαμαρτυρία, τεκμαίρεται ότι η Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία εκπροσωπούν την Εναγόμενη 3 και έτσι, στην απουσία επίδοσης μέχρι εκείνη τη στιγμή, βάσει του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 22.12.2016 (στο εξής «το πρώτο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης») και για σκοπούς άμεσης προώθησης της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, αιτήθηκαν το διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης στους δικηγόρους της Εναγόμενης 3, το οποίο έλαβαν στις 10.1.2017 (στο εξής «το δεύτερο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης»). Παρόλο που η επίδοση των εγγράφων που προνοούνταν στο πρώτο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης δεν επιτεύχθηκε, ήταν φανερό, συνέχισε η θέση του ενόρκως δηλούντα, ότι οι δικηγόροι της Εναγόμενης 3 έλαβαν δεόντως γνώση της διαδικασίας και οδηγίες από αυτή για να εμφανιστούν. Αναφέρθηκε περαιτέρω, ότι η υποκατάστατη επίδοση στους συνηγόρους της Εναγόμενης 3, με βάση τα γεγονότα ως εκτυλίχθηκαν μέχρι στιγμής, ήταν η πλέον ευχερής και κατάλληλη μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων της αγωγής και εάν το διάταγμα εκδιδόταν θα ήταν εξαιρετικά πιθανόν τα προς επίδοση έγγραφα να έρθουν σύντομα και αποτελεσματικά στη γνώση της Εναγομένης
  2. Στις 16.1.2017 ο κ. Πετρίδης εμφανίστηκε κατόπιν επίδοσης των εγγράφων της αγωγής στο δικηγορικό του γραφείο βάσει του δεύτερου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, λέγοντας ότι θα καταχωρήσει αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος και/ή της επίδοσης αυτής. Η αίτηση αυτή, η οποία είναι η επίδικη εν προκειμένω, καταχωρίστηκε τελικά στις 23.1.
  3. Β. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΣΤΑΣΗ Δια της αίτησής τους οι Αιτητές, το δικηγορικό γραφείο Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, (στο εξής «οι Αιτητές») ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης ημερομηνίας 11.1.2017 προς το γραφείο τους, των εγγράφων που αναφέρονται στο δεύτερο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, λόγω αντικανονικότητας και/ή παρατυπίας και/ή σφάλματος και/ή κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, πλέον διάταγμα που να αναστέλλει την προθεσμία καταχώρισης ένστασης στο μονομερώς εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα εκ των Εναγομένων αρ.3 στη διαδικασία μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ο Άδωνις Πετρίδης εκ Λευκωσίας, δικηγόρος και ομόρρυθμος εταίρος στο συνεταιρισμό δικηγόρων των Αιτητών, αναφέρει ότι φανερά η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και των λοιπών εγγράφων της αγωγής στην Εναγόμενη 3 δια των δικηγόρων της επιδιώχθηκε από τους Ενάγοντες διότι οι Αιτητές εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.1.2017 εκπροσωπώντας την Εναγόμενη
  4. Οι Αιτητές έμαθαν περί του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης 3 στις 27.12.2016, όταν λογιστικός οίκος του εξωτερικού ενημέρωσε το γραφείο τους ότι η Εναγόμενη 3 εκ των Βρετανικών Παρθένων Νήσων αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στην Κύπρο διότι η Τράπεζα Πειραιώς δε μπορεί να τιμήσει επιταγές που αυτοί εξέδωσαν, εφόσον της είχε επιδοθεί διάταγμα για παγοποίηση του λογαριασμού τους μέχρι ποσού €32.971,25σεντ. Μέσω της Τράπεζας Πειραιώς προμηθεύθηκαν οι δικηγόροι το εν λόγω διάταγμα και έτσι στις 4.1.2017, και με απώτερο σκοπό να εξηγήσουν στο Δικαστήριο ότι κανένα δικαστικό έγγραφο δεν είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη 3, εμφανίστηκαν και ανέφεραν ό,τι είναι κατεγραμμένο στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 11.1.2017 και ενώ το πρώτο διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης ευρισκόταν σε ισχύ και ρύθμιζε τον τρόπο και τόπο επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στην Εναγόμενη 3, επιδόθηκαν στο γραφείο των Αιτητών στην ελληνική γλώσσα τα έγγραφα που αναφέρονται σε εκείνο το διάταγμα και στα οποία δεν περιλαμβανόταν πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Αναφέρεται, περαιτέρω, αυτολεξεί: «
  5. Στα πλαίσια των καθηκόντων μας ως Δικηγόροι, ενημερώσαμε το Λογιστικό Οίκο, που είχε αποταθεί αρχικά κοντά μας, για τα αναφερόμενα έγγραφα και ζητήσαμε οδηγίες, κάτι που όπως μας είχε αναφερθεί δεν θα μπορούσε να δοθεί από τους ίδιους αλλά μόνο από τους πραγματικούς δικαιούχους (beneficial owners) της Εναγόμενης αρ.3, οι οποίοι, επί του παρόντος, είναι άγνωστα για εμάς πρόσωπα και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ένα τα όσα έχουμε αναφέρει στο Λογιστικό Οίκο θα μεταφερθούν αυτούσια προς τους αξιωματούχους και/ή δικαιούχους και/ή ιδιοκτήτες της Εναγόμενης αρ.3.» Είναι, περαιτέρω, η θέση του ομνύοντα ότι το διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης ημερομηνίας 10.1.2017 φέρνει τους δικηγόρους της Εναγόμενης 3 σε πολύ δυσμενή θέση, εφόσον αδυνατούν να ανταποκριθούν στο ρόλο και στο καθήκον που το Δικαστήριο τους έχει αναθέσει, δηλαδή να ενημερώσουν τους Εναγόμενους 3 για την εν εξελίξει εναντίον τους διαδικασία. Το δεύτερο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης πλήττει το θεμέλιο της δίκαιης δίκης και την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης διότι οι δικηγόροι της Εναγόμενης 3 και Αιτητές καθίστανται διάδικοι χωρίς να το έχουν ουσιαστικά επιλέξει και χωρίς να ευθύνονται. Δε μπορούν να ανεχθούν να χρησιμοποιηθούν ως όχημα επίδοσης σε σχέση με την Εναγόμενη 3, αφ' ης στιγμής συνεχίζει να υφίσταται το πρώτο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που προνοούσε άλλο τρόπο επίδοσης σε αυτή. Το διάταγμα λανθασμένα εκδόθηκε μονομερώς εφόσον το Δικαστήριο παραγνώρισε τις θέσεις των δικηγόρων της Αιτήτριας ως είχαν προωθηθεί στο Δικαστήριο προ τις 4.1.
  6. Περαιτέρω, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από μέρους των Εναγόντων η αίτηση και λήψη δεύτερου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στην υπόθεση δια δύο διαφορετικών τρόπων, ήτοι του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 22.12.2016 (στο εξής «το πρώτο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης») και του επίδικου με την παρούσα αίτηση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 10.1.2017 (στο εξής «το επίδικο διάταγμα»). Οι Ενάγοντες επέλεξαν να επεδώσουν στην Εναγόμενη 3 και με τρίτο τρόπο, δηλαδή δια επίδοσης των δικαστικών εγγράφων σε κάποιον Ανδρέα Σοφοκλέους, κατ' ισχυρισμόν των Εναγόντων αξιωματούχο της Εναγόμενης 3 στην Κύπρο. Ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι στις 9.1.2017, ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα, δεν αποκαλύφθηκε από τους Ενάγοντες προς το Δικαστήριο αυτή η τρίτη επίδοση στον Ανδρέα Σοφοκλέους, η οποία είχε επιτευχθεί επίσης στις 9.1.
  7. Πάντως, λόγω του ότι οι δικηγόροι της Αιτήτριας δηλώνουν πρακτική αδυναμία να συμμορφωθούν με το υπό κρίση διάταγμα και να ενημερώσουν τους Εναγόμενους 3 για την εν εξελίξει δικαστική διαδικασία στην Κύπρο, δε θα τεθεί εις γνώση των Εναγομένων 3 η διαδικασία αυτή με αρνητικά επακόλουθα στα δικαιώματά τους. Καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ακυρωθεί το υπό κρίση διάταγμα. Δια της ένστασής τους οι Καθ' ων η αίτηση/Ενάγοντες (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), αναφέρουν ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρησή της ή στη λήψη των αιτούμενων θεραπειών, εφόσον οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλουν στην ένορκη δήλωσή τους είναι αναληθείς και αβάσιμοι. Δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό ή/και ακύρωση του υπό κρίση διατάγματος, ούτε είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί διάταγμα ως η αίτηση. Το υπό κρίση διάταγμα εκδόθηκε σύννομα και ορθά, η επίδοση έγινε στη βάση αυτού καθόλα νόμιμα και βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και νομολογίας. Οι Αιτητές κωλύονται από το να ισχυρίζονται ότι δεν έχουν επικοινωνία με την Εναγόμενη 3, λόγω προηγουμένων παραστάσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει δε, να απορριφθεί ως κακόπιστη και καταχρηστική και ως επιδιώκουσα αλλότριους σκοπούς. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Νικόλαου Φαρμακαλίδη, υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση και διευθυντή του ξενοδοχείου Nestor Hotel στην Αγία Νάπα, ιδιοκτησία των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική ανάμιξη, αλλά και από πληροφόρηση που έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι δια της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν υποστηρίζεται ότι η επίδοση δεν επετεύχθη. Αυτό που αμφισβητούν οι Αιτητές είναι το ότι δε θα λάβει γνώση η Εναγόμενη 3 της εναντίον της δικαστικής διαδικασίας μέσω της εν λόγω επίδοσης. Στις 4.1.2017 o κ. Πετρίδης εκ μέρους του δικηγορικού του γραφείου εμφανίστηκε ανεπιφύλακτα για την Εναγόμενη 3 και δήλωσε ότι είχε λάβει γνώση του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 22.12.
  8. Αυτό και μόνο δεικνύει ότι η Εναγόμενη 3 έλαβε γνώση της επίδικης διαδικασίας και έδωσε στους δικηγόρους της ανάλογες οδηγίες να την εκπροσωπήσουν δεόντως στο Δικαστήριο. Κωλύονται δε, από το να ισχυρίζονται ανυπαρξία επικοινωνίας με την Εναγόμενη 3, αλλά επικοινωνία μόνο με λογιστικό οίκο του εξωτερικού που την εκπροσωπεί εφόσον κάτι τέτοιο ουδέποτε έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Καμία κατάχρηση διαδικασίας γίνεται από τους Καθ' ων η αίτηση με τη λήψη του πρώτου και του δεύτερου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, αλλά και της επίδοσης των εγγράφων της διαδικασίας στον Ανδρέα Σοφοκλέους. Η τελευταία επίδοση έγινε στον Ανδρέα Σοφοκλέους επειδή φερόταν ως διευθυντής της Εναγόμενης 3, αλλά επειδή στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους δεν υπάρχει Έφορος Εταιρειών οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν με βεβαιότητα να γνωρίζουν ότι αυτός ήταν πράγματι διευθυντής της. Έτσι, προώθησαν καθόλα νόμιμα και νομότυπα δύο τρόπους υποκατάστατης επίδοσης δια των δύο σχετικών διαταγμάτων. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η Δ. 16, Θ.9, προνοεί ότι: «
  9. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. » Έχει νομολογηθεί ότι τρεις είναι οι διαδικαστικοί τρόποι με τους οποίους Εναγόμενος μπορεί να πράξει ώστε να παραμερίσει επίδοση κλητηρίου εντάλματος.
  10. Ο Εναγόμενος δύναται να καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου πριν την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης.
  11. Η Δ.16, Θ.9 παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ακόμη και χωρίς άδεια ή διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά σε αυτή την περίπτωση πρέπει ταυτόχρονα να καταχωριστεί και η αίτηση παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος.
  12. Στις περιπτώσεις που διάδικος επιθυμεί τη λήψη άδειας, τότε ακολουθείται η Δ.48, Θ.8
(1)(r.1) και ζητείται επίσης διάταγμα για καταχώριση της αίτησης παραμερισμού εντός συγκεκριμένου ευλόγου χρονικού διαστήματος. (βλ. Γεωργιάδης ν. Χάσικου και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136, Παπακόκκινου ν. Landbroke PLC κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 και G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064). Εν προκειμένω, επιλέγηκε εκ των Αιτητών η πρώτη οδός. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε εκ μέρους τους πριν την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους ότι δεν έχουν ουσιαστική επικοινωνία με την Εναγόμενη
  1. Σύμφωνα με την Δ.5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά στην υποκατάστατο επίδοση: «ORDER 5A: SUBSTITUTED SERVICE Every application to the Court or a Judge for an order for substituted or other service, or for the replacement of notice for service, shall be supported by an affidavit setting forth the grounds upon which the application is made. » Βάσει της Διαταγής 5, Θ.9, ως τροποποιήθηκε στις 12.2.2016: «
  2. Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ' αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο. Νοείται ότι ειδοποίηση έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας η οποία θα εκδοθεί δυνάμει της Δ.5 θ.9 και θα συνάδει με τον Τύπο 5Α, δεν είναι αναγκαίο όπως περιλάβει όλο το κείμενο της αγωγής ή άλλης διαδικασίας αλλά θα είναι αρκετό να περιλαμβάνει τον αριθμό αγωγής ή διαδικασίας, το Δικαστήριο στο οποίο η αγωγή ή διαδικασία εκκρεμεί, τους διάδικους και με συνοπτικό τρόπο τη φύση της διαφοράς και την αξίωση που διατυπώνεται. Είναι επίσης απολύτως αναγκαίο να προσδιορίζεται είτε η προθεσμία στην οποία ο διάδικος πρέπει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ή ένσταση ή άλλης δικονομικής φύσεως ενέργεια και αν υπάρχει ανάγκη εμφάνισης στο Δικαστήριο, να καθορίζεται σαφώς η ημερομηνία και ώρα εμφάνισης. Πρόσθετα στην ειδοποίηση πρέπει να αναφέρεται ότι όλα τα σχετικά έγγραφα είναι διαθέσιμα προς παραλαβή από το αρμόδιο πρωτοκολλητείο. Για το σκοπό αυτό ο ενάγων φροντίζει ώστε να υπάρχει στο πρωτοκολλητείο, δεόντως πιστοποιημένο, αντίγραφο αγωγής και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο είναι αναγκαίο να δοθεί στο διάδικο.» Προκύπτει βάσει των πιο πάνω ότι, ώστε να εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η έγκαιρη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων στην αγωγή δεν είναι για οποιοδήποτε λόγο εφικτή. Το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, την εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία υπόψη του Εναγόμενου (βλ. Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36 και Annual Practice 1960, Vol.1, p.133-134). Οποτεδήποτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υποκατάσταση επίδοσης της διαδικασίας σε διάδικο εκτός δικαιοδοσίας, αυτό μπορεί να συντελεστεί και με επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εντός της δικαιοδοσίας (βλ. Φραγκέσκου κ.ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1765, Karim v. Κονιδάρη (ανωτέρω) και με αναφορά στις Ford v. Shephard [1985] 34 W.R. 63 και Western etc Building Society v. Rucklidge [1905] 2 Ch.D. 472). Κρίνω, όμως, ότι χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι, οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, διότι δεν είναι διάδικοι στην αγωγή και δεν δικαιούνται, ως μη διάδικοι, να αμφισβητούν μέσω δια κλήσεως αίτησης το μονομερώς εκδοθέν επίδικο διάταγμα. Στην Κουή ν. Χριστοδούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 401 αναφέρθηκε ότι: «1. Η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48, θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε: Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234). [.....] 4. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν υπέβαλε ποτέ οποιαδήποτε αίτηση για να καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη διαδικασία [....] Η μόνη σχέση της με τα όσα συνέβησαν πρωτοδίκως είναι ότι εκδόθηκε μονομερώς, από το πρωτόδικο δικαστήριο, διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής στην ίδια, για λογαριασμό του εναγόμενου γιού της ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό. Δεν θεωρούμε, υπό τις περιστάσεις, ότι η αιτήτρια είχε δικαίωμα καταχώρισης αίτησης παραμερισμού του μονομερούς διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο δικαστήριο [....]». Στη Votarco Ltd v. Bitech Komi Holdings Ltd, Π.Ε.92/13, ημερομηνίας 20.1.2014, εφαρμόστηκε και επιβεβαιώθηκε η Κουή (πιο πάνω) όπου αιτητές στην αίτηση παραμερισμού της επίδοσης ήταν δικηγορικό γραφείο, όπως και εν προκειμένω, στο οποίο επιδόθηκε η έφεση και δέχθηκαν την επίδοση χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση με το σκεπτικό ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνταν με μόνη την ιδιότητά τους ως δικηγορικό γραφείο στο οποίο έγινε η επίδοση της έφεσης ή ως γραφείο επιδόσεως της Εφεσίβλητης 2, να καταχωρίσουν την επίδικη αίτηση. Βεβαίως, ο λόγος της Κουή (πιο πάνω) πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με το λόγο της Lion Insurance Agency Ltd v. Κωνσταντίνου
(2002)1A Α.Α.Δ. 265, όπου, κατόπιν ανεπιτυχών προσπαθειών για κανονική επίδοση, εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στην Εφεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία βάσει του άρθρου 15Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ τρίτου) Νόμου, Κεφ.333, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 16(Ι)/2000, (ο οποίος εκ των υστέρων καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων, Ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου Νόμο 96(Ι)/2000). Το Εφετείο διαφώνησε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστήριο, το οποίο βασίστηκε στις Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, S.P.P. Project Ltd. v. Integral Equipment Sarl (πιο πάνω) και Murfin v. Ashbridge & Martin [1941] 1 All E.R. 231, ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν επηρεαζόμενο πρόσωπο ούτε νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν την αίτηση γιατί δεν είχαν προηγουμένως παρέμβει στη διαδικασία. Το Εφετείο, με αναφορά στις Padley v. Dobson
(1999)1 Α.Α.Δ. 1583 και Kόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Σάββα Χ"Σάββα
(2001)1 Α.Α.Δ. 612, ανέφερε τα εξής εγκρίνοντας την έφεση και κρίνοντας ότι η Εφεσείουσα νομιμοποιείτο στην καταχώριση της αίτησης παραμερισμού της επίδοσης σε αυτήν: « [Το άρθρο 15Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ τρίτου Νόμου, Κεφ.333, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 16(Ι)/2000] Δεν στοχεύει στην εισαγωγή συστήματος υποκατάστατης επίδοσης κατά διαφοροποίηση ή εμπλοκή στα ρυθμιζόμενα με διαδικαστικές πρόνοιες. Δεν ενδιαφέρεται για τη διασφάλιση της πράγματι επίδοσης στον εναγόμενο. Εισάγει στην ουσία τη δυνατότητα γέννησης της υποχρέωσης στον ασφαλιστή χωρίς επίδοση στον εναγόμενο.» Βάσει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι αίτηση για παραμερισμό μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης, μπορεί να υποβάλει με αίτηση δια κλήσεως είτε διάδικος στην αγωγή, είτε άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο, όπως για παράδειγμα, ασφαλιστική εταιρεία βάσει του άρθρου 15Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ τρίτου) Νόμου, Κεφ.333, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 16(Ι)/2000 ή βάσει του άρθρου 23 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000 και σε αγωγή που κινείται εναντίον ασφαλισμένου της. Οι Αιτητές εν προκειμένω, δεν είναι βάσει της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, κανένα από τα δύο. Για αυτό και μόνο τον λόγο θα απέρριπτα την αίτηση. Προχωρώ, εν πάση περιπτώσει, να την εξετάσω στην ουσία της. Ο ισχυρισμός των Αιτητών, ότι έπρεπε, επί ποινή ακυρότητος του δεύτερου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, να επιχειρήσουν πρώτα την επίδοση βάση της Σύμβασης της Χάγης της 1ης Μαρτίου 1954, η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 3(ΙΙΙ)/2000 και την οποία έχουν υπογράψει τόσο η Κύπρος, όσο και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι, δεν ευσταθεί, εφόσον η Δ.5, θ.9 ρητά προβλέπει ότι, «το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ' αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις». Αφ' ενός, ήταν εν προκειμένω ξεκάθαρο ότι η επίδοση εντός Κύπρου και στους Κύπριους δικηγόρους της Εναγόμενης 3 θα μπορούσε να συντελεστεί σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα απ' ότι η επίδοση βάσει της Σύμβασης της Χάγης. Εν προκειμένω, ο χρόνος επίδοσης των σχετικών εγγράφων ήταν σημαντικός με δεδομένο ότι περιλαμβανόταν σε αυτά και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα και η αίτηση βάσει του οποίου εκδόθηκε. Τέτοια υποκατάστατη επίδοση ήταν ένας ευχερής τρόπος να τεθεί, εντός ευλόγου χρόνου, ως επιτάσσει το άρθρο 9
(3)του Κεφ.6, υπόψιν της Εναγόμενης 3. Αφ' ετέρου, η αναφορά στη Δ.5, θ.9 σε «οποιασδήποτε αιτία» ως προς το γιατί δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στη Δ.5, θ.2, δικαιολογούσε, κρίνω, την έκδοση του δεύτερου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης πριν την επίτευξη της δεύτερης επίδοσης, αφ' ενός διότι οι Ενάγοντες προώθησαν έγκαιρα την πρώτη επίδοση δια εταιρείας ταχυμεταφορών με επιστολή προτεραιότητας (priority letter), αλλά η πράγματι επίτευξή της και η ημερομηνία αυτής, δεν ήταν υπό τον έλεγχό τους. Πάντως δεν έχει μέχρι σήμερα αναφερθεί ότι η επίδοση αυτή επετεύχθη. Όσον αφορά στον ισχυρισμό των Αιτητών ότι λανθασμένα διατάχθηκε επίδοση στους Αιτητές για λογαριασμό της Εναγόμενης 3, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι στην Κυπριακή έννομη τάξη επιτρέπεται, ως θέμα αρχής, η υποκατάστατη επίδοση σε δικηγόρους διαδίκου. Ο αδερφός μου δικαστής κ. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) έχει αναλύσει το θέμα στην πρωτόδικη απόφαση του Ε. Δ. Λεμεσού με αρ. αγωγής 7367/00 Θεοδότου ν. Θεοδότου κ.ά., ημερομηνίας 6.4.2009, ως εξής, την οποία ανάλυση και υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας: «Στην υπόθεση Cooper v. Wood 49 E.R. 629 επιτράπηκε υποκατάστατη επίδοση κλήσης στο δικηγόρο ο οποίος είχε ενεργήσει για τον εναγόμενο σε προγενέστερες διαδικασίες (βλ. επίσης Waters v. Waters
(1875)34 L.T. 33). Στην υπόθεση The Prommerania
(1879)4 P.D. 195, διαταγή που είχε εκδοθεί για υποκατάστατη επίδοση στους δικηγόρους του εναγόμενου παραμερίστηκε γιατί οι δικηγόροι του εναγόμενου είχαν πληροφορήσει τους δικηγόρους των εναγόντων ότι δεν ενεργούσαν πλέον για τους εναγόμενους, ενώ στην υπόθεση Margrett v. Emanuel
(1890)6 T.L.R. 453 το ∆ικαστήριο δεν είχε εκδώσει το ζητηθέν διάταγμα γιατί είχε διαφανεί από τα γεγονότα ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου δεν γνώριζαν πού βρισκόταν και όταν του έγραφαν, αυτό γινόταν διά μεσάζοντος. Στην Karim (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Armitage v. Fitzwilliam and Others
(1875)W.N. 238 όπου εγκρίθηκε ως μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του ενάγοντα παρά την άρνηση τους να αποδεκτούν επίδοση στη βάση του ότι δεν είχαν οδηγίες. Σαν θέμα αρχής δεν υπάρχει κώλυμα στο να διαταχθεί τέτοια επίδοση στο δικηγόρο κάποιου διάδικου σε άλλη υπόθεση. Το ζήτημα είναι πραγματικό, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που καταλήγουν στο κατά πόσο τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να ικανοποιηθεί το ∆ικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχω πιο πάνω αναπτύξει.» Πόσο μάλλον, εν προκειμένω, που οι Αιτητές δεν ήταν απλά δικηγόροι της Εναγόμενης 3 σε άλλη υπόθεση, αλλά δικηγόροι της Εναγόμενης 3 στην παρούσα υπόθεση. Πρέπει έτσι να εξεταστεί κατά πόσο, βάσει των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η υποκατάστατη επίδοση σε αυτούς θα έθετε κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, την εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία υπόψη της Εναγόμενης 3, θέμα το οποίο εξετάζω πιο κάτω. Ούτε και ο ισχυρισμός περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ισχύει εν προκειμένω. Κατάχρηση διαδικασίας υπάρχει όταν διάδικος με διαφορετικά ένδικα μέσα προωθεί την επίτευξη του ίδιου σκοπού (βλ. In Re Beogradska D.D.
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 911). Με γνώμονα ότι οι Αιτητές στις 4.1.2017 εμφανίστηκαν για την Εναγόμενη 3 χωρίς διαμαρτυρία, καίτοι ανέφεραν ότι εμφανίζονταν για αυτή ως ενδιαφερόμενο μέρος, κρίνω την ενέργεια την Εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν δεύτερο διάταγμα, όχι μόνο ως μη καταχρηστική αλλά και ως λογική, αφού κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, η επίδοση στους Κύπριους δικηγόρους της Εναγόμενης 3 θα έθετε υπόψη της τελευταίας την παρούσα δικαστική διαδικασία εγκαίρως και στο σύντομο χρόνο που απαιτείται να εκδικαστεί τελικά το μονομερώς εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα. Η ενέργεια αυτή των Εναγόντων προκύπτει ως ακόμη λογικότερη, εφόσον οι Αιτητές, κατά την ίδια ημερομηνία, ζήτησαν την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος βάσει του άρθρου 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, λόγω του ότι δεν είχε μέχρι τότε επιτευχθεί επίδοση βάσει του πρώτου διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Αίτημα το οποίο απερρίφθη από το Δικαστήριο διότι δεν προέκυπτε, μέχρι τότε και από τα ενώπιόν του στοιχεία, οποιαδήποτε καθυστέρηση ή κωλυσιεργία εκ μέρους των Εναγόντων στην προώθηση της επίδοσης. Εν πάση περιπτώσει, το δεύτερο διάταγμα αφορά στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης όλων των εγγράφων της αγωγής, ενώ το πρώτο αφορούσε μόνο στην υποκατάστατη επίδοση της αίτησης και στο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε βάσει αυτής. Επομένως, τα δύο διατάγματα δεν είχαν πανομοιότυπο αντικείμενο. Στο βαθμό, όμως, που ρύθμιζαν και τα δύο την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 21.12.2016 και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22.12.2016, η λήψη του δεύτερου διατάγματος κρίνω ότι δεν αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας αλλά, αντιθέτως, μέσο άμεσης προώθησης της επίδοσης ως επιτάσσει το άρθρο 9
(3)του Κεφ.6 και, ως εκ τούτου, της διαδικασίας εκδίκασης του απαγορευτικού διατάγματος. Πάντως, πρέπει να λεχθεί ότι εμφάνιση για διάδικο που χαρακτηρίζεται από τον εμφανιζόμενο δικηγόρο ως εμφάνιση εκ μέρους ενδιαφερόμενου μέρους, ίδιου με τον εν λόγω διάδικο, είναι έννοια άγνωστη στο δικό μας δίκαιο. Δε συμφωνώ με τους Αιτητές στο ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να μεταφράσουν τα έγγραφα που τους επέδωσαν υποκατάστατα και για λογαριασμό της Εναγόμενης. Εφόσον η επίδοση θα γινόταν εντός Κύπρου και σε Κύπριους δικηγόρους, δεν έχω εντοπίσει, ούτε οι Αιτητές με παρέπεμψαν σχετικά σε οποιαδήποτε πρωτογενή ή δευτερογενή νομοθεσία που να εναποθέτει υποχρέωση στους ώμους των Εναγόντων, να μεταφράσουν τα έγγραφα προς επίδοση, λόγω του ότι αυτά απευθύνονται σε διαδίκους εκτός Κύπρου. Ούτε ο ισχυρισμός των Αιτητών περί ακυρότητας της επίδοσης που επετεύχθη σε αυτούς στις 11.1.2017 λόγω μη επίδοσης του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος, δεν ευσταθεί, εφόσον ανάμεσα στα έγγραφα επίδοσης που είναι καταχωρισμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου και συνημμένα στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που προέβη σε αυτήν, περιλαμβάνεται και αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος συνημμένο στην ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, ως προέβλεπε το δεύτερο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Δ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.